← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ, ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των Εταιρειών D.COUVAS & SONS LIMITED και COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED κ.α. ν. D.C.OFFSET PRINTING LTD

ΙΩΑΝΝΟΥ, ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των Εταιρειών D.COUVAS & SONS LIMITED και COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED κ.α. ν. D.C.OFFSET PRINTING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1097/2019, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1097/2019 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των Εταιρειών D.COUVAS & SONS LIMITED και COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED, από τη Λευκωσία
  2. D. COUVAS & SONS LIMITED ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
  3. COUVAS CARTON INDUSTRIES LIMITED, υπό διαχείριση Ενάγουσες -Και-
  4. D.C.OFFSET PRINTING LTD, από τη Λεμεσό
  5. XXXX Κουβάς, από τη Λεμεσό
  6. XXXX Κουβάς, από τη Λεμεσό
  7. XXXX Παναγίδου, από την Λεμεσό
  8. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας & Τουρισμού Εναγόμενοι --------------------- Ημερομηνία: 13/01/2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Π. Κούρτελλος για κ.κ. Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Λ. Κωστακόπουλος) Για Εναγόμενους 1, 2, 3, 4/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης (για ν' ακούσει απόφαση η κα Α. Παύλου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους, την οποία καταχώρησαν μονομερώς, αξιώνουν την έκδοση των κατωτέρω προσωρινών διαταγμάτων: Α. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την απρόσκοπτη είσοδο στον Ενάγοντα 1 - Αιτητή και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του εις τα εξής: i. στην ακίνητη περιουσία των Εναγόντων 1 και/ή 2 και/ή στα υποστατικά και/η στα γραφεία και/ή στα καταστήματα και/η σε χώρους που κατέχονται και/ή χρησιμοποιούνται και/ή είναι ιδιοκτησίας και/ή κυριότητας των Εναγόντων 1 και/ή 2 («οι υπό διαχείριση εταιρείες»), με σκοπό την καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων κινητών και/ή ακινήτων και/ή των εμπορικών αποθεμάτων των υπό διαχείριση εταιρειών και/ή την επιθεώρηση των λογιστικών αρχείων, βιβλίων και φακέλων αυτών, ως και τη λήψη πάντων των αναγκαίων πληροφοριών που θα επιτρέψουν στον Ενάγοντα 1 - Αιτητή την κατά νόμο διεξαγωγή των καθηκόντων του ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των υπό διαχείριση εταιρειών. ii. Ειδικά στο Βιομηχανικό Τεμάχιο γης, του συνιστούντος μέρους των τεμαχίων υπ' αρ. 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 του Συμπλέγματος «D» του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου υπ' αρ. LVIII8.2.11, LVIII8.2IV, LIII8.3.1, LVIII8.3.III εκτάσεως 6 εκταρίων, 8 δεκαριών και 140, τετραγωνικών μέτρων, στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού του οποίου τα δικαιώματα κατέχουν οι Ενάγοντες 2 δυνάμει της Σύμβασης Μισθώσεως Γης συναφθείσης περί την 29/10/1999 μετά της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενεργούσης μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού προς επιτέλεση του αναφερόμενου σκοπού. Β. Ενδιάμεσο Προστακτικό (mandatory) Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή οι διευθυντές και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι αντιπρόσωποι αυτών όπως: i. εκκενώσουν και/ή επιστρέφουν πλήρη και/ή ελευθέρα κατοχή του Βιομηχανικού Τεμαχίου γης, του συνιστούντος μέρους των τεμαχίων υπ' αρ. 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 του Συμπλέγματος «D» του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου υπ' αρ. LVIII8.2.11, LVIII8.2IV, LIII8.3.1, LVIII8.3.III εκτάσεως 6 εκταρίων, 8 δεκαριών και 140 τετραγωνικών μέτρων, στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού στους Ενάγοντες 1, εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος αυτού και/ή εντός άλλου εύλογου χρόνου όπως ήθελε αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής αυτής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ii. παραδώσουν στους Ενάγοντες τα μηχανήματα που αναφέρονται στους επισυνημμένους Πίνακες A, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος αυτού και/ή εντός άλλου εύλογου χρόνου όπως ήθελε αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής αυτής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 3 και 4 υπό την ιδιότητά των ως Διευθυντών των Εναγόντων 1 και 2, αντίστοιχος, από το να ιδιοποιούνται και/ή εμπορεύονται και/ή αποξενώνουν και/ή διαθέτουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω Εναγόντων, περιλαμβανομένης ολόκληρης της επιχείρησης (undertaking) και περιουσίας αυτών πάσης μορφής καθώς και οποιαδήποτε εύνοια και/ή φήμη και/ή πελατεία αυτής ως και χρεωστικών υπολοίπων (book debts) και τα δικαιώματα χρήσης και/ή κατοχής και/ή νομής και/ή κάρπωσης επί οποιουδήποτε κτηρίου και/ή υποστατικού και/ή ακινήτου του οποίου είναι δικαιούχοι και/ή ανήκει στους Ενάγοντες 1 και 2 μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας Αγωγής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Επικουρικά και/ή διαζευκτικά Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγομένους 1 και/ή στους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους από το: i. να ιδιοποιούνται και/ή εμπορεύονται και/ή αποξενώνουν και/ή διαθέτουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων 1 και 2 περιλαμβανομένης ολόκληρης της επιχείρησης (undertaking) και περιουσίας αυτών πάσης μορφής καθώς και οποιαδήποτε εύνοια και/ή φήμη και/ή πελατεία αυτών ως και τα δικαιώματα χρήσης και/ή κατοχής και/ή νομής και/ή κάρπωσης επί οποιουδήποτε κτηρίου και/ή υποστατικού και/ή ακινήτου του οποίου είναι δικαιούχοι και/ή ανήκει στους Ενάγοντες 1 και/ή 2 μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής αυτής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ii. να χρησιμοποιούν τιμολόγια και/ή εμπορικές επιστολές και/ή άλλα έγγραφα τα οποία εκδίδονται από αυτούς και επί των οποίων εμφανίζεται και/ή αποτυπώνεται η επωνυμία και/ή το λογότυπο των Εναγόντων 1 και/ή
  9. Ε. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή στους Διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους των από του να πωλήσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού ευρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς είτε οι εν λόγω λογαριασμοί και/ή καταθέσεις βρίσκονται σε τραπεζικά και/ή συνεργατικά ιδρύματα εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας μέχρι του ποσού των €4.000.000 (Ευρώ Τέσσερα Εκατομμύρια) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). ΣΤ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή στους αντιπροσώπους από του να πωλήσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού ευρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εν λόγω Εναγομένων, είτε οι εν λόγω λογαριασμοί και/ή καταθέσεις βρίσκονται σε τραπεζικά και/ή συνεργατικά ιδρύματα εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας μέχρι του ποσού των €4.000.000 (Ευρώ Τέσσερα Εκατομμύρια) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Ζ. Ενδιάμεσο και/ή Επικουρικό και/ή Παρεπόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 όπως εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος αυτού, προς υποβοήθηση των υπό των παραγράφων Ε και Στ, εξαιτούμενων διαταγμάτων, αντιστοίχως αποκαλύψουν μέσω ένορκης δήλωσης των διευθυντών και/ή αξιωματούχων των και/ή δεόντως εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου και/ή υπηρέτη αυτών στους δικηγόρους των Αιτητών, τα ακόλουθα: i. όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους διατηρούν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 είτε επ' ονόματι των είτε των οποίων αποτελούν τον πραγματικό κάτοχο και/ή ιδιοκτήτη και/ή τελικό και/ή απώτερο δικαιούχο (ultimate beneficial owner) ή άλλως πως τους ανήκουν και οι οποίοι βρίσκονται σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός δικαιοδοσίας και/ή εκτός δικαιοδοσίας αναφέροντας τα ποσά, αριθμό και τα στοιχεία του τραπεζικού ιδρύματος στα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα. ii. όλα των τα περιουσιακά στοιχεία και/ή οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή ιδιοκτησία που βρίσκονται εντός και/ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας επ' ονόματι των ως άνω Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή δικαιωματικά (beneficially) ή άλλως πως τους ανήκουν είτε αποκλειστικά είτε από κοινού είτε με άλλα πρόσωπα και είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής δικαιώματος, αναφέροντας την αξία, τοποθεσία και περιγραφή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. iii. Να επισυνάψουν στην ένορκη δήλωση που θα υποβληθεί όλα τα αναγκαία έγγραφα ή πληροφορίες που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη και/ή την τοποθεσία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων καθώς και το συμφέρον των σε κάθε ένα από αυτά και όπου είναι εφικτό την αξία τους. iv. Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή είσπραξη και/ή κατάθεση και/ή χρέωση και/ή πίστωση που έγινε αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που καλύπτονται από την παράγραφο Ζ (ϊ) ανωτέρω ως και τις οδηγίες που εδόθησαν και/ή τα έγγραφα που κατατέθηκαν υπό των Εναγομένων 1 και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους αντιπροσώπους των για να γίνουν οι σχετικές πληρωμές και/ή εμβάσματα από τις 15/01/2015 και εντεύθεν. Η. Οδηγίες του Δικαστηρίου για τις κάτωθι εξαιρέσεις από τα διατάγματα υπό τις παραγράφους Ε και ΣΤ ανωτέρω: i. Λογικό ποσό που δυνατό να χρειαστούν οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1 ως 4 για την υπεράσπιση της υπόθεσης των, περιλαμβανόμενων νομικών συμβουλών, εμφανίσεων στο Δικαστήριο νοουμένου ότι πρώτη εκάστου μηνός θα πληροφορούν το Δικαστήριο και τους δικηγόρους των Αιτητών ενόρκως για τα ποσά που θα καταβάλλονται και την πηγή από την οποία θα προέρχονται. ii. Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα εμποδίζουν τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1 ως 4 από του να διεξάγουν οποιαδήποτε συναλλαγή αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία που θα αφορά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τους και έναντι πραγματικού και ευλόγου ανταλλάγματος νοουμένου ότι θα πρέπει να ληφθεί προηγουμένως άδεια και/ή έγκριση του Δικαστηρίου και/ή η συγκατάθεση των Αιτητών σε περίπτωση που η αξία του επηρεαζόμενου περιουσιακού στοιχείου και/ή συναλλαγής υπερβαίνει το ποσό των Ευρώ 10,
  10. iii. Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα απαγορεύουν σε οποιοδήποτε από τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση την διενέργεια οποιοσδήποτε πράξης αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία αν έχουν προς τούτο εκ των προτέρων εξασφαλίσει την έγγραφη συγκατάθεση των Αιτητών και/ή των δικηγόρων τους. Θ. Διαζευκτικά προς τα παρακλητικά υπό τις παραγράφους Ε και Στ ανωτέρω Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή στους αντιπροσώπους από του να πωλήσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού ευρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εν λόγω Εναγομένων μέχρι του ποσού των €400.000 (Ευρώ Τετρακόσιες Χιλιάδες) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). i. Διαζευκτικά και/ή επικουρικά Ενδιάμεσο Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων κι' άνευ περιορισμού, των Μηχανημάτων που αναφέρονται στους επισυνημμένους Πίνακες A, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η ως και, οποιουδήποτε δικαιώματος χρήσης κινητών και/ή ακινήτων των οποίων ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι είναι οι Ενάγοντες 1 και 2, τα οποία εκχωρήθηκαν και/ή περιήλθαν στην κατοχή και/ή την νομή των Εναγομένων 1 επί τη βάσει των ακόλουθων φερόμενων ως συμφωνιών: i. της «Συμφωνίας» των Εναγόντων 1 και των Εναγόντων 2 μετά των Εναγομένων 1 φέρουσας ημερομηνίας εκτέλεσης 15/01/2015, και/ή ii. της «Συμφωνίας Ενοικίασης και/ή υπενοικίασης» του Βιομηχανικού Τεμαχίου γης, του συνιστούντος μέρους των τεμαχίων υπ' αρ. 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 του Συμπλέγματος «D» του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου υπ' αρ. LVIII8.2.11, LVIII8.2IV, LIII8.3.1, LVTII8.3.III εκτάσεως 6 εκταρίων, 8 δεκαριών και 140 τετραγωνικών μέτρων, στη Βιομηχανική Περιοχή Λεμεσού, γενόμενης μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1, φέρουσας ημερομηνίας εκτέλεσης την 15/01/
  11. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς μόνο το υπό παράγραφο Α αιτούμενο διάταγμα, ενώ ως προς τις υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κ. Ιωάννου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Στις 12/3/2019 διορίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως Παραλήπτης/Διαχειριστής των εναγουσών 2 και 3 εταιρειών επί ολοκλήρου του ενεργητικού της, δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Floating Charges) προς εξασφάλιση συμφωνιών δανείων και χρηματοδοτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στις ενάγουσες 2 και
  12. Στις 29/10/1999 η ενάγουσα 2 συνήψε με την Κυπριακή Δημοκρατία, ενεργούσης μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Σύμβαση Μίσθωσης, η οποία αφορά βιομηχανικό τεμάχιο γης, το οποίο αποτελεί μέρος των τεμαχίων υπ' αριθμό 20-27 του συμπλέγματος «D», εκτάσεως 6 εκταρίων, 8 δεκαρίων και 140 τ.μ., στη βιομηχανική περιοχή Λεμεσού (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το βιομηχανικό ακίνητο) προς το σκοπό της ανέγερσης από την ενάγουσα 2 εργοστασίου κατασκευής χάρτου, εκτύπωσης χαρτοκιβωτίων, χαρτών, διαφημιστικών εντύπων και άλλων ειδών κοπής χάρτου. Η ισχύς της σύμβασης είναι για 33 χρόνια με δικαίωμα ανανέωσης για δεύτερη και τρίτη περίοδο 33 χρόνων εκάστη. Παρά το ότι η ρηθείσα Σύμβαση υπεγράφη την 29/10/1999, εντούτοις ισχύει από 1/5/
  13. Σ' αυτή δε περιλαμβάνεται πρόνοια για υπομίσθωση του βιομηχανικού ακινήτου, νοουμένου ότι θα δοθεί πρώτα γραπτή άδεια του εκμισθωτή. Το βιομηχανικό ακίνητο αποτέλεσε αντικείμενο αριθμού υποθηκών οι οποίες ενεγράφησαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εξασφάλιση για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στις ενάγουσες 2 και
  14. Για την εγγραφή των υπό αναφορά υποθηκών δόθηκε η έγκριση του εκμισθωτή, όπως προβλέπεται στη ρηθείσα συμφωνία εκμίσθωσης. Επιπρόσθετα, προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής όλων των ποσών που είχαν παραχωρηθεί στην ενάγουσα 2 από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, της οποίας τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δυνάμει του Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 29/3/2013, η ενάγουσα 2 δέσμευσε όλα τα μηχανήματα της δυνάμει ομολόγων πάγιας επιβάρυνσης. Επίσης τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας 3 επιβαρύνονται με πάγια επιβάρυνση (Fixed Charge) ημερ. 21/11/1995 για διασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης που της παραχωρήθηκε από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ για ποσό που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.700.
  15. Όπως προκύπτει από ηλεκτρονική αλληλογραφία η οποία ανταλλάγηκε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, το Υπουργείο φέρεται να έχει εγκρίνει την υπενοικίαση του βιομηχανικού ακινήτου στην εναγόμενη 1, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι βαρύνεται με υποθήκες οι οποίες ενεγράφησαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η ρηθείσα υπενοικίαση συνομολογήθηκε παρά την ύπαρξη ρητού όρου στα Έγγραφα Υποθήκης ότι η ενάγουσα 2 πριν την ενοικίαση και/ή επιβάρυνση του βιομηχανικού ακινήτου οφείλει να εξασφαλίσει την έγγραφη συγκατάθεση της Τράπεζας. Η ρηθείσα υπενοικίαση προχώρησε εν αγνοία της Τράπεζας. Συνεπεία της παράβασης του ως άνω περιγραφόμενου όρου, η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή της ημερομηνίας 12/9/2017, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα 2 απαίτησε την καταβολή ολόκληρων των υπολοίπων τα οποία οφείλονται από την ενάγουσα 2 δυνάμει των συμφωνιών δανείων και παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 14/7/1976, 3/3/1977, 28/2/1979, 25/7/1980, 15/5/1981 και 8/9/2011 το αργότερο μέχρι τις 10 π.μ. της 14/9/
  16. Πανομοιότυπη επιστολή επιδόθηκε την ίδια μέρα και στην ενάγουσα 3, από την οποία απαιτείτο η καταβολή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου το οποίο προέκυπτε από τις συμφωνίες ημερ. 15/12/1977, 8/5/1978, 10/7/1979, 15/2/1980, 21/3/1981, 17/9/1982 και 30/11/
  17. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στις ανωτέρω επιστολές εκ μέρους των εναγουσών 2 και 3 εντός του τεθέντος χρονοδιαγράμματος, η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε στις 14/9/2017 στο διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή του ενεργητικού των εναγουσών 2 και
  18. Συγκεκριμένα προέβη στο διορισμό του Α. Ανδρονίκου και του ιδίου ως Παραληπτών/Διαχειριστών επί ολοκλήρου του ενεργητικού των εναγουσών 2 και
  19. Στις 27/10/2017 καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή υπ' αρ. 3035/2017, στα πλαίσια της οποίας καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών ή και προστακτικών διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 1-
  20. Την 2/11/2017 το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα. Οι εναγόμενοι 1-4 εναντιώθηκαν στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση τους, στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα. Το Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 15/5/2018 απέρριψε την αίτηση τους και ακύρωσε τα εκδοθέντα διατάγματα, πλην ενός, με τη δικαιολογία ότι ο διορισμός τους έπασχε λόγω μη ρητής πρόβλεψης στα ομόλογα επιβάρυνσης για διορισμό πέραν του ενός, Διαχειριστή/Παραλήπτη. Μετά την ως άνω εξέλιξη διέκοψαν την ανωτέρω περιγραφόμενη αγωγή τους με ειδοποίηση η οποία καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Περαιτέρω για σκοπούς αποτελεσματικής εκτέλεσης των καθηκόντων τους καταχώρησαν δύο Γενικές Αιτήσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με αρ. XXX/2017 και XXX/2017, με τις οποίες αιτούνταν, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται το διοικητικό συμβούλιο των υπό διαχείριση εταιρειών να ετοιμάσει και τους παραδώσει έκθεση σχετικά με την περιουσιακή τους κατάσταση. Το Δικαστήριο την 22/6/2018 εξέδωσε απόφαση στην αίτηση υπ' αρ. XXX/2017, η οποία είχε εκδικαστεί, με την οποία απέρριψε την αίτηση τους. Ενόψει της στάσης των αξιωματούχων των υπό διαχείριση εταιρειών αλλά και των αποφάσεων του Δικαστηρίου αναφορικά με το «νομότυπο» του διορισμού τους, αδυνατούσαν να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους και, υπό αυτές τις συνθήκες, στις 12/3/2019 γνωστοποίησαν την παραίτηση τους από τα καθήκοντα του Παραλήπτη/Διαχειριστή των υπό διαχείριση εταιρειών. Την ίδια μέρα διορίστηκε ως μόνος Παραλήπτης/Διαχειριστής των εναγουσών 2 και
  21. Ο διορισμός του ήταν απόρροια της από μέρους των εναγουσών 2 και 3 παράβασης της υποχρέωσης τους για εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων τους προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία και ενεργοποίησε τα δικαιώματα της δυνάμει των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Επίσης, την ίδια ημέρα η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε στην καταχώρηση του σχετικού εντύπου στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, με βάση το άρθρο 97

(1)του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  1. Οι ενάγουσες 2 και 3 ενημερώθηκαν αμέσως για το διορισμό του με επιστολές του ημερομηνίας 12/3/
  2. Με τις ίδιες επιστολές του καλούνταν οι αξιωματούχοι των εναγουσών 2 και 3 όπως προβούν στη συμπλήρωση, ολοκλήρωση, υπογραφή και υποβολή της έκθεσης καταστάσεως (Statement of Affairs) της κάθε εταιρείας. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο διευθυντές των εναγουσών 2 και 3 ήταν οι εναγόμενοι 3 και
  3. Η εναγόμενη 1 αποτελεί το τρίτο νομικό πρόσωπο προς το οποίο οι ενάγουσες 2 και 3 μεταβίβασαν, παράνομα και δόλια, τα περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα τους. Η εναγόμενη 1 δεν είναι το οποιοδήποτε ανυπαίτιο και αθώο τρίτο νομικό πρόσωπο. Πρόκειται στην ουσία για το εταιρικό ένδυμα και το όχημα υποδοχής των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων των εναγουσών 2 και 3, το οποίο προτάσσουν οι διευθυντές και οι μέτοχοι τους εναντίον του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2, ο οποίος είναι γιος του εναγόμενου 3, μέχρι την 25/2/2013 υπήρξε διευθυντής τόσο της ενάγουσας 2 όσο και της ενάγουσας 3, ενώ εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παραμένει μέτοχος τους. Σε διάστημα 5 μηνών από την ως άνω παραίτηση του ιδρύθηκε η εναγόμενη 1, η οποία τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο του εναγόμενου
  4. Σε όλες τις υποθήκες που αφορούν την ενάγουσα 2 υπάρχει ρητή πρόνοια, σύμφωνα με την οποία είχε δεσμευτεί και αναλάβει την υποχρέωση να μην ενοικιάσει ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο το βιομηχανικό ακίνητο χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση και έγκριση της Τράπεζας Κύπρου, προς όφελος της οποίας ενεγράφησαν οι υποθήκες. Στις 18/3/2019, με επιστολή η οποία στάληκε στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού μέσω των δικηγόρων του αναφέρθηκε στη σύμβαση υπομίσθωσης η οποία υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας 2 και της εναγόμενης 1, καθώς και στην από πλευράς του μη αναγνώριση της νομιμότητας, εγκυρότητας και ισχύος αυτής, αφού η προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου για την υπομίσθωση του βιομηχανικού ακινήτου εξασφαλίστηκε ερήμην της Τράπεζας Κύπρου, η οποία είναι ο ενυπόθηκος δανειστής της υπό διαχείριση εταιρείας. Στις 24/4/2019, με νέα επιστολή των δικηγόρων του ενημέρωσε το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ότι είχε περιέλθει σε γνώση του ότι λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της υπομισθωτού εταιρείας, παραμένουν οφειλόμενα ποσά που αφορούν το ετήσιο ενοίκιο και τα αποχετευτικά τέλη του βιομηχανικού ακινήτου. Στη βάση της συμφωνίας των εναγουσών 2 και 3 με την εναγόμενη 1, η οποία φέρει ημερομηνία εκτέλεσης την 15/1/2015, οι υπό διαχείριση εταιρείες παραχώρησαν στην εναγόμενη 1 το πελατολόγιο τους και το δικαίωμα χρήσης του λογότυπου τους. Σε αντάλλαγμα της ως άνω παραχώρησης η εναγόμενη 1 θα πληρώνει σ' αυτές ποσό που αντιστοιχεί στο 0,1% επί του τζίρου της, το οποίο θα πληρώνεται εντός 3 μηνών από την εκάστοτε έγκριση των εξελεγμένων λογαριασμών της εναγόμενης
  5. Το αντάλλαγμα αυτό θα ισχύει για περίοδο 5 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης εξοπλισμού. Μετά την πάροδο της πενταετίας η εναγόμενη 1 δεν θα πληρώνει οποιοδήποτε ποσό προς τις ενάγουσες 2 και
  6. Περαιτέρω στην ίδια συμφωνία περιλαμβάνεται όρος για ενοικίαση των μηχανημάτων που αναφέρονται στο Παράρτημα «Β» αυτής για περίοδο 10 ετών από 1/2/2015 έναντι του ποσού των €35.000 ετησίως. Η εναγόμενη 1 έχει το δικαίωμα (option) αγοράς των μηχανημάτων εντός περιόδου 10 χρόνων από 1/2/
  7. Προνοείται ακόμα ότι η εναγόμενη 1 θα έχει το δικαίωμα να αγοράσει από τις υπό διαχείριση εταιρείες τα αποθέματα τα οποία διαθέτουν σε τιμή κόστους. Το βασικό αποτέλεσμα που προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες συμφωνίες είναι η υλοποίηση του βασικού σκέλους του σχεδιασμού των εναγομένων 1-4, δηλαδή η μεταφορά της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγουσών 2 και 3 στην εναγόμενη 1 καθώς και των περιουσιακών τους στοιχείων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος κατοχής και χρήσης του βιομηχανικού ακινήτου. Στην ανωτέρω μεταφορά δεν περιλαμβάνονται τα βάρη και οι υποχρεώσεις, όπως και το σύνολο των δεσμεύσεων τις οποίες έχουν αναλάβει τα τελευταία 30 χρόνια οι υπό διαχείριση εταιρείες. Το ετήσιο ενοίκιο για την υπενοικίαση του βιομηχανικού ακινήτου καθορίστηκε αυθαίρετα και σε βάρος της ενάγουσας 2 αλλά και των πιστωτών της στο ποσό των €60.000 ετησίως. Από εκτιμήσεις τις οποίες είχε ζητήσει η Τράπεζα Κύπρου το ετήσιο αγοραίο ενοίκιο του κυμαίνεται από €1.090.000,00 μέχρι €1.150.000,
  8. Παρά το γεγονός ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα τόσο της σύμβασης υπομίσθωσης όσο και της συμφωνίας ενοικίασης μηχανημάτων και χρήσης του λογότυπου, εντούτοις στις 21/3/2019 προέβη στον τερματισμό τους. Ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμφωνίες είναι έγκυρες, μετά τον τερματισμό τους η εναγόμενη 1 αποστερείται κάθε νομικού ερείσματος να κατακρατεί στην κατοχή της περιουσιακά στοιχεία των υπό διαχείριση εταιρειών αλλά και να κατέχει και χρησιμοποιεί το βιομηχανικό ακίνητο. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Οι εναγόμενοι εναντιώθηκαν τόσο στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος όσο και στην έκδοση των υπολοίπων. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  9. Δεν συντρέχει το δικαιοδοτικό στοιχείο του κατ' επείγοντος.
  10. Δεν είναι δίκαιο ούτε και πρόσφορο να εκδοθούν ή και να παραμείνουν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα ή και να εκδοθούν τα υπόλοιπα αιτούμενα.
  11. Οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και περιστατικά.
  12. Ο Αιτητής 1 δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και την παρούσα αίτηση εκ μέρους των εναγουσών 2 και 3 εταιρειών.
  13. Οι Αιτητές δεν έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα ούτε και εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση.
  14. Τα επίδικα Ομόλογα είναι προφανώς παράνομα, άκυρα και ανεφάρμοστα όπως και ο ισχυριζόμενος διορισμός του Ενάγοντα 1 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή.
  15. Ο Αιτητής 1 δεν δικαιούται να εκπροσωπεί τις ενάγουσες 2 και 3 εταιρείες.
  16. Η Αίτηση είναι δικονομικά αλλά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη.
  17. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
  18. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των Άρθρων 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ούτε και οι προϋποθέσεις των Άρθρων 21, 29, 31, 32 και 68 του Περί Δικαστηρίων Νόμου ούτε και οι πρόνοιες των υπόλοιπων νομοθετικών και δικονομικών προνοιών επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση.
  19. Ο ισχυριζόμενος διορισμός του Αιτητή 1 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή είναι προφανώς άκυρος και ανεφάρμοστος και ο Αιτητής 1 δεν έχει τη νομιμοποίηση και το δικαίωμα να καταχωρεί την παρούσα αγωγή και την παρούσα αίτηση και γενικά να προωθεί την παρούσα διαδικασία. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 η οποία, κατά ένα μεγάλο μέρος της, αναφέρεται σε νομική επιχειρηματολογία. Γίνεται επίσης, αχρείαστα, αναφορά σε νομολογία και παρατίθενται αποσπάσματα από νομικά συγγράμματα. Από πλευράς γεγονότων αναφέρονται τα ακόλουθα: Τόσο η Λαϊκή Τράπεζα όσο και η Τράπεζα Κύπρου που τη διαδέχθηκε χρέωναν τους λογαριασμούς των εναγουσών 2 και 3 με παράνομους και καταχρηστικούς τόκους που ξεπερνούσαν σε ποσοστό το 12%, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα τεράστιο χρέος το οποίο οι ενάγουσες δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν. Καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες εκ μέρους των εναγουσών για την εξεύρεση τρόπου διευθέτησης των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων με τις ανωτέρω τράπεζες, πραγματοποιήθηκε δε μεγάλος αριθμός συναντήσεων και επικοινωνιών. Δυστυχώς οι προσπάθειες αυτές δεν απέφεραν καρπούς με αποτέλεσμα η Λαϊκή Τράπεζα καθώς και η Τράπεζα Κύπρου αργότερα, περί το 2012 και 2013, να τερματίσουν όλους τους λογαριασμούς των εναγουσών, ακόμα και τους τρεχούμενους λογαριασμούς τους. Στη συνέχεια η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε εναντίον των εναγουσών τις αγωγές οι οποίες περιγράφονται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  20. Σαν αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς της Τράπεζας Κύπρου οι ενάγουσες, οι οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούσαν πέραν των 60 ατόμων, περιήλθαν σε τέτοια κατάσταση που δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν να λειτουργούν και να διεξάγουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, αλλά και του κινδύνου να καταρρεύσουν ολοκληρωτικά, ήταν η δημιουργία της εναγόμενης 1 εταιρείας, ώστε να προστατευθεί ολόκληρη η επιχείρηση που ασκούσαν οι ενάγουσες και να μην απολυθεί το προσωπικό τους. Η εναγόμενη 1 δημιουργήθηκε λόγω του ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν επέτρεπε στις ενάγουσες 2 και 3 να διαχειρίζονται τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, τους οποίους και έκλεισε, αφού προηγουμένως τους τερμάτισε. Ενημέρωσε επανειλημμένα την Τράπεζα Κύπρου για τη δημιουργία της εναγόμενης 1, αφού εξάλλου από τον τερματισμό των τραπεζικών λογαριασμών των εναγουσών 2 και 3, αυτές έπαυσαν να έχουν οποιαδήποτε συνεργασία με την εν λόγω τράπεζα. Στη βάση όλων των ανωτέρω είναι η θέση του ότι η δημιουργία της εναγόμενης 1 καθώς και οι συμφωνίες ενοικίασης που υπογράφτηκαν για να μπορεί η εναγόμενη 1 να διεξάγει τις επιχειρήσεις της έγιναν εντελώς καλόπιστα και ως λύση απόλυτης ανάγκης, πάντοτε δε εν γνώσει της Τράπεζας Κύπρου. Η εναγόμενη 1 εργοδοτεί μέχρι και σήμερα πέραν των 60 ατόμων, σε καμία δε περίπτωση ήταν «εταιρικό ένδυμα και όχημα υποδοχής των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων των εναγουσών 2 και 3» ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, θ.θ.1, 2, 4-9, Δ.9, θ.θ.1-13, Δ.16, θ.9, Δ.19, θ.θ.1, 2,10-13, 26, 27, Δ.21, θ.θ.1, 2, 7Α, 8-12, 15, Δ.27, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 7-9, 11-13, Δ.50, Δ.51, Δ.58, θ.θ.1-3, Δ.64 θ.θ.1-2, στα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα Άρθρα 21, 29, 31, 32 και 68 του Περί Δικαστηρίων Νόμου - Ν. 14/60(όπως τροποποιήθηκε), στα Άρθρα 1-10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Αρ. 31
(1)/1992, στα άρθρα 130-139 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στα Άρθρα 1-12 του Περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμος του 2004 (43(Ι)/2004), στα άρθρα 2, 3, 34, 36, 37, 38 και 39 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στο Άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο, Ν. 67/88, στα Άρθρα 3 και 7 του ΚΕΦ. 9, στα Άρθρα 90, 93, 97, 337, 338 και 334 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Εταιρειών Κ. 1, 2 , 3 και 4, στις αρχές επί των διαταγμάτων τύπου Mareva, Norwich Pharmacal/Banker's Trust και/ή των διαταγμάτων ιχνηλάτισης, στο κοινό δίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας (equity law), ως και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωσή του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). [ Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν, πρωτίστως, ότι δεν συντρέχει το δικαιοδοτικό στοιχείο του κατεπείγοντος. Έχοντας κατά νου τη νομολογιακή αρχή ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, θεωρώ επιβεβλημένο όπως το στοιχείο αυτό εξεταστεί κατά προτεραιότητα, πριν την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Στην υπόθεση (Ι) Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G.
(2)Commerzbank Aktiengesellschaft και Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης προβάλλεται η θέση ότι, σύμφωνα με τους ίδιους τους ενάγοντες, η Τράπεζα Κύπρου γνώριζε πριν το Μάιο του 2017 για τις συμφωνίες υπενοικίασης και δεν έλαβε οποιοδήποτε δικαστικό διάβημα ούτε και διεκδίκησε την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος εναντίον των εναγουσών 2 και
  1. Όπως διαφαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, οι ανωτέρω συμφωνίες υπενοικίασης περιήλθαν πράγματι σε γνώση της Τράπεζας Κύπρου πριν το Μάιο του
  2. Από τότε δε που περιήλθαν σε γνώση της, φαίνεται να κατέβαλε πολλές προσπάθειες για να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες πληροφορίες, μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ως του κατεξοχήν αρμόδιου Υπουργείου. Φαίνεται όμως ότι παρά τις επιστολές των δικηγόρων της Τράπεζας, η τελευταία από τις οποίες φέρει ημερομηνία 15/5/2017 (Τεκμήριο 33 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα 1) δεν υπήρξε ανταπόκριση από πλευράς Υπουργείου. Όπως περαιτέρω διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, ακολούθησε ο διορισμός των δύο Διαχειριστών/Παραληπτών, οι οποίοι και προέβησαν στη λήψη των δικαστικών μέτρων εναντίον των εναγομένων, όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς από τον ενάγοντα
  3. Εν τέλει στις 12/3/2019 επήλθε η παραίτηση των Διαχειριστών/Παραληπτών και ο διορισμός, κατά την ιδία ημερομηνία, του Ενάγοντα 1 ως του μόνου Διαχειριστή/Παραλήπτη των εναγουσών 2 και
  4. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 αλλά και στις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις της δικηγόρου κας Κουσταή με ημερομηνία 5/6/2019 και 6/6/2019 αντίστοιχα, επεξηγείται με κάθε λεπτομέρεια ο λόγος για τον οποίο παρήλθε το χρονικό διάστημα των 2 1/2 περίπου μηνών από το διορισμό του ενάγοντα 1 μέχρι την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης. Όπως ειδικότερα επεξηγείται, ο λόγος ήταν ότι το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών είχε ζητήσει διευκρινίσεις από τον ενάγοντα 1 για τις ενέργειες που έγιναν για εξασφάλιση έκθεσης περιουσιακών στοιχείων των υπό διαχείριση εταιρειών, κάτι το οποίο συνετέλεσε στη μη άμεση καταχώρηση του διορισμού του στα δημόσια μητρώα ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας
  5. Μόλις δε στις 13/5/2019 επιβεβαιώθηκε, μέσω της αρμόδιας λειτουργού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών η αποδοχή των εγγράφων διορισμού του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας
  6. Με βάση τα όσα έχω περιγράψει πιο πάνω καταλήγω ότι έχει δικαιολογηθεί πλήρως το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι να καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση. Θα πρέπει δε να αναφερθεί, ως σημαντικό, το ότι διάδικος στις ανωτέρω αναφερόμενες δικαστικές διαδικασίες δεν ήταν η Τράπεζα Κύπρου, στην οποία αποδίδεται γνώση για τις επίδικες συμφωνίες υπενοικίασης. Αυτές ηγέρθησαν από τους τότε Διαχειριστές/Παραλήπτες των εναγουσών 2 και 3 και ακολούθως από τον ενάγοντα 1 ως τον μόνο Διαχειριστή/Παραλήπτη τους, στον οποίο αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε αδράνεια στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι ο χρόνος των 2 περίπου εβδομάδων που παρήλθαν από την 13/5/2019 που επιβεβαιώθηκε και ηλεκτρονικά η αποδοχή των εγγράφων διορισμού του ενάγοντα 1 μέχρι να καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση, κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητος και μεγάλος θα μπορούσε να κριθεί. Δεν θα μπορούσα να μη λάβω υπόψη μου το διάστημα που χρειάστηκε για την ετοιμασία, από τους δικηγόρους των εναγόντων, της αίτησης με την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση από πλευράς εναγόντων. Συνεπώς καταλήγω ότι ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. Σε συνάρτηση με το κατεπείγον εξετάζεται και ο λόγος ένστασης ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Ειδικότερα ο εναγόμενος 3 στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι οι αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν τα ακόλουθα: (α) Παρέλειψαν να αποκαλύψουν ή και να υποδείξουν στο Δικαστήριο την έννοια της διατύπωσης του σχετικού άρθρου των επίδικων Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που αναφέρεται ρητά στη δυνατότητα διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή από την Τράπεζα αποκλειστικά και μόνο σε περίπτωση που ο προηγούμενος διορισθείς Παραλήπτης/Διαχειριστής παυθεί από την Τράπεζα και παρέλειψαν να επισημάνουν στο Δικαστήριο και να αποκαλύψουν ότι ο ενόρκως δηλών είναι το ίδιο πρόσωπο με ένα από τους δύο προηγουμένως διορισθέντες και παραιτηθέντες Παραλήπτες/Διαχειριστές. Αποτέλεσμα της απόκρυψης αυτής είναι να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. (β) Παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι οι δύο διορισθέντες αρχικά Παραλήπτες/Διαχειριστές που στη συνέχεια παραιτήθηκαν, δεν παρέδωσαν στις ενάγουσες εταιρείες, πριν τον διορισμό του ενόρκως δηλούντα ως Παραλήπτη/Διαχειριστή, την πλήρη και ελεύθερη διαχείριση της περιουσίας τους και των υποθέσεων τους. (γ) Παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι όλες ανεξαίρετα οι πληροφορίες και γεγονότα και θέματα που αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση του εξασφαλίστηκαν όχι από τον ίδιο αλλά από τους δύο προηγουμένως παράνομα διορισθέντες Παραλήπτες/Διαχειριστές. (δ) Παραπλάνησαν το Δικαστήριο δηλώνοντας δήθεν ότι ο διορισμός των δύο αρχικά διορισθέντων Παραληπτών/Διαχειριστών, ήταν διορισμός από κοινού ενώ γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν και να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο αφενός ότι τέτοια εξουσία διορισμού από κοινού Παραληπτών/Διαχειριστών δεν επιτρέπεται με βάση τα επίδικα Ομόλογα και αφετέρου ότι ούτε στην εγγραφή του Ομολόγου με βάση την ΗΕ35 αναγράφεται ότι ο διορισμός έγινε από κοινού. (ε) Παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι ο ενόρκως δηλών αλλά και οι προηγουμένως διορισθέντες Παραλήπτες/Διαχειριστές δεν απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο για να διαπιστώσουν την εγκυρότητα και νομιμότητα του διορισμού τους ή και των ιδίων των Ομολόγων. (στ) Απέκρυψαν ή και παρέλειψαν να υποδείξουν στο Δικαστήριο ότι η Τράπεζα Κύπρου γνώριζε πριν ακόμα τον Μάιο του 2017 για τη δημιουργία και λειτουργία της εναγόμενης 1 Εταιρείας εντός των επίδικων υποστατικών. (ζ) Παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ή και να υποδείξουν στο Δικαστήριο το ουσιωδέστατο γεγονός ότι τα επίδικα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης είχαν ήδη παγοποιηθεί και κατέστησαν Ομόλογα Πάγιας Επιβάρυνσης από το 2012, 2013 ή και 2015 ή και ακόμη προηγουμένως και έπαυσαν προφανώς έκτοτε να αποτελούν Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. (η) Παρέλειψαν να αποκαλύψουν ή και υποδείξουν στο Δικαστήριο ότι η Τράπεζα Κύπρου παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο εναντίον των εναγομένων για 7 ολόκληρα χρόνια μετά την αυτόματη σύμφωνα και με τους ίδιους παγοποίηση των Ομολόγων. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Στην πρόσφατη απόφαση DELINCYP COMPANY LIMITED ν. ZRONEK WOLFGANG κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 206/2011 ημερομηνίας 4/4/2017 αναφέρθηκε ότι: «Η αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να επιδράσουν στη δικαστική κρίση, συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα, (βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η διαπίστωση μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων καθιστά το διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση μονομερούς αίτησης ακυρωτέο, αφού διασαλεύει την πραγματική βάση του (βλ. The Timberland Co of USA v. Evans & Sons Ltd. κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης ουσιωδών γεγονότων.» Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα περιγράφονται ανωτέρω, τα οποία, κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων, δεν αποκαλύφθηκαν από τον ενάγοντα 1 στην ένορκη δήλωση του. Δεν θεωρώ όμως ότι πρόκειται για γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να αποκαλυφθούν στο Δικαστήριο. Θα ήθελα δε να επισημάνω ότι η κατά τον ισχυρισμό του εναγόμενου 3 παράλειψη των παραιτηθέντων Παραληπτών/Διαχειριστών να παραδώσουν στις ενάγουσες εταιρείες την πλήρη και ελεύθερη διαχείριση της περιουσίας τους, συνιστά υποχρέωση την οποία οι ίδιοι οι εναγόμενοι εναποθέτουν στους παραιτηθέντες Διαχειριστές/Παραλήπτες. Το κατά πόσο πράγματι υφίστατο αυτή η υποχρέωση είναι ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αλλά σε τελικό στάδιο. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης από τον ενάγοντα 1 της παράλειψης παράδοσης στις ενάγουσες 2 και 3 της διαχείρισης της περιουσίας τους. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγόμενου 3 ότι δεν αποκαλύφθηκε από τον ενάγοντα 1 ότι η εξουσία διορισμού από κοινού Παραληπτών/Διαχειριστών δεν επιτρέπεται με βάση τα επίδικα ομόλογα επιβάρυνσης. Απορρίπτω όλα όσα προβάλλονται από τον εναγόμενο 3 ως μη αποκαλυφθέντα στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1. Αντίθετα, έχοντας μελετήσει με προσοχή την ένορκη δήλωση του, έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγοντας 1 προέβη σε μια πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 {{{ Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Όπως διαφαίνεται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση όλων των συμφωνιών, περιλαμβανομένης της συμφωνίας υπενοικίασης του βιομηχανικού ακινήτου, οι οποίες συνομολογήθηκαν μεταξύ εναγουσών 2 και 3 και εναγόμενης 1, ως γενόμενες με κακή πίστη και/ή συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή συνωμοσίας προς διάπραξη απάτης και/ή για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης εις βάρος των εναγουσών 2 και
  1. Αξιώνεται, παρεπόμενα, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 1 όπως επιστρέψει στις ενάγουσες 2 και 3 το βιομηχανικό ακίνητο καθώς και τα μηχανήματα τα οποία περιγράφονται στους επισυνημμένους πίνακες, τα οποία μεταφέρθηκαν από τις ενάγουσες 2 και 3 στην εναγόμενη
  2. Αξιώνεται ακόμα απόφαση για το κέρδος το οποίο αποκόμισε η εναγόμενη 1 από την κατοχή και χρήση ή/και εκμετάλλευση των μηχανημάτων των εναγουσών 2 και
  3. Από τα όσα περιγράφονται πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αγωγή των εναγόντων στηρίζεται σε αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης. Τα όσα περιγράφονται από τον ενάγοντα 1 στην ένορκη δήλωση του αποκαλύπτουν, κατά την άποψη μου, ότι εκ πρώτης όψεως η μεταφορά της επιχείρησης και του ενεργητικού των εναγουσών 2 και 3 στην εναγόμενη 1, δυνάμει των μεταξύ τους συνομολογηθεισών συμφωνιών, δεν έγινε καλόπιστα, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό διατυπώνει οποιαδήποτε ευρήματα. Διαφάνηκε ακόμα, εκ πρώτης όψεως, ότι η σύσταση της εναγόμενης 1 δεν ήταν τυχαία αλλά μέρος του σχεδιασμού των εναγομένων 2, 3 και 4 με σκοπό να μεταφερθεί το σύνολο της εμπορικής δραστηριότητας των εναγουσών 2 και 3 στην εναγόμενη 1 η οποία ήταν, κατά τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα, «το εταιρικό ένδυμα και το όχημα υποδοχής των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων των υπό διαχείριση εταιρειών, το οποίο προτάσσουν οι διευθυντές αυτών εναντίον του Παραλήπτη/Διαχειριστή». Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι η πλευρά των εναγομένων δεν αμφισβητεί τη μεταφορά ολόκληρου του ενεργητικού των εναγουσών 2 και 3 στην εναγόμενη
  4. Τουναντίον στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η σύσταση της εναγόμενης 1 αποσκοπούσε στο να προστατευθεί ολόκληρη η επιχείρηση που ασκούσαν οι ενάγουσες 2 και 3 και να μην απολυθεί το προσωπικό τους, περαιτέρω δε ότι η σύσταση της εναγόμενης 1 ήταν επιβεβλημένη καθότι η Τράπεζα Κύπρου δεν επέτρεπε στις ενάγουσες 2 και 3 να διαχειρίζονται ελεύθερα και κανονικά τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Φυσικά, ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι οι συνομολογηθείσες μεταξύ εναγουσών 2 και 3 και εναγόμενης 1 συμφωνίες έγιναν παντελώς καλόπιστα και ως λύση απόλυτης ανάγκης με αποτέλεσμα να είναι νομικά έγκυρες. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι το κατά πόσο οι ρηθείσες συμφωνίες έγιναν με καλή πίστη ή όχι δεν είναι ζήτημα που μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά σε τελικό στάδιο κατόπιν αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που θα παρουσιαστεί από τις εκατέρωθεν πλευρές (ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 312/2010, ημερ. 17/7/2014). Οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη νομιμότητα του διορισμού του ενάγοντα 1 ως Διαχειριστή/Παραλήπτη των εναγουσών 2 και
  5. Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο διορισμός του ενάγοντα 1 είναι παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος για το λόγο ότι (α) δεν υπήρξε παύση των προηγουμένως διορισθέντων Διαχειριστών/Παραληπτών αλλά παραίτηση τους, (β) ο διορισθείς Διαχειριστής/Παραλήπτης θα έπρεπε να είναι άλλο πρόσωπο από τους προηγουμένως διορισθέντες Διαχειριστές/Παραλήπτες και (γ) δεν υπήρξε ούτε και προβάλλεται ισχυρισμός ότι έγινε νέος διορισμός εις αντικατάσταση και στη θέση των προηγουμένως διορισθέντων Διαχειριστών/Παραληπτών. Γίνεται δε παραπομπή σε σχετική νομολογία αλλά και βιβλιογραφία. Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα προβάλλονται από πλευράς εναγομένων σε σχέση με το διορισμό του ενάγοντα
  6. Είμαι της άποψης ότι τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν εις βάθος και να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η τυχόν επίλυση τους στο στάδιο αυτό θα ξεφευγε από το καθιερωμένο νομικό πλαίσιο που ουσιαστικά θεσμοθετείται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 (ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολ. ECLI:CY:AD:2018:D412, Αίτηση αρ. 92/2018, ημερ. 20/9/2018). Το μόνο το οποίο μπορεί να λεχθεί στο στάδιο αυτό είναι ότι ο διορισμός του ενάγοντα 1, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στα επίδικα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης όρους. Τα ίδια θα πρέπει να λεχθούν και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου 3 ότι τα επίδικα ομόλογα, στη βάση των οποίων έγινε ο κατ' ισχυρισμό διορισμός του ενάγοντα 1 είναι παράνομα, άκυρα και ανεφάρμοστα για το λόγο ότι οι όροι τους καθιστούν εντελώς αδύνατο για τις ενάγουσες 2 και 3 ή και για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να γνωρίζουν ή και να μπορούν να υπολογίσουν το ακριβές ποσό με το οποίο καθένα από αυτά θα μπορούσε να εξοφληθεί, ώστε να ακυρωθεί και να εξαλειφθεί, με αποτέλεσμα οι ενάγουσες 2 και 3 να εμποδίζονται από του να ασκήσουν το αναφαίρετο εξ επιείκειας δικαίωμα για εξόφληση τους (Equitable Right of Redemption). Ούτε αυτό το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί και να επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Κάτω από την ίδια ενότητα θα πρέπει να εξεταστούν και οι λόγοι ένστασης των εναγομένων ότι ο ενάγοντας 1 δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή εκ μέρους των εναγουσών 2 και 3, ούτε δικαιούται να εκπροσωπεί αυτές. Σε απάντηση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης είναι αρκετό, κατά την άποψη μου, να γίνει παραπομπή στο κατωτέρω απόσπασμα από το σύγγραμμα Kerr on Receivers, 15η έκδοση, σελ. 312 όπου περιγράφονται τα αποτελέσματα του διορισμού ενός παραλήπτη με βάση ομόλογο επιβάρυνσης. Όπως ειδικότερον αναφέρεται: «The effect of the appointment out of court is as regards the crystallization of the floating charge into a fixed charge and the consequences as regards judgment creditors the same as in the case of an appointment by the court. The powers of the company and its directors to deal with the property comprised in the appointment (both property subject to a floating charge and property subject to a fixed charge), except subject to the charge, are paralysed; for though under debentures or a trust deed in the usual form the receiver is agent for the company, the company's powers are delegated to the receiver so far as regards carrying on the business or collecting the assets; and frequently so as to enable the receiver as attorney to convey a legal estate. The actual powers, however, depend on the terms of the instrument; if they are defective, as, for example, if they give no sufficient power to carry on the business, it is often necessary to apply to the court to make the appointment, or for a vesting order to vest the legal estate in a purchaser.» Περαιτέρω θεωρώ πολύ εύστοχο το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Χ. Μαλαχτού Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. Αρ. Αγωγής 4221/2013 Ε. Δ. Λάρνακας ημερ. 22/5/2014: «Ο διορισμός δικηγόρου δεν εξαντλείται στην επιλογή του δικηγόρου αλλά στο δικαίωμα αυτού που κάνει την επιλογή να δίδει οδηγίες προς το δικηγόρο ως προς το χειρισμό της υπόθεσης. Εάν οι διαχειριστές/παραλήπτες δεν μπορούν να ενάξουν για λογαριασμό της εταιρείας, η δυνατότητα τους να λάβουν κατοχή και να ρευστοποιήσουν και να εισπράξουν οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της εταιρείας εμποδίζεται. Αντίθετα όμως, ρητά προνοείται στην παράγραφο (α) των σχετικών όρων πως μπορούν να προβαίνουν σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της εταιρείας όπως θα θεωρήσουν αναγκαίο ή σκόπιμο. Και εάν δεν μπορούν αυτοί να διορίσουν τους δικηγόρους σε αγωγές όπου η εταιρεία είναι ή θα είναι διάδικος, είτε σαν ενάγουσα είτε σαν εναγόμενη, πώς θα μπορούν να προβαίνουν στις διευθετήσεις και στους συμβιβασμούς τους οποίους θεωρούν ότι συμφέρουν, όπως προνοείται στην παράγραφο (δ); Στην Αγγλία υφίσταται νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με τις εξουσίες του διαχειριστή/παραλήπτη. Αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του Insolvency Act
  7. Ρητά μνημονεύεται η εξουσία διορισμού δικηγόρου και η καταχώρηση ή υπεράσπιση αγωγών ή άλλων δικαστικών διαδικασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως και η παρουσίαση ή η υπεράσπιση αίτησης για διάλυση της εταιρείας Το ίδιο και στη Σκωτία με το άρθρο 15 του Floating Charges and Receivers Act,
  8. (Βλ. The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 135 - 137 και 72-74 αντίστοιχα). Στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, αυτό όμως που καλύπτεται νομοθετικά σε άλλες δικαιοδοσίες παρέχει άριστη καθοδήγηση για την νομολογιακή ρύθμιση του ζητήματος στην Κύπρο.» Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν και τη 2η προϋπόθεση του άρθρου
  9. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης. Στην πρόσφατη υπόθεση LOUCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD κ.ά. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/9/2019, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την ικανοποίηση της συνδρομής της 3ης προϋπόθεσης: «Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Στην προκείμενη περίπτωση ο τρόπος, ειδικά δε το σχέδιο με το οποίο έδρασαν οι εναγόμενοι, όπως αυτό περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει τον κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης αλλά και διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγουσών 2 και 3, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της εναγόμενης
  1. Αντίθετα τον καθιστά ορατό αλλά και ενδεχόμενο. Αξίζει δε να γίνει παραπομπή και στον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα 1 ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν βάσει σχεδιασμού και σε απόλυτη σύμπνοια, με γνώση των περιστάσεων και με προφανή τα κίνητρα και τους σκοπούς. Δεν θα μπορούσε ακόμα να αποκλειστεί η πιθανότητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξαγοράς τους από την εναγόμενη 1 με σκοπό να περιπλεχθεί ακόμα περισσότερη η κατάσταση, όπως ορθά επισημαίνεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  2. Σε περίπτωση δε που επισυμβούν τα ανωτέρω, αναμφίβολα η ζημιά την οποία θα υποστούν οι ενάγουσες 2 και 3 θα είναι ανεπανόρθωτη. Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθιστούν επιτακτική, κατά την άποψη μου, την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων για προστασία και διατήρηση όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγουσών 2 και 3 περιλαμβανομένων και αυτών τα οποία περιήλθαν στην εναγόμενη 1, από οποιαδήποτε περαιτέρω διάθεση ή αποξένωση τους. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν και την 3η προϋπόθεση του άρθρου
  3. Φυσικά, έχω παρατηρήσει ότι στις παραγράφους Δ και Ι της αίτησης αξιώνονται, κατ' ουσία, οι ίδιες θεραπείες, αφορούν δε και οι δύο την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των εναγουσών 2 και 3 τα οποία μεταφέρθηκαν στην εναγόμενη 1 καθώς και στον εναγόμενο 2 ως τον μοναδικό διευθυντή της εναγόμενης
  4. Συνεπώς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν και τα δύο διατάγματα. Έχοντας υπόψη μου ότι στην υπό παράγραφο Ι αιτούμενη θεραπεία προσδιορίζονται λεπτομερώς τα μηχανήματα των οποίων ζητείται η παγοποίηση, θεωρώ ορθότερο όπως εκδοθεί το υπό παράγραφο Ι αιτούμενο διάταγμα αντί του υπό παράγραφο Δ. Πέραν από συντηρητικά διατάγματα αξιώνεται και η έκδοση προστακτικού διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως επιστρέψουν στις ενάγουσες 2 και 3 την κατοχή του βιομηχανικού ακινήτου, καθώς και των περιγραφόμενων στους συνημμένους πίνακες μηχανημάτων. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση και νόμιμο λόγο έχουν να προτάξουν, ώστε ενέχονται σε άμεση επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων που παράνομα κατακρατούν. Είμαι της άποψης ότι με την τυχόν παραχώρηση της ανωτέρω αιτούμενης θεραπείας, το Δικαστήριο, κατ' ουσία, θα αποφάσιζε από το στάδιο αυτό προς όφελος των εναγόντων ένα εκ των βασικότερων ζητημάτων της υπόθεσης. Θα ήταν ως εάν να αποφάσιζε ότι οι συναφθείσες μεταξύ εναγουσών 2 και 3 και εναγόμενης 1 συμφωνίες είναι άκυρες, με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να υποχρεούται στην επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων των εναγουσών 2 και
  5. Κάτι τέτοιο όμως, με βάση τη νομολογία μας, είναι ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου (ΤΣΙΕΡΚΕΖΟΥ ν. DRAGON TOYRIST ENTERPRISES
(2009)1 Α.Α.Δ. 734). Δεν έχει καταδειχθεί, κατά την άποψη μου, μία ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση η οποία θα μπορούσε, τότε μόνο, να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340). Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει καταδειχθεί από τους ενάγοντες ούτε και η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων στις παραγράφους Ε, Στ. και Θ της αίτησης συντηρητικών διαταγμάτων εναντίον των εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 για παγοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων. Δεν έχει διαφανεί μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι δεν είναι σε θέση να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, οι οποίες ήθελαν επιδικασθεί εναντίον τους σε τελικό στάδιο. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχουν ικανά στοιχεία που να δεικνύουν ικανότητα, εκ μέρους των εναγομένων, ικανοποίησης οποιασδήποτε μελλοντικής απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Θεωρώ ότι πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό από τον οποίο σε καμιά περίπτωση διαφαίνεται η αφερεγγυότητα των εναγομένων. Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα ένορκης αποκάλυψης των τραπεζικών λογαριασμών και γενικά των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων, όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, αυτά έχουν επικουρικό και βοηθητικό χαρακτήρα, προκειμένου να ευδοκιμήσουν τα ουσιαστικά συντηρητικά διατάγματα τα οποία τυχόν εκδοθούν από το Δικαστήριο εναντίον των εναγομένων. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που τα αιτούμενα στις παραγράφους Ε, Στ. και Θ της Αίτησης ουσιαστικά διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο, για το λόγο που έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, η έκδοση των αιτούμενων υποβοηθητικών διαταγμάτων αποκάλυψης καθίσταται πλέον περιττή και μη αναγκαία. Όσον αφορά το ήδη εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, θεωρώ την οριστικοποίηση του επιβεβλημένη κατά τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η από μέρους του ενάγοντα 1 καταγραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγουσών 2 και 3, περιλαμβανομένων και αυτών τα οποία έχουν περιέλθει στην κατοχή της εναγόμενης
  1. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα καταστεί δυνατή και η εφαρμογή στην πράξη των συντηρητικών διαταγμάτων, τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς κατωτέρω. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of probabilities) είμαι της άποψης ότι και αυτό γέρνει προς την πλευρά των εναγόντων. Αναμφίβολα η ζημιά την οποία θα υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσης των ανωτέρω διαταγμάτων θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ζημιά την οποία δυνατό να υποστούν οι εναγόμενοι από την έκδοση τους. Δεν συμμερίζομαι τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα 1 ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και η οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος θα οδηγήσουν στην ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή των εναγομένων και θα τους δημιουργήσουν τεράστια και δυσεπίλυτα προβλήματα. Θα πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι αυτό το οποίο προέχει, κατά την άποψη μου, είναι η διατήρηση του status quo ante, το οποίο υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί, περαιτέρω δε θα πρέπει να εκδοθούν εναντίον των εναγομένων τα συντηρητικά διατάγματα όπως αυτά περιγράφονται αμέσως πιο κάτω. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Με βάση τα ανωτέρω:
  2. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 6/6/2019 οριστικοποιείται.
  3. Εκδίδονται επίσης τα ακόλουθα διατάγματα: A. Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 3 και 4 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντών των Εναγουσών 2 και 3 αντιστοίχως από του να εμπορεύονται και/ή αποξενώνουν και/ή διαθέτουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία των Εναγουσών 2 και 3, περιλαμβανομένης ολόκληρης της επιχείρησης (undertaking) και περιουσίας αυτών πάσης μορφής καθώς και οποιαδήποτε εύνοια και/ή φήμη και/ή πελατεία αυτών ως και χρεωστικών υπολοίπων (book debts) και τα δικαιώματα χρήσης ή κατοχής και/ή νομής και/ή κάρπωσης επί οποιουδήποτε κτιρίου και/ή υποστατικού και/ή ακινήτου του οποίου είναι δικαιούχες και/ή ανήκει σ' αυτές μέχρι εκδικάσεως και πλήρους αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. B. Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2 από του να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων και άνευ περιορισμού των μηχανημάτων που αναφέρονται στους επισυνημμένους Πίνακες Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η ως και οποιουδήποτε δικαιώματος χρήσης κινητών και/ή ακινήτων των οποίων ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι είναι οι Ενάγουσες 2 και 3, τα οποία εκχωρήθηκαν και/ή περιήλθαν στην κατοχή και/ή τη νομή των Εναγομένων 1 και 2 επί τη βάση των μεταξύ εναγουσών 2 και 3 και εναγόμενης 1 συνομολογηθεισών συμφωνιών μέχρι εκδικάσεως και πλήρους αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Εναγόμενων 1-4/Καθ' ων η Αίτηση. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.