Gorbachev κ.α. ν. T.U. Reflections Ltd υπό την ιδιότητα της ως επιτρόπου του εμπιστεύματος 'The Gamini Trust', Γενική Αίτηση: 274/2018, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 274/2018 Αναφορικά με τον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, Κεφ. 193 και Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Ν.69(Ι)/92, όπως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με το Εμπίστευμα 'The Gamini Trust' ημ. 7.11.05 Μεταξύ 1. . Gorbachev 2. . Smirnova 3. . Gorbachev 4. . Gorbacheva Αιτητών - Δικαιούχων και T.U. Reflections Ltd υπό την ιδιότητα της ως επιτρόπου του εμπιστεύματος 'The Gamini Trust' Καθ΄ ης η Αίτηση - Επιτρόπου Αίτηση ημ. 19.9.18 από Αιτητές για παύση της επιτρόπου και διορισμού νέου επιτροπού του ως άνω εμπιστεύματος Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ρ. Ζέικο για Π. Ν. Ονουφρίου ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Παπαμιχαήλ με ασκούμενη δικηγόρο κα Θ. Παύλου για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν (
- i)απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Καθ΄ ης έχει εκπέσει της θέσης της ως επίτροπος του Gamini Trust (εφεξής «το εμπίστευμα») λόγω του κινδύνου στον οποίο εκτίθεται το εμπίστευμα ενόψει της κακής οικονομικής κατάστασης και ή του αναξιόχρεου της Καθ΄ ης και (
- ii)διάταγμα απομάκρυνσης και παύσης της Καθ΄ ης και διορισμού της κας ΦΟ ως επιτρόπου του εμπιστεύματος. Σημειώνεται ότι στην Αίτηση συμπεριλαμβάνονταν και άλλα αιτητικά, πλην όμως ο δικηγόρος των Αιτητών με δήλωση του περιόρισε αυτή στο ανωτέρω αιτητικό. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΟ (εφεξής «ο ΠΟ»), δικηγόρου και διευθυντή στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Αιτητές, στην οποία βασικά αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων από την ίδρυση του εμπιστεύματος και επισυνάπτει τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ΄ ης για το έτος 2014 οι οποίες καταχωρίστηκαν στον Έφορο Εταιρειών και από τις οποίες διαφαίνεται ότι οι υποχρεώσεις της υπερβαίνουν τα περιουσιακά της στοιχεία και αμφισβητείται η συνέχιση της ως δρώσας εταιρείας. Σύμφωνα με τον ΠΟ, αυτά τα δεδομένα θέτουν την ύπαρξη του ίδιου του εμπιστεύματος σε κίνδυνο ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Κατά το 2014 η Καθ΄ ης δεν ήταν η επίτροπος του εμπιστεύματος και επομένως η αξίωση για παύση της στη βάση της ισχυριζόμενης κακής οικονομικής κατάστασης θα πρέπει να απορριφθεί. 2. Η ισχυριζόμενη κακή οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την παύση της και το Δικαστήριο δεν ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια να παύσει επίτροπο εκτός αν αυτός είναι πτωχεύσας. 3. Από την ημερομηνία διορισμού της ως επιτρόπου, ήτοι τις 4.1.16, η Καθ΄ ης είναι εγγεγραμμένη εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών και ως τέτοια δεν παρουσιάζει οικονομική δραστηριότητα. 4. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από την απαραίτητη μαρτυρία. 5. Οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την Αίτηση λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώριση αυτής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΑΧ (εφεξής «η ΑΧ»), δικηγόρου και διευθύντριας της Καθ΄ ης. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και επισυνάπτει τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Καθ΄ ης για τα έτη 2017 και 2018 από τις οποίες διαφαίνεται ότι δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, έχει αναλάβει μόνο τη διαχείριση και διοίκηση του εμπιστεύματος και επομένως δεν τίθεται θέμα ζημιάς ή υποχρεώσεων. Κατόπιν αιτήματος της Καθ΄ ης και με τη σύμφωνη γνώμη των Αιτητών, η ΑΧ καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, στην οποία επισυνάπτει Βεβαίωση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με την οποία επιβεβαιώνεται η εγγραφή της Καθ΄ ης ως εταιρείας παροχής διοικητικών υπηρεσιών. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Ι. Νομικές Αρχές για Παύση Επιτρόπου Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αναγνωρίζεται και από τις δύο πλευρές η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παύει, αντικαθιστά και διορίζει επίτροπο εμπιστεύματος. Αναμφίβολα, το υπό κρίση εμπίστευμα, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ, διέπεται από τις πρόνοιες του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193, το οποίο είναι πανομοιότυπο με τον Αγγλικό Trustee Act 1925. Σύμφωνα με τον όρο 13 του εγγράφου εμπιστεύματος, αυτό διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο και υπάγεται στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το άρθρο 40 του Κεφ. 193 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διορίζει νέο επίτροπο εις αντικατάσταση οποιουδήποτε υφιστάμενου επιτρόπου και επομένως σαφώς παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να παύει επίτροπο. Το παρόν Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την παύση επιτρόπου στην απόφαση του ημ. 8.4.19 στα πλαίσια της Αίτησης 62/18, την οποία υιοθετεί για σκοπούς της παρούσας και παραθέτει αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Hayton & Mashall, Commentary and Cases on The Law of Trusts and Equitable Remedies, 12η έκδοση, σελ. 547, παρ. 9-01, η ιδιότητα του επιτρόπου είναι ιδιαίτερα επιφορτισμένη και απαιτητική εκτός αν αποφορτίζεται από τις πρόνοιες του εγγράφου εμπιστεύματος. Συγκεκριμένα, ο ρόλος του επιτρόπου είναι διπλός: ρόλος διανομής, ήτοι διανομής εσόδων και περιουσίας στους κατάλληλους δικαιούχους και ρόλος διαχείρισης και διεύθυνσης, ήτοι διασφάλισης και ανάπτυξης της αξίας του εμπιστεύματος. Κατά την άσκηση αυτών των ρόλων, ο επίτροπος θα πρέπει να τηρεί τους όρους του εγγράφου εμπιστεύματος, να επιδεικνύει πλήρη αφοσίωση στους δικαιούχους και στον διαχειριστικό του ρόλο και να ενεργεί με βάση το καθήκον της δέουσας προσοχής και επιμέλειας (equitable duties of skill and care). Επίσης ο επίτροπος έχει καθήκον πίστης να μην ενεργεί με κακή πίστη, να μην αποκτά όφελος από το εμπίστευμα, να μην βάζει τον εαυτό του σε σύγκρουση προσωπικού συμφέροντος και να μην ενεργεί για δικό του όφελος ή για το όφελος τρίτου προσώπου. Χρήσιμη ανάλυση των καθηκόντων του επιτρόπου περιέχεται και στο σύγγραμμα Alastair Hudson, Equity and Trusts, 6η έκδοση, σελ. 320-355, παρ. 8.3.1-8.3.15. Οι νομικές αρχές που διέπουν την παύση και αντικατάσταση του επιτρόπου εμπιστεύματος έχουν καθιερωθεί στην Αγγλική υπόθεση Letterstedt v. Broers and Another
(1884)9 App Cas 371. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το καθοριστικό κριτήριο για την άσκηση της εξουσίας παύσης επιτρόπου είναι η ευημερία των δικαιούχων. Τονίζεται ότι εκεί όπου υπάρχει θετική ανάρμοστη συμπεριφορά τα Δικαστήρια της επιείκειας δεν διστάζουν να παρέμβουν και παύσουν τον επίτροπο ο οποίος έχει καταχραστεί τη θέση εμπιστοσύνης, ενώ υποδεικνύεται πως δεν είναι κάθε πράξη ή παράλειψη ικανή να οδηγήσει σε παύση του επιτρόπου παρά μόνο όταν τέτοια πράξη ή παράλειψη θέτει σε κίνδυνο την περιουσία του εμπιστεύματος ή καταδεικνύει έλλειψη εντιμότητας ή ακαταλληλότητα εκτέλεσης των καθηκόντων. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Story says, s. 1289, "But in cases of positive misconduct, Courts of Equity have no difficulty in interposing to remove trustees who have abused their trust; it is not indeed every mistake or neglect of duty, or inaccuracy of conduct of trustees, which will induce Courts of Equity to adopt such a course. But the acts or omissions must be such as to endanger the trust property or to shew a want of honesty, or a want of proper capacity to execute the duties, or a want of reasonable fidelity." It seems to their Lordships that the jurisdiction which a Court of Equity has no difficulty in exercising under the circumstances indicated by Story is merely ancillary to its principal duty, to see that the trusts are properly executed. This duty is constantly being performed by the substitution of new trustees in the place of original trustees for a variety of reasons in non-contentious cases. And therefore, though it should appear that the charges of misconduct were either not made out, or were greatly exaggerated, so that the trustee was justified in resisting them, and the Court might consider that in awarding costs, yet if satisfied that the continuance of the trustee would prevent the trusts being properly executed, the trustee might be removed. It must always be borne in mind that trustees exist for the benefit of those to whom the creator of the trust has given the trust estate. In exercising so delicate a jurisdiction as that of removing trustees, their Lordships do not venture to lay down any general rule beyond the very broad principle above enunciated, that their main guide must be the welfare of the beneficiaries. Probably it is not possible to lay down any more definite rule in a matter so essentially dependent on details often of great nicety. But they proceed to look carefully into the circumstances of the case.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Angus v Emmott
(2010)WTLR 531 υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Williams, Mortimer & Sunnucks, 20 έκδοση, παρ. 62-15: «Ιf the administration has come to a standstill because relations between the personal representatives have broken down, or relations between the representatives and the beneficiaries have broken down, the court will ordinarily remove the personal representatives and appoint new ones to enable the administration to be completed. It is not necessary to establish wrongdoing or fault by the personal representative to obtain his removal. If, for whatever reason, (such as clash of personalities, or the lack of confidence in the personal representative by the beneficiaries, even if unjustified) it has become impossible or difficult for the administration to be completed by an existing personal representative, then an order for his removal will usually be made.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην πιο πάνω απόφαση αναγνωρίζεται πως ακόμα και χωρίς μαρτυρία για κακή διαχείριση ή λάθος, εκεί όπου η σχέση επιτρόπου και δικαιούχου έχει καταρρεύσει με αποτέλεσμα την αδυναμία ή δυσκολία διαχείρισης του εμπιστεύματος, τότε το Δικαστήριο θα παύσει τον επίτροπο και θα διορίσει νέο. Οι ίδιες αρχές αναφέρθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση John Arthur Williams James and Stephen Neil Mountford v. Kathleen Louisewilliams e.a.
(2015)EWHC 1166 (Ch), στην οποία αφού υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Letterstedt, λέχθηκαν τα εξής: «In the National Westminster Bank v. Lucas case, Patten LJ said this at paragraph [83]: "But, as Lord Blackburn indicated in this passage, the direct intervention by the court in the administration of a trust or an estate by the removal of the trustee or personal representative has, for the most part, to be justified by evidence that their continuation in office is likely to prove detrimental to the interests of the beneficiaries. A lack of confidence or feeling of mistrust are not therefore sufficient in themselves to justify removal unless the breakdown in relations is likely to jeopardise the proper administration of the trust or estate. This is something which requires to be objectively demonstrated and considered on a case-to-case basis having regard to the particular circumstances.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές αναφέρονται στο σύγγραμμα Hayton & Mashall, Commentary and Cases on The Law of Trusts and Equitable Remedies (ανωτέρω), σελ. 541-544, παρ. 8-29 - 8-34. Κατ΄ ανάλογον τρόπο, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων ήταν ο λόγος που οδήγησε στην παύση διαχειριστή στην υπόθεση Μιχαηλίδη κ.ά. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα κ.ά., Πολ. Έφεση Ε34/16, ημ. 7.7.17.» ΙΙ. Κακή Οικονομική Κατάσταση Επιτρόπου Πέραν των πιο πάνω γενικών αρχών, η πτώχευση επιτρόπου εμπιστεύματος αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από τη νομολογία ως προς την ικανότητα αυτού να ασκεί τα καθήκοντα του. Χρήσιμη ανάλυση του ζητήματος περιέχεται στο σύγγραμμα The Law of Trusts, G.W. Keeton and L.A. Sheridan, 10η έκδοση, σελ. 223-225. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι η πτώχευση αφ΄ εαυτής δεν συνιστά λόγο για την απομάκρυνση επιτρόπου και γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Re Banker's Trusts
(1875)1 Ch.D. 43-44 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «. it is the duty of the Court to remove a bankrupt trustee who has trust money to receive or deal with, so that he can misappropriate it. There may be exceptions, under special circumstances, to that general rule; and it may also be that where a trustee has no money to receive he ought not to be removed merely because he has become bankrupt; but I consider the general rule to be as I have stated. The reason is obvious. A necessitous man is more likely to be tempted to misappropriate trust funds than one who is wealthy; and besides, a man who has not shewn prudence in managing his own affairs is not likely to be successful in managing those of other people.» Ακολουθεί η παράθεση μιας τέτοιας εξαίρεσης η οποία καθιερώθηκε στην υπόθεση Re Bridgman
(1860)1 Drea. & Sm. 164. Σε εκείνη την υπόθεση επιτράπηκε σε επίτροπο του οποίου η πτώχευση προέκυψε αποκλειστικά από κάποια ατυχή συγκυρία και χωρίς την πρόκληση ηθικού στίγματος (moral stigma) να συνεχίσει την ιδιότητα του. Η ίδια αρχή με παραπομπή στην προαναφερόμενη υπόθεση και στην υπόθεση Assets Realisation Co. v. Trustees, Executors and Securities Insurance Corpn.
(1895)65 L.J. Ch. 74 εκφράζεται ως εξής στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38, σελ. 942, παρ. 1631: «A trustee will not, however, be removed against his will on account of a pecuniary embarrassment which has ceased to exist and which does not appear to have imperilled the interests of the cestuis que trust.» Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι η απλή κακή οικονομική κατάσταση του επιτρόπου δεν είναι ικανή από μόνη της να αποτελέσει λόγο για την παύση του εκτός αν διαφανεί ότι αυτή η κατάσταση ενέχει τον κίνδυνο κακοδιαχείρισης της περιουσίας του εμπιστεύματος και ή της οικειοποίησης αυτής από τον επίτροπο λόγω ακριβώς της δεινής κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Parker & Mellows, The Modern Law of Trusts, 8η έκδοση, A. J. Oakley: «Except in the case of infants, there is no statutory prohibition upon the appointment of any person as a trustee, however, there are some persons who, while they have the legal capacity to be trustees, may nevertheless be so undesirable as trustees that the court will remove them if they are ever appointed. A person may be undesirable in this sense either because of a defect in his character involving financial irresponsibility, as manifested by some circumstances leading to bankruptcy, or by conviction of crimes involving dishonesty, or because, as a result of being appointed a trustee, he would be placed in a position where his interest as a beneficiary under the trust would conflict with his duty as a trustee.» (σελ. 444) «There is little authority as to the meaning of "unfitness" for the purposes of this provision but it seems clear that "unfitness" here refers not to medical infirmity but to defects of character. In the absence of authority, it is only possible to deduce the meaning of the expression from some of the circumstances in which the court will remove trustees. These cases include conviction of a crime involving dishonesty, and in certain circumstances, bankruptcy. In the case of bankruptcy, the court will generally remove a trustee who has become bankrupt, particularly if the beneficiaries request this to be done, if only on the ground that a person who has lost all his own money ought not to be in charge of other people's money. But as an exception to this, the court has refused to remove a trustee whose bankruptcy was due to misfortune and who was entirely free of moral blame.» (σελ. 556) «The court's primary concern is to protect and enhance the interests of the beneficiaries. Thus, when a trustee is convicted of dishonesty or by becoming bankrupt or otherwise, shows that he is not fit to be in charge of other people's property, the court will remove him.» (σελ. 568-569) (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εξ ου και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) σελ. 918, παρ. 1561, αναφέρονται τα εξής: «Bankruptcy and incapacity. An appointment of a new trustee in the place of one who becomes bankrupt is authorised by a power to appoint a new trustee in the place of a trustee who becomes unfit to act, but not by a power to appoint in the place of one who is incapable of acting. A power in the latter form refers exclusively to personal incapacity, and therefore authorises an appointment in the place of a trustee suffering from mental disorder. Absence abroad does not constitute unfitness or incapacity on the part of a trustee.» Η ίδια αρχή εκφράζεται και στο σύγγραμμα The Law of Trusts (ανωτέρω), σελ. 228, με παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Re Watts
(1851)20 L.J.Ch. 337: «I think the terms "become incapable" . have reference to personal incapacity, and that the absence of [the trustee] and his situation with regard to his bankruptcy do not constitute personal incapacity.» ΙΙI. Εξέταση Παρούσας Αίτησης Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης οι Αιτητές στηρίζονται βασικά στις οικονομικές καταστάσεις της Καθ΄ ης για το έτος 2014 οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 25 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ. Θεωρώ ορθή και βάσιμη τη θέση της Καθ΄ ης ότι εκείνες οι οικονομικές καταστάσεις αφορούν χρονική περίοδο κατά την οποία η Καθ΄ ης δεν ενεργούσε ως επίτροπος του εμπιστεύματος, εφόσον αποτελεί κοινό έδαφος ότι αυτή διορίστηκε ως επίτροπος στις 4.1.16, όπως επιβεβαιώνεται και από το έγγραφο αποχώρησης των προηγούμενων επιτρόπων και διορισμού της Καθ΄ ης ως επιτρόπου, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι αυτές είναι οι τελευταίες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν στον Έφορο Εταιρειών παρέμεινε αναντίλεκτος. Όπως ορθώς επισημαίνει ο ΠΟ και φαίνεται στις καταστάσεις, η Καθ΄ ης φέρεται να έχει ζημιές και εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα της Καθ΄ ης να συνεχίσει ως δρώσα οντότητα. Αυτή η κατάσταση βεβαίως αφορά σε χρονική περίοδο πριν η Καθ΄ ης αναλάβει ως επίτροπος. Ο ισχυρισμός της ΑΧ ότι από τις 8.5.14 μέχρι σήμερα η Καθ΄ ης είναι εγγεγραμμένη στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο ως εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών παρέμεινε αναντίλεκτος και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται από τη Βεβαίωση, Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση. Η ΑΧ ισχυρίζεται επίσης ότι ως εταιρεία τέτοιας φύσης η Καθ΄ ης δεν έχει υποχρεώσεις ούτε έσοδα παρά μόνο έχει αναλάβει τη διαχείριση και διοίκηση του εμπιστεύματος από τις 4.1.16 και οι δραστηριότητες της περιορίζονται στη διαχείριση και διοίκηση αυτού και ως τέτοια δεν περιλαμβάνει άλλη οικονομική δραστηριότητα που να έχει ζημιά, ούτε τίθεται θέμα ζημιάς ή υποχρεώσεων. Αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε μεν αναντίλεκτος, όμως είναι άξιον απορίας πώς η Καθ΄ ης από την εγγραφή της κατά το 2014 ως εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών παρουσίασε κατά το εν λόγω έτος ζημιές και υποχρεώσεις οι οποίες φαίνεται να εξαλείφθηκαν στα επόμενα έτη χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση προς τούτο και χωρίς κάποια αναφορά ή σημείωση επί τούτου στις οικονομικές καταστάσεις ως προς αυτή την εγγραφή από τα μέσα του έτους και την ενδεχόμενη διαφοροποίηση της οικονομικής της κατάστασης και της βιωσιμότητας της ως δρώσας οντότητας. Παρά την παράλειψη της Καθ΄ ης να παρουσιάσει τις μετέπειτα οικονομικές καταστάσεις της από την ημερομηνία διορισμού της ως επιτρόπου του εμπιστεύματος, και ειδικότερα αυτές για το έτος 2016, κάτι το οποίο ενδεχομένως να δημιουργεί ένα κενό ως προς την εξέλιξη και πορεία της οικονομικής της κατάστασης, εντούτοις γεγονός παραμένει ότι παρουσιάστηκαν οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της για τα έτη 2017 και 2018, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΑΧ. Αυτές όντως δείχνουν ότι δεν υπάρχουν πλέον ζημιές ούτε και υποχρεώσεις και επομένως δεν πρόκειται για μια αφερέγγυα οντότητα ως ο ισχυρισμός των Αιτητών. Με βάση τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκύπτει ότι η Καθ΄ ης ανέλαβε ως επίτροπος του εμπιστεύματος στις 4.1.16 και κατά τα έτη 2017 και 2018 οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της την παρουσιάζουν ως να διαχειρίζεται αποκλειστικά το εμπίστευμα χωρίς η ίδια να έχει έσοδα, υποχρεώσεις και επομένως χωρίς ζημιές. Αυτά τα δεδομένα σαφώς δεν είναι ικανά να καταδείξουν την όποια κακή ή δυσχερή οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης αλλά αντιθέτως δείχνουν μια καθόλα υγιή οντότητα χωρίς υποχρεώσεις και ζημιές, καθώς επίσης και χωρίς να τίθεται θέμα κινδύνου της περιουσίας του εμπιστεύματος και ή οικειοποίησης αυτής από την Καθ΄ ης. Ούτε και έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει οποιαδήποτε προηγούμενη συμπεριφορά της Καθ΄ ης όσον αφορά τη διαχείριση της περιουσίας του εμπιστεύματος ούτως ώστε να δημιουργείται έστω και η παραμικρή υποψία ως προς το ενδεχόμενο κακοδιαχείρισης, εκμετάλλευσης ή οικειοποίησης της περιουσίας του εμπιστεύματος. Επομένως, οι όποιοι ισχυρισμοί των Αιτητών περί κακής οικονομικής κατάστασης της Καθ΄ ης καθίστανται παντελώς αβάσιμοι και ανεδαφικοί και ως τέτοιοι δεν γίνονται δεκτοί. Αντιθέτως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Καθ΄ ης είναι σε καλή οικονομική κατάσταση και εν πάση περιπτώσει αυτή η κατάσταση και γενικότερα η μέχρι τώρα συμπεριφορά της δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ικανότητα της να εκτελεί τα καθήκοντα της έναντι στο εμπίστευμα χωρίς κίνδυνο ως προς την περιουσία αυτού. Ο ισχυρισμός του ΠΟ πως η Καθ΄ ης επιχειρεί να παρουσιάσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία καθότι στις οικονομικές καταστάσεις του εμπιστεύματος για τα έτη 2014 και 2015, Τεκμήρια 28 και 29, ψευδώς παριστάνει ως επίτροπο την Καθ΄ ης αντικρούεται επαρκώς από την ΑΧ η οποία παρουσιάζει σχετική δήλωση ημ. 21.6.19 από τον Λογιστή κ. ΧΜ εκ μέρους της λογιστικής και ελεγκτικής εταιρείας Μeritorious Audit Ltd. Σε αυτή αναφέρεται ότι οι οικονομικές καταστάσεις δείχνουν τους αξιωματούχους τη στιγμή που αυτές ετοιμάζονται και εγκρίνονται και ότι αυτοί μπορεί να είναι οι εν ενεργεία αξιωματούχοι χωρίς απαραιτήτως να είναι αυτοί που ενεργούσαν κατά τις ημερομηνίες που αφορούν οι καταστάσεις. Σύμφωνα με τη δήλωση, οι μη ελεγμένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν και υπεγράφησαν τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2018, όταν επίτροπος ήταν η Καθ΄ ης εξ ου και φέρουν το δικό της όνομα και υπογραφή. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν οποιαδήποτε κακή οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης ως εκ της οποίας η ικανότητα διαχείρισης του εμπιστεύματος να τίθεται εν αμφιβόλω ή η περιουσία του εμπιστεύματος να τίθεται σε οποιονδήποτε κίνδυνο και να διακυβεύεται η ευημερία των Αιτητών ως δικαιούχων αυτού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο πως συντρέχουν λόγοι για την παύση της επιτρόπου. ΙV. Κατάληξη Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο