← Κύπρος

Vianova Holdings Ltd ν. Brassolis Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3568/2010, 14/1/2020

Vianova Holdings Ltd ν. Brassolis Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3568/2010, 14/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3568/2010 Μεταξύ: Vianova Holdings Ltd Εναγόντων v. 1. Brassolis Holdings Ltd 2. Bloczek Ltd 3. Immoeast Projekt Despina Holding GMBH 4. Polus Investments Ltd 5. Mogul Consulting Co. Ltd 6. . Γεωργιάδη 7. . Χαραλάμπους Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 1.11.19 για διακοπή Αγωγής άνευ βλάβης Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Παύλου με κα Α. Αντωνίου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 4-7 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Αραούζος και κα Β. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: Δρ Π. Ν. Κούρτελλος και κα Σ. Χρίστου για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν άδεια για διακοπή της Αγωγής άνευ βλάβης και ή με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρισης νέας, σε περίοδο που δεν ξεπερνά τους έξι μήνες, εναντίον των Εναγομένων 1-7 και ή οποιωνδήποτε άλλων προσώπων και ή με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματος να λάβουν εντός της ίδιας χρονικής περιόδου οποιοδήποτε ένδικο και ή νομικό μέτρο εναντίον των Εναγομένων 1-7 και ή οποιωνδήποτε εξ αυτών όπως οι Ενάγοντες θεωρούν αναγκαίο για την προστασία των έννομων συμφερόντων και δικαιωμάτων τους. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΥΛ (εφεξής «η ΥΛ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Σε αυτή η ΥΛ αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και βασικά ισχυρίζεται ότι μετά την αλλαγή των δικηγόρων των Εναγόντων προέκυψαν νέα ζητήματα και αποφασίστηκε διαφορετική κατεύθυνση ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, εξ ου και οι Ενάγοντες επιχείρησαν να παρουσιάσουν περαιτέρω μαρτυρία μέσω της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων η οποία δεν επιτράπηκε με βάση δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Αποτελεί ισχυρισμό της ΥΛ πως, ενόψει των αποφάσεων, οι Ενάγοντες δεν είναι σε θέση να παρουσιάσουν τη μαρτυρία που επιθυμούν κατά την ακροαματική διαδικασία και πως οι αποφάσεις δεν είναι εφέσιμες σε αυτό το στάδιο παρά μόνο μέσω έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου αν αυτή είναι εναντίον των Εναγόντων. Γι΄ αυτό η ΥΛ αναφέρει ότι η μόνη επιλογή προς αποτελεσματική διασφάλιση των συμφερόντων και δικαιωμάτων των Εναγόντων είναι η διακοπή της παρούσας με δικαίωμα καταχώρισης νέας στην οποία να συμπεριλάβουν όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και να παρουσιάσουν εξ αρχής και ολοκληρωμένα την απαραίτητη μαρτυρία και έγγραφα. Τέλος ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη καθότι θα αποζημιωθούν με τα έξοδα ιδιαίτερα εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 4-7 εγείρουν ως λόγο ένστασης το παράτυπο και αντικανονικό της Αίτησης ενώ οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης είναι βασικά κοινοί με αυτούς των Εναγομένων 2 και 3. Αυτοί συνοψίζονται στους εξής: 1. Η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 2. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, είναι κακόπιστη και αποσκοπεί σε αλλότριο σκοπό. 3. Η Αίτηση αποσκοπεί στην παροχή αθέμιτου πλεονεκτήματος στους Ενάγοντες για να τους δοθεί η ευκαιρία να υπερκεράσουν τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και να παρουσιάσουν τη μαρτυρία η οποία δεν τους έχει επιτραπεί, και ταυτόχρονα στην αφαίρεση κεκτημένου πλεονεκτήματος των Εναγομένων. 4. Τυχόν έγκριση της Αίτησης παραβιάζει τα δικαιώματα των Εναγομένων λόγω του μακρού χρόνου εκκρεμοδικίας της παρούσας Αγωγής και του χρόνου μέχρι την ολοκλήρωση της νέας Αγωγής. Παραβιάζει επίσης τα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 4-7 καθότι ο βασικός τους μάρτυρας έχει αποβιώσει και των Εναγομένων 2 και 3 ενόψει άλλων νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων καθώς επίσης και της Ανταπαίτησης τους στην παρούσα. 5. Δεν έχουν τεθεί ικανοποιητικοί ισχυρισμοί και ή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης. Τόσο η ένσταση των Εναγομένων 1 και 4-7 όσο και η ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 συνοδεύονται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί αυτούς, του κ. ΘΧ (εφεξής «ο ΘΧ») και της Δρος ΜΧ (εφεξής «η ΜΧ») αντίστοιχα. Και οι δύο ενόρκως δηλούντες με τη σειρά τους παραθέτουν το ιστορικό της διαδικασίας και ουσιαστικά επαναλαμβάνουν και αναλύουν τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και κάποιων προφορικών διευκρινίσεων από όλες τις πλευρές. I. Ιστορικό Διαδικασίας Το Δικαστήριο έχει ήδη παραθέσει το ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή στις δύο προηγούμενες αποφάσεις του για το θέμα της αποκάλυψης, πλην όμως θεωρεί χρήσιμο να το επαναλάβει για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα: (
  2. i)Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 16.7.10. (
  3. ii)Στις 16.7.10, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 2 να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τις μετοχές, τα περιουσιακά στοιχεία και το ενεργητικό της εταιρείας Tripont. Κατόπιν ακρόασης της αίτησης, με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 5.11.10, το Δικαστήριο οριστικοποίησε το εν λόγω διάταγμα. (iii) Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 15.4.11. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, αντικείμενο της Αγωγής είναι ένα υπό κατασκευή εμπορικό και ψυχαγωγικό κέντρο στη Ρουμανία, που ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Tripont μέσω της πώλησης του 85% των μετοχών της Tripont από τους Εναγόμενους 1 προς τους Εναγόμενους 2 έναντι €1. Βασικά πρόκειται για παράγωγη Αγωγή από τους Ενάγοντες, ως μετόχους μειοψηφίας, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η εν λόγω πώληση έγινε συνεπεία συνωμοσίας και σύμπραξης των Εναγομένων 2-7 με απώτερο σκοπό την πρόκληση ζημιάς στους Εναγόμενους 1 και την αποκόμιση οφέλους στους Εναγόμενους 2-5. (
  4. iv)Οι Εναγόμενοι 1 και 4-7 εμφανίζονται με τους ίδιους δικηγόρους και καταχώρισαν κοινή υπεράσπιση. Το ίδιο έγινε και με τους Εναγόμενους 2 και 3. (
  5. v)Η δικογραφία έκλεισε μετά και την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 και 3 στις 24.5.13. (
  6. vi)Κατόπιν κοινού αιτήματος όλων των πλευρών, στις 10.12.13 το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα εκατέρωθεν ένορκης αποκάλυψης. Οι Εναγόμενοι 1 και 4-7 καταχώρισαν τρεις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, στις 3.1.14, 27.6.14 και 13.7.18. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν τη δική τους στις 7.2.14. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης στις 9.1.14 και 1.6.17. (vii) Η ακρόαση της Αγωγής ξεκίνησε στις 7.6.17 με τη μαρτυρία του κ. AZP (εφεξής «ο ΑΡ»), διευθυντή των Εναγομένων 1, η οποία διήρκησε συνολικά επτά δικασίμους, ήτοι στις 7.6.17, 9.6.17, 23.6.17, 26.6.17, 25.9.17, 2.11.17 και 3.11.17. Σημειώνεται πως η αντεξέταση του μάρτυρος ξεκίνησε στις 9.6.17. Κατά την τελευταία ημερομηνία, 3.11.17, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μάρτυρος, η πλευρά των Εναγόντων ζήτησε χρόνο για να μελετήσει το ενδεχόμενο κατά πόσο θα έφερνε και δεύτερο μάρτυρα. (viii) Η υπόθεση είχε οριστεί για συνέχιση της ακρόασης, ενώ εν τω μεταξύ στις 11.1.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για επιθεώρηση και παράδοση εγγράφων από τους Εναγόμενους 1 και 4-7, η οποία ορίστηκε στις 16.1.18. Εκείνη την ημερομηνία, το Δικαστήριο έθεσε ζήτημα εξαίρεσης του και αφού άκουσε όλες τις πλευρές επί τούτου, με απόφαση του ημ. 2.2.18 αποφάσισε την αυτοεξαίρεση του. Έτσι η υπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλου αρμόδιου Δικαστή για επανεκδίκαση. (
  7. ix)Στις 7.5.18 έγινε αλλαγή δικηγόρου των Εναγόντων με την εμφάνιση του γραφείου Ν. Αναστασιάδη και στις 13.6.18 διορίστηκε και το γραφείο Π. Παύλου για τους Ενάγοντες. (
  8. x)Στις 13.7.18 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Το παρόν Δικαστήριο θεώρησε ορθό όπως εκδικαστεί εκείνη η αίτηση πριν τον ορισμό της Αγωγής για ακρόαση, και έτσι, κατόπιν ακρόασης της αίτησης και έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης του ημ. 27.3.19, όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 21-24.5.19, καθότι είχε δηλωθεί ότι οι Ενάγοντες θα καλούσαν εκ νέου τον ίδιο μάρτυρα ο οποίος θα ερχόταν από το εξωτερικό. (
  9. xi)Εν τω μεταξύ στις 10.4.19 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν αίτηση για τροποποίηση του απαγορευτικού διατάγματος ημ. 5.11.10 στην οποία οι Ενάγοντες έφεραν ένσταση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκβαση της αίτησης δεν επηρέαζε τον προγραμματισμό της Αγωγής για ακρόαση και τελικώς εκδίκασε αυτή την ίδια μέρα με τις αιτήσεις παραμερισμού της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. (xii) Στις 20.5.19 οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων. (xiii) Στις 21.5.19 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν αίτηση για τον παραμερισμό της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, η οποία είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο στις 28.5.19. (xiv) Στις 21.5.19, το Δικαστήριο άκουσε τις θέσεις όλων των πλευρών και έκρινε ότι από τη στιγμή που υπήρχε στον φάκελο η αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 αυτή θα έπρεπε να ακουστεί πρώτα πριν την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής, ειδικότερα εφόσον και η πλευρά των Εναγομένων 1 και 4-7 δήλωσε την πρόθεση της να καταχωρίσει παρόμοια αίτηση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της Αγωγής και έδωσε οδηγίες για καταχώριση ένστασης στην αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 και για καταχώριση παρόμοιας αίτησης από τους Εναγόμενους 1 και 4-7, η οποία καταχωρίστηκε αργότερα στις 21.5.19. (
  10. xv)Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και στις δύο αιτήσεις και κατόπιν εκδίκασης τους, με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 25.7.19 το Δικαστήριο επέτρεψε την αποκάλυψη τριών εγγράφων ενώ παραμέρισε την ένορκη δήλωση αναφορικά με τα υπόλοιπα οκτώ έγγραφα και όρισε εκ νέου την Αγωγή για ακρόαση στις 14-18.10.19. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν αιτιολογήσει επαρκώς την τόσο μεγάλη καθυστέρηση και παράλειψη παρουσίασης των υπό κρίση εγγράφων ενώ το όγδοο έγγραφο, ήτοι η έκθεση αποτίμησης της αξίας των μετοχών της Tripont, δεν είχε ακόμα συνταχθεί και ήταν ανύπαρκτο έγγραφο. (xvi) Όπως έχει ήδη λεχθεί, στις 25.7.19 το Δικαστήριο εξέδωσε επίσης την ενδιάμεση απόφαση του επί της αίτησης τροποποίησης του απαγορευτικού διατάγματος την οποία και απέρριψε. (xvii) Στις 9.9.19 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση με την οποία ζητούσαν άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης συνολικά οκτώ εγγράφων, για δύο εκ των οποίων δεν υπήρξε ένσταση ενώ για τα υπόλοιπα καταχωρίστηκε ένσταση από όλους τους Εναγόμενους. (xviii) Λόγω του στενού χρονικού περιθωρίου μεταξύ της καταχώρισης της αίτησης και της ημερομηνίας ορισμού της Αγωγής για ακρόαση, κατά την οποία ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων θα ερχόταν από το εξωτερικό, το Δικαστήριο ακύρωσε τις ημερομηνίες ακρόασης δηλώνοντας ότι η Αγωγή θα οριζόταν κατά προτεραιότητα και το συντομότερο μετά την έκδοση της απόφασης στην εν λόγω αίτηση. (xix) Κατόπιν εκδίκασης της αίτησης, με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 10.10.19 το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση αναφορικά με τα δύο έγγραφα για τα οποία δεν υπήρχε ένσταση και απέρριψε την αίτηση αναφορικά με τα υπόλοιπα και έτσι η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 18-22.11.19. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, ίσχυε το δεδικασμένο για τα πέντε έγγραφα ενώ για την έκθεση αποτίμησης των μετοχών, η οποία ήταν πλέον έτοιμη, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι Ενάγοντες παρουσίασαν αντιφατικούς και εν πάση περιπτώσει μη ικανοποιητικούς ισχυρισμούς οι οποίοι να δικαιολογούν την υπέρμετρη καθυστέρηση λαμβανομένων υπόψιν των ειδικών περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα της διάρκειας της μαρτυρίας του μάρτυρος των Εναγόντων κατά την προηγούμενη ακρόαση και του χρόνου που παρήλθε από το τέλος της μαρτυρίας του μέχρι και το στάδιο παρουσίασης αυτής, σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος. (
  11. xx)Μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης την 1.11.19 και η οποία ορίστηκε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στις 7.11.19. Λόγω και πάλι του στενού χρονικού περιθωρίου μεταξύ της καταχώρισης της Αίτησης και της ημερομηνίας ορισμού της Αγωγής για ακρόαση, το Δικαστήριο ακύρωσε τις ημερομηνίες ακρόασης και όρισε την Αγωγή για οδηγίες μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης δηλώνοντας ότι η Αγωγή θα οριζόταν κατά προτεραιότητα και το συντομότερο αναλόγως βεβαίως της απόφασης στην εν λόγω Αίτηση. ΙΙ. Νόμοτυπο Αίτησης Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι ο λόγος ένστασης των Εναγομένων 1 και 4-7 ότι η Αίτηση δεν είναι νομότυπη καθότι δεν έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 (
  12. f)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, αίτηση για διακοπή δυνάμει της Δ.15 θ.1, όπως η παρούσα, είναι ανάμεσα στις αιτήσεις οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Αυτή η πρόνοια σαφώς δεν απαγορεύει όπως η σχετική αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Απλώς επιτρέπει την υποβολή αυτής χωρίς την αναγκαιότητα συνοδευτικής ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου το γεγονός ότι η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ουδόλως την καθιστά παράτυπη και αντικανονική αλλά αντιθέτως συνάδει με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΙΙI. Νομική Πτυχή Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της διακοπής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών, ενόψει του σταδίου της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι δεν συναινούν στη διακοπή αλλά φέρουν ένσταση σε αυτή, οι Ενάγοντες δύνανται να διακόψουν αυτή μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στη Διαταγή, η άδεια δύναται να δοθεί υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κριθεί δίκαιο από το Δικαστήριο. Η εν λόγω Διαταγή προνοεί τα ακόλουθα: «1. The plaintiff may, at any time before the receipt of the defendant's defence, or after the receipt of the defendant's pleaded defence before taking any other proceeding in the action (save any interlocutory application), by notice in writing, wholly discontinue his action against all or any of the defendants or withdraw any part or parts off his alleged cause of complaint, and thereupon he shall pay such defendant's costs of the action, or if the action be not wholly discontinued, the costs occasioned by the matter so withdrawn. Such costs shall be taxed, and such discontinuance or withdrawal, as the case may be, shall not be a defence to any subsequent action. Save as in this Rule otherwise provided, it shall not be competent for the plaintiff to withdraw the record or discontinue the action without leave of the Court or a Judge, but the Court or a Judge may, before or at or after the hearing or trial, upon such terms as to costs, and as to any other action, and otherwise as may be just, order the action to be discontinued, or any part of the alleged cause of complaint to be struck out. The Court or a Judge may, in like manner and with the like discretion as to terms, upon the application of a defendant, order the whole or any part of his alleged grounds of defence or counter-claim to be withdrawn or struck out, but it shall not be competent to a defendant to withdraw his defence or any part thereof, without such leave. 2. When a cause has been set down or fixed for trial, it may be withdrawn by either plaintiff or defendant, upon producing to the Registrar a consent in writing signed by the parties.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι πρόνοιες της Δ.15 έτυχαν ανάλυσης στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1995)1 Α.Α.Δ. 570 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «To ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos ν. Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades ν. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677. Με τη θέσπισή της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενό της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκα μεταγενέστερα στις υποθέσεις Πατσαλίδη v. Δίσπυρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 17 και Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1036. Οι παράμετροι οι οποίες διέπουν την παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για διακοπή τίθενται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Kypreos v. Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565: «The Rule conditioning withdrawal of proceedings after a certain stage, that is, after a formal step is taken with a view to continuing the litigation after the filing of defence, replaced the common law rule to claim a nonsuit, and the rule of equity entitling a party to dismiss his bill at his own option that permitted the plaintiff to discontinue proceedings at any stage before judgment. The object of the new rule is to ensure no abuse is made of the judicial process. A litigant will not be allowed to withdraw an action in anticipation of the outcome of the proceedings. After a formal step is taken, subsequent to defence, signifying unequivocally a decision to pursue litigation, the leave of the Court is required before a party is allowed to discontinue litigation. A party will not ordinarily be compelled to litigate against his will. This is not the object of the rule requiring leave. The primary purpose of the rule is to empower the Court to refuse leave whenever it is sought thereby to gain a tactical advantage. Graham, J., I believe with respect, put the matter in a nutshell when he said, "The principles to be culled from these cases are, in my judgment, that the Court will, normally at any rate, allow a plaintiff' to discontinue, if he wants to, provided no injustice will be caused to the defendant. It is not desirable that a plaintiff should be compelled to litigate against his will" - Covell Matthews & Partners v. French Wools Ltd. [1977] 2 All E.R. 591 at p. 594, letters A-B.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην προαναφερόμενη υπόθεση, ο πρωταρχικός σκοπός της Δ.15 είναι η παραχώρηση άδειας στις περιπτώσεις όπου η διακοπή είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, δεν προκαλεί αδικία στην αντίδικη πλευρά ή δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, έχοντας πάντοτε ως γνώμονα ότι ένας διάδικος δεν πρέπει να υποχρεώνεται να προωθεί μια διαδικασία την οποία δεν επιθυμεί να συνεχίσει. Αν όμως οι συνθήκες της υπόθεσης και ο σκοπός του διαδίκου για τη διακοπή απολήγουν σε αδικία στην αντίδικη πλευρά ή κατάχρηση τότε το Δικαστήριο οφείλει να εμποδίσει αυτή την κατάσταση και αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια για διακοπή. Μια τέτοια περίπτωση είναι η απόκτηση πλεονεκτήματος υπό του διαδίκου που επιθυμεί τη διακοπή και ή η αποστέρηση πλεονεκτήματος το οποίο έχει η αντίδικη πλευρά, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Eleftheriades v. Cyprus Hotels Ltd
(1985)1 C.L.R. 677, με παραπομπή στην Αγγλική νομολογία και συγγράμματα ως εξής: «As stated in the Annual Practice 1960, p. 593, by reference to the corresponding English provision, leave may be refused to a plaintiff to discontinue the action before judgment if the plaintiff is not wholly dominus litis or if the defendant has by the proceedings obtained an advantage of which it does not seem just to deprive him. The learned trial Judge then posed the question as to what would be the effect of discontinuance of that action if leave was granted by him and he referred to the case of Fox v. Star Newspaper Company (supra) and quoted from the judgment of Chitty L.J. where he said: "The principle of the rule is that after the plaintiff had proceeded with his action to a certain point, and brought the defendant face to face with him he is not then entitled to escape the determination of the issue between them by a side door. He is no longer dominus litis. The Judge has then the power of saying whether the action shall be discontinued or not. It would be a great mistake in my judgment, in construing the rule to apply on any special meaning of the word 'discontinue.' The substance of it is clearly that when a plaintiff has gone to such a point, that he has brought his adversary face to face with him, it is only by leave of the Judge that he can withdraw so as to have the power of bringing a fresh action for the same cause." (απόσπασμα από την απόφαση του κ. Α. Λοΐζου) It was indicated that Graham, J., put the matter in perspective in Covell Matthews & Partners v. French Wools Limited, where he summed up the principles upon which the discretion of the Court is exercised on an application to discontinue:- "The principles to be culled from these cases are, in my judgment, that the Court will, normally at any rate, allow a plaintiff to discontinue if he wants to, provided no injustice will be caused to the defendant. It is not desirable that a plaintiff should be compelled to litigate against his will. The Court should therefore grant leave, if it can without injustice to the defendant, but in doing so should be careful to see that the defendant is not deprived of some advantage which he has already gained in the litigation and should be ready to grant him adequate protection to ensure that any advantage he has gained is preserved." (απόσπασμα από την απόφαση του κ. Πική)» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η Κυπριακή νομολογία είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με την Αγγλική νομολογία στην οποία καθιερώθηκαν και εφαρμόστηκαν οι πιο πάνω νομικές αρχές. Έχει ήδη γίνει παραπομπή στις πρωτόδικες αποφάσεις στις υποθέσεις Covell Matthews & Partners v. French Wools Limited
(1977)2 All E.R. 591 και Fox v. Star Newspaper Company
(1898)1 Q.B. 636. Η τελευταία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Fox v. Star Newspaper Company
(1900)A.C. 19. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Robertson v. Purdley
(1906)2 Ch. 615, Castanho v. Brown & Root (UK) Ltd and another
(1981)1 All E.R. 143, Discovision Associates v. Distronics (U.K.) Ltd and others
(1999)F.S.R. 196 και Media C.A.T. v. Adams
(2011)F.S.R. 28, στις οποίες το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, παραχώρησε ή όχι άδεια για διακοπή εξετάζοντας και το ζήτημα των όρων. Τέλος, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην υπόθεση Gilham v. Browning and another
(1998)1 All E.R.
  1. Λίγες βδομάδες πριν την ακρόαση της αγωγής ο πρωτόδικος Δικαστής αρνήθηκε άδεια στους εναγόμενους για να παρουσιάσουν επιπρόσθετη μαρτυρία για την ανταπαίτηση τους και λίγες μέρες πριν την ακρόαση επέδωσαν ειδοποίηση για διακοπή της ανταπαίτησης με πρόθεση την καταχώριση νέας διαδικασίας στην οποία θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την εν λόγω μαρτυρία. Σε αίτηση της ενάγουσας για παραμερισμό της ειδοποίησης διακοπής ο πρωτόδικος Δικαστής αποφάσισε ότι οι εναγόμενοι προσπαθούσαν να αποφύγουν το αποτέλεσμα της απόρριψης της περαιτέρω μαρτυρίας και υπό τέτοιες συνθήκες, η ειδοποίηση κρίθηκε ως κατάχρηση της διαδικασίας και ως τέτοια παραμερίστηκε από τον Δικαστή. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Το Εφετείο υιοθέτησε τις υποθέσεις Fox v. Star Newspaper Company (ανωτέρω) και Castanho v. Brown & Root (UK) Ltd and another (ανωτέρω) και με αναφορά στην τελευταία επισήμανε ότι το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του να παραμερίσει λόγω κατάχρησης σε εξαιρετικές και ξεκάθαρες περιπτώσεις εκεί όπου παρατηρείται λανθασμένη χρήση της δικαστικής διαδικασίας ενώ ταυτόχρονα το Δικαστήριο δεν περιορίζεται από καθορισμένες κατηγορίες περιστάσεων για την άσκηση αυτής της εξουσίας. Ειδικότερα λέχθηκαν τα εξής: «It is of course important to recognise on the one hand that the court uses a jurisdiction to strike out for abuse sparingly and in plain cases where there has been misuse of the court's process, and on the other that the court is not constrained by fixed categories of circumstances in which the court has this power.» Το Εφετείο τόνισε ακόμα την ανάγκη προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επιπρόσθετα των δικαιωμάτων ξεχωριστά των διαδίκων, για δίκαιο, γρήγορο και οικονομικό χειρισμό της διαδικασίας και ότι ο χειρισμός αυτής με τρόπο αντίθετο προς αυτά τα δικαιώματα απολήγει σε κατάχρηση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «There is a clear public interest, in addition to the interests of individual litigants, that litigation should be justly, speedily and economically conducted and to conduct litigation in a way which is contrary to that interest is in my judgment capable of being an abuse. The court's jurisdiction and duty to manage and control cases in the interests of speed and economy is a developing one. The court's jurisdiction to control abuse is also developing, but it has the blessing of the House of Lords in Hunter's case and in Castanho v Brown & Root (UK) Ltd.» Το Εφετείο κατέληξε ότι: «In my judgment therefore there is jurisdiction in the county court to strike out a notice of discontinuance if it is an abuse, and I further consider that the county court judge in this case was plainly correct to conclude that the notice of discontinuance of the counterclaim in this case was an abuse and that he correctly exercised his discretion to strike the notice out. It was, I think, seeking to use the court process to obtain a collateral advantage which it would be unjust for the Brownings to obtain, ie to escape by the side door from the first action where their counterclaim was evidentially hopeless in order to start a new action where the evidential problems would not arise, and this in circumstances where a long overdue date for trial of the first action was fixed and imminent. If it were necessary to characterise the abuse adjectivally, I should say that it was plain.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ΙV. Εξέταση Αίτησης Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές το Δικαστήριο έχει κατ΄ αρχάς υπόψιν ότι ένας διάδικος δεν θα πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να υποχρεώνεται να προωθεί μια διαδικασία ενάντια στην επιθυμία του. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τον σκοπό της αιτούμενης διακοπής και ειδικότερα τις συνθήκες και τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης για να καταλήξει κατά πόσο η διακοπή είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ή αποτελεί κατάχρηση ή δίδει αθέμιτο πλεονέκτημα στον αιτούντα διάδικο. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, είναι σημαντικό να λεχθεί εξαρχής ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες επικαλούνται ευθαρσώς την αποτυχία και αδυναμία τους να περιλάβουν στην αποκάλυψη τους μαρτυρία, την οποία θεωρούν απαραίτητη και την οποία επιθυμούν να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ως τον λόγο για την προτιθέμενη διακοπή της παρούσας Αγωγής με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρισης νέας. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση περί του ότι μοναδικός σκοπός της διακοπής με επιφύλαξη είναι σαφώς η καταχώριση νέας αγωγής εναντίον των υφιστάμενων Εναγομένων και ενδεχομένως και άλλων προσώπων καθώς και η συνακόλουθη δυνατότητα να προωθήσουν τη νέα αγωγή όπως θεωρούν ορθό και ειδικότερα να παρουσιάσουν τη μαρτυρία την οποία δεν τους έχει επιτραπεί να παρουσιάσουν στην παρούσα. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιων των σχετικών παραγράφων από την ένορκη δήλωση της ΥΛ: «
  2. ιδ. Η αίτηση ημερομηνίας 09/09/2019 προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων και κατόπιν ακρόασης απορρίφθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/10/
  3. Εξαιτίας της πιο πάνω απόφασης ημερομηνίας 10/10/2019 η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα που επιχείρησε να αποκαλύψει ενόρκως δύο φορές (από τις 20/05/2019), με αποτέλεσμα να εμποδίζεται να προσκομίσει σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία και να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεσή της. ιε. Καμιά από τις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου που δεν επέτρεψε την παρουσίαση εγγράφων δεν είναι εφέσιμες και θα μπορούσαν μόνο να προσβληθούν μέσω έφεσης στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου αν αυτή είναι σε βάρος της Αιτήτριας. Αν δε πετύχαινε τέτοια έφεση θα διατασσόταν για δεύτερη φορά επανεκδίκαση της αγωγής πράγμα που θα παρατείνει αφόρητα την διαδικασία εκδίκασης αυτής της διαφοράς.
  4. Όπως καλύτερα γνωρίζω και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση, μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 10/10/2019, δεν είναι σε θέση να προωθήσουν την υπόθεση των πελατών τους με τρόπο που αυτοί θεωρούν σωστό και δεν μπορούν να εξασφαλίσουν με τις δεδομένες έγγραφες προτάσεις και τις επιλογές που περιορίστηκαν από προηγούμενους χειρισμούς ότι η υπόθεση της Αιτήτριας θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα και δίκαια για την Αιτήτρια.
  5. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις η Αιτήτρια ζητά την άδεια του Δικαστηρίου να διακόψει την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με δικαίωμα όπως καταχωρήσει νέα αγωγή, στην οποία θα συμιτεριλάβει όλα τα σωστά εμπλεκόμενα πρόσωπα και θα παρουσιάσει εξ αρχής και ολοκληρωμένα την απαραίτητη μαρτυρία και έγγραφα. Προηγουμένως έγινε προσπάθεια να συμφωνηθεί η σχετική διαδικασία, ωστόσο σε επικοινωνία που είχαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας με τους δικηγόρους των Εναγόμενων, οι τελευταίοι τους ενημέρωσαν ότι θα έχουν ένσταση σε αυτό το αίτημα της Αιτήτριας, εξ ου και η Αιτήτρια προχώρησε με την καταχώρηση της Παρούσας Αίτησης.» Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο σκοπός της αιτούμενης διακοπής απολήγει στην προσπάθεια παράκαμψης και υπερπήδησης της αδυναμίας παρουσίασης της μαρτυρίας την οποία οι Ενάγοντες επιθυμούν να προσκομίσουν και η οποία θεωρείται σημαντική για την υπόθεση τους, όπως αναγνωρίζεται ρητώς στην παρ. 5 (ιγ) της ένορκης δήλωσης της ΥΛ. Όπως αναφέρει η ΥΛ, πρόκειται κυρίως για την έκθεση των εμπειρογνωμόνων αναφορικά με την αξία των μετοχών της Tripont, η οποία όπως έχει ήδη επισημανθεί από το Δικαστήριο στην απόφαση του ημ. 10.10.19 αφορά σε ουσιώδες επίδικο ζήτημα και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Αγωγής το οποίο μάλιστα εξαρχής ήταν εις γνώση των Εναγόντων και είχε κριθεί αναγκαία η ετοιμασία τέτοιας έκθεσης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση ημ. 10.10.19: «.Η αξία της εταιρείας και συνακόλουθα η πώληση του 85% αυτής έναντι του ποσού του €1 ήταν ο βασικός πυρήνας για τη δημιουργία της επίδικης διαφοράς και αυτός που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Όπως ορθώς επισήμανε ο δικηγόρος των Καθ΄ ων 1 και 4-7, τέτοια έκθεση φέρεται να είχε ετοιμαστεί από άλλο οίκο, ., ημ. 21.2.12 «. αναφορικά με την αξία της εταιρείας Tripont .», εξ ου και περιλήφθηκε στην αρχική ένορκη αποκάλυψη των Εναγόντων ημ. 9.1.
  6. Μάλιστα, ανεξαρτήτως της επανεκδίκασης της Αγωγής, η εν λόγω έκθεση αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης του ΑP ο οποίος δεν ήταν σε θέση να την αναγνωρίσει. Αυτό το στοιχείο δείχνει αφ΄ εαυτού πως η αξία της εταιρείας ήταν θέμα για το οποίο εξαρχής κρίθηκε αναγκαία η ετοιμασία και αποκάλυψη έκθεσης αποτίμησης της εταιρείας και δεν είναι κάτι το οποίο προέκυψε κατ΄ ελάχιστον επτά έτη αργότερα, ήτοι το 2019.» Ενόψει αυτής της διαπίστωσης θεωρώ ότι ο ισχυρισμός της ΥΛ πως «ενόψει και της αλλαγής των δικηγόρων της Αιτήτριας προέκυψαν νέα ζητήματα και αποφασίστηκε διαφορετική κατεύθυνση ως προς το χειρισμό της υπόθεσης και της παρουσίασης της» δεν κρίνεται βάσιμος και δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα δεδομένα της υπόθεσης. Και τούτο καθότι είναι γεγονός ότι η έκθεση αποτίμησης ετοιμάστηκε στις 2.9.19, πλην όμως το αντικείμενο της έκθεσης ήταν βασικό αντικείμενο της επίδικης διαφοράς που οδήγησε στην καταχώριση της Αγωγής και η έκθεση δεν είναι νέο ζήτημα αλλά ήταν κάτι το οποίο ήταν ήδη υπόψιν των Εναγόντων από το στάδιο της μαρτυρίας του μάρτυρος τους στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης. Η προσπάθεια η οποία γίνεται από πλευράς Εναγόντων να πείσουν ότι το αίτημα σχετίζεται και με επιθυμία τους να συμπεριλάβουν όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και να προωθήσουν ολοκληρωμένα την υπόθεση τους δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο ιστορικό της υπόθεσης αφού δεν συνάδει με τη σαφή διασύνδεση του αιτήματος (ακόμα και από τους ίδιους) με τις αποφάσεις περί αποκάλυψης. Ασφαλέστατα, αν αυτός ήταν ο λόγος διακοπής θα ανέμενε κάποιος να λαμβάνετο νωρίτερα μια τέτοια απόφαση, και όχι να προχωρούσαν με περαιτέρω αποκάλυψη για την προώθηση της υπόθεσης, και το αίτημα να στοιχειοθετείτο σε εκείνη τη βάση παρά στις ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Επιπλέον, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει και για σκοπούς της παρούσας ότι η μεταγενέστερη αλλαγή δικηγόρου και η απόφαση για διαφορετικό χειρισμό της υπόθεσης δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την όποια παράλειψη ετοιμασίας άλλης έκθεσης ενωρίτερα και μάλιστα το Δικαστήριο στην απόφαση του ημ. 10.10.19 αποφάσισε ότι «. οι προβαλλόμενες συνθήκες διαπίστωσης περί της ανάγκης ετοιμασίας τέτοιας έκθεσης καταδεικνύουν μιαν υπέρμετρη και εντελώς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψιν η διάρκεια της μαρτυρίας του ΑP και ο χρόνος που παρήλθε από το τέλος της μαρτυρίας του μέχρι και το στάδιο παρουσίασης τέτοιας έκθεσης.» Τα πιο πάνω καταδεικνύουν αφενός ότι ο σκοπός της διακοπής είναι η δυνατότητα έγερσης νέας αγωγής στην οποία οι Ενάγοντες θα έχουν κάθε ευχέρεια να παρουσιάσουν τη μαρτυρία την οποία επιθυμούν και η οποία δεν τους επιτράπηκε να παρουσιάσουν στα πλαίσια της παρούσας ενώ δεν έχουν προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς οι οποίοι να δικαιολογούν επαρκώς τη στάση και τον σκοπό τους. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό των Εναγόντων ότι με την αιτούμενη διακοπή ουσιαστικά είναι αυτοί που χάνουν το πλεονέκτημα της διατήρησης σε ισχύ του απαγορευτικού διατάγματος ενώ οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εφόσον θα αποζημιωθούν με τα έξοδα. Θεωρώ αυτή τη δήλωση της ΥΛ, η οποία επαναλαμβάνεται από τους δικηγόρους των Εναγόντων στην αγόρευση τους, ως ενδεχομένως έκφραση πρόθεσης για τη μη επανακαταχώριση αίτησης για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε νέα αγωγή. Παρά το γεγονός ότι τυχόν νέα αγωγή θα αποστερήσει τους Ενάγοντες του ευεργετήματος της ύπαρξης απαγορευτικού διατάγματος αναφορικά με τη μετοχική δομή και περιουσία της Tripont, εντούτοις ταυτόχρονα δεν πρέπει να λησμονείται ότι αποκτούν ένα μεγαλύτερο πλεονέκτημα σε σχέση με τη δυνατότητα έγερσης νέας διαδικασίας στην οποία θα μπορούν να παρουσιάσουν μαρτυρία την οποία δεν μπορούν στην παρούσα και την οποία οι ίδιοι θεωρούν καθοριστική για την επιτυχία της αγωγής τους. Στην ουσία επιδιώκουν μια δεύτερη ευκαιρία για διόρθωση κενών και επιτυχία στην υπόθεση. Περαιτέρω το Δικαστήριο θεωρεί ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα έχει ως συνέπεια αφενός την απώλεια του πλεονεκτήματος που έχουν στην παρούσα διαδικασία οι Εναγόμενοι από την αδυναμία των Εναγόντων να παρουσιάσουν την σκοπούμενη μαρτυρία και αφετέρου την εμπλοκή τους σε νέα δικαστική διαδικασία με άγνωστη τη χρονική διάρκεια και την πορεία της. Αναφορικά με την απώλεια του πλεονεκτήματος χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Media C.A.T. v. Adams (ανωτέρω): «
  7. Thus a notice of discontinuance can be an abuse of process and if it is, it will be struck out. It may be the claimant (plaintiff) will be permitted to discontinue but only on terms. As Lord Scarman put it, the court has inherent power to prevent a party from obtaining by the use of its process a collateral advantage which it would be unjust for him to retain: and termination of process can, like any other step in the process, be so used.» Αναφορικά με το θέμα του χρόνου, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε και εκκρεμεί από το 2010, ξεκίνησε η ακρόαση της και διατάχθηκε η επανεκδίκαση υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω και ενώ το Δικαστήριο την ορίζει για ακρόαση, αυτή αναβάλλεται λόγω των διαφόρων διαδικαστικών διαβημάτων ως περιγράφεται ανωτέρω. Γεγονός όμως παραμένει ότι λόγω της παλαιότητας αυτής και του όλου ιστορικού της, το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει προτεραιότητα στην εκδίκαση της και θα συνεχίζει να το πράττει. Χωρίς να διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η εκ νέου ακρόαση της Αγωγής δεν έχει ξεκινήσει, εντούτοις αυτό σημαίνει ότι η Αγωγή θα εκδικαστεί κατά προτεραιότητα με σκοπό την ολοκλήρωση της το συντομότερο δυνατόν ενώ τυχόν νέα αγωγή θα είναι άγνωστο πόσο χρόνο θα πάρει για να εκδικαστεί, με αποτέλεσμα η αντιδικία μεταξύ των μερών να διαιωνίζεται και να αποβαίνει εις βάρος των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων για διάγνωση των όποιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός εύλογου χρόνου. Είναι μεν ορθή η διαπίστωση των Εναγόντων ότι υπάρχει ήδη κάποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας πλην όμως αυτή οφείλεται εν μέρει και στους ίδιους τους διαδίκους, και δη στους Ενάγοντες, και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν εξουδετερώνει την υποχρέωση για την όσο το δυνατό συντομότερη ολοκλήρωση της εν αντιθέσει με τη δημιουργία μιας νέας αντιδικίας με άγνωστη διάρκεια και πορεία. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, θεωρώ ότι τυχόν διακοπή θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό στους Εναγόμενους οι οποίοι δεν δύνανται να αποζημιωθούν με έξοδα. Τούτου λεχθέντος, ο ισχυρισμός των Εναγομένων 2 και 3 ότι θα πρέπει να συνεκτιμηθεί η ύπαρξη και άλλων διαδικασιών, ήτοι η αίτηση εκκαθάρισης, η ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια εκείνης και η ανταπαίτηση των Εναγομένων, δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η αίτηση εκκαθάρισης καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων 1 και τελεί υπό αναστολή, και σε περίπτωση διακοπής της παρούσας εναπόκειται αρχικώς στους Αιτητές και ακολούθως στους διαδίκους πώς θα προχωρήσουν με εκείνη τη διαδικασία. Επίσης η ανταπαίτηση αποτελεί ξεχωριστή απαίτηση ανεξαρτήτως της διακοπής της απαίτησης, όπως ρητώς προνοείται στη Δ.21 θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με το The Annual Practice 1958, σελ. 507, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική Ο.21 r.16, «This Rule illustrates the principle laid down in McGowan v. Middleton,11 Q. B. D. 464, that a counterclaim is to be treated as a cross action, and is not affected by anything which relates solely to the plianitff's claim». Εν πάση περιπτώσει η αιτούμενη με αυτή θεραπεία από πλευράς των Εναγομένων 2 και 3, ήτοι για επικύρωση της επίδικης συμφωνίας πώλησης των μετοχών ημ. 26.5.10, αποτελεί το αντικείμενο της ως άνω αναφερομένης ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης και επομένως δύναται να προωθηθεί και εκεί. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, οι Ενάγοντες αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στις επιλογές που έχουν λόγω της εξέλιξης της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή με βάση τις ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Βασικά οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ως αποτέλεσμα των αποφάσεων του Δικαστηρίου, βρίσκονται στην παράδοξη θέση είτε να διακόψουν την Αγωγή με δικαίωμα να επανέλθουν είτε, σε περίπτωση μη παραχώρησης άδειας για διακοπή με επιφύλαξη, να είναι υποχρεωμένοι να προχωρήσουν με την εκδίκαση της Αγωγής παρουσιάζοντας την περιορισμένη μαρτυρία που τους έχει επιτραπεί εν αναμονή της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου και της καταχώρισης έφεσης τόσο εναντίον της τελικής (αν είναι εναντίον τους) όσο και των δύο ενδιάμεσων αποφάσεων και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, να προχωρήσουν με επανεκδίκαση της Αγωγής. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι επιλογές των Εναγόντων δεν δύνανται να αποτελέσουν αφ΄ εαυτών λόγο για την όποια απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο, όπως έχει ήδη λεχθεί, λαμβάνει υπόψιν αφενός την επιθυμία του διαδίκου και αφετέρου τη φύση και τον σκοπό της διακοπής και αρνείται άδεια αν αυτή δεν αποβαίνει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ή αποτελεί κατάχρηση. Με άλλα λόγια το επιχείρημα ότι η Αίτηση «αποτελεί την ύστατη προσπάθεια της Αιτήτριας να διορθώσει τα κενά και τις παραλείψεις της υπόθεσης της» δεν δύναται να αποτελέσει λόγο για τη χορήγηση άδειας για διακοπή χωρίς να συνεκτιμούνται όλοι οι σχετικοί παράγοντες και οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Ούτε και ο ισχυρισμός της ΥΛ ότι σε περίπτωση άρνησης άδειας για διακοπή οι Ενάγοντες θα βρεθούν σε αδιέξοδο, υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθούν είτε να αποσύρουν την Αγωγή ανεπιφύλακτα είτε να προχωρήσουν με την εκδίκαση της χωρίς την απαραίτητη μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης τους διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι τυχόν άρνηση άδειας για διακοπή άνευ βλάβης ουδόλως αναγκάζει με οποιονδήποτε τρόπο τους Ενάγοντες στην απόσυρση άνευ όρων της Αγωγής. Το Δικαστήριο θεωρεί ορθή την εισήγηση των Εναγομένων πως οι συνθήκες της παρούσας Αγωγής παρουσιάζουν ομοιότητα με τις περιστάσεις της υπόθεσης Gilham (ανωτέρω) στις οποίες κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτό το στάδιο. Στην εν λόγω υπόθεση ο ενάγων (Gilham) καταχώρισε την αγωγή για παράβαση συμφωνίας το 1991 και το επόμενο έτος οι εναγόμενοι καταχώρισαν ανταπαίτηση για αποζημιώσεις συνεπεία ψευδών παραστάσεων και παράβασης συμφωνίας. Το 1993 καταχωρίστηκαν οι Κλήσεις για Οδηγίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση το
  8. Έξι βδομάδες πριν την ημερομηνία ακρόασης και αφού μεσολάβησε ο θάνατος του ενάγοντος, το Δικαστήριο αντικατέστησε τη σύζυγο του ως ενάγουσα και δεν έδωσε άδεια στους εναγόμενους να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία καθότι δεν έδωσαν ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση και θα προκαλείτο σοβαρός δυσμενής επηρεασμός στην ενάγουσα λόγω του θανάτου του Gilham. Έντεκα μέρες πριν την ακρόαση οι εναγόμενοι επέδωσαν ειδοποίηση διακοπής της ανταπαίτησης τους με σκοπό να εγείρουν νέες διαδικασίες στις οποίες θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την αποκλεισθείσα μαρτυρία. Η Βουλή των Λόρδων επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία παραμερίστηκε η ειδοποίηση διακοπής ως συνιστώσα κατάχρηση καθότι κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν τη δικαστική διαδικασία για να λάβουν ένα πλεονέκτημα το οποίο δεν ήταν δίκαιο να λάβουν, ήτοι να αποφύγουν από την πλαϊνή πόρτα την πρώτη αγωγή στην οποία η ανταπαίτηση τους δε θα μπορούσε να αποδειχθεί με την υπάρχουσα μαρτυρία για να καταχωρίσουν νέα αγωγή στην οποία δεν θα παρουσιάζονταν οι ίδιες δυσκολίες απόδειξης. Οι περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης σαφώς ομοιάζουν με αυτές της υπό κρίση Αγωγής καθότι αφενός παρατηρείται και στις δύο καθυστέρηση στην εκκρεμότητα της αγωγής και αφετέρου ο σκοπός της διακοπής είναι απλώς η αποφυγή και διακοπή των συνεπειών των δυσκολιών στη παρουσίαση της μαρτυρίας την οποία θα μπορούσαν να παρουσιάσουν σε νέα διαδικασία. Τέτοιες περιστάσεις δεν καθιστούν τη διακοπή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας και δίδουν αθέμιτο πλεονέκτημα στον αιτούντα διάδικο, και επομένως δεν καθιστούν τη διακοπή πρόσφορο μέτρο. Οι δικηγόροι των Εναγόντων παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε μια πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή 2714/04, ημ. 27.5.11, στην οποία η έντιμη Πρόεδρος ΕΔ Λευκωσίας κα Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου έδωσε άδεια διακοπής της Αγωγής αφού η ακρόαση της είχε ξεκινήσει και είχαν ήδη ακουστεί έντεκα μάρτυρες για τους Ενάγοντες και ενώ θα ολοκληρώνετο η μαρτυρία των Εναγόντων έγιναν αλλαγές των δικηγόρων τους και ακολούθησε η καταχώριση αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης με την οποία επιδιώκετο η εισαγωγή νέων ισχυρισμών και επιδιώκονταν νέες θεραπείες. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση τροποποίησης για τον λόγο ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αναιρούσαν και εξαφάνιζαν την υφιστάμενη βάση αγωγής και ακολούθησε η αίτηση διακοπής. Το Δικαστήριο χορήγησε την άδεια καθότι έκρινε ότι οι Ενάγοντες είχαν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο ζητείτο η διακοπή ο οποίος βασικά ήταν η γνώση γεγονότων και στοιχείων που περιήλθαν στην αντίληψη τους μεταγενέστερα της καταχώρισης της Αγωγής και επομένως «δεν θα είχε πλέον νόημα και αντικείμενο η προώθηση της παρούσας αγωγής σε μια αιτία αγωγής η οποία δεν συνάδει με τα γεγονότα και στοιχεία που οι Ενάγοντες εξασφάλισαν μεταγενέστερα, όπως είναι ο ισχυρισμός τους, και τα οποία αναιρούν, ουσιαστικά, αυτή τη βάση αγωγής». Εκτός του ότι η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, εντούτοις θεωρώ ότι οι περιστάσεις εκείνης ήταν εντελώς διαφορετικές από της παρούσας καθότι τα στοιχεία προέκυψαν μεταγενέστερα και η συνέχιση της υφιστάμενης διαδικασίας στηριζόταν σε λανθασμένα στοιχεία, δεν εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό και κατέστη παντελώς αχρείαστη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναπόφευκτα οδηγούν στη μη έγκριση της Αίτησης για διακοπή άνευ βλάβης δικαιώματος καταχώρισης νέας ως το αιτητικό αυτής. Οι παράγοντες που προσμετρούν για την άρνηση έγκρισης του αιτητικού συνοψίζονται ως ακολούθως: · O χρόνος εκκρεμοδικίας της Αγωγής, ήτοι από το 2010 · Το γεγονός ότι η ακρόαση της Αγωγής είχε ξεκινήσει και είχε ολοκληρωθεί η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρος των Εναγόντων και η πλευρά των Εναγόντων ζήτησε χρόνο να δει κατά πόσο θα καλούσε άλλο μάρτυρα · Η αυτοεξαίρεση του Δικαστή και η επανεκδίκαση της Αγωγής · Η αλλαγή των δικηγόρων των Εναγόντων · Η διαφοροποίηση των νέων δικηγόρων ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης · Η προσπάθεια δύο φορές παρουσίασης της προτεινόμενης μαρτυρίας μέσω αποκάλυψης και οι λόγοι για τους οποίους αυτή δεν έγινε δεκτή · Το περιεχόμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου επί του ζητήματος · Ο σκοπός της διακοπής που είναι η έγερση νέας αγωγής εναντίον των υφιστάμενων και άλλων προσώπων και η δυνατότητα παρουσίασης της μαρτυρίας η οποία δεν επιτράπηκε στα πλαίσια της παρούσας · Η διαιώνιση της αντιδικίας με νέα αγωγή. Θεωρώ ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες καταδεικνύουν τέτοιες ιδιάζουσες περιστάσεις της παρούσας διαδικασίας ούτως ώστε τυχόν διακοπή άνευ βλάβης να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, να θέτει αθέμιτο πλεονέκτημα στους Ενάγοντες και να αποστερεί του πλεονεκτήματος που έχουν ήδη αποκτήσει οι Εναγόμενοι σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος, απολήγοντας να μην είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3 επισήμανε ότι το αιτητικό για δικαίωμα καταχώρισης νέας αγωγής εντός έξι μηνών συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 17(γ) του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν.66(Ι)/12, όσον αφορά τον χρόνο παραγραφής, ενώ οι Ενάγοντες εισηγήθηκαν ότι σε περίπτωση παραχώρησης άδειας το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιβάλει όρο για καταχώριση νέας αγωγής εντός μικρότερου χρονικού διαστήματος. Οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 εισηγήθηκαν ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει άδεια για διακοπή θέτοντας τέτοιους όρους οι οποίοι να μην οδηγούν σε αδικία προς αυτούς ή σε κατάχρηση της διαδικασίας. Η επιβολή όρων σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε δώσει άδεια για τη διακοπή εμπίπτει εντός της εξουσίας και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Demetriou v. Hilides
(1980)1 J.S.C. 211 αυτή η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία: «The authorities on the subject of discontinuance stress the width of the Court's discretion without seeking to limit it in any way that might fetter the Court's hands to do justice in the individual circumstances of a case.» Στην υπόθεση Discovision Associates v. Distronics (U.K.) Ltd and others (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «The court should not force a party to litigate except in unusual and exceptional circumstances, and that is particularly so where the other party can be protected by an order that the court may make or terms it may impose». Ενόψει αυτής της διαπίστωσης περί της μη έγκρισης της Αίτησης ως έχει, το Δικαστήριο προβληματίστηκε κατά πόσο θα μπορούσε να δώσει άδεια για διακοπή θέτοντας τους κατάλληλους όρους. Υπενθυμίζεται η εξουσία του Δικαστηρίου να δώσει άδεια υπό τον όρο της μη δυνατότητας έγερσης άλλης αγωγής, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Media C.A.T. v. Adams (ανωτέρω) και στο απόσπασμα που παρατίθεται ανωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, θεωρώ ότι με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες υπέβαλαν και προώθησαν ένα συγκεκριμένο αιτητικό το οποίο βεβαίως δεν δύναται να εγκριθεί. Θεωρώ ότι τυχόν χορήγηση άδειας για διακοπή υπό τον όρο μη έγερσης νέας αγωγής θα ισοδυναμούσε με εξαναγκασμό των Εναγόντων σε επιλογή την οποία σαφώς δεν επιθυμούν και ενδεχομένως σε αποστέρηση των δικαιωμάτων τους στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να αμφισβητήσουν την ορθότητα των προγενέστερων αποφάσεων του Δικαστηρίου για το θέμα της αποκάλυψης μέσω και της διαδικασίας έφεσης. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι τυχόν χορήγηση άδειας υπό όρους άλλους από αυτούς που περιλαμβάνονται στο αιτητικό και πάλι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τα πιο πάνω καθορίζουν την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την παρούσα. V. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 4-7 και των Εναγομένων 2 και 3 - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.