I & S Kritonis Limited κ.α. ν. Alfa Concrete Public Company Ltd, δια μέσω του κ. ΧΧΧΧ Ιακωβίδη Διαχειριστή της κ.α., Αγωγή αρ.: 525/2018, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 525/2018 Μεταξύ:
- I & S Kritonis Limited, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Ιωάννου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Ιωάννου, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και
- Alfa Concrete Public Company Ltd, δια μέσω του κ. ΧΧΧΧ Ιακωβίδη Διαχειριστή της
- Alfa Beton Ltd, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Αντωνίου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Αντωνίου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Αντωνίου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Χρίστου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Φωτίου, εκ Λεμεσού
- Fast Skip Ltd, εκ Λεμεσού Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 15/3/2018 Ημερομηνία: 10/1/2020 Εμφανίσεις: Για τους ενάγονες-αιτητές: κα Κώστα για κ. Χρήστο Χαραλάπους Για του εναγόμενους: κα Παπουή για Χαβιαράς & Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια μονομερούς αίτησης εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 2, 5 και 6 να επιβαρύνουν και να μειώσουν την αξία των μετοχών της εναγομένης 2 και επιπρόσθετα εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στους εναγόμενους 1 - 8 Καθ΄ ων η αίτηση να μεταβιβάσουν, αποξενώσουν, εκχωρήσουν και ενοικιάσουν συνολικά 7 οχήματα τα οποία καθορίζονται στην αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην οριστικοποίηση των πιο πάνω διαταγμάτων για τους λόγους που θα εκτεθούν στην συνέχεια.
- Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 - αιτητή ο οποίος ως αναφέρει είναι μέτοχος και διευθυντής της ενάγουσας 1, αδελφός του ενάγοντα 3 και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση όπως προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του πιο πάνω προσώπου έχουν ως ακολούθως: (α) Στις 6.3.08 υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων 2 και 3, μετόχων της ενάγουσας 1, και της εναγομένης 1, δια μέσω των εναγομένων 3 και 4, συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών της ενάγουσας 1 η οποία μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στους ενάγοντες 2 και
- Με βάση αυτή, η εναγομένη 1 όφειλε να καταβάλει στα πιο πάνω πρόσωπα το ποσό των €169.150 προς πλήρη διευθέτηση της αγωγής ΧΧΧ/03 η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της από τους ενάγοντες. Επιπρόσθετα οι τελευταίοι θα μεταβίβαζαν στην εναγομένη 1 το 50% των μετοχών που κατείχαν στην ενάγουσα και οι εναγόμενοι 3 και 4 θα αποτελούσαν μέλη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας αρ.
- Περαιτέρω η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε ότι οι ενάγοντες 2 και 3 μαζί με τους εναγομένους 3 και 4 θα παρείχαν προσωπικές εγγυήσεις αναφορικά με τις υποχρεώσεις της ενάγουσας αρ. 1 και θα συνεχιζόταν η εργοδότηση των μετόχων για περαιτέρω περίοδο 7 ετών (βλ. Τεκ.3). (β) Οι αιτητές προβάλουν ότι το ποσό των €169.150 δεν τους καταβλήθηκε καθότι οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 δεν είχαν τα χρήματα και έτσι ζήτησαν πίστωση χρόνου για να τα καταβάλουν. Οι αιτητές ενόψει του γεγονότος ότι τους γνώριζαν για αρκετά χρόνια και επιδεικνύοντας καλή πίστη το αποδέχθηκαν. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 3 εισηγήθηκε όπως αντί να καταβληθεί το πιο πάνω ποσό, να μεταβιβάσουν οχήματα της εναγομένης 1 στην ενάγουσα 1 ίσης αξίας. Ενόψει του γεγονότος όμως ότι θα έλεγχαν το 50% της ενάγουσας 1, προτάθηκε να μεταβιβαστούν οχήματα αξίας €338.300, κάτι το οποίο έγινε αποδεκτό. Ακολούθως ο εναγόμενος 3 παρέδωσε στην ενάγουσα οχήματα της εναγομένης 1 και δήλωσε ότι θα τα μεταβίβαζε στο όνομα της ενάγουσας αφού ήταν και διοικητικός σύμβουλος της. (γ) Κατά ή περί το 2011 - 2012 υπήρξε ρήξη στις σχέσεις των εναγόντων με τους εναγόμενους 3, 4 και 7 λόγω της άρνησης των τελευταίων να υπογράφουν διάφορα έγγραφα και επιταγές της ενάγουσας ώστε να μπορεί να λειτουργεί, με αποτέλεσμα να προκύψουν οφειλές και να επέλθει στάση πληρωμών. Έγινε προσπάθεια διαχωρισμού της ενάγουσας πλην όμως οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 «σηκώθηκαν και έφυγαν» το 2012 και πήραν μαζί τους και τα πιο πάνω οχήματα. Όταν ο ενάγοντας 2 απαίτησε να μην ασχολούνται με την περιουσία της ενάγουσας, ο εναγόμενος 3 του δήλωσε ότι δεν τα μεταβίβασε στην τελευταία και ότι εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγόμενης 1, απλά είχε αλλάξει τα εξωτερικά αυτοκόλλητα που έφεραν τα οχήματα. Τότε επικοινώνησε με δικηγόρους οι οποίοι του ανέφεραν ότι η εναγομένη 1 βρίσκεται υπό διαχείριση, έχει υποχρεώσεις που ξεπερνούν τα 15 εκατομμύρια ευρώ ως επίσης εκκρεμούν πολλές αγωγές εναντίον της καθότι απέσπασαν χρήματα με την πρόφαση ότι θα εισέλθουν στο χρηματιστήριο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. (δ) Ενόψει του γεγονότος η εναγομένη 1 τέθηκε υπό διαχείριση, η ενάγουσα αναγκάστηκε να αναστείλει τις εργασίες της και να ενοικιάσει τον εξοπλισμό της σε άλλη εταιρεία. Κατά η περί τις αρχές Μαρτίου 2018 ο ενάγοντας αρ. 2 μετέβηκε στους δικηγόρους ώστε να παραδώσει αγωγές που είχαν κινηθεί τόσο εναντίον τους όσο και των εναγομένων 1, 3, 4 και 7, μεταξύ και αυτών και την αγωγή ΧΧΧ/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω αγωγή αποσύρθηκε εναντίον όλων πλην των εναγόντων 1 και 3 στην παρούσα και ότι δόθηκαν χρήματα και ακίνητα στην ενάγουσα τράπεζα. Τότε ήταν που ο ενάγοντας 2 αντελήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ξεκίνησε έρευνες για να εξεύρει την πηγή των χρημάτων των εναγομένων αφού αυτοί δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα 3 ότι δραστηριοποιούνται μέσω της εναγόμενης
- Αντελήφθηκε τον εναγόμενο 3 να οδηγεί πολυτελές όχημα ενώ όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά. Τότε μετέβηκε εκ νέου στους δικηγόρους του και τους πληροφόρησε σχετικά. Μετά από έρευνα διαπίστωσαν ότι η εταιρεία Forenli Assets Ltd, εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους η οποία ήταν μοναδικός μέτοχος της εναγομένης 2, μεταβίβασε στις 15.1.2018 τις μετοχές της εναγομένης 2 στους εναγόμενους 5 και 6 οι οποίοι είναι διευθυντές αυτής και συγγενικά πρόσωπα των εναγομένων 3 και
- Ο εναγόμενος 5 είναι γιος του εναγόμενου
- Επιπρόσθετα, μετά από έρευνα διαπίστωσαν ότι η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού στις 21.9.15 εξέδωσε απόφαση στην οποία ως αναφέρεται ότι η εναγομένη 1 μεταβίβασε τον κύκλο εργασιών και τα περιουσιακά στοιχεία στην εναγομένη
- Η δε τελευταία χρησιμοποιεί τα ίδια γραφεία και εξοπλισμό που χρησιμοποιούσε η εναγομένη 1 και χαρακτηρίζει την εναγομένη 2 ως οικονομικό δικαιούχο της εναγομένης 1 (βλ. Τεκ.6). Επιπρόσθετα εντόπισαν απόφαση ημερ. 27.3.14 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής ΧΧΧ/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία δεσμεύθηκαν περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων και ως προβάλλεται φαίνεται ξεκάθαρα η πρακτική τους να εξαπατούν (βλ. Τεκ.7). (ε) Ο ενάγοντας 2 διαπίστωσε ότι στις εγκαταστάσεις της εναγομένης 1 βρίσκονται τα οχήματα τα οποία θα μεταβίβαζε στην ενάγουσα και ως αναφέρεται «.Φαίνεται ξεκάθαρα πλέον ότι αυτά έχουν μεταβιβαστεί στην εναγόμενη 2, για να αποφύγουν και τον διαχειριστή της εναγόμενης 1, αλλά και άλλους πιστωτές και για να μπορεί να δραστηριοποιείται η εναγόμενη 2 χωρίς υποχρεώσεις.» (στ) Οι αιτητές προβάλλουν ότι οι καθ' ων η αίτηση απέσπασαν χρήματα από τράπεζες και ιδιώτες μέσω της εναγομένης 1, η οποία βρίσκεται υπό διαχείριση και δημιούργησαν την εναγομένη 2 με την οποία δραστηριοποιούνται και η οποία ανήκει στους εναγόμενους 5 και
- Πληροφορήθηκε από πρόσωπο του στενού τους κύκλου ότι μεταφέρουν τον εξοπλισμό στην εναγόμενη 8, η οποία ανήκει και διευθύνεται από τον εναγόμενο 5 ώστε να εμποδίσουν τους πιστωτές να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό. Επισημαίνεται ότι τα οχήματα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους εναγόμενους αφού ανήκουν στην ενάγουσα και με την χρήση τους προκαλείται φθορά με αποτέλεσμα να μειώνεται η αγοραστική τους αξία. Αναφέρεται δε ότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημία αφού τα οχήματα θα παραμείνουν εγγεγραμμένα στην εναγόμενη
- Οι καθ΄ ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην οριστικοποίηση των πιο πάνω διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλουν ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, δεν υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατ΄ επείγοντος, δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας, ως προβάλλεται, συνηγορεί υπέρ της ακύρωσης των διαταγμάτων.
- Η ένσταση συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις του εναγομένου 3 και του ΧΧΧ Βαλεντίνου. Αναφέρεται ότι ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ότι ο ενάγοντας αρ. 2 δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα διαδικασία καθότι είναι πτωχεύσας. Επί τούτου ο τελευταίος στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση του επισημαίνει ότι έχει αυτοδικαίως αποκατασταθεί (βλ. Τεκ. 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης). Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι πράγματι συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία και προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι το πιο πάνω ποσό έχει εξοφληθεί πλήρως με τον τρόπο που περιγράφεται, γεγονός που ως ισχυρίζονται επιβεβαιώνεται και από τις οικονομικές εκθέσεις και καταστάσεις των ετών 2008 - 2010 (Βλ. Τεκ. 6, 7 και 8). Αναγνωρίζουν ότι η εναγομένη 1 στα πλαίσια των εργασιών της πώλησε στην εναγομένη 2 μεταχειρισμένα οχήματα έναντι ανταλλάγματος μεταξύ αυτών και τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧΧ2 και ΧΧVΧΧ2 τα οποία αποτελούν αντικείμενο του παρόντος προσωρινού διατάγματος (Βλ. Τεκ. 10). Επιπρόσθετα δε, της ενοικίασε εργοτάξια κατασκευής έτοιμου σκυροδέματος έναντι εύλογου ενοικίου. Επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 δεν έχουν οποιοδήποτε συμφέρον και εμπλοκή στις εναγόμενες 1 και 2 . Οι δε εναγόμενοι 3 και 4 κατείχαν μετοχές της εναγομένης 2 πριν τις 4.4.13 οπόταν μεταβίβασαν τις μετοχές τους. Οι καθ' ων η αίτηση αποδέχονται ότι η εναγομένη 1 τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης από τις 5.12.13 δυνάμει κυμαινόμενων επιβαρύνσεων προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Προβάλλουν ότι η έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού διατάγματος θα ήταν στην ουσία παρέμβαση και παρακώλυση των εξουσιών του παραλήπτη διαχειριστή. Αναφέρεται δε ότι η εναγόμενη 1 έχει ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας η οποία είναι υποθηκευμένη προς όφελος τραπεζικών οργανισμών και άλλων και ως επισημαίνουν δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το εκπλειστηρίασμα δεν θα επαρκέσει για τους ενυπόθηκους δανειστές και τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές.
- Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση η οποία μεταξύ άλλων εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ενόψει της καθυστέρησης στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε ότι δεν πληρείται ο δικαιοδοτικός όρος του κατ' επείγοντος, δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη στην περίπτωση που συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί στο να μην διατηρηθούν σε ισχύ τα προσωρινά διατάγματα. Α. Εισήγηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι έκθεση σε απόρριψη καθότι είναι καταχρηστική, ενόψει της καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης ενόψει του γεγονότος ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε 15 περίπου μήνες μετά την καταχώριση της αίτησης. Το συγκεκριμένο ζήτημα έτυχε σχετικής ανάλυσης, με ανασκόπηση της νομολογίας στην πρόσφατη υπόθεση Costappis Bros Ltd v. Κρητικού και Κρητικού υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Κρητικού κ.ά., Πολ. Έφεση Ε209/2013, ημερ. 16.7.2019, στην οποία επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα μας απασχόλησε προσφάτως στην Κοζάκου κ.ά. ν. Νικολάου, Πολ.εφ.αρ.Ε127/13, 13.6.2019, από την οποία παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα: «Στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, υποδείχθηκε, per curiam, η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης. Λέχθηκε, συγκεκριμένα, "Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης." Ακολούθησε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες εφαρμόσθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Vuitton (Akis Express v. Aris Express
(1998)1A Α.Α.Δ. 149, Goody's Evagorou Ltd. v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. v. ΚΟΤ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, Κίτσιoς κ.ά. v. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262 και Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ
(2014)1A ΑΑΔ 244). Προσεκτική ανασκόπηση της πιο πάνω νομολογίας οδηγεί στην κατάληξη ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράλειψη έγκαιρης καταχώρησης του δικογράφου της ΄Εκθεσης Απαίτησης κάλυπτε εκτεταμένο χρονικό διάστημα και είχε ως κοινή συνισταμένη την επακόλουθη υπόσκαψη της συνταγματικής επιταγής για ταχεία εκδίκαση προς τελικό καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων. Από το σύνολο της νομολογίας αναδύεται η απαράδεκτη συμπεριφορά παράλειψης καταχώρησης του υπό αναφορά δικογράφου ακόμη και όταν εκδικαζόταν η έφεση ή, στην καλύτερη περίπτωση, καταχώρησής του λίγες μέρες πριν την εκδίκαση της κατ΄ έφεση διαδικασίας που αφορούσε την προσβολή εκδοθέντος πρωτοδίκως απαγορευτικού διατάγματος. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες, το Εφετείο οδηγήθηκε στην απόρριψη των εφέσεων, χωρίς να εξετάσει την ουσία τους, τονίζοντας ότι η συμπεριφορά αυτή και η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην προώθηση εκδίκασης της υπόθεσης, συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας». Δέον να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε πριν την εκδίκαση της έφεσης είναι κάτι που δεν επηρεάζει το εγειρόμενο θέμα. (βλ. Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου (ανωτέρω). Στην υπόθεση ΄Οξυνου κ.ά. ν. Ρόλη Λου,
(2011)1B ΑΑΔ 1066 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι η παράλειψη από πλευράς διαδίκου που έχει εξασφαλίσει ενδιάμεση θεραπεία, να προωθήσει την υπόθεση του επαναπαυόμενος στο γεγονός της εξασφάλισης μιας τέτοιας θεραπείας, ενδεχομένως να καθιστά τη συνέχιση ισχύος της ενδιάμεσης θεραπείας, κατάχρηση της διαδικασίας, γεγονός που συνεπάγεται τον τερματισμό της θεραπείας». Αφού γίνεται μια αναφορά στην υπόθεση Vuitton ανωτέρω διατυπώνεται η εξής κατάληξη: «Εκεί όμως όπου η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής είναι αδικαιολόγητη και δημιουργεί τη βάσιμη εντύπωση ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελούσε αυτοσκοπό για τον ενάγοντα, τότε δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του συγκεκριμένου θέματος παραπέμπουμε και στις υποθέσεις Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1572, Rousounides & Soteriou Trading Limited κ.ά. v. Κ.Ο.Τ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρες) Λτδ. εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Akis Express v. C. Koukkouris Trading Co.Ltd εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Aris Express
(1998)1 149, T.A.Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 και Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A.C. Kitsios Motors Ltd. δια του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας κ.ά.
(2010)1 A.A.Δ. 1262.» Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες στις 15.3.2018 καταχώρισαν κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο και στις 19.3.2018, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερ. 15.3.2018 εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται (α) στους εναγόμενους 2, 5 και 6 να μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τις μετοχές ή και την αξία των μετοχών της εναγόμενης 2 και (β) στους εναγόμενους 1 έως 8 να αποξενώσουν συγκεκριμένα οχήματα. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 5.6.2019 αφού προηγουμένως ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού επέδωσε στις 23.5.2019 ειδοποίηση σύμφωνα με την Δ.26 Θ.13
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία απαίτησε να καταχωριστεί η έκθεση απαίτησης εντός 14 ημερών. Αναμφίβολα υφίσταται αδικαιολόγητη καθυστέρηση 15 περίπου μηνών στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και κατ' επέκταση στην προώθηση της αγωγής. Δεν δημιουργείται όμως, βάσιμη εντύπωση ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελούσε αυτοσκοπό για τους αιτητές και γενικότερα η καθυστέρηση δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Β. Εισήγηση ότι ο αιτητής αρ. 2 είναι πτωχεύσας και κατ' επέκταση δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αίτησης. 7.1 Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας αρ. 2-αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα διαδικασία καθότι είναι πτωχεύσας. Επισήμανε ότι δεν αρκεί η συμπλήρωση του καθορισμένου από τον Νόμο χρόνου για να αποκατασταθεί αλλά σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 27
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου χρειάζεται να υποβληθεί προηγουμένως σχετική έκθεση κατάστασης της περιουσίας του, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. 7.2 Το άρθρο 27Α
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου ρητά προνοεί ότι τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του πιο πάνω άρθρου, ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, αποτελεί η υποβολή από τον πτωχεύσαντα της έκθεσης καταστάσεως της περιουσίας του και της προκαταρκτικής του κατάθεσης κατά τον καθορισμένο Τύπο στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή τουλάχιστον ένα έτος πριν την αυτοδίκαιη αποκατάσταση. Η αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα που επέρχεται δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, με τις εξαιρέσεις που καθορίζονται στο Νόμο, νοουμένου ότι ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως με τα πρόσωπα που καθορίζονται σ' αυτόν για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας. 7.3 Στην προκείμενη περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι ο αιτητής αρ. 2 βρίσκεται σε καθεστώς πτώχευσης και παρουσίασαν στο Δικαστήριο σχετικό έγγραφο που εξασφάλισαν μετά από ηλεκτρονική έρευνα (βλ. Τεκ. 5 της ένστασης). Κατ' αρχήν στο πιο πάνω έγγραφο πράγματι αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στις 7.12.2011 πλην όμως επισημαίνεται ότι έχει απαλλαχτεί σύμφωνα με το άρθρο 27Α στις 7.11.2015. Πέρα δε τούτου, από την άλλη, στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο αιτητής αρ. 2, αναφέρει ότι έχει αυτοδικαίως αποκατασταθεί πλήρως. Στο στάδιο τούτο, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι ο αιτητής αρ. 2 κωλύεται στην έγερση της αγωγής και κατ' επέκταση στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Γ. Εισήγηση ότι δεν υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατ' επείγοντος και ότι υπήρξε απόκρυψη και μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. 8.1 Κατ' αρχήν θα εξεταστούν κατά πόσο υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατ' επείγοντος ως επίσης ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων καθότι σε τέτοια περίπτωση, η ενασχόληση με άλλες πτυχές που αφορούν το δικαιολογημένο ή μη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος δεν ενδείκνυται όπως αναγνωρίζεται από τη νομολογία. 8.2 Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, προβλέπει ότι, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Η κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. Ιn re B.P. (Cyprus Ltd)
(1996)1(B) A.A.Δ.861). Όπως τονίστηκε και στη Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ.1453, η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την απόδοση θεραπείας, χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (βλ. επίσης Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203). 8.3 Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (βλ. Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου Πολ. Εφ. Αρ. 52/2010, Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ.836, 841, Βabel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ.947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 A.A.Δ.1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013). Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους. Είναι σαφές ότι το είδος της θεραπείας που επιζητείται, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη διαφορά, λαμβάνονται υπόψη και επιδρούν αναλόγως στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της καθυστέρησης (Seamark Consultancy Services (ανωτέρω) και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)). 8.4 Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited Πολ. Εφ. Αρ. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015). Όπως επισημάνθηκε στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν "θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο . και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του.". Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β Α.Α.Δ.784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α Α.Α.Δ.604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος. Έτσι, με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο θα εξετάσει το υλικό που τέθηκε ενώπιον του για να διαπιστώσει τα πιο πάνω επίδικα ζητήματα. 8.5 Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. (βλ. Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πολ. Εφ. Ε177/2018, ημερ. 21.5.2019, Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited Πολ. Εφ. Ε6/2014, ημερ.27.2.2015, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Fedossova Larissa (Αρ.2)
(1997)1Γ ΑΑΔ 1333, Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1A ΑΑΔ 258, Global Cruises S.A. κ.ά. v. METRO Shipping & TRAVEL Ltd
(1989)1E ΑΑΔ 607, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co
(2002)1Β ΑΑΔ 938, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A ΑΑΔ 82, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno ltd
(2004)1A ΑΑΔ 557 και Σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη Διατάγματα Injunctions). Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168 τίθεται με συμπυκνωμένο λόγο, από το Δικαστή Νικήτα, το περιεχόμενο του καθήκοντος και η συνέπεια εκ της παραβίασης του. «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξπάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων του τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. .. Και εναπόκειται στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων..» 8.6 Στην προκείμενη περίπτωση στις 6.3.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες 2 και 3 θα μεταβίβαζαν στην εναγόμενη 1 εταιρεία το 50% των μετοχών που κατείχαν στην τελευταία και οι εναγόμενοι 3 και 4 θα αποτελούσαν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Η εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε το ποσό των €169.150 προς πλήρη διευθέτηση της αγωγής ΧΧΧ/2003 η οποία καταχωρίστηκε εναντίον της από τους ενάγοντες. Με βάση τα όσα αναφέρονται στην αίτηση, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 αδυνατούσε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, συμφωνήθηκε όπως παραδοθούν και μεταβιβαστούν στην ενάγουσα εταιρεία οχήματα συνολικής αξίας €338.300 ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 κατείχε το 50% των μετοχών. Τα οχήματα πράγματι παραδόθηκαν πλην όμως δεν μεταβιβάστηκαν σε αυτήν. Κατά ή περί το έτος 2011 με 2012 υπήρξε ρήξη στις σχέσεις τους, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 το 2012 να εγκαταλείψουν την εταιρεία και επιπρόσθετα πήραν τα πιο πάνω οχήματα. Από το 2012 μέχρι και τον Μάρτιο του 2018 οι αιτητές ουδέν έπραξαν και στις 15.3.2018 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση στα πλαίσια της οποίας, μονομερώς, εκδόθηκαν τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα. Αναμφίβολα υφίσταται καθυστέρηση, όπως έχει ήδη προδιαγραφεί πιο πάνω, πλην όμως η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου οι αιτητές συνέβαλαν και απέκρυψαν στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησαν το Δικαστήριο για να αποδεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Η διάσταση θέσεων μεταξύ των διαδίκων δεν συνιστά απόκρυψη. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. 9. Στη συνέχεια θα εξεταστούν κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η νομολογία, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Δ. Εισήγηση ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
- Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν χρειάζεται η απόδειξη ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ε. Εισήγηση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
- Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η διαδικασία έκδοσης και οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για την εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων, (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B Α.Α.Δ. 788), πλην όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων, όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω, είναι αναγκαία, χωρίς όμως η αξιολόγηση να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, με βάση την εκατέρωθεν μαρτυρία, ότι στις 6.3.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες 2 και 3 θα μεταβίβαζαν στην εναγόμενη 1 το 50% των μετοχών που κατείχαν στην τελευταία και οι εναγόμενοι 3 και 4 θα αποτελούσαν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε αντάλλαγμα η εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε το ποσό των €169.150 προς πλήρη διευθέτηση της αγωγής ΧΧΧΧ/2003 η οποία καταχωρίστηκε εναντίον της από τους ενάγοντες. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ως προβάλλεται από τους αιτητές, ενόψει του γεγονότος ότι αδυνατούσε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, συμφωνήθηκε όπως παραδώσει και μεταβιβάσει οχήματα στην ενάγουσα συνολικής αξίας €338.300, το οποίο αποτελεί το διπλάσιο του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 κατείχε το 50% των μετοχών της ενάγουσας εταιρείας. Τα οχήματα παραδόθηκαν πλην όμως δεν μεταβιβάστηκαν. Στη συνέχεια κατά ή περί το έτος 2011 - 2012 υπήρξε ρήξη στις σχέσεις των εναγόντων με τους εναγόμενους 3, 4 και 7 με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να εγκαταλείψουν την εταιρεία το έτος 2012 και να πάρουν μαζί τους τα οχήματα που παραδόθηκαν στην ενάγουσα. Όταν ο ενάγοντας αρ. 2 διαπίστωσε γύρω στον Μάρτη του 2018 ότι η αγωγή με αρ. ΧΧΧ/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αποσύρθηκε εναντίον των εναγομένων 1, 3, 4 και 7, καθότι δόθηκαν χρήματα και ακίνητα στην ενάγουσα τράπεζα, τότε ήταν που αντελήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και άρχισε έρευνες για να εξεύρει την πηγή των χρημάτων των εναγομένων. Διαπιστώθηκε ότι στις 21.9.2015 η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού εξέδωσε απόφαση στην οποία, ως αναφέρεται, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε τον κύκλο εργασιών και τα περιουσιακά της στοιχεία στην εναγόμενη 2 και ως προβάλλεται εκδόθηκε και άλλη απόφαση. Η δε τελευταία, ως αναφέρεται, χρησιμοποιεί τα ίδια γραφεία και άλλο εξοπλισμό που χρησιμοποιούσε η εναγόμενη
- Αρχικά μέτοχοι στην εναγόμενη 2 ήταν η εναγόμενη 1 και οι εναγόμενοι 3 και
- Οι δε τελευταίοι ήταν διευθυντές και μέτοχοι της εναγόμενης
- Στη συνέχεια οι μετοχές της εναγόμενης 2 μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Forenli Assets Ltd, εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και ήταν η μοναδική μέτοχος. Στις 15.1.2018 μεταβίβασε τις μετοχές της στους εναγόμενους 5 και 6 οι οποίοι να σημειωθεί είναι διευθυντές της και συγγενικά πρόσωπα των εναγομένων 3 και
- Ο εναγόμενος 5 είναι γιος του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 7 ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1 και μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης 2 για την περίοδο από 22.11.2012 μέχρι 4.4.
- Οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 ήταν τα πρόσωπα που πήραν τα οχήματα κατά το έτος 2012, ως αναφέρεται στην αίτηση. Η δε εναγόμενη 8, ως προβάλλεται, είναι εταιρεία των εναγομένων και/ή του ίδιου ομίλου που διαχειρίζεται ο εναγόμενος
- Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι συνωμότησαν για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις που αναδύονται από την επίδικη συμφωνία. Τα οχήματα, όπως προβάλλεται από τους αιτητές, είναι ιδιοκτησία της εναγόμενης 2 στην οποία διευθυντές και μέτοχοι είναι οι εναγόμενοι 5 και 6 οι οποίοι συνδέονται με τους εναγόμενους 3 και
- Οι τελευταίοι με τον εναγόμενο 7 ήταν διευθυντές και μέτοχοι της εναγόμενης 1 όταν συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία και τα πρόσωπα που πήραν τα οχήματα τα οποία, ως προβάλλεται, κατά παράβαση της συμφωνίας δεν μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και
- Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με την εναγόμενη
- Το γεγονός ότι η τελευταία είναι εταιρεία συμφερόντων των εναγομένων ή του ίδιου ομίλου που διαχειρίζεται ο εναγόμενος 5, δεν είναι αρκετό. Δεν υφίσταται μαρτυρία αναφορικά με την εμπλοκή της εναγόμενης 8 στην όλη υπόθεση. Τα όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Εν κατακλείδι, με βάση το σύνολο των γεγονότων, υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τους εναγόμενους 1 έως και 7, σε αντίθεση με την εναγόμενη 8 για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Έτσι η αίτηση, αναφορικά με την εναγόμενη 8 είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι δεν έχει καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας. Στ. Εισήγηση ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο εξετάζει την πιο πάνω προϋπόθεση κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791, Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317 και Loucas Panayiotou Estates Ltd. κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.9.2019). Όπως έχει νομολογηθεί δεν αναδύεται η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση (βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1165 και C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία 'Λεωνικ' Λιμιτεδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 785). Εκείνο που απαιτείται όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τσιολάκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι αιτητές προβάλλουν ότι ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 αδυνατούσε να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα αγοραπωλησίας των μετοχών, συμφωνήθηκε όπως παραδώσει και μεταβιβάσει οχήματα στην ενάγουσα συνολικής αξίας €338.300, το οποίο αποτελεί το διπλάσιο του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη κατείχε το 50% των μετοχών της ενάγουσας εταιρείας. Τα εν λόγω οχήματα παραδόθηκαν στην ενάγουσα πλην όμως δεν μεταβιβάστηκαν και ακολούθως, λόγω της ρήξης στις σχέσεις τους, οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 το 2012 πήραν τα οχήματα. Οι καθ' ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι δύο από τα επτά οχήματα, τα οποία αφορά το προσωρινό διάταγμα, μεταβιβάστηκαν ήδη στην εναγόμενη 2. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν αναδύεται η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας υπόψιν όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση, όπως έχει καθοριστεί πιο πάνω. Ζ. Το ισοζύγιο της ευχέρειας. 13.1 Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιείται για την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (βλ. Κοσμά ν Χατζηκυπρή
(2000)1 ΑΑΔ 169, Αβερκίου ν ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.,
(2013)1Α ΑΑΔ 222 και Σταυράκης κ.ά. ν Δήμος Λευκωσίας Πολ.Έφ. Ε 68/2013, ημερ. 24.3.15 ). 13.2 Το επόμενο ερώτημα αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να συνεχίσει την ισχύ του ένα διάταγμα (Odysseos, ανωτέρω, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1999)1 Α.Α.Δ.152). Θα πρέπει το Δικαστήριο να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στον εναγόμενο από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει το διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ.788, NWL Ltd v. Woods [1989] 3 All E.R.614, 625 (H.L). 13.3 Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μπορεί να οδηγήσει σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών συνομολογήθηκε στις 6.3.2008 και ως αναφέρεται, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 αδυνατούσε να καταβάλει το αντάλλαγμα, συμφωνήθηκε όπως παραδώσει και μεταβιβάσει οχήματα αξίας €338.
- Τα παρέδωσε πλην όμως δεν τα μεταβίβασε. Στη συνέχεια επήλθε ρήξη στις σχέσεις τους με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 να εγκαταλείψουν την εναγόμενη 1 εταιρεία και το 2012 πήραν τα πιο πάνω οχήματα. Οι ενάγοντες ουδέν έπραξαν μέχρι και τις αρχές Μαρτίου του 2018, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Πρόκειται για καθυστέρηση έξι ετών. Χρησιμοποιώντας το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση Bacardi ανωτέρω, καθυστέρησαν οι εχθροπραξίες τόσο πολύ, έτσι που η επίδικη πράξη να αποτελεί μέρος του status quo. Η δοθείσα δικαιολογία ότι περιήλθαν στην αντίληψη τους, αρχές του Μάρτη του 2018, τα γεγονότα που περιγράφονται πιο πάνω, δεν θεωρείται ικανοποιητική. Οι εναγόμενοι 3, 4 και 7 πήραν τα οχήματα από την ενάγουσα εταιρεία το 2012 και οι αιτητές δεν έπραξαν οτιδήποτε μέχρι και τον Μάρτιο του
- Στην προκείμενη περίπτωση, συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, την μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης, η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων και της διατήρησης της κατάστασης πραγμάτων που υφίστατο για αρκετά χρόνια, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί. Και κάτι άλλο, παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Όπως έχει ήδη επισημανθεί εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 - 8 να μεταβιβάσουν, αποξενώσουν, εκχωρήσουν και ενοικιάσουν συνολικά επτά οχήματα τα οποία είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγόμενης 2 εταιρείας, διευθυντές της οποίας είναι οι εναγόμενοι 5 και
- Οι υπόλοιποι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση δεν είναι ιδιοκτήτες των πιο πάνω οχημάτων και δεν μπορούν να τα αποξενώσουν, χωρίς την συνδρομή της ιδιοκτήτριας εναγόμενης
- Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος. Νοείται όμως ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο