← Κύπρος

HOMEMATE (CYPRUS) LIMITED ν. ΚΑΙΣΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3022/18, 17/1/2020

HOMEMATE (CYPRUS) LIMITED ν. ΚΑΙΣΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3022/18, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3022/18 Μεταξύ: HOMEMATE (CYPRUS) LIMITED Εναγόντων -και- 1. XXXXX ΚΑΙΣΗΣ, από τη Λευκωσία 2. I.M.C INTERNATIONAL MERCHANDISING CENTRE LIMITED, από τη Λευκωσία 3. FORTUNE HEALTH RESORTS LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 10.1.19 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.1.20 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Γιορδαμλής Για Εναγόμενους 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Βάκης ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €1.132.000 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλέον τόκο 5% από 5.1.18. Εναντίον της εναγομένης 3 αξιώνουν διάταγμα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει της Υποθήκης Υ26/18 ημερ.5.1.18 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, η οποία ενεγράφη επ' ονόματι της ενάγουσας, ώστε το προϊόν της πώλησης να διατεθεί προς, ή έναντι κάλυψης των απαιτήσεων της ενάγουσας στην αγωγή. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εξέδωσαν, υπέγραψαν και παρέδωσαν επ' ονόματι της ενάγουσας και/ή των αντιπροσώπων της γραμμάτιο συνήθους τύπου στην παρουσία δυο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι για το πιο πάνω ποσό, έναντι καλού ανταλλάγματος και/ή αντιπαροχής και/ή μετρητών, πληρωτέο την 15.3.18. Η εναγόμενη 3 εγγυήθηκε αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 που προκύπτουν από το ρηθέν γραμμάτιο συνήθους τύπου. Η εν λόγω εγγύηση ήταν ανεξάρτητη και/ή επιπρόσθετη εξασφάλιση και δεν επηρεάζει ή επηρεάζεται από οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που έχει η ενάγουσα από την εναγόμενη 3, ή από οποιοδήποτε πρόσωπο για τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2. Οι εναγόμενοι 1-3 παρέλειψαν να εξοφλήσουν το χρέος τους και κατά την 20.8.2018 και 3.9.18, οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους και/ή τους δικηγόρους τους και τους καλούσαν να προβούν σε άμεση εξόφληση του ποσού. Παρά ταύτα, οι εναγόμενοι ουδέν κατέβαλον. Μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους των εναγομένων, οι ενάγοντες προώθησαν αίτηση, κάτω από τις πρόνοιες της Δ.18, Θ.1(α), 2, 4, 7 και 9(α), της Δ.48 και στον Περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ.149, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον όλων των εναγομένων. Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε ένορκη δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου των εναγόντων. Πέραν αυτών που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, τα οποία επαναλαμβάνει, επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση το επίδικο γραμμάτιο, τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης των ακινήτων και την σχετική αλληλογραφία εκ μέρους των δικηγόρων τους. Για ότι αφορά το γραμμάτιο, προκύπτει ότι αυτό είναι για το ποσό των €1.132.000, φέρει ημερομηνία 5.1.18, πληρωτέου του ποσού την 15.3.18, και με συμφωνημένο τόκο 5% ετησίως από της υπογραφής του. Σε περίπτωση δε αγωγής, την ανάληψη πληρωμής όλων των δικαστικών και άλλων εξόδων. Υπογράφεται στο τέλος, στη παρουσία δυο μαρτύρων, υπό των εναγόμενων 1 και 2 ως πρωτοφειλέτες και υπό της εναγομένης 3 ως εγγυήτριας. Το πιο πάνω ποσό, σύμφωνα με το γραμμάτιο, αποτελεί δάνειο το οποίο λήφθηκε σε μετρητά. Στα πλαίσια της εγγύησης της εναγομένης 3 και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων, με βάση σύμβαση και δήλωση υποθήκης διάφορα ακίνητα που περιγράφονται τόσο στην οπισθογράφιση του κλητηρίου εντάλματος, όσο και στην υποστηρίζουσα το αίτημα ένορκη δήλωση. Παρά τις ειδοποιήσεις των δικηγόρων των εναγόντων προς τους εναγόμενους, προς εξόφληση του γραμματίου, αυτοί δεν το έπραξαν. Είναι η θέση του ομνύοντος για τους ενάγοντες, ότι οφείλεται ολόκληρο το ποσό του γραμματίου πλέον οι τόκοι και ότι, οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιουδήποτε είδους δίκαιη ή συζητήσιμη υπεράσπιση και καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσουν την έκδοση απόφαση εναντίον τους. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Σύμφωνα με το σώμα της ένστασης οι προβαλλόμενοι λόγοι, περιληπτικά, είναι ότι α. η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και έχει σκοπό την εξουδετέρωση του δικαιώματος των εναγομένων να προβάλουν υπεράσπιση β. δεν τηρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 γ. οι εναγόμενοι αμφισβητούν τις αξιώσεις της ενάγουσας και έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και η υπόθεση πρέπει να κριθεί μόνο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας με την παρουσίαση ολόκληρης της μαρτυρίας δ. η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν αντικατοπτρίζει την πλήρη εικόνα της υπόθεσης, αποκρύπτει ουσιαστικές πληροφορίες και περιορίζεται επιλεκτικά σε ορισμένα γεγονότα της υπόθεσης ε. ότι οι αιτητές περιορίζονται επιλεκτικά σε ορισμένα γεγονότα και δεν παρουσιάζονται όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, και τέλος, ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται τις αξιούμενες απαιτήσεις ως η έκθεση απαιτήσεως. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, κατόπιν διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα και την μητρική της εταιρεία που εδρεύει στη Μάλτα, την 4.1.18 συνήψαν, η εναγόμενη 2 και ο ίδιος, γραπτή συμφωνία για μίσθωση μέρους του IMC στην ενάγουσα. Την 27.4.18 υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία κάποιων όρων της αρχικής συμφωνίας. Επισυνάπτονται οι δυο συμφωνίες ως τεκμ.Α και Β. Η συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων: Α. Την παραχώρηση δανείου μέχρι την 5.1.18, από την ενάγουσα προς τον ίδιο και την εναγομένη 2, ύψους €1.132.000. Β. Το ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο μίσθωσης συμφωνήθηκε σε €682.500 και πληρωτέο μια ημέρα πριν την ημερομηνία έναρξης, που αρχικά καθορίστηκε ως η 1.3.18. Γ. Η ενάγουσα θα πλήρωνε μια ημέρα πριν την ημερομηνία έναρξης, ποσό €450.000 ως ντεπόζιτο. Δ. Το δάνειο θα αποπληρωνόταν την ημερομηνία έναρξης με συμψηφισμό του με το ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο και με το ντεπόζιτο, τα οποία καθίσταντο πληρωτέα από την ενάγουσα προς την εναγομένη την ίδια ημερομηνία Πρόκειται για τους όρους 3.1(
  2. vi)και (vii), 6.5, 1.9, 7.1 και 7.2. Με την τροποποιητική συμφωνία συμφωνήθηκε ότι το ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο και το ντεπόζιτο πληρωθούν μια ημέρα πριν την ημερομηνία παράδοσης, και όπως το δάνειο αποπληρωθεί την ημερομηνία παράδοσης, που ορίστηκε η 30.4.18. ( όροι 2 και 3 της τροποποιητικής συμφωνίας). Με την τροποποίηση, ουσιαστικά συμφωνήθηκε ότι ο συμψηφισμός του πρώτου ενοικίου και του ντεποζίτου με το δάνειο γίνει την 30.4.18. Με βάση τη συμφωνία, η ενάγουσα θα έπρεπε να πληρώσει το ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο και το ντεπόζιτο, συμποσούμενα στο ποσό των €1.132.000, δηλαδή όσο και το ύψος του δανείου και την 30.4.18, ο ίδιος και η εναγόμενη 2, να αποπληρώσουν την ίδια ημέρα το πιο πάνω ποσό. Οι εκατέρωθεν πληρωμές δεν θα γίνονταν με μεταφορά χρημάτων, αλλά θα λογίζονταν ότι έγιναν ταυτόχρονα. Οι πληρωμές λογίστηκαν ότι έγιναν με τον συμψηφισμό των ποσών, σύμφωνα με την συμφωνία τους, και συνεπώς δεν οφείλουν κανένα ποσό στην ενάγουσα. Αναγνωρίζει την υπογραφή του επί επίδικου γραμματίου, που δόθηκε για περαιτέρω εξασφάλιση, και αναγνωρίζει ότι έλαβαν το επίδικο ποσό ως δάνειο δυνάμει της συμφωνίας μίσθωσης, το οποίο εξοφλήθηκε δια του πιο πάνω συμψηφισμού, με τα πιο πάνω ποσά που τους όφειλε η ενάγουσα. Το γραμμάτιο δόθηκε στην ενάγουσα αναφορικά με το ποσό του δανείου που δόθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας μίσθωσης. Δάνειο και γραμμάτιο εξοφλήθηκαν την 30.4.18. Δέχεται τη λήψη της επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων, τεκμ.3 στην αίτηση, και επισυνάπτει ως τεκμ.Γ δέσμη προγενέστερης αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων τους και των δικηγόρων των εναγόντων. Η απάντηση των δικηγόρων τους ήταν ότι το δάνειο είχε εξοφληθεί. Αρνείται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και έχουν πλήρως εξοφλήσει το δάνειο και το γραμμάτιο. Είναι επίσης η θέση του ότι η απαίτηση της ενάγουσας, χωρίς αναφορά στη συμφωνία μίσθωσης, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις της και τούτο γιατί ούτε πριν, ούτε μετά την τροποποίηση της συμφωνίας ηγέρθη θέμα, είτε ότι το δάνειο και το γραμμάτιο δεν εξοφλήθηκαν, είτε ότι η ενάγουσα δεν κατέβαλε το ενοίκιο του πρώτου έτους και το ντεπόζιτο. Μετά την τροποποιητική συμφωνία, τόσο η ενάγουσα όσο και οι εναγόμενοι ενεργούσαν στη βάση του ότι είχε γίνει ο συμψηφισμός και τα εκατέρωθεν ποσά εξοφλήθηκαν. Επισυνάπτει επίσης ως τεκμ.Δ σχετική επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας για να καταδείξει ότι, αν σύμφωνα με την επιστολή, οι εναγόμενοι τερμάτιζαν την συμφωνία μίσθωσης, τότε θα έπρεπε να καταβάλουν το ποσό του δανείου, κάτι το οποίο η ενάγουσα δεν επιθυμούσε. Από την αλληλογραφία του τεκμ.Γ είναι σαφές, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ότι η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία μίσθωσης την 3.9.18 και ταυτόχρονα αξίωσε, η ενάγουσα, το ποσό του γραμματίου. Πλην της επιστολής των δικηγόρων της ενάγουσας ημερ.20.8.18, ουδέποτε προηγουμένως έγινε επίκληση ότι το δάνειο και το γραμμάτιο δεν είχαν εξοφληθεί. Όλοι ενεργούσαν ως εάν να έγινε ο συμψηφισμός και ότι η ενάγουσα είχε πληρώσει το ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο και το ντεπόζιτο, και οι ίδιοι είχαν εξοφλήσει το ποσό του δανείου και του γραμματίου. Είναι τέλος η θέση του, ότι ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας είναι παράνομος και άκυρος. Στην βάση των πιο πάνω, είναι πρόδηλο κατά τον ομνύοντα, ότι έχουν εξοφλήσει το δάνειο και το γραμμάτιο και η αγωγή της ενάγουσας δεν ευσταθεί, είναι αβάσιμη και αστήρικτη. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων, χωρίς να αντεξεταστεί οποιαδήποτε εκ των ομνυόντων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του τα εκατέρωθεν επιχειρήματα και στη συνέχεια όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά σε αυτά. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης, οι αρχές είναι αρκούντως γνωστές και παγίως έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία. Στην υπόθεση Sensus Gymansium Ltd κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,

(2013)1 Α.Α.Δ 1795, ανάγλυφα συμπυκνώνονται οι αρχές ως ακολούθως: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597 .........) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
  2. Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω).» Παρά τον λόγο ένστασης περί αντικανονικότητας και το παράτυπο της ένορκης δήλωσης των αιτητών, δεν προβάλλεται οτιδήποτε στην υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, ούτε και ηγέρθη θέμα, ή προωθήθηκε εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση δια της αγορεύσεως του συνηγόρου οτιδήποτε ως προς την επάρκεια και την πληρότητα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει το αίτημα, ή ότι δεν πληρούνται τα προαπαιτούμενα και οι διατυπώσεις της Δ.18. Ανεξάρτητα από αυτό, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας, ως αναφέρει, είναι διευθύνον σύμβουλος της ενάγουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα λόγω της προσωπικής του ενασχόλησης με τα επίδικα θέματα. Κρίνεται συνεπώς ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω απαιτούμενες προϋποθέσεις, ώστε, ως υποδεικνύει η νομολογία, το βάρος να μετατοπίζεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.ά v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280, υπεδείχθη ότι: «Σκοπός των προνοιών της Δ.18 είναι να δώσουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action). Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο αν αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος, αναμφίβολα αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος δεν αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός και αν η εν λόγω υπεράσπιση προβάλλεται αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης και όχι για σκοπούς δικαιοσύνης. Είναι επομένως φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, μοναδική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος στο είδος της, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Θεσμούς αναφορικά με τη διακρίβωση της ουσίας των επίδικων διαφορών και αποκλείοντας τον εναγόμενο από του να προβάλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα, ή να την αμφισβητήσει, επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου». Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdoul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, 243-244, απαντάται το ερώτημα ως προς το τι συνιστά καλόπιστη υπεράσπιση. Το θέμα τίθεται ως εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα για υπεράσπιση τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418, 423, υποδεικνύεται ότι: «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, ως υποδεικνύεται στην Loizides ανωτέρω, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος). Τέλος, στην υπόθεση Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, υποδεικνύεται πως η ένορκη δήλωση του εναγομένου: «Must condescend upon particulars and should ... deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied upon as supporting it» Επί γραμματίου συνήθους τύπου, ως είναι το επίδικο γραμμάτιο, αφού πληροί όλα τα εκ του νόμου προαπαιτούμενα, άλλωστε δεν αμφισβητείται τούτο, αντίθετα είναι παραδεκτό από τους καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, αποτελεί αμάχητη απόδειξη και δεν μπορεί το δικαστήριο να υπεισέλθει στη δεδηλωμένη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή. Δεδομένης της αποδοχής εκ μέρους των εναγομένων της ύπαρξης και της εκ μέρους τους υπογραφής του επίδικου γραμματίου συνήθους τύπου, η μόνη άλλη διαθέσιμη υπεράσπιση, πλην των διαλαμβανομένων στο Άρθρο 80, είναι εκείνη της εξόφλησης, εφόσον η εξόφληση αποσβένει την οφειλή (Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ 148). Ο ομνύον για τους εναγόμενους προβάλλει την υπεράσπιση της εξόφλησης του γραμματίου, βασιζόμενος στις δυο πιο πάνω συμφωνίες Μίσθωσης μέρους του IMC που σύναψε η ενάγουσα ως ενοικιαστής με τον ίδιο και την εναγόμενη 2 ως ιδιοκτήτες, τις οποίες και επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Παραπέμπει σε ορισμένους όρους της αρχικής συμφωνίας, ημερ.4.1.18, και ειδικότερα στον όρο 3.1(vi) σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα - ενοικιαστής, θα παρείχε δάνειο προς τους εναγόμενους 1 και 2 - ιδιοκτήτες, για το ποσό των €1.132.000, καταβλητέο ταυτόχρονα με την εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση της ενάγουσας. Η πληρωμή του δανείου θα γινόταν όχι αργότερα από την 5.1.
  1. Στους όρους 3.1(vii), 7.1 και 7.2 που παραπέμπει ο ομνύον, προνοείται ο συμψηφισμός του ποσού των €450.000 της προκαταβολής (deposit) για την ενοικίαση, από το ποσό του δανείου, σύμφωνα με τους όρους 3.1(vi),vii), ενώ στον όρο 6.5 προνοείται ότι το ενοίκιο του πρώτου έτους της ενοικίασης, ήτοι το ποσό των €682.000 θα πληρωθεί από τον ενοικιαστή στον ιδιοκτήτη δια συμψηφισμού με το δάνειο, σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους. Προκύπτει, ότι τα πιο πάνω ποσά συμποσούνται και αποτελούν το ποσό του δανείου του επίδικου γραμματίου, ημερ.5.1.
  2. Ως ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης καθορίστηκε η 30.4.18, ότε και θα ελάμβαναν χώρα οι εκατέρωθεν συμψηφισμοί. Εξάγεται, από όσα και οι δυο πλευρές προβάλλουν εκ της συνημμένης εκατέρωθεν αλληλογραφίας, κυρίως εκείνης των εναγομένων, ότι υπήρξαν διαφορές σε σχέση με την ενοικίαση του πιο πάνω ακινήτου, που κατέληξαν στον τερματισμό της συμφωνίας εκ μέρους των εναγόντων, τον οποίο οι εναγόμενοι θεωρούν ως παράνομο και άκυρο. Το δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν θα υπεισέλθει και να αξιολογήσει όσα οι εναγόμενοι προβάλλουν ως υπεράσπιση, ούτε και να αξιολογήσει και να σταθμίσει τα διάφορα έγγραφα που επισύναψαν προς τούτο στην ένσταση τους. Το έργο του δικαστηρίου είναι να ανιχνεύσει, από όσα προβάλλονται στην υπεράσπιση, αν αναδεικνύεται σε τελική ανάλυση ένα ζήτημα που χρήζει εκδίκασης, ή εξ αντιδιαστολής, αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις στην υπεράσπιση είναι κενοί περιεχομένου σε τέτοιο βαθμό, που να την καθιστούν λιγότερη από σκιώδη. Θα πρέπει συνεπώς, οι προβαλλόμενοι με την υπεράσπιση ισχυρισμοί, να έχουν στην όψη τους, με την έννοια του προφανούς, μια πραγματική, παρά φανταστική προοπτική επιτυχίας, περισσότερη από την σκιώδη. Ή, για να τεθεί άλλως, όπως τέθηκε στην Κυριάκου ανωτέρω, τα γεγονότα που παραθέτει η υπεράσπιση δεν πρέπει να αφήνουν κανένα περιθώριο για νόμιμη υπεράσπιση. Οι εναγόμενοι βασίζονται επί συμφωνιών μίσθωσης του πιο πάνω ακινήτου, καθώς και σε σειρά όρων αυτού, που ευθέως παραπέμπουν σε συμψηφισμό του ποσού του δανείου του γραμματίου, με το ενοίκιο του πρώτου χρόνου της ενοικίασης και της προκαταβολής. Και αυτά, σε αντίθεση με την Κυριάκου ανωτέρω, όπου εκεί κρίθηκε ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί παρέμειναν γενικοί και αόριστοι χωρίς ουσιαστική υφή. Αντίθετα, εδώ, τόσο το γραμμάτιο συνήθους τύπου, όσο και η πρώτη συμφωνία ενοικίασης, καταρτίστηκαν ή φέρουν την ίδια ημερομηνία, ήτοι την 5.1.18, και περαιτέρω, για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, οι συμφωνίες που επικαλούνται οι εναγόμενοι και οι όροι που παραπέμπουν σε αυτές, ρητώς προσδιορίζουν τον συμψηφισμό του ποσού του δανείου του γραμματίου με τα ενοίκια του πρώτου χρόνου και της προκαταβολής, συμποσούμενα ακριβώς στο ποσό του γραμματίου. Και αυτά, και πάλι σε αντίθεση με την Κυριάκου ανωτέρω, που ουδέν αναφερόταν ως προς το ενοίκιο, και ότι αυτό θα χρησιμοποιείτο προς εξόφληση του χρέους, ούτε και καθοριζόταν συγκεκριμένο ποσό. Προκύπτει συνεπώς, ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν την υπεράσπιση της εξόφλησης, που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κενή περιεχομένου ή εντελώς εξωπραγματική και φανταστική, βασιζόμενη σε κενούς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Αντίθετα παρατίθενται εξαντλητικά, πλήρεις και επαρκείς λεπτομέρειες, με παραπομπή σε έγγραφα και άλλα τεκμήρια που επισυνάπτονται, που αναδεικνύουν, τουλάχιστον για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας, ότι υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση, με την έννοια της καλόπιστης υπεράσπισης, που μόνο κατά το στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς θα μπορούσε να εκδικαστεί. Όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολ. Έφεση Ε28/2017, ημερ.24.10.18, πρόκειται για θέσεις σαφείς, διατυπωμένες με επαρκή και σε λογική έκταση λεπτομέρεια, ώστε να καταδεικνύεται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης της εξόφλησης. Το παρόν δικονομικό διάβημα δεν προσφέρεται για την εξέταση της ισχύος της υπόθεσης των εναγομένων, παρά μόνο, εκείνο που εξετάζεται, είναι η ύπαρξη καλής υπεράσπισης δια των προβαλλομένων ισχυρισμών. Τονίζεται ότι δεν είναι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που θα κριθεί και θα αποφασιστεί αν η υπεράσπιση των εναγομένων θα επιτύχει, ή και αν έχει πιθανότητες επιτυχίας, αλλά εκείνο που είναι αρκετό να διαγνωστεί, δια των προβαλλόμενων ισχυρισμών, είναι αν έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας, ή αν αποκαλύπτουν ή και προβάλλουν τέτοια γεγονότα, τα οποία μπορούν εξ αντικειμένου να θεωρηθούν ικανοποιητικά, ώστε να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν, στο εύρος, τον βαθμό και την έκταση που αναγνωρίζει η πιο πάνω νομολογία. Στην υπόθεση F.P.P Fish Processing v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230, υπεδείχθη ότι η συνοπτική απόφαση δεν αποτελεί δίκη επί της ουσίας. Στην δε υπόθεση Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968, εξηγήθηκε ότι: «Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου, και αυτή είναι η κατάληξη, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν είναι ούτε γενικοί, ούτε και αόριστοι. Αντίθετα, είναι τέτοιας υφής, και παρέχονται τέτοιες λεπτομέρειες, ώστε εύλογα δημιουργούν διαφορά ή θέμα προς εκδίκαση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους, ώστε να δικαιολογούν την παροχή του δικαιώματος σε αυτούς να προβάλουν υπεράσπιση. Ως αποτέλεσμα και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής. Υπεράσπιση να καταχωρηθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, ΠΕ.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.