← Κύπρος

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ προσωπικά και ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του Πετρίδη αποβιώσαντος ν. MAXVIEW ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4201/11, 23/1/2020

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ προσωπικά και ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του Πετρίδη αποβιώσαντος ν. MAXVIEW ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4201/11, 23/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΗΜΕΡ. 26/01/12 ΚΑΙ 20/06/2013 Αρ. Αγωγής: 4201/11 Μεταξύ: XXXXX Α. ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ προσωπικά και ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX XXXXX Πετρίδη αποβιώσαντος Εναγόντων και

  1. MAXVIEW ESTATES LTD
  2. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  3. XXXXX ΝΙΚΟΥ ΜΑΡΝΕΡΙΔΗ
  4. XXXXX Μ. ΜΑΡΝΕΡΟ
  5. C & M PETRIDES DEVELOPERS LTD Εναγομένων ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Φ. Νικολάου και κα Κ. Σταύρου Για εναγόμενους 2, 3 και 4: κ. Σ. Σωφρονίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο της και στη βάση αυτού του ισχυρισμού, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εν λόγω εναγομένων διατάγματα άρσης της επέμβασης καθώς και αποζημιώσεις. Σημειώνω εδώ ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής (08/09/11), η ενάγουσα ήταν εξ ημισείας συνιδιοκτήτρια στο κατ' ισχυρισμό επηρεαζόμενο ακίνητο με αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Φ/Σχ. 54/500402, τμ. 6 τεμ. XXXXX (προηγουμένως 158/3/1/10) (εφεξής το XXXXX ή XXXXX). Ο άλλος συνιδιοκτήτης ήταν ο πατέρας της, ο οποίος είχε αρχικά συνενωθεί στην αγωγή ως ενάγοντας 1 και ο οποίος όμως στη συνέχεια απεβίωσε, οπόταν, αφού το μερίδιο του μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα στα πλαίσια σχετικής διαχείρισης (Τεκ.16), η τελευταία κατέστη, από τις 07/03/13, η αποκλειστική ιδιοκτήτρια του ακινήτου.. Σημειώνω επίσης ότι όσο αφορά τους εναγόμενους 1 και 5, αυτοί είχαν συνενωθεί στην αγωγή ως εναγόμενοι λόγω του ότι, μαζί με τους εναγόμενους 2,3 και 4, είναι εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες του ακινήτου από το οποίο προέρχεται η κατ' ισχυρισμό επέμβαση στο όμορο ακίνητο της ενάγουσας. Στην πορεία της υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 19/03/19, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος της ενάγουσας, με τη σύμφωνο γνώμη του συνηγόρου των τότε εναγομένων 1 και 5, απέσυρε την αγωγή εναντίον των τελευταίων δηλώνοντας ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον συνήγορο των τότε εναγομένων 1 και 5, ο οποίος δήλωσε ότι οι πελάτες του δεν επηρεάζονται από την όποια έκβαση της παρούσας αγωγής ώστε να θεωρούνται πλέον ως επηρεαζόμενοι και κατ' επέκταση αναγκαίοι διάδικοι. Στη βάση αυτής της δήλωσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 2, 3 και 4, ο οποίος είχε αρχικά εκφράσει τον προβληματισμό του κατά πόσο ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα ως αναγκαίοι διάδικοι, ανέφερε πλέον ότι για εκείνον το θέμα αυτό «έχει ξεκαθαρίσει» και ότι «δεν τίθεται θέμα να θεωρώ ότι επηρεάζονται τρίτα πρόσωπα». Ζητήθηκε τότε από κοινού με τη συνήγορο της ενάγουσας όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση σε σχέση με τους εναπομείναντες διαδίκους, ήτοι την ενάγουσα και τους εναγόμενους 2, 3 και
  6. Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι εγγεγραμμένοι ως εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες του όμορου με του δικού της ακινήτου - τεμάχιο XXXXX (εφεξής XXXXX) το οποίο προηγουμένως ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι κάποιας XXXXX Αγαθοκλή Μηνά εκ Λεμεσού. Με την τελευταία, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ο πατέρας της, πρώην ενάγοντας 1, είχε οδηγηθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με σκοπό την επίλυση συνοριακής διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των δύο ακινήτων. Η επίλυση εκείνης της διαφοράς επήλθε με απόφαση που έλαβε ο Διευθυντής στις 27/11/79 στα πλαίσια της αίτησης με Αρ. Φακ. 852/79 και η οποία απόφαση, αν και κοινοποιήθηκε δεόντως σε αμφότερα τα επηρεαζόμενα μέρη εντούτοις ουδείς την εφεσίβαλε με αποτέλεσμα να καταστεί τελεσίδικη και δεσμευτική σε σχέση με τα δύο ακίνητα. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, διαπιστώθηκε ότι συγκεκριμένη λωρίδα γης που κατέχετο από την ιδιοκτήτη του XXXXX, στην πραγματικότητα αποτελούσε μέρος και ανήκε στο XXXXX. Η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι η επίδικη παράνομη επέμβαση των εναγομένων αφορά στην επέμβαση που οι τελευταίοι κάνουν στην προαναφερόμενη λωρίδα γης που από το 1979 και εντεύθεν συνιστά μέρος της δικής της ακίνητης ιδιοκτησίας. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας. «
  7. Η ρηθείσα Αριστέα μεταβίβασε μερίδια του ρηθέντος Τεμαχίου XXXXX και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 1,2,3,4 και 5 ενεγράφησαν και είναι συνιδιοκτήτες τούτου και επενέβησαν και ανήγειραν και/ή κατασκεύασαν εις το μέρος το οποίο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου απεφάνθη ότι ανήκει στο Τεμάχιο XXXXX, διάφορα υποστατικά τα οποία χρησιμοποιούν ως γκαράζ και/ή αποθήκη και συνεχίζουν να επεμβαίνουν και χρησιμοποιούν τούτο και/ή παρεμπόδιζαν την Ενάγουσα και τον πατέρα της και/ή παρεμποδίζουν αυτήν να χρησιμοποιεί τούτο.
  8. Οι Ενάγοντες επανειλημμένα κάλεσαν τους Εναγόμενους να πάψουν να επεμβαίνουν στο ρηθέν μέρος και επειδή τα συνοριακά σημεία που τοποθετήθηκαν από το Κτηματολόγιο κατά την επιτόπια έρευνα της 14/05/1979 αφαιρέθηκαν, με αίτηση τους στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ζήτησαν και την 19/01/2011 το Κτηματολόγιο επανατοποθέτησε ορόσημα μεταξύ των δύο τεμαχίων.
  9. Η Ενάγουσα και ο αποβιώσας πατήρ της με συστημένη επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 01/02/2011 εκάλεσαν τους Εναγόμενους όπως εντός 2 μηνών αφαιρέσουν και/ή μετακινήσουν οτιδήποτε ευρίσκεται στο ρηθέν μέρος του Τεμαχίου XXXXX στο οποίο επενέβησαν και χρησιμοποιούν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 αλλά οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πράξουν τούτο και οι Ενάγοντες και πάλιν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 07/04/2011 τους ειδοποίησαν ότι λόγω της μη συμμορφώσεως των δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή παρά να προχωρήσουν στη λήψη δικαστικών μέτρων.
  10. Η αξία του μέρους του Τεμαχίου 145 στο οποίο επεμβαίνουν και/ή χρησιμοποιούν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή εμποδίζουν την Ενάγουσα και τον αποβιώσας πατήρ της να κατέχουν και/ή απολαμβάνουν και/ή χρησιμοποιούν τούτο, υπολογίζεται περίπου € 47.000,00.» Η στάση που τήρησαν με το δικόγραφο τους οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν αυτή της γενικής άρνησης επί όλων των ισχυρισμών της ενάγουσας. Ο μόνος ίσως θετικός ισχυρισμός που προβάλλεται στην υπεράσπιση των εν λόγω εναγομένων είναι ότι αν ήθελε διαπιστωθεί κάποια επέμβαση, τέτοια επέμβαση «δεν γίνεται από αυτούς και/ή ισχυρίζονται ότι το τεμάχιο XXXXX δεν είναι στην κατοχή τους.» Όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, το παράπονο της ενάγουσας, το οποίο οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 απλά αρνούνται και απορρίπτουν, είναι, όπως ρητά καθορίζεται στην Ε/Α, ότι οι τελευταίοι «ανήγειραν και/ή κατασκεύασαν εις το μέρος το οποίο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου απεφάνθη ότι ανήκει στο Τεμάχιο 145, διάφορα υποστατικά τα οποία χρησιμοποιούν ως γκαράζ και/ή αποθήκη και συνεχίζουν να επεμβαίνουν και χρησιμοποιούν τούτο και/ή παρεμπόδιζαν την Ενάγουσα και τον πατέρα της και/ή παρεμποδίζουν αυτήν να χρησιμοποιεί τούτο». Οι θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αγωγή συνεπώς, ήτοι διάταγμα άρσης της επέμβασης και αποζημιώσεις, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αφορούν σε οποιαδήποτε άλλη επέμβαση, οποιασδήποτε μορφής, εκτός από την ρητά καθορισθείσα στο δικόγραφο επέμβαση, ήτοι την κατ' ισχυρισμό φυσική κατάληψη μέρους της λωρίδας γης που αποφασίστηκε από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου το 1979 ότι ανήκει στο τεμάχιο της ενάγουσας, με την ανέγερση υποστατικών (γκαράζ και/ή αποθήκη). Αναφέρω τα πιο πάνω διότι, παρά την απλότητα της υπόθεσης ως αυτή αναδύεται εκ της ανταλλαχθείσας δικογραφίας, φαίνεται ότι κατά την ακρόαση υπήρξε παρανόηση και της φύσης της υπόθεσης αλλά και των επίδικων νομικών και πραγματικών ζητημάτων που αναδύονταν από τα δικόγραφα, με αποτέλεσμα να περιπλεχτεί η διαδικασία με την προσκόμιση μαρτυρίας που στην ουσία δεν ήταν αναγκαία. Αναφέρω ενδεικτικά ότι παρά τη σαφή δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ως προς το ποια είναι και σε τί συνίσταται η κατ' ισχυρισμό επέμβαση των εναγομένων 2, 3 και 4, εντούτοις κατά την ακρόαση προωθήθηκε η θέση ότι η επίδικη επέμβαση αφορά γενικά σε όλη την λωρίδα γης, ακόμη και στο μέρος που δεν «κατέχεται» φυσικά, με οποιοδήποτε τρόπο από τους εναγόμενους, ενώ η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς ενάγουσας σε σχέση με το ύψος των κατ' ισχυρισμών αποζημιώσεων, προσεγγίστηκε κατά κύριο λόγο με γνώμονα την αξία ολόκληρης της λωρίδας της γης, δηλαδή πέραν και του μέρους για το οποίο δικογραφείται να υφίσταται «πραγματική» (factual) φυσική επέμβαση, και δη την αξία αγοράς ολόκληρης αυτής της λωρίδας. Αν και έγιναν επανειλημμένες σχετικές επισημάνσεις από το Δικαστήριο για περιορισμό της μαρτυρίας στα νομικά και πραγματικά θέματα της υπόθεσης, η πλευρά της ενάγουσας δήλωσε ότι θα επιμείνει στη θέση ότι πέραν του διατάγματος ανάκτησης, δικαιούται να πληρωθεί από τους εναγόμενους και την αξία αγοράς ολόκληρης της γης έστω και αν δεν υπάρχει πρόθεση μεταβίβασης της σε αυτούς. Συνεπεία της πιο πάνω στάσης όμως, κατά την ακρόαση κλήθηκαν να καταθέσουν εννέα μάρτυρες στο σύνολο, εκ των οποίων δύο λειτουργοί του Κτηματολογίου, δύο εκτιμητές ακινήτων και δύο τοπογράφοι μηχανικοί - χωρομέτρες ενώ κατατέθηκαν στο σύνολο τους 22 τεκμήρια. Από τους εννέα αυτούς μάρτυρες οι οκτώ ήταν για την ενάγουσα, η οποία πέραν της ίδιας (ΜΕ7), του συζύγου της (ΜΕ5) και της διευθύντριας και μετόχου της πρώην εναγομένης 1 (ΜΕ4), κάλεσε τις λειτουργούς του Κτηματολογίου Μ. Νικολάου και Ε. Χατζηγιάννη (ΜΕ1 και ΜΕ2), τους εκτιμητές Χ. Μιχαήλ και Χ. Λοϊζίδη και τον τοπογράφο μηχανικό - χωρομέτρη Π. Καβάζη, ενώ εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσε μόνο ο τοπογράφος μηχανικός - χωρομέτρης Κ. Ταλιώτης (ΜΥ1). Σημειώνω εδώ ότι η εμπειρογνωμοσύνη και τα προσόντα του κάθε εμπειρογνώμονα που κατέθεσε στην ακρόαση δεν αμφισβητούνται και είναι κοινώς αποδεκτό ότι όλοι τους συνιστούν εμπειρογνώμονες στον τομέα που κατέθεσαν. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω δεν προτίθεμαι να παραθέσω και να αξιολογήσω σε έκταση όλη την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά μόνο αυτή που άπτεται των πραγματικά επίδικων ζητημάτων (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας

(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Σημειώνω κατ' αρχή ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η ενάγουσα είναι πλέον η μόνη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του XXXXX και ότι προηγουμένως ήταν συνιδιοκτήτης της ο αποβιώσαντας πατέρας της (Τεκ. 14 και 15). Δεν αμφισβητείται επίσης το γεγονός, το οποίο άλλωστε αποδεικνύεται και από τους τίτλους ιδιοκτησίας που κατατέθηκαν ως Τεκ. 8 και 10, ότι οι πρώην εναγόμενοι 1 και 5 όπως και οι εναγόμενες 2 και 3 είναι συνιδιοκτήτες στο XXXXX και ότι αμφότερες οι τελευταίες έχουν τις χωριστές κατοικίες τους στο εν λόγω ακίνητο. Συνιστά επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το 1979, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, στα πλαίσια επίλυσης συνοριακής διαφοράς που τέθηκε ενώπιον του μεταξύ των δύο όμορων ακινήτων, ήτοι του XXXXX και του XXXXX, αποφάσισε ότι η διαφιλονικούμενη λωρίδα γης, ως αυτή φαίνεται με κόκκινο χρώμα στην απόφαση του Διευθυντή (Τεκ.3) και με κίτρινο χρώμα στο χωρομετρικό σχέδιο με ημερ. 19/06/07 (Τεκ.1Α) και την οποία λωρίδα την κατείχε τότε μέσω περίφραξης με «ττέλι» η ιδιοκτήτης του XXXXX, ανήκε και αποτελούσε μέρος του XXXXX. Για όλα τα πιο πάνω κάνω ανάλογα ευρήματα. Συνοψίζω πιο κάτω την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, υπενθυμίζοντας ότι θα περιοριστώ στη μαρτυρία που αφορά στα πραγματικά επίδικα θέματα ήτοι στο κατά πόσο οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ανήγειραν υποστατικά, ήτοι γκαράζ / αποθήκη, τα οποία επεμβαίνουν στη συγκριμένη λωρίδα γης που κρίθηκε από το 1979 να ανήκει στο ακίνητο της ενάγουσας. Η ΜΕ1 αναφέρθηκε σε μία διαδικασία που κλήθηκε να διεκπεραιώσει ως λειτουργός του Κτηματολογίου σε σχέση με τον διαχωρισμό του XXXXX από μία εκ των ιδιοκτητών του εν λόγω τεμαχίου, την Κυριακή Μαρνέρου. Ο εν λόγω διαχωρισμός όμως δεν κατέστη δυνατό να γίνει διότι, κατά τη μάρτυρα, μέχρι και τις 05/03/07 που αυτή επιλήφθηκε της αίτησης, εξακολουθούσε να υφίσταται η επέμβαση που διαπιστώθηκε κατά την χωρομετρική εργασία η οποία συμπληρώθηκε στις 20/10/06, ήτοι ότι μέρος παράγκας και περιτειχίσματος που είχε ανεγερθεί στο XXXXX επέμβαινε στο τεμάχιο XXXXX. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού, η μάρτυς παρέπεμψε στα χωρομετρικά σχέδια που χρησιμοποίησε (Τεκ.1Α) υποδεικνύοντας ότι στα σχέδια αυτά φαίνεται ότι στο XXXXX υπήρχαν τρεις οικοδομές, εκ των οποίων όμως η μία σημειώνεται ως κατεδαφισθείσα και μπροστά από τις δύο οικοδομές που παρέμειναν, υπάρχουν δύο «παράγκες» εκ των οποίων η βόρεια και νότια πλευρά της μίας από αυτές εισέρχονται κατά 1.60μ. και 1.80μ. αντίστοιχα στη διαφιλονικούμενη λωρίδα γης η οποία στα σχέδια χρωματίζεται με κίτρινο χρώμα και η οποία λωρίδα κατά η μάρτυρα ανήκει στο XXXXX δυνάμει της απόφασης του
  1. Παρέπεμψε επίσης η μάρτυρας στο χωρομετρικό σχέδιο Τεκ.1Β το οποίο φέρει ημερ. 29/01/76 και ανέφερε ότι τότε η επέμβαση του XXXXX στο XXXXX συνίστατο σε περίφραξη με «ττέλι» το οποίο εκτεινόταν κατά μήκος της διαφιλονικούμενης λωρίδας και εντός του XXXXX και το οποίο στο σχέδιο αυτό φαίνεται με κόκκινο χρώμα. Η μάρτυς δεν έτυχε αντεξέτασης. Η ΜΕ2, επίσης λειτουργός του Κτηματολογίου, η οποία και έτυχε αντεξέτασης, αναφέρθηκε στο ότι η δική της εμπλοκή αφορούσε σε εξέταση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του XXXXX, του XXXXX και του συνορεύοντος τεμαχίου 144 κατόπιν αίτησης που υπέβαλαν οι ιδιοκτήτες του XXXXX. Η μάρτυς ανέφερε ότι για τη συνοριακή διαφορά μεταξύ XXXXX και XXXXX υπήρχε απόφαση από το 1979 ότι το πρώτο επεμβαίνει στο δεύτερο (Τεκ.3), αναγνωρίζοντας την εν λόγω διαφορά στην διαφιλονικούμενη λωρίδα που φαίνεται στο Τεκ.1Α (βλ. επίσης Τεκ.2). Ανέφερε επίσης ότι κατά την επιτόπια εξέταση της το 2007 διαπίστωσε ότι η έκταση της επέμβασης φαίνεται να είχε μειωθεί και ότι μέσα στην διαφιλονικούμενη λωρίδα που αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασης του 1979 υπήρχαν πρόχειρες οικοδομές που κατασκεύασαν οι ιδιοκτήτες του XXXXX και οι οποίες δεν υπήρχαν κατά την απόφαση του
  2. Η μάρτυς έκαμε επίσης αναφορά και σε μία προτιθέμενη συμφωνία διαχωρισμού του XXXXX σε χωριστά τεμάχια μεταξύ των συνιδιοκτητών του (Τεκ.4), η οποία όμως συμφωνία δεν υλοποιήθηκε όπως και δεν υλοποιήθηκε ο διαχωρισμός διότι οι διαπιστωθείσες επεμβάσεις, εξακολουθούσαν να υφίστανται. Η ΜΕ4 κλήθηκε να καταθέσει ως διευθύντρια και μέτοχος της πρώην εναγόμενης 1 (Τεκ.7, 8, 9, 10, 19 και 19Α), συνιδιοκτήτριας στο
  3. Χρησιμοποιώντας το Τεκ.1Α στο οποίο φαίνονται να υπάρχουν στο εν λόγω τεμάχιο τρεις οικοδομές εκ των οποίων η πρώτη από αριστερά φέρει σημείωση ότι έχει κατεδαφιστεί, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι το μέρος που κατέχει η εταιρεία της ήταν αυτό που φαίνεται να υπήρχε η πρώτη οικοδομή και η οποία κατεδαφίστηκε οπόταν και παρέμεινε άδειο το οικόπεδο και ότι οι άλλες δύο οικοδομές που φαίνονται στο σχέδιο και πίσω από τις παράγκες, είναι κατοικίες που ανήκουν στις εναγόμενες 2 και
  4. Εξ' όσων γνωρίζει εκεί κατοικεί και ο εναγόμενος 4, ο οποίος είναι γιος της εναγόμενης 3 αν και δεν γνωρίζει αν ο εν λόγω εναγόμενος είναι και αυτός ιδιοκτήτης σε μία από τις κατοικίες. Ο ΜΕ5 είναι ο σύζυγος της ενάγουσας, ο οποίος μαζί με την γυναίκα του διαμένουν στο XXXXX από το 1979 που το αγόρασαν και έχτισαν εκεί το σπίτι τους. Προηγουμένως, ανέφερε ο μάρτυρας, και τουλάχιστον κατά το 1976, το XXXXX ανήκε σε τρίτο άσχετο πρόσωπο. Γνωρίζει πολύ καλά την οικογένεια των εναγομένων 2, 3 και 4 οι οποίοι είναι μητέρα (ΜΕ3), θυγατέρα (ΜΕ2) και γιος (ΜΕ4) εφόσον «αναγιωθήκαμε σε μια γειτονιά όλοι μαζί». Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο ιδιοκτησιακό ιστορικό του XXXXX και ειδικότερα ως προς το πώς οι πρώην εναγόμενοι 1 και 5 κατέληξαν να αγοράζουν το μερίδιο που τους ανήκει από την αδελφή της εναγομένης 3 η οποία το είχε λάβει διά δωρεάς από την μητέρα της, ήτοι την αρχική ιδιοκτήτρια. Αναφερόμενος στο ιστορικό της διαφοράς των μερών το οποίο οδήγησε στην απόφαση του 1979, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τον τότε καιρό, όταν ξεκίνησαν να χτίζουν με τη σύζυγο του την κατοικία τους, διαπίστωσαν ότι υπήρχε συνοριακή διαφορά με το όμορο XXXXX, ο ιδιοκτήτης του οποίου είχε καθορίσει με «ττέλι» το σύνορο όπως αυτός το θεωρούσε,. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, παρά το ότι με την απόφαση του 1979 υποδείχτηκε στον τότε ιδιοκτήτη του XXXXX ότι έπρεπε να μετακινήσει το «ττέλι» εντούτοις δεν υπήρξε συμμόρφωση. Παρά και τις δικές του επανειλημμένες εκκλήσεις όπως μετακινηθεί το «ττέλι» στο σημείο που είχε υποδείξει το Κτηματολόγιο ως το ορθό σύνορο των δύο τεμαχίων, δεν υπήρξε συμμόρφωση από πλευράς ιδιοκτήτη του XXXXX και επειδή ήταν αναγκασμένος να περιφράξει με κάποιο τρόπο την κατοικία του, αναγκάστηκε και έχτισε τον δικό του τοίχο περίφραξης στο σημείο που υπήρχε το «ττέλι», τουλάχιστον μέχρις ότου επέλθει συμμόρφωση με την απόφαση του 1979 - «εν αναμονή της μετακίνησης των συνόρων». Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι δύο οικοδομές που φαίνονται να υφίστανται στο χωρομετρικό σχέδιο του 2007 (Τεκ.1Α) (δεύτερη και τρίτη οικοδομή από αριστερά προς δεξιά) είναι οι κατοικίες στις οποίες διαμένουν η εναγόμενη 2 (μεσαία κατοικία) και η εναγόμενη 3 αντίστοιχα (δεξιά). Θέση του μάρτυρα ήταν ότι πριν 20 περίπου χρόνια και ενόσω εξακολουθούσε να εκκρεμεί η συμμόρφωση με την απόφαση του 1979, ο εναγόμενος 4, αδελφός της εναγομένης 2 και γιος της εναγομένης 3, ανήγειρε μπροστά από την κατοικία της τελευταίας και εντός της λωρίδας γης που ανήκε στο 145, αποθήκη (παράγκα) την οποία χρησιμοποιούσε για να αποθηκεύει τα έπιπλα μπαμπού που εμπορεύετο μέσω καταστήματος που διατηρούσε στην Λεμεσό. Οι διαμαρτυρίες του ιδίου και του πεθερού του προς όλους τους εναγόμενους, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αγνοήθηκαν και «η αποθήκη χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον κύριο (εναγόμενο 4) για να γλυτώνει τα ενοίκια που έπρεπε να πληρώνει για αποθηκευτικούς σκοπούς». Ισχυρίστηκε δε ο μάρτυρας ότι πολλές φορές είναι που είδε τον εναγόμενο 4 με τους υπαλλήλους του να ξεφορτώνουν εμπορεύματα εκεί και που του ζήτησε να μετακινήσει την παράγκα χωρίς όμως θετική ανταπόκριση. Το υπόλοιπο μέρος της διαφιλονικούμενης λωρίδας, ανέφερε ο μάρτυρας, είναι ελεύθερο, εφόσον δεύτερη παράγκα που έχτισε η εναγόμενη 2 μπροστά από την οικία της «δεν μας εμποδίζει». Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι η παράγκα για την οποία παραπονείται χτίστηκε περί τα τέλη 2014 - αρχές του 2015 όχι όμως από τον εναγόμενο 4 αλλά από την εναγόμενη 2 για να αποθηκεύσει προσωπικά της αντικείμενα μετά που χαλάστηκε το σπίτι της, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε επαναλαμβάνοντας ότι έβλεπε ο ίδιος τον εναγόμενο 4 να ξεφορτώνει και να αποθηκεύει εκεί τα εμπορεύματα του αν και μπορεί η παράγκα να χτίστηκε πριν 15 αντί 20 χρόνια. Υπεβλήθη επίσης στο μάρτυρα ότι καμία επέμβαση δεν γίνεται από πλευράς XXXXX διότι τον συγκεκριμένο τοίχο που ο μάρτυρας έχτισε για να περιφράξει το σπίτι του, στην πραγματικότητα τον έχτισε εκεί που το Κτηματολόγιο υπέδειξε με την απόφαση του 1979 ότι ήταν το σωστό σύνορο, αφού μάλιστα χρησιμοποίησε τρακτέρ για να ισοπεδώσει την υψομετρική διαφορά που υπήρχε τότε μεταξύ των δύο ακινήτων. Συνεπώς, κατά την υπεράσπιση, η «διαφιλονικούμενη λωρίδα» ουσιαστικά ανακτήθηκε από τότε και η παράγκα που χτίστηκε πολύ αργότερα δεν επεμβαίνει καθόλου στο τεμάχιο της ενάγουσας. Ο μάρτυρας απέρριψε και αυτή την υποβολή επαναλαμβάνοντας ότι τον τοίχο περίφραξης της κατοικίας του τον έχτισε αναγκαστικά εκεί που ήταν αρχικά το «ττέλι» διότι οι ιδιοκτήτες του XXXXX αρνούνταν να το μετακινήσουν και ισχυρίστηκε ότι ένα μικρό μέρος της παράγκας που ανήγειρε ο εναγόμενος 4 όντως επεμβαίνει μέσα στη λωρίδα που ανήκει στο 145 αν και ο ίδιος δεν ξέρει πόσα μέτρα ακριβώς είναι αυτή η επέμβαση. Σε παρόμοιες γραμμές κινήθηκε και η μαρτυρία της ενάγουσας (ΜΕ7). Κατά την αντεξέταση της η μάρτυς δέχτηκε ότι ο εναγόμενος 4 δεν έχει οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό συμφέρον στο XXXXX, ισχυρίστηκε όμως ότι τον έβλεπε που είχε ανεγείρει και χρησιμοποιούσε την παράγκα επεμβαίνοντας έτσι στο τεμάχιο της. Μάλιστα δε, όταν της υπεβλήθη ότι ναι μεν η εν λόγω παράγκα χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος επίπλων αλλά ο εναγόμενος 4 βοηθούσε απλά τις αδελφές του με την αποθήκευση, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι σε διάφορες περιπτώσεις είχε η ίδια δει τα έπιπλα που πωλούνταν στο κατάστημα του εναγόμενου 4, το οποίο έτυχε να επισκεφθεί ως πελάτης, να αποθηκεύονται στην επίδικη παράγκα, η οποία παράγκα κατ' εκείνη έχει πέραν των 20 χρόνων που έχει ανεγερθεί. Υπεβλήθη τότε στη μάρτυρα ότι στο XXXXX υπήρχαν παλιές παράγκες, οι οποίες αφού χαλάστηκαν χτίστηκαν νέες και αυτή που αφορά στην παρούσα υπόθεση χτίστηκε πολύ μετά το 1980 και μάλιστα σχετικά πρόσφατα, ήτοι 4 με 5 χρόνια. Τη υποβολή αυτή η μάρτυς την απέρριψε επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι η παράγκα έχει πάρα πολλά χρόνια που είναι χτισμένη και δη κατά τρόπο που επεμβαίνει στο ακίνητο της. Οι τρεις ιδιώτες εμπειρογνώμονες που κάλεσε η πλευρά της ενάγουσας (ΜΕ3, ΜΕ6 και ΜΕ8), οι πρώτοι δύο εκτιμητές ακινήτων, ο τρίτος χωρομέτρης, ισχυρίστηκαν ότι για σκοπούς της εργασίας που τους ανατέθηκε με βάση και την εμπειρογνωμοσύνη τους, προέβησαν σε σχετικές μετρήσεις και έρευνες τόσο επί τόπου όσο και επί χάρτου (κτηματολογικά έγγραφα) και κατέγραψαν τα συμπεράσματα τους σε σχετικές εκθέσεις και σχέδια (Τεκ.5, 5Α, 6, 12 και 20). Αν και όλοι τους διαπίστωσαν ότι πάνω στην επίμαχη λωρίδα γης το μόνο που υπάρχει είναι κάποιο μέρος της παράγκας που έχει ανεγερθεί στο XXXXX, όλοι ουσιαστικά προσέγγισαν την υπόθεση θεωρώντας ολόκληρη τη λωρίδα γης ως την επέμβαση που κλήθηκαν να εξετάσουν και όχι το μέρος που και οι ίδιοι διαπίστωσαν ότι καταλαμβάνεται από τα υποστατικά που κατ' ισχυρισμό ανήγειραν οι εναγόμενοι. Ως εκ τούτου, οι ΜΕ3 και ΜΕ6 δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε έρευνα ή μέτρηση ως προς τις ακριβείς διαστάσεις ή την έκταση που καταλαμβάνει εντός της επίμαχης λωρίδας η επίδικη παράγκα και η εκτίμηση τους περιορίστηκε στην έκταση και αξία ολόκληρης της λωρίδας γης. Ο πρώτος, δηλαδή ο ΜΕ3, κατέληξε ότι ολόκληρη η λωρίδα είναι 45 τμ. και ότι η συνολική απώλεια χρήσης της λωρίδας αυτής για την περίοδο 1980 μέχρι σήμερα, εκτιμάται στα €8.193, με τη συνολική οικονομική ζημιά της ενάγουσας να ανέρχεται στις €35.193 (σημερινή αγοραία αξία λωρίδα συν συνολική απώλεια χρήσης). Ο δεύτερος, δηλαδή ο ΜΕ6, κατέληξε ότι ολόκληρη η λωρίδα γης είναι 51 τμ. και ότι η οικονομική ζημιά της ενάγουσας για την περίοδο Μάη 1979 - Μάη 2019 ανέρχεται, ως συνολική αξία απώλειας χρήσης στις €15.000 πλέον την αγοραία αξία της λωρίδας €28.000, ήτοι €43.000 στο σύνολο. Ο ΜΕ8 δε, χωρομέτρης στο επάγγελμα, μέτρησε και αυτός την επίμαχη λωρίδα και κατέληξε ότι το εμβαδόν αυτής είναι 48 τμ. με περιθώριο όμως για περαιτέρω 3 μ. λόγω του τοίχου, ενώ ως προς τις διαστάσεις του μέρους της παράγκας που διαπίστωσε να βρίσκεται εντός της λωρίδας, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η βόρεια πλευρά της παράγκας εισέρχεται 1.65μ. εντός της λωρίδας ενώ η νότια πλευρά 1.85μ.. Δεν είναι δηλαδή στην ίδια απόσταση που οι δύο πλευρές της παράγκας εισέρχονται εντός της λωρίδας και όπως φαίνεται και από το σχέδιο που ετοίμασε (Τεκ.20), το μέρος της παράγκας που εισέρχεται στην λωρίδα δεν συνιστά συνηθισμένο σταθερό σχήμα (π.χ. ορθογώνιο). Ο μάρτυρας δεν μέτρησε οποιαδήποτε άλλη διάσταση (π.χ. πλάτος) του μέρους της παράγκας που σύμφωνα με τα σχέδια του τοποθετήθηκε να βρίσκεται εντός της επίμαχης λωρίδας γης ή το συνολικό εμβαδόν του μέρους αυτού και το αν ή όχι η παράγκα επεμβαίνει στο τεμάχιο XXXXX αυτό είναι κάτι που δεν εξέτασε. Ο ΜΥ1 ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους της υπεράσπισης, προσέγγισε την όλη υπόθεση υπό τη σκοπιά του ότι ναι μεν με βάση την απόφαση του Κτηματολογίου του 1979 και τις σχετικές χωρομετρικές εργασίες (Τεκ.1) φαίνεται ότι λωρίδα γης που κατείχετο από το XXXXX ανήκει στο XXXXX όμως ισχυρίστηκε ότι αν κάποιος ανατρέξει στους παλαιότερους φακέλους και χωρομετρικές εργασίες που τηρούνται στο Κτηματολόγιο, όπως αυτός ανέτρεξε, διαπιστώνεται ότι κατά την χωρομετρική εργασία και απόφαση του 1979 «αδικαιολόγητα έχουν αλλάξει οι συγκεκριμένες διαστάσεις των τεμαχίων με αποτέλεσμα να επωφελείται το τεμάχιο XXXXX. (του οποίου). μεγάλωσε το μήκος της νότιας πλευράς του τεμαχίου XXXXX κατά 3.45 μέτρα δηλαδή όσο είναι το μέρος της υποτιθέμενης επέμβασης». Η πραγματική, κατά τον μάρτυρα, συνολική απόσταση των δύο τεμαχίων, που ίσως το 1979 να μπορούσε να θεωρηθεί ως επέμβαση του XXXXX στο XXXXX, είναι 60 εκατοστά και ως εκ τούτου θα μπορούσε κάλλιστα να αγνοηθεί από τον Διευθυντή ώστε να μην υφίσταται οποιαδήποτε αντιπαράθεση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αν λαμβάνονταν τότε, το 1979 δηλαδή, οι σωστές μετρήσεις και αποστάσεις που προέκυπταν από τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες, τότε θα διαπιστώνετο ότι η παράγκα για την οποία παραπονείται η ενάγουσα σήμερα δεν επεμβαίνει στο ακίνητο της. Με άλλα λόγια, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας «.η επέμβαση που προέκυψε με το έγγραφο αυτό (απόφαση 1979) είναι βάσει των λανθασμένων στοιχείων που εξέτασε το Κτηματολόγιο . εμείς ερχόμαστε να αποδείξουμε ότι είναι λάθος τα στοιχεία . όταν πιάσουμε από την αρχή όλους τους φακέλους δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά . αν πιάσουμε το σχέδιο (Τεκ.1Α και 1Β) με αυτό βγάζεις λάθος αποτελέσματα για θέμα διαφιλονικούμενου τμήματος . ». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω όμως ενδεικτικά τα εξής. Ο κ. Σωφρονίου υποστήριξε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί τόσο για νομικούς λόγους όσο και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ως προς το νομικό σκέλος της εισήγησης του, ο συνήγορος υποστήριξε ότι η διττή ιδιότητα με την οποία παρουσιάζεται στον τίτλο της υπόθεσης η ενάγουσα δεν συνάδει με την δικογραφημένη θέση της ότι πλέον είναι αποκλειστική ιδιοκτήτρια του XXXXX, ότι με την απόσυρση της αγωγής εναντίον των πρώην εναγομένων 1 και 5 συνεπάγεται ότι δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα και επηρεαζόμενα μέρη και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί, αν καταλήξει ότι κάποια επέμβαση υφίσταται, να γνωρίζει ποιον να διατάξει να άρει την επέμβαση και να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημιώσεις και τέλος ότι σε σχέση με τον εναγόμενο 4 ενώ η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι αυτός ενάγεται υπό την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη στο XXXXX, ουδέποτε κάτι τέτοιο αποδείχτηκε από τη μαρτυρία. Όσο αφορά το σκέλος της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου που αφορά στην προσκομισθείσα μαρτυρία, ο κ. Σωφρονίου υποστήριξε το αναξιόπιστο και ανούσιο της μαρτυρίας της πλευράς της ενάγουσας σε αντίθεση με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ
  5. Εισηγήθηκε δε ο συνήγορος ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία ως προς το ποια είναι η κατ' ισχυρισμό επέμβαση στο ακίνητο της ενάγουσας αλλά ούτε και πόση είναι αυτή η επέμβαση αν όντως υφίσταται. Ούτε όμως, υποστήριξε ο συνήγορος, υπάρχει μαρτυρία ως προς την αγοραία ή ενοικιαστική αξία της επίδικης επέμβασης και το Δικαστήριο ούτε μπορεί ούτε και υποχρεούται να προβεί το ίδιο σε υπολογισμούς και εκτιμήσεις, υπολογισμοί οι οποίοι μόνο από εμπειρογνώμονα μπορούν να γίνουν, ώστε να καταλήξει στα όσα στοιχεία η πλευρά της ενάγουσας όφειλε να αποδείξει. Στην αντίπερα όχθη η κα Νικολάου απέρριψε όλες τις θέσεις του αντιδίκου της υποστηρίζοντας ότι με την αξιόπιστη μαρτυρία που προσκόμησε η πλευρά της ενάγουσας, όλα όσα έπρεπε να αποδείξει η τελευταία, με βάση και τις νομικές αρχές που διέπουν τη φύση της υπόθεσης, για να πετύχει η αγωγή της εναντίον όλων των εναγομένων τα απέδειξε και συνεπώς δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει. Ως προς το θέμα των αποζημιώσεων, παραπέμποντας στη μαρτυρία, η ευπαίδευτη συνήγορος υποστήριξε ότι η ενάγουσα δικαιούται όπως της καταβληθεί από τους εναγόμενους η εύλογη και δίκαιη αποζημίωση που εκτίμησαν οι σχετικοί μάρτυρες της. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Υπενθυμίζω επίσης και αυτό σε σχέση με τους ΜΕ3, ΜΕ6, ΜΕ8 και ΜΥ1 οι οποίοι δεν αμφισβητείται ότι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες και τους οποίους αποδέχομαι ότι συνιστούν τέτοιους εμπειρογνώμονες, ότι υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Υπενθυμίζω επίσης την δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιλέξει, κατόπιν αξιολόγησης, ποια εκ των αντικρουόμενων επιστημονικών εκδοχών θα αποδεχτεί (Parris David ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχρεούται να επιλέξει μία εξ' αυτών (Παπαχριστοφόρου Ευριπίδης Φίλιππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 488). Οι ίδιες βέβαια αρχές ισχύουν και σε σχέση και με τις ΜΕ1 και ΜΕ2, στο βαθμό που η μαρτυρία τους αφορούσε σε θέματα εμπειρογνωμοσύνης. Ξεκινώντας κατ' αρχήν ως προς τα νομικά θέματα που ήγειρε κ. Σωφρονίου θεωρώ ότι αυτά δεν ευσταθούν και δεν συνιστούν λόγους για απόρριψη της αγωγής. Εξηγώ. Αναφορικά με το θέμα της μη ύπαρξης ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των αναγκαίων διαδίκων, υπενθυμίζω ότι όπως έχει πρόσφατα νομολογηθεί, «Η παρουσία στη διαδικασία ενός αναγκαίου διαδίκου συναρτάται με την ανάγκη για αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις και αποτελεί αυτόδηλο ζήτημα (ΜΕΠΑ ν. Αγροτική
(1997)1 ΑΑΔ 772, Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1372)» (βλ. ΠΛΑΚΙΔΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΑΥΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. DSPM ENTERPRISES LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A448, Πολιτική Έφεση Αρ. 129/2013, 29/10/2019). Στην παρούσα περίπτωση τα μόνα πρόσωπα που ίσως να ήταν αναγκαία η παρουσία τους, λόγω του ότι το XXXXX ανήκει σε εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες, ήταν οι πρώην εναγόμενοι 1 και 5, οι οποίοι όμως τέθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου και όπως οι ίδιοι δήλωσαν, στην παρουσία του ευπαίδευτου συνηγόρου 2, 3 και 4, δεν θεωρούν ότι επηρεάζονται από την έκβαση της υπόθεσής και συμφωνήσαν όπως μην συνεχίσουν να λαμβάνουν πλέον μέρος στη διαδικασία. Μάλιστα δε, η θέση αυτή «ξεκαθάρισε» τον αρχικό προβληματισμό του κ. Σωφρονίου ως προς το θέμα παρουσίας των αναγκαίων διαδίκων και σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε είτε με τα δικόγραφα είτε άλλως πως η θέση από πλευράς εναγομένων 2, 3 και 4 ότι είναι οι εναγόμενοι 1 και 5 που ευθύνονται για την κατ' ισχυρισμό επέμβαση, αν ήθελε φανεί ότι όντως υφίσταται οποιαδήποτε επέμβαση. Κανένα επομένως πρόβλημα δεν δημιουργείται από το ότι η αγωγή συνεχίστηκε από μόνο για κάποιους από τους αρχικούς εναγόμενους. Ως προς το θέμα της διττής ιδιότητας με την οποία παρουσιάζεται στον τίτλο αγωγής η ενάγουσα, ήτοι προσωπικά και ως διαχειρίστρια της περιουσίας του πρώην ενάγοντα 1, αυτό δεν θεωρώ ότι επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία έστω και αν η ενάγουσα είναι πλέον η αποκλειστική ιδιοκτήτρια του XXXXX, ώστε να τίθεται οποιοδήποτε δικονομικό κώλυμα προώθησης της αγωγής. Άλλωστε όταν καταχωρήθηκε αρχικά η αγωγή ο πρώην ενάγοντας 1 ήταν εν ζωή αλλά και διάδικος στην αγωγή και συνεπώς είχε και αυτός δικαίωμα μέχρι το θάνατο του για αποζημιώσεις αν ήθελε αποδειχθεί επέμβαση αλλά και υποχρέωση να καταβάλει έξοδα στους εναγόμενους αν η αγωγή απορριφθεί. Ούτε η θέση αυτή συνεπώς της υπεράσπισης κρίνεται να ευσταθεί. Τέλος όσο αφορά τη θέση αναφορικά με το ότι ο εναγόμενος 4 ενάγεται ως συνιδιοκτήτης, εφόσον το θέμα ευθύνης του εν λόγω εναγόμενου είναι θέμα που θα εξεταστεί μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, στο παρόν στάδιο θα περιοριστώ απλά να αναφέρω ότι το κατ' ισχυρισμό αστικό αδίκημα που αποδίδεται στον εν λόγω εναγόμενο δεν άπτεται της ιδιότητας του αλλά των κατ' ισχυρισμό ενεργειών του, ήτοι ανέγερση, κατασκευή και χρήση κάποιου υποστατικού που επεμβαίνει στο ακίνητο της ενάγουσας, ενέργειες οι οποίες αν αποδειχθούν, ικανοποιούν το υπό κρίση αστικό αδίκημα και τις σχετικές πρόνοιες του αρ. 43 Κεφ.
  1. Καμία συνεπώς εκ των νομικών θέσεων της υπεράσπισης δεν κρίνεται να ευσταθεί και όλους τους απορρίπτονται. Προχωρώ τώρα με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Επισημαίνω τα εξής. Από τις χωρομετρικές εργασίες του Διευθυντή του Κτηματολογίου που έγιναν κατά το 1976 και 2007 σε σχέση με τις συνοριακές διαφορές μεταξύ XXXXX και XXXXX, οι οποίες εργασίες αποτυπώνονται στα επίσημα χωρομετρικά σχέδια του Κτηματολογίου Τεκ.1Α και 1Β, τη μη αντεξέταση της ΜΕ1 η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η χωρομετρική εργασία που αποτυπώθηκε στο Τεκ.1Α συμπληρώθηκε στις 20/10/06 καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση των επί του προκειμένου θέσεων της ΜΕ2, προκύπτει αυτό που και ο ίδιος άλλωστε ο μάρτυρας των εναγομένων διαπίστωσε, ο ΜΥ1 δηλαδή, ήτοι ότι στις 20/10/06 διαπιστώθηκε ότι μεταξύ των δύο επίμαχων τεμαχίων υπήρχε μία λωρίδα γης, η οποία κατά το 1979 ήταν περιφραγμένη με «ττέλι» ως μέρος του XXXXX και η οποία λωρίδα κρίθηκε με την απόφαση του 1979 να ανήκει στο XXXXX, δηλαδή στο ακίνητο της ενάγουσας. Επισημαίνω επίσης το ότι δεν αντικρούστηκε από πλευράς εναγομένων με οποιαδήποτε μαρτυρία, επιστημονική ή άλλως πώς, η εικόνα που παρουσιάζει το χωρομετρικό σχέδιο του 2007 (Τεκ.1Α), ήτοι ότι μεταξύ των δύο τεμαχίων εξακολουθούσε μέχρι τις 20/10/06 τουλάχιστο να υφίσταται αυτή η επίμαχη λωρίδα γης που αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασης του 1979 και ούτε οι θέσεις του ΜΥ1 στράφηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Επισημαίνω ότι ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε ότι με βάση την απόφαση του 1979 ορθά φαίνεται μέχρι και τις 20/10/06 τουλάχιστο, να υπάρχει η εν λόγω λωρίδα μεταξύ των δύο ακινήτων, αλλά η θέση του ήταν ότι είναι η απόφαση του 1979 που πάσχει και ότι το κτηματολογικό λάθος έγινε πριν και όχι μετά μετά την απόφαση του
  2. Οι επί του προκειμένου όμως αμφισβητήσεις του ΜΥ1, οι οποίες άπτονται της ορθότητας της απόφασης του 1979 και των σχετικών με αυτή χωρομετρικών εργασιών που έγιναν τότε από το Διευθυντή του Κτηματολογίου ως τον μόνο νομοθετικά και νομολογιακά αναγνωρισμένο φυσιολογικό φορέα επίλυσης των συνοριακών διαφορών με τις οποίες οι εν λόγω εργασίες σχετίζονται, δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αγωγής της παρούσας φύσης αλλά μόνο στα πλαίσια διαδικασίας έφεσης δυνάμει του αρ. 80 Κεφ.224 και τέτοια διαδικασία ουδέποτε έγινε σε σχέση με την απόφαση του 1979 (βλ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ κ.α. ν. ΜΑΡΙΑΣ ΣΠΥΡΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ. 114/2012, 24/4/2018 και Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 448). Άλλωστε, η προηγούμενη επίλυση της διαφοράς από τον Διευθυντή αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση δικαστικών μέτρων για παράνομη επέμβαση εξ' και στα πλαίσια τέτοιας αγωγής το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα ή νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή αλλά την εκλαμβάνει ως δεδομένη (βλ. xxx xxx ΤΡΑΓΚΟΛΑ ν. xxx xxx ΣΙΟΠΑΧΑΣ κ.α ECLI:CY:AD:2019:A221, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 434/2012, 444/2012, 6/6/2019). Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η μη αντίκρουση του σχεδίου Τεκ.1Α από πλευράς εναγομένων καταρρίπτει και την θέση που υπεβλήθη στους ΜΕ5 και ΜΕ7 ως προς το ότι ο τοίχος περίφραξης της κατοικίας τους, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε ότι χτίστηκε το 1980, στην πραγματικότητα δεν είναι χτισμένος πριν την «διαφιλονικούμενη λωρίδα» αλλά στο σύνορο που υπέδειξε ο Διευθυντής το 1979, και συνεπώς δεν υπάρχει «διαφιλονικούμενη λωρίδα» μεταξύ των δύο ακινήτων ως φαίνεται στο σχέδιο Τεκ.1Α. Η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης όπως και η θέση ότι οι παράγκες που φαίνονται στο χωρομετρικό σχέδιο Τεκ.1Α να υπήρχαν στις 20/10/06, στην πραγματικότητα «χαλάστηκαν» και στη συνέχεια ξαναχτίστηκαν σε άλλο σημείο εκτός της λωρίδας και κατά τρόπο που δεν επεμβαίνει σε αυτή, υπόκεινται σε απόρριψη και για τον επιπρόσθετο λόγό ότι ουδείς εκ των εναγομένων 2, 3 και 4 προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως προς τα πραγματικά κατ' εκείνους γεγονότα της υπόθεσης, με αποτέλεσμα αυτές οι πραγματικές θέσεις που προωθήθηκαν εκ μέρους τους κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας να παραμείνουν άνευ τεκμηρίωσης και απλά ως υποβολές. Επισημαίνω ότι πλην της ενάγουσας και του συζύγου της, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 συνιστούν τα μόνα άλλα πρόσωπα που έχουν άμεση γνώση της πραγματικής κατάστασης πραγμάτων και παρά ταύτα οι τελευταίοι ουδέποτε προσήλθαν για να δώσουν την δική τους εκδοχή . Σε κάθε περίπτωση όμως, τέτοιοι ισχυρισμοί γεγονότων δεν προβλήθηκαν ποτέ στο δικόγραφο της υπεράσπισης των εναγομένων, οι οποίοι υπενθυμίζω παρέμειναν απλά σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας Ούτε όμως έχει αντικρουστεί από πλευράς εναγομένων η θέση των ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΕ7, δηλαδή της διευθύντριας της πρώην εναγομένης 1, της ενάγουσας και του συζύγου της, ότι οι δύο κατοικίες που φαίνεται στο Τεκ.1Α να υπάρχουν στο XXXXX και να βρίσκονται πίσω από τις δύο παράγκες συνιστούν τις κατοικίες των εναγομένων 2 και 3 αντίστοιχα. Μάλιστα δε, επισημαίνοντας ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ανέγερση των δύο παραγκών αλλά μόνο το πότε και πού είναι που ανεγέρθηκαν αυτές οι παράγκες, σύμφωνα με σχετική υποβολή που έγινε προς την ενάγουσα, η παράγκα για την οποία παραπονείται η τελευταία χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο 4 για τους αποθηκευτικούς σκοπούς της εναγομένης 2, οι επί του προκειμένου θέσεις των ΜΕ5 και ΜΕ7 ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν. Με άλλα λόγια, σε καμία περίπτωση η υπεράσπιση δεν αντέκρουσε με τη μαρτυρία των εναγομένων ή άλλως πως, τη θέση των ΜΕ5 και ΜΕ7 ότι η παράγκα για την οποία υφίσταται το παράπονο της ενάγουσας ανεγέρθηκε εις γνώση και με την ανοχή όλων των εναγομένων 2, 3 και 4 καθώς επίσης και ότι από της ανέγερσης της παράγκας μέχρι και σήμερα αυτή χρησιμοποιείται από τους τελευταίους, θέση η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Δεν παραγνωρίζω βέβαια εδώ ότι δεν υπήρξε ξεκάθαρη θέση από πλευράς ΜΕ5 και ΜΕ7 ως προς το πότε είναι που χτίστηκαν οι δύο επίμαχες παράγκες, αφού η σχετική περίοδος που οι εν λόγω μάρτυρες καθόρισαν σε σχέση με το θέμα αυτό κυμαίνεται μεταξύ 15 - 20 χρόνια. Από το αδιαμφισβήτητο όμως χωρομετρικό σχέδιο του Κτηματολογίου (Τεκ.1Α) και την θέση της ΜΕ1, η οποία δεν αντεξετάστηκε, ότι η χωρομετρική εργασία από την οποία προέκυψε το εν λόγω σχέδιο συμπληρώθηκε στις 20/10/06, προκύπτει ότι στις 22/10/06 τουλάχιστο, ήτοι 13 χρόνια πριν καταθέσουν οι ΜΕ5 και ΜΕ7, οι επίμαχες παράγκες υφίσταντο και ότι δεν ανεγέρθηκαν περί τα τέλη 2014 αρχές 2015 ως υπέβαλε η υπεράσπιση. Η εικόνα συνεπώς του δικογράφου της υπεράσπισης, σε συνδυασμό με τα μη αμφισβητούμενα σχέδια του Κτηματολογίου Τεκ.1Α, 1Β, τις παραδοχές που έγιναν μέσω των υποβολών που τέθηκαν στους ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΕ7 ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, την επιλογή των εναγομένων να μην καταθέσουν προς τεκμηρίωση των περί του αντιθέτου πραγματικών θέσεων που υποβλήθηκαν εκ μέρους τους και να αντικρούσουν τις θέσεις της πλευράς της ενάγουσας και την καλή εντύπωση που μου έκαμαν οι ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΕ7 ως μάρτυρες, καθιστά τη μαρτυρία των τελευταίων πλήρως αποδεκτή και στη βάση της προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα ότι από τις 22/10/06 τουλάχιστο και μέχρι σήμερα, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατέχουν και χρησιμοποιούν υποστατικό που ανεγέρθηκε στο τεμάχιο που επίσης κατέχουν και χρησιμοποιούν, ήτοι στο 138 και ότι μέρος αυτού του υποστατικού εισέρχεται, εισέρχεται 1.65μ. η βόρεια πλευρά και 1.85μ η νότια, σε λωρίδα γης η οποία ανήκει στο τεμάχιο της ενάγουσας, ήτοι στο XXXXX, χωρίς όμως να είχαν ποτέ ή να έχουν την άδεια ή την συγκατάθεση των ιδιοκτητών του εν λόγω ακινήτου. Το επόμενο ερώτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι η έκταση εντός της λωρίδας που ανήκει στην ενάγουσα που καλύπτεται από το μέρος του επίμαχου υποστατικού που βρίσκεται στο XXXXX. Υπενθυμίζω εδώ ότι πέραν της ρητής δικογραφημένης θέσης της ενάγουσας επί αυτού του θέματος, θέση την οποία έχω παραθέσει αυτούσια ανωτέρω, ο ίδιος ο σύζυγος της ενάγουσας (ΜΕ 5) δήλωσε κατά τη μαρτυρία του ότι το υπόλοιπο μέρος της λωρίδας που δεν καλύπτεται από το επίμαχο υποστατικό είναι ελεύθερο εφόσον η άλλη παράγκα που βρίσκεται εκεί «δεν μας εμποδίζει» και ότι το μόνο «εμπόδιο» που υπάρχει προς το ελεύθερο κομμάτι της λωρίδας είναι ο τοίχος περίφραξης της δικής τους κατοικίας. Αυτή η εικόνα άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες Τεκ.6 που κατατέθηκαν κατά τη μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας αλλά και από τις φωτογραφίες των εμπειρογνωμόνων της. Όπως όμως ανέφερα πιο πάνω, επί αυτή της έκτασης δεν προσκομίσθηκε καμία ξεκάθαρη μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας εφόσον κανένα κτηματολογικό έγγραφο δεν αναφέρει ποια είναι η έκταση αυτή, οι ΜΕ5 και ΜΕ7 δήλωσαν ότι δεν είναι ειδικοί επί του θέματος ενώ κανένας εκ των ειδικών που οι τελευταίοι διόρισαν, ήτοι οι ΜΕ3, ΜΕ6 και ΜΕ8, δεν προέβηκαν σε μια τέτοια μέτρηση αφού όλοι τους επικεντρώθηκαν, ως άλλωστε ήταν και οι οδηγίες τους, στον υπολογισμό του εμβαδού ολόκληρης της λωρίδας της γης και όχι της γης στην οποία πραγματικά υφίσταται επέμβαση. Βεβαίως, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι οι τρεις εμπειρογνώμονες της ενάγουσας δεν φαίνεται να συμφωνούν ούτε και σε σχέση με αυτό το εμβαδόν ολόκληρης της λωρίδας που ανέλαβαν να μετρήσουν, αφού ο καθένας τους κατέληξε σε διαφορετικά αποτελέσματα. Ο μόνος εκ των ειδικών της ενάγουσας που προέβη σε κάποια σχετική μέτρηση του μέρους της παράγκας που εισέρχεται στη λωρίδα της ενάγουσας ήταν ο ΜΕ8, ο οποίος όμως μέτρησε μόνο την απόσταση της «εισόδου» των δύο πλευρών της παράγκας στη λωρίδα (1,65 στα βόρεια και 1,85 στα νότια) και όχι την συνολική έκταση γης που καλύπτεται από αυτή. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι πρόκειται για άνισες αποστάσεις και ότι απουσιάζει η μέτρηση της τρίτης πλευράς, το σχετικό εμβαδό δεν μπορεί να υπολογιστεί ούτε με απλή μαθηματική πράξη. Παρόμοια είναι και η εικόνα που παρουσιάζει το Τεκ.1Α το οποίο επίσης περιορίζεται στις μετρήσεις των δύο εκ των τριών πλευρών χωρίς αναφορά στο εμβαδό και ούτε οι λειτουργοί ΜΕ1 και ΜΕ2 μπόρεσαν να διαφωτίσουν επί του θέματος. Συνεπεία όμως του τρόπου προσέγγισης της έκτασης της επέμβασης, οι εκτιμήσεις στις οποίες προέβηκαν οι ΜΕ3 και ΜΕ6 κρίνονται ως άστοχες και ακροσφαλείς αφού όχι μόνο ακόμη και μεταξύ τους διαπιστώνεται να υπάρχει σημαντική και αδικαιολόγητη διάσταση, αλλά και οι δύο εκτιμήσεις αφορούν στην αξία ολόκληρης της λωρίδας της γης και δη της αγοραίας αξίας αντί στην ενοικιαστική αξία της γης στην οποία υφίσταται πραγματική επέμβαση, ήτοι το μέρος που καλύπτει η επίμαχη παράγκα, το οποίο είναι και το νομολογιακά αναγνωρισμένο μέτρο αποζημιώσεων σε υποθέσεις παράνομης επέμβασης (βλ Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836). Κοντολογίς, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε πρωτοδίκως και επικυρώθηκε κατ' έφεση στην υπόθεση Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301, η μαρτυρία της πλευράς της ενάγουσας ως προς το θέμα της έκτασης της επέμβασης και κατ' επέκταση της ζημιάς της ενάγουσας είναι σε τέτοιο βαθμό θολή και ασαφής - obscure, που δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή ανάλογων συμπερασμάτων και ευρημάτων και συνεπώς απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, κρίνω, καθοδηγούμενος από τις αρχές που διέπουν τη νομική πτυχή του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης δυνάμει του άρθρου 43
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ. 149, το οποίο είναι αγώγιμο per se (βλ. Τράγκολα ανωτέρω Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Κάκουλλου ν. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355, Halsbuby's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 38, σελ. 739, Salmond on the Law of Torts, 17η έκδ. σελ. 38, και Clerk and Lindsell on Torts, 14η έκδ., σελ. 758, παρ. 1311), ότι η ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι με την ανέγερση, κατοχή και χρήση υποστατικού στο τεμάχιο 138, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 παράνομα επεμβαίνουν στο ακίνητο της από τις 22/10/06 εφόσον μέρος του εν λόγω υποστατικού εκτείνεται και καλύπτει άνευ αδείας και εξουσιοδότησης σε μέρος της δικής της ακίνητης ιδιοκτησίας και συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται στο αιτούμενο διάταγμα άρσης της επέμβασης ως αυτή κατέστη εύρημα μου ανωτέρω. Ως προς το θέμα των αποζημιώσεων που αξιώνει η ενάγουσα, υπενθυμίζω ότι «Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος
(1998)1 A.A.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).(και ότι). Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1059)..» (βλ Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 και Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301). Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, δεν κατάφερε να αποδείξει με τη μαρτυρία της είτε την έκταση της επέμβασης είτε τη κατ' ισχυρισμό ζημιά της, για την οποία ζημιά να σημειωθεί ότι στην Ε/Α που καταχωρήθηκε το 2011 προβάλλετο η θέση ότι τότε ανέρχετο στις €47.000, ήτοι διαφορετικά απ' ότι ισχυρίστηκαν οι εμπειρογνώμονες της το
  1. Συνεπεία αυτής της αποτυχίας όμως και στη βάση των αρχών που αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις €
  2. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ως το Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης με το χρόνο συμμόρφωσης με τα διατάγματα υπό Β και Γ να καθορίζεται στους 2 μήνες από την επίδοση σε αυτούς των εν λόγω διαταγμάτων. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα €100 ονομαστικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εφόσον η ενάγουσα έχει δικαιωθεί ως προς το ζήτημα της παράνομης επέμβασης, εξ' ου και η έκδοση των διαταγμάτων προς άρση της επέμβασης, δικαιούται στα έξοδα της εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 (βλ. Τράγκολας ανωτέρω). Δεν έχει όμως καταφέρει η ενάγουσα να αποδείξει είτε συγκεκριμένη οικονομική ζημιά, είτε την αξία του επίδικου μέρους της γης ως επιβάλλει η Δ.2Θ.10, είτε την κλίμακα της αγωγής της, η οποία κλίμακα να σημειωθεί τέθηκε στις €10.000 - €50.000 υπό την εσφαλμένη και σε κάθε περίπτωση μη αποδεδειγμένη αντίληψη ότι οι αποζημιώσεις που δικαιούται αφορούν στην αγοραία και όχι στην ενοικιαστική αξία της γης ως είναι το σχετικό νομολογιακό μέτρο των αποζημιώσεων. Επιδικάσθηκαν δε υπέρ της μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Λαμβανομένων τούτων συνεπώς υπόψη, καθώς επίσης και ότι σύμφωνα με τους ίδιους τους εκτιμητές της ενάγουσας ΜΕ3 και ΜΕ6, η ενοικιαστική αξία ολόκληρης της λωρίδας γης και για περίοδο 40 περίπου χρόνων, ήτοι το 1/3 της περιόδου που αποδείχθηκε να υφίσταται επέμβαση, κυμαίνεται μεταξύ €8.000 - 15.000 και ότι η πραγματική επέμβαση που αποδείχθηκε αφορά σε ένα μόνο μικρό μέρος της λωρίδας αυτής, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι στην ενάγουσα θα πρέπει να καταβληθούν έξοδα στην κλίμακα €500 - €
  3. Επιδικάζονται συνεπώς έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500 - €2000 και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.