← Κύπρος

ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 4374/12, 23/1/2020

ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 4374/12, 23/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4374/12 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγουσα και ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη ----------------- Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Α. Κυριάκου Για Εναγόμενη: κα A. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε αξίωση της ενάγουσας, ιδιοκτήτριας του οχήματος μάρκας MERCEDES CLK 23 SALOON με αριθμό εγγραφής XXXXX33, για ποσό €7.500, ως το εν λόγω ποσό περιορίστηκε κατά την ακρόαση, συνεπεία κατ' ισχυρισμό παράβασης από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία του μεταξύ τους ασφαλιστικού συμβολαίου. Είναι συγκεκριμένα ο δικογραφημένος ισχυρισμός της ενάγουσας ότι στις 24/05/11 και περί ώρα 2130, το προαναφερόμενο όχημα της οδηγείτο από τον γιο της, Χ. Παπαχαραλάμπους στο δρόμο Αρχιμανδρίτας - Κουκλιών όταν κατόπιν ατυχήματος έπεσε σε γκρεμό βάθους 40 - 50 μέτρων με αποτέλεσμα να καταστραφεί εντελώς. Κατά το χρόνο του ατυχήματος, ισχυρίζεται η ενάγουσα, το όχημα υπόκειτο σε περιεκτική (full) ασφαλιστική κάλυψη από την εναγόμενή δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου με αρ. 30028070 το οποίο είχε εκδοθεί αρχικά στις 29/05/09 και έκτοτε ανανεωνόταν κανονικά στη λήξη του. Ο γιος την ενάγουσας ήταν σύμφωνα με την τελευταία εξουσιοδοτημένος, δυνάμει του ασφαλιστηρίου, να οδηγεί το όχημα και αμέσως μετά το ατύχημα ειδοποίησε ο ίδιος σχετικά την εναγόμενη, αντιπρόσωποι της οποίας μετέβηκαν στη σκηνή, έλαβαν φωτογραφίες και ενημερώθηκαν πλήρως για το τί είχε συμβεί. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι όταν υπέβαλε απαίτηση στην εναγόμενη για να της καταβληθεί το ποσό για το οποίο ήταν τότε ασφαλισμένο το όχημα, η τελευταία, κατά παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης απέρριψε την απαίτηση και μέχρι σήμερα αρνείται να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και να καταβάλει στην εναγόμενη την αξία του οχήματος της. Στην αντίπερα όχθη, αν και δέχεται με την υπεράσπιση της η εναγόμενη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημα της ενάγουσας καλύπτετο με περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη και ότι ο Παπαχαραλάμπους ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός του, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό εφόσον παρέβηκε ουσιαστικούς συμβατικούς όρους και «χρησιμοποίησε ψευδείς παραστάσεις για να εισπράξει παρανόμως το ασφάλιστρο». Ισχυρίζεται ειδικότερα η εναγόμενη με την υπεράσπιση της ότι:

  1. Η ενάγουσα παρέβηκε την επίδικη συμφωνία διότι: «Α) Η ενάγουσα και/ή ο οδηγός του αυτοκινήτου σκόπιμα και με μοναδικό σκοπό την παράνομη είσπραξη του ασφαλίστρου, κατά παράβαση της συμφωνίας ασφάλισης, προκάλεσαν ζημιές και/ή την ολοκληρωτική καταστροφή του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Β) Η ενάγουσα και/ή ο οδηγός του αυτοκινήτου κατά παράβαση της συμφωνίας ασφάλισης, παρέλειψαν να ειδοποιήσουν τους εναγόμενους για το υποτιθέμενο δυστύχημα.»
  2. Η ενάγουσα προέβη σε ψευδείς παραστάσεις ήτοι: «Α) Η ενάγουσα μετά από συνεννόηση και/ή συναίνεση και/ή σε συνεργασία με το γιο της οδηγό του αυτοκινήτου, και ενώ γνώριζε ότι για να εισπράξει το ασφάλιστρο έπρεπε το αυτοκίνητο να υποστεί ζημιές εξ' αιτίας δυστυχήματος, αυτή ψευδώς υπέβαλε απαίτηση και/ή διεκδίκησε αποζημιώσεις ενώ γνώριζε και/ή γνωρίζει ότι το αυτοκίνητο δεν καταστράφηκε από δυστύχημα. Β) Η ενάγουσα εν γνώσει της ότι αυτό αποτελούσε απάτη, συναίνεσε και/ή επέτρεψε το γιο της να οδηγήσει και/ή αυτός οδήγησε το αυτοκίνητο σκόπιμα και με τέτοιο τρόπο ώστε να του προκαλέσει την ολοκληρωτική καταστροφή του, ήτοι το έριξε κάτω από κρημνό μεγάλου ύψους.» Κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας έδωσαν τέσσερεις μάρτυρες, ήτοι η ίδια ως ΜΕ1, ο Αστ. XXXXX Ι. Στυλιανού που υπηρετούσε τότε στον Αστ. Σταθμό Κουκλιών (ΜΕ2), ο γιος της ενάγουσας Χ. Παπαχαραλάμπους (ΜΕ3) και ο εκτιμητής μηχανοκινήτων οχημάτων Ν. Μαρκουλλής (ΜΕ4) ενώ για την εναγόμενή κατέθεσε μόνο ο εμπειρογνώμονας σε θέματα εκτιμήσεων μηχανοκινήτων οχημάτων και αναπαράστασης τροχαίων οχημάτων, Α. Αγαθαγγέλου (ΜΥ1). Κατατέθηκαν δε στο σύνολο τους 15 τεκμήρια ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο καθίσταται εύρημα μου, ότι η ζημιά που έχει υποστεί το όχημα της ενάγουσας είναι ολικής φύσης και ανέρχεται στο ποσό των €7.500, ποσό στο οποίο περιορίστηκε η αξίωση της τελευταίας. Παραθέτω συνοπτικά την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΜΕ1- Ενάγουσα Η μάρτυς έκαμε αναφορά τόσο στο πώς αυτή κατέστη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και ο γιος της ο οδηγός του, ήτοι ότι το αγόρασε εκείνη με δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα για να το κάνει δώρο στον τελευταίο, δάνειο το οποίο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να πληρώνει, όσο και στο ιστορικό της σύμβασης περιεκτικής ασφαλιστικής κάλυψης που είχε με την εναγόμενη από το 2009 μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος (Τεκ. 1, 2, 3, 4 και 5). Σύμφωνα με την μάρτυρα, όλα τα αυτοκίνητα της οικογένειας της, τέσσερα στο σύνολο, είναι ασφαλισμένα με την εναγόμενη και ουδέποτε πριν την παρούσα περίπτωση υπέβαλε οποιαδήποτε απαίτηση για αποζημίωση. Η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι καμία προσωπική γνώση δεν έχει η ίδια ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και ότι ο μόνος που μπορεί να δώσει διευκρινήσεις σε σχέση με το θέμα αυτό είναι ο γιος της ο οποίος ήταν αποκλειστικά το πρόσωπο που το οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είχε επικοινωνήσει μαζί της τη νύχτα μετά που έγινε το ατύχημα για να της ζητήσει να του δώσει το τηλέφωνο της οδικής ασφάλειας λέγοντας της μόνο ότι είχε εμπλακεί σε ατύχημα και ότι ο ίδιος ήταν καλά και εφόσον καθησυχάστηκε ως προς το ότι δεν είχε τραυματιστεί ο γιος της, δεν ζήτησε εκείνη την στιγμή να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για το ατύχημα - «άμα εν εχτύπησες εσύ, τα σίδερα σάζουνται». Το ότι το όχημα είχε πέσει σε γκρεμό η ίδια το πληροφορήθηκε αργότερα όταν ξαναμίλησε με το γιο της ο οποίος την ενημέρωσε ότι δεν κατέστη δυνατό να ανασυρθεί το όχημα εκείνη την νύχτα και ότι θα ξαναπροσπαθούσαν το επόμενο πρωί. Δέχτηκε η μάρτυς κατά την αντεξέταση της ότι πριν το επίδικο ατύχημα το αυτοκίνητο είχε αντιμετωπίσει κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα συνεπεία του οποίου είχε ακινητοποιηθεί στην Πάφο όπου διέμενε τότε ο γιος της και ότι χρειάστηκε να μεταφερθεί με πλατφόρμα της Rescue Line σε κάποιο μηχανικό επ' ονόματι XXXXX, ισχυρίστηκε όμως ότι η ίδια δεν γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες για το θέμα αυτό. Απέρριψε όμως τη θέση που της υπεβλήθη ότι το πρόβληαμα που είχε παρουσιαστεί αφορούσε στο κιβώτιο ταχυτήτων του οχήματος και ισχυρίστηκε ότι απ' ότι την είχε πληροφορήσει τότε ο γιος της, το πρόβλημα τελικά αφορούσε στους πόλους της μπαταρίας του αυτοκινήτου. Υπεβλήθη τότε στη μάρτυρα από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης η θέση ότι ο γιος της είχε ρίξει επίτηδες το αυτοκίνητο σε γκρεμό ώστε να εισπραχθεί η αποζημίωση από την ασφάλεια και αυτό διότι το αυτοκίνητο αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το κιβώτιο ταχυτήτων και η επιδιόρθωση του θα κόστιζε «πολλά λεφτά» οπόταν κρίθηκε ασύμφορη. Η μάρτυς απέρριψε κατηγορηματικά την εν λόγω υποβολή ισχυριζόμενη ότι θα ήταν παράλογο για κάποιον να καταστρέψει εξολοκλήρου ένα αυτοκίνητο αξίας €15.000 απλά για να αποφύγει να αντικαταστήσει ένα κιβώτιο ταχυτήτων αφού το κόστος τέτοιας αντικατάστασης, σύμφωνα με προηγούμενη εμπειρία της, δεν θα ήταν περισσότερο από €400 - €
  3. Ακόμα και να χρειαζόταν αντικατάσταση της μηχανής, ισχυρίστηκε η μάρτυς απαντώντας σε παρόμοιας φύσης ερώτηση που της έγινε, λαμβανομένου υπόψη ότι στο παρελθόν είχε η ίδια καταβάλει ποσό περί τα €700 για να αλλάξει την μηχανή σε ένα από τα άλλα οχήματα της οικογένειας της επίσης τύπου MERCENDES, η θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να σταθεί λογικά. ΜΕ2- Αστ. XXXXX Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει ως ο αστυνομικός που ενεπλάκηκε στην υπόθεση. Σύμφωνα με σχετική έκθεση που ετοίμασε (Τεκ.6), η αστυνομία είχε ενημερωθεί για το ατύχημα από τον γιο της ενάγουσας την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 25/05/
  4. Επειδή όμως δεν υπήρξαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί ή ζημιά σε ξένη περιουσία δεν κρίθηκε αναγκαίο να ανοιχτεί αστυνομικός φάκελος οπόταν και με οδηγίες του υπεύθυνου λοχία του, το συμβάν παρέμεινε απλά ως μία καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού. Από ότι θυμάται, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, σε κάποιο στάδιο είχε μεταβεί μαζί με τον λοχία του στο σημείο απλά για να δουν το χώρο και αν και το όχημα είχε ήδη μετακινηθεί, ούτε ο ίδιος ούτε ο λοχίας έκριναν, στη βάση των όσων οι ίδιοι διαπίστωσαν, αναγκαίο να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από αυτή που είχαν ήδη κάνει, ήτοι απλά να καταχωρήσουν το περιστατικό στο μητρώο του σταθμού. Ακόμη και να ειδοποιείτο την ίδια ώρα του ατυχήματος η αστυνομία, ανέφερε ο μάρτυρας και πάλι στις ίδιες ενέργειες θα προέβαιναν αφού δεν προέκυπτε λόγος για να γίνει κάτι διαφορετικό. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του κατά πόσο είχε προβληματιστεί ως προς το αληθοφανές του ισχυρισμού που έδωσε τότε ο οδηγός του οχήματος, ήτοι ότι «ενώ οδηγούσε . σε κάποιο σημείο σε μια αριστερόστροφή στροφή απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να πέσει σε γκρεμό βάθους 40 - 50 περίπου μέτρων . (και) όταν αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο του κατευθυνόταν στο γκρεμό άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε από το αυτοκίνητο χωρίς να τραυματιστεί, φέροντας μόνο εκδορές και γδαρσίματα στο δεξί χέρι» και κατά πόσο θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στην πραγματικότητα ο οδηγός να πήρε το αυτοκίνητο στο συγκεκριμένο σημείο και στη συνέχεια να το έριξε αυτοβούλως από τον γκρεμό. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι αν και δεν θυμάται να διαπιστώθηκαν στο σημείο ίχνη πλαγιολίσθησης εντούτοις πρόκειται για επικίνδυνη στροφή και το κατά πόσο θα έπρεπε να υπάρχουν ή όχι τέτοια ίχνη εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως π.χ. την απόσταση που είχε το αυτοκίνητο από τον γκρεμό όταν ξέφυγε της πορείας του, το πότε ο οδηγός αντιλήφθηκε ότι το όχημα κατευθύνετο προς τον γκρεμό και αν πρόλαβε να εφαρμόσει τα φρένα του καθώς επίσης και την κατεύθυνση που είχε το όχημα προτού πέσει από τον γκρεμό. Εφόσον αυτοί οι παράγοντες, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, δεν είναι γνωστοί, ο ίδιος δεν μπορεί να τοποθετηθεί ως προς κατά πόσο μπορεί να μην ευσταθεί ο ισχυρισμός του οδηγού σημειώνοντας όμως ότι ουδέποτε του πέρασε από το μυαλό ότι ενδέχετο να μην ήταν ατύχημα αλλά εσκεμμένη ενέργεια για να εισπραχθεί αποζημίωση από την ασφάλεια, αν μη τη άλλο διότι ο είναι ο ίδιος ο οδηγός του οχήματος που ειδοποίησε άμεσα την αστυνομία για τα σχετικά. Του υπεβλήθη τότε από την συνήγορο της εναγόμενης ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι αστυνομικοί που ενεπλάκηκαν επέδειξαν παντελή αμέλεια αφού όφειλαν να σκεφτούν πονηρά και να διερευνήσουν σε βάθος το συμβάν και ότι ο λόγος που δεν προέβηκαν σε μια τέτοια διερεύνηση είναι επειδή «βαριόντουσαν» και δεν ήθελαν να μπλέξουν σε μια δύσκολη υπόθεση, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Σημειώνω εδώ ότι μετά την μαρτυρία του ΜΕ2 κατατέθηκαν από κοινού και για περιορισμένο σκοπό τα Τεκ. 7, 8, 9 και 10, ήτοι επιστολή 04/07/11 από εναγόμενη προς αρχηγό αστυνομίας με την οποία ζητήθηκε να διερευνηθεί ενδεχόμενη απόπειρα καταδολίευσης της ασφάλειας (Τεκ.7), επιστολή της αστυνομίας προς εναγόμενη ημερ.30/01/12 με την οποία η τελευταία ενημερώθηκε για το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε ο οδηγός του οχήματος στις 26/11/11 (Τεκ.8), επιστολή σταθμάρχη Κουκλιών προς δικηγόρους ενάγουσας 05/10/16 αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε ο οδηγός στις 25/05/11 (Τεκ.10) και «έντυπο ειδοποιήσεως ατυχήματος» της εναγόμενης με ημερ. 01/06/
  5. Τα Τεκ. 7, 8 και 10 κατατέθηκαν από κοινού προς απόδειξη μόνο του ότι στάληκαν ή συντάχθηκαν, αναλόγως της περίπτωσης, στις ημερομηνίες που εκεί αναφέρονται, με το γεγονός της σύνταξης και αποστολής τους να είναι κοινώς αποδεκτό ενώ το Τεκ. 9, κατατέθηκε προς απόδειξη του ότι όντως η εναγόμενη ενημερώθηκε για το ατύχημα. Κατά την ακρόαση, ο σκοπός της κατάθεσης του Τεκ. 8 επεκτάθηκε σε όλο το περιεχόμενο του εγγράφου με την επιφύλαξη των θέσεων που κάθε πλευρά προβάλλει σε σχέση με τα όσα εκεί αναφέρονται. Ειδική αναφορά στα εν λόγω τεκμήρια κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. ΜΕ3 - Χ. Παπαχαραλάμπους Ο μάρτυρας προσήλθε να καταθέσει ως ο οδηγός του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το άμεσα εμπλεκόμενο με τα επίδικα γεγονότα πρόσωπο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τον τότε καιρό διέμενε στην Πάφο με την αρραβωνιαστικιά του και εκείνη την ημέρα είχε πάει με το επίμαχο όχημα στο χωριό Αρχιμανδρίτα για να δει κάτι χωράφια που προτίθετο να αγοράσει. Όταν στην επιστροφή πλησίασε στο επίμαχο σημείο του δρόμου έλαβαν χώρα τα εξής: «.Αν θυμούμαι καλά ήταν μια ευθεία και μετά μπήκα στη στροφή, έπεσε μες το παγκέτο το αυτοκίνητο. Βασικά οι δρόμοι ήταν και λλίο....δεν ήταν καθαροί οι δρόμοι, τα παγκέτα τους. Στον συγκεκριμένο δρόμο απ' ό,τι θυμούμαι και σωστά έπεσε το αυτοκίνητο μες το παγκέτο, εγύρισε με, εβρέθηκα που τη δεξιά πλευρά του δρόμου, κατευθύνετουν προς τον γκρεμό το αυτοκίνητο..Εγύρισε με, έπεσε ποδά, επαρεξέκλινε της πορείας του το αυτοκίνητο. .Εγύρισα μονομιάς, έπιασα τα τιμόνια μου, έγυρε με μονομιάς, εξιπάτισα τες πεζίνες μου τζιαί επάτησα το στόπερ μου.Βεβαίως πατάς στόπερ. Εξαρτάται πόσο στόπερ πατάς και αναλόγως του πώς ήταν η κατάσταση. Δεν μπορώ να σου πω επάτησα 10% στόπερ ή 30% πεζίνα. Τούτα τα πράγματα είναι ενστικτωδώς. Τζιαί τώρα ας πούμε που μπαίνω στη φάση που ήμουν τζιαμέ είναι σαν θολά τα πράγματα, είναι κάτι μηχανικό, ήταν πολλά γρήγορο και πάρα πολλά ενστικτωδώς η κατάσταση που ήταν, δεν μπορώ να σου πω ακριβώς τώρα αν έγειρε δεξιά, αν με έγειρε αριστερά ή πόσο παγκέτο έπεσα. Ήταν πολλά γρήγορα τα πράγματα που εγινήκασιν. Το κάθε αυτοκίνητο που οδηγάς θέλει διαφορετικό τρόπο οδήγησης. Το αυτοκίνητο της πισινής κίνησης δεν μπορείς να ξαπολάς την πεζίνα για να το συγκρατήσεις. Είναι αυτή η πισινή κίνηση. Δεν πρέπει να παίζεις με το στόπερ του αυτοκινήτου. Για να κρατήσεις ένα αυτοκίνητο στον δρόμο που παρεξέβηκε της πορείας του ειδικά όταν είναι πισινή κίνηση πρέπει να παίξεις με την πεζίνα σου και με λλίο στόπερ, ειδικά όταν φεύγει το αυτοκίνητο που την πορεία του. Είναι διαφορετικός ο τρόπος οδήγησης του κάθε αυτοκινήτου που κρατάς φυσικά. Είναι το πρώτο πράμα που δουλεύεις το στόπερ και την πεζίνα. Πρέπει να παίξεις πάνω σε ορισμένα πράγματα. Είναι αυτοκίνητο διαφορετικής τεχνολογίας που αυτά που οδηγούμε τα επιβατικά.Βρέθηκα στην άλλη πλευρά του δρόμου.Έπεσα μες το παγκέτο δεξιά, παρεξέκλινε της πορείας του το αυτοκίνητο και με πέταξε στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Βρέθηκα μες την άλλη πλευρά, ήταν σαν χώμα.Παγκέτο του δρόμου, ήταν αρκετά πλατύς τζιαμέ.Εγώ προσπάθησα να κρατήσω το αυτοκίνητο αλλά δεν ανταποκρίνετουν. Πώς να το εξηγήσω; Προσπαθείς να κρατήσεις το αυτοκίνητο στον δρόμο. Προσπαθείς, το θέμα είναι πώς είναι το αυτοκίνητο και αν μπορείς να το επαναφέρεις. Παρεξέκλινε της πορείας του. Προσπάθησα να το φέρω πίσω, απλώς δεν τα κατάφερα. Μπορεί να μην ήμουν σωστός τι έκανα εκείνη την ώρα στην κρίση μου δηλαδή, πώς σκέφτηκα να χειριστώ εκείνη την κατάσταση. Μπορεί να έκανα λάθος χειρισμό του αυτοκινήτου. Δεν κατάφερα να το επαναφέρω, το αυτοκίνητο επήε τζιεί που επήε το αυτοκίνητο. Εξαρτάται τι αυτοκίνητο κρατάς και τι κίνηση έχει το αυτοκίνητο. . Θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα το μιλίμετρο επήαιννα κάπου 70 80 χιλιόμετρα. Υπολόγισα κάπου εκεί. Την ώρα του ατυχήματος δεν είδα ακριβώς το μιλίμετρο. Θυμούμουν ότι κάπου είδα το μιλίμετρο μου ήταν 80, .Ξεκίνησε το αυτοκίνητο, επήαιννε, έχασε την πορεία του και εγώ έμεινα πάνω στο πατίδι με 70 80 το μιλίμετρο, έπεσε στο παγκέτο, γύρισε που ποτζιεί, βρέθηκα στην άλλη πλευρά. Τζιείνο ήταν η ιστορία. Προσπάθησα να το σταματήσω, επήα όσο πιο πολλά εμπόρεσα να σταματήσω το αυτοκίνητο τζιαί ως τζιαμέ ήταν.κάπου σταμάτησα το αυτοκίνητο, ήταν το κιγκλίδωμα, χτύπησε το αυτοκίνητο πάνω, δίπλα ήταν το κιγκλίδωμα, τελείωνε, χτύπησε το αυτοκίνητο, πρέπει να είχε ένα κουγκρί κάτι τζιαμέ, κρατήστηκε το αυτοκίνητο, κάπου τζιαμέ είδα τον γκρεμό κάτω, ότι το αυτοκίνητο ήταν κάτω. Δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι ακινητοποιήθηκε. Δεν ακινητοποιήθηκε. Είχα κάποιο...δεν ξέρω...ένα δευτερόλεπτο, πέντε δευτερόλεπτα, δέκα δευτερόλεπτα; Το αυτοκίνητο ήταν σε κίνηση που δεν μπορούσα, άνοιξα την πόρτα τζιαί πετάχτηκα. Το αυτοκίνητο ήταν κρεμασμένο κάπως έτσι ας πούμε στο χείλος του γκρεμού.Το κιγκλίδωμα ετέλειωνε τζιαμέ. Όπως ετέλειωνε το κιγκλίδωμα ο χώρος ήταν που το κιγκλίδωμα τζιαί δα που έδωκε το αυτοκίνητο, κάπου δαμέ ετέλειωνε το κιγκλίδωμα, πετάχτηκε που δαμέ το αυτοκίνητο.Το κιγκλίδωμα τζιαμέ που ετέλειωνε ήταν μαυρισμένο τζιαί τσακρισμένο. Βασικά ήταν τζιαμέ που επήε κάτω το αυτοκίνητο. Δεν εμπόρουν να αλλάξω δρόμο, υπάρχουν φωτογραφίες και η πορεία του αυτοκινήτου που επήε τωρά, δεν ξέρω μπορεί να επήαν να βάλουν κιγκλίδωμα και να εκλείσαν τον δρόμο. Ούτε ξέρω, ούτε εξαναπήα τζιαμέ να δω τι γίνεται για να δω αν εβάλαν ή δεν εβάλαν. Που ήμουν εγώ στο συγκεκριμένο ατύχημα δεν υπήρχε, ετέλειωνε το κιγκλίδωμα, είχε κουγκρί τεράστιο επί του δρόμου, δεν έφκαινε βασικά το κουγκρί που κρατά το κιγκλίδωμα, αλλά ήταν φλατ με τον δρόμο εκεί που ξεκινά αλλά ήταν φλατ.Ένιωσα το αυτοκίνητο ότι χτύπησε, κάπου κρατήθηκε κάπως το αυτοκίνητο τζιαί είναι τζιαμέ που ήβρα το chance να ανοίξω την πόρτα μου τζιαί εφκήκα εγώ. Δεν είχα κάτι άλλο να κάνω.Έβλεπα το αυτοκίνητο ότι επήαιννε προς τον γκρεμό.Πετάχτηκα πάνω σε μια σιηνιά. Δεν την έβλεπα, απλώς την ένιωσα.Δεν έτρεχα την ώρα που εγίνηκε η πρόσκρουση. Εχτύπησε το αυτοκίνητο κάπου, ένιωσα το αυτοκίνητο όπως που να ήρτεν η μηχανή ίσια πάνω, εκτύπησα, ένιωσα το χτύπημα τζιαμέ και είδα τον γκρεμό μπροστά μου και άνοιξα την πόρτα τζιαί επετάχτηκα. Το αυτοκίνητο σχεδόν μπορεί να ήταν τζιαί ακινητοποιημένο. Έχλιασε τζιαί επήε τζιαμέ κάτω. Δεν επήαιννε με 80 χιλιόμετρα τζιαί άνοιξα την πόρτα τζιαί επετάχτηκα. Το αυτοκίνητο χτύπησε, πρόσκρουσε κάπου. Μετά την επόμενη μέρα που ήταν μέρα είδα ότι ίσιε ένα κουγκρί μεγάλο τζιαμέ, σχεδόν με την επιφάνεια του δρόμου τζιαί εφαίνετουν τζιαμέ, ίσιε χτύπημα τζιαί ήταν τζιαί ραγισμένο το κουγκρί.Κρεμάστηκε το αυτοκίνητο. Ήταν κρεμασμένο, έβλεπα τον γκρεμό κάτω, δεν ήταν το αυτοκίνητο ίσιο. Εχτύπησε, εκράτησε με δεν ξέρω, μπορεί ένα λεπτό, μπορεί ένα δευτερόλεπτο. Πάνω σε τζιείνη τη σύγκρουση δεν είχα τον χρόνο, επετάχτηκα, έχλιασε το αυτοκίνητο τζιαί επήε που τζιαμέ κάτω. Ήταν ήδη γυρισμένο προς τον γκρεμό, ήταν κρεμασμένο το αυτοκίνητο κάπως έτσι. Ήταν κρεμασμένο το αυτοκίνητο, κορατζιησμένο, επιάστηκε που κάτω το αυτοκίνητο.. Το μισό πάνω, το μισό ήταν μες τον γκρεμό, εκρέμετουν το αυτοκίνητο. Ήταν γυρισμένο έβλεπε τον γκρεμό κάτω. Μπροστά μου ήταν ο γκρεμός και πετάχτηκα δεξιά. ήταν μια σιηνιά τεράστια όπως άνοιξα, δεν την είδα φυσικά, άνοιξα την πόρτα, επετάχτηκα και ήταν βατό, εκράτησε με τζιαμέ.Έπεσα πλευρό...Εχτάρτηκε το σιέρι μου, το δεξί μου σιέρι». Πρόσθετα των πιο πάνω, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είχε ενημερώσει την ίδια ώρα την εναγόμενη μέσω της οδικής βοήθειας που του παρείχε στα πλαίσια της ασφαλιστικής του κάλυψης και ότι αρμόδιος αντιπρόσωπος της μετέβηκε στη σκηνή και έλαβε φωτογραφίες. Το ότι η εναγόμενη είχε δεόντως ειδοποιηθεί προκύπτει, σύμφωνα με τον μάρτυρα και από το γεγονός ότι μετά το ατύχημα και προτού υποβληθεί επίσημα απαίτηση για αποζημίωση, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς κάποιος κ. Λαρδής, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ερευνούσε το ατύχημα εκ μέρους της ασφάλειας. Με τον εν λόγω κύριο ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είχε έντονη λογομαχία μέσω τηλεφώνου και αυτό διότι ο Λαρδής ήταν αγενής αλλά και έντονος ως προς τη θέση του ότι ο μάρτυρας δεν έλεγε την αλήθεια αφού θεωρούσε παράλογο κάποιος να πεταχτεί από αυτοκίνητο που κινείται και να υποστεί μόνο εκδορές. Αυτή, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ήταν και η μόνη επικοινωνία που είχε για το θέμα με την εναγόμενη πριν την επίσημη υποβολή της σχετικής απαίτησης της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι αν και δεν ειδοποίησε την αστυνομία την ίδια ώρα διότι αντιλήφθηκε, από τα όσα του είπε ο αντιπρόσωπος της εναγόμενης, ότι εφόσον δεν υπήρχε ούτε τραυματισμός ούτε ζημιά σε ξένη περιουσία δεν χρειάζετο να ειδοποιηθεί η αστυνομία, εντούτοις, όταν μετέβηκε εκ νέου στο σημείο μαζί με πλατφόρμα την επόμενη ημέρα οπόταν και κατέστη δυνατό να ανασυρθεί το αυτοκίνητο, ενημέρωσε την αστυνομία για τα καθέκαστα δίνοντας σχετική προς τούτο κατάθεση. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα από πλευράς εναγόμενης έντυπο υπογραμμένο από εκείνον, το οποίο κατά την εναγόμενη συμπληρώθηκε τη συγκεκριμένη νύχτα ως «φιλική δήλωση ατυχήματος» για σκοπούς ασφάλειας και το οποίο παρουσιάζει το μάρτυρα να είχε αναφέρει τότε ότι το ατύχημα έγινε στις 22:30 και όχι στις 21:30 (Τεκ.11). Ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση του ότι το ατύχημα έγινε περί τις 21:30 ισχυριζόμενος ότι «πρώτα απ' όλα δεν βλέπεις καν την ώρα που γινίσκεται το ατύχημα. Ετηλεφώνησα στη μητέρα μου, η μητέρα μου μου έδωσε το τηλέφωνο της ασφαλιστικής, ετηλεφώνησα στην πλατφόρμα ''έρχομαι'', έκαμε μισή ώρα, μια ώρα, ούτε καν είδα την ώρα. Αποκλείεται κάποιος να έχει ένα ατύχημα και να γράφει 10:22 ακριβώς έδωκα που τον γκρεμό κάτω». Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι οι ισχυρισμοί του περί χτυπήματος του αυτοκινήτου σε κουγκρί προτού κυλήσει στο γκρεμό συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις ώστε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος και να «καλύψει» έτσι την αρχική παράλογη εκδοχή του ότι πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο ενώ αυτό κινείτο με ταχύτητα 80ΧΑΩ και δεν έπαθε ουσιαστικά τίποτε. Ισχυριζόμενος ο μάρτυρας ότι αυτή ήταν πάντοτε η θέση του, απέρριψε την υποβολή παραπέμποντας στην κατάθεση που έδωσε όταν κλήθηκε εκ νέου από την αστυνομία στις 26/11/11 όπου έκαμε σχετική αναφορά και στο θέμα αυτό. Αν και δέχτηκε ότι στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία την επόμενη ημέρα του ατυχήματος, ήτοι στις 25/05/11, δεν είχε αναφέρει αυτή τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτό οφείλετο στην αναστάτωση κάτω από την οποία τελούσε κατά το χρόνο εκείνης της κατάθεσης καθώς επίσης και στο ότι αντίθετα με την κατάθεση που κλήθηκε να δώσει στις 26/11/11, όπου του ζητήθηκαν ρητά λεπτομέρειες και διευκρινίσεις για διάφορα θέματα, στις 25/05/11 του είχε απλά ζητηθεί να αναφέρει συνοπτικά τί είχε γίνει εξ' ου και περιορίστηκε στην ουσία του πράγματος, ήτοι ότι απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και όταν αντιλήφθηκε ότι αυτό κατευθυνόταν προς τον γκρεμό, βρήκε σε κάποια στιγμή την ευκαιρία και πετάχτηκε έξω - «.ήταν πολλά μηχανική απ' ό,τι θυμούμαι η πρώτη που έδωσα κατάθεση στα Κούκλια. Ήταν το μωρό μαζί μου, ήταν η γυναίκα μου, έδωσα μια κατάθεση πέντε γραμμές. Δεν εσκέφτηκα ποτέ ότι ήταν να έχω τούντην αντιμετώπιση που την ασφαλιστική εταιρεία. ήταν ένας αστυνομικός, έδωσα του την κατάθεση, ήταν ο γιος μου έκλαιγε, έπρεπε να φύουμε, ήμουν βιαστικός, δεν ξαναείχα εγώ ατύχημα για να ξέρω οτιδήποτε. Έδωσα μια απλή κατάθεση και έφυα.Ό,τι με ρώτησαν απάντησα.». Κατά το μάρτυρα, η ουσία της πρώτης κατάθεσης του δεν διαφέρει από την δεύτερη, ενώ το ότι όντως το αυτοκίνητο χτύπησε πάνω σε κουγκρί που υπήρχε στο έδαφος στο συγκεκριμένο σημείο μπορούσε εύκολα να επιβεβαιωθεί αφού, όπως διαπίστωσε και ο ίδιος την επόμενη ημέρα που μετέβηκε στο σημείο, εκεί υπήρχε κουγκρί, «μαυρισμένο τζαι τσακρισμένο». Του υπεβλήθη ακολούθως από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης ότι «πράγματι ήταν ραγισμένο το κουγκρί στην άκρια, σε ένα σημείο του κιγκλιδώματος» όμως την «ιδέα» ότι το αυτοκίνητο χτύπησε πρώτα εκεί τη «συνέλαβε» κάποια στιγμή μετά το ατύχημα, όταν πλέον αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη θα επικαλείτο το παράλογο των αρχικών του ισχυρισμών - «Μετά το δυστύχημα συλλάβατε αυτήν την ιδέα επειδή είδατε ότι πράγματι ήταν ραγισμένο το κουγκρί στην άκρια, σε ένα σημείο του κιγκλιδώματος και τότε συλλάβατε την ιδέα να χρησιμοποιήσετε την εικόνα ότι πιάστηκε το αυτοκίνητο στο κιγκλίδωμα και γι' αυτό προλάβατε να πεταχτείτε επειδή καταλάβετε ότι με 80 χιλιόμετρα που σας ξέφυγε δεν μπορούσατε να στηρίξετε αυτήν την εκδοχή.» Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την εν λόγω υποβολή αναφέροντας ότι το συγκεκριμένο σημείο το είχε επισκεφθεί από τότε και αντιπρόσωπος της εναγόμενης ο οποίος μάλιστα φωτογράφησε και το σημείο αλλά και το κουγκρί. Τέλος ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και ως προς την κατάσταση στην οποία ήταν το όχημα πριν το επίδικο ατύχημα. Δέχτηκε ότι κάποιο μηχανικό πρόβλημα είχε προκύψει με το αυτοκίνητο προηγουμένως, αρνήθηκε όμως ότι το εν λόγω πρόβλημα αφορούσε στο κιβώτιο ταχυτήτων αν και αυτή ήταν αρχικά η προσωπική εκτίμηση του ιδίου και του Μάριου, ήτοι του μηχανικού του. Στη συνέχεια όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ο Μάριος διαπίστωσε ότι το πρόβλημα οφείλετο καθαρά σε χαλάρωση των πόλων της μπαταρίας οπόταν και αυτό επιδιορθώθηκε άμεσα με ένα απλό σφίξιμο των πόλων. Του υπεβλήθη ακολούθως ότι στην πραγματικότητα το πρόβλημα του αυτοκινήτου ήταν τέτοιας σοβαρής μορφής που προφανώς κρίθηκε ασύμφορο να επιδιορθωθεί και επειδή «το αυτοκίνητο αυτό δεν πληρώνετουν και ήταν έτοιμο το αυτοκίνητο να το κατάσχει η τράπεζα», ο ίδιος το μετέφερε στο συγκεκριμένο σημείο με την χρήση κάποιας μορφής πλατφόρμας - «με κάτι σαν Rescue Line» - και το έριξε στον γκρεμό, θέσεις τις οποίες ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά ισχυριζόμενος ότι ακόμη και πρόβλημα με το κιβώτιο ταχυτήτων να υπήρχε, που δεν υπήρχε, η επιδιόρθωση του δεν θα κόστιζε περισσότερο από €500 - €1.000 ενώ το δάνειο μέσω του οποίου αγοράστηκε το αυτοκίνητο, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να πληρώνεται κανονικά από τη μητέρα του χωρίς ποτέ η τράπεζα να κινηθεί νομικά εναντίον της. ΜΕ4 - Ν. Μαρκουλλής Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει ως ο εμπειρογνώμονας στον οποίο αποτάθηκε το 2017 η πλευρά της ενάγουσας για να τοποθετηθεί επιστημονικά επί των συμπερασμάτων και ευρημάτων κάποιου φερόμενου εμπειρογνώμονα επ' ονόματι Κ. Επέογλου, ο οποίος φέρεται να διορίστηκε περί τα τέλη του 2013 από την εναγόμενη για να διερευνήσει το ατύχημα και να συντάξει σχετική έκθεση. Σημειώνω ότι η εν λόγω έκθεση Επέογλου είχε αποκαλυφθεί ενόρκως στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης από την εναγόμενη στις 30/05/
  6. Ως δηλώθηκε κατά την ακρόαση από πλευράς εναγόμενης, αν και ο Επέογλου ήταν ένας εκ των εμπειρογνωμόνων που είχε διορίσει η πρώτη για να διερευνήσει το επίδικο ατύχημα εντούτοις τελικά αποφασίστηκε όπως μην χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία του. Εφόσον όμως η μαρτυρία του ΜΕ4 και η σχετική έκθεση που αυτός ετοίμασε την 01/02/17 (Τεκ.14), αφορούσε και αναφέρετο ρητά στα συμπεράσματα και σχόλια της έκθεσης Επέογλου, επιτράπηκε η κατάθεση και εκείνης της έκθεσης ως Τεκ.14Α, αρχικά για τον περιορισμένο σκοπό ότι ήταν η έκθεση που χρησιμοποιήθηκε από τον ΜΕ4 για σκοπούς της δικής του έκθεσης και στη συνέχεια, κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 24/04/19, για σκοπούς αντεξέτασης του ΜΥ1, ήτοι του εμπειρογνώμονα επί του οποίου η εναγόμενη αποφάσισε να στηρίξει και να προωθήσει την υπεράσπιση της. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια την έκθεση του ΜΕ4 και αυτό διότι η ουσία της δια ζώσης μαρτυρίας του μάρτυρα κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές. «Κατόπιν οδηγιών σας εμελετήσαμεν τα στοιχεία που μας εδόθησαν Αστυνομική έκθεση, έκθεση εμπειρογνώμονα Κωνσταντίνου Επεογλου φωτογραφίες ημερομηνιών 2/6/2011 και 27/12/2013 που ελήφθησαν εις τον τόπον του δυστυχήματος και φωτογραφίες του οχήματος XXXXX33 και εκαταλήξαμεν εις τα ακόλουθα συμπεράσματα. «
  7. Το γεγονός οτι ο οδηγός XXXXX Παπαχαραλάμπους εδήλωσε στην ασφάλεια του ότι νομίζει ότι η ταχύτητα του ήταν 80 χιλιόμετρα την ώρα δεν μπορεί να ληφθή ως σοβαρό δεδομένο διότι κανένας οδηγός κατά την ώρα σύγκρουσης δεν κοιτάζει την ταχύτητα του αλλά προσπαθεί να αποφυγή το δυστύχημα. Εκείνο που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση είναι τι ταχύτητα είχε το όχημα κατά την στιγμή που το εγκατέλειψε ο οδηγός και που μόνον ο ίδιος μπορεί να υπολογίση μετά που το όχημα έπεσε στο αριστερό παγκέτο και ακολούθως στο δεξιό παγκέτο. Σίγουρα η ταχύτητα του οχήματος ελαττώθηκε πριν το εγκατάλειψη ο οδηγός, ανοίγωντας την πόρτα. Γι αυτόν τον λόγο δεν μπορούμεν να πάρομεν ως δεδομένο την ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων των ώρα & να προχωρήσομεν σε υποθετικούς υπολογισμούς.
  8. Οι φωτογραφίες του εμπειρογνώμονα Επεογλου ελήφθησαν 27/12/2013 δηλαδή 2 ½ χρόνια μετά το δυστύχημα. Η μορφολογία του εδάφους άλλαξε από την ημερομηνία του δυστυχήματος 24/5/2011 και φαίνεται καθαρά στην φωτογραφία 4 που ελήφθη 2/6/2011 και την φωτογραφίαν 1 που ελήφθη στις 27/12/2013 από τον εμπειρογνώμονα Επέογλου. Να προσεχθη το παγκέτο Α και στις δύο φωτογραφίες όπως επίσης και το πλάτος της ασφάλτου που είναι διαφορετικό. Επίσης δεν γνωρίζομεν 2½ χρόνια προηγουμένως την φθορά του οδοστρώματος & πόση διαφορά είχε το οδόστρωμα τότε από το οδόστρωμα 2 ½ χρόνια μετά που έκανε τους υπολογισμούς του ο Εμπειρογνώμονας Επέογλου. Ακόμη πρέπει να λάβομεν υπόψιν ότι ίσως διεξήχθησαν και κάποια έργα εις το εν λόγω σημείο μεταξύ της ημερομηνίας δυστυχήματος και ημερομηνίας υπολογισμών εμπειρογνώμονα Επέογλου και ξανά οποιδήποτε υπολογισμοί δεν μπορούν να είναι ακριβείς.
  9. Πουθενά δεν αναφέρεται στην κατάθεση του οδηγού ότι υπήρξε πλαγιολίσθηση. Στις παρατηρήσεις του εμπειρογνώμονα Επέογλου στις παραγράφους 3 και 4 αναφέρονται οι λέξεις ΑΝ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΕΚΑΝΕ ΠΛΑΓΙΟΛΙΣΘΗΣΗ που σημαίνει υπόθεσην αβάσιμην. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι έγινε πλαγιολίσθηση η βρέθηκαν ίχνη πλαγιολίσθησης.
  10. Τελικά όσον αφόρα την τελευταίαν παράγραφο στις παρατηρήσεις Επέογλου που αναφέρεται στην πόρταν οδηγού ότι αν έπεφτε στον γκρεμό θα είχεν αποκολληθή, ξανά είναι υποθέσις λανθασμένη καθ ότι ανοικτή πόρτα οχήματος που κατευθύνεται σε γκρεμό θα κλείση μόλις κτυπήση κάπου και δεν θα αποκολληθή. Φωτογραφίες του κτυπημένου οχήματος όντως δείχνουν καθαρά την πόρταν του οδηγού κτυπημένη και κλειστή. Πιστεύω ότι η θέσις του οδηγού ότι εγκατέλειψε το όχημα πριν πέση στον γκρεμνό ευσταθή αν η ταχύτητα του οχήματος την ώρα που επήδησεν έξω ήταν χαμηλή 10 - 20 χιλιόμετρα την ώραν και σίγουρα όχι 80 χιλιόμετρα την ώραν Πρόσθετα των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πριν προσέλθει να καταθέσει (22/03/19), του δόθηκε αντίγραφο και της έκθεσης που συνέταξε ο ΜΥ1, η οποία έκθεση να σημειωθεί ότι αν και φέρεται να συντάχθηκε στις 24/09/11 (Τεκ.15), αποκαλύφθηκε από την εναγόμενη στις 13/03/19, ήτοι εκκρεμούσης της ακρόασης και πριν τη μαρτυρία του ΜΕ
  11. Για την εν λόγω έκθεση ο ΜΕ4 ανέφερε ότι δεν έκρινε αναγκαίο να ασχοληθεί μαζί της εφόσον κατ' εκείνον, τα συμπεράσματα που αναφέρονται σ' εκείνη την έκθεση, ο ΜΥ1 τα βάσισε στην ύπαρξη πλαγιολίσθησης του οχήματος χωρίς όμως να υπήρξαν ποτέ οποιαδήποτε στοιχεία ή ίχνη που να επιβεβαιώνουν τέτοια πλαγιολίσθηση στη συγκεκριμένη περίπτωση.» Σημειώνω εδώ ότι η πλευρά της εναγόμενης, παραπέμποντας στα προσόντα του μάρτυρα, αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη του σε σχέση με τα θέματα που αυτός κατέθεσε. Τη θέση αυτή ο ΜΕ4 δεν την δέχτηκε επικαλούμενος τόσο την επάρκεια των προσόντων του όσο και την πολυετή πείρα του στο συγκεκριμένο τομέα (45 χρόνια). Επεσήμανε όμως παράλληλα ο μάρτυρας ότι αν και η εμπλοκή του στην υπόθεση κυρίως στον επιστημονικό σχολιασμό των θέσεων Επέογλου και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει ούτε την ταχύτητα του αυτοκινήτου πριν και κατά το ατύχημα ή την απόσταση που αυτό είχε από τον γκρεμό όταν ο οδηγός του ισχυρίστηκε ότι πετάχτηκε έξω, εντούτοις, το ότι ως γεγονός, κάποιος οδηγός που βρίσκεται ξαφνικά σε κίνδυνο δεν κοιτάζει το μιλίμετρο για να ξέρει ακριβώς την ταχύτητα του τη συγκεκριμένη στιγμή αλλά η έγνοια του είναι να αποφύγει τον κίνδυνο και ότι για να μπορέσει κάποιος να πεταχτεί από όχημα που κινείται και να μην πάθει σοβαρή ζημιά, συνεπάγεται ότι το όχημα πρέπει να κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, ήτοι περί τα 10 - 20 ΧΑΩ και σίγουρα όχι 80 ΧΑΩ, δεν είναι κατ' ανάγκη θέματα που απαιτούν ειδική εμπειρογνωμοσύνη αλλά κοινή λογική. ΜΥ1 - Εμπειρογνώμονας υπεράσπισης - Α. Αγαθαγγέλου Ο μάρτυρας, η εμπειρογνωμοσύνη και τα προσόντα του οποίου στον τομέα της εκτίμησης οχημάτων και διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων δεν αμφισβητούνται, ισχυρίστηκε ότι έλαβε οδηγίες από την εναγόμενη στις 13/06/11 για να διερευνήσει το επίδικο ατύχημα. Στα πλαίσια των οδηγιών του, ανέφερε ο μάρτυρας, τέθηκαν υπόψη του τα όσα φέρεται ο οδηγός του οχήματος να ανέφερε στην αστυνομία όταν έδωσε κατάθεση στις 25/05/11 και τα οποία παρατέθηκαν στη σχετική αστυνομική έκθεση (Τεκ.6) και οι φωτογραφίες που φέρεται να έλαβε η οδική βοήθεια που επισκέφτηκε το χώρο και η οποία στη συνέχεια τις παρέδωσε στην εναγόμενη. Σκοπός της έρευνας του ήταν, ισχυρίστηκε, να διαπιστώσει αν μπορεί να ευσταθεί επιστημονικά ο τρόπος με τον οποίο ο οδηγός του οχήματος ισχυρίστηκε ότι έγινε το ατύχημα. Για το σκοπό αυτό ο μάρτυρας ανέφερε ότι επισκέφτηκε και ο ίδιος την περιοχή στις 14/06/11, έλαβε φωτογραφίες καθώς και σχετικές μετρήσεις οπόταν και συνέταξε στις 24/09/11 σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε και υιοθέτησε κατά την μαρτυρία του (Τεκ.15). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έκρινε αναγκαίο όπως πρώτα εξετάσει τον ισχυρισμό του οδηγού ότι το ατύχημα επεσυνέβη όταν αυτός εισήλθε σε αριστερόστροφη στροφή με ταχύτητα 80 ΧΑΩ και απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του σημειώνοντας ότι την πληροφόρηση για το συγκεκριμένο ύψος της ταχύτητας την άντλησε από την αναφορά που φέρεται να έγινε στα έγγραφα με τα οποία ειδοποιήθηκε η εναγόμενη για το περιστατικό και όχι από την κατάθεση στην αστυνομία εφόσον εκεί δεν αναφέρεται οτιδήποτε το σχετικό. Για το σκοπό αυτό, αφού ο μάρτυρας προέβη σε διάφορες επιτόπιες μετρήσεις, χρησιμοποιώντας σχετικές επιστημονικές φόρμουλες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για να απωλεσθεί ο έλεγχος και να πλαγιολισθήσει το όχημα στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, αυτό θα έπρεπε να κινείτο με «ελάχιστη ταχύτητα πλαγιολίσθησης» 78.8 ΧΑΩ. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι το σημείο όπου ξεκίνησε η πλαγιολίσθηση του οχήματος απέχει 44 μέτρα από το χείλος του γκρεμού απ' όπου αυτό φέρεται να έπεσε και ότι στα 35 μέτρα αυτής της απόστασης υπήρχε δέντρο στο παγκέτο του δρόμου σε κοντινή απόσταση από το κιγκλίδωμα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν ο οδηγός ταξίδευε με ταχύτητα 78.8 ΧΑΩ, τότε η δεξιόστροφη τροχιά που θα ακολουθούσε το όχημα κατά την πλαγιολίσθηση του, θα το οδηγούσε να χτυπήσει πάνω στο δέντρο και δεν θα έφτανε στο γκρεμό. Αν τώρα, υποστήριξε ο μάρτυρας, το όχημα κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα τότε και πάλι δεν θα έφτανε στο γκρεμό αφού θα χτυπούσε στο κιγκλίδωμα. Στη βάση αυτών των συμπερασμάτων του ο μάρτυρας προχώρησε και υποστήριξε ότι εφόσον δεν εντοπίστηκαν ζημιές είτε στο δέντρο είτε στο κιγκλίδωμα και οι ζημιές στο όχημα ήταν στο μπροστινό μέρος και όχι στο δεξιό που θα ήταν και το μέρος που θα χτυπούσε σε μια δεξιόστροφη πλαγιολίσθηση, συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του οδηγού περί απώλειας ελέγχου του οχήματος του. Πρόσθετα όμως τούτων, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, το γεγονός ότι το όχημα δεν έφερε χτυπήματα από κάτω αλλά τα σημεία επαφής από την πτώση στο γκρεμό και οι ζημιές που το όχημα υπέστη συνεπεία της πτώσης, ήτοι πολλαπλά χτυπήματα στην μπροστινή αριστερή πλευρά με κατεύθυνση από μπροστά προς τα πίσω, στην αριστερή πλευρά με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά και στο πάνω μέρος με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το όχημα κατρακύλησε κάτω προς τον γκρεμό χτυπώντας πρώτα με την αριστερή μπροστινή γωνία και πλευρά και στη συνέχεια αναποδογυρίστηκε χτυπώντας με την οροφή. Αυτό συνεπάγεται κατά το μάρτυρα ότι το όχημα δεν «πέταξε» στον γκρεμό ως θα αναμένετο να γίνει αν κινείτο με ταχύτητα όταν έπεσε οπόταν και για κάποια δευτερόλεπτα, ουσιαστικά θα «αιωρείτο» στο κενό προτού το τραβήξει με το κάτω μέρος του η δύναμη της βαρύτητας. Η δε ζημιά που διαπιστώθηκε να φέρει το όχημα στην δεξιά πόρτα, κατά το μάρτυρα οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή αφέθηκε ανοιχτή όταν το όχημα κύλησε στον γκρεμό. Στη βάση όλων των πιο πάνω, το καταληκτικό συμπέρασμα του μάρτυρα ήταν ότι οι ισχυρισμοί του οδηγού δεν ευσταθούν επιστημονικά και «το όχημα εσκεμμένα σπρώχτηκε στον γκρεμό». Στα πλαίσια τόσο της κυρίως εξέτασης του όσο και της αντεξέτασης του, ζητήθηκαν από το μάρτυρα διάφορες διευκρινήσεις και περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τα προαναφερθέντα συμπεράσματα του. Ανέφερε συνεπώς ο μάρτυρας ότι ο ίδιος δεν είχε εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία πλαγιολίσθησης ενώ κατ' εκείνον κανονικά θα έπρεπε να υπήρχαν αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του οδηγού, αναφέροντας όμως παράλληλα ότι το αν τέτοια ίχνη θα μπορούσαν να διαπιστωθούν κατά τον χρόνο που αυτός επισκέφτηκε τη σκηνή, εξαρτάτο από διάφορους παράγοντες όπως π.χ. οι καιρικές συνθήκες και η χρήση του δρόμου, ότι φυσιολογικά η ταχύτητα ενός οχήματος ελαττώνεται κατά τη διάρκεια πλαγιολίσθησης και συνεπώς η ταχύτητα που θα είχε το όχημα όταν έφτανε στο σημείο του γκρεμού θα ήταν χαμηλότερη από την ταχύτητα που είχε όταν ο οδηγός απώλεσε τον έλεγχο του, ότι παρά ταύτα ο ίδιος δεν μέτρησε ούτε υπολόγισε ποια θα ήταν με βάση τις δικές του διαπιστώσεις η ταχύτητα του οχήματος όταν αυτό θα έφτανε περί του σημείου που βρισκόταν ο γκρεμός, ότι από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την Rescue Line την ίδια μέρα και οι οποίες του δόθηκαν από την εναγόμενη στις 13/06/11 για σκοπούς της έρευνας του, φαίνεται ότι η αστυνομία επισκέφτηκε την σκηνή την επόμενη ημέρα του ατυχήματος, ότι το γεγονός ότι το επίμαχο όχημα έχει κίνηση στους πίσω τροχούς επηρεάζει τον χειρισμό του όταν αυτό βρίσκεται σε κατάσταση πλαγιολίσθησης, ότι η δυνατότητα του να εξετάσει πλήρως το κάτω μέρος του οχήματος για να διαπιστώσει αν υπήρχαν ζημιές ήταν περιορισμένη, ότι αν το σημείο του δρόμου που ξεκίνησε η πλαγιολίσθηση δεν ήταν εκεί που θεώρησε ο ίδιος ότι ήταν, τότε «φυσιολογικά θα διέφερε, αλλάζουν οι αριθμοί, αλλάζουν όλα (εννοώντας τους υπολογισμούς του)» και ότι δεν έκρινε αναγκαίο να προβεί σε οποιαδήποτε επανεξέταση των συμπερασμάτων του όταν πληροφορήθηκε, πριν από τη μαρτυρία του, για το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία ο οδηγός στις 26/11/11 (Τεκ.8) και αυτό μεταξύ άλλων διότι δεν διαπίστωσε ουσιώδη διαφορά μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατάθεσης (Τεκ.6 και 8 αντίστοιχα) αφού κατ' εκείνον στη δεύτερη κατάθεση «.δεν περιγράφει τίποτε επιπρόσθετο εκτός που την αναφορά του στα 80 χιλιόμετρα την ώρα που στην πρώτη δεν την ανέφερε στην Αστυνομία, . αλλά εγώ δεν έλαβα υπόψη μου την ταχύτητα που ανάφερε εκείνος, . διότι ένας οποιοσδήποτε οδηγός την ώρα που απωλέει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του δεν θωρεί το milimetro ταυτόχρονα.». Πρόσθετα όλων των πιο πάνω ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και σε σχέση με την καταληκτική του θέση ότι το επίμαχο όχημα σπρώχτηκε επίτηδες στον γκρεμό. Ρωτήθηκε ειδικότερα ο μάρτυρας κατά πόσο, με βάση τις δικές του κατ' ισχυρισμό διαπιστώσεις αλλά και με βάση τις διευκρινήσεις που έδωσε κατά την μαρτυρία του, θα μπορούσε να καταστραφεί ολοσχερώς ένα αυτοκίνητο που σπρώχνεται σε γκρεμό με μηδενική ουσιαστικά ταχύτητα, όπως άλλωστε ήταν και το καταληκτικό του συμπέρασμα - «Εννοώ σταματημένο και το κουντούμε, όπως το αναφέρατε. . με μια μικρή ταχύτητα». Θέση του μάρτυρα ήταν ότι δεν μπορούσε να απαντήσει τέτοια ερώτηση διότι την θεωρούσε «πολλά αόριστη» εφόσον έπρεπε να γνωρίζει ποια ακριβώς ήταν η ταχύτητα του οχήματος τη στιγμή που ξεκινούσε να πέφτει από το χείλος του γκρεμού καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο σπρώχτηκε το όχημα, ήτοι «εάν το έσπρωξες ή εάν έβαλες την drive μέσα και δεν πρόλαβες ούτε την πόρτα να κλείσεις και ξεκίνησε το αυτοκίνητο». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Επί του παρόντος αναφέρω απλά, κατά γενικό τρόπο, ότι αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν το αξιόπιστο της εκδοχής των μαρτύρων τους έναντι της εκδοχής των μαρτύρων της άλλης πλευράς και με ιδιαίτερη αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις, εισηγήθηκαν, ο μεν κ. Κυριάκου ότι η αγωγή της ενάγουσας θα πρέπει να επιτύχει, η δε κα Ιωάννου το αντίθετο. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όπως διαφαίνεται από την ανωτέρω παρατεθείσα μαρτυρία, η ενάγουσα, ο αστυνομικός ΜΕ2 και ο γιος της ενάγουσας ΜΕ3 κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων, ενώ οι ΜΕ4 και ΜΥ1 κατέθεσαν ως φερόμενοι εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα τους και αυτό χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους. Αντίθετα όμως με τον ΜΥ1 του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε, η πλευρά της εναγόμενης αμφισβήτησε την αντίστοιχη εμπειρογνωμοσύνη του ΜΕ4. Όπως όμως επισημάνθηκε και κατά την ακρόαση, ο ΜΕ4 φέρεται όχι μόνο να έχει παρόμοια ακαδημαϊκά προσόντα με τον ΜΥ1 αλλά και να κατέχει πιστοποιητικά από τα ίδια μάλιστα με τον ΜΥ1 ιδρύματα και επί των ίδιων θεμάτων αλλά και να είναι εγγεγραμμένο μέλος στους ίδιους οργανισμούς. Την ίδια στιγμή, η 45χρονη πείρα του στα εξεταζόμενα θέματα δεν αμφισβητείται. Θα ήταν λοιπών οξύμωρο να θεωρηθεί ότι με βάση τα προσόντα του, ο ΜΥ1 είναι εμπειρογνώμονας στα θέματα που κατέθεσε ενώ ο ΜΕ4, με παρόμοια προσόντα δεν είναι. Το αναφέρω τούτο βεβαίως χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο ΜΕ4 δεν έχει συγκεκριμένο πτυχίο στην αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων όπως έχει ο ΜΥ1, θεωρώ όμως, όπως θα διαφανεί και σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, ότι τέτοιο πτυχίο δεν είναι αναγκαίο για να επιτρέψει στον ΜΕ4 να εκφράσει την άποψη που εξέφρασε. Αποδέχομαι συνεπώς τον ΜΕ4 και τον ΜΥ1 ως ειδικούς επί των θεμάτων για τα οποία κατέθεσαν υπενθυμίζοντας συναφώς την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Υπενθυμίζω επίσης την δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιλέξει, κατόπιν αξιολόγησης, ποια εκ των αντικρουόμενων επιστημονικών εκδοχών θα αποδεχτεί (Parris David ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχρεούται να επιλέξει μία εξ' αυτών (Παπαχριστοφόρου Ευριπίδης Φίλιππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 488). Θεωρώ περιττό να αναφέρω την πάγια αρχή ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται και διέπονται ρητά από τα δικόγραφα των διαδίκων οι οποίοι δεσμεύονται από αυτά και ότι οτιδήποτε εκφεύγει του δικογραφικού πλαισίου δεν λαμβάνεται υπόψη. Με τούτο κατά νου, υπενθυμίζω ότι η αγωγή της ενάγουσας αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας από πλευράς της εναγόμενης αντισυμβαλλόμενης της ενώ η υπεράσπιση της τελευταίας σε σχέση με την παράβαση που της αποδίδεται, είναι ότι «η ενάγουσα είναι αυτή που παραβίασε ουσιώδεις όρους της μεταξύ της και των εναγομένων σύμβασης και περαιτέρω χρησιμοποίησε ψευδείς παραστάσεις για να εισπράξει παρανόμως το ασφάλιστρο» (παρ. 9 Υπ.). Εξειδίκευσε δε η εναγόμενη στην υπεράσπιση της το πώς κατ' εκείνην η ενάγουσα συμπεριφέρθηκε ώστε αφ' ενός να έχει παραβεί τη σύμβαση και αφ' ετέρου να επιχείρησε με δόλιο τρόπο να αποσπάσει χρήματα από την εναγόμενη. Καταλογίστηκαν δε ρητά στην ενάγουσα οι εξής πράξεις: Α. Σκόπιμη πρόκληση ζημιών στο επίμαχο αυτοκίνητο προσωπικά και/ή με τον ΜΕ3. Β. Παράληψη ειδοποίησης της εναγόμενης και/ή της αστυνομίας κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης. Γ. Συνεννόηση και/ή συναίνεση και/ή συνεργασία με τον ΜΕ3 για ψευδή υποβολή απαίτησης και/ή διεκδίκησης αποζημιώσεων ενώ γνώριζε ότι το αυτοκίνητο δεν καταστράφηκε από δυστύχημα καθώς και συναίνεση ώστε ο ΜΕ3 να ρίξει σκόπιμα το όχημα από γκρεμό γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για απάτη. Για τους λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω κρίνω ότι τα όσα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα καθώς επίσης και οι θέσεις που προβλήθηκαν και προωθήθηκαν εκατέρωθεν κατά την ακρόαση, δεν καθιστούν την αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας αναγκαία ή εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη και του πλαισίου που τα δικόγραφα των διαδίκων διαμόρφωσαν (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Συνοψίζω λοιπόν πιο κάτω τα όσα γεγονότα προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτης του επίμαχου οχήματος ήταν η ενάγουσα. Δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης που η τελευταία είχε συνάψει με την εναγόμενη περί του 2009 και η οποία ανανεώνετο κανονικά και ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα της ενάγουσας καλύπτετο από περιεκτική ασφάλιση. Με βάση το ασφαλιστήριο, ο ΜΕ3 ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός του οχήματος. Το βράδυ της 24/05/11 το όχημα ήταν στην κατοχή του ΜΕ3, και κάτω από συνθήκες που αμφισβητούνται, έπεσε σε γκρεμό στο δρόμο Αρχιμανδρίτας - Κουκλιών με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς. Η αξία του οχήματος τη δεδομένη στιγμή ανέρχετο στις €7.500, ποσό το οποίο καλύπτετο από την αξία για την οποία αυτό ήταν ασφαλισμένο. Αμέσως μετά το περιστατικό ο ΜΕ3 ειδοποίησε την οδική βοήθεια που η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία παρείχε στα πλαίσια της ασφαλιστικής κάλυψης και όταν κατέφθασε στη σκηνή, λήφθηκαν διάφορες φωτογραφίες οι οποίες στη συνέχεια δόθηκαν στην εναγόμενη και, μέσω ερωτήσεων που έγιναν στον ΜΕ3 την ίδια νύχτα, συμπληρώθηκε «φιλική δήλωση ατυχήματος», η οποία αφού υπογράφτηκε από τον τελευταίο δόθηκε στην εναγόμενη. Επειδή δεν κατέστη δυνατό να ανασυρθεί το όχημα την ίδια νύχτα, η οδική βοήθεια επανήλθε με τον ΜΕ3 την επόμενη ημέρα οπόταν και έγινε επιτυχής ανάσυρση του αυτοκινήτου. Την ίδια μέρα, ήτοι στις 25/05/11 ο ΜΕ3 έδωσε σχετική κατάθεση στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών (ΜΕ2, Τεκ. 10). Την 01/06/11 ο ΜΕ3 υπέγραψε σχετικό έντυπο της εναγόμενης με την οποία την ειδοποιούσε με περισσότερη λεπτομέρεια για το περιστατικό. Η εναγόμενη αποφάσισε να προβεί η ίδια σε διερεύνηση του περιστατικού αναθέτοντας την εν λόγω διερεύνηση σε αριθμό ερευνητών - εμπειρογνωμόνων μεταξύ των οποίων και ο ΜΥ1 ο οποίος επισκέφτηκε τη σκηνή στις 14/06/11 για το σκοπό της έρευνας του. Στις 04/07/11 η εναγόμενη ζήτησε γραπτώς από την αστυνομία να διερευνήσει το ενδεχόμενο το όλο συμβάν να συνιστούσε προσπάθεια καταδολίευσης της για να αποσπασθούν χρήματα με ψευδείς παραστάσεις και στις 30/01/12, ειδοποιήθηκε γραπτώς από την αστυνομία ότι ο ΜΕ3 είχε κληθεί στις 26/11/11 και έδωσε δεύτερη κατάθεση για το όλο περιστατικό. Δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε έχει υποβληθεί οποιαδήποτε θέση ως προς το αν μετά τη δεύτερη κατάθεση του ΜΕ3 καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ποινική δίωξη ή σχηματίστηκε οποιοσδήποτε ποινικός φάκελος εναντίον του ιδίου ή της ενάγουσας μητέρας του. Για όλα τα πιο πάνω κάνω ανάλογα ευρήματα. Ξεκινώντας κατ' αρχή από τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι δεν ειδοποιήθηκε η αστυνομία ή η εναγόμενη για το επίδικο συμβάν, με την εν λόγω θέση να προβάλλεται να συνιστά και συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή στη βάση των όρων της σύμβασης (βλ. Β ανωτέρω) και ταυτόχρονα παράγοντα που άπτεται του σκέλους της υπεράσπισης που αφορά σε κατ' ισχυρισμό δόλιες και εσκεμμένες ενέργειες, κρίνω ότι η εν λόγω θέση, δεν ευσταθεί. Εξηγώ. Όπως φαίνεται και από τα όσα αναφέρω πιο πάνω να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ΜΕ3, κάμνοντας αμέσως μετά το περιστατικό χρήση των συμβατικών ωφελημάτων που παρείχε η εναγόμενη, ειδοποίησε την οδική ασφάλεια με την οποία συνεργάζεται η τελευταία και με την οποία είναι «συνδεδεμένη» η επίδικη ασφαλιστική κάλυψη (βλ. αναφορά στο Τεκ.2), η οποία μετέβηκε την ίδια νύχτα στη σκηνή, ότι την ίδια νύχτα συμπληρώθηκε από τον ΜΕ3 «φιλική δήλωση ατυχήματος» η οποία, μαζί με φωτογραφίες που λήφθηκαν δόθηκαν σύντομα μετά στην εναγόμενη, ότι σε σύντομο χρόνο μετά το περιστατικό και πριν την υποβολή επίσημης απαίτησης προς την εναγόμενη, η τελευταία είχε ήδη αρχίσει τη δική της διερεύνηση (βλ. ισχυρισμό περί εμπλοκής Λαρδή ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε), ότι ο ΜΕ3 έδωσε σχετική κατάθεση στην αστυνομία το πρωί της επόμενης ημέρας αναφορικά με το περιστατικό και ότι, ως οι ΜΕ2 και ΜΕ3 ισχυρίστηκαν, αστυνομικοί του σταθμού των Κουκλιών επισκέφτηκαν την επόμενη ημέρα τη σκηνή και προέβηκαν στη δική τους αξιολόγηση των δεδομένων. Το ότι η αστυνομία, περιλαμβανομένου και του ΜΕ2, επισκέφθηκε τη σκηνή την επόμενη μέρα ως οι εν λόγω μάρτυρες ισχυρίστηκαν, επιβεβαιώθηκε και από τις φωτογραφίες στις οποίες παρέπεμψε ο ΜΥ
  1. Κατά τον τελευταίο, οι εν λόγω φωτογραφίες, λήφθηκαν την επόμενη μέρα του περιστατικού, όταν ακόμη υπήρχαν στη σκηνή συντρίμμια του αυτοκινήτου, βρίσκονταν στην κατοχή της εναγόμενης και ως ο ίδιος ο μάρτυρας υπέδειξε, σε αυτές φαίνεται να βρίσκεται στη σκηνή και περιπολικό της αστυνομίας. Περαιτέρω δε, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε κάθε δυνατότητα να επιθεωρήσει τη σκηνή και το όχημα σύντομα μετά το περιστατικό, λαμβάνοντας μάλιστα και ο ίδιος σχετικές φωτογραφίες τις οποίες χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Τίποτα επομένως δεν έχει παρουσιαστεί που να αντικρούει τον ισχυρισμό των μαρτύρων της πλευράς της ενάγουσας (ενάγουσα, ΜΕ2 και ΜΕ3) ότι και η εναγόμενη αλλά και η αστυνομία ειδοποιήθηκαν δεόντως για το περιστατικό και επί αυτού προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογο εύρημα. Προκύπτει επίσης ότι συνεπεία αυτής της ειδοποίησης η εναγόμενη είχε κάθε δυνατότητα να διερευνήσει δεόντως το περιστατικό, δυνατότητα την οποία άλλωστε αξιοποίησε στο έπακρον όπως φαίνεται και από τις λεπτομερείς έρευνες που έκαναν, όχι ένας αλλά τρεις τουλάχιστο ερευνητές της σύντομα μετά το περιστατικό (Επέογλου, Λαρδής, ΜΥ1) και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που κρίθηκε ότι υπήρχαν τέτοια στοιχεία που δικαιολογούσαν και καταγγελία στην αστυνομία. Σε κάθε περίπτωση όμως, στο βαθμό που η προαναφερόμενη θέση της εναγόμενης αφορά στην προβολή χωριστής υπερασπιστικής γραμμής για κατ' ισχυρισμό παράβαση της σύμβασης από πλευράς ενάγουσας, επισημαίνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου μαρτυρία, είτε μέσω των όρων του επίδικου συμβολαίου είτε άλλως πώς, προς τεκμηρίωση της θέσης ότι η κατ' ισχυρισμό παράλειψη της πλευράς της ενάγουσας να ειδοποιήσει την αστυνομία και/ή την εναγόμενη, έστω και αν τέτοια παράληψη ήθελε διαπιστωθεί, θα συνιστούσε τέτοια παράβαση ουσιώδους συμβατικού όρου ώστε να απαλλάσσει την τελευταία από τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Σ' αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να επισημάνω το γεγονός ότι δεν κατατέθηκαν ενώπιον μου το επίδικο συμβόλαιο στο σύνολο του. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τη μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταστράφηκε το αυτοκίνητο με γνώμονα τη θέση της εναγόμενης ότι τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά της ενάγουσας ότι έγιναν κατά το επίδικο περιστατικό είναι ψέματα και ότι επιχειρείται ουσιαστικά η ανάκτηση αποζημίωσης στη βάση ενός ψευδούς και εικονικού δυστυχήματος. Υπενθυμίζω ότι η ουσία της εκδοχής του ΜΕ3 ήταν ότι, ενώ οδηγούσε το όχημα με ταχύτητα περί τα 80ΧΑΩ, σε κάποια στιγμή απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος εισερχόμενος στην επίμαχη αριστερόστροφη στροφή και παρά τις προσπάθειες του να ανακτήσει τον έλεγχο δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα το όχημα να κατευθυνθεί προς το γκρεμό. Στο χείλος περίπου του γκρεμού, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ένιωσε το κάτω μέρος του οχήματος να χτυπά κάπου και να «κρεμμάζεται» ουσιαστικά για κάποια δευτερόλεπτα πάνω από τον γκρεμό. Δραττόμενος της δραματικής ελάττωσης της ταχύτητας, ο ΜΕ3 βρήκε την ευκαιρία προτού το αυτοκίνητο πέσει στο γκρεμό να ανοίξει τη δεξιά πόρτα του οδηγού, να πεταχτεί έξω με αποτέλεσμα να πέσει σε παρακείμενο άγριο θάμνο και να υποστεί διάφορες εκδορές. Θέση της ενάγουσας ήταν ότι η ίδια δεν είχε καμία γνώση για το περιστατικό και ότι γι' αυτό ενημερώθηκε αργότερα από το ΜΕ
  2. Κατά την αντεξέταση της ενάγουσας και του ΜΕ3, η πλευρά της εναγόμενης επιτέθηκε επί όλων σχεδόν των πτυχών της εκδοχής τους, όμως δεν περιορίστηκε απλά σε αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων για να καταδείξει εγγενείς ανακρίβειες και αδυναμίες στη μαρτυρία τους αλλά επεκτάθηκε και σε υποβολή συγκεκριμένων θετικών και πραγματικών ισχυρισμών και μάλιστα κατά τρόπο που υποδηλούσε ότι είχε στην κατοχή της και τη σχετική μαρτυρία που τις υποστηρίζει. Καμία όμως τέτοια υποστηρικτική μαρτυρία προσκομίστηκε με αποτέλεσμα η όλη «επίθεση» και προσπάθεια κλονισμού της αξιοπιστίας των μαρτύρων της ενάγουσας να παραμείνει στο τέλος να συνιστά ουσιαστικά απλά ατεκμηρίωτες υποβολές και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι σε αρκετά σημεία διαπιστώνεται να υπάρχει και έλλειψη συνοχής στις θέσεις που προωθούνταν από την υπεράσπιση. Εξηγώ. Στην προφανή προσπάθεια της υπεράσπισης να καταδείξει τα κίνητρα της ενάγουσας και του ΜΕ3 ώστε να υποστηριχθεί η δικογραφημένη θέση περί δόλου και απάτης, υπεβλήθη στην ενάγουσα και στον ΜΕ3 κατά την αντεξέταση τους ότι ο λόγος που ρίχτηκε εσκεμμένα το όχημα στο γκρεμό ήταν διότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το κιβώτιο ταχυτήτων του, το οποίο ήταν ασύμφορο να επιδιορθωθεί. Σύμφωνα δε με άλλη ρητή υποβολή, η οποία να σημειωθεί τέθηκε μόνο στον ΜΕ3 και όχι στην ενάγουσα παρά το ότι η δικογραφημένη θέση είναι ότι η τελευταία ενήργησε σε συνεργασία και/ή σε συνεννόηση με τον πρώτο, ο ΜΕ3 μετέφερε το όχημα με πλατφόρμα στο σημείο του γκρεμού όπου και το έριξε. Προφανώς θέση της εναγόμενής ήταν ότι το μηχανικό πρόβλημα του οχήματος ήταν τόσο σοβαρό που το είχε ακινητοποιήσει. Ως πραγματικό υπόβαθρο για τις εν λόγω υποβολές, η εναγόμενη επικαλέστηκε το μηχανικό που κατ' εκείνη διαπίστωσε το σοβαρό αυτό μηχανικό πρόβλημα, ήτοι το Μάριο καθώς και τον συγκριμένο οδηγό της πλατφόρμας της οδικής βοήθειας που είχε αναλάβει να μεταφέρει το όχημα από και προς τον ΜΕ3 τότε που προέκυψε το πρόβλημα. Παρά όμως το ότι τόσο η ενάγουσα όσο και ο ΜΕ3 απέρριψαν κατηγορηματικά τις θέσεις αυτές, ισχυριζόμενοι ότι το πρόβλημα ήταν τελικά πολύ πιο απλό και ότι επιδιορθώθηκε άμεσα, ουδέποτε η εναγόμενη κάλεσε τα πρόσωπα που επικαλέστηκε για να τους αντικρούσει και καμία άλλη μαρτυρία προσκόμισε προς τούτο. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, τόσο η ενάγουσα όσο και ο ΜΕ3 ισχυρίστηκαν, εκ πρώτης πειστικά και λογικά κατά την άποψη μου, ότι θα ήταν παράλογο να θέλει κάποιος να καταστρέψει ένα όχημα χιλιάδων ευρώ απλά για να γλυτώσει μερικές εκατοντάδες ευρώ, ως θα ήταν κατ' εκείνους η αξία επιδιόρθωσης του μηχανικού προβλήματος που τους υπεβλήθη ότι υπήρχε, ήτοι προβλήματος με το κιβώτιο ταχυτήτων. Ούτε όμως αυτή η θέση αντικρούστηκε από πλευράς εναγόμενης η οποία αν και βασίστηκε σημαντικά στη θέση αυτή που υπέβαλε ώστε να καταδείξει το δόλιο κίνητρο της πλευράς της ενάγουσας, εντούτοις ουδέποτε την τεκμηρίωσε. Άλλη θέση που υπεβλήθη στον ΜΕ3 ήταν ότι ο λόγος που σκόπιμα έριξε το αυτοκίνητο στον γκρεμό ήταν διότι το δάνειο με το οποίο είχε αγοραστεί δεν αποπληρωνόταν και η τράπεζα σύντομα θα προχωρούσε στην κατάσχεση του. Πέραν όμως του ότι τέτοια θέση ουδέποτε υπεβλήθη στην ενάγουσα, η οποία να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν ο πρωτοφειλέτης του δανείου και πέραν του ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενης που να υποδηλοί ότι όντως υπήρχε θέμα με την τράπεζα ως ήταν και η σχετική υποβολή, η περί του αντιθέτου ρητή θέση τόσο της ενάγουσας όσο και του ΜΕ3 ότι το εν λόγω δάνειο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να πληρώνεται κανονικά χωρίς η τράπεζα να έχει κινήσει οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες, ουδέποτε αμφισβητήθηκε ή αντικρούστηκε από πλευράς εναγόμενης. Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι η αναντίλεκτη ουσιαστικά θέση ότι το δάνειο με το οποίο αγοράστηκε το αυτοκίνητο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να πληρώνεται, καταρρίπτει και τους περί δόλιων κινήτρων της ενάγουσας και ΜΕ3 ισχυρισμούς. Τίποτα επομένως δεν παρουσιάστηκε από πλευράς εναγόμενης που να καταδεικνύει ότι είτε η ενάγουσα είτε ο ΜΕ3 υποκινούνταν από τα δόλια κίνητρα που υπέβαλε η υπεράσπιση, χωρίς βεβαίως αυτό να συνεπάγεται άνευ εταίρου και ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά όντως σε προσπάθεια να εισπραχθεί δολίως ασφαλιστική αποζημίωση στη βάση εικονικού δυστυχήματος, ως είναι η θέση της τελευταίας. Τη θέση ότι επρόκειτο για εικονικό δυστύχημα η εναγόμενη τη βάσισε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας κατά κύριο λόγο στον παράλογο κατ' εκείνη ισχυρισμό του ΜΕ3 ότι πετάχτηκε από ένα αυτοκίνητο που κινείτο με ταχύτητα 80 ΧΑΩ και δεν έπαθε ουσιαστικά τίποτε. Ουδέποτε όμως ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι όταν πετάχτηκε από το αυτοκίνητο η ταχύτητα με την οποία κινείτο ήταν 80 ΧΑΩ. Αντιθέτως, όπως επεσήμανε και ο ίδιος ο μάρτυρας της εναγόμενης, ο ΜΥ1 δηλαδή, στην κατάθεση που έδωσε την επόμενη ημέρα στην αστυνομία ο ΜΕ3 καμία αναφορά δεν έκαμε στην ταχύτητα του οχήματος και η μόνη σχετική με το θέμα αυτό αναφορά περιέχεται στην ειδοποίηση που δόθηκε στην εναγόμενη (Τεκ.9). Όπως όμως αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες που κατέθεσαν κατά την ακρόαση συμφώνησαν (ΜΕ4 και ΜΥ1), η ταχύτητα που δήλωσε ο ΜΕ3 ότι ταξίδευε το όχημα του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη πολύ απλά διότι κανένας οδηγός που βρίσκεται σε κίνδυνο δεν κοιτάζει το μιλίμετρο ώστε η μετέπειτα δήλωση του για το θέμα αυτό να μπορεί να θεωρηθεί ακριβής και ασφαλής και γι' αυτό είναι και που ο ΜΥ1 ανέφερε ότι έκρινε αναγκαίο να υπολογίσει ο ίδιος την ενδεχόμενη ταχύτητα του επίμαχου οχήματος. Σημειώνω εδώ ότι αν και όταν ο ΜΕ4 εξέφρασε τη θέση αυτή, η πλευρά της εναγόμενης αμφισβήτησε έντονα την ικανότητα και επάρκεια του ως φερόμενος εμπειρογνώμονας, εντούτοις η επί του προκειμένου θέση του μάρτυρα στο τέλος επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον εμπειρογνώμονα της εναγόμενης. Αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες συμφωνούν επίσης ότι για να μπορεί να στέκει λογικά ο μη σοβαρός τραυματισμός του ΜΕ3, το όχημα δεν θα έπρεπε να ταξίδευε με 80 ΧΑΩ τη στιγμή που αυτός πετάχτηκε έξω ως ισχυρίστηκε. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 δε, όταν χάνεται ο έλεγχος ενός οχήματος που ταξιδεύει με ταχύτητα 80 ΧΑΩ περίπου, η ταχύτητα αρχίζει και μειώνεται και αν το όχημα του ΜΕ3 έφτανε μέχρι τον γκρεμό, η ταχύτητα του θα ήταν πολύ πιο χαμηλή από την αρχική ταχύτητα. Ουδέποτε όμως ο ΜΥ1 μέτρησε ή υπολόγισε ποια θα ήταν η ταχύτητα που θα είχε το όχημα, τουλάχιστον με βάση τις δικές του διαπιστώσεις, είτε μέχρι το σημείο που κατά το μάρτυρα θα έφτανε το όχημα να ακινητοποιηθεί είτε μέχρι το χείλος του γκρεμού όπου ισχυρίστηκε ο ΜΕ3 ότι πετάχτηκε έξω, ώστε να μπορέσει τουλάχιστον να εξακριβωθεί κατά πόσο η ταχύτητα αυτή συνάδει ή όχι με τους μικροτραυματισμούς που υπέστη ο ΜΕ
  3. Προφανώς, αν η ταχύτητα μειώθηκε στα 10 - 20 ΧΑΩ τότε, αν όντως ο ΜΕ3 πετάχτηκε έξω εκείνη τη στιγμή, η ύπαρξη μικροτραυματισμών δεν θα θεωρείτο πλέον παράλογη, ως ήταν και η άποψη του ΜΕ4 η οποία δεν αντικρούστηκε επί τούτου. Με άλλα λόγια, το υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκε η όλη γραμμή της υπεράσπισης για να καταδειχθεί το κατ' ισχυρισμό παράλογο της εκδοχής του ΜΕ3, ότι πετάχτηκε έξω ενώ κινείτο με ταχύτητα 80 ΧΑΩ, όχι μόνο δεν ευσταθεί αλλά έχει και επιστημονικά καταρριφθεί από τον εμπειρογνώμονα της πρώτης, ήτοι το ΜΥ1, διότι σύμφωνα με το μάρτυρα, και 80 ΧΑΩ να ήταν η αρχική ταχύτητα του οχήματος του ΜΕ3, δεν θα ήταν αυτή η ταχύτητα τη στιγμή που το όχημα θα πλησίαζε το γκρεμό και που ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι πετάχτηκε έξω. Θέση βεβαίως του ΜΕ3 ήταν ότι η ταχύτητα του τη δεδομένη στιγμή ήταν σχεδόν μηδενική γιατί το αυτοκίνητο έτυχε να χτυπήσει σε κουγκρί που υπήρχε στο έδαφος εκεί που τελείωνε το κιγκλίδωμα του δρόμου. Το ότι τη θέση αυτή ο μάρτυρας δεν την πρόβαλε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση αλλά την ανέφερε στην δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία πριν 8 χρόνια όταν κλήθηκε εκ νέου προς τούτο και μάλιστα μετά που η εναγόμενη ζήτησε να διερευνηθεί το βάσιμο του επί του προκειμένου ισχυρισμού, δεν έχει αμφισβητηθεί. Πρόσθετα όμως τούτου επισημαίνω και τα εξής. Κατά πρώτο, όπως ανέφερε ο ΜΕ2 και επιβεβαίωσε και ο ΜΥ1, το συγκεκριμένο σημείο επρόκειτο για επικίνδυνη στροφή ενώ το αν θα έπρεπε να υπάρχουν ίχνη πλαγιολίσθησης ή όχι είναι αμφίβολο διότι κάτι τέτοιο θα εξαρτάτο πρωτίστως από το κατά πόσο ο ΜΕ3 εφάρμοσε ή όχι τα φρένα του και αν ναι σε ποιο βαθμό. Ταυτόχρονα όμως, η θέση του ΜΕ3 ότι δεν προέβη σε έντονη χρήση των φρένων του διότι το όχημα είχε κίνηση στους πίσω τροχούς και επομένως απαιτούσε συγκεκριμένο χειρισμό, θέση η οποία σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι ΜΕ2 και ΜΥ1, συνιστά μία πιθανή εξήγηση γιατί δεν θα εντοπίζονταν ίχνη πλαγιολίσθησης αν υπήρξε πλαγιολίσθηση, επιβεβαιώθηκε επιστημονικά από τον ίδιο το ΜΥ1 ο οποίος υποστήριξε ότι όντως απαιτείται διαφορετικός χειρισμός ενός τέτοιου οχήματος σε περίπτωση κινδύνου. Κατά δεύτερο, μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του ΜΕ3 αναλώθηκε στο να πληγεί ο ισχυρισμός του ότι στο σημείο που έπεσε το αυτοκίνητο υπήρχε ένα κομμάτι κουγκρί στο έδαφος εκεί που τελείωνε το κιγκλίδωμα, όπου κατ' εκείνον φέρεται να χτύπησε το όχημα με εαποτέλεσμα να μειωθεί η ταχύτητα του στο ελάχιστο. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι το σημείο αυτό όχι μόνο υπάρχει αλλά και φωτογραφήθηκε και από τους εμπειρογνώμονες και ερευνητές που διόρισε η εναγόμενη, με κάποιες από αυτές τις εν λόγω φωτογραφίες να περιλαμβάνονται και στην έκθεση Επέογλου (Τεκ.14Α). Τελικά όμως ο ΜΕ3, όχι μόνο επιβεβαιώθηκε και από το ΜΥ1 ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε κουγκρί στο έδαφος εκεί που τελείωνε το κιγκλίδωμα, γεγονός για το οποίο μάλιστα ο εν λόγω μάρτυρας παρέπεμψε και σε φωτογραφίες που του δόθηκαν από την εναγόμενη (βλ. σελ. 19 πρακτικά ημερ. 24/04/19), αλλά όπως διαφάνηκε και κατά την πορεία της αντεξέτασης, κατέστη αποδεκτή και η θέση του ΜΕ3 ότι το κουγκρί που υπήρχε εκεί διαπιστώθηκε μετά το περιστατικό να ήταν «ραγισμένο». Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι εκ των υστέρων είναι που «σκαρφίστηκε» το δήθεν χτύπημα του αυτοκινήτου στο σημείο εκείνο διότι είδε ότι εκεί «πράγματι» υπήρχε κουγκρί ραγισμένο. Ενώ όμως η υποβολή αυτή καθιστούσε αποδεκτό από πλευράς εναγόμενης ότι στο σημείο που ισχυρίστηκε ο ΜΕ3 ότι χτύπησε το αυτοκίνητο, το κουγκρί ήταν όντως ραγισμένο, ο μάρτυρας τη εναγόμενης, δηλαδή ο ΜΥ1, ο οποίος ανέφερε ότι έκαμε και επιτόπια επίσκεψη στο σημείο, υποστήριξε κατηγορηματικά ότι εκείνος διαπίστωσε το κουγκρί να ήταν ανέπαφο και ότι αυτός ήταν μάλιστα και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν έκρινε αναγκαίο να επαναξιολογήσει τις διαπιστώσεις του μετά που έλαβε τη δεύτερη κατάθεση του ΜΕ3 όπου εκεί γινόταν αναφορά σε κατ' ισχυρισμό χτύπημα στο κουγκρί. Δεν μπορούν όμως να ισχύουν και οι δύο θέσεις της εναγόμενης. Η πραγματικότητα μόνο μία μπορεί να είναι και δεν μπορεί να αλλάζει αναλόγως του τι συμφέρει την επιχειρηματολογία που θα προωθηθεί. Είτε ήταν ραγισμένο το κουγκρί ως τέθηκε στο ΜΕ3 είτε δεν ήταν ραγισμένο ως υποστήριξε ο ΜΥ
  4. Αυτή η αντιφατικότητα στις θέσεις της εναγόμενης επί του ουσιώδες αυτού θέματος δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει εναντίον της προσπάθειας κλονισμού του ΜΕ3 αλλά και εναντίον του αξιόπιστου της όλης εκδοχής της εναγόμενης και ειδικότερα του ΜΥ
  5. Κατά τρίτο, ο ΜΥ1 επιχείρησε με την έκθεση του να καταδείξει το αναξιόπιστο της εκδοχής του ΜΕ3 κάμνοντας επιστημονική αναπαράσταση της πορείας που κατ' εκείνον θα ακολουθούσε το όχημα του τελευταίου αν τα γεγονότα είχαν ως ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε, στη βάση της οποίας αναπαράστασης κατέληξε ότι το όχημα του ΜΕ3 δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στο γκρεμό διότι θα χτυπούσε πρώτα είτε σε δέντρο είτε στο κιγκλίδωμα και τα σημεία αυτά δεν είχαν κανένα σημάδι από χτύπημα. Όλη η αναπαράσταση της τροχιάς που θα ακολουθούσε το όχημα κατά το μάρτυρα για να καταλήξει στο δέντρο, βασίστηκε στο δεδομένο «.ότι το όχημα ξεκίνησε την πλαγιολίσθηση 35 μέτρα πριν το δέντρο.». Καμία όμως πραγματική ή άλλως πώς μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να δικαιολογεί τη χρήση αυτού του δεδομένου για σκοπούς έγκυρης και ασφαλούς αναπαράστασης εφόσον δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο ΜΕ3 απώλεσε τον έλεγχο στο συγκεκριμένο σημείο. Ούτε όμως και ο ΜΥ1, στον οποίο τέθηκε κατά την αντεξέταση η θέση ότι ειδικά για το θέμα αυτό ενήργησε αυθαίρετα, μπόρεσε να τεκμηριώσει γιατί μόνο στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου θα μπορούσε να απωλέσει τον έλεγχο ο ΜΕ
  6. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι η βάση του επί του προκειμένου συμπεράσματος του μάρτυρα δεν εδράζεται επί ασφαλούς πραγματικής βάσης, σε συνδυασμό με το ότι ο μάρτυρας δέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι «φυσιολογικά . αλλάζουν όλα.» αν το σημείο της φερόμενης απώλειας ελέγχου του οχήματος δεν ήταν στην πραγματικότητα εκεί που το τοποθέτησε αλλά σε άλλο σημείο του δρόμου, η έκθεση Τεκ. 15 και η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΥ1 δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ως ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Κατά τέταρτο, η διαπίστωση του ΜΥ1 ότι όταν το όχημα έπεσε στον γκρεμό η πόρτα του οδηγού ήταν ακόμη ανοιχτή εκ πρώτης όψεως συνάδει με την εκδοχή του ΜΕ3 ότι άνοιξε ξαφνικά την πόρτα του οδηγού και πετάχτηκε από το όχημα. Ο ΜΥ1 βεβαίως, επικαλέστηκε τις ζημιές που διαπίστωσε ότι είχε υποστεί το όχημα για να καταλήξει στο δεύτερο καταληκτικό του συμπέρασμα ότι «το όχημα εσκεμμένα σπρώχτηκε στον γκρεμό» και αυτό διότι οι εν λόγω ζημιές δεν συνάδουν με πτώση που επέρχεται κατόπιν απώλειας ελέγχου οχήματος που κινείται με ταχύτητα. Παρά ταύτα, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 κατέστησε και αυτό το συμπέρασμα του ακροσφαλές. Εξηγώ. Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας κατά πόσο το σπρώξιμο ενός οχήματος στο γκρεμό από μηδενική ουσιαστικά ταχύτητα, θα δικαιολογούσε την πρόκληση των συγκεκριμένων μη αμφισβητούμενων ζημιών που αυτό υπέστη και την παραδεκτή ολική καταστροφή του. Παρά όμως το έκδηλα εύλογο της ερώτησης, ο μάρτυρας όχι μόνο δήλωσε αδυναμία να την απαντήσει αλλά σε κάποιο βαθμό προσπάθησε και να αποφύγει να τοποθετηθεί, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει ενώπιον του όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και ότι πρόκειται για αόριστη ερώτηση. Με κάθε σεβασμό όμως προς το μάρτυρα, αν όντως χρειάζονταν περισσότερα στοιχεία για να μπορεί να απαντηθεί η ερώτηση αυτή, πώς τότε είναι που αρχικά μπόρεσε να καταλήξει, και μάλιστα με βεβαιότητα, στο συμπέρασμα ότι «το όχημα εσκεμμένα σπρώχτηκε στον γκρεμό»; Με άλλα λόγια, ενώ για σκοπούς της έκθεσης του ο μάρτυρας επικαλέστηκε ειδικά και ρητά τις ζημιές του οχήματος για να υποστηρίξει την επί του προκειμένου θέση του, κατά την ακρόαση δήλωσε ότι τα στοιχεία αυτά δεν θα ήταν αρκετά για να επιβεβαιώσουν συμπέρασμα ολικής καταστροφής του οχήματος μετά από «εσκεμμένο σπρώξιμο», συμπέρασμα το οποίο όμως ήταν αρχικά αυτό που ο ίδιος υποστήριξε αλλά και η θέση που υπεβλήθη στο ΜΕ3 κατά την αντεξέταση του. Ούτε επί αυτού του θέματος επομένως δύναται να θεωρηθεί ότι η εκδοχή του ΜΕ3 δεν μπορεί να ευσταθεί. Αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι η αξιοπιστία της ενάγουσας, για την οποία ο δικογραφημένος ισχυρισμός της εναγόμενης είναι ότι ενήργησε σε συνεννόηση και/ή σε συνεργασία με το ΜΕ3 γνωρίζοντας ότι διέπρατταν απάτη. Ενώ όμως η κατ' ισχυρισμό «δόλια εμπλοκή» της ενάγουσας αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της υπεράσπισης, αφού ακόμη και δόλιες να ήταν οι ενέργειες του ΜΕ3, για να μπορεί να δικαιολογηθεί η απώλεια της ενάγουσας, ως η μόνη αντισυμβαλλόμενη της εναγόμενης, του συμβατικού της δικαιώματος σε καταβολή αποζημίωσης δυνάμει της επίδικης σύμβασης, θα πρέπει να αποδειχτεί δόλος και από μέρους της, ουδέποτε τέθηκε στην ενάγουσα η θέση ότι ενήργησε σε «.συνεννόηση και/ή συναίνεση και/ή σε συνεργασία..» με το ΜΕ3 και καμία μαρτυρία προς απόδειξη αυτού του δικογραφημένου ισχυρισμού της εναγόμενης δεν προσκομίστηκε. Μάλιστα δε, η θέση της τελευταίας ότι καμία προσωπική γνώση είχε για το περιστατικό παρά μόνο μετά που αυτό έγινε όταν και της τηλεφώνησε ο ΜΕ3, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Τίποτα επομένως δεν υπάρχει που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσα είχε οποιαδήποτε γνώση ή εμπλοκή στα όσα έλαβαν χώρα στις 24/05/11 στον επίμαχο δρόμο και καμία δόλια ή άλλως πώς αθέμιτη ενέργεια δεν έχει καταδειχθεί να έγινε από μέρους της είτε πριν είτε μετά το επίδικο περιστατικό. Δεν θα μπορούσε τέλος να αγνοηθεί και το γεγονός ότι το όλο περιστατικό φαίνεται να διερευνήθηκε και από την αστυνομία κατόπιν μάλιστα σχετικής καταγγελίας της εναγόμενης και καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί ότι μετά από τέτοια διερεύνηση υπήρξαν στοιχεία που να δικαιολογούσαν την ποινική δίωξη του ΜΕ3 και/ή της ενάγουσας. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, προκύπτει ότι τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς εναγόμενης που να έχει κλονίσει την εκδοχή του ΜΕ3 ως προς το πώς είναι που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ενώ σε μεγάλο βαθμό, αρκετές πτυχές της εκδοχής του εν λόγω μάρτυρα ως προς το θέμα αυτό, είτε δεν αμφισβητήθηκαν είτε επιβεβαιώθηκαν από πλευράς εναγόμενης και μάλιστα επιστημονικά. Ομοίως ακλόνητη παρέμεινε και η μαρτυρία της ενάγουσας αλλά και η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ
  7. Για τους τελευταίους σημειώνω ότι αν και αμφισβητήθηκαν έντονα κατά την αντεξέταση που τους έγινε, στο τέλος της ημέρας και αυτών οι θέσεις ως προς τα επίδικα θέματα για τα οποία κατέθεσαν όχι μόνο δεν αντικρούστηκαν αλλά και επιβεβαιώθηκαν ενώ η εμπλοκή τους στην υπόθεση διαπιστώνεται και να ήταν αυτή του ανεξάρτητου και αμερόληπτου τρίτου με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να κρίνεται πλήρως αξιόπιστη. Αντίθέτως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, τα όσα περί του αντιθέτου υποστήριξε ο ΜΥ1 με τη μαρτυρία, έκθεση και συμπεράσματα του δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί με ασφάλεια το Δικαστήριο για την εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων και συνεπώς δεν γίνονται αποδεκτά και απορρίπτονται. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις που προκύπτουν από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρία αναπόφευκτα οδηγούν στην πλήρη αποδοχή ως αξιόπιστης, της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων της πλευράς της ενάγουσας, ιδιαίτερα σε σχέση με το πώς έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και την παθητική εμπλοκή της ενάγουσας και στη βάση αυτής της αξιόπιστης μαρτυρίας προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Επισημαίνω εδώ ότι αν και δεν έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο της επίδικης σύμβασης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι αν το επίδικο περιστατικό έγινε ως η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίζεται, τότε, δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστικού συμβολαίου, η πλευρά της εναγόμενης υποχρεούται να καλύψει το ποσό που έχει δηλωθεί ως παραδεκτό σε σχέση με την αξία του επίδικου οχήματος, ήτοι €7.
  8. Υπό το φως λοιπόν των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει ανωτέρω, κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την αξίωση της στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης για ποσό €7500, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.