← Κύπρος

ΦΡΑΓΚΟΥ ν. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 4755/11, 24/2/2020

ΦΡΑΓΚΟΥ ν. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 4755/11, 24/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4755/11 Μεταξύ: XXXXX ΦΡΑΓΚΟΥ Ενάγοντας και XXXXX ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. X. Αδάμου Για Εναγόμενο: κ. Ε. Σταύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 20/08/10 και περί ώρα 17:00 στην οδό Δημοκρατίας στη Λεμεσό, μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγοντας με αρ. εγγραφής XXXXX84 και του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος με αρ. εγγραφής XXXXX99. Θέση του ενάγοντα είναι ότι για το επίδικο ατύχημα ευθύνεται ο εναγόμενος λόγω αμέλειας ενώ ο τελευταίος απορρίπτει την ευθύνη που του αποδίδεται και σε κάθε περίπτωση ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Είναι παραδεκτό και καθίσταται εύρημα μου ότι η οδός Δημοκρατίας είναι διπλής κατευθύνσεως δρόμος, με μία λωρίδα να κατευθύνεται προς τα βόρεια (αριστερή) και μία προς τα νότια (δεξιά), ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα, το οποίο τότε ήταν ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου, με βόρεια κατεύθυνση επί της οδού Δημοκρατίας, ήτοι στην αριστερή λωρίδα και ότι ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του με αντίθετη κατεύθυνση επί της ίδιας οδού, ήτοι με νότια κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα, με σκοπό όπως στο ύψος της οδού Αλβέρτου Αϊνστάιν, διασταυρώσει την αριστερή λωρίδα και εισέλθει σε χώρο στάθμευσης ο οποίος, σύμφωνα με την κατεύθυνση του, βρισκόταν στα δεξιά του. Η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα, για την οποία παρατίθενται στην Ε/Α σχετικές λεπτομέρειες, είναι ότι ο εναγόμενος ενήργησε αμελώς κατά την προσπάθεια του να εισέλθει από τη δεξιά λωρίδα στο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν στα δεξιά του διότι ανέκοψε αιφνίδια και απότομα την πορεία του ενάγοντα, είτε παραλείποντας να τον αντιληφθεί είτε ενεργώντας αντίθετα με τον τρόπο που θα ενεργούσε ένας επιμελής και συνετός οδηγός ώστε να μην προκαλέσει σύγκρουση. Η περί του αντιθέτου δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου ήταν ότι όταν ξεκίνησε να στρίβει το όχημα του βεβαιώθηκε ότι όντως δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος στα οχήματα που οδηγούνταν στην αντίθετη λωρίδα και ότι ο λόγος που επήλθε η σύγκρουση, ήταν διότι, παρά το ότι μόλις αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να πλησιάζει, ακινητοποίησε το όχημα του, εντούτοις ο τελευταίος, επειδή οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν μπόρεσε να ελέγξει το όχημα του ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Είναι παραδεκτό και καθίσταται επίσης εύρημα μου. ότι από το ατύχημα ο ενάγοντας έχει υποστεί κάποιες ζημιές, υλικές και σωματικές και έχει δηλωθεί ότι επί πλήρους ευθύνης ο ενάγοντας έχει υποστεί €1560 ιατρικά έξοδα, €1000 ζημιές στο όχημα και €5.394.61 ως απώλεια εισοδημάτων. Πρόσθετες απαιτήσεις του ενάγοντα για μεταφορικά έξοδα και έξοδα λήψης της αστυνομικής έκθεσης έχουν αποσυρθεί. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν συνολικά έξι μάρτυρες, τέσσερεις για τον ενάγοντα και δύο για τον εναγόμενο. Ως προς το πώς επεσυνέβη το ατύχημα, σχετική ήταν η μαρτυρία του ενάγοντα (ΜΕ1), ο οποίος αναφέρθηκε και στο θέμα των ζημιών του, της Αστυνομικού XXXXX Σ. Νικήτα (ΜΕ2), η οποία ήταν η αστυφύλακας που ανέλαβε να διερευνήσει το επίδικο ατύχημα και του εναγόμενου (ΜΥ2). Σχετικά με θέμα αυτό κατατέθηκαν ωε τεκμήρια η σχετική αστυνομική έκθεση που συντάχθηκε αναφορικά με το περιστατικό - Τεκ.9 και τα Τεκ. 1 και 1Α, που είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνιστούν αντίστοιχα το αντίγραφο και το πρωτότυπο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος που ετοίμασε η ΜΕ2 και το οποίο αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι οδηγοί είχαν υπογράψει δηλώνοντας τη συμφωνία τους με τα όσα εκεί καταγράφονται. Το μόνο στοιχείο που τελεί υπό αμφισβήτηση σε σχέση με το εν λόγω σχεδιάγραμμα είναι το ακριβές σημείο σύγκρουσης, θέμα για το οποίο ενάγοντας και εναγόμενος υπέδειξαν επί του σχεδιαγράμματος δύο διαφορετικά σημεία, τα οποία σημειώνονται επί του σχεδιαγράμματος με τις ενδείξεις «Χ» και «Χ1» αντίστοιχα.. Ως προς το θέμα των κατ' ισχυρισμών ζημιών του ενάγοντα, πέραν του ιδίου κατέθεσε ο φυσιοθεραπευτής Μ. Πάφιος (ΜΕ3) και ο ορθοπεδικός Δρ. Συμιλλίδης (ΜΕ4) ενώ για την πλευρά του εναγόμενου κατέθεσε ο ορθοπεδικός Δρ. Γεωργίου (ΜΥ1). Σημειώνω εδώ ότι η εμπειρογνωμοσύνη του καθενός εκ των ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΥ1 στον αντίστοιχο τομέα τους δεν αμφισβητήθηκε. Προτού συνοψίσω την προσκομισθείσα μαρτυρία κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και να παραθέσω διάφορα θέματα τα οποία κατά την ακρόαση φάνηκε να συνιστούν είτε παραδεκτό είτε κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Όσον αφορά το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε η ΜΕ2, αυτό, όπως ήδη ανέφερα, εξαιρουμένου του σημείου σύγκρουσης για το οποίο ο κάθε οδηγός υπέδειξε διαφορετικό σημείο, όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί από καμία πλευρά ότι αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα της σκηνής, αλλά αμφότερες οι πλευρές το επικαλούνται και βασίζονται επί αυτού για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους τόσο ως προς το ακριβές σημείο σύγκρουσης όσο και ως προς τις ενέργειες που ο κάθε οδηγός έκαμε ή δεν έκαμε. Με εξαίρεση συνεπώς τα δύο σημεία που παρουσιάζονται σε αυτό να συνιστούν το σημείο σύγκρουσης που η κάθε πλευρά ισχυρίζεται, αποδέχομαι πλήρως το εν λόγω σχεδιάγραμμα ως αξιόπιστο. Με βάση λοιπόν το αξιόπιστο σχεδιάγραμμα της σκηνής, το οποίο συνιστά απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης που υπήρχε στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή και συνεπώς μαρτυρία στη βάση της οποίας θα δοκιμαστεί η αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν καθώς και χρήσιμο οδηγό για τον καθορισμό των επίδικων γεγονότων που περιβάλλουν το δυστύχημα (βλ. Ψάλτης Kώστας ν. Aστυνομίας,

(2001)2 Α.Α.Δ. 113 και στη βάση των μη αμφισβητούμενων πτυχών της μαρτυρίας της ΜΕ2 και της αστυνομικής έκθεσης Τεκ.9, προβαίνω στα εξής περαιτέρω ευρήματα. Α. Το πλάτος του δρόμου ήταν 7.20μ. και το κέντρο του δρόμου ήταν στα 3.60μ. από το αριστερό περιθώριο του δρόμου - παγκέτο. Β. Μετά τη σύγκρουση το όχημα του εναγόμενου κατέληξε με διαγώνια κλίση, με το μπροστινό μέρος του οχήματος να βρίσκεται περί το κέντρο του δρόμου και συγκεκριμένα σε απόσταση 3.80μ. από το αριστερό παγκέτο και το πίσω μέρος να βρίσκεται μερικώς επί του πεζοδρομίου που εφάπτεται της λωρίδας στην οποία οδηγούσε ο εναγόμενος. Γ. Το όχημα του ενάγοντα παρουσιάζεται να κατέληξε στη λωρίδα του, πλησίον του αριστερού παγκέτου και παράλληλο με το δρόμο, αφού πρώτα διένυσε 20μ. περίπου αφήνοντας ίχνη ευθείας τροχοπέδησης εντός της ίδιας λωρίδας και ακόμη 2μ. περίπου ίχνη τροχοπέδησης με κατεύθυνση λοξώς αριστερά και πάλι εντός της ίδιας λωρίδας. Δ. Στα 18.30μ. εντός της απόστασης που καλύπτουν τα ίχνη της ευθείας τροχοπέδησης του οχήματος του ενάγοντα και περί το 1.50μ. πριν τα εν λόγω ίχνη αλλάξουν κατεύθυνση διαγώνια προς τα αριστερά, υπάρχει πάσσαλος της Α.Η.Κ. στο αριστερό παγκέτο. Ε. Στο σημείο που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης του ενάγοντα και για τα επόμενα 20μ. της ευθείας τροχοπέδησης, ο αριστερός τροχός του οχήματος του απείχε 1.20μ. από το αριστερό παγκέτο και ο δεξιός τροχός 2.80μ. Από τις εν λόγω μετρήσεις συνάγεται επίσης και αυτό δεν αμφισβητείται, ότι το πλάτος του οχήματος του ενάγοντα είναι τουλάχιστον 1.60μ. Στ. Δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στην ορατότητα αμφότερων των οδηγών ή τουλάχιστον οτιδήποτε που να εμποδίζει τον ένα να δει τον άλλο. Ζ. Ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος στεγνή και υπήρχε ικανοποιητικός φυσικός φωτισμός. Η. Ο ενάγοντας διώχθηκε ποινικά γιατί βρέθηκε να οδηγούσε τη στιγμή της σύγκρουσης με ταχύτητα 61ΧαΩ αντί 50 ΧαΩ που ήταν το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, κάτι που αυτός παραδέχεται καθώς και διότι παρέλειψε να δηλώσει στον Έφορο Μηχανοκινήτων ότι είχε καταστεί ο νέος ιδιοκτήτης του οχήματος. Θ. Δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ενάγοντα ότι αντιλήφθηκε την ύπαρξη του οχήματος του εναγόμενου στο δρόμο από απόσταση 40μ. περίπου, ότι ο τελευταίος επιχείρησε να στρίψει προς τα δεξιά όταν το όχημα του ενάγοντα ήταν σε απόσταση 20μ. περίπου και ότι καθ' όλη αυτή την απόσταση, η μόνη ενέργεια που έκαμε ο ενάγοντας ήταν να εφαρμόσει τα φρένα του, στοιχείο άλλωστε το οποίο επιβεβαιώνεται και από το ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που παρουσιάζονται στο αξιόπιστο σχεδιάγραμμα Τεκ. 1 και 1Α, καλύπτουν μία συνολική απόσταση 20μ. περίπου ευθείας τροχοπέδησης και 2μ. περίπου διαγώνιας τροχοπέδησης. Τέλος, ως προς το θέμα ευθύνης του εναγόμενου, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε στο Δικαστήριο και δηλώθηκε και στην τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, ο εναγόμενος «δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο του ενάγοντα από την αντίθετη κατεύθυνση και τον πρόσεξε αφού τον χτύπησε . (και) . αποδέχεται στη μαρτυρία του ότι έχει αμέλεια και μερίδιο ευθύνης για το δυστύχημα αφού δεν πρόσεξε το όχημα του ενάγοντα να πλησιάζει και επιχείρησε στροφή δεξιά.». Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημα μου ότι το ατύχημα επεσυνέβη όταν ο εναγόμενος έστριψε το όχημα του προς τα δεξιά με σκοπό να εισέλθει στο προαναφερόμενο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν στα δεξιά του χωρίς να αντιληφθεί τον ενάγοντα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η παραδοχή που γίνεται από πλευράς εναγόμενου είναι ότι αυτός ενήργησε αμελώς τη δεδομένη στιγμή καθώς επίσης και ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε στο δρόμο που να εμποδίζει την ορατότητα από και προς τον κάθε εμπλεκόμενο οδηγό, καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι ο εναγόμενος μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί εγκαίρως τον ενάγοντα. Παραμένει βέβαια προς εξέταση το κατά πόσο ο ενάγοντας είναι υπόλογος για συντρέχουσα αμέλεια που είναι ουσιαστικά, όπως αναφέρει και η συνήγορος του εναγόμενου, το μόνο επίδικο θέμα που παρέμεινε να εξεταστεί σε σχέση με το θέμα ευθύνης για το ατύχημα. Όσον αφορά τους τραυματισμούς του ενάγοντα, ο τελευταίος κατέθεσε το πιστοποιητικό του θεράποντα ορθοπεδικού που τον εξέτασε τότε, ήτοι του Δρ. Πετρίδη ως Τεκ.
  1. Μετά όμως που κατατέθηκε το πιστοποιητικό του εν λόγω γιατρού, αποκαλύφθηκε ότι ο τελευταίος είχε αποβιώσει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αλλά εκκρεμούσης της αγωγής και συνεπώς ήταν αδύνατο να προσέλθει στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει σε σχέση με τα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του. Παρά ταύτα, κατά την αντεξέταση τόσο του ενάγοντα όσο και του γιατρού που παρουσιάστηκε να καταθέσει εκ μέρους της πλευράς του τελευταίου, δηλαδή του ΜΕ4, τέθηκαν ως κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο υπόβαθρο κάποια από τα ευρήματα και συμπεράσματα που ο αποβιώσαντας κατέγραψε στο Τεκ.2, ενώ στην ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενου μέσω του ΜΥ1, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα στις 21/03/12 και συνέταξε σχετική έκθεση (Τεκ. 8 και 8Α), δηλώνεται η συμφωνία του τελευταίου με αρκετά από τα καταγραφέντα ευρήματα και συμπεράσματα του Δρ. Πετρίδη. Πρόσθετα τούτου, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου κατά την τελική της αγόρευση δέχτηκε και δήλωσε ότι αρκετά από τα όσα καταγράφει στο πιστοποιητικό του ο Δρ. Πετρίδης σε σχέση με τους τραυματισμούς και την θεραπεία του ενάγοντα έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Γι' όσα συνεπώς περιέχονται στο Τεκ.2 και τα οποία δεν αμφισβητούνται, τυγχάνουν θεωρώ εφαρμογής τα όσα σχετικά λέχθηκαν σε σχέση με μαρτυρία αποβιώσαντα που καθίσταται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κοινώς αποδεκτή στις υποθέσεις ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟ κ.α. ν. ΚΥΠΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ, Ποινική Έφεση 167/2013, 18/1/2017 και ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A263, Πολιτική Έφεση Αρ. 288/2010, 31/5/
  2. Ως εκ τούτου, καθίστανται περαιτέρω ευρήματα μου τα εξής: Α. Συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγοντας υπέστη: i. διάστρεμμα αυχένος (ευθειασμό), τραυματισμό για τον οποίο χορηγήθηκε αυχενικό κολλάρο ii. Τραυματισμό μαλακών μορίων στην οσφύ. iii. Τραυματισμό μαλακών μορίων του αριστερού γόνατος. iv. Θλαστικό τραύμα στην αριστερή περιοχή του μετώπου το οποίο συνερράφη. v. Μυϊκή ατροφία του τετρακεφάλου στο αριστερό πόδι της τάξης του 1 - 2 εκ. Β. Σε κανένα από τα σημεία που τραυματίστηκε ο ενάγοντας δεν υπήρξε κάταγμα. Γ. Ουδέποτε μέχρι σήμερα, περιλαμβανομένου και του χρόνου που ο Δρ. Πετρίδης εξέταζε τον ενάγοντα και συνέταξε το πιστοποιητικό του, δεν έγινε οποιαδήποτε μαγνητική τομογραφία του τραυματισμένου ποδιού του ενάγοντα. Δ. Οι αρχικές ενοχλήσεις του ενάγοντα ήσαν επίμονες αλλά παρουσιάστηκε σταδιακή βελτίωση και μέχρι 26/11/10 όλα τα συμπτώματα των τραυματισμών του αυχένα και της οσφύος είχαν υποχωρήσει, οτι σε κάποιο στάδιο κρίθηκε αναγκαία η χορήγηση ενδοαρθρικής ένεσης για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που παρέμεναν και ότι μέχρι και τις 21/03/12 εξακολουθούσε να παρατηρείται η μυϊκή ατροφία των μυών του αριστερού μηρού, το οποίο δικαιολογούσε ενοχλήσεις πόνου που ένιωθε τότε ο ενάγοντας στο γόνατο μετά από κόπωση του μέλους. Ε. Από ακτινογραφίες που έγιναν στο τραυματισμένο πόδι του ενάγοντα στις 18/06/19 κατόπιν οδηγιών του ΜΕ4, διαπιστώνονται να υπάρχουν κάποιες οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις αν και ο βαθμός των εν λόγω αλλοιώσεων όπως και η αιτία τους τελεί υπό αμφισβήτηση. Όσον αφορά το θέμα των φυσιοθεραπειών στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγοντας συνεπεία των τραυματισμών του, θέμα σχετικό με το οποίο ήταν η μαρτυρία του ΜΕ3 και η βεβαίωση που ο εν λόγω μάρτυρας εξέδωσε στις 29/12/10 για το ποσό των €600 (Τεκ.3), δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε ότι ο ενάγοντας όντως υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες από τον εν λόγω μάρτυρα μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2010 ούτε και ότι ο τελευταίος χρέωσε το προαναφερόμενο ποσό. Εκείνο το οποίο πρόβαλε ως επίδικο κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες σταμάτησαν οι φυσιοθεραπείες, οι συνέπειες που ο τερματισμός των φυσιοθεραπειών συνεπάγετο για την αποκατάσταση του ενάγοντα και η κατάσταση της υγείας του τελευταίου κατά την τελευταία μέρα των φυσιοθεραπειών. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημα μου ότι για τους τραυματισμούς που υπέστη από το ατύχημα, ο ενάγοντας υπεβλήθη σε αριθμό φυσιοθεραπειών μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2010 και ότι τα έξοδα γι' αυτές τις φυσιοθεραπείες ανέρχονται στο ποσό των €
  3. Σημειώνω τέλος ότι κατά την ακρόαση κατατέθηκαν επίσης τα Τεκ. 4, 5, 6 και 7 τα οποία όμως τεκμήρια, εφόσον αφορούν σε γεγονότα που τελικά δηλώθηκαν ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων, ήτοι σε σχέση με το ύψος των ζημιών του οχήματος του ενάγοντα και τις απολαβές του για την επίδικη περίοδο, δεν θα με απασχολήσουν, όπως και δεν θα με απασχολήσουν οι όποιες αναφορές έγιναν από τους μάρτυρες σε σχέση με αυτά τα θέματα κατά τη μαρτυρία τους. Ενόψει του περιορισμού των επίδικων θεμάτων που προκύπτει στη βάση όλων των πιο πάνω, προχωρώ να συνοψίσω την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα που παραμένουν να τελούν υπό αμφισβήτηση (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019), ήτοι τα εξής. Αφ' ενός το κατά πόσο ο ενάγοντας προέβη ή παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με αποτέλεσμα να φέρει και αυτός ευθύνη για το ατύχημα και συγκεκριμένα, όπως το έθεσε η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου στην αγόρευση της, κατά πόσο «ο ενάγοντας παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε οδηγώντας το όχημα του με υπερβολική ταχύτητα, άνω του επιτρεπόμενου ορίου, ενώ είχε αντιληφθεί την πρόθεση του εναγομένου να στρίψει δεξιά στην είσοδο παρακείμενου χώρου στάθμευσης προτού τον πλησιάσει και δεν ελάττωσε έγκαιρα ταχύτητα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του εναγομένου που επιχείρησε στροφή δεξιά. Η αμέλεια του ενάγοντα εντοπίζεται στη μη έγκαιρη λήψη των αναγκαίων μέτρων όπως όφειλε και μπορούσε για την ασφαλή πορεία των οχημάτων στο δρόμο και την αποφυγή σύγκρουσης με τον ενάγοντα.». Αφ' ετέρου κατά πόσο συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγοντας ανέπτυξε μετατραυματική χονδροπάθεια και στη συνέχεια μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα λόγω δημιουργίας οστεοφύτων στην περιοχή του τραυματισμένου γονάτου, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει μέχρι και σήμερα προβλήματα κινητικότητας, πόνο και ενοχλήσεις. Ως προς το πρώτο θέμα, ήτοι αυτό των ενεργειών ή παραλείψεων του ενάγοντα κατά το χρόνο του ατυχήματος, η εκδοχή του τελευταίου, η οποία συνιστά ουσιαστικά και τη βάση επί της οποίας η πλευρά του εναγόμενου προβάλλει τη θέση περί ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας, δύναται να συνοψισθεί στα πιο κάτω αυτούσια αποσπάσματα από την μαρτυρία του. «Στα 40 μέτρα είδα ένα αυτοκίνητο που ερχόταν προς τα κάτω, τον είδα που έστριψε στα 20 μέτρα και ήταν αναπόφευκτο το δυστύχημα.(ποια μέτρα πήρες για να αποτρέψεις τη σύγκρουση).Μόνο τα φρένα. Αριστερά μου είχε στύλο της Ηλεκτρικής και δεξιά ερχόταν άλλο αυτοκίνητο και συγκρουστήκαμε.Στα 20 μέτρα έστριψε για να πάει προς το καφενείο.Επήαιννα με 61 χιλιόμετρα λόγω του ότι ήταν καθαρός ο δρόμος μπροστά μου, πίσω.Στην αρχή επερίμενε με να περάσω τζιαί όταν κόντεψα μου ανέκοψε την πορεία μου.Έστριψε δεξιά προς το καφενείο. Ο άνθρωπος ήταν στη μέση του δρόμου για να στρίψει προς δεξιά. Εγώ όταν τον είδα δεν είχε ούτε trafficator. .Τον είδα σε απόσταση 40 μέτρα. Που τον είδα στην απόσταση 40 μέτρων επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Οι τρόποι για να τον αποφύγω δεν υπήρχαν. Στα αριστερά μου ήταν ο πάσσαλος της Ηλεκτρικής, δεξιά μου ερχόταν άλλο αυτοκίνητο από πίσω του, από την πλευρά του. Το μόνο που μου έμεινε ήταν να πατήσω τα φρένα τζιαί ο Θεός βοηθός. Όπου και συγκρουστήκαμε.Τον είδα σε απόσταση 40 μέτρων που άρχισε να μπαίνει όπως είπα πριν προς το καφενείο και φρέναρα..». Όσον αφορά τη ΜΕ2, η μάρτυς περιορίστηκε στη μαρτυρία της να αναφέρει μόνο τα όσα καταγράφονται στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε, δηλώνοντας αναρμόδια να σχολιάσει θέματα ευθύνης ή οτιδήποτε πέραν των διαπιστώσεων που κατέγραψε στο σχεδιάγραμμα της. Ρωτήθηκε όμως η μάρτυς κατά πόσο ο ενάγοντας, αν οδηγούσε με ταχύτητα 50 ΧΑΩ που ήταν το επιτρεπόμενο όριο, θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση λαμβανομένου υπόψη του ότι φαίνεται να υπήρχε στα αριστερά του περιθώριο 1.20μ. Συμφώνησε η μάρτυς ότι για να υπάρχουν πάνω από 20μ. τροχοπέδησης σημαίνει ότι ο ενάγοντας είχε ήδη αντιληφθεί τον εναγόμενο ισχυρίστηκε όμως ότι επειδή η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή, το αν ο ενάγοντας οδηγούσε με 50 ΧΑΩ δεν θα «έπαιζε κανένα ρόλο». Σημειώνω εδώ ότι αν και επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας της ΜΕ2 στη βάση του ότι δεν προσκόμισε τις καταθέσεις που έλαβε κατά τον ουσιώδη χρόνο, εντούτοις, οι διαπιστώσεις της μάρτυρος, ως αυτές καταγράφονται στο Τεκ. 1 και Τεκ.1Α, δεν αμφισβητούνται, ενώ η πλευρά του εναγόμενου δέχτηκε στο τέλος ότι ο τελευταίος ενήργησε αμελώς και ότι κάποια ευθύνη φέρει για το ατύχημα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του εναγόμενου, επαναλαμβάνω για σκοπούς πληρότητας ότι αυτός δέχτηκε ότι όταν επιχείρησε να στρίψει το όχημα του δεν αντιλήφθηκε ότι ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ο ενάγοντας και είναι γι' αυτό που δέχεται ότι ενήργησε αμελώς και ότι φέρει κάποια ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Επισημαίνω εδώ ότι σημείο αντιπαράθεσης των δύο πλευρών συνιστά και το ακριβές σημείο σύγκρουσης, με τον εναγόμενο να το τοποθετεί στα 3.80μ. από το αριστερό παγκέτο του δρόμου (βλ. Χ1 επί του σχεδιαγράμματος) και τον ενάγοντα στα 2.10μ. από το αριστερό παγκέτο και 19.5μ, εντός της έκτασης που καλύπτουν τα ίχνη της ευθείας τροχοπέδησης του. Ως προς το δεύτερο θέμα που παραμένει επίδικο και το οποίο αφορά στην έκταση των τραυματισμών του ενάγοντα και ειδικότερα τη δημιουργία και ύπαρξη μετατραυματικής χονδροπάθειας και οστεοαρθρίτιδας που εξακολουθεί να προκαλεί κινητικά προβλήματα και πόνο, η ουσιαστική μαρτυρία προήλθε από τους δύο γιατρούς, ήτοι τους ΜΕ4 και ΜΥ
  4. Σημειώνω εδώ ότι αμφότεροι οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στη μαρτυρία τους τόσο στις ακτινογραφίες που λήφθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο κατόπιν οδηγιών του Δρ. Πετρίδη το 2010 (Τεκ.11) όσο και στις πιο πρόσφατες ακτινογραφίες που λήφθηκαν το 2019 κατόπιν οδηγιών του ΜΕ4 (Τεκ.11). Η ουσιαστική πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ4 αναφορικά με το υπό κρίση θέμα παρατίθεται αυτούσια πιο κάτω: «.18/06/2019 . είναι μία ακτινογραφία σας ανέφερα αριστερού γόνατος . η οποία ακτινογραφία δείχνει προχωρημένου βαθμού οστεοαρθρίτιδα του αριστερού γόνατος και στα τρία διαμερίσματα, με δημιουργία οστεοφύτων και βλάβες στην τελική επιφάνεια των γονάτων..Χονδροπάθεια σημαίνει μία πάθηση του αρθρική χόνδρου η οποία με την πάροδο του χρόνου δημιουργεί μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα, η οποία εμφανίζεται στις ακτινογραφίες που έγιναν προχθές. . η γνώμη μου είναι ότι ο άρρωστος, ο ασθενής όταν ενεπλάκη στο τροχαίο και τραυμάτισε το αριστερό γόνατο έπρεπε να διερευνηθεί περαιτέρω όσο από τον γιατρό που το εξέταζε αλλά και από τον γιατρό που τον εξέτασε εκ μέρους κάποιας ασφαλιστικής εταιρείας. Πόνο ή ενόχληση σε μία άρθρωση ειδικά στο γόνατο όταν δεν υποχωρεί παρά τη θεραπευτική αγωγή ανεξάρτητα αν οι ακτινογραφίες αρχικά ήταν φυσιολογικές όφειλαν να το διερευνήσουν με μία μαγνητική τομογραφία του αριστερού γόνατος, πράγμα που δεν έγινε ούτε από τον ένα γιατρό ούτε από τον άλλο και εδώ βρισκόμαστε σε μία κατάσταση όπου το γόνατο το αριστερό είναι καταστραμμένο και λογικά εφόσον δεν υπήρχε άλλος τραυματισμός τούτο είναι επακόλουθο του αρχικού τραυματισμού που έγινε στις 20/08/2010, και μπορώ να πω ότι ανέπτυξε την οστεοαρθρίτιδα σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν έχουν περάσει 30 χρόνια ή 40..Είναι μόνιμα (τα κατάλοιπα) και αναμένεται να χειροτερεύσουν όσο προχωρά η οστεοαρθρίτιδα. Είχα αναφέρει ότι εφόσον έχει ενόχληση ή το πρόβλημα διαιωνίζεται πέραν των 3 μηνών είναι σωστό και φρόνιμο να γίνει μία μαγνητική τομογραφία, δεν ζητήθηκε ούτε από τον θεράποντα ούτε τον γιατρό που τον εξέτασε εκ μέρους ασφάλειας, εγώ τον είδα και αν ξαναέρθει κοντά μου να κάνουμε MRI.(για να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη χονδροπάθειας στο αριστερό γόνατο χρειάζεται μαγνητική τομογραφία;) Τώρα πλέον είναι αργά, ακόμα και απλή ακτινογραφία δείχνει ότι η κατάσταση είναι άσχημη που σημαίνει η χονδροπάθεια εκδήλωσε οστεοαρθρίτιδα, στη γλώσσα σας σημαίνει καταστροφή της άρθρωσης. Εγώ δεν ανέφερα τη λέξη χονδροπάθεια, εγώ είπα οστεοαρθρίτιδα. Η διάγνωση της χονδροπάθειας δεν τέθηκε από εμένα, τέθηκε από τον μακαρίτη τον κύριο Ανδρέα Πετρίδη εγώ τη λέξη... δεν ανέφερα χονδροπάθεια ούτε ανέφερα κάτι άλλο. Βάσει των ακτινογραφιών του νοσοκομείου φαίνεται ότι υπήρχε αρχόμενη οστεοαρθρίτιδα σας το ανέφερα στο Δικαστήριο, τώρα από το μυαλό μου δεν μπορεί να μου το βγάλει αν υπήρχε που υπήρχε έστω να επιδεινώθηκε συνεπεία του τροχαίου.Εγώ σας είπα όταν ότι τον εξέτασα έκρινα ότι πρέπει να βγάλει ακτινογραφία και αν συνέχιζα να τον βλέπω θα ζητούσα να κάνει μία μαγνητική τομογραφία για να δω τι ζημιές υπάρχουν στο γόνατο και πώς θα χειριστώ μελλοντικά την κατάστασή του..φτάνουμε εκεί που είχα πει αρχικά ότι έπρεπε να διερευνηθεί εφόσον δεν πέρασαν και είχε ενόχληση πάνω που τρείς μήνες έπρεπε να διενεργηθεί MRI.(σας υποβάλλω ότι για να υπάρξει η μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα πρέπει απαραίτητα να προηγηθεί ενδοαρθρικό κάταγμα.).Εντάξει κάταγμα βάσει των ακτινογραφιών δεν είχε, τα άλλα ούτε επιβεβαιώθηκαν ούτε αποκλείστηκαν που έπρεπε να γίνουν, άρα τούτο που μου λέεις έχει μία βάση, αλλά δεν έγινε σωστή διεργασία, άρα έρχεστε στα δικά μου λόγια..» Στην αντίπερα όχθη ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι μόνο με μαγνητική τομογραφία θα μπορούσε να διαπιστωθεί και να επιβεβαιωθεί η φερόμενη ως διαπιστωθείσα από το Δρ. Πετρίδη μετατραυματική χονδροπάθεια, ότι δεν διαπιστώνονταν τότε οστεοαρθροιτικές αλλοιώσεις από τις αρχικές ακτινογραφίες του Νοσοκομείου, ότι οι σχετικές αλλοιώσεις που διαπιστώνονται στις ακτινογραφίες του 2019 είναι πολύ μικρού βαθμού και δεν μπορούν να συνδεθούν με τον αρχικό τραυματισμό ιδιαίτερα στην απουσία μαγνητικής τοπογραφίας αφού μπορεί να οφείλονται σε διάφορες άλλες άσχετες αιτίες (Τεκ.12 και 13) και ότι αν και είναι φυσιολογικό μετά από τραυματισμό να παρουσιάζεται κάποια μορφή ατροφίας του τραυματισμένου μέλους λόγω αχρησίας του, η περίοδος αποκατάστασης της ατροφίας δεν δικαιολογείται να είναι περισσότερο από 10-12 βδομάδες ως έκρινε και ο ίδιος ο Δρ. Πετρίδης, και ιδιαίτερα εν τη απουσία κάποιου άλλου προβλήματος που στην παρούσα περίπτωση δεν φαίνεται ούτε και καταγράφηκε από τον Δρ. Πετρίδη να υπήρξε τέτοιο πρόβλημα. Οποιεσδήποτε συνεπώς ενοχλήσεις και να παρέμεναν από τον τραυματισμό, αυτές, σύμφωνα με το μάρτυρα, μπορούσαν εύκολα να βελτιωθούν αν ο ενάγοντας συνέχιζε να κάνει ασκήσεις έστω και μόνος στο σπίτι. Ο φυσιοθεραπευτής ΜΕ3 τέλος, ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι μέχρι την τελευταία φυσιοθεραπεία του ενάγοντα το Δεκέμβριο 2010, υπήρχε πλήρης αποκατάσταση του αυχένα και της οσφύος ενώ αν και κατά την κρίση του το γόνατο «ήθελε και άλλη δουλειά», εντούτοις κάτι τέτοιο φαίνεται να μην κρίθηκε αναγκαίο από τον θεράποντα ιατρό, ήτοι το Δρ. Πετρίδη, ο οποίος ήταν ο μόνος αρμόδιος να παραπέμψει τον ενάγοντα για περαιτέρω φυσιοθεραπείες και δεν το έπραξε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω στην απόφαση μου όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι εδώ να αναφέρω ότι ως προς το θέμα των γενικών αποζημιώσεων, ο μεν κ. Αδάμου υποστήριξε ότι με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία δικαιολογείται ποσό €30.000, η δε κα Σταύρου ότι δεν δικαιολογείται ποσό πέραν των €
  5. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Ως προς τους ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΥ1 οι οποίοι κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα τους, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους, λαμβανομένου υπόψη ότι η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν έχει αμφισβητηθεί, τους αποδέχομαι ως τέτοιους ειδικούς. Υπενθυμίζω συναφώς την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, αυτοί υπείχαν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Υπενθυμίζω επίσης την δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιλέξει, κατόπιν αξιολόγησης, ποια εκ των αντικρουόμενων επιστημονικών εκδοχών θα αποδεχτεί (Parris David ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχρεούται να επιλέξει μία εξ' αυτών (Παπαχριστοφόρου Ευριπίδης Φίλιππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 488). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Εξετάζοντας πρώτα τη μαρτυρία που αφορά στο θέμα της κατ' ισχυρισμό συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα, υπενθυμίζω ότι η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης εδράζεται στα όσα ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, ήτοι ότι ενώ είδε τον εναγόμενο από 40μ. και τον αντιλήφθηκε να στρίβει όταν έφτασε στα 20μ., το μόνο που έκαμε ήταν να εφαρμόσει τα φρένα του. Συνδεδεμένη βέβαια με τη θέση αυτή είναι και η θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, ότι το πραγματικό σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι στα 3.80μ. από το αριστερό παγκέτο, ήτοι ως το σημείο Χ1 που υπέδειξε ο εναγόμενος και όχι πολύ πιο πριν και στα 2.10μ. που υπέδειξε ο ενάγοντας ως σημείο Χ και ότι ο ενάγοντας με βάση το σχεδιάγραμμα Τεκ. 1 και 1Α και το σημείο Χ1, είχε περιθώριο στα αριστερά του 1.20μ.. Επί αυτών των θεμάτων παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε έχει αντικρουσθεί με οποιονδήποτε τρόπο η θέση του ενάγοντα και η διαπίστωση της ΜΕ2 ότι ο πρώτος οδηγούσε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης μόνο κατά 11 ΧΑΩ πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, ήτοι 61 αντί 50 ΧΑΩ και ούτε έχει αποδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο, επιστημονικό ή άλλως πως, ότι τα 22μ. περίπου ίχνη τροχοπέδησης του ενάγοντα δεν συνάδουν με ταχύτητα 61 ΧΑΩ ή ότι υποδηλούν μεγαλύτερη ταχύτητα. Κατά δεύτερο, ενώ η τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης από πλευράς εναγομένου στα 3.80μ. από το αριστερό παγκέτο συνάδει με τη δικογραφημένη θέση του ότι η σύγκρουση επεσυνέβη ενόσω αυτός ήταν ακινητοποιημένος στη λωρίδα του και αυτό διότι τα 3.80μ. απόσταση φέρουν το σημείο σύγκρουσης εντός της δικής του λωρίδας αφού το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 7.20μ. και το κέντρο στα 3.60μ., δεν ήταν αυτή η θέση που προώθησε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος ούτε και η θέση που δέχτηκε η συνήγορος του τελευταίου στην αγόρευση της, ήτοι ότι το ατύχημα επεσυνέβη όταν ο εναγόμενος αμελώς επεχείρησε να στρίψει δεξιά. Αυτό γιατί αν το σημείο σύγκρουσης είναι στη λωρίδα του εναγόμενου τότε αυτό θα συνεπάγετο ότι ο εναγόμενος ούτε πρόλαβε να στρίψει και να εισέλθει εντός της λωρίδας του ενάγοντα αλλά ούτε και ότι υπέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια ως αντίθετα δέχτηκε ο ίδιος στη μαρτυρία του και επιβεβαιώθηκε ως παραδεκτό και από τη συνήγορο του. Τούτου λεχθέντος και λαμβανομένου υπόψη τόσο της παραδοχής του εναγόμενου ότι το ατύχημα επεσυνέβη όταν αμελώς έστριψε δεξιά το όχημα του όσο και ότι με βάση το σχεδιάγραμμα, στο σημείο που ο ενάγοντας υπέδειξε ως το σημείο σύγκρουσης, τα ίχνη τροχοπέδησης αλλάζουν απότομα κατεύθυνση προς τα αριστερά, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του εναγόμενου ως προς το που ήταν το σημείο σύγκρουσης ενώ αντίθετα, η επί του προκειμένου θέση του ενάγοντα προβάλλει και λογική και πειστική. Κατά τρίτο, η θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας είχε στη διάθεση του 1.20μ. για να ελιχθεί προς τα αριστερά και να αποφύγει τη σύγκρουση βασίζεται σε δύο δεδομένα, ήτοι ότι η σύγκρουση έγινε στα 3.80μ. από το αριστερό παγκέτο και ότι ο δεξιός τροχός του ενάγοντα απείχε από αριστερό παγκέτο 2.80μ. και συνεπώς, κατά την υπεράσπιση, αφού το πλάτος του οχήματος του ενάγοντα είναι 1.60μ., σημαίνει ότι παρέμενε περιθώριο 1.20μ προς τα αριστερά του τελευταίου. Εκείνο όμως που διαφεύγει της υπεράσπισης είναι ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ενάγοντα, τα οποία δεν αμφισβητούνται και τα οποία καταγράφουν τον αριστερό τροχό του ενάγοντα στα 1.20μ από το παγγκέτο και τον δεξιό τροχό στα 2.80μ., φέρουν το όχημα του ενάγοντα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο να κινήθηκε σε μία ευθεία πορεία τουλάχιστον 20μ., χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε παρέκκλιση, και την απόσταση του από το πεζοδρόμιο να μην ξεπερνά ποτέ τα 1.20μ. Η μοναδική περίπτωση που το όχημα του ενάγοντα παρουσιάζεται να παρέκκλινε αυτής της ευθείας τροχοπέδησης είναι μετά τα 20μ. όπου το όχημα τροχοπέδησε λοξώς αριστερά μειώνοντας έτσι και άλλο την απόσταση από το αριστερό πεζοδρόμιο. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης, ήτοι το σχεδιάγραμμα και τα ίχνη τροχοπέδησης που σημειώνονται σε αυτό, ουδέποτε ο ενάγοντας, μέχρι και τη σύγκρουση, είχε πέραν των 1.20μ. απόσταση από το αριστερό πεζοδρόμιο και ουδέποτε το όχημα του έφτασε στα 3.80μ. που ισχυρίζεται η υπεράσπιση, στοιχείο που επιβεβαιώνει και την κατάληξη μου πιο πάνω ως προς το γιατί δεν ευσταθεί το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο εναγόμενος. Με την απόσταση συνεπώς του ενάγοντα από το αριστερό πεζοδρόμιο να μην ξεπερνά ποτέ τα 1.20μ. μέχρι και τη σύγκρουση και λαμβανομένου υπόψη ότι το πλάτος του οχήματος του ενάγοντα είναι κοινώς αποδεκτό ότι είναι τουλάχιστον 1.60μ., προκύπτει ότι δεν υπήρχε το ασφαλές περιθώριο ελιγμού που ισχυρίζεται η υπεράσπιση ότι υπήρχε ώστε να μπορεί ο ενάγοντας να προβεί σε οποιοδήποτε τέτοιο ελιγμό και να αποφύγει τη σύγκρουση. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι εν τη απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να καταδεικνύει είτε ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα από 61 ΧΑΩ, είτε ότι δεν ευσταθεί η θέση της ΜΕ2 ότι η υπέρβαση των 11 ΧΑΩ δεν διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στην πρόκληση του ατυχήματος αφού αυτό μπορούσε να επισυμβεί ακόμη και αν ο ενάγοντας οδηγούσε με 50 ΧΑΩ, καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι το σημείο σύγκρουσης είναι εκεί που υπέδειξε ο ενάγοντας και ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η μόνη λογική ενέργεια που μπορούσε να κάμει ο τελευταίος και έκαμε, ήταν να εφαρμόσει τα φρένα του. Το ότι η ενέργεια αυτή του ενάγοντα δεν ήταν επιτυχής δεν οφείλεται θεωρώ σε υπαιτιότητα δική του και τουλάχιστον δεν οφείλεται στην ταχύτητα με την οποία οδηγούσε αλλά στον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ο εναγόμενος (βλ. Bρυωνίδης Xριστάκης ν. Γεώργιου Σωφρονίου, ανηλίκου μέσω του πατέρα του και φυσικού κηδεμόνα του Mάριου Σωφρονίου
(1997)1 ΑΑΔ 1181, ΚΟΥΜΗ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:A184, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 81/2013, 14/5/2019 και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που αφορά στους αμφισβητούμενος τραυματισμούς του ενάγοντα και τα κατάλοιπα αυτών, ήτοι η ύπαρξη χονδροπάθειας, μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας και περιορισμό της κινητικότητας μέχρι και σήμερα. Ως προς αυτά τα θέματα παρατηρώ τα εξής. Ο ΜΕ4 ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα για πρώτη φορά και για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, υποστήριξε ότι ο τελευταίος έχει, συνεπεία του τραυματισμού του, αναπτύξει μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα. Τη θέση του αυτή ο μάρτυρας την υποστήριξε με παραπομπή στις πρόσφατες ακτινογραφίες που συνέστησε στον ενάγοντα να λάβει, ακτινογραφίες από τις οποίες και ο ΜΥ1 διαπίστωσε ότι κάποια ανάπτυξη οστεόφυτων υπάρχει. Όπως όμως ανέφερε ο ΜΕ4, αν και ένας τραυματισμός συνιστά πιθανή αιτία ανάπτυξης ή επιδείνωσης οστεοαρθρίτιδας, στην περίπτωση του ενάγοντα είναι «η χονδροπάθεια (που) εκδήλωσε οστεοαρθρίτιδα» εξηγώντας ότι «Χονδροπάθεια σημαίνει μία πάθηση του αρθρική χόνδρου η οποία με την πάροδο του χρόνου δημιουργεί μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα, η οποία εμφανίζεται στις ακτινογραφίες που έγιναν προχθές». Αναφερόμενος όμως ο μάρτυρας ως προς το κατά πόσο όντως υπήρξε ή όχι η διαπιστωθείσα από τον Δρ. Πετρίδη μετατραυματική χονδροπάθεια, ρητά εξαίρεσε από τη δική του ιατρική του εκτίμηση την συγκεκριμένη διάγνωση του Δρ. Πετρίδη, συμφωνώντας ουσιαστικά με τον ΜΥ1 ότι για να μπορεί με ακρίβεια να γίνει τέτοια διάγνωση θα έπρεπε να υπήρχε μαγνητική τομογραφία που δεν υπήρξε. Επιχείρησε παρά ταύτα ο μάρτυρας να συνδέσει το ατύχημα με την πρόσφατη οστεοαρθρίτιδα που διαπίστωσε, εκτιμώντας ότι κάποιον άλλο σοβαρότερο τραυματισμό θα πρέπει να είχε υποστεί τότε ο ενάγοντας, ο οποίος όμως τραυματισμός θα διέλαθε της προσοχής του Δρ. Πετρίδη και επειδή δεν έτυχε της σωστής θεραπευτικής αντιμετώπισης οδήγησε στα πράγματα να εξελιχθούν όπως φαίνεται σήμερα να εξελίχθηκαν. Δέχτηκε ο μάρτυρας ότι οι ακτινογραφίες που λήφθηκαν τότε δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη ενός τέτοιου σοβαρότερου τραυματισμού και ότι αυτό μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο με μαγνητική τομογραφία και ανέφερε ότι αν και σήμερα μια τέτοια τομογραφία θα μπορούσε να δείξει με περισσότερη ακρίβεια την σημερινή κατάσταση του τραυματισμένου μέλους, δεν θα μπορέσει να καταδείξει αν όντως υπήρξε τότε ένας σοβαρότερος τραυματισμός, πέραν από αυτούς που διαπίστωσε ο Δρ. Πετρίδης. Ο ίδιος, ως ανέφερε, δεν έδωσε οδηγίες για να γίνει μια τέτοια μαγνητική τομογραφία σήμερα διότι ακόμη δεν έχει αναλάβει τον ενάγοντα ως θεράποντας ιατρός. Με άλλα λόγια, όχι μόνο ο ίδιος ο γιατρός που κάλεσε η πλευρά του ενάγοντα, ο ΜΕ4 δηλαδή, δεν μπορούσε να συνδέσει τα οστεόφυτα που εντόπισε σήμερα με κάποιο από τους συγκεκριμένους τραυματισμούς που διέγνωσε τότε ο Δρ. Πετρίδης αλλά και κανένας εκ των γιατρών που κατέθεσαν στην ακρόαση δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί ως ορθή τη διάγνωση του Δρ. Πετρίδη περί χονδροπάθειας, διάγνωση η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη σημερινή εμφάνιση οστεόφυτων. Πρόσθετα τούτου ο ίδιος ο ΜΕ4 απέδωσε την σημερινή εξέλιξη της κατάστασης του ενάγοντα στην ανεπάρκεια της συστηθείσας θεραπείας και στους λανθασμένους κατ' εκείνον χειρισμούς του Δρ. Πετρίδη, καταλήγοντας ουσιαστικά στο υποθετικό σενάριο ότι για να ανέπτυξε οστεοαρθρίτιδα ο ενάγοντας, κάποιο άλλο τραυματισμό θα πρέπει να υπέστη κατά το ατύχημα, τραυματισμός όμως ο οποίος ούτε τότε ούτε και τώρα μπορεί να εξακριβωθεί ώστε να διαφανεί αν όντως προέρχεται ή όχι από το ατύχημα. Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη των πιο πάνω καθώς και ότι με βάση το πιστοποιητικό του Δρ. Πετρίδη, η πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας συνδέεται αποκλειστικά με τη διάγνωση του τελευταίου περί ύπαρξης χονδροπάθειας, ότι κανένας εκ των γιατρών μαρτύρων δεν συμφωνεί με την εν λόγω διάγνωση, ότι ο Δρ. Πετρίδης που ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να υποστηρίξει την εν λόγω διάγνωση απεβίωσε πριν την ακρόαση καθιστώντας έτσι αδύνατη την εξέταση του επί αυτού του θέματος και ότι αν όντως σήμερα υπάρχει οστεοαρθρίτιδα και κατ' επέκταση περιορισμός στην κινητικότητα του μέλους του ενάγοντα, αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με κάποιο από τους τραυματισμούς που διαπίστωσε ο Δρ. Πετρίδης το 2012 αλλά ίσως με κάποιο άλλο τραυματισμό που όμως δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν όντως προκλήθηκε από το ατύχημα, η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος ο τελευταίος υπέστη και εξακολουθεί να υποφέρει από μετατραυματική χονδροπάθεια και οστεοαρθρίτιδα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι στις 21/03/12 που ο ενάγοντας εξετάστηκε από τον ΜΥ1, αυτός κρίθηκε δικαιολογημένος να νιώθει κάποιες ενοχλήσεις λόγω του τραυματισμού του, ότι αυτές οι ενοχλήσεις θα υποχωρούσαν αν συνεχίζονταν οι φυσιοθεραπείες που δεν συνεχίστηκαν, ότι ο ίδιος ο φυσιοθεραπευτής του ενάγοντα, ήτοι ο ΜΕ3, εξέφρασε την δυσαρέσκεια του με την απόφαση του Δρ. Πετρίδη όπως μην συνεχίσουν οι φυσιοθεραπείες του ενάγοντα αφού το γόνατο δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως και ότι αμφότεροι οι ειδικοί του ενάγοντα, ήτοι ο ΜΕ3 και ΜΕ4, συμφωνούν ουσιαστικά ότι η μη καλή εξέλιξη της υγείας του ενάγοντα οφείλεται στις αποφάσεις του θεράποντος ιατρού του, ήτοι του Δρ. Πετρίδη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι οι όποιες ενοχλήσεις και προβλήματα εξακολουθούν να υφίστανται σήμερα, αυτά οφείλονται στο επίδικο ατύχημα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης συνεπώς προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι οι τραυματισμοί του ενάγοντα συνεπεία του ατυχήματος είναι ως αναφέρονται πιο πάνω στα σχετικά ευρήματα μου και ότι για την αποκατάσταση τους χρειάστηκε περίοδος 10 - 12 εβδομάδων. Προβαίνω επίσης σε περαιτέρω εύρημα ότι μέχρι και την 21/03/12 που ο ΜΥ1εξέτασε τον ενάγοντα, ο τελευταίος εξακολουθούσε μετά από κόπωση να νιώθει κάποιες ενοχλήσεις συνεπεία των τραυματισμών του, οι οποίες όμως ενοχλήσεις μπορούσαν να βελτιωθούν και να αντιμετωπιστούν εύκολα με φυσιοθεραπεία ή εκτέλεση απλών ασκήσεων στο σπίτι, η οποία όμως φυσιοθεραπεία και ασκήσεις ουδέποτε έγιναν για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την πλευρά του ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αδιαμφισβήτητες είναι θεωρώ οι αρχές, που διέπουν τον καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου και το κριτήριο, όπως έχει, κατ' επανάληψη νομολογηθεί για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018, οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας είναι γνωστές (Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Christoforou (No. 2) v. Asproftas and Another
(1988)1 C.L.R. 441, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, ΧατζηΓιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημ. 31/5/17). Όλα τα πιο πάνω συνοψίζονται γλαφυρότατα θεωρώ στο εξής απόσπασμα από την απόφαση ΜΑΡΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2012, 27/6/2018 Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος. Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα μου και λαμβανομένης υπόψη της παραδοχής που γίνεται από πλευράς εναγόμενου ως προς την επίδειξη κάποιας αμέλειας από μέρους του σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, ικανοποιείται πλήρως θεωρώ το συμπέρασμα που έπρεπε να αποδείξει ο ενάγοντας περί αμέλειας του εναγόμενου. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι τίποτα δεν έχει καταδειχθεί που να υποδηλοί ότι και ο ενάγοντας όφειλε να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση ή να μην του προκληθούν ζημιές, κρίνω ότι για το επίδικο ατύχημα ευθύνεται αποκλειστικά ο εναγόμενος. Στρέφομαι τώρα στις αποζημιώσεις που ο ενάγοντας δικαιούται από τον εναγόμενο. Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, έχει ήδη δηλωθεί ως παραδεκτό επί πλήρους ευθύνης το ποσό των €7.954,61 και έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι δικαιολογείται και περαιτέρω ποσό €600 για φυσιοθεραπείες. Δικαιούται συνεπώς ο ενάγοντας ποσό €8.554,61 ως ειδικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με τις γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα τραύματα, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, ως αυτά καταγράφονται στα σχετικά ευρήματα μου ανωτέρω, έλαβα υπόψη μου τις σχετικές αρχές ως προς το σκοπό των γενικών αποζημιώσεων, το μέτρο υπολογισμού τους και το βοηθητικό αλλά όχι δεσμευτικό των ποσών που διαχρονικά επιδικάσθηκαν από τη νομολογία, ως οι εν λόγω αρχές διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111. Σε κάθε υπόθεση βέβαια, είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και να συνυπολογίζεται η μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος (βλ. Φοινικαρίδης άλλη ν. Γεωργίου άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475) Αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν για καθοδήγηση σε διάφορες υποθέσεις, ο καθένας βέβαια για να υποστηρίξει τη δική του επιχειρηματολογία, τις οποίες έλαβα υπόψη μου όπως έλαβα υπόψη και τις αποφάσεις στις ΣΤΕΦΑΝΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A545, Πολιτική Έφεση Αρ. 508/12, 17/12/2018, ΑΛΕΞΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ ν. ΣΤΕΛΛΑΣ ΦΡΑΝΤΖΗ, ECLI:CY:AD:2017:A202, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 328/2011, 31/5/2017, June Harmsworth v. 1. Salamis Glory κ.α.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1617, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441, Νεοκλέους ν. Worley
(2001)1(A) A.A.Δ. 652, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 498, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 38, Ρούμπα ν. Μακρυγιάννη κ.α. (Πολ. Εφ. 67/08 ημερ. 21.6.2011), Βάσος Αδαμίδης (ανήλικος) ν. Χατζηνικολάου (Πολ. Εφ. 139/05 ημερ. 25.9.2007), Ορφανίδου ν. Περνάρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253, Κεζαρίδη ν. Κωνσταντίνου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1373, Κασιάνα Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1709 και Κωνσταντινίδης v. Ζαχαρίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 733) όπου οι εκεί τραυματισμοί ήταν παρόμοιας φύσης αν και κάποτε ελαφρύτεροι και κάποτε σοβαρότεροι. Καθοδηγούμενος λοιπόν από τις πιο πάνω αποφάσεις και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου τον επηρεασμό της αξίας του χρήματος αναλόγως του πότε αποφασίστηκαν οι εν λόγω υποθέσεις, κρίνω ως κατάλληλο ποσό γενικών αποζημιώσεων για τον εδώ ενάγοντα το ποσό των €5.000. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €8.554,61 ως ειδικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €5.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 58Α του Κεφ. 148 και οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή ανεξήγητα καταχωρήθηκε ένα και πλέον χρόνο μετά το ατύχημα (07/10/11) και η έκθεση απαίτησης σχετικά σύντομα μετά (15/11/11), κρίνω ότι θα πρέπει να επιδικαστεί νόμιμος τόκος επί αμφότερων των ποσών των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης ήτοι 15/11/11 και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εκτός αν υπάρχει οποιαδήποτε πληρωμή στο Δικαστήριο, θέμα για το οποίο θα προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους, αυτά επιδικάζονται υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.