Ιωαννίδου ν. Γερολέμου κ.α., Αρ. Αγωγής 713/2015, 6/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 713/2015 Μεταξύ: XXXXX Κώστα Γερολέμου νυν XXXXX Ιωαννίδου Ενάγουσας Και
- XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX αρ. 10, Διαμ. 22 XXXXX, Λεμεσός
- XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX 19Α , XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Τίμμης, οδός XXXXX Β, αρ. 16 Block 1, περιοχή XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Γερολέμου, οδός XXXXX 10, XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Αλεξάνδρου, XXXXX 9, XXXXX, XXXXX Λεμεσός
- XXXXX Γερολέμου, ως προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου, τέως από την XXXXX, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX αρ. 10, Διαμ. 22 XXXXX, Λεμεσός και XXXXX Γερολέμου ως προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου τέως από την XXXXX, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX 19Α , XXXXX, XXXXX Λεμεσός Εναγόμενοι Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Νικολάου για Γ. Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Η. Ηλία ΑΠΟΦΑΣΗ Το «βασικό» δικογραφικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα κληρονομική αγωγή της ενάγουσας, η οποία γεννήθηκε στις 15/09/1964 στη Λεμεσό, συνοψίσθηκε στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 15/06/18 με την οποία ενέκρινα μερικώς το τότε αίτημα της ενάγουσας για τροποποίηση της Ε/Α της. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση μου: «Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 20/02/15 και ώρα 1140, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων, απόφαση και/ή διάταγμα που να της αναγνωρίζει και της κατανέμει κληρονομικό μερίδιο επί της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γερολέμου τέως από την XXXXX, Α.Δ.Τ. XXXXX7151, οδός XXXXX 19Α , XXXXX, XXXXX Λεμεσός καθώς επίσης και απόφαση και/ή διάταγμα που να τη διορίζει διαχειρίστρια ή συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα. Σύμφωνα με την επισυνημμένη στο κλητήριο ένταλμα, Ε/Δ της ενάγουσας ημερ. 20/2/18 και ώρας 1132, ο προαναφερόμενος αποβιώσας ήταν πατέρας της και οι εναγόμενοι 1-5 αδέρφια της και προτιθέμενοι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος βάσει της Αίτησης υπ. αριθμό XXXXX/14 του Ε/Δ Λ/σου. Σύμφωνα με την Ε/Α απαίτησης που καταχώρησε η ενάγουσα στις 17/4/15, πρόσθετα των πιο πάνω, αναφέρεται ότι ο αποβιώσας απεβίωσε την 28/8/14 καταλείποντας έξι
(6)κληρονόμους περιλαμβανομένης και της ιδίας, χωρίς διαθήκη και με περιουσία αξίας περίπου €320.
- Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, στις 04/12/14, καταχώρησαν στο Ε/Δ Λ/σου την Αίτηση Διαχείρισης XXXXX/14 ζητώντας να τους παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους. Παρά όμως το ότι η ίδια, ως θυγατέρα του αποβιώσαντα, είναι επίσης νόμιμη κληρονόμος του, εντούτοις οι εναγόμενοι 1 και 2, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε της επέδωσαν την αίτηση διαχείρισης, ούτε και αναζήτησαν την συγκατάθεση της για το διορισμό τους, με αποτέλεσμα να την αποκλείσουν από το κληρονομικό μερίδιο που δικαιούται. Αυτό, σύμφωνα με την παρ. 9 της Ε/Α, κατά παράβαση των προνοιών του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ.189 και των σχετικών Κανονισμών. Ως προς τον ισχυρισμό της ότι είναι θυγατέρα του αποβιώσαντα και συνεπώς μία εκ των νόμιμων κληρονόμων του, στην Ε/Α της, η ενάγουσα παραπέμπει στο πιστοποιητικό γεννήσεως της, στο Δελτίο Ταυτότητας της και σε σχετική βεβαίωση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX. Στη βάση των πιο πάνω, αναφέρει η ενάγουσα στην Ε/Α της, αναγκάστηκε να προβεί σε καταχώρηση caveat στην Αίτηση XXXXX/14 στις 18/12/14 ώστε να την ανακόψει, και ακολούθως να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Κεντρικός πυρήνας της Υπεράσπισης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι στις 18/9/15 είναι ότι «.η ενάγουσα ούτε ήταν, ούτε είναι ούτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίστηκε ως νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα αλλά ούτε και ποτέ υιοθετήθηκε από τον αποβιώσαντα και περαιτέρω . δεν προσέφυγε ποτέ στο Δικαστήριο μετά την ενηλικίωση της για αναγνώριση μέσω Δικαστηρίου ότι είναι νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα». Ισχυριζόμενοι ότι η ενάγουσα παραλείπει να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις τους να τους παρουσιάσει το πρωτότυπο του φερόμενου πιστοποιητικού γέννησης της - ισχυριζόμενοι ότι μόνο φωτοαντίγραφο αυτού τους παρουσιάζει και το οποίο σε κάθε περίπτωση φέρεται να εκδόθηκε μεταγενέστερα της γέννησης της - ή κάποια επίσημη ληξιαρχική πράξη που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της ότι είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα ή να προβεί μαζί τους σε αιματολογικές εξετάσεις DNA, αμφισβητούν και το βάσιμο των ισχυρισμών της αλλά και την ίδια την ύπαρξη οποιουδήποτε έγκυρου πιστοποιητικού η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέχει. Είναι δε η θέση των εναγομένων ότι ενώσω ήταν εν ζωή, ο αποβιώσαντας τους επιβεβαίωσε ότι «ενώ η ενάγουσα γεννήθηκε και δηλώθηκε αγνώστου πατρός, μερικά χρόνια μετά τη γέννηση της επειδή γνώρισε τη μητέρα της αποδέχτηκε να υπογράφεται με το όνομα και το επίθετο του για να μην φαίνεται στο δημοτικό σχολείο που θα πήγαινε ότι δεν είχε πατέρα». Παρά ταύτα, καταλήγουν οι εναγόμενοι, ο αποβιώσαντας ουδέποτε αναγνώρισε την ενάγουσα ως παιδί του. Είναι τέλος η θέση των εναγομένων ότι η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας να ανακόψει τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος στη βάση ανυπόστατων και ψευδών ισχυρισμών, τους έχει προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημιά, πλήγμα στην υπόληψη και φήμη τους καθώς και ταλαιπωρία και έξοδα και για το λόγο αυτό, ανταπαιτούν από εκείνη ποσά ύψους €25.000 - €50.
- Αξιώνουν επίσης και διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται η ενάγουσα όπως παρουσιάσει τέτοια επίσημα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της ότι είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα και όπως συγκατατεθεί στη διενέργεια εξετάσεων DNA. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση που καταχώρησε η ενάγουσα στις 10/12/15, η τελευταία δέχεται ότι δεν έγινε ποτέ οποιαδήποτε διαδικασία υιοθεσίας της από τον αποβιώσαντα, ισχυρίζεται όμως ότι τόσο ο αποβιώσαντας όσο και οι εναγόμενοι την αναγνώριζαν πάντα ως τέκνο του πρώτου και ότι τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, οι εναγόμενοι παραδέχονταν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς μέσω του δικηγόρου τους, ότι η ενάγουσα ήταν αδερφή τους και μία εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντα. Είναι περαιτέρω η θέση της ενάγουσας ότι η εν λόγω συμπεριφορά των εναγομένων, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναφέρει στην Ε/Α της ότι έχει στην κατοχή της και τα οποία έχει ήδη παρουσιάσει στους τελευταίους, «αποδεικνύουν με περισσή επάρκεια ότι είναι τέκνο του αποβιώσαντος.».» Ο λόγος που αναφέρθηκα σε «βασικό» δικογραφικό πλαίσιο είναι διότι με την απόφαση της 15/06/18, για λόγους που θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, αν και απέρριψα αίτημα για προσθήκη θεραπειών στο παρακλητικό του Κλητηρίου Εντάλματος οι οποίες αφορούσαν στην έκδοση διατάγματος και/ή δήλωσης αναγνώρισης της ενάγουσας ως θυγατέρα και/ή εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα, ενέκρινα αίτημα για τροποποίηση της Ε/Α δια της προσθήκης των εν λόγω παραγράφων: «.προσθήκης ως παραγράφου 2 στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης της ακόλουθης Παραγράφου: «Ο αποβιώσας προτού και/ή κατά τον χρόνο που κυοφορήθηκε η Ενάγουσα ήταν μεν νυμφευμένος με την XXXXX, με την οποίαν βρισκόταν σε διάσταση, ωστόσο, συζούσε και διατηρούσε σαρκικές σχέσεις με την XXXXX Μιχαήλ, μητέρα της Ενάγουσας, τις οποίες διατήρησε επί μακρόν και μετά τη γέννηση της ακόμη, δε, και μετά την απ' αυτόν σύναψη δεύτερου γάμου». Διά της προσθήκης ως παραγράφου 3 στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης της ακόλουθης Παραγράφου: «Ο αποβιώσας αναγνώρισε την Ενάγουσα ως θυγατέρα του και/ή η όλη συμπεριφορά του συνιστούσε αναγνώριση του γεγονότος ότι θεωρούσε την Ενάγουσα θυγατέρα του και/ή εξώγαμο τέκνο του και/ή προέβη σε εκούσια αναγνώριση της Ενάγουσας ως θυγατέρας του και/ή εξώγαμου τέκνου του. Παρόμοιας συμπεριφοράς η Ενάγουσα τύγχανε και από τους Εναγόμενους 1 και
- Περισσότερες λεπτομέρειες η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφέρει κατά τη δικάσιμο». (iii) Διά της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης της ακόλουθης πρότασης: «στον Περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμο του 1991, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα άρθρα 1-26 και στη Σύμβαση για τη Νομική Κατάσταση Εξωγάμων Τέκνων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 ν. 50/1979άρθρα 1-16»» Για ό,τι αφορά την παρούσα απόφαση, το διάταγμα τροποποίησης και οι σχετικές οδηγίες που έδωσα τότε ήταν όπως «Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα με επισυνημμένη σχετική Ε/Δ ως προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί, τροποποιημένη στη βάση των όσων γεγονότων έχουν εγκριθεί να προστεθούν στην Ε/Α καθώς και τροποποιημένη Ε/Α να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου του Τροποποιημένου Κλητηρίου και Ε/Α. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης». Επειδή στη συνέχεια κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση νέας πανομοιότυπης αίτησης τροποποίησης από πλευράς ενάγουσας λόγω του ότι δεν είχαν καταχωρηθεί εμπρόθεσμα τα τροποποιημένα δικόγραφα της με αποτέλεσμα η διαταχθείσα τροποποίηση της 15/06/18 να καταστεί ipso facto void, εξέδωσα νέα απόφαση την 01/11/18, με την οποία έδωσα το ίδιο διάταγμα και οδηγίες ως προηγουμένως. Συμμορφούμενη αυτή την φορά με την ταχθείσα προθεσμία, η ενάγουσα καταχώρησε την τροποποιημένη Ε/Α της στις 09/11/19, δεν καταχώρησε όμως και «.σχετική Ε/Δ ως προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί, τροποποιημένη στη βάση των όσων γεγονότων έχουν εγκριθεί να προστεθούν στην Ε/Α.». Το γεγονός αυτό αποτέλεσε αντικείμενο προδικαστικής ένστασης στην τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση, ήτοι ότι οι τροποποιήσεις που έγιναν θα πρέπει να απορριφθούν λόγω μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς καθώς και την απόφαση της 01/11/
- Σημειώνω εδώ ότι άνευ βλάβης της ένστασης τους αυτής, οι εναγόμενοι περιέλαβαν στο τροποποιημένο δικόγραφο τους και τη θέση τους ως προς τους νέο-εισαχθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας, η οποία θέση τους έγκειτο ουσιαστικά στην ίδια άρνηση που εξέφραζαν με τους λοιπούς ισχυρισμούς τους ως προς το ότι «.η ενάγουσα ούτε ήταν, ούτε είναι ούτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίστηκε ως νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα αλλά ούτε και ποτέ υιοθετήθηκε από τον αποβιώσαντα και περαιτέρω . δεν προσέφυγε ποτέ στο Δικαστήριο μετά την ενηλικίωση της για αναγνώριση μέσω Δικαστηρίου ότι είναι νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα». Αν και δέχονταν πλέον οι εναγόμενοι ότι ο αποβιώσαντας διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις με την μητέρα της ενάγουσας, ισχυρίζονταν ότι οι σχέσεις αυτές ήταν πολύ μετά τη γέννηση της τελευταίας και δη όταν αυτή ήταν ήδη τριών ετών. Η προδικαστική ένσταση των εναγομένων τέθηκε προς εξέταση στις 29/03/19, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήχθη για ακρόαση και ήταν έτοιμη να καταθέσει η πρώτη μάρτυρας της ενάγουσας. Για τους λόγους όμως που καταγράφηκαν στο σχετικό πρακτικό, το Δικαστήριο έκρινε ότι με βάση τα στοιχεία που υπήρχαν ενώπιον του τότε, δεν δικαιολογείτο σε εκείνο το στάδιο η διαγραφή ή απόρριψη οποιωνδήποτε δικογραφημένων ισχυρισμών, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι ως θέμα κυρίως νομικό που ήταν, αυτό μπορούσε να εξεταστεί στο τέλος, υπό το φως και της τροπής που θα έπαιρνε η υπόθεση. Το θέμα επαναφέρθηκε και κατά τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων και θα το εξετάσω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση κατέθεσαν από πλευράς ενάγουσας τρεις μάρτυρες, ήτοι η Ε. Μαύρου, Υπεύθυνη στο Ληξιαρχείο της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού (ΜΕ1), η ίδια η ενάγουσα (ΜΕ2) και η Α. Χρόνη, ανιψιά του αποβιώσαντα, ήτοι κόρη της αδερφής του (ΜΕ3). Από πλευράς εναγομένων κατέθεσαν οι προτιθέμενοι διαχειριστές και εναγόμενοι 1 και 2 ως ΜΥ1 και ΜΥ2 αντίστοιχα και ο κοινοτάρχης XXXXX, Α. Ττοφαλής (ΜΥ3). Συνοψίζω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η ΜΕ1 είναι υπεύθυνη στο Ληξιαρχείο της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού και στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει υπό την ευθύνη της και το επίσημο ληξιαρχικό αρχείο στο οποίο καταχωρούνται όλες οι σχετικές πληροφορίες αναφορικά με γεννήσεις και θανάτους στην επαρχία Λεμεσού. Για την ενάγουσα, ανέφερε η μάρτυς, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στο γραφείο της και συγκεκριμένα σύμφωνα με τη σχετική σελίδα του ληξιαρχικού βιβλίου, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκ.2, προκύπτει ότι αυτή γεννήθηκε στις 15/09/1964 στη Λεμεσό και το όνομα με το οποίο δηλώθηκε τότε ήταν XXXXX Μιχαήλ. Ως μητέρα της δηλώθηκε το όνομα Ελένη Μιχαήλ εκ Λεμεσού και ως πατέρας της δηλώθηκε «Άγνωστος». Σύμφωνα δε με τη συγκεκριμένη καταχώρηση, η εγγραφή της γέννησης της ενάγουσας δεν έγινε κατά ή περί την ημερομηνία γέννησης της τελευταίας αλλά έξι περίπου χρόνια αργότερα, ήτοι στις 18/8/1970 και οι πληροφορίες που καταγράφηκαν τότε είχαν δηλωθεί από τη μητέρα της ενάγουσας, XXXXX Μιχαήλ, η οποία υπέγραψε στο ληξιαρχικό βιβλίο ως «Πληροφορητής». Τη γέννηση της ενάγουσας την πιστοποίησε στην ίδια σελίδα και αρμόδιος επαρχιακός γιατρός. Από το φάκελο της, ανέφερε η μάρτυς, προκύπτει επίσης ότι ενάμιση περίπου μήνα μετά την καταχώρηση της γέννησης, ήτοι την 1η Οκτωβρίου 1970, η μητέρα της ενάγουσας καταχώρησε στην Επαρχιακή Διοίκηση «Ένορκο Δήλωση για αλλαγή ονόματος ή επιθέτου». Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της μητέρας της ενάγουσας ημερ. 01/10/70 αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκ.1: «Η κάτωθεν υποφαινόμενη XXXXX Μιχαήλ εκ Λεμεσού XXXXX Α΄ 212 κάτοχος ταυτότητας υπ' αριθμόν XXXXX5466 ορκίζομαι και δηλώ τα εξής:- Η θυγατήρ μου εγεννήθην την 15.9.1964 εις Λσον (καθολική) εκ πατρός --------------(παύλα) και μητρός XXXXX Μιχαήλ. Όταν εγεννήθην κατεχωρήθην εις τα Ληξιαρχικά Βιβλία ως XXXXX Μιχαήλ ενώ αργότερον μου εδόθη το όνομα και το επίθετον XXXXX Κωνσταντίνου Γερολέμου Παρακαλώ όθεν γίνη η αναγκαία διόρθωσις εις τα Ληξιαρχικά Βιβλία.» Στο ίδιο έγγραφο και κάτω από την υπογραφή της ομνύουσας XXXXX Μιχαήλ, αναγράφονταν χειρόγραφα τα εξής: «Υ.Γ. Εγώ ο υποφαινόμενος XXXXX Γερολέμου κάτοχος ταυτότητας Αρ.XXXXX7151 δεν φέρω καμμίαν ένσταση όπως το αναφερόμενον τέκνον της XXXXX Μιχαήλ φέρει το ονοματεπώνυμον XXXXX Κων/νου Γερολέμου» (Υπογραφή - XXXXX Γερολέμου, Λεμεσός 1.10.1970» Σύμφωνα με την μάρτυρα, το αίτημα της μητέρας της ενάγουσας εγκρίθηκε ενόψει των όσων περιέχονταν στην Ε/Δ και ο Βοηθός Έπαρχος έκρινε, αναγράφοντας και υπογράφοντας επί του ίδιου εγγράφου, ότι «Συνιστάται προσθήκη του ονόματός του πατρός ενόψει της δηλώσεως ανωτέρω». Αφού έδωσε και ο Έπαρχος την έγκριση του εκδόθηκαν νέα πιστοποιητικά γέννησης και ταυτότητα της ενάγουσας στα οποία αναφερόταν ο αποβιώσαντας ως πατέρας της. Κατά την μάρτυρα, αν και η ίδια δεν γνωρίζει τις διαδικασίες που γίνονταν τότε για να αναγνωριστεί κάποιο εξώγαμο τέκνο, φαίνεται ότι για τον Έπαρχο, η δήλωση του αποβιώσαντα στην ένορκη δήλωση της μητέρας της ενάγουσας ήταν αρκετή για να θεωρηθεί αυτός ως ο πατέρας της τελευταίας και να αναγραφεί το όνομα του στα επίσημα έγγραφα της ενάγουσας. Σημειώνω εδώ ότι αν και ζητήθηκε τότε και δόθηκε χρόνος στους εναγόμενους να εξετάσουν τη γνησιότητά της φερόμενης υπογραφής του αποβιώσαντα στο εν λόγω τεκμήριο και ακολούθως συντάχθηκαν γραφολογικές εκθέσεις και από τις δύο πλευρές (Τεκ.9Α και 9Β) εφόσον καμία πλευρά δεν φαίνεται να είχε υπόψη της το εν λόγω έγγραφο προηγουμένως, δηλώθηκε ότι με βάση αμφότερα τα αποτελέσματα των γραφολόγων και υπό την επιφύλαξη των θέσεων της κάθε πλευράς ως προς το περιεχόμενο του Τεκ.1, καθίστατο κοινώς αποδεκτό ότι η φερόμενη υπογραφή του αποβιώσαντα στο εν λόγω Τεκμήριο ήταν γνήσια υπογραφή του τελευταίου. Η ουσία της κυρίως εξέτασης της ενάγουσας η οποία κατέθεσε ως ΜΕ2, έλαβε τη μορφή δύο γραπτών δηλώσεων (Έγγραφα Α και Β). Ισχυρίστηκε στις δηλώσεις της αυτές η ενάγουσα ότι είχε πληροφορηθεί από τη μητέρα της αλλά και από τον αποβιώσαντα ενόσω αυτός ζούσε, ότι οι σχέσεις των δύο τους ξεκίνησαν περί το 1963 και ότι η ίδια, η οποία γεννήθηκε στις 15/09/64, ήταν ο καρπός της σχέσης αυτής εφόσον η μητέρα της είχε μείνει έγκυος μαζί της ενόσω οι σχέση με τον αποβιώσαντα υφίστατο. Ισχυρίστηκε δε η ενάγουσα ότι η σχέση του αποβιώσαντα με τη μητέρα της συνεχίστηκε ακόμη και μετά που αυτός παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγο του και για αρκετά χρόνια ο αποβιώσαντας ζούσε με τη μητέρα της και αν και για κάποια διαστήματα απομακρυνόταν από την οικία, εντούτοις αργότερα επέστρεφε. Σύμφωνα με την ενάγουσα, ο αποβιώσαντας πάντοτε τη θεωρούσε και την αποκαλούσε κόρη του και ως τέτοια κόρη του είναι που τη σύστηνε στους διάφορους συγγενείς της μητέρας της καθώς και του συζύγου της. Το ίδιο όμως τη θεωρούσαν ακόμη και κάποιοι συγγενείς του αποβιώσαντα, ισχυρίστηκε η ενάγουσα και μάλιστα, με την οικογένειά της αδερφής του αποβιώσαντα η ενάγουσα είχε πολύ στενή σχέση από τα παιδικά της χρόνια όταν η εν λόγω θεία και ξαδέρφια της επισκέπτονταν συχνά το εστιατόριο της μητέρας της στη Λεμεσό, το οποίο επισκεπτόταν και ο αποβιώσαντας. Το λόγω εστιατόριο, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, το επισκέφθηκαν είτε από μόνοι τους είτε με τον αποβιώσαντα και οι εναγόμενοι 1 και 2, και μεταξύ της ιδίας και των εν λόγω εναγομένων υπήρχε πάντοτε αλληλοκατανόηση ότι επρόκειτο για αδέρφια Προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα, η ενάγουσα κατέθεσε το πιστοποιητικό γέννησης της το οποίο εκδόθηκε στις 15/09/14 και την ταυτότητα της η οποία εκδόθηκε το 2007 και τα οποία έγγραφα αναφέρουν ως πατέρα της τον αποβιώσαντα Τεκ.3 και 4). Παρέπεμψε επίσης η ενάγουσα και στη βεβαίωση του κοινοτάρχη XXXXX η οποία επισυνάφθηκε στην αίτηση Διαχείρισης XXXXX/14 που είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι 1 και 2 και στην οποία βεβαίωση, ο εν λόγω ο κοινοτάρχης είχε προσθέσει χειρόγραφα και ενυπογράφως το όνομα της ως μία εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντα (Τεκ.5). Κατά τη μαρτυρία της ενάγουσας κατατέθηκαν επίσης ως Τεκ.6 και οι επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των μερών μετά που οι εναγόμενοι προσπάθησαν να εξασφαλίσουν έγγραφα διαχείρισης και εκκρεμούσης της αγωγής. Η δεύτερη δήλωση της ενάγουσας αφορούσε στην υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση που ήγειραν εναντίον της οι εναγόμενοι και η οποία υπεράσπιση στην ουσία έγκειται στον ισχυρισμό ότι η ανταπαίτηση των εναγομένων δεν μπορεί να πετύχει όχι μόνο διότι οι ισχυρισμοί που την περιβάλλουν είναι αδύνατοι αλλά και διότι η ενέργεια της ενάγουσας να καταχωρήσει caveat και την παρούσα αγωγή συνιστούν νόμιμη άσκηση των δικαιωμάτων της, τα οποία δικαιώματα σε κάθε περίπτωση είναι κατά την ενάγουσα και έγκυρα αλλά και βάσιμα. Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα ανέφερε ότι την Ε/Δ της μητέρας της και το ληξιαρχικό βιβλίο αναφορικά με τη γέννηση της, Τεκ.1 και 2, η ίδια πρώτη φορά τα είδε στο Δικαστήριο όταν τα παρουσίασε η ΜΕ1 και ουδέποτε ως τότε γνώριζε ότι η μητέρα της είχε δηλώσει κατά τη γέννηση της ότι ο πατέρας της ήταν άγνωστος. Αν και η ίδια δεν ρώτησε ποτέ την μητέρα της ευθέως αν ο αποβιώσαντας ήταν όντως πατέρας της και η τελευταία ουδέποτε της είπε ρητά κάτι τέτοιο, για την ενάγουσα δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει τέτοια συζήτηση εφόσον ο αποβιώσαντας ήταν πάντα κοντά της, τη σύστηνε σε τρίτους ως κόρη του και οι δυο τους συμπεριφέρονταν πάντα ως να είχαν σχέση πατέρα κόρης. Είναι για αυτόν τον λόγο, θεωρεί ενάγουσα, που ο αποβιώσαντας δέχτηκε όπως αυτή φέρει το επίθετο του και όχι, ως ήταν και η υποβολή που της τέθηκε, επειδή το 1970, όταν αυτή έγινε 6 χρονών και θα πήγαινε σχολείο, η μητέρα της ζήτησε από τον αποβιώσαντα να δεχτεί όπως χρησιμοποιεί το επίθετο του ώστε να μη φαίνεται το ντροπιαστικό πραγματικό γεγονός ότι ήταν αγνώστου πατρός. Ανέφερε επίσης η ενάγουσα ότι δεν γνωρίζει αν η μητέρα της τον τότε καιρό είχε σχέση και με άλλους άντρες και ούτε ο αποβιώσαντας της είπε πότε είναι που ξεκίνησε η σχέση του με την μητέρα της. Αν και σήμερα, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, η μητέρα της δυστυχώς πάσχει από γεροντική άνοια και δεν μπορεί να έρθει στο Δικαστήριο να καταθέσει, τα όσα η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο τα γνωρίζει από τα όσα της είπε η μητέρα της αλλά και οι συγγενείς της που γνώριζαν τότε τον αποβιώσαντα. Θυμάται όμως η ίδια, ισχυρίστηκε, ότι ο αποβιώσαντας ερχόταν στο σπίτι που έμενε αυτή με τη μητέρα της και «Και στο Βαρώσι και όταν μετακομίσαμε και στον Άη Γιάννη ενοικίαζε το σπίτι και κάτω το μαγαζί και έμενε μαζί μας.Τις παραπάνω φορές κοιμόταν μέσα στο αυτοκίνητο απέναντι από το μαγαζί. Τούτο το θυμούμαι πολύ χαρακτηριστικά.Το θυμούμαι πάρα πολλά στα παιδικά μου χρόνια. Τούτη την εικόνα θυμούμαι την πάρα πολλά ξεκάθαρα». Ακόμη και μετά που αποβιώσαντας παντρεύτηκε τη δεύτερη γυναίκα του, την XXXXX, είχε πάει, σύμφωνα με τη μάρτυρα, στο σπίτι της μητέρας της και έμεινε μέχρι που ο κουνιάδος του, ο αδερφός της δεύτερης συζύγου του δηλαδή, ήρθε και του είπε ότι έπρεπε να πάει πίσω στη σύζυγό του. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι αρκετές φορές η ίδια επισκεπτόταν τον αποβιώσαντα όταν αυτός ζούσε και μάλιστα ότι τον επισκέφτηκε 10 μέρες πριν πεθάνει. Σε αρκετές από αυτές τις επισκέψεις της, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, τη συνόδευε η αδερφή του αποβιώσαντα, θεία της δηλαδή κατ' εκείνη, η οποία φρόντιζε να μάθει πότε θα ήταν μόνος του ο αποβιώσαντας και δεν θα ήταν εκεί τα άλλα παιδιά του ώστε να μπορέσουν οι δύο τους να τον επισκεφτούν. Ισχυρίστηκε η μάρτυς ότι αν και είχε ζητήσει από τον αποβιώσαντα πατέρα της στο παρελθόν όπως γνωρίσει και τα άλλα της αδέρφια, δηλαδή τους εναγόμενους, αυτός της είπε ότι η μητέρα τους δεν ήθελε να γίνει μία τέτοια γνωριμία. Υποδείχτηκαν τέλος στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της και άλλες επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, Τεκ.7 και της υπεβλήθη ότι ενώ συμφώνησε αρχικά να υποβληθούν όλοι οι εμπλεκόμενοι σε εξέταση DNA ώστε να λυθούν τελείως όλα τα αμφισβητούμενα θέματα, στη συνέχεια υπαναχώρησε αδικαιολόγητα δείχνοντας έτσι την αναξιοπιστία της και προκαλώντας στους εναγόμενους ζημιές. Δέχτηκε η ενάγουσα ότι όντως μέσω των δικηγόρων της είχε αρχικά δεχτεί στις 05/12/17 να υποβληθεί μαζί με τους εναγόμενους σε εξετάσεις DNA με σχετική δέσμευση όλων ως προς το αποτέλεσμα της εν λόγω εξέτασης και ότι στη συνέχεια όντως κλήθηκε από τους εναγόμενους να παρουσιαστεί στο Ινστιτούτο Γενετικής σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα για σκοπούς της εν λόγω εξέτασης. Ισχυρίστηκε όμως ότι επειδή οι εναγόμενοι προγραμμάτισαν την εξέταση χωρίς να τη ρωτήσουν πρώτα και εκείνη αν μπορούσε τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα και χωρίς πρώτα να διευθετηθεί ότι η περιουσία θα πλήρωνε όλα τα σχετικά έξοδα περιλαμβανομένης και της εκταφής του αποβιώσαντα την οποία η ίδια θεωρούσε αναγκαία αποφάσισε να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία της αφού έλαβε και σχετική νομική συμβουλή προς τούτο. Σήμερα δεν δέχεται καθόλου να υποβληθεί σε εξέταση DNA διότι θεωρεί προσβλητικό πλέον να πρέπει να αποδείξει στους εναγόμενους ότι είναι κόρη του αποβιώσαντος. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, ενόψει της συμπεριφοράς που οι εναγόμενοι έχουν επιδείξει προς το άτομο της, η εμπιστοσύνη της προς αυτούς έχει κλονιστεί και είναι γι' αυτό το λόγο που ούτε τότε αλλά ούτε και τώρα μπορεί να δεχτεί την υπόσχεση τους, υπόσχεση η οποία υποβλήθηκε ως δήλωση των εναγομένων και κατά την αντεξέταση της ενάγουσας, ότι αν δεχτεί να υποβληθεί σε εξέταση DNA και αποδειχτεί ότι όντως είναι κόρη του αποβιώσαντα, αυτοί θα σεβαστούν πλήρως τα κληρονομικά της δικαιώματα. Η ενάγουσα τέλος απέρριψε υποβολή που της έγινε ότι μέσω αυτής της διαδικασίας προσπαθεί απλά να αποκομίσει οικονομικό όφελος και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που κίνησε όλη αυτή τη διαδικασία είναι διότι της ζήτησε ο αποβιώσαντας πριν πεθάνει να διεκδικήσει το κληρονομικό της μερίδιο μετά το θάνατον του διότι ενόσω ζούσε δεν ήθελε να διαμοιράσει την περιουσία του και να προκαλέσει έτσι καβγάδες μεταξύ των παιδιών του Η ΜΕ3 είναι θυγατέρα της αδελφής του αποβιώσαντα, ανιψιά δηλαδή του τελευταίου, και σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Β), αυτή είχε πληροφορηθεί από τη μητέρα της, δηλαδή την αδερφή του αποβιώσαντα, ότι ο τελευταίος είχε ερωτικές σχέσεις με τη μητέρα της ενάγουσας πριν και μετά τη γέννηση της τελευταίας και ότι η ενάγουσα ήταν ο καρπός αυτής της σχέσης. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι πάντοτε θεωρούσε την ενάγουσα ως ξαδέρφη της και μάλιστα ότι πριν την εισβολή, όταν ερχόταν με τη μητέρα της στη Λεμεσό από την Αμμόχωστο, πάντα σταματούσαν στην ταβέρνα της μητέρας της ενάγουσας, της θείας της δηλαδή, και έπαιζαν αρκετή ώρα με την ενάγουσα ξαδέρφη τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, ισχυρίστηκε η μάρτυς, άκουσε η ίδια τον αποβιώσαντα να συστήνει την ενάγουσα ως κόρη του και ποτέ δεν άκουσε είτε τον αποβιώσαντα είτε τους εναγόμενους να το αμφισβητούν αυτό. Αντεξεταζόμενη η μάρτυς ανέφερε ότι αν και η ίδια δεν έκρινε ποτέ σωστό να ρωτήσει ευθέως τον αποβιώσαντα αν η ενάγουσα ήταν όντως κόρη του ή να ζητήσει να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για τη σχέση του τελευταίου με τη μητέρα της ενάγουσας, κανένα λόγο δεν είχε να κάμει τέτοιες ερωτήσεις αφού γνώριζε και το τι της είχε πει η μητέρα της αλλά και ότι πάντοτε ο αποβιώσαντας ζητούσε από τη μητέρα της να διευθετήσει όπως αυτός συναντηθεί με την ενάγουσα. Ήταν δε αρκετό, ισχυρίστηκε η μάρτυς, να παρατηρήσει το πώς ο αποβιώσαντας προσφωνούσε την ενάγουσα αλλά και το ενδιαφέρον που έδειχνε γι' αυτή. Μάλιστα δε, ανέφερε η μάρτυς, η ίδια θυμάται ότι ακόμη και μετά το δεύτερο γάμο του αποβιώσαντα, γάμο στον οποίο η ίδια ήταν παράνυμφος, ο τελευταίος προσπαθούσε να έχει επαφή με την ενάγουσα και τη μητέρα της σε σημείο που τα αδέλφια της δεύτερης συζύγου αναγκάστηκαν να του συστήσουν την προσοχή του ότι δεν γινόταν να είναι διχασμένος «μεταξύ παλιάς και νέας». Και αυτή η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα επισκεπτόταν συχνά τον αποβιώσαντα πριν πεθάνει με τη θεία της, τη μητέρα της μάρτυρος δηλαδή, και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ήρθε αυτή στο Δικαστήριο να καταθέσει υπέρ της ενάγουσας αντί της μητέρας της είναι αφ' ενός διότι η τελευταία είναι μεγάλης ηλικίας και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία δεν της επιτρέπουν να μετακινηθεί και αφ' ετέρου διότι ο πατέρας της, ο οποίος είχε υποσχεθεί στη ενάγουσα ότι αν χρειαζόταν να την υπερασπιστεί κάποιος για το θέμα αυτό θα ερχόταν ο ίδιος, έχει έκτοτε αποβιώσει. Η μάρτυς τέλος ανέφερε ότι δυστυχώς, ο μόνος που γνωρίζει όλη την αλήθεια για το θέμα, είναι ο αποβιώσαντας. Ο πρώτος μάρτυρας από πλευράς εναγομένων ήταν ο εναγόμενος 1, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκαμαν οι εναγόμενοι μετά το θάνατο του αποβιώσαντα για να λάβουν έγγραφα διαχείρισης οπόταν και εξασφάλισαν μεταξύ άλλων βεβαίωση κληρονόμων από τον κοινοτάρχη Άλασσας όπου είχε τη διαμονή του ο αποβιώσαντας πριν το θάνατο του. Η εν λόγω βεβαίωση, σύμφωνα με το μάρτυρα, αρχικά εκδόθηκε αναφέροντας ως μόνους νόμιμους κληρονόμους τους εναγόμενους 1-5 όμως στη συνέχεια, ο κοινοτάρχης του τηλεφώνησε και του ζήτησε όπως του επιστρέψουν τη βεβαίωση διότι είχε λάβει κάποιο φαξ από την κοινότητα Αγίου Τύχωνα σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα φερόταν να συνιστά ακόμη ένα κληρονόμο του αποβιώσαντα. Αφού η βεβαίωση επιστράφηκε, ο κοινοτάρχης πρόσθεσε χειρόγραφα το όνομα της ενάγουσας στους κληρονόμους και έθεσε επ' αυτού εκ νέου την υπογραφή του. Θυμάται, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ότι οι σχέσεις του αποβιώσαντα με τη μητέρα της ενάγουσας άρχισαν περί το 1966 και αυτό διότι ο ίδιος ήταν τότε αρκετά μεγάλος για να αντιλαμβάνεται τι γινόταν αλλά και διότι του το είπε και ο αποβιώσαντας πολύ αργότερα όταν τον ρώτησε. Οι σχέσεις αυτές μάλιστα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ήταν η αιτία που ο αποβιώσαντας χώρισε με την πρώτη του σύζυγο, τη μητέρα του μάρτυρα δηλαδή, και συνεχίστηκαν και μετά που ο αποβιώσαντας παντρεύτηκε τη δεύτερη του σύζυγο, την XXXXX Βιολάρη. Τότε όμως, ο αδερφός της τελευταίας, ο οποίος ήταν αστυνόμος, έκανε παρατήρηση στον αποβιώσαντα αλλά και στη μητέρα της ενάγουσας ότι η σχέση τους έπρεπε να σταματήσει και αν και κάποτε ο αποβιώσαντας επισκεπτόταν τη μητέρα της ενάγουσας εντούτοις δεν διέμενε σπίτι της διότι δεν το επέτρεπε ο αδερφός της XXXXX. Γνώριζε επίσης, ανέφερε ο μάρτυρας, ότι η ενάγουσα διατηρούσε με τη μητέρα της εστιατόριο στη Λεμεσό το οποίο έτυχε να επισκεφθεί και ο ίδιος μία φορά, όχι όμως κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας αλλά διότι του το ζήτησε η μητέρα της ενάγουσας μέσω της εξαδέλφης του, ειδοποιώντας τον ότι ήθελε να του πει κάτι. Όταν πήγε εκεί, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η μητέρα της ενάγουσας του ζήτησε να μεσολαβήσει όπως οι εναγόμενοι αναγνωρίσουν την ενάγουσα ως αδελφή τους οπότε αυτός της είπε ότι αν προβούν όλοι σε εξέταση DNA και φανεί ότι όντως η ενάγουσα είναι κόρη του αποβιώσαντα τότε όλοι οι εναγόμενοι θα δεχτούν την αναγνωρίσουν ως τέτοια. Η μητέρα της ενάγουσας όμως, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, του είπε τότε ότι δεν μπορούσε να γίνει εξέταση DNA διότι στην πραγματικότητα η ενάγουσα δεν ήταν κόρη του αποβιώσαντα αλλά δεν μπορούσε να αναιρέσει τώρα το τι είχε πει στην ίδια προ πολλού και ήταν διατεθειμένη να πάρει το μυστικό αυτό μαζί της στον τάφο. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος είχε κατ' επανάληψη ρωτήσει τον πατέρα του ενόσω ζούσε αν υπήρχε ενδεχόμενο η ενάγουσα να ήταν κόρη του ο τελευταίος το αρνήθηκε αυτό κατηγορηματικά. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όταν αυτός ζήτησε από τον αποβιώσαντα να προβεί σε διαμοιρασμό της περιουσίας του πριν πεθάνει έτσι ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις με τα κληρονομικά μερίδια και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο αποβιώσαντας του ανέφερε ότι δεν έπρεπε να ανησυχούν διότι η ενάγουσα «εννά πιάει αγγούρι». Όσον αφορά τη δήλωση που φέρεται να έκανε ο πατέρας του το 1970 για να επιτραπεί στην ενάγουσα να φέρει το επίθετο του, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αν και δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως την εν λόγω δήλωση εντούτοις για εκείνον η δήλωση αυτή δεν συνιστά αναγνώριση της ενάγουσας και εξ' όσων του εκμυστηρεύτηκε ο πατέρας του πριν πεθάνει, κάποτε η φιλενάδα του τελευταίου, η μητέρα της ενάγουσας δηλαδή, του ζήτησε να υπογράψει απλά ένα χαρτί ώστε να μπορεί η ενάγουσα να πάει στο σχολείο και να μη ξέρουν και να τη φωνάζουν «μπαστάρτα» και αυτός το υπέγραψε διότι ως είναι γνωστό, «.στην πίεση της φιλενάδας υπογράφεις πολλά πράματα.». Ο μάρτυρας έκαμε επίσης αναφορά και στη ζωή του αποβιώσαντα κατά τα τελευταία του χρόνια, και επικαλούμενος το ότι ο ίδιος διέμενε σε κοντινή απόσταση από τον τελευταίο και αρκετές νύχτες έμενε και μαζί του βοηθώντας τον ουσιαστικά με ότι χρειαζόταν, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του να είχε επισκεφτεί τον αποβιώσαντα η ενάγουσα. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στις ζημιές που κατ' εκείνον προκάλεσε στους εναγόμενους η ενέργεια της ενάγουσας να ανακόψει αδικαιολόγητα τη διαχείριση και στη συνέχεια να μη δεχτεί, αδικαιολόγητα και πάλι, να υποβληθεί σε εξετάσεις DNA. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αν και είχε εξευρεθεί αγοραστής για το σπίτι του αποβιώσαντα, ο οποίος μάλιστα υπέγραψε και σχετική συμφωνία για το ποσόν των €180.000 (Τεκ.8), τελικά ο εν λόγω αγοραστής υπαναχώρησε λόγω του caveat της ενάγουσας και είναι πλέον αμφίβολο αν εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον να αγοράσει την κατοικία. Πρόσθετα τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, επειδή δεν κατέστη δυνατό να τύχουν έγκαιρα διαχείρισης τα μετρητά και τα χρέη του αποβιώσαντα, το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο υπήρχαν καταθέσεις του αποβιώσαντα και στο οποίο ο εναγόμενος 2 όφειλε χρήματα υπό την εγγύηση του αποβιώσαντα, προχώρησε σε συμψηφισμό του χρέους με τις καταθέσεις του αποβιώσαντα ύψους €12.000 περίπου. Τέλος ο μάρτυρας δήλωσε ότι αν η ενάγουσα δεχτεί να προβεί σε εξέταση DNA και φανεί ότι όντως είναι η αδερφή του, τότε κάθε κληρονομικό δικαίωμα της θα τύχει απόλυτου σεβασμού ως άλλωστε ήταν και η δήλωση στην οποία προέβηκαν οι εναγόμενοι και στο παρελθόν όταν μάταια προσπαθούσαν να πείσουν την ενάγουσα να αφήσει τη διαχείριση να προχωρήσει ελεύθερα δίδοντας της και τις ανάλογες διασφαλίσεις σε σχέση με το μερίδιο που θα έπαιρνε αν αποδεικνυόταν μέσω του DNA ότι ήταν κόρη του αποβιώσαντα. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί όλων των πτυχών της μαρτυρίας του τόσο προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ότι ούτε ο ίδιος, ούτε οι εναγόμενοι αλλά ούτε και ο αποβιώσαντας αναγνώρισαν ποτέ την ενάγουσα αλλά και ότι δεν υπήρχε ποτέ σχέση πατέρα κόρης μεταξύ ενάγουσας και αποβιώσαντα όσο και προς αντίκρουση του ισχυρισμού του ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά από την ενάγουσα. Ως ΜΥ2 κατέθεσε ο εναγόμενος 2 οποίος ανέφερε ότι γνώριζε εξ' αποστάσεως την ενάγουσα και ότι ένα περίπου χρόνο πριν πεθάνει ο αποβιώσαντας, η μητέρα της ενάγουσας ειδοποίησε τον αδερφό του, δηλαδή τον εναγόμενο 1, να πάει στο εστιατόριο της για να λύσουν κάποιες διαφορές. Ο ίδιος ήταν διστακτικός ως ανέφερε, διότι η μητέρα του, η πρώτη σύζυγος του αποβιώσαντα δηλαδή, ήταν πάντα αρνητική στο να έχουν επαφές με τη μητέρα της ενάγουσας. Έκαμε και αυτός ο μάρτυρας αναφορά στην περίοδο προτού πεθάνει ο αποβιώσαντας και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος, ως οικοδόμος που ήταν τότε, επειδή δεν είχε πολλές δουλειές λόγω της κρίσης, ζούσε και περνούσε πολλές ώρες με τον αποβιώσαντα και ουδέποτε αντιλήφθηκε την ενάγουσα να επισκέπτεται τον τελευταίο. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, επειδή έλεγχε και το κινητό τηλέφωνο του αποβιώσαντα, δεν είδε ποτέ κλήση από την ενάγουσα αν και μία φορά είδε ότι η μητέρα της ενάγουσας είχε τηλεφωνήσει στον πατέρα του Ισχυρίστηκε ότι ρώτησε αρκετές φορές τον αποβιώσαντα για την ενάγουσα και μάλιστα του ζήτησε να επιβεβαιώσει ότι αυτή δεν ήταν κόρη του και ο αποβιώσαντας του το επιβεβαίωσε κατηγορηματικά, λέγοντάς του μάλιστα να μην ανησυχεί αν πεθάνει διότι αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, «θα πιάει αγγούρι». Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι ο αποβιώσαντας του είχε αναφέρει ότι γνώρισε τη μητέρα της ενάγουσας όταν η τελευταία ήταν τριών με τεσσάρων χρόνων και ότι γύρω στο 1970, κατόπιν παράκλησης της μητέρας της, υπέγραψε ένα χαρτί απλά ώστε να μπορεί η ενάγουσα να πάει σχολείο επειδή ως «μπαστάρτα» που ήταν δεν μπορούσε να πάει. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ αυτό το χαρτί που ο πατέρας του είχε αναφέρει ότι έδωσε στη μητέρα της ενάγουσας για να μπορέσει η τελευταία να πάει σχολείο και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ρώτησε ευθέως τον πατέρα του για την ενάγουσα ήταν διότι ήξερε για τις σεξουαλικές σχέσεις του αποβιώσαντα με τη μητέρα της τελευταίας και ήξερε ότι η φιλενάδα του πατέρα του, η μητέρα της ενάγουσας δηλαδή, είχε μία κόρη και ήθελε τον αποβιώσαντα να του διευκρινίσει τα πάντα. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στις κατ' ισχυρισμό ζημιές που τους προκάλεσε η αδικαιολόγητη ανακοπή της διαχείρισης από την ενάγουσα και παρουσίασε το πρωτότυπο συμβόλαιο που είχε υπογραφτεί με τον προτιθέμενο αγοραστή της οικίας του αποβιώσαντα ως Τεκ.8Α. Ο τελευταίος μάρτυρας για τους εναγόμενους ήταν ο κοινοτάρχης Άλασσας, ο οποίος είχε εκδώσει τη βεβαίωση κληρονόμων που επισυνάφθηκε στην αίτηση διαχείρισης που υπέβαλαν οι εναγόμενοι. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, όταν αρχικά του ζητήθηκε η εν λόγω βεβαίωση από τους εναγόμενους αυτός την εξέδωσε γνωρίζοντας ότι μόνο οι εναγόμενοι ήταν γνήσια παιδιά του αποβιώσαντος. Στη συνέχεια όμως, ως ανέφερε, έλαβε φαξ από το συμβούλιο του Αγίου Τύχωνα καθώς επίσης και τηλεφώνημα από τον πρόεδρο των Κοινοτικών Οργανώσεων όπου του αναφέρθηκε ότι η ενάγουσα είχε υποβάλει παράπονο ότι δεν ήταν προσεκτικός κατά την έκδοση της βεβαίωσης του με αποτέλεσμα να παραλείψει να τη συμπεριλάβει στους κληρονόμους του αποβιώσαντος. Θεωρώντας ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγ. XXXXX δεν θα έστελνε ελαφρά την καρδιά έναν τέτοιο φαξ ζήτησε να του επιστραφεί η βεβαίωση και αφού ενημέρωσε τους εναγόμενους για το φαξ που είχε λάβει, πρόσθεσε χειρόγραφα το όνομα της ενάγουσας στους κληρονόμους και θέτοντας δίπλα και την υπογραφή του. Ο ίδιος όμως ούτε τότε αλλά ούτε και τώρα γνωρίζει την ενάγουσα και ούτε την είδε ποτέ του στην Άλασσα ενώ ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψή του ότι ο αποβιώσαντας είχε ποτέ οποιοδήποτε άλλο παιδί πέραν των εναγομένων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι προς το παρόν να αναφέρω ότι μεγάλο μέρος των εν λόγω αγορεύσεων αφορά στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και ειδικότερα στο πώς η αξιοπιστία ή αναξιοπιστία των μαρτύρων καταδεικνύει, αναλόγως της περίπτωσης, το βάσιμο ή το αβάσιμο του ισχυρισμού ότι ενάγουσα είναι ή δεν είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Προτού προχωρήσω με την εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ με δύο νομικά θέματα που ηγέρθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων. Το ένα αφορά στην ανωτέρω αναφερθείσα προδικαστική ένσταση των εναγομένων να ληφθούν υπόψη οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που πρόσθεσε η ενάγουσα με την τροποποίηση της 01/11/18 και το άλλο στην προδικαστική ένσταση που ήγειρε η ενάγουσα με το Απαντητικό δικόγραφο της, ήτοι ότι οι εναγόμενοι κωλύονται από του να προβάλλουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι είναι νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντα διότι οι ίδιοι είχαν προσκομίσει στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης που καταχώρησαν την αναθεωρημένη βεβαίωση του ΜΥ3, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα δηλώνεται ότι είναι όντως θυγατέρα και μία εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντα. Ως προς την ένσταση των εναγομένων, σημειώνω ότι η πλευρά της ενάγουσας, όπως αναφέρεται στην αγόρευση του συνηγόρου της τελευταίας, δέχεται ότι «.δεν καταχωρήθηκε Ένορκη Δήλωση προς επιβεβαίωση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ως προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί και ως διέτασσε το Δικαστήριο δια της ως άνω απόφασης του.» (έμφαση συνηγόρου), ισχυρίζεται όμως ότι εφόσον με την απόφαση του το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος δεν τίθετο θέμα καταχώρησης τροποποιημένης βεβαιωτικής Ε/Δ. Άλλωστε, υποστήριξε ο συνήγορος, τέτοια Ε/Δ δεν χρειάζεται να καταχωρηθεί όταν πρόκειται μόνο για τροποποίηση της Ε/Α. Επί του θέματος αυτού θα περιοριστώ απλά να υπενθυμίσω ότι με τις αποφάσεις της 15/06/18 και 01/11/18, το Δικαστήριο δεν διέταξε μόνο όπως καταχωρηθεί «.Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα με επισυνημμένη σχετική Ε/Δ.» αλλά διέταξε, καλώς ή κακώς, όπως καταχωρηθεί και «.σχετική Ε/Δ . τροποποιημένη στη βάση των όσων γεγονότων έχουν εγκριθεί να προστεθούν στην Ε/Α.». Έστω λοιπόν και αν εσφαλμένα ή εκ του περισσού διατάχθηκε να καταχωρηθεί τροποποιημένη βεβαιωτική Ε/Δ, εφόσον αυτή ήταν η διαταγή του Δικαστηρίου, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε ή αντικαταστάθηκε, η παράλειψη της πλευράς της ενάγουσας να συμμορφωθεί πλήρως με το τελευταίο διάταγμα τροποποίησης της 01/11/18, δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται ipso facto ακυρότητα των ισχυρισμών που προστέθηκαν στη δικογραφία δια εκείνης της τροποποίησης. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται θεωρώ ούτε ακυρότητα της όλης αγωγής αλλά ούτε και απόρριψη της σχετικής μαρτυρίας που προσκομίστηκε διότι η ipso facto ακυρότητα του τροποποιημένου δικογράφου επαναφέρει απλά την αγωγή στο προηγούμενο δικογραφικό της πλαίσιο, το οποίο περιλάμβανε την απαιτούμενη για σκοπούς εγκυρότητας της αγωγής, προγενέστερη βεβαιωτική Ε/Δ. Πρόσθετα τούτου όμως, οι ισχυρισμοί που προστέθηκαν δια της τροποποίησης και οι οποίοι κρίνονται τώρα ipso facto άκυροι, δεν συνιστούσαν τίποτε περισσότερο παρά μια πιο λεπτομερή εξειδίκευση του ήδη δικογραφημένου ισχυρισμού της ενάγουσας (βλ. επίσης αρχική Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση) ότι ο αποβιώσαντας, ενόσω ήταν εν ζωή την αναγνώρισε και/ή συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που συνιστούσε αναγνώριση της ως εξώγαμο και γνήσια θυγατέρα του. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας μάλιστα, τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, η οποία, δεχόμενη την ύπαρξη σχέσης μεταξύ αποβιώσαντα και μητέρας της ενάγουσας, κατέστησε από τότε επίδικο θέμα το ότι ο αποβιώσαντας ουδέποτε αναγνώρισε και νομιμοποίησε την ενάγουσα ως θυγατέρα του με οποιοδήποτε τρόπο και κάλεσε την τελευταία να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Με τα αρχικά δικόγραφα της δε, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι κατά την ακρόαση θα προσκόμιζε μαρτυρία συγγενών ως προς το ότι ο αποβιώσαντας την είχε προ πολλού αναγνωρίσει και αυτό είναι που έπραξε. Κρίνω συνεπώς ότι η διαπιστωθείσα ακυρότητα των τροποποιήσεων της 01/11/18 ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα της αγωγής ή τη δεκτότητα της επί του προκειμένου μαρτυρίας της πλευράς της ενάγουσας. Όσον αφορά τώρα την ένσταση της ενάγουσας περί δημιουργίας κωλύματος στην αμφισβήτηση των εναγομένων, η ένσταση αυτή θεωρώ δεν ευσταθεί διότι έστω και αν οι εναγόμενοι επεσύναψαν την αναθεωρημένη βεβαίωση του κοινοτάρχη στην αίτηση τους, κάτι άλλωστε που είχαν καθήκον να πράξουν, πουθενά στην αίτηση τους αυτή δεν έδειξαν να αναγνωρίζουν την ενάγουσα ως κληρονόμο του αποβιώσαντα. Μάλιστα δε, οι πέντε εναγόμενοι ρητά ανέφεραν στην αίτηση διαχείρισης ότι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως «.τα μόνα (πρόσωπα) που δικαιούνται σε συμφέρον στην περιουσία του Αποβιώσαντα.» και υπέγραψαν ότι συγκατατίθενται στο διορισμό των εναγομένων 1 και 2 ως διαχειριστές δηλώνοντας ότι μόνο αυτοί που υπογράφουν συνιστούν τους νόμιμους κληρονόμους του τελευταίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον ένα από τα βασικά παράπονα που προβάλλει η ενάγουσα στην βεβαιωτική Ε/Δ της αλλά και στην Ε/Α της ήταν ότι οι εναγόμενοι αγνόησαν την αναθεωρημένη βεβαίωση του ΜΥ3 δεν μπορεί την ίδια στιγμή η ενάγουσα να αποδίδει στους τελευταίους και ότι χρησιμοποίησαν την εν λόγω αναθεωρημένη βεβαίωση προς όφελος τους και σε βάρος της ώστε να τίθεται θέμα κωλύματος. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία της ενάγουσας αλλά και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της κατά την ακρόαση, η βάση της αγωγής οικοδομήθηκε επί ενός θεμελιώδους ισχυρισμού της ενάγουσας, ήτοι ότι είναι γνήσιο και νομιμοποιημένο εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα. Ζητώντας όμως ως κύρια θεραπεία με την αγωγή της την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι και αυτή είναι νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντα διότι είναι γνήσιο και νομιμοποιημένο τέκνο του (βλ. αιτητικό Α του παρακλητικού), η ίδια η ενάγουσα επέλεξε όπως προβάλει το θέμα αυτό ως αμφισβητούμενο και κατ' επέκταση επίδικο. Σχετική επισήμανση για τούτο είχα κάμει και στις αποφάσεις μου ημερ. 15/06/18 και 01/11/
- Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στα πλαίσια ανακοπής του διορισμού των εναγομένων 1 και 2 ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα και προτού τους δοθούν οποιαδήποτε έγγραφα διαχείρισης και συνεπώς δεν επρόκειτο για περίπτωση όπου επιχειρείται η ανάκληση του διορισμού διαχειριστή στη βάση αντιμαχόμενων συμφερόντων ώστε ο βαθμός και η φύση της σχέσης ή της συγγένειας με τον αποβιώσαντα να τίθεται αναπόφευκτα υπό αμφισβήτηση (βλ. σελ.555 Tristram and Coote's Probate Practice, 20η έκδοση (1956 - Actions for revocation of letters of administration) Η εδώ ενάγουσα είχε στην κατοχή της το πιστοποιητικό γέννησης της, την ταυτότητα της αλλά και την αναθεωρημένη βεβαίωση του ΜΥ3, τα οποία έγγραφα, εκ πρώτης όψεως, φέρονταν κατ' εκείνη να έδιναν έρεισμα στον ισχυρισμό της ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που θεωρούνται ως διάδοχοι συγγενείς δυνάμει του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195 και δικαιούχα, λόγω αυτής της ιδιότητας, σε κληρονομικό μερίδιο και σε έγγραφα διαχείρισης[1]. Παρά ταύτα, με την αγωγή και τη μαρτυρία που προσκόμισε, μαρτυρία η οποία ήταν ουσιαστικά και το κύριο αντικείμενο όλων των δικασίμων, η ίδια η ενάγουσα επέλεξε να θέσει στους ώμους της το βάρος να αποδείξει την αναγνώριση και νομιμοποίηση της από τον αποβιώσαντα ως γνήσιο εξώγαμο τέκνο του ως προϋπόθεση για την επιτυχία της αξίωσης της σε κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία του. Είναι δε προς απόσειση αυτού του βάρους που αποσκοπούσε η ουσία της μαρτυρίας που η πλευρά της ενάγουσας προσκόμισε κατά τη δίκη, με όλη σχεδόν τη δική της μαρτυρία αλλά και όλη τη μαρτυρία της μάρτυρος που κάλεσε, ήτοι της ΜΕ3, να αφορούν στο πώς κατά την ενάγουσα η συμπεριφορά του αποβιώσαντα απέναντι της καταδείκνυε άμεση αλλά και έμμεση αναγνώριση και νομιμοποίηση της ως γνήσιο εξώγαμο τέκνο του. Το ότι συνειδητά η ενάγουσα επέλεξε από μόνη της να καταστήσει επίδικη την αναγνώριση και νομιμοποίηση της ως εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα και κατ' επέκταση να υποχρεωθεί να αποδείξει το εν λόγω ισχυρισμό της το επιβεβαίωσε και κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, ο οποίος υποστήριξε ότι ήταν στους ώμους της πελάτιδος του το βάρος να αποδείξει τον θεμελιώδη αυτό ισχυρισμό της ώστε να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες και ότι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων αυτή κατάφερε τελικά να αποσείσει το εν λόγω βάρος διότι «στη βάση της προσκομισθείσας και κριθείσας ως αξιόπιστης μαρτυρίας.θεωρούμε ότι απεδείχθη ότι ο αποβιώσας θεωρούσε την Ενάγουσα ως γνήσια κόρη του και ως τέτοια της συμπεριφερόταν.(και).με πράξεις και με λόγους αναγνώριζε την Ενάγουσα ως θυγατέρα του.» (βλ. σελ.1, 2, 44, 54 και 56 αγόρευσης ενάγουσας). Το αν συνεπώς οι εναγόμενοι δια της συμπεριφοράς τους είχαν ή όχι αναγνωρίσει και αποδεχτεί την ενάγουσα ως αδερφή τους στο παρελθόν, αν και είναι θέμα που έχει κάποια σημασία στα υπό εξέταση θέματα, εντούτοις, όπως θα εξηγήσω και πιο κάτω, δεν έχει τόση σημασία ώστε μπορεί να απαλλάξει την ενάγουσα και προφανώς ούτε και η ενάγουσα θεωρεί ότι την απαλλάσσει, από την υποχρέωση της να αποδείξει αυτή ότι είχε αναγνωριστεί από τον αποβιώσαντα ως γνήσιο και νόμιμο εξώγαμο τέκνο του και νομιμοποιηθεί ως τέτοιο τέκνο ως η κυπριακή νομοθεσία και νομολογία καθορίζει. Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν η επί του προκειμένου ένσταση της ενάγουσας απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ Τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως προς τον βασικό ισχυρισμό της ενάγουσας επί του οποίου θεμελιώθηκε η όλη αγωγή της, ήτοι ότι είναι γνήσιο και νομιμοποιημένο εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα και ότι ο τελευταίος την αναγνώρισε και τη νομιμοποίησε ως τέτοιο τέκνο προτού πεθάνει, θέτουν προς εξέταση ένα άλλο νομικό θέμα το οποίο άπτεται της ρίζας της διαδικασίας (goes to the root of the proceedings), ήτοι σε ποιο βαθμό το Δικαστήριο μπορεί, αν μπορεί, να εξετάσει θέματα πατρότητας ή νομιμοποίησης (legitimisation) εξώγαμου τέκνου, στα πλαίσια της παρούσας κληρονομικής αγωγής. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, ενόψει του ότι η αγωγή αφορά σε κληρονομική αξίωση από κατ' ισχυρισμό νομιμοποιημένο εξώγαμο τέκνο, επιβάλλει όπως το όλο θέμα εξεταστεί κάτω από δύο άξονες. Ο πρώτος είναι το κατά πόσο η ενάγουσα έχει από πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής νομιμοποιηθεί ως εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες νομοθετικές και νομολογιακές αρχές με αποτέλεσμα να δικαιούται «as of right» σε κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία του τελευταίου. Ο δεύτερος είναι το κατά πόσο η ενάγουσα, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι δεν έχει νομιμοποιηθεί ως εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία, μπορεί να πετύχει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και της μαρτυρίας που προσκόμισε, να καταστεί ως τέτοιο νομιμοποιημένο τέκνο ώστε να δικαιούται να διεκδικεί κληρονομικό μερίδιο και αν ναι τότε κατά πόσο έχει όντως αποδείξει με τη μαρτυρία της κάτι τέτοιο. Α. Νομιμοποίηση πριν την αγωγή σύμφωνα με τη νομοθεσία Ενόψει του ότι η παρούσα υπόθεση εδράζεται σε γεγονότα που εκτυλίχθηκαν από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν και στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η υπογραφή κάποιας δήλωσης από μέρους του αποβιώσαντα καθώς και η έκδοση επίσημων πιστοποιητικών που αναφέρουν το όνομα του ως πατέρα της ενάγουσας, απαιτείται κατά την κρίση μου μια ανασκόπηση της εκάστοτε ισχύουσας κυπριακής νομοθεσίας και νομολογίας σε σχέση με τα εξώγαμα τέκνα και τα τυχόν κληρονομικά δικαιώματα τους. Από την έρευνα μου κατάφερα να εντοπίσω μια πολύ παλιά κυπριακή απόφαση, την ATHANASSI HAPPAS AND OTHERS ν. EVDOXIA YANNI PARAPANO AND ANOTHER (V2) 1 CLR 33 1892 March 23, η οποία εκδόθηκε κατά το χρόνο που εφαρμοζόταν ακόμη το οθωμανικό δίκαιο στην Κύπρο και η οποία αποτυπώνει με γλαφυρότητα το γιατί στην περίπτωση των εξώγαμων τέκνων τίθενται από πολύ παλιά θέματα νομιμοποίησης προτού αυτά να μπορούν να αποκτήσουν οποιαδήποτε δικαιώματα έναντι των γονιών τους. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα εξηγούνται και προκύπτουν από την εν λόγω απόφαση του 1892, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, επειδή οι εξωσυζυγικές σχέσεις που είχε ένας άνδρας με γυναίκα που δεν ήταν σκλάβα του ήταν παράνομες, το όποιο παιδί ήθελε γεννηθεί συνεπεία αυτής της απαγορευμένης σχέσης θεωρείτο εξ' υπαρχής παράνομο και ούτε με μαρτυρία περί συγκατοίκησης των γονιών του αλλά ούτε και κατόπιν αναγνώρισης του μπορούσε να νομιμοποιηθεί ώστε να δικαιούται σε κληρονομιά. Νομιμοποίηση όμως μέσω αναγνώρισης ή μεταγενέστερου γάμου μπορούσε να υπάρξει μεν αλλά μόνο σε σχέση με εξώγαμα τέκνα τα οποία γεννήθηκαν από μη παράνομες σχέσεις. « Our understanding of the Mahomedan Law is, that the intercourse of a man with a woman who is neither his wife, nor his slave, is unlawful and absolutely prohibited; and that, when there is neither the reality nor the semblance of either of these relations between the parties their intercourse is termed "zina" or fornication. Where there exists between a man and woman the relation of husband and wife, or of master and slave, or such semblance of either of these states of relation as the Mahomedan Law recognises, their children are either admittedly the lawful children of the man, or capable of being made so by his acknowledgment. The semblance of marriage, or of the relation of master and slave, must be such as to cast a doubt on the illegality of the connection, and it is only in that case that an express acknowledgment by the man will establish the descent from him of a child, the fruit of the intercourse. But when a man has had illicit intercourse with a woman, and she is delivered of a child, the descent from him is not established, even though he should claim it or acknowledge it.. It has been urged upon us that the evidence of continued cohabitation, and of acknowledgment, is, according to the Moslem Law, evidence that the offspring are legitimate. We do not think it is so. We feel that it is extremely improbable that the Ottoman Government should have consented to confer on its Christian subjects any larger privileges, with regard to the legitimising of children, than belong to its Moslem subjects, and as we have already stated, our view of the Mahomedan Law is, that the intercourse of a man with a woman who is neither his wife nor his slave is unlawful and absolutely prohibited, and that, if a child is manifestly the fruit of fornication, it cannot be made legitimate.» Επειδή προφανώς σε κάποιο στάδιο κατέστη κοινωνικά αντιληπτό ότι έστω και αν συνεπεία του «παράνομου» καθεστώτος τους τα εξώγαμα τέκνα θεωρούνταν ουσιαστικά ως ανύπαρκτα για το Νόμο πρόσωπα, το γεγονός αυτής καθ' αυτής της ύπαρξης τους δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Κρίθηκε λοιπόν αναγκαίο όπως το όλο θέμα ρυθμιστεί νομοθετικά. Οι σημαντικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις στην Κύπρο για το θέμα αυτό έλαβαν χώρα περί το 1946 - 1949 όταν θεσπίστηκαν οι περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμος Κεφ.275 (Births and Deaths Registration Law) και Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ.220 (Wills and Succession Law). Α. ΚΕΦ. 275 - Ο εν λόγω Νόμος αναφέρετο απλά στη διαδικασία που ακολουθείτο όταν ο Ληξίαρχος ενημερώνετο για τη γέννηση κάποιου προσώπου και στο τι θα καταγράφεται στα επίσημα μητρώα. Ο εν λόγω Νόμος δεν αφορούσε σε θέματα νομιμοποίησης (legitimation) εξώγαμου τέκνου αλλά επέτρεπε, από καθαρά διοικητικής πλευράς, την καταγραφή, υπό κάποιες προϋποθέσεις, του ονόματος κάποιου προσώπου ως πατέρα του εξώγαμου τέκνου για σκοπούς των ληξιαρχικών αρχείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.9 του Νόμου, «.στην περίπτωση εξώγαμου τέκνου κανένα πρόσωπο δεν θα είναι υποχρεωμένο, ως πατέρας του τέκνου, να δώσει τις πληροφορίες που απαιτούνται από το Νόμο σε σχέση με τη γέννηση του εκτός κατόπιν κοινής παράκλησης της μητέρας του τέκνου και του προσώπου που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως πατέρα του παιδιού και σε τέτοια περίπτωση το εν λόγω πρόσωπο θα υπογράφει το μητρώο μαζί με τη μητέρα του παιδιού στην παρουσία του Ληξίαρχου». Αυτή ήταν και η μόνη αναφορά του Νόμου σε σχέση με εξώγαμα τέκνα. Το Κεφ.275 παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 02/11/73 όταν καταργήθηκε από τον περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμο του 1973 (Ν. 85/1973)Ε.Ε., Παρ.Ι, Αρ.1050, 2/11/1973, ο οποίος διατήρησε με το αρ. 13 αυτούσιες τις πρόνοιες του αρ. 9 Κεφ.275 χωρίς να εισάξει οτιδήποτε καινούριο στο θέμα αυτό (για μια ιστορική αναδρομή στο Νόμο αυτό βλ. KYRIACOS PAPASAVVAS v. THE REPUBLIC OF CYPRUS, THROUGH THE MINISTER OF LABOUR AND SOCIAL INSURANCE
(1982)3 C.L.R. 547 και YIANNAKIS G. SPANOS, INFANT, THROUGH HIS FATHER AND NEXT FRIEND GEORGE P. SPANOS, v. THE REPUBLIC OF CYPRUS, THROUGH THE MINISTRY OF INTERIOR
(1982)3 C.L.R. 157). Ο Νόμος του 1973 αντικαταστάθηκε το 1979 από τον περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμο του 1979 (Ν. 46/1979), ο οποίος Νόμος όμως δεν τέθηκε σε ισχύ μέχρι την 31/12/86 (βλ. IN THE MATTER OF ARTICLE 146 OF THE CONSTITUTION TAKIS S MYRIANTHIS ALIAS MINIS MIRAL v. THE REPUBLIC OF CYPRUS, THROUGH THE MINISTRY OF INTERIOR AND/OR THE DISTRICT OFFICER OF LIMASSOL, IN HIS CAPACITY AS REGISTRAR OF BIRTHS
(1986)3C C.L.R. 2567). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.19 του εν λόγω Νόμου, ο Ληξίαρχος δεν θα καταχωρούσε στο μητρώο πληροφορίες αναφορικά με τον πατέρα του εξώγαμου εκτός αν του προσκομίζετο δικαστικό διάταγμα που να καθορίζει την πατρότητα ή γραπτή συγκατάθεση και από τους δύο γονείς στον προβλεπόμενο τύπο - «Εις περίπτωσιν γεννήσεως εξωγάμου τέκνου του οποίου ο πατήρ είναι άγνωστος, το όνομα του πατρός ως και έτεραι λεπτομέρειαι αφορώσαι εις αυτόν δεν καταχωρούνται εις το μητρώον.Νοείται περαιτέρω ότι λεπτομέρειαι αφορώσαι εις τον πατέρα θα καταχωρώνται καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την καταχώρησιν της γεννήσεως, εάν προσαχθή εις τον Ληξίαρχον έγγραφος συγκατάθεσις αμφοτέρων των γονέων επί του καθορισθέντος τύπου ή δικαστικόν διάταγμα καθορίζον την πατρότητα.». Ο προβλεπόμενος τρόπος συγκατάθεσης των γονέων ενός εξώγαμου τέκνου καθορίστηκε με τον Κ.7 των Περί Καταχωρήσεως Γεννήσεως και Θανάτων Κανονισμών 1986, όπου εκεί αναφέρετο ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το προβλεπόμενο έντυπο των Κανονισμών «Τύπος Ε» «.και να υπογράφεται και από τους δύο γονιούς στην παρουσία του Ληξίαρχου.». Σύμφωνα δε το καθοριζόμενο από τους Κανονισμούς έντυπο «Τύπος Ε», για να υπάρχει έγκυρη και νόμιμη συγκατάθεση αμφότεροι οι γονείς έπρεπε να δηλώσουν ρητά ότι «.σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 19 του περί Καταχωρήσεως Γεννήσεων και Θανάτων Νόμου του 1979 ότι το παιδί.που γεννήθηκε στην. και του οποίου η γέννηση καταχωρήθηκε στο Μητρώο Γεννήσεων.με το όνομα ...είναι παιδί μας και ζητούμε όπως το όνομα και άλλες λεπτομέρειες που αφορούν τον πατέρα (δηλ. τον. . . ) περιληφθούν στην καταχώρηση της γέννησης του πιο πάνω παιδιού μας». Στο Νόμο αυτό θα επανέλθω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Β. ΚΕΦ.220 - Αυτός ήταν ο Νόμος που με τις πρόνοιες του και τους περί Διαθηκών και Διαδοχής (Δήλωση Θανάτου και Νομιμοποίηση Τέκνων) Διαδικαστικοί Κανονισμοί (447/1953), εισήγαγαν για πρώτη φορά στην Κύπρο την μέχρι τότε άγνωστη θέσμια διαδικασία νομιμοποίησης εξώγαμου τέκνου - βλ. απόφαση Βασιλειάδη Δ. ως ήταν τότε στην υπόθεση IN THE MATTER OF THE ILLEGITIMATE CHILDREN LAW 1955 AND IN THE MATTER OF AN APPLICATION BY VASSOS ZACHARIA LOPHITIS
(1961)1 CLR 136 - «Statutory provision regarding illegitimate children in Cyprus, was first made in 1946 in Part IV of the Wills and Succession Law of that year, which came to replace as from the 1st September, 1946, the Wills and Succession Law 1895. The law of Cyprus until 1946 did not know of proceedings for the legitimation of illegitimate children. Part IV of the Wills and Succession Law, 1946, consisted of three sections, all under the heading of Illegitimate Children ; sections 52, 53 and 54.» Με το αρ. 52 του Νόμου αναγνωρίζετο για πρώτη φορά η νομιμοποίηση ενός εξώγαμου τέκνου σε σχέση με την μητέρα του και τους εξ' αίματος συγγενείς της ενώ με το αρ.53 αναγνωρίζετο για πρώτη φορά η δυνατότητα νομιμοποίησης ενός εξώγαμου συνεπεία μεταγενέστερου γάμου των γονιών του υπό την επιφύλαξη κάποιων προϋποθέσεων αναφορικά με τη συγκατοίκηση του παντρεμένου ζευγαριού Με το αρ.54 παρέχετο πλέον για πρώτη φορά η δυνατότητα νομιμοποίησης ενός εξώγαμου με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν υποβολής petition (βλ. Κ.8 - 20), είτε από τον πατέρα του εξώγαμου τέκνου σε οποιοδήποτε χρόνο είτε από τη μητέρα του εντός 12 μηνών από τη γέννηση. Επιφυλάχθηκαν ταυτόχρονα μέσω του αρ. 54
(5)όλα τα κληρονομικά δικαιώματα που είχαν ως τότε δοθεί σε νομιμοποιημένα εξώγαμα μέσω του οθωμανικού δικαίου (βλ. RAGIBE REMZI ALIAS RAGIBE SOYHAN (NO 2) ν. AYTEN SENCER ALIAS AYTEN REMZI
(1972)1 CLR 52). Σύμφωνα δε με τους Κανονισμούς και τον εκεί προβλεπόμενο τύπο του petition που έπρεπε να καταχωρηθεί, το αίτημα έπρεπε να υποστηριχθεί μεταξύ άλλων με αναφορά στα στοιχεία που καταχωρήθηκαν στο ληξιαρχικό βιβλίο κατά τη γέννηση του εξώγαμου και όπου ήταν δυνατό με την προσκόμιση οποιουδήποτε τυχόν εκδοθέντος πιστοποιητικού γεννήσεως (βλ. Κ.10 και Forms 1, 2 και 4 του Παραρτήματος των Κανονισμών). ΄ Η ενυπόγραφη συνεπώς αποδοχή πατρότητας ενός προσώπου ενώπιον του Ληξιάρχου κατά τη δήλωση της γέννησης ενός εξώγαμου παιδιού σύμφωνα με το αρ.9 Κεφ.275 καθώς επίσης και το ανάλογο πιστοποιητικό που θα εκδίδετο στη συνέχεια δεν μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε νομιμοποίηση του εξώγαμου τέκνου ώστε να του προσδώσει τα δικαιώματα που απολάμβανε ένα νόμιμο αναγνωρισμένο τέκνο αλλά μαρτυρία προς υποστήριξη του petition που θα υποβάλλετο με βάση του αρ.54 Κεφ.220. Είναι η δικαστική έγκριση ενός τέτοιου petition δυνάμει του αρ.54 που συνεπάγετο νομιμοποίηση του εξώγαμου ως νόμιμο τέκνο των γονιών του αλλά και αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος στην περιουσία των τελευταίων. Οι πιο πάνω πρόνοιες του Κεφ.220, οι οποίες αναγνωρίστηκαν νομολογιακά ότι συνιστούσαν το μόνο τρόπο με τον οποίο μπορούσε να επιτευχθεί η νομιμοποίηση ενός εξώγαμου τέκνου στην Κύπρο ώστε να του δίνει όλα τα δικαιώματα που απολαμβάνει ένα γνήσιο νόμιμο τέκνο σε σχέση με τον πατέρα του, κληρονομικά και άλλως πώς (βλ. Lophiti και Soyhan ανωτέρω), παρέμειναν σε ισχύ μέχρι το 1955 όταν καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις πρόνοιες του περί Εξωγάμων Τέκνων Νόμου Κεφ. 278 (Illegitimate Children Law 15/55). Αξίζει εδώ να γίνει και πάλι αναφορά στην απόφαση του Βασιλειάδη Δ. στην LOPHITIS ανωτέρω, διότι από την διεξοδική ανάλυση και ανασκόπηση της σχετικής νομοθεσίας στην οποία προέβη ο Έντιμος Δικαστής, φαίνεται ξεκάθαρα και ο σκοπός αλλά και η σημασία του Κεφ.220 σε σχέση με το θέμα της νομιμοποίησης εξώγαμων τέκνων αλλά και το πώς και γιατί κατέληξαν οι εν λόγω πρόνοιες να αντικατασταθούν από το Κεφ.278. Εν συντομία, σύμφωνα με την εμπεριστατωμένη ανάλυση του Βασιλειάδη Δ., ο βασικός σκοπός τόσο του αρ.54 Κεφ.220 όσο και του μεταγενέστερου Κεφ.275 ήταν να ξεκαθαρίσει την νομική υπόσταση των εξώγαμων τέκνων και να προβλέψει για την προστασία τους χωρίς όμως να επεμβαίνει υπερβολικά στη νόμιμη οικογένεια του φυσικού πατέρα, η οποία προφανώς ήταν άλλη από το εξώγαμο και την μητέρα του, και κατ' επέκταση στην ιερότητα του θεσμού του γάμου. Έπρεπε συνεπώς να γίνει μια εξισορρόπηση της ανάγκης για τη διατήρηση της ιερότητας του γάμου από τη μια και από την άλλη της ανάγκης για απαλοιφή του κοινωνικού στίγματος που μπορεί να φέρουν κάποια πρόσωπα καθ' όλη τους ζωή χωρίς φταίξιμο δικό τους. Είναι περιττό θεωρώ εδώ να αναφέρω ότι έστω και αν ο όρος «μπάσταρδο» χρησιμοποιείτο ως νομικός όρος για να περιγράψει κάποιο εξώγαμο τέκνο (βλ. κεφάλαιο Bastardy and Legitimation στο Vol. 3 της 3ης έκδοσης του Halsbury's Laws of England), ο όρος αυτός, ιδιαίτερα πριν και κατά το 1955 αλλά και μέχρι συνιστά για τον συνηθισμένο λαϊκό άνθρωπο υβριστική και αναφορά, γεγονός που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του κοινωνικού στίγματος στο οποίο κάμνει αναφορά ο Βασιλειάδης Δ. «In 1954, the Supreme Court of what was then the Colony of Cyprus, dealt with an appeal in a legitimation-proceeding, taken in the District Court of Famagusta, by the mother of an illegitimate child, under the provisions of section 54. (Application No. 39/53 Dist. Court, Famagusta. Appeal No. 4114) The applicant-mother in that case, . came to Cyprus early in 1952, where she met, joined, and co-habited with the respondent in the proceedings, then a bachelor, to the exclusion of all other men, according to the Court's finding. The result of that co-habitation for a period longer than the statutory period of gestation, was a son born in March 1953, for whose legitimation under s.54, the mother applied soon after the child's birth. In dealing with that case, the Supreme Court of the Colony of Cyprus, with a coram of two British Judges, found it "hard to believe that the legislative authority intended virtually to tear up the law of legitimacy which is one of the main pillars of our cherished institution of marriage and the family" ; and went on to express the view that s.54 might be taken as merely ancillary to s.53; and that, if not, "it would appear to confer extraordinary powers on the Court to alter human: relationships and the course of inheritance, with results that nobody could foresee". Soon after that judgment, the Attorney-General of the Colony, prepared for the Governor, who was then the legislative Authority of the country, a bill entitled the Illegitimate Children Law, 1955, published in the official Gazette of 10th March, of that year, at p.94. This proposed Law was to replace part IV of the Wills and Succession Law, i.e. sections 52, 53 and 54 of that statute, which was then Cap. 220 in the Statute Book of Cyprus. In his statement of the objects and reasons of the enactment in question, the Attorney-General made it abundantly clear that s.54 was not "merely ancillary to s.53"; but it was there to regulate, at least to a certain extent, the legal position of illegitimate children, whose parents could not, or would not marry one another. "Any legislation regulating the legal position of illegitimate children, the Attorney-General said in the first paragraph of his statement at p. 96, has to balance two equally just, but not so consistent principles, that of the preservation of the sanctity of marriage on the one hand, and that of removing a social stigma which may stamp certain persons during their whole lifetime, through no fault of theirs, on the other hand......."In Cyprus, he then says, the matter is governed by section 54 of the Wills and Succession Law (Cap. 220) which though based on the German Civil Code, yet it proceeds further than its prototype in that it does not require any consent of the wife of the father, and it accords the legal status of a legitimate child, not only as regards the father, but also as regards the father's relatives by blood (contra article 1737 of the German Civil Code).. The object of the proposed Law is to clarify the legal position of illegitimate children, and to provide for their protection without unduly interfering with the lawful family of the natural father, and its underlying basis, the sanctity of marriage". The Statement then proceeds to say that allowing for the ground covered by the provisions of the Adoption Law, 1954 (now Cap. 274) the proposed Law accords the following methods of protection to an illegitimate child:- (
- a)by a subsequent marriage of the parents ; (
- b)by a legitimation order ; and (
- c)by an affiliation order» Σύμφωνα λοιπόν με τις ερμηνευτικές πρόνοιες του Κεφ.278, το παράνομο ή εξώγαμο τέκνο ορίζετο ως το τέκνο που γεννήθηκε εκτός γάμου σε αντιδιαστολή με το νομιμοποιημένο τέκνο το οποίο ορίζετο ως το τέκνο που νομιμοποιήθηκε δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 278. Ως προνοούσαν και τα πρώην αρ. 52 και 53 Κεφ.220, έτσι και τα αρ.3, 4 και 5 του Κεφ.278, αναγνώριζαν σε εξώγαμο τέκνο το καθεστώς του νομιμοποιημένου τέκνου σε σχέση με τη μητέρα του και τους εξ' αίματος συγγενείς της και προνοούσαν για την κήρυξη του σε νομιμοποιημένο τέκνο των δύο γονιών του κατόπιν μεταγενέστερου γάμου των τελευταίων. Η εξουσία για δικαστική νομιμοποίηση ενός εξώγαμου περιέχετο στις πρόνοιες του αρ.6 του Νόμου, σύμφωνα με τις κυριότερες από τις οποίες, την αίτηση για νομιμοποίηση μπορούσε να την υποβάλει ο πατέρας αλλά και το ίδιο το εξώγαμο. Για να μπορεί όμως το εξώγαμο να υποβάλει αίτηση έπρεπε ο πατέρας του να είχε ήδη αποβιώσει και να άφησε διαθήκη στην οποία αναγνώριζε το εξώγαμο ως γνήσιο τέκνο του. Σύμφωνα με το αρ. 7 του Νόμου, πρόσωπο το οποίο νομιμοποιήθηκε μέσω της δικαστικής διαδικασίας του αρ.6 θα αποκτούσε από της γέννησης του το νομικό καθεστώς ενός νόμιμου τέκνου σε σχέση και με τους δύο γονείς του αλλά και τους συγγενείς τους. Όσον αφορά τη μητέρα ενός εξώγαμου τέκνου, αυτή μπορούσε οποτεδήποτε πριν τη γέννηση του εξώγαμου ή εντός πέντε χρόνων μετά τη γέννηση να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση για να εκδοθεί «διάταγμα συγγένειας» (affiliation order) σε σχέση με το πρόσωπο που αυτή ισχυρίζετο ότι είναι ο πατέρας και η ύπαρξη μαρτυρίας περί συγκατοίκησης της μητέρας με τον φερόμενο ως πατέρα κατά το χρόνο της πιθανής σύλληψης του εξώγαμου, ήτοι μεταξύ της 181ης και 302ης ημέρας πριν τη γέννηση, συνιστούσε, με βάση το Νόμο, ένα από τους καθοριστικούς παράγοντες που λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. αρ.9 και 10). Έγκριση της αίτησης και έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει τον καθ' ου η αίτηση ως τον «θεωρούμενο» (putative) πατέρα του εξώγαμου και υποκείμενο σε όποιους όρους ήθελε διατάξει το Δικαστήριο αναφορικά με θέματα καταβολής διατροφής (Μέρος ΙΙΙ). Οι πρόνοιες του Κεφ.278, οι οποίες ρητά αναφέρεται στο Νόμο ότι συνιστούσαν τον μόνο τρόπο με τον οποίο μπορούσε να επιτευχθεί δικαστικά η νομιμοποίηση ενός εξώγαμου τέκνου ως νόμιμο τέκνο του πατέρα του, παρέμειναν σε ισχύ μέχρι το 1991 όταν θεσπίστηκε ο περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμος του 1991 (Ν. 187/1991). Ο εν λόγω Νόμος, ο οποίος ισχύει ακόμη, προνοεί στο αρ. 13 ότι «Το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του αποκτά αναδρομικά από τη γέννηση του, τη νομική κατάσταση και τα δικαιώματα τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους γονείς και τους συγγενείς τους, αν οι γονείς τελέσουν μεταγενέστερα γάμο μεταξύ τους και το τέκνο είχε αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται μετά την τέλεση του γάμου εκούσια ή δικαστικά ως τέκνο του συζύγου». Σε διαφορετική περίπτωση, σύμφωνα με τις λοιπές πρόνοιες του Μέρος IV του Νόμου, η πατρική αναγνώριση τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του επιτυγχάνεται πλέον με (α) Εκούσια αναγνώριση από τον πατέρα μέσω διαθήκης ή με ένορκη δήλωση του ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου εφόσον όμως και στις δύο περιπτώσεις προσκομίζεται γραπτή συγκατάθεση της μητέρας υπό τη μορφή ενόρκου δηλώσεως από την τελευταία ότι συναινεί στην πατρική αναγνώριση ή (β) με δικαστική αναγνώριση οπόταν και ενόψει του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου Ν. 23/1990, το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Θα πρέπει εδώ να τονίσω και το εξής σημαντικό. Η αναγνώριση (acknowledgment/recognition) ενός εξώγαμου τέκνου δεν είναι το ίδιο πράγμα με την νομιμοποίηση του (legitimation). Η αναγνώριση ενός εξώγαμου τέκνου δεν δίνει δικαιώματα αλλά απλά συνιστά ένα πολύ δυνατό λόγο, όχι όμως το μοναδικό, για να επιτευχθεί η νομιμοποίηση η οποία είναι και ο τρόπος με τον οποίο το εξώγαμο αποκτά δικαιώματα. Αυτή η διάκριση φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι σε όλα τα νομοθετήματα που αφορούν σε δικαιώματα εξώγαμου τέκνου (Κεφ.220, Κεφ.278, Ν.187/91)χρησιμοποιείται η έννοια νομιμοποίηση (legitimation) σε αντιδιαστολή με τα νομοθετήματα που αφορούν απλά στη διοικητική λειτουργία της καταγραφής γεννήσεων (Κεφ.275 Ν. 85/1973και Ν. 46/1979)όπου χρησιμοποιείται η λέξη «αναγνώριση» (μάλιστα δε στο αρ. 9 του Κεφ.75 χρησιμοποιείται η φράση «acknowledges himself - αναγνωρίζει τον εαυτό του» Το αρ. 6 του Κεφ.278 που αφορά ακριβώς στη διαδικασία δικαστικής νομιμοποίησης ενός εξώγαμου τέκνου συνιστά ένα πολύ ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της σημαντικής διάκρισης: 6.
(1)An illegitimate child may be declared legitimate by an order of a Court under the provisions of this section.
(2)An order under subsection
(1)may be made on application to the Court by or on behalf of the father: Provided that where the father is dead such application may be made by the child himself if the father has recognized by his will the child as his. Παρόμοια είναι και η περίπτωση του αρ.13 του Ν.187/91: «13.-
(1)Το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του αποκτά αναδρομικά από τη γέννηση του, τη νομική κατάσταση και τα δικαιώματα τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους γονείς και τους συγγενείς τους, αν οι γονείς τελέσουν μεταγενέστερα γάμο μεταξύ τους και το τέκνο είχε αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται μετά την τέλεση του γάμου εκούσια ή δικαστικά ως τέκνο του συζύγου» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω στρέφομαι κατ' αρχή να εξετάσω αν ευσταθεί η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ της δεκαετίας του 1960 που γεννήθηκε και της 28/08/14 που πέθανε ο αποβιώσαντας, υπήρξε τέτοια αναγνώριση από τον τελευταίο ώστε η ενάγουσα να θεωρείται δια Νόμου ότι έχει νομιμοποιηθεί και καταστεί γνήσιο και νόμιμο τέκνο του το οποίο έχει αποκτήσει από της γέννησης της, τη νομική κατάσταση και τα δικαιώματα που απολαμβάνει ένα τέκνο γεννημένο σε γάμο απέναντι στη μητέρα και τον πατέρα του και στους συγγενείς αυτών, περιλαμβανομένων και πάσης φύσεως κληρονομικών δικαιωμάτων. Σημειώνω εδώ ότι αν και ο ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι ο αποβιώσαντας την αναγνώρισε μετά τη γέννηση της αλλά και ότι συνέχιζε να την αναγνωρίζει μέχρι το θάνατο του, καθιστώντας έτσι ως επίδικη για την υπόθεση μόνο την περίοδο 1960 - 28/08/14, θα εξετάσω τον εν λόγω ισχυρισμό υπό το φως όλων των ανωτέρω νομοθετικών προνοιών που ανέφερα ότι ίσχυαν και εφαρμόζονταν στην Κύπρο από το 1892 μέχρι και τις 28/08/
- Παρατηρώ συνεπώς τα εξής. Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα γεννήθηκε στις 15/09/64 και επειδή κατά τη γέννηση της η μητέρα της δεν ήταν παντρεμένη, η ίδια συνιστούσε εξώγαμο τέκνο (βλ. αρ. 2 του Κεφ.278). Από τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της ΜΕ1 και το αντίγραφο του ληξιαρχικού βιβλίου που η μάρτυς κατέθεσε ως Τεκ.1, προκύπτει αφ' ενός ότι όντως επρόκειτο για τη γέννηση εξώγαμου τέκνου αφού κατά την εγγραφή της γέννησης της ενάγουσας στις 18/08/70 δεν καταχωρήθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία πατρός, ο οποίος δηλώθηκε από τη μητέρα της τελευταίας ως «Άγνωστός» (βλ. Κεφ.275 που ίσχυε τότε) και αφ' ετέρου ότι μόνο η μητέρα της ενάγουσας έχει υπογράψει το μητρώο στην παρουσία του Ληξιάρχου και μέχρι το θάνατο του αποβιώσαντα δεν φαίνεται ποτέ να προσήχθη στον Ληξίαρχο οποιαδήποτε γραπτή συγκατάθεση από τον αποβιώσαντα και τη μητέρα της ενάγουσας από κοινού και «..επί του καθορισθέντος .» Τύπου Ε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έστω για διοικητικούς σκοπούς, ο αποβιώσαντας αναγνώρισε ότι είναι ο πατέρας της ενάγουσας (βλ.αρ.9 Κεφ.275, αρ. 13 Ν. 85/1973και αρ.19 Ν. 46/1979). Είναι επίσης παραδεκτό ότι μετά τη γέννηση της ενάγουσας και μέχρι το θάνατο του αποβιώσαντα στις 28/08/14, η μητέρα της ουδέποτε παντρεύτηκε τον τελευταίο και ουδέποτε πριν ή μετά τη γέννηση της ενάγουσας και μέχρι το θάνατο του αποβιώσαντα υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση από την ίδια την ενάγουσα ή τη μητέρα της ή άλλο πρόσωπο για την έκδοση οποιουδήποτε «διατάγματος συγγένειας» ή άλλου δικαστικού διατάγματος νομιμοποίησης της ενάγουσας ή δικαστικής αναγνώρισης της ως νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα δυνάμει οποιουδήποτε ισχύοντα Νόμου ούτε και εκδόθηκε ποτέ ένα τέτοιο διάταγμα. Δεν υπήρξε ποτέ δηλαδή αναδρομική νομιμοποίηση της ενάγουσας συνεπεία μεταγενέστερου γάμου ούτε και υπήρξε ποτέ νομιμοποίηση της ή αναγνώριση της πατρότητας του αποβιώσαντα μέσω Δικαστηρίου. Αυτή η διαπίστωση καθιστά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών περί συγκατοίκησης ή μη του αποβιώσαντα με την μητέρα της ενάγουσας άνευ σημασίας εφόσον μια τέτοια συγκατοίκηση θα είχε σημασία για σκοπούς νομιμοποίησης μόνο στην περίπτωση μεταγενέστερού γάμου του αποβιώσαντα με την μητέρα της ενάγουσας (βλ. αρ.53 Κεφ.220 το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν ίσχυε κατά το χρόνο που γεννήθηκε η ενάγουσα) ή στην περίπτωση υποβολής αίτησης για σκοπούς έκδοσης «διατάγματος συγγένειας» (βλ. αρ. 9 Κεφ.278 που ίσχυε κατά τη γέννηση της ενάγουσας) ή για δικαστική νομιμοποίηση μέσω του Οικογενειακού δικαστηρίου δυνάμει του Ν. 187/
- Είναι τέλος παραδεκτό ότι ο αποβιώσαντας δεν άφησε οποιαδήποτε διαθήκη οπόταν δεν τίθεται θέμα εφαρμογής είτε του αρ. 54 Κεφ.220 που εν πάση περιπτώσει δεν ίσχυε τότε είτε των αρ. 6 Κεφ.278 και Μέρος IV Ν.187/91που ίσχυαν κατά τη γέννηση της ενάγουσας και μέχρι το θάνατο του αποβιώσαντα και ότι μετά το 1991 ο τελευταίος δεν προέβη σε καμία ένορκο δήλωση ενώπιον Πρωτοκολλητή Οικογενειακού Δικαστηρίου με την οποία να ζητά ο ίδιος να αναγνωρίσει την ενάγουσα ως γνήσιο τέκνο του και να προσκομίζει ένορκη συγκατάθεση προς τούτο από τη μητέρα της τελευταίας (βλ. Μέρος IV Ν.187/91). Από νομοθετικής τουλάχιστο σκοπιάς επομένως, δεν προκύπτει η ενάγουσα να έχει ποτέ πριν την καταχώρηση της παρούσα αγωγής νομιμοποιηθεί ως γνήσιο και νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντα ως ο εκάστοτε Νόμος όριζε και ορίζει έτσι ώστε αυτή να έχει δια Νόμου αποκτήσει, ως εξώγαμο τέκνο, οποιαδήποτε δικαιώματα, περιλαμβανομένων και κληρονομικών δικαιωμάτων, απέναντι στον αποβιώσαντα ή τους συγγενείς του, ήτοι τους εναγόμενους. Η πλευρά της ενάγουσας έχει βεβαίως επικαλεστεί προς υποστήριξη του βασικού ισχυρισμού της τη δήλωση στην οποία προέβη ο αποβιώσαντας την 01/10/70 στα πλαίσια της Ε/Δ της μητέρας της ενάγουσας (Τεκ.1), την απόφαση του Επάρχου της ίδιας ημερομηνίας και την συνακόλουθη καταγραφή του ονόματος του αποβιώσαντα ως πατέρα της, στο πιστοποιητικό γεννήσεως και στην ταυτότητα της, και την αναθεωρημένη βεβαίωση του ΜΥ
- Επί αυτών των θεμάτων αναφέρω τα εξής. Κατά πρώτο, όπως αναφέρεται στις αποφάσεις JACKSON v. JACKSON AND PAVAN [1961] 2 WLR 58 και HOURIYE MUSTAFA AND OTHERS ν. AHMED RAMADAN AND OTHERS (V17) 1 CLR 33 στην οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, αλλά και σε πληθώρα άλλης νομολογίας, τα όσα περιέχονται σε ένα πιστοποιητικό γέννησης ή σε ένα επίσημο μητρώο, συνιστούν μόνο μια εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι τα όσα εκεί αναφέρονται είναι ορθά και αυτό όμως πέραν και ανεξάρτητα της βαρύτητας που εν τέλει θα δοθεί στο περιεχόμενο του. Προχωρούν όμως και οι δύο αυτές αποφάσεις και εξηγούν ότι αυτό το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργείται αφορά μόνο στο βαθμό που οι καταχωρήσεις στα πιστοποιητικά επιβάλλονται να γίνουν από το Νόμο - «Any entry in a register of births is prima facie evidence of the truth of the entry in so far as the entry is required to be made by statute.» (βλ. Pavan ανωτέρω). Με άλλα λόγια, καταχώρηση η οποία παρουσιάζεται σε πιστοποιητικό η οποία δεν επιβάλλετο από το Νόμο να γίνει ή ήταν περιττή, δεν καλύπτεται από αυτό το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα - «.distinction between entries pursuant to the requirement of the statute, and what I may call superfluous entries.» (Pavan). Στην υπό κρίση περίπτωση η ενάγουσα δεν περιορίστηκε να βασιστεί στο τι προκύπτει ως εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού γέννησης και της ταυτότητας της αλλά επέλεξε όπως προσκομίσει η ίδια μαρτυρία ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω περιεχόμενο καταρτίστηκε, καλώντας μάλιστα και ως μάρτυρα της την αρμόδια λειτουργό της Επαρχιακής Διοίκησης. Η τελευταία δε, κατά τη μαρτυρία της ως μάρτυρας της πλευράς της ενάγουσας επεκτάθηκε περαιτέρω στο πώς και γιατί περιλήφθηκαν στα έγγραφα της ενάγουσας τα επίμαχα στοιχεία και μάλιστα παρουσίασε και περαιτέρω σχετικά έγγραφα από τα επίσημα αρχεία. Κατατέθηκαν συνεπώς τρία επίσημα κυβερνητικά πιστοποιητικά, το αντίγραφο του ληξιαρχικού μητρώου (Τεκ.2), το πιστοποιητικό γέννησης της ενάγουσας (Τεκ.3) και η πολιτική της ταυτότητα (Τεκ.4) και τέλος κατατέθηκε και το αίτημα που υπέβαλε η μητέρα της ενάγουσας την 01/10/70 μέσω Ε/Δ (Τεκ.2). Εφόσον λοιπόν η ίδια η πλευρά της ενάγουσας ουσιαστικά «άνοιξε την πόρτα» της αξιολόγησης των εν λόγω εγγράφων, δεν μπορεί τώρα να επικαλείται προς υποβοήθηση της μόνο το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που κάποια από τα εν λόγω έγγραφα δημιουργούν (βλ. κατ' αναλογία . Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Παρατηρώ επομένως τα εξής: Από το πρώτο έγγραφο, ήτοι το ληξιαρχικό μητρώο, το οποίο καταρτίστηκε στις 18/08/70 δυνάμει του τότε εν ισχύει Νόμου, ήτοι του Κεφ. 275 το οποίο ίσχυε μέχρι το 1973, προκύπτει ότι η μητέρα της ενάγουσας δήλωσε έξι περίπου χρόνια μετά την γέννηση της τελευταίας ότι ο πατέρας ήταν άγνωστος και ότι ο Ληξίαρχος, συμμορφούμενος με τις πρόνοιες του αρ. 9, δεν κατέγραψε οποιαδήποτε στοιχεία πατρός. Σημειώνω εδώ ότι δεν αμφισβητείται ότι το πιστοποιητικό γεννήσεως και η ταυτότητα κάποιου προσώπου εκδίδεται με βάση τα στοιχεία που καταγράφηκαν ενώπιον του Ληξιάρχου κατά την εγγραφή της γέννησης του όπως άλλωστε προνοούσε τότε και το αρ. 24 του Κεφ.275. Το δεύτερο και τρίτο όμως έγγραφο που παρουσιάστηκαν, ήτοι το πιστοποιητικό γέννησης και η ταυτότητα της ενάγουσας, τα οποία εκδόθηκαν το 2014 και 2007 αντίστοιχα, έρχονται σε αντίθεση με το ληξιαρχικό μητρώο Τεκ.1 εφόσον όχι μόνο περιέχουν στοιχεία πατρός που δεν περιλαμβάνονται στο Τεκ.1 αλλά και αναφέρουν ως πατέρα της ενάγουσας τον αποβιώσαντα, το όνομα του οποίου ούτε έχει καταγραφεί στο ληξιαρχικό μητρώο ούτε και ο ίδιος είχε υπογράψει το μητρώο αυτό ως επέβαλλε το αρ.9 στην περίπτωση που αναγνώριζε ότι όντως ήταν ο πατέρας της ενάγουσας. Σύμφωνα με τη ΜΕ1, η διαφορά στα στοιχεία των Τεκ.3 και 4 οφείλετο στην έγκριση του αιτήματος της μητέρας της ενάγουσας ημερ. 01/10/70 από τον Έπαρχο, ο οποίος στη συνέχεια έδωσε οδηγίες όπως εκδοθεί νέο πιστοποιητικό γέννησης και ταυτότητα της ενάγουσας στα οποία να αναφέρεται το νέο επίθετο της αλλά και τα στοιχεία του αποβιώσαντα ως πατέρα της. Το αίτημα όμως που είχε υποβληθεί στον Έπαρχο από τη μητέρα της ενάγουσας την 01/10/70 φαίνεται ξεκάθαρα στον τίτλο του Τεκ.1 που προσκόμισε η ΜΕ1 ότι ήταν απλά αίτημα για «Αλλαγή ονόματος ή επιθέτου» και συγκεκριμένα, το μόνο που ζήτησε η μητέρα της ενάγουσας ήταν ότι επειδή «.όταν εγεννήθην (η ενάγουσα) κατεχωρήθην εις τα Ληξιαρχικά Βιβλία ως Χριστίνα Μιχαήλ ενώ αργότερον μου εδόθη το όνομα και το επίθετον Χριστίνα Κωνσταντίνου Γερολέμου Παρακαλώ όθεν γίνη η αναγκαία διόρθωσις εις τα Ληξιαρχικά Βιβλία.» Τι είναι όμως αυτό που προνοούσε το Κεφ.275 που ίσχυε την 01/10/70 που υπεβλήθη η Ε/Δ της μητέρας της ενάγουσας σε περίπτωση αίτησης για αλλαγή των στοιχείων ενός παιδιού μετά που αυτό γεννήθηκε και καταχωρήθηκε στο Ληξιαρχικό Μητρώο; Σύμφωνα με το αρ. 7
(2)και 7
(3)του Κεφ.275 «Όπου η γέννηση ενός παιδιού έχει καταχωρηθεί και το όνομα με το οποίο το παιδί εγγράφηκε έχει αλλάξει, θα είναι το καθήκον του πατέρα ή της μητέρας .όπως κοινοποιήσουν γραπτώς στον Ληξίαρχο τα αναγκαία στοιχεία της αλλαγής αυτής. Μετά την κοινοποίηση των στοιχείων ενός νέου ονόματος.ο Ληξίαρχος θα τροποποιεί το μητρώο εισάγοντας ή τροποποιώντας το όνομα του παιδιού και η εισαγωγή ή η τροποποίηση θα υπογράφεται από τον Ληξίαρχο. Το πρόσωπο που προβαίνει στην εισαγωγή ή την τροποποίηση θα υπογράφει επίσης το μητρώο ή άλλως θα επισυνάπτεται η γραπτή ειδοποίηση του στο μητρώο». Υπό το φως των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών, ενόψει του συγκεκριμένου αιτήματος που υπεβλήθη στον Έπαρχο την 01/10/70, δεν τίθετο κανένα θέμα να καταχωρηθεί, πέραν της αλλαγής στο επίθετο της ενάγουσας, κάποια άλλη αλλαγή στα όσα στοιχεία καταγράφηκαν στις 18/08/70 κατά την καταχώρηση της γέννησης της στο Ληξιαρχικό Μητρώο, ιδιαίτερα όταν στο αίτημα της, η μητέρα της ενάγουσας επαναλάμβανε ότι η τελευταία ήταν αγνώστου πατρός. Οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στα στοιχεία αυτά συνεπώς, ήταν υπό τις περιστάσεις περιττή (superfluous) και εκτός του αιτήματος και της εμβέλειας του Νόμου και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργεί κάποιο δημόσιο μητρώο. Αντιθέτως, το γεγονός ότι ο αποβιώσαντας ουδέποτε κλήθηκε να υπογράψει το μητρώο σύμφωνα με το αρ.9 του Κεφ.275 υποδηλοί ότι η δήλωση του δεν θεωρήθηκε στην πραγματικότητα ως αναγνώριση της εξώγαμα γεννηθείσας ενάγουσας, αφού ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η συστηθείσα αλλαγή έγινε κάτω από τη γενικότερη εξουσία του Επάρχου να καταγράφει στο ληξιαρχικό μητρώο οποιασδήποτε πληροφορίες περιέλθουν σε γνώση του αναφορικά με τη γέννηση ενός προσώπου, τότε, αν όντως η δήλωση του αποβιώσαντα συνιστούσε «διοικητική» αναγνώριση εξώγαμου τέκνου εν τη εννοία του Κεφ.275, και πάλι αυτός θα έπρεπε να υπογράψει το μητρώο σύμφωνα με το αρ.9 κάτι που ουδέποτε έγινε. Επισημαίνω εδώ ότι η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις ως προς το πώς ο έπαρχος έκρινε ότι είχε εξουσία να δώσει τις οδηγίες που έδωσε και ούτε ήταν η ίδια σε θέση να γνωρίζει τις διαδικασίες που γινόταν τότε στο Ληξιαρχείο. Σε κάθε περίπτωση όμως, από το Τεκ.2 που παρουσίασε η ΜΕ1, ήτοι το ληξιαρχικό μητρώο, το οποίο συνιστά την αυθεντική και βασική πηγή άντλησης πληροφοριών που περιβάλλουν τη γέννηση ενός προσώπου εφόσον τα πιστοποιητικά γεννήσεως που εκδίδονται συνιστούν απλά πιστοποιητικά των όσων αναφέρονται στο ληξιαρχικό μητρώο, προκύπτει ότι ακόμη και μετά τις οδηγίες του Επάρχου, το μητρώο δεν άλλαξε και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να δείχνει ότι η ενάγουσα είναι «αγνώστου» πατρός στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Κατά δεύτερο, όπως ανέφερα και ανωτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κεφ.275 και 278 που ίσχυαν κατά το 1970 που καταγράφηκε η γέννηση της ενάγουσας και έγινε η Ε/Δ της μητέρας της και η δήλωση του αποβιώσαντα, ο μόνος τρόπος να νομιμοποιηθεί η ενάγουσα και να αποκτήσει δικαιώματα έναντι του αποβιώσαντα ως πατέρα της ήταν μόνο σύμφωνα με το Κεφ.278 και συγκεκριμένα είτε συνεπεία μεταγενέστερου γάμου είτε συνεπεία αίτησης στο Δικαστήριο και τίποτα από αυτά δεν έγινε. Η όποια δε αναγνώριση τυχόν γινόταν τότε ενώπιον του Ληξιάρχου, αυτή δεν συνιστούσε νομιμοποίηση εξώγαμου τέκνου η οποία έδινε στο εξώγαμο τέκνο τα δικαιώματα που μια τέτοια νομιμοποίηση συνεπάγεται και η οποία νομιμοποίηση μπορούσε να επιτευχθεί μόνο, ως ρητά το Κεφ.278 προνοεί, μέσω των προνοιών του ειδικού Νόμου Κεφ.278, αλλά αφορούσε καθαρά σε αναγνώριση στα πλαίσια της διοικητικής λειτουργία καταχώρησης των πληροφοριών που περιβάλλουν μια γέννηση. Είναι άλλωστε γι' αυτό το λόγο που το Κεφ.278 προνοούσε για υποβολή petition στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος νομιμοποίησης ενός εξώγαμου και που επέβαλλε όπως το petition υποστηριχθεί με αναφορά στο ληξιαρχικό μητρώο. Υπενθυμίζω εδώ τη διαφορά μεταξύ αναγνώρισης και νομιμοποίησης και ότι είναι η νομιμοποίηση που δίνει δικαιώματα στο τέκνο και όχι η αναγνώριση. Με άλλα λόγια, μια αναγνώριση εξώγαμου τέκνου που καταγράφετο στο Ληξιαρχείο από το πρόσωπο που παρουσιάστηκε ως ο πατέρας καθώς επίσης και τα όποια πιστοποιητικά και επίσημα έγγραφα ήθελαν εκδοθούν στη συνέχεια συνεπεία αυτής της καταχώρησης, δεν συνιστούσαν άνευ ετέρου νομιμοποίηση ενός εξώγαμου τέκνου αλλά απλά δυνατή μαρτυρία που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει μεταγενέστερη αίτηση για νομιμοποίηση, αίτηση η οποία στην παρούσα περίπτωση μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί από πλευράς ενάγουσας. Να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με το αρ. 3 του Κεφ.278, το εξώγαμο τέκνο, μέχρι να νομιμοποιηθεί μέσω των προνοιών του Κεφ.278, εξακολουθούσε να είναι εξώγαμο εν τη γραμματική έννοια της λέξης εφόσον γεννήθηκε εκτός γάμου αλλά και ανομιμοποίητο (illegitimate) (βλ. α. 2 Κεφ.278). Αντιπαρέρχομαι λοιπόν το ότι από τα όσα παρουσίασε η ΜΕ1 δεν προκύπτει στην παρούσα υπόθεση να υπήρξε ούτε αυτή η διοικητικής φύσεως αναγνώριση από τον αποβιώσαντα εφόσον ούτε τα στοιχεία του καταγράφηκαν στο ληξιαρχικό μητρώο ούτε αυτός υπέγραψε το εν λόγω μητρώο ως πατέρας της ενάγουσας και αναφέρω ότι έστω και αν ο Έπαρχος έκρινε την 01/10/70, για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει, ότι «συστήνετο» η καταγραφή του ονόματος του αποβιώσαντα ως πατέρα της ενάγουσας τόσο στο πιστοποιητικό γεννήσεως όσο και στην ταυτότητα της τελευταίας, αυτό δεν μπορούσε να συνιστά και ούτε συνιστά νομιμοποίηση της ενάγουσας. Άλλωστε, από το 1892 τουλάχιστο και μέχρι σήμερα, κανένα νομοθέτημα δεν έδωσε ποτέ σε κάποιο διοικητικό όργανο όπως είναι ο Έπαρχος εξουσία να νομιμοποιεί εξώγαμα τέκνα και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι λόγω της φύσης του, το θέμα αυτό απαιτεί δικαστική και όχι διοικητική λειτουργία. Κατά τρίτο, στο βαθμό που η ενάγουσα επικαλέστηκε την ίδια την υπογεγραμμένη δήλωση του αποβιώσαντα ημερ. 01/10/70 ως ένδειξη του ότι ο τελευταίος αναγνώρισε την ενάγουσα ως γνήσια και νόμιμη θυγατέρα του, επαναλαμβάνω κατ' αρχή τα όσα ανέφερα ανωτέρω ως προς το ότι ο μόνος τρόπος να αποκτήσει δικαιώματα η ενάγουσα απέναντι στην περιουσία του αποβιώσαντα ήταν αν πετύχαινε να νομιμοποιηθεί με κάποιο από τους συγκεκριμένους τρόπους που αναφέρονταν στην εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσία, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Πρόσθετα όμως τούτου, και για να διασκεδάσω τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της ενάγουσας, θα παραπέμψω στην απόφαση Lophitis ανωτέρω ή οποία αφορούσε στην ύπαρξη παρόμοιας δήλωσης από αποβιώσαντα. Στην Lophitis λοιπόν, ο εκεί εφεσείοντας επ' ονόματι Βάσος Ζαχαρία Λοφίτης, εξώγαμο τέκνο κάποιου αποβιώσαντα επ' ονόματι Ζαχαρία Λοφίτη, κάμνοντας αυτό που δεν έγινε στην περίπτωση της ενάγουσας πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση στη βάση του αρ.6
(2)Κεφ. 278 ζητώντας να νομιμοποιηθεί ώστε να λάβει μερίδιο από την κληρονομιά του αποβιώσαντα. Η αίτηση βασίστηκε στον ισχυρισμό ότι ο Ζαχαρίας Λοφίτης τον είχε αναγνωρίσει στη διαθήκη του ημερ. 29/10/16, διαθήκη η οποία στην εδώ περίπτωση δεν υπάρχει. Υπενθυμίζω εδώ ότι τότε και μέχρι το 1991, η αναγνώριση εξώγαμου μέσω διαθήκης ήταν μία από τις μόνες περιπτώσεις που επιτρεπόταν μέσω του αρ. 6 Κεφ.278 η καταχώρηση αίτησης νομιμοποίησης από το ίδιο το εξώγαμο τέκνο. Η διαθήκη λοιπόν του Ζαχαρία Λοφίτη ανέφερε τα εξής σχετικά : «Δίνω και κληροδοτώ στον Βάσο Ζαχαρία Λοφίτη, εκ Λεμεσού, παράνομο/εξώγαμο γιο της Θεοδώρας Ιωάννη Κουζάρη της Λεμεσού .....» Το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά την έκδηλη ομοιότητα στα ονόματα και επίθετα του αποβιώσαντα και του εξώγαμου και παρά το ότι δεν υπήρχε τίποτα που να υποδηλοί ότι ο αιτητής δεν ήταν παιδί του αποβιώσαντα, εντούτοις ομόφωνα επικύρωσε την απόρριψη της υπόθεσης διότι, όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο Ζεκιάς Δ. ως ήταν τότε, «Το θέμα δεν είναι κατά πόσο μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της διαθήκης ότι ο αιτητής είναι το γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντα αλλά κατά πόσο ο αποβιώσαντας με τη διαθήκη του είχε ξεκάθαρη πρόθεση να τον αναγνωρίσει ως παιδί του ή να των εξισώσει με τα άλλα παιδιά του». Κατά τους τρεις Δικαστές, το λεκτικό που χρησιμοποίησε ο αποβιώσαντας δεν καταδείκνυε ξεκάθαρη πρόθεση από μέρους να αναγνωρίσει τον αιτητή ως παιδί του ώστε να μπορεί να διαταχθεί η νομιμοποίηση, έστω και αν φαινόταν ότι ο αποβιώσαντας επιθυμούσε όπως εξασφαλίσει οικονομικά τον αιτητή μετά το θάνατο του με κάποιο τρόπο. Αναφέρθηκαν μάλιστα τα εξής χαρακτηριστικά: Ο O'Brian Δ. θεώρησε ουσιαστικά ότι αν όντως ήθελε ο αποβιώσαντας να αναγνωρίσει τον αιτητή τότε το πιο φυσικό πράγμα θα ήταν να το έλεγε ξεκάθαρα και δεν θα χρησιμοποιούσε συνειδητά το αόριστο και ασαφές λεκτικό που χρησιμοποίησε: «Πιστεύω, ότι τουλάχιστο πρέπει να υπάρξει κάτι στη διατύπωση που να ισοδυναμεί με σαφή και αδιαμφισβήτητη αποδοχή ή παραδοχή του γεγονότος ότι ο αιτητής ήταν απόγονος του διαθέτη, νόμιμος ή παράνομος. Αδυνατώ να εντοπίσω στο λεκτικό της διαθήκης τέτοια "αναγνώριση" του αιτητή. Πράγματι, κάποια από τη φρασεολογία της διαθήκης, και ιδίως η πρώτη πρόταση της παραγράφου 3, μου δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για μελετημένη αποφυγή προβολής κάποιου ισχυρισμού αναφορικά με την πατρότητα του εφεσείοντα σε ένα πλαίσιο όπου δεν θα ήταν αφύσικο να γίνει τέτοια αναφορά.» Παρόμοια ήταν και η άποψη του Βασιλειάδη Δ.: - «.συμφωνώ απόλυτα με την άποψη του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι ο διαθέτης στην προκειμένη περίπτωση, απείχε κατά πολύ από του να αναγνωρίσει τον εφεσείοντα ως παιδί του, έδωσε ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφύγει τέτοια αναγνώριση στη διαθήκη του. Κατά την άποψή μου, η αναγνώριση που απαιτείται από το Νόμο πρέπει όχι μόνο να είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη αλλά πρέπει να είναι ικανή να επιδείξει πρόθεση από μέρους του πατέρα να επιτρέψει στο παιδί να λάβει μετά το θάνατο του πατέρα του τα νομικά μέτρα για νομιμοποίηση του, τα οποία ο πατέρας παρέλειψε να πάρει για τον ένα ή τον άλλο λόγο, κατά τη διάρκεια της ζωής του.» Υπό το φώς των πιο πάνω δεν νομίζω να χρειάζεται να πω πολλά σε σχέση με τη δήλωση του αποβιώσαντα στην παρούσα περίπτωση η οποία όταν έγινε το 1970 ενέπιπτε στο θεσμικό καθεστώς που συζητήθηκε στη Lophitis. Είναι αρκετό ένας να διαβάσει την εν λόγω δήλωση του αποβιώσαντα για ν' αντιληφθεί ότι πουθενά στο λεκτικό που χρησιμοποίησε ο τελευταίος δεν προκύπτει σαφής και αδιαμφισβήτητη δήλωση του ότι η ενάγουσα είναι κόρη του, δήλωση την οποία ο αποβιώσαντας δεν θα ήταν αφύσικο να κάμει αν όντως αυτή ήταν η πρόθεση του και ένιωθε έντονα ότι ήταν πατέρας της ενάγουσας, ως ισχυρίστηκε η τελευταία. Αντιθέτως, φαίνεται ότι ο αποβιώσαντας, όπως και στην Lophitis, για τους δικούς του λόγους «.έδωσε ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφύγει τέτοια αναγνώριση.» και είναι άνευ σημασίας ποιοι ακριβώς ήταν οι λόγοι αυτοί ή αν είναι γι' αυτό το λόγο που ο αποβιώσαντας, σύμφωνα πάντα με τους εναγόμενους, φέρεται να δήλωσε ότι μετά το θάνατο του η ενάγουσα «θα πιάει αγγούρι». Τέλος, η αναθεωρημένη βεβαίωση του ΜΥ3 θα μπορούσε ίσως από μόνη της να δώσει κάποιο έρεισμα στους ισχυρισμούς της πλευράς της ενάγουσας λαμβανομένου υπόψη του καθήκοντος που ένας κοινοτάρχης έχει δυνάμει του αρ. 48 Κεφ.189 όπως «.πρoβαίvει αμέσως σε κάθε εύλoγη έρευvα για τη διακρίβωση τωv κληρovόμωv τoυ απoθαvόvτoς πρoσώπoυ.». Στην παρούσα περίπτωση όμως, ο συγκεκριμένος κοινοτάρχης, δηλαδή ο ίδιος ο συντάκτης της βεβαίωσης που επικαλείται η ενάγουσα, έχει προσέλθει στο Δικαστήριο και έχει ουσιαστικά αναιρέσει τα όσα πρόσθεσε στη βεβαίωση του αναφορικά με το όνομα της ενάγουσας λέγοντας όχι μόνο ότι η προσθήκη της δεν συνιστούσε προϊόν δικής του έρευνας αλλά και ότι ο ίδιος ούτε γνώριζε και ούτε γνωρίζει ότι αποβιώσαντας είχε οποιοδήποτε άλλο παιδί εκτός των πέντε εναγομένων και ότι ούτε είχε ποτέ και ούτε έχει τώρα υπόψη του την ενάγουσα να συνιστά παιδί του αποβιώσαντα. Λαμβανομένου δε υπόψη της περιορισμένης αντεξέτασης που έτυχε ο μάρτυρας στα πλαίσια της οποίας δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτός όντως πρόσθεσε στη βεβαίωση του το όνομα της ενάγουσας μόνο διότι έλαβε φαξ από το Κοινοτικό Συμβούλιο του Αγ. XXXXX καθώς επίσης και ότι δεν έχει διαπιστωθεί η μαρτυρία του να υποκινείτο από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα προς εξυπηρέτηση της πλευράς των εναγομένων που τον κάλεσε και ούτε του υπεβλήθη κάτι τέτοιο, δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του στο βαθμό που αυτή αναιρεί τη δική του βεβαίωση του ως προς το ότι η ενάγουσα είναι όντως νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντα. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα, ως εξώγαμο τέκνο που ήταν και εξακολουθεί να είναι, ποτέ πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν νομιμοποιήθηκε ώστε να αποκτήσει δικαιώματα στην περιουσία του αποβιώσαντα. Παραμένει τώρα να εξεταστεί ο δεύτερος άξονας που ανέφερα ανωτέρω, ήτοι αν η μη προηγούμενη νομιμοποίηση της ενάγουσας την εμποδίζει από του να προσπαθήσει με μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας κληρονομικής αγωγής να αποδείξει τώρα τέτοια νομιμοποίηση ώστε να της δοθούν οι θεραπείες που ζητά. Το θέμα αυτό άπτεται της φύσης της αγωγής και των εξουσιών που έχει το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο. Β. Νομιμοποίηση στα πλαίσια της παρούσας κληρονομικής αγωγής Σύμφωνα με τα αρ. 53 και 54 του Κεφ.189 επί των οποίων εδράζεται η παρούσα κληρονομική αγωγή, τα πρόσωπα που δύναται να καταχωρήσουν τέτοια αγωγή είναι μόνο οι «Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo.» (έμφαση δική μου). Ο λόγος που το αναφέρω τούτο είναι διότι, όπως επεσήμανα και κατά τις ενδιάμεσες αποφάσεις μου στις 15/06/18 και 01/11/18, η παρούσα αγωγή παρουσιάζει μια ιδιομορφία υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για συνηθισμένη πολιτική αγωγή, αλλά για κληρονομική αγωγή (probate action) και δη interest suit (αγωγή αξίωσης συμφέροντος). Το νομικό πλαίσιο συνεπώς εντός του οποίου εξετάζεται μια τέτοια αγωγή είναι κάπως διαφορετικό, όπως διαφορετικός είναι και ο βαθμός της εμβέλειας των εξουσιών του Δικαστηρίου. Εξηγώ. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Tristram and Coote's Probate Practice, 20η έκδοση
(1956), στις σελ. 554 και 555 (βλ. επίσης 30η έκδοση
(2006), παρ. 27.12), μία interest suit όπως η παρούσα, προκύπτει όταν αμφισβητείται το συμφέρον που κάποιο πρόσωπο προβάλλει ως βάση για να του χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης ή που ενίσταται σε μια διαθήκη. Με άλλα λόγια, εγείρεται interest suit όπου η αμφισβήτηση, άμεση ή έμμεση, αφορά στον τίτλο κάτω από τον οποίο προβάλλεται η αξίωση σε διαχείριση. Το «θέμα» αυτό δύναται να δικαστεί ξεχωριστά από τα θέματα εγκυρότητας της αμφισβητούμενης διαθήκης ή στα πλαίσια ξεχωριστής και αυτόνομης αγωγή (original suit). Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η 20η έκδοση του συγγράμματος Tristram and Coote's Probate Practice στην οποία κάνω αναφορά, έχει, δυνάμει της Εγκυκλίου ημερ. 21/12/56 του τότε Αρχιδικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, νομοθετικά υιοθετηθεί ως μέρος της πρακτικής που θα πρέπει να ακολουθείται από τα κυπριακά Δικαστήρια και Πρωτοκολλητεία, σε διάφορα θέματα διαχειρίσεων. Τα όσα επομένως περιέχονται στο εν λόγω σύγγραμμα, αν μη τι άλλο συνιστούν δυνατή και ασφαλή ένδειξη του πώς θα πρέπει να προσεγγίζονται τα κληρονομικά θέματα που εγείρονται στα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Σύγγελου ανωτέρω όπου κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να ακολουθηθεί προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου επί συγκεκριμένου κληρονομικού θέματος, λόγω του ότι η προηγούμενη νομολογία, «.είχε εκδοθεί χωρίς να τεθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να ληφθεί υπόψη η αγγλική πρακτική και διαδικασία για τα πιο πάνω ζητήματα, θα πρέπει να προσεγγιστεί και υπό το πρίσμα της αγγλικής πρακτικής και διαδικασίας, προσέγγιση που ενδεχομένως να διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της υπόθεσης.»). Οι Κανονισμοί που διέπουν το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδικάζεται μια αγωγή της παρούσας φύσης είναι οι περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικοί Κανονισμοί 1955 του Κεφ. 189 υπό την επιφύλαξη όμως του άρθρου 58 του Νόμου, ήτοι ότι, όπου δεν γίνεται πρόνοια για κάποιο θέμα στο Νόμο ή τους Κανονισμούς του Κεφ. 189, θα εφαρμόζεται η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (βλ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΥΓΓΕΛΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ Γ. ΛΟΪΖΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε120/2013, 21/12/2017). Η πρακτική και διαδικασία δε του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας «The Practice of the Probate Division of the High Court of Justice», για σκοπούς του Κεφ. 189, ασκείτο τότε, στη βάση των Contentious Probate Rules 1862 και των Non - Contentious Probate Rules 1954 ή ως έμειναν γνωστά, Contentious Business Rules και Non - Contentious ή Common Form Business Rules (βλ. σελ. 1 και 536-537 Tristram ανωτέρω) Η διάκριση μεταξύ των Contentious και των Non - Contentious ή Common Form θεμάτων (business), η οποία διάκριση αναγνωρίστηκε νομολογιακά ότι εφαρμόζεται και στην Κύπρο (βλ. Eυστρατίου ή X"Σάββα Παναγιώτης
(1997)1 ΑΑΔ 751), έγκειται στην ίδια την έννοια της λέξης contentious probate business, ήτοι «αμφισβητούμενα κληρονομικά θέματα». Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Tristram (σελ. 537), οποιαδήποτε κληρονομική αξίωση δεν είναι μη-αμφισβητούμενη (Non - Contentious), είναι Contentious Business: «Non-contentious or common form probate business' means the business of obtaining probate and administration where there is no contention as to the right thereto . (και) . all proceedings in the Court of Probate or in the registries thereof in respect of business not included in the Court of Probate Act, 1857 (b), under the expression' Common Form Business: except the warning of caveats, shall be deemed to be contentious business." Αναφορικά με το ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρουσιάζονται να περιέχουν κάποιες πρόνοιες που επίσης αφορούν σε κληρονομικά θέματα, παραθέτω το σχετικό σχόλιο των έγκριτων συγγραφέων του Tristram στη σελ. 1044 όπου αναφέρεται ότι οι Κανονισμοί του 1955 και η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, αν και δεν έιναι ξεκάθαρο, ουσιαστικά «υπερισχύουν» των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «The rules in the Annual Practice contain many provisions which apply expressly to the Probate Court. They contain other provisions which have nothing to do with the Probate Court Practice. But when we find distinct rules in the Probate Court dealing with "particular subject matter, they, in my opinion, remain in force not-withstanding that there may be a different rule dealing with that subject matter in the Rules of the Supreme Court. . it is often far from clear whether a particular subject matter is, in fact, dealt with under the Probate Rules or those of the Supreme Court. The footnotes to the following rules are made to indicate what is now actually done». Το ότι οι Κανονισμοί του 1955 και η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας φαίνεται να «υπερισχύουν» των Θεσμών σε κάποιες περιπτώσεις, επιβεβαιώνεται όχι μόνο από το αρ. 58 του Κεφ.189 και τη κυπριακή νομολογία (βλ. Σύγγελου και Ευστρατίου ανωτέρω) αλλά και από τις ίδιες τις αναφορές που γίνονται στο Annual Practice 1958 σε σχέση με τον τύπο και πλαίσιο εντός του οποίου καταχωρείται και προωθείται μια κληρονομική αγωγή καθώς και για την ακολουθητέα διαδικασία, παραπομπή γίνεται στη διαδικασία που προνοείται στα Contentious Probate Rules (βλ. Ο.1 r.1.- Form and Commencement of Action, σελ. 7 - Action in the Probate Division). Όπως λοιπόν αναφέρεται στο σύγγραμμα Tristram στις σελ. 554 -555 - ««Η απόφαση σε μια κληρονομική αγωγή αξίωσης συμφέροντος μπορεί να περιλαμβάνει θέματα γενεαλογίας ή νομιμοποίησης, όμως δεν μπορεί να περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα, παρακλητικό για αναγνωριστική απόφαση αυτής της νομιμοποίησης . τέτοιο αίτημα θα πρέπει να εγερθεί με αίτηση (petition) και όχι με κλητήριο ένταλμα . (και για αυτό το αίτημα) το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία επίλυσης γάμων είναι το καταλληλότερο Δικαστήριο» - «The decision in an interest suit may involve an issue of pedigree or of legitimacy, but a prayer for a declaration of legitimacy may not be included in the 'writ of summons, . such a claim shall be brought to the court by petition and not by writ (a); the Divorce Division is the proper tribunal (Warter v. Warter
(1890),15P. D. 35; 30 Digest 152,255.» Παρόμοια αναφορά γίνεται και στη σελ. 571 αναφορικά με το τι δύναται να περιέχει η οπισθογράφηση του κλητηρίου μιας κληρονομικής αγωγής για αξίωση συμφέροντος: «Considerations in settling indorsement of claim
(2)The nature of the claim to be put forward. In an action for proof of a will in solemn form, it is material to consider whether the plaintiff shall rely on one testamentary instrument, or whether he shall claim in the alternative, e.g. probate of an earlier will in the event of the last will propounded by him being pronounced against, etc. (A declaration of legitimacy cannot be claimed in a probate action (Warter v. Warter
(1890), 15 P. D. 35; 30 Digest 152, 255.)» Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώνεται και από τις σελ.23, 579 και 2001-2002 του Annual Practice, τόσο σε σχέση με το τι δύναται και τι όχι να περιλαμβάνει ένα κλητήριο ένταλμα κληρονομικής αγωγής που καταχωρείται στο σύνηθες Αστικό (Civil) Δικαστήριο όσο και σε σχέση με τη δυνατότητα ενός τέτοιου Δικαστηρίου να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις (Declaratory Judgments): «Declaration of Legitimacy.—If plaintiff desires such a declaration it cannot be joined with the claim on a writ in a probate action, the procedure to obtain it being by petition (Warter v. W., 15 P. D. 35).» (βλ. σελ. 23 - Probate Actions) «.a claim (on legitimacy) must be brought by petition; it cannot therefore be brought by writ under O.2 r.1 Warter v. W., 15 P. D. 3.).» (βλ. σελ. 2001-2002 in Regards to Procedure Generally) « A declaration of legitimacy cannot be made under this Rule: it. can only be made on petition under J. Α., s. 188 (Warter v. Warter, 15 P. D. 35; Yool v. Ewing, [1904] 1 Ir. B. 446); or in the case of children legitimated under the Legitimacy Act, 1926, by a Petition under section 2, see (n.) to J. Α., s. 188, in Part IX, Div. I; nor can the Divorce Division make a declaration as to the validity of a marriage under this rule (De Gasquet James v. Duke of Mecklenburg-Schwerin, [1914] P. 53). S. 188 of J. A. has been repealed; see now M. C. Act·, 1950, s. 17:» (βλ. σελ. 579 - Declaratory Judgment (O.25 r.5 - αντίστοιχη με τη δική μας Δ.27 Θ.4) Η παλιά κυπριακή υπόθεση Maroulla Costa Petridou ν. Stassa Exarchou
(1974)1 CLR 160 στην οποία αναφέρθηκα στις ενδιάμεσες αποφάσεις μου ημερ. 15/06/18 και 01/11/18 και στην οποία με παρέπεμψε και η πλευρά της ενάγουσας, αν και δεν αφορούσε σε θέματα εξώγαμου τέκνου όπως είναι το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής αλλά σε αίτηση (petition) για έκδοση απλά αναγνωριστικής απόφασης ότι η εκεί καθ' ης η αίτηση δεν ήταν αδερφή του αποβιώσαντα ώστε να συνιστά κληρονόμο του, επιβεβαιώνει ότι το θέμα δικαστικής αναγνώρισης της συγγένειας κάποιου προσώπου με κάποιο αποβιώσαντα για σκοπούς κληρονομικής διαδοχής είναι θέμα αυτόνομο, το οποίο δικάζεται σε χωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία. Βεβαίως, δυνάμει του αρ. 54
(3)Κεφ.189, το Δικαστήριο δύναται στα πλαίσια κληρονομικής αγωγής «.vα εκδώσει oπoιoδήπoτε διάταγμα τo oπoίo τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδίδει με εvαρκτήρια κλήση (originating summons).». Όταν όμως η αξιούμενη αναγνωριστική απόφαση αφορά σε εξώγαμο τέκνο, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Εξηγώ. Όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, μετά την ίδρυση των Οικογενειακών Δικαστηρίων και ειδικότερα τη θέσπιση του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν.187/1991), Νόμο τον οποίο επικαλείται η εδώ ενάγουσα, τα θέματα νομιμοποίησης τέτοιου εξώγαμου τέκνου εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου/Tμήματος και η μόνη διαφορά με την Αγγλία είναι ότι εκεί, από το 1970 και εντεύθεν, η δικαιοδοσία επικύρωσης διαθηκών και άλλων κληρονομικών θεμάτων έχει ενταχθεί στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου/Τμήματος, προφανώς λόγω της άμεσης σχέσης των εν λόγω θεμάτων με τα θέματα που το εν λόγω Δικαστήριο/Τμήμα επιλαμβάνεται (βλ. S.1 Administration Act 1970 και σχετικές αναφορές στη 30η έκδοση του Tristram). Σημειώνω εδώ για ότι αξίζει ότι όταν δικάζετο η υπόθεση Exarchou, ήτοι το 1972, η επίλυση οικογενειακών και συναφών γενεαλογικών διαφορών στην Κύπρο ενέπιπτε στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων που εκδίκαζαν Πολιτικές Αγωγές εφόσον δεν υπήρχαν τότε τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Προκύπτει λοιπόν ότι, όπως αναφέρεται και στο Tristram ανωτέρω, έστω και αν το Δικαστήριο που δικάζει μια κληρονομική αγωγή ενδεχομένως να πρέπει, κατά την εξέταση του κατά πόσο όντως η ενάγουσα δικαιούται στο κληρονομικό συμφέρον που αξιώνει, να υπεισέρθει σε θέματα γενεαλογίας ή νομιμοποίησης - «.the decision in an interest suit may involve an issue of pedigree or of legitimacy, but a prayer for a declaration of legitimacy may not be included in the 'writ of summons.» - το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε νομιμοποίηση της ενάγουσας ως τέκνο του αποβιώσαντα, εφόσον αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία άλλου πιο ειδικού Δικαστηρίου και διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας με παρέπεμψε στην αγόρευση του στην υπόθεση ALDRICH v. ATTORNEY-GENERAL (ROGERS INTERVENING) - [1968] 2 WLR 413 για να υποστηρίξει τη θέση ότι, αντίθετα με το τι φαίνεται να αναφέρεται στην 20η έκδοση του Tristram
(1955), «.το παρόν Δικαστήριο νομιμοποιείται όπως εξετάσει ζήτημα ύπαρξης σχέσεως πατέρα - τέκνου.προκειμένου να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες» (βλ. σελ.43 αγόρευσης). Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι το απόσπασμα από την Aldrich στο οποίο με παρέπεμψε ο συνήγορος της ενάγουσας δεν συνιστά μέρος της απόφασης του εκεί εκδικάσαντος Δικαστή Ormrod J. αλλά μέρος της παρατεθείσας επιχειρηματολογίας των εκεί εμπλεκόμενων συνηγόρων. Μάλιστα δε, το απόσπασμα που παραθέτει ο συνήγορος το οποίο αποτελείται από δύο μέρη, το ένα μέρος προέρχεται από την επιχειρηματολογία του δικηγόρου του οποίου το επιχείρημα στο τέλος απερρίφθη (βλ. σελ.283 της δημοσιευμένης έκδοσης [1968] P. 281) και το άλλο από την αγόρευση του δικηγόρου του οποίου το επιχείρημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση σε σχέση με θέματα πατρότητας πέτυχε (βλ. σελ 286 [1968] P. 281. Θεωρώ ότι πρόκειται για καλόπιστη αβλεψία του συνηγόρου ο οποίος άλλωστε με εφοδίασε με ολόκληρο το κείμενο της απόφασης εξ' ου και αντιλήφθηκα την πιο πάνω παρανόηση. Όπως όμως θα προχωρήσω να εξηγήσω, η υπόθεση Aldrich αποβαίνει καταλυτική σε σχέση με το επιχείρημα της ενάγουσας ως προς την έκταση που θεωρεί ότι μπορεί να επεκταθεί το παρόν Δικαστήριο για να καταλήξει σε διαπίστωση ως προς την προαπαιτούμενη επίδικη σχέση πατέρα και νομιμοποιημένου εξώγαμου τέκνου. Μάλιστα δε, σε κάποιο βαθμό η Aldrich παρουσιάζει ομοιότητες με την παρούσα αγωγή αλλά και επιβεβαιώνει τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω. Εξηγώ. Κατά πρώτο, η υπόθεση Aldrich δεν αφορούσε σε κληρονομική αγωγή αλλά σε εναρκτήρια αίτηση (petition) που καταχώρησε ο εκεί αιτητής στη βάση της αγγλικής Ο.15 R.16 (πρώην αγγλικής Ο.25 R.5), η οποία διάταξη στο σύνολο της ήταν σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπη με τις κυπριακές Δ.27 Θ.4 και Δ.55[2] οι οποίες αφορούν στη γενικότερη δικαιοδοσία και εξουσία ενός Δικαστηρίου να εκδίδει δεσμευτικές αναγνωριστικές αποφάσεις σε σχέση με τα δικαιώματα των μερών, χωρίς να συνιστά εμπόδιο το γεγονός ότι με τη συγκεκριμένη διαδικασία ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση. Το πλήρες βέβαια κείμενο της Ο.15 R.16 διαφέρει από τη Δ.27 Θ.4 και τη Δ.55 εφόσον, όπως αναφέρεται στην υποσημείωση υπ.αρ.1 της απόφασης Aldrich, η Ο.15 R.16 είχε τύχει αναθεώρησης το 1962 και κατά τον εκεί επίδικο χρόνο, περιείχε ρητή πρόνοια ότι στα πλαίσια κληρονομικής διαδικασίας, το Δικαστήριο είχε εξουσία όπως εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις και να διατάξει όπως αυτές δεσμεύουν κάθε πρόσωπο στο οποίο θα επιδίδοντο, έστω και αν το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία. Αυτή η τελευταία ξεχωριστή πρόνοια περί δέσμευσης κάποιου μη διαδίκου ήταν και ο λόγος που η αίτηση στην Aldrich επιχειρήθηκε να τεθεί κάτω από την Ο.15 R.16 εφόσον σε εκείνη την περίπτωση δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος έπρεπε να θεωρηθεί ως καθ' ης η αίτηση - «.In the first instance, there was difficulty in finding a respondent.» Κατά δεύτερο, το υπό κρίση αίτημα στην Aldrich, το οποίο ήταν αρχικά διττό, δεν αφορούσε σε κληρονομική αξίωση αλλά αφ' ενός σε αίτημα για έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο εκεί αιτητής είχε συνάψει έγκυρο γάμο με μια συγκεκριμένη γυναίκα η οποία είχε αποβιώσει και αφ' ετέρου ότι η κόρη που γέννησε η εν λόγω γυναίκα μετά τον κατ' ισχυρισμό γάμο της με τον αιτητή, στην πραγματικότητα ήταν νόμιμο τέκνο του τελευταίου. Επρόκειτο δηλαδή για διαδικασία αναγνώρισης πατρότητας. Ο λόγος που ζητούνταν αυτές οι θεραπείες ήταν διότι ο αιτητής προσπαθούσε να εξασφαλίσει δικαστικά το καθεστώς του πατέρα ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να αξιώσει κληρονομικό δικαίωμα από την περιουσία της κατ' ισχυρισμό θυγατέρας του, η οποία πέθανε χωρίς διαθήκη και η οποία ενόσω ζούσε είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της μεγάλη περιουσία. Σημειώνω εδώ ότι η περιουσία της κατ' ισχυρισμό θυγατέρας τύγχανε διαχείρισης με βάση το Ελβετικό δίκαιο το οποίο όμως ήταν διατεθειμένο να δεχτεί ως δεσμευτική τυχόν απόφαση που θα εξέδιδε Αγγλικό Δικαστήριο με την οποία θα αναγνωριζόταν ότι η αποβιώσασα ήταν γνήσιο και νομιμοποιημένο τέκνο του αιτητή. Στην πορεία της υπόθεσης όμως, μόνο το δεύτερο σκέλος του αιτητικού απασχόλησε το Δικαστήριο, ήτοι η αιτούμενη αναγνωριστική απόφαση ως προς την πατρότητα της αποβιωσάσης. Το κυριότερο πρόβλημα που ηγέρθη αναφορικά με το θέμα αυτό της πατρότητας ήταν ακριβώς δικαιοδοτικό και συγκεκριμένα, αυτό που απασχόλησε ήταν το κατά πόσο μπορούσε να εκδοθεί τέτοια αναγνωριστική απόφαση στη βάση της γενικότερης δικαιοδοσίας και εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων στα πλαίσια petitions ή αν το όλο θέμα εκ της φύσης του ενέπιπτε στις ειδικές πρόνοιες του s. 39
(1)Matrimonial Causes Act 1965 οι οποίες αφορούσαν στην ειδική εξουσία και διαδικασία του Οικογενειακού Τμήματος του High Court να αποφασίζει, ως αποκλειστικά δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστήριο δυνάμει της τότε νομοθεσίας - S.21 Supreme Court of Judicature Act 1925, θέματα οικογενειακής φύσης και θέματα πατρότητας. Στην απόφαση του, ο δικαστής Ormrod J. επεσήμανε ότι όταν στο παρελθόν έτυχε να αποφασίσει παρόμοιο θέμα, η εν λόγω νομοθετική διάταξη του S.21 SCJA 1925 διέλαθε της προσοχής του με αποτέλεσμα να παραβλέψει να επικαλεστεί τη σπουδαία σημασία που αυτή έχει στα εξεταζόμενα θέματα. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο Δικαστής, «Δυστυχώς.και εγώ ο ίδιος παρέβλεψα την εν λόγω διάταξη.οι συνέπειες της οποίας στην παρούσα υπόθεση είναι ξεκάθαρα υψίστης σημασίας.». Στη βάση λοιπόν αυτή της ειδικής δικαιοδοτικής πρόνοιας, ο Δικαστής έκρινε ότι «. το βρίσκω πολύ αδύνατο να ερμηνεύσω τις πρόνοιες αυτής της νομοθετικής διάταξης (του S.21) ώστε να σημαίνουν ότι το παρών Δικαστήριο με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας έχει επίσης δικαιοδοσία να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις νομιμοποίησης τέκνου. Αν ήταν αυτό το αποτέλεσμα των Θεσμών τότε θα ήταν ασυμβίβαστο με τη νομοθετική διάταξη.» - «Most unfortunately this section. Ι myself overlooked it. The effect of this section on the present case is clearly of the greatest importance.I find it quite impossible to construe this section as meaning that the court has also a jurisdiction to grant declarations of legitimacy under the Rules of the Supreme Court. If this were the effect of the rule it would be inconsistent with the section..» Αυτό που αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για την απόρριψη του αιτήματος στην Aldrich και εδώ είναι που η εν λόγω υπόθεση όχι μόνο δεν βοηθά το επί του προκειμένου δικαιοδοτικό επιχείρημα της ενάγουσας αλλά και το καταρρίπτει, ήταν ότι ο Ormrod J δέχτηκε μεν ως ορθή την αρχή ότι τα Δικαστήρια έχουν μια γενική εξουσία και δικαιοδοσία από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας να εξετάζουν θέματα νομιμοποίησης στα πλαίσια διαδικασίας όπου επιδιώκεται η διεκδίκηση νόμιμων δικαιωμάτων, όμως αυτή η γενική εξουσία δεν μπορεί, κατά τον Δικαστή, ούτε να χρησιμοποιηθεί και ούτε να υπερισχύσει ή να αντικαταστήσει τις ειδικές νομοθετικές πρόνοιες που υπάρχουν και που προνοούν για την αποκλειστική δικαιοδοσία και διαδικασία ειδικού Δικαστηρίου/Τμήματος όταν πρόκειται για θέματα νομιμοποίησης τέκνου και συναφή οικογενειακά και γενεαλογικά θέματα - «I am obliged to conclude that there is no jurisdiction to grant declarations of legitimacy otherwise than in accordance with the provisions of section 39 of the Act of 1965 and that accordingly the court cannot entertain the second paragraph of the prayer of this petition.». Με άλλα λόγια, η Aldrich επιβεβαίωσε τα όσα αναφέρονται στον Tristram ανωτέρω. Στην παρούσα περίπτωση επομένως, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και τη μαρτυρία της ενάγουσας, προϋπόθεση για την επιτυχία της αγωγής της ήταν να αποδειχτεί πρώτα ότι αυτή συνιστά γνήσιο και νομιμοποιημένο εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα. Τον ισχυρισμό αυτό η ενάγουσα, ως ανέφερα ανωτέρω, όχι μόνο τον κατέστησε η ίδια επίδικο με την αγωγή της αλλά και έσπευσε να τον αποδείξει με διάφορους άμεσους και έμμεσους τρόπους, θεωρώντας ότι είχε και το ανάλογο βάρος προς τούτο. Το μόνο όμως αρμόδιο Δικαστήριο που θα μπορούσε και ίσως να μπορεί ακόμη να εξετάσει ένα τέτοιο ισχυρισμό και να προβεί σε τέτοια δικαστική διαπίστωση ώστε να αναγνωριστεί δικαστικά η γενεαλογία της ενάγουσας και να νομιμοποιηθεί ως εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα είναι από το 1991 το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία αυτή έχει τη συνήθη διαμονή της (βλ. αρ. 2 του Ν.187/1991) και μόνο κατόπιν υποβολής σχετικής «αίτησης» σύμφωνα με τα αρ. 20 και 21 του εν λόγω Νόμου. Αν και πριν το 1991 δικαιοδοσία γι' το θέμα αυτό θα είχαν τα Επαρχιακά Δικαστήρια, εντούτοις και πάλι, λόγω της ύπαρξης των ειδικών ρητών διαδικαστικών προνοιών του Κεφ.278 που ίσχυε μέχρι το 1991, τέτοια νομιμοποίηση δεν θα μπορούσε να διαταχθεί δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά μόνο μέσω της διαδικασίας που προνοούσαν τα αρ.6 και 9 του Κεφ.278, ήτοι αίτηση για νομιμοποίηση ή για έκδοση «διατάγματος συγγένειας». ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Συνεπώς και στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ως εξώγαμο τέκνο η ενάγουσα, όχι μόνο δεν έχει νομιμοποιηθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ώστε να αποκτήσει δικαιώματα επί της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά και ότι δεν μπορεί να ζητά να εξασφαλίσει έμμεσα μια τέτοια νομιμοποίηση από το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας κληρονομικής αγωγής. Αυτή η κατάληξη είναι αρκετή θεωρώ για να σφραγίσει την τύχη της αγωγής της ενάγουσας χωρίς να παρίσταται η ανάγκη περαιτέρω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας αναφορικά με τα όσα άλλα κατέστησαν επίδικα στην αγωγή της ενάγουσας και αυτό διότι η αγωγή της ήταν άμεσα συναρτημένη με και εξαρτάτο από το θέμα της νομιμοποίησης της. Άλλωστε, η μαρτυρία που παρέμεινε να αξιολογηθεί για σκοπούς της απαίτησης της ενάγουσας είναι η μαρτυρία που αφορά στο γιατί κατά την ενάγουσα δικαιολογείται η νομιμοποίηση της, θέμα το οποίο όπως είπα δεν μπορεί και δεν θα αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Παραμένει τέλος προς εξέταση η ανταπαίτηση των εναγομένων, για την οποία όμως δεν προτίθεμαι να πω πολλά αφού για σκοπούς και της ανταπαίτησης κρίνεται αχρείαστη η αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019). Περιορίζομαι απλά να αναφέρω τα εξής: Κατά πρώτο, η αξίωση των εναγομένων όπως διαταχθεί η ενάγουσα να παρουσιάσει έγγραφα που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της ότι είναι νομιμοποιημένο τέκνο του αποβιώσαντα και να υποβληθεί σε εξέταση DNA, δεν θα μπορούσε εξ' υπαρχής να πετύχει αφ' ενός διότι πρόκειται για θεραπεία που στο παρόν τελικό στάδιο της υπόθεσης έχει καταστεί πλέον άνευ σημασίας και άνευ αντικειμένου και αφ' ετέρου διότι μια διαταγή για υποχρεωτική αιματολογική εξέταση, ως μη εδραζομένη επί οποιασδήποτε θέσμιας εξουσίας, ενδέχεται να συνιστά αδικαιολόγητη παραβίαση του δικαιώματος της προσωπικότητας της ενάγουσας (βλ. κατ' αναλογία Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 και Χατζησάββα ν. Διονυσίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1301). Αν και τέτοια εξουσία παρέχεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο δυνάμει του αρ.24Α Ν. 187/91εντούτοις αυτή η εξουσία δεν μπορεί να ασκηθεί στην παρούσα κληρονομική διαδικασία διότι το ίδιο το αρ.24Α την περιορίζει ρητά για «.oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov τoυ (Οικογενειακού) Δικαστηρίoυ δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ.». Κατά δεύτερο, η αξίωση των εναγομένων για ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε στην παρούσα διαδικασία η ενάγουσα και συγκεκριμένα λόγω της καταχώρησης caveat, της παρούσας αγωγής και της κατ' ισχυρισμό στασιμότητας της διαδικασίας είναι επίσης εξ' υπαρχής απορριπτέες θεραπείες εφόσον δεν εδράζονται επί έγκυρης βάσης. Η ενάγουσα άσκησε απλά ένα δικαίωμα που της παρείχε ο Νόμος και απ' εκεί και πέρα ενεργοποιήθηκε η προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία με ότι συνέπειες αυτό συνεπάγεται στους διαδίκους και η όποια ταλαιπωρία θα προκαλείτο στους ενάγοντες συνεπεία αυτής της νόμιμης διαδικασίας κρίνεται θεσμικά ότι αποζημιώνεται επαρκώς με την ανάλογη διαταγή εξόδων νοουμένου βέβαια ότι η ενάγουσα δεν θα είναι επιτυχής. Το αν τώρα οι εναγόμενοι υπέστηκαν ειδική ταλαιπωρία συνεπεία της δικαστικής διαδικασίας λόγω προσωπικών δικών τους θεμάτων αυτό δεν μπορεί να εκθέσει την ενάγουσα σε μεγαλύτερες αποζημιώσεις από αυτές στις οποίες υπόκειται κάθε διάδικος που αποτυγχάνει σε μια αγωγή, ήτοι στα έξοδα. Αυτό περιλαμβάνει και την αξίωση των εναγομένων για αποζημιώσεις λόγω απώλειας της ευκαιρίας να πουλήσουν το σπίτι του αποβιώσαντα συνεπεία της καταχώρησης caveat από την ενάγουσα, αν μη τι άλλο διότι και να υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια απώλεια, δεν είναι οι εναγόμενοι προσωπικά που την υπέστηκαν εφόσον στο παρόν στάδιο το σπίτι δεν τους ανήκει. Όσον αφορά τέλος την αξίωση για να διαταχθεί η ενάγουσα να αποκαταστήσει το όνομα του αποβιώσαντα και των εναγομένων, περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι ήταν παραδεκτό ότι ο αποβιώσαντας είχε εξωσυζυγικές σχέσεις κατά τη διάρκεια και των δύο του γάμων και μάλιστα ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 ήταν ότι αυτός ήταν και ο λόγος που ο αποβιώσαντας χώρισε με την μητέρα του. Ο ισχυρισμός επομένως που πρόβαλε και προώθησε στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας η ενάγουσα ότι είναι εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντα, όχι μόνο καλύπτεται για σκοπούς του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης από την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου του αρ.20
(1)(στ) Κεφ.148[3] είτε ο ισχυρισμός αυτός ήθελε φανεί να ήταν αληθής είτε όχι (βλ. 20
(2)Κεφ.148[4]) αλλά και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόσθεσε οτιδήποτε προσβλητικό στα όσα οι ίδιοι οι εναγόμενοι δέχονταν ώστε να δικαιολογεί τους τελευταίους να παραπονούνται για πλήγμα στη φήμη τους. Σε κάθε περίπτωση όμως και να είχε πληγεί η φήμη κάποιου αυτός θα ήταν ο αποβιώσαντας και ως προνοεί το αρ. 34 Κεφ.189, το αγώγιμο δικαίωμα στη δυσφήμηση δεν επιβιώνει του θανάτου του δυσφημούμενου. Κοντολογίς, τίποτα δεν υπάρχει που να καθιστά έγκυρη ή βάσιμη την ανταπαίτηση των εναγόμενων και συνεπώς και η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. ΤΕΛΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΑ Ενόψει του ότι το αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης μου με την οποία απορρίπτω την αγωγή της ενάγουσας κυρίως για νομικούς λόγους είναι όπως η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα προχωρήσει με διαχειριστές τους εναγόμενους 1 και 2 και κληρονόμους μόνο τους πέντε εναγόμενους, έχω προβληματιστεί ως προς το πώς θα μπορέσει να διασφαλιστεί το δικαίωμα της ενάγουσας να ασκήσει έφεση εναντίον της απόφασης αυτής αν το επιθυμεί. Σίγουρα δεν τίθεται θέμα να επιχειρηθεί να εφαρμοστεί η Δ.35 Θ.18 για σκοπούς αναστολής εκτέλεσης εφόσον με την παρούσα απόφαση μου δεν επιβάλλεται οποιοδήποτε θετικό καθήκον ή υποχρέωση σε κάποιο διάδικο. Έχω όμως την εξουσία με βάση το αρ.54 Κεφ.189, όπως δώσω στη διαχείριση τις οδηγίες που κρίνω υπό τις περιστάσεις εύλογες και αναγκαίες. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη ότι οι προτιθέμενοι διαχειριστές δήλωσαν μέσω της υπεράσπισης τους αλλά και κατά τη μαρτυρία τους ότι δηλώνουν διατεθειμένοι να προχωρήσουν με τη διαχείριση και παράλληλα να διασφαλίσουν ότι αν ήθελε αποδειχτεί με έγκυρο και νόμιμο τρόπο ότι η ενάγουσα δικαιούται σε 1/6 μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντα τότε το εν λόγω μερίδιο θα της δοθεί, δίνω τις εξής οδηγίες. Α. Έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα να δοθούν στους εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι να διοριστούν ως διαχειριστές σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.189 και οι οποίοι θα προχωρήσουν να εκτελέσουν κανονικά τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους ως διαχειριστές με βάση το Νόμο. Β. Η καθαρή περιουσία του αποβιώσαντα, ήτοι μετά την πληρωμή των διαφόρων χρεών, φόρων κλπ., θα διαμοιραστεί σε έξι μερίδια εκ των οποίων τα πέντε θα διανεμηθούν μεταξύ των μέχρι σήμερα πέντε νόμιμων κληρονόμων, ήτοι μεταξύ των εναγομένων 1 - 5 και το 6ο μερίδιο θα παραμείνει δεσμευμένο στο όνομα της διαχείρισης μέχρι να τελεσιδικήσει η αξίωση της ενάγουσας, ήτοι μέχρι να παρέλθει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης ή, αν καταχωρηθεί έφεση, μέχρι την έκδοση απόφασης στην Έφεση. Σε περίπτωση που η τελεσιδικία έχει απορριπτική για την ενάγουσα κατάληξη, το δεσμευμένο μερίδιο θα μοιραστεί ανάλογα μεταξύ των πέντε υφιστάμενων κληρονόμων. Σε περίπτωση που η ενάγουσα ήθελε πετύχει στην έφεση της τότε το δεσμευμένο μερίδιο θα τύχει διαχείρισης αναλόγως της απόφασης του Εφετείου. Νοείτ