← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ FAMAGUSTA GATE COURT ν. ΚΑΖΔΑΓΛΗ, Αρ. Αγωγής: 1582/18, 25/2/2020

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ FAMAGUSTA GATE COURT ν. ΚΑΖΔΑΓΛΗ, Αρ. Αγωγής: 1582/18, 25/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1582/18 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ FAMAGUSTA GATE COURT Ενάγουσα και XXXXX ΚΑΖΔΑΓΛΗ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Ευσταθίου Για Εναγόμενο: κα. Πανταζή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα διαχειριστική επιτροπή (εφ' εξής η ενάγουσα), αξιώνει από τον εναγόμενο, ιδιοκτήτη ενός διαμερίσματος στην κοινόκτητη οικοδομή με την ονομασία «FAMAGUSTA GATE COURT» (εφ' εξής η οικοδομή), ποσό €491 το οποίο κατά την ενάγουσα συνιστά την κατ' αναλογία οφειλή του εναγόμενου ως κύριου στην οικοδομή στα έξοδα «.συντήρησης, λειτουργίας, καθαριότητος, βελτιώσεως, επιδιορθώσεως, αποκαταστάσεως και/ή διαχειρίσεως.» της οικοδομής. Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας ότι όταν ο ανελκυστήρας της οικοδομής παρουσίασε πρόβλημα περί το 2015, κρίθηκε αναγκαία «η αλλαγή και αντικατάσταση του», οπόταν και το έργο αποφασίστηκε όπως ανατεθεί σε συγκεκριμένη ιδιωτική εταιρεία. Το σχετικό κόστος για την εργασία αυτή, η οποία αποπερατώθηκε την 01/12/16, θα το επωμίζονταν, ισχυρίζεται η ενάγουσα, οι κύριοι των μονάδων ως όφειλαν, κατ' αναλογία του μεριδίου τους στην οικοδομή. Ο εναγόμενος, σύμφωνα με την ενάγουσα, ενημερώθηκε δεόντως για το ότι σύμφωνα με το μερίδιο του στην οικοδομή του αναλογούσε το συνολικό ποσό των €736 και δεχόμενος το εν λόγω ποσό, κατέβαλε την 10/08/16 το ποσό των €245 έναντι. Ενώ όμως το υπόλοιπο ποσό των €491 ο εναγόμενος θα έπρεπε, σύμφωνα με την ενάγουσα, να το καταβάλει σε τέσσερεις ισόποσες μηνιαίες δόσεις των €123 εντούτοις κανένα άλλο ποσό δεν κατέβαλε με αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι και σήμερα οφειλόμενο από αυτόν το αξιούμενο ποσό. Στην αντίπερα όχθη, με την υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος παραδέχεται ότι είναι ένας εκ των κυρίων της οικοδομής και ότι ως τέτοιος κύριος έχει υποχρέωση να συνεισφέρει στα κοινόχρηστα έξοδα και δαπάνες συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων που αφορούν στα θέματα του ανελκυστήρα της οικοδομής. Παραδέχεται επίσης ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του ότι όντως λήφθηκε απόφαση για αντικατάσταση του ανελκυστήρα της οικοδομής, ότι όντως ενημερώθηκε γραπτώς για την εν λόγω απόφαση, ότι όντως μια τέτοια αντικατάσταση ήταν αναγκαία για τις ανάγκες της οικοδομής και ότι όντως ο ίδιος συμφώνησε με την εν λόγω απόφαση καταβάλλοντας μάλιστα και το ποσό των €245 έναντι της συνεισφοράς που του αναλογούσε αν και κατ' εκείνον το εν λόγω ποσό συνιστούσε το αναλογούν ποσό της προκαταβολής για τις σχετικές εργασίες. Θέση όμως του εναγόμενου είναι ότι ενώ αυτός συμφώνησε με τις παραστάσεις και/ή την απόφαση της ενάγουσας για πλήρη αντικατάσταση του ανελκυστήρα, εντούτοις ο ανελκυστήρας τελικά ανακαινίσθηκε απλά αντί να αντικατασταθεί. Θεωρεί συνεπώς ο εναγόμενος ότι η ενάγουσα τον ξεγέλασε και/ή δεν τήρησε τις υποσχέσεις της απέναντι του όπως θεωρεί και ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της να εξασφαλίσει την πιο συμφέρουσα προσφορά υπό τις περιστάσεις. Πρόσθετα δε των όσων αφορούν στις επίδικες δαπάνες, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συσταθεί νόμιμα και/ή δεν συνεχίζουν να λειτουργούν νόμιμα, ότι «από τον Ιούλιο 2016 όταν εξελέγη η διαχειριστική επιτροπή δεν έχει συγκληθεί γενική συνέλευση κατά παράβαση του νόμου», ότι «κάθε μήνα η διαχειριστική επιτροπή αμείβεται με ποσό €150 χωρίς όμως να έχει ληφθεί τέτοια απόφαση.» και ότι παρά τις επανειλημμένες απαιτήσεις του να λάβει πρακτικά συνελεύσεων και/ή αντίγραφα των οικοδομικών καταστάσεων, αυτά δεν του έχουν δοθεί. Στην βάση όλων των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο εναγόμενος όχι μόνο απορρίπτει την αξίωση της ενάγουσας εγείροντας μάλιστα και προδικαστική ένσταση ως προς το νόμιμο της ύπαρξης της τελευταίας αλλά εγείρει και ανταπαίτηση, ζητώντας όπως το Δικαστήριο διατάξει την ενάγουσα να τον εφοδιάσει με πρακτικά συνελεύσεων από τον Ιούλιο 2016 και εντεύθεν, όπως συγκαλέσει γενική συνέλευση καθώς επίσης και απόφαση με την οποία να κηρύττεται η μηνιαία καταβολή του ποσού των €150 προς την ενάγουσα ως παράνομη και όσες τέτοιες πληρωμές έγιναν, αυτές να του επιστραφούν. Λόγω του ότι η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερέβαινε τις €3000, η υπόθεση προχώρησε ως υπόθεση ταχείας εκδίκασης με βάση τη νέα Δ.30, ήτοι ως υπόθεση η οποία θα δικάζετο στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας από αμφότερες τις πλευρές. Δόθηκαν συναφώς στις 18/11/19 οδηγίες από το Δικαστήριο όπως εντός 30 ημερών από τότε, ήτοι μέχρι τις 18/12/20, καταχωρηθεί η μαρτυρία της πλευράς της ενάγουσας και όπως εντός 30 ημερών στη συνέχεια, καταχωρηθεί η μαρτυρία του εναγόμενου. Με βάση δε τις πρόνοιες της Δ.30, η ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε για χθες, δηλαδή στις 24/02/20. Η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε τη μαρτυρία της στις 08/01/20, μετά δηλαδή την προθεσμία που έθεσε το Δικαστήριο και αφού την παρέδωσε στην πλευρά του εναγόμενου, ο τελευταίος καταχώρησε τη δική του μαρτυρία, η οποία συνίστατο σε Ε/Δ του ιδίου, στις 30/01/20. Στη μαρτυρία του ο εναγόμενος προβάλλει αφ' ενός ένσταση στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της και αφ' ετέρου, υπό την επιφύλαξη της ένστασης του, αναπτύσσει όλες τις θέσεις που προβάλλονται με το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Στις 24/02/20 οι συνήγοροι των δύο μερών εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο για σκοπούς της ακρόασης έχοντας μαζί τους εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις εφόσον ουδείς εξ' αυτών επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα του για αντεξέταση του μάρτυρα της άλλης πλευράς. Το πρώτο θέμα που έθιξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας ήταν η ένσταση που είχε προβάλει με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος σε σχέση με το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας της ενάγουσας και ζήτησε όπως το εκπρόθεσμο θεραπευτεί με ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου. Επικαλέστηκε προς τούτο ο συνήγορος αφ' ενός την απουσία οποιασδήποτε κακοπιστίας από πλευράς ενάγουσας σε σχέση με την καθυστέρηση επισημαίνοντας και το ότι η σχετική προθεσμία έληγε προ των διακοπών των Χριστουγέννων και αφ' ετέρου ότι η πλευρά του εναγόμενου ουδόλως επηρεάστηκε από το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας εφόσον ούτε έκαμε οποιοδήποτε διάβημα για να απορριφθεί η μαρτυρία της ενάγουσας αλλά και ούτε και εμποδσίστηκε ή δυσκολεύτηκε από του να παρουσιάσει πλήρως τη δική του μαρτυρία σε απάντηση όλων όσων περιέχονταν στη μαρτυρία της ενάγουσας. Διαπιστώθηκε τότε από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου ότι η τελευταία δεν είχε υπόψη της ότι θα υποβάλλετο τέτοιο αίτημα από πλευράς ενάγουσας οπόταν εφόσον δηλώθηκε ότι θα υπήρχε ένσταση στο αίτημα, ζητήθηκε και δόθηκε χρόνος και στους δύο συνηγόρους μέχρι σήμερα για να αγορεύσουν επί του θέματος πράγμα το οποίο αμφότεροι έπραξαν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς. Εξέτασα με προσοχή τα όσα σχετικά έθεσαν ενώπιον μου οι δύο πλευρές. Όσον αφορά την νομική πτυχή του το υπό κρίση αιτήματος, με αυτή είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ στην υπόθεση του Ε. Δ. Λεμεσού KIK TRADING LIMITED ν. CHARILAOU BROS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 588/2017, 12/3/2019, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση το οποίο υιοθετώ πλήρως για σκοπούς του εδώ εγειρόμενου ζητήματος: «Είναι γεγονός ότι η εκδίκαση υποθέσεων με βάση τις πρόνοιες της νέας Δ.30 έχει αλλάξει τη διαδικαστική πτυχή απόδειξης των εκατέρωθεν ισχυρισμών, εφόσον σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, όπως είναι η παρούσα, το σύνολο της μαρτυρίας της κάθε πλευράς κατατίθεται στο φάκελο της υπόθεσης με τη σειρά καταχώρησης να καθορίζεται μεταξύ άλλων από το βάρος απόδειξης των συγκεκριμένων ισχυρισμών, όπως άλλωστε πάντοτε ίσχυε δυνάμει της Δ.33 (βλ. Δ.30 Θ.5). Παρά ταύτα, δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα υποβολής ένστασης στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας κατά το χρόνο που αυτή παρουσιάζεται, ως είναι και η ενδεδειγμένη διαδικασία κατά τη ζωντανή ακρόαση της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου

(1992)1 ΑΑΔ 512). Αυτή η νέα δικονομική κατάσταση όμως δεν έχει επηρεάσει καθόλου ούτε έχει εξαλείψει την εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου να αγνοήσει μαρτυρία, που αν και προσκομίσθηκε για σκοπούς δίκης εντούτοις δεν είναι αποδεκτή για διάφορους λόγους όπως π.χ. επειδή δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα ή επειδή είναι άσχετη με την υπόθεση. Αυτή μάλιστα η εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης έχει διατηρηθεί ρητά μέσω των προνοιών της Δ.30 Θ.5
(5), σύμφωνα με τις οποίες «.Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες.». Η αναφορά δε που γίνεται στις εν λόγω πρόνοιες σε σχέση με τις εξουσίες του Δικαστηρίου να μη λάβει υπόψη μη αποδεκτή μαρτυρία «. κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.», όχι μόνο επιβεβαιώνει ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι θεμελιακοί κανόνες απόδειξης αλλά και καταδεικνύει ότι τυχόν ενστάσεις σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» ως προς την αποδεκτότητα της μαρτυρίας, δύναται πλέον να προβληθούν μετά την καταχώρηση της μαρτυρίας. Μπορεί επομένως με τη νέα Δ.30 η μαρτυρία να καταχωρείται χωρίς να ελέγχεται η αποδεκτότητα της κατά το χρόνο της παρουσίασης της, πλην όμως αυτό δεν την συνιστά αυτόματα και πλήρως αποδεκτή μαρτυρία. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η νέα Δ.30 έχει επιβάλει και μια νέα προϋπόθεση στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας, ήτοι την υποχρέωση όπως η μαρτυρία καταχωρηθεί «.μέσα στο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει για τον κάθε διάδικο» (Δ.30 Θ.5
(2)). Βεβαίως, οι πρόνοιες της Δ.30 πάντοτε περιείχαν χρονικές προθεσμίες αναφορικά με τα εκεί προνοούμενα διαδικαστικά διαβήματα που δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οδηγιών του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εν λόγω διαταγής. Σχετική με το θέμα αυτό είναι η υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 η οποία υιοθετήθηκε σε πληθώρα μεταγενέστερης νομολογίας. Στην Αλεξάνδρου το Εφετείο ασχολήθηκε με το διαχωρισμό που υφίσταται στην Κύπρο μεταξύ παράτυπων και άκυρων διαδικασιών, επισημαίνοντας ότι η κυπριακή νομολογία «.χρησιμοποιεί ως στοιχείο αναγνώρισης της άκυρης διαδικασίας γενικά το κατά πόσο το ελάττωμα είναι θεμελιώδες έτσι που να ανατρέχει στη ρίζα της διαδικασίας και να αποκλείει τη γέννησή της.». Στη βάση αυτού του στοιχείου το Εφετείο χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την εκπρόθεσμη καταχώρηση ενός δικογράφου η οποία συνιστά απλή παρατυπία και δη θεραπεύσιμη, σε αντίθεση με την εκπρόθεσμη καταχώρηση ενός τροποποιημένου δικογράφου κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, όπου δυνάμει της Δ.25, το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο συνεπεία της μη τήρησης των τεθέντων χρονοδιαγραμμάτων και επομένως «.εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώριση της γραπτής πρότασης». Το ελάττωμα σε μια τέτοια περίπτωση «.αποτελεί ελάττωμα θεμελιακό τέτοιας μορφής έτσι που, ανεξάρτητα από όσα θα επακολουθήσουν, ο,τιδήποτε κτιστεί πάνω τους θα πρέπει να καταρρεύσει ως αιωρούμενο στο κενό.». Τονίστηκε βεβαίως σε εκείνη την υπόθεση ότι «.η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1.». Προχώρησε δε το Εφετείο και εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο μια απλή παρατυπία που δημιουργείται από την εκπρόθεσμη λήψη ενός διαδικαστικού διαβήματος μπορεί να θεραπευθεί. Επισημαίνοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση «.H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία.» τόνισε παράλληλα ότι το θέμα δεν μπορεί να θεραπευτεί απλά με το να αγνοηθεί και να παρακαμφθεί, αρχή η οποία στη συνέχεια υιοθετήθηκε από την αυθεντία Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 όπου εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της «διορθωτικής» Δ.64. Ως προς το πώς δύναται να θεραπευτεί η παρατυπία του εκπρόθεσμου, το Εφετείο στην Αλεξάνδρου ήταν σαφές «.Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της (βλ. Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.». Εξετάστηκε βέβαια και το κατά πόσο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η Δ.64 αντί της Δ.57 για να «σώσει» την κατάσταση. Όπως όμως λέχθηκε στην Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Kυριακίδη
(1999)1 ΑΑΔ 537 με αναφορά στην Αλεξάνδρου, «.΄Οπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) και τις άλλες που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ΄επίκληση της Δ.64. Το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας, όπως παρατηρήθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας». Σε κάθε περίπτωση όμως, η Αλεξάνδρου προχώρησε και ασχολήθηκε και με τις αρχές που αφορούν στο κώλυμα που δυνατό να έχει δημιουργηθεί στην άλλη πλευρά να επικαλεστεί προς όφελος της την παρατυπία που δημιουργήθηκε από το εκπρόθεσμο «. είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας.». Τέτοιο κώλυμα κρίθηκε ότι υπήρχε στα γεγονότα υποθέσεων όπως η Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ. 6.2.2018 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D213, αίτηση 76/17, 2/6/2017 (αν και δεν δόθηκε τελικά άδεια για Certioari) οι οποίες επίσης αφορούσαν σε μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες της νέας Δ.30 καθώς επίσης και στην HENIPA Estates Co. Ltd ν. Club Dido Gesmbh
(1995)1 ΑΑΔ 371 όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις προθεσμίες που είχε θέσει το Δικαστήριο. Στην Αλεξάνδρου, όπως και σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις όπου κρίθηκε ότι δεν υπήρχε κώλυμα στην άλλη πλευρά να επικαλεστεί προς όφελος την παρατυπία λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «.δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση..Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής..Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση τη Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.
  1. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς» (έμφαση δική μου).» Με γνώμονα τα πιο πάνω σημειώνω τα εξής: Στην παρούσα υπόθεση οι οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς το μέχρι πότε έπρεπε να καταχωρηθεί η μαρτυρία της ενάγουσας ήταν σαφείς, ήτοι μέχρι και τις 18/12/
  2. Η ενάγουσα δεν τήρησε αυτό το χρονοδιάγραμμα και καταχώρησε την μαρτυρία της εκπρόθεσμα, ήτοι στις 08/01/20 και η πλευρά του εναγόμενου ήγειρε το θέμα με την πρώτη δυνατή ευκαιρία μέσω της δικής της μαρτυρίας η οποία καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Εκεί όμως που διαφοροποιείται η παρούσα περίπτωση από την περίπτωση των εναγόντων στην υπόθεση ΚΙΚ ανωτέρω όπου τελικά η μαρτυρία των εκεί εναγόντων απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, είναι ότι αντίθετα με τους εκεί ενάγοντες, η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση υπέβαλε έστω και την υστάτη, αίτημα για να θεραπευτεί το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας της. Όπως ανέφερα και στην ΚΙΚ, η «νέα» διαδικασία με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 φαίνεται να παρέχει τη δυνατότητα να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα σε σχέση με την αποδεκτότητα της μαρτυρίας έστω και την ημέρα που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση και το εν λόγω θέμα, όποτε και αν είχε εγερθεί, μπορεί και πρέπει να αποφασιστεί πριν οτιδήποτε άλλο. Θα συμφωνήσω εδώ με την κα Πανταζή ότι ίσως θα ήταν ορθότερο τα γεγονότα που στηρίζουν το αίτημα να αναπτύσσονταν μέσω προηγούμενης ξεχωριστής αίτησης συνοδευόμενης από Ε/Δ όμως δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της συνηγόρου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει και να απορρίψει ένα τέτοιο αίτημα απλά και μόνο διότι δεν ακολουθήθηκε τέτοια διαδικασία ιδιαίτερα όταν τα γεγονότα που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, εφόσον περί διακριτικής εξουσίας πρόκειται η οποία ασκείται Δικαστικά, ουσιαστικά είναι γεγονότα που προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα από το φάκελο της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης ναι μεν παρουσιάζουν την ενάγουσα να έχει καθυστερήσει 20 περίπου μέρες να καταχωρήσει τη μαρτυρία της όμως παρουσιάζουν και την πλευρά του εναγόμενου να καθιστά παραδεκτές εκ της δικογραφίας όλες σχεδόν τις ουσιαστικές θέσεις της, απαλλάσσοντας την έτσι και από το καθήκον απόδειξης με μαρτυρία κατά τη δίκη, της πλειοψηφίας των πραγματικών της ισχυρισμών (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Υπενθυμίζω ότι από την ανταλλαχθείσα δικογραφία προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός και το ότι λήφθηκε απόφαση για διενέργεια κοινόχρηστης δαπάνης σε σχέση με τον ανελκυστήρα της οικοδομής αλλά και ότι ο εναγόμενος όφειλε και δέχτηκε να συνεισφέρει στην εν λόγω δαπάνη στη βάση του συνολικού ποσού που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι του αναλογεί, προχωρώντας μάλιστα να καταβάλει και κάποιο ποσό έναντι. Σημειώνω εδώ ότι αν και η θέση του εναγομενου είναι ότι ξεγελάστηκε να καταβάλει το ποσό των €245 έναντι, εντούτοις ο τελευταίος δεν ανταπαιτεί επιστροφή του εν λόγω ποσού ούτε και αμφισβητεί ότι με βάση την παραδεκτή απόφαση για τη διενέργεια της συγκεκριμένης δαπάνης παρέμεινε υπόλοιπο €491 σε σχέση με το μερίδιο που του αναλογεί. Ούτε όμως διαπιστώνεται να έχει επηρεαστεί δυσμενώς ή με οποιοδήποτε τρόπο ο εναγόμενος συνεπεία της εκπρόθεσμης καταχώρησης της μαρτυρίας της ενάγουσας αφού και μπόρεσε έγκαιρα να καταχωρήσει τη δική του μαρτυρία αλλά και να αναπτύξει πλήρως όλες τις θέσεις του και αυτό χωρίς να έχει ποτέ υποβληθεί παράπονο από πλευράς του ότι λόγω του εκπρόθεσμου της μαρτυρίας της ενάγουσας, παρήλθε η προβλεπόμενη από τη Δ.30 προθεσμία εντός της οποίας μπορούσε να ζητήσει να αντεξετάσει το μάρτυρα της άλλης πλευράς, ήτοι τουλάχιστο ένα μήνα πριν την ακρόαση. Η αγόρευση δε της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου, η οποία επεκτάθηκε και σε επιχειρηματολογία επί της ουσίας της μαρτυρίας των δύο πλευρών με την επισήμανση ότι αυτό γίνεται σε περίπτωση που δεν ήθελε απορριφθεί η μαρτυρία της ενάγουσας λόγω του εκπρόθεσμου, επιβεβαιώνει και το ότι ούτε πρόθεση για αντεξέταση του ομνύοντα της ενάγουσας υπήρχε αλλά και το ότι καμία αρνητική συνέπεια δεν προκλήθηκε στον εναγόμενο συνεπεία του εκπρόθεσμου. Με άλλα λόγια, το όλο θέμα παρέμεινε να είναι απλά ότι η μαρτυρία της ενάγουσας, αντί να καταχωρηθεί στις 18/12/19, καταχωρήθηκε στις 08/01/20, χωρίς αυτό να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα είτε στη διαδικασία είτε στην ουσία της υπόθεσης. Όπως επομένως και αν ήθελε ιδωθούν τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης, δεν διαπιστώνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά τρόπο που να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η μαρτυρία της ενάγουσας έστω και τώρα και ούτε διαπιστώνεται μία τέτοια απόφαση να προκαλεί οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά του εναγόμενου και συνεπώς προβαίνω σε ανάλογη διαταγή με την οποία παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της μαρτυρίας της ενάγουσας ώστε η καταχώρηση της στις 08/01/20 να θεωρείται εμπρόθεσμη. Ενόψει όμως της απόφασης μου αυτής, προς πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγόμενου, θα δώσω την ευκαιρία στην πλευρά του αν επιθυμεί, είτε να αιτηθεί την αντεξέταση της ομνύουσας της ενάγουσας είτε να προσθέσει οτιδήποτε στην αγόρευση που έχει παραδώσει, θέμα για το οποίο θα προχωρήσω να ακούσω τη συνήγορο του εναγόμενου. Όσον αφορά τα έξοδα της σημερινής διαδικασίας, αυτά θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως είναι έξοδα στην αγωγή, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον του εναγόμενου και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.