← Κύπρος

Γαλανού ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1756/2011, 10/4/2020

Γαλανού ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1756/2011, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1756/2011 Μεταξύ: . Γαλανού Ενάγοντος v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο: κ. Η. Ηλία Για την Εναγομένη και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή o Eνάγων αξιώνει (
  2. i)δήλωση ότι η υποθήκη Υ..78/08 είναι άκυρη και ή χωρίς αντάλλαγμα καθότι η Εναγομένη δεν κατέβαλε στον Ενάγοντα ταυτόχρονα με τη σύσταση της υποθήκης το ποσό των JPY27.500.000 σύμφωνα με το έγγραφο της υποθήκης και τη συμφωνία ημ. 2.4.08, (
  3. ii)διάταγμα διαγραφής της υποθήκης ως άκυρης εξ υπαρχής και χωρίς αντάλλαγμα και (iii) αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημ. 2.4.08. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την παραχώρηση δανείου εκ ΛΚ265.000, για αγορά ακινήτου στην Τριμίκληνη και ανέγερση τεσσάρων κατοικιών οι τρεις εκ των οποίων θα πωλούντο, και κατόπιν συμβουλής της Εναγομένης ότι θα ήταν καλύτερα αυτό (το δάνειο) να δινόταν σε Ιαπωνικά Γεν (JPY), στις 29.2.08 η Εναγομένη με επιστολή της πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι ενέκρινε δάνειο για JPY25.000.000, το οποίο κατόπιν συμφωνίας στις 2.4.08 μεταξύ των μερών διαφοροποιήθηκε σε JPY27.500.000 και για το οποίο προσφέρθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκευση του εν λόγω ακινήτου του Ενάγοντος. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, ήταν ρητός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι με την ταυτόχρονη υποθήκευση του ακινήτου ο Ενάγων θα λάμβανε το ποσό των JPY27.500.000 σε μία δόση. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως η Εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό του δανείου ταυτόχρονα με την παραχώρηση της υποθήκης, παρά μόνο μετά από επίμονες προσπάθειες του Ενάγοντος, κατέβαλε σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €155.724,43, ισόποσο σε JPY25.000.000 σε λογαριασμό του Ενάγοντος, το οποίο μάλιστα η Εναγομένη δέσμευσε καθότι κατ΄ ισχυρισμόν της ο Ενάγων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις εκχώρησης του δανείου, ήτοι έκδοση πολεοδομικής άδειας και ασφάλεια πυρός και ζωής. Τελικώς στις 21.4.08 ο Ενάγων κοινοποίησε στην Εναγομένη την πολεοδομική άδεια και οι όροι για ασφάλεια πυρός και ζωής διαγράφησαν. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος πως η Εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των JPY27.500.000 και αντ΄ αυτού κατέβαλε το ως άνω ποσό σε ευρώ, το οποίο ισοδυναμούσε με το μικρότερο ποσό των JPY25.000.000 και πως κατόπιν διαμαρτυρίας του Ενάγοντος η Εναγομένη απέρριψε το αίτημα του για κατάθεση του ποσού του δανείου σε λογαριασμό τρίμηνης προειδοποίησης και με δική της πρωτοβουλία κατέθεσε το ποσό των €150.626,92 σε λογαριασμό γραμματίου τρίμηνης διάρκειας. Παρά τις ενστάσεις του Ενάγοντος για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων, η Εναγομένη απέρριψε τις θέσεις του, ανέφερε ότι το ποσό του δανείου σε JPY είχε εκταμιευθεί σε ευρώ με την ισοτιμία της ημέρας και απέσυρε το κατατεθέν ποσό του γραμματίου. Tελικώς ο Ενάγων τερμάτισε τη συμφωνία μεταξύ τους. Λόγω της ισχυριζόμενης αθέτησης της συμφωνίας, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά, ήτοι τη χρέωση τόκων και δικαιωμάτων για ποσό σε JPY το οποίο ουδέποτε του δόθηκε, απώλεια εισοδημάτων από τη μη υλοποίηση του έργου, παράνομες χρεώσεις, ποσό οφειλόμενο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το δάνειο το οποίο συνήψε για την αγορά του ως άνω ακινήτου, μείωση της αξίας του ακινήτου λόγω της εξακολούθησης υποθήκευσης αυτού προς όφελος της Εναγομένης και αποζημίωση λόγω απειλητικών επιστολών της Εναγομένης. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων αιτήθηκε δάνειο για την ανέγερση μόνιμης κατοικίας στην Τριμίκλινη και ότι η ίδια ουδέποτε συμβούλευσε ή παρότρυνε τον Ενάγοντα για τη λήψη δανείου σε JPY. Αντιθέτως ο ίδιος ο Ενάγων ζήτησε την παραχώρηση του δανείου σε JPY λόγω του ότι το επιτόκιο ήταν πιο συμφέρον για τον ίδιο και η Εναγομένη επέστησε την προσοχή του στους συναλλαγματικούς κινδύνους. Περαιτέρω η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, όπως αποτυπώνεται στην επιστολή της ημ. 29.2.08, την οποία ο Ενάγων αποδέχθηκε στις 6.3.08, και στη γραπτή συμφωνία ημ. 6.3.08, προνοεί για την παροχή δανείου JPY25.000.000, ότι η παραχώρηση της υποθήκης αποτελούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας και ότι η υποθήκη αφορούσε ποσό JPY27.500.000 καθότι ήταν η πρακτική της Εναγομένης όπως δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα διασφαλίζονται σε ποσοστό 110% του αρχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπεράσπισης, η Εναγομένη κατέθεσε το αντίστοιχο ποσό των JPY25.000.000 σε ευρώ (ως προβλεπόταν στη συμφωνία) σε λογαριασμό του Ενάγοντος, με τη σύμφωνη γνώμη του, εφόσον έτσι αυτός επωφελείτο από ψηλότερο επιτόκιο, ενώ η έκδοση πολεοδομικής άδειας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση εκ του Νόμου για την έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Εξ ου και τα χρήματα ήταν πάντοτε στη διάθεση του Ενάγοντος για εκταμίευση, κατόπιν αίτησης του και για να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση της κατοικίας. Γι΄ αυτό η Εναγομένη ικανοποίησε αίτημα του Ενάγοντος και εκταμίευσε το ποσό των €1.540 για την πληρωμή εξόδων χωρομέτρη και εργολάβου χωματουργικών εργασιών αναφορικά με το υπό κρίση ακίνητο. Μάλιστα ο Ενάγων απαίτησε την κατάθεση του υπολοίπου σε λογαριασμό του με συγκεκριμένους όρους. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της Εναγομένης ότι ο Ενάγων άρχισε να διαμαρτύρεται πολύ αργότερα, ήτοι το 2010, και ότι αυτή κατέθεσε το συμφωνηθέν ποσό και προέβη στις ορθές και νόμιμες χρεώσεις. Λόγω της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους του Ενάγοντος, την 1.11.10 η Εναγομένη προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας και σε συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου με το ποσό στον καταθετικό λογαριασμό του Ενάγοντος. Η Εναγομένη αρνείται ότι ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημιά και εγείρει ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει το ποσό των JPY10.862,515 ή το αντίστοιχο σε ευρώ ως χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου με τόκο ή διαζευκτικά το ως άνω ποσό ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης και διάθεσης του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση της αξίωσης της Εναγομένης. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης και βασικά επαναλαμβάνει τους δικούς του ισχυρισμούς. Στα πλαίσια ακρόασης της παρούσας Αγωγής, κλήθηκαν τρεις μάρτυρες για τον Ενάγοντα και τέσσερις μάρτυρες για την πλευρά της Εναγομένης. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγων ο οποίος βασικά αναφέρθηκε στο όλο ιστορικό των γεγονότων, από την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Ο Ενάγων (ΜΕ1) επανέλαβε τα όσα περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, εμμένοντας στην τροποποίηση της γραπτής συμφωνίας δανείου, στη μη τήρηση των συμφωνηθέντων και σε μονομερείς ενέργειες από πλευράς Εναγομένης καθώς επίσης και στην πρόκληση ζημιάς στον ίδιο εξ ου και εγείρει τις ως άνω αξιώσεις. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. ΟΜ, Λογιστής. Ο ΜΕ2 ετοίμασε τεχνοοικονομική μελέτη η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο. Σε αυτή ο ΜΕ2 υπολογίζει τη ζημιά του Ενάγοντος η οποία προέρχεται από την απώλεια εισοδημάτων από τις υπό ανέγερση κατοικίες, τη μείωση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, το οφειλόμενο ποσό στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, καθώς επίσης και αναφέρεται στο οικονομικό όφελος της Εναγομένης λόγω μείωσης της αξίας του ευρώ έναντι του JPY σε σχέση με το ποσό το οποίο η ίδια κατακρατούσε. Ο κ. ΠΔ, Εκτιμητής Ακινήτων και διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας Διεθνών Συμβούλων και Εκτιμητών Ακινήτων Δανός & Συνεργάτες, ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για τον Ενάγοντα. Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι η εταιρεία του ετοίμασε δύο εκτιμήσεις για την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, η πρώτη ημ. 19.11.07 προς την Εναγομένη και η δεύτερη ημ. 24.2.16 προς τον Ενάγοντα. Η δεύτερη αφορούσε την αξία του ακινήτου κατά το 2011. Ο πρώτος μάρτυρας για την Εναγομένη ήταν ο κ. ΜΚ, υπάλληλος της Εναγομένης από το 1992 και από το 2018 Διευθυντής Δικτύου Καταστημάτων Πάφου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΥ1 ήταν ο διευθυντής του κεντρικού υποκαταστήματος στην Πάφο στο οποίο ο Ενάγων είχε αποταθεί για την παραχώρηση του επίδικου δανείου. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης, καταθέτοντας για όλο το ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, όσο και γενικότερα στην τακτική και πολιτική της Εναγομένης σε σχέση με διάφορα ζητήματα, όπως π.χ. η αποδέσμευση ποσού δανείου το οποίο παραχωρείται για συγκεκριμένο σκοπό. Η μαρτυρία του ΜΥ1 βασικά περιστράφηκε στους ίδιους ισχυρισμούς ως αυτοί περιέχονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η κα ΣΠ, Διευθύντρια Υπηρεσιών Τραπεζικών Εργασιών από το 2015 και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος και από το 2011 διευθύντρια του υποκαταστήματος Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία. Η ΜΥ2 αναφέρθηκε στα γεγονότα και ειδικότερα στις επαφές, επικοινωνίες και συναντήσεις της με τον Ενάγοντα από το 2010 όταν οι λογαριασμοί του τελευταίου μεταφέρθηκαν στο συγκεκριμένο κατάστημα στη Λευκωσία. Ο κ. ΛΚ, Εκτιμητής και Σύμβουλος Ακινήτων, ήταν ο τρίτος μάρτυρας για την Εναγομένη. Ο ΜΥ3 βασικά κλήθηκε να παραθέσει την επαγγελματική του άποψη για την εκτίμηση του ΜΕ3 καταλήγοντας πως αυτή (η εκτίμηση) στηρίζεται σε στοιχεία και δεδομένα τα οποία δεν οδηγούν σε ορθό και ασφαλές συμπέρασμα. Η τελευταία μάρτυρας για την Εναγομένη ήταν η κα ΖΓ, η οποία εργάζεται στην Εναγομένη από το 1996 ενώ από το 2014 στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών και τώρα στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων. Η ΜΥ4 κατέθεσε την αρχική και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου, εξηγώντας τον τρόπο ετοιμασίας της αναδομημένης κατάστασης και χρέωσης του τόκου. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος της Εναγομένης αναφέρθηκε εκτεταμένα στη μαρτυρία της κάθε πλευράς, ισχυριζόμενος ότι η μαρτυρία για τον Ενάγοντα είναι άκρως παραπλανητική, παντελώς αβάσιμη και δεν στηρίζεται στα ίδια τα έγγραφα, ενώ η Εναγομένη πρόσφερε ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη μαρτυρία. Εξέφρασε τη θέση ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντος δεν έχουν αποδειχθεί και θα πρέπει να απορριφθούν και ζήτησε την έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος στη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία για τον Ενάγοντα είναι πλήρως αξιόπιστη και ότι σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και νομολογία τόσο η υποθήκη όσο και η επίδικη συμφωνία είναι άκυρες και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως η απαίτηση και απορρίψει την ανταπαίτηση. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι η υπογραφή διαφόρων εγγράφων καθώς επίσης και η παραχώρηση του αρχικού ποσού και του ύψους αυτού, οι διάφορες μεταφορές και εκταμιεύσεις είναι κοινώς αποδεκτές και από τις δύο πλευρές. Η βασική αμφισβήτηση επί των γεγονότων αφορά στις διαβουλεύσεις μεταξύ των διαδίκων και κυρίως στη φύση και τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Σημειώνεται ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας μόνο για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων επί των γεγονότων, ενώ η νομική ανάλυση θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Για το όλο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων σχετική είναι η μαρτυρία του Ενάγοντος από τη μια και των ΜΥ1 και 2 από την άλλη. Πριν την παράθεση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, την αξιολόγηση των εν λόγω μαρτύρων και την κατάληξη σε ανάλογα ευρήματα, θεωρώ χρήσιμη την παράθεση εξαρχής και συνοπτικά της γενικής εντύπωσης που δημιούργησε στο Δικαστήριο έκαστος των εν λόγω μαρτύρων. Ο Ενάγων, ΜΕ1, προκάλεσε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια και σύγχυση όσον αφορά τις τοποθετήσεις του, χωρίς να παρουσιάζεται μια σταθερή εκδοχή επί των γεγονότων. Ο Ενάγων εξέφρασε αντιφατικές και αντικρουόμενες θέσεις και τοποθετήσεις οι οποίες δεν βρίσκουν έρεισμα στα ίδια τα έγγραφα ούτε καν στη λογική των πραγμάτων. Ήταν ιδιαίτερα εμφανής η προσπάθεια του να παραποιήσει τα γεγονότα, στηριζόμενος δήθεν στο περιεχόμενο των εγγράφων και κυρίως η αμηχανία του να αντικρούσει τις θέσεις και υποβολές της άλλης πλευράς, καταλήγοντας σε παντελώς αβάσιμες απαντήσεις και εκδοχές. Το Δικαστήριο γενικά αποκόμισε την εντύπωση ότι ο Ενάγων είχε μια εντελώς λανθασμένη και πλανημένη αντίληψη των γεγονότων, στηριζόμενος αποσπασματικά και εντελώς αβάσιμα σε κάποιες αναφορές στα έγγραφα, προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποφύγει να τοποθετηθεί επί κάποιων υποβολών που δεν βοηθούσαν τη δική του εκδοχή των γεγονότων, προφασιζόμενος σκέψεις της τελευταίας στιγμής, και γενικά η μαρτυρία και η όλη του στάση στο εδώλιο του μάρτυρος στόχευε στην υποστήριξη της απαίτησης του και στην αποφυγή των δικών του υποχρεώσεων έναντι της Εναγομένης. Ο ΜΥ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του στο σύνολο της παρουσιάζει πλήρη συνέπεια και συνοχή. Αυτός περιέγραψε τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια, πληρότητα και με παραπομπή στα σχετικά έγγραφα. Ο ΜΥ1 κατέθεσε με αντικειμενικότητα και έδωσε άμεσες, πλήρεις και τεκμηριωμένες απαντήσεις αντικρούοντας με επάρκεια και πειστικότητα κάποιους ισχυρισμούς του Ενάγοντος σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Η ΜΥ2 επίσης ικανοποίησε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Η ΜΥ2 κατέστησε σαφές καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ότι η ίδια κατέθετε για τα γεγονότα από το χρονικό διάστημα μεταφοράς των λογαριασμών του Ενάγοντος από το κατάστημα της Πάφου σε αυτό της Λευκωσίας, και αφού μελέτησε τον φάκελο της υπόθεσης, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα της. Η ΜΥ2 παρέμεινε σταθερή και συνεπής και κατά την αντεξέταση της στα πλαίσια της οποίας απαντούσε με ευθύτητα, δίδοντας την εντύπωση μιας αυθόρμητης και ειλικρινούς μάρτυρος. Κατ΄ αρχάς είναι κοινώς αποδεκτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως η Εναγομένη είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγων είναι . του μ. ΠΓ ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης μέχρι και το 2005. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτή η ετοιμασία, αποστολή και υπογραφή των ακόλουθων εγγράφων και επομένως το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: 1. Με επιστολή του ημ. 4.10.07 προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 1, ο Ενάγων αιτείτο αρχικώς οικιστικό δάνειο συνολικού ύψους ΛΚ265.000, ήτοι ΛΚ115.000 για την αγορά του ακινήτου στην Τριμίκλινη και ΛΚ150.000 για κάλυψη των εξόδων ανέγερσης. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, ο Ενάγων προτίθετο να ανεγείρει τρεις κατοικίες τις οποίες θα πωλούσε για κάλυψη των εξόδων ανέγερσης και τέταρτη κατοικία για ιδιοκατοίκηση. 2. Ακολούθησε επιστολή ημ. 1.11.07, Τεκμήριο 2, στην οποία ο Ενάγων διαφοροποίησε το αίτημα του για την παραχώρηση «του μέγιστου δυνατού δανείου» με υποθήκευση του ακινήτου το οποίο, όπως αναφέρεται, αγοράστηκε στο όνομα του Ενάγοντος και είναι ελεύθερο προς υποθήκευση. Στην ίδια την επιστολή αναγράφεται επίσης ότι δεν αποκλείει την περίπτωση δανείου σε ξένο συνάλλαγμα αν αυτό επιτυγχάνεται με ευνοϊκότερους όρους από ό,τι σε ευρώ. 3. Με επιστολή ημ. 29.2.08, Τεκμήριο 3, η Εναγομένη πληροφορεί τον Ενάγοντα ότι έχει εγκριθεί η αίτηση του για την παραχώρηση δανείου για την ανέγερση κατοικίας για το ποσό των JPY25.000.000 και με υποθήκευση του ακινήτου για το ποσό των JPY27.500.000. Στην επιστολή ο Ενάγων προτρέπετο να υπογράψει τα συνημμένα έγγραφα, νοουμένου ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενο τους, όπως και έπραξε. Ο Ενάγων υπέγραψε συνημμένη δήλωση ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αίτησης για την παραχώρηση δανείου εκ JPY27.500.000, πληροφορήθηκε για τους κινδύνους αναφορικά με την ισοτιμία του συναλλάγματος και του επιτοκίου μεταξύ των JPY και του ευρώ, και ότι αποφάσισε να προχωρήσει με αυτό το δάνειο σε JPY. Σημειώνεται ότι αντίγραφο της δήλωσης κατατέθηκε εκ νέου από τον Ενάγοντα ως Τεκμήριο 6. Συνημμένη επίσης είναι η συμφωνία δανείου ημ. 6.3.08, για το ποσό των JPY25.000.000, υπογεγραμμένη και από τα δύο μέρη. 4. Στις 2.4.08 υπεγράφη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου για το ποσό των JPY27.500.000, Τεκμήριο 4, στην οποία επισυνάπτεται το έγγραφο υποθήκης στο οποίο αναφέρεται ότι το δάνειο είναι για το ποσό των JPY27.500.000. 5. Το Τεκμήριο 5 είναι η εκτίμηση ημ. 19.11.07 του ακινήτου, από την εταιρεία του ΜΕ3 προς την Εναγομένη, στην οποία η αγοραία αξία εκτιμάται στο ποσό των ΛΚ117.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στο ποσό των ΛΚ93.000. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Ενάγων ανέφερε ότι στις 4.10.07 προέβη σε προφορική συμφωνία με την Εναγομένη, η οποία (συμφωνία) επιβεβαιώθηκε από την τελευταία για την παροχή δανείου ύψους ΛΚ265.000 για την κάλυψη αγοράς κτήματος και την αξιοποίηση αυτού για ανέγερση και πώληση τριών κατοικιών και με την υποθήκευση του κτήματος ως εξασφάλιση. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, στις 4.10.07 υπέβαλε γραπτώς προς την Εναγομένη, με τροποποιήσεις ημ. 1.11.07, αίτηση για την παραχώρηση του μέγιστου δυνατού δανείου για το συνολικό ποσό των ΛΚ265.000, Τεκμήρια 1 και 2. Μετά την υποβολή της αίτησης η Εναγομένη τον συμβούλευσε ότι ήταν προς το συμφέρον του το δάνειο να ήταν σε JPY λόγω του ότι το επιτόκιο ήταν χαμηλότερο. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, στις 29.2.08 η Εναγομένη με σχετική της επιστολή προς τον Ενάγοντα, Τεκμήριο 3, ενέκρινε το δάνειο για αρχικά JPY25.000.000, το οποίο όμως στις 2.4.08 διαφοροποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας των μερών σε JPY27.500.000, το οποίο ως έχει ήδη λεχθεί, θα εξασφαλιζόταν με την υποθήκη του κτήματος, Τεκμήριο 4, για το οποίο (κτήμα) παρουσιάστηκε και εκτίμηση, Τεκμήριο 5. Στη δήλωση ημ. 6.3.08, Τεκμήριο 6, η οποία ετοιμάστηκε από την Εναγομένη και υπεγράφη από τον Ενάγοντα, ο ίδιος δεν δέχθηκε όπως το δάνειο αφορά ποσό JPY25.000.000 και η υποθήκη ποσό JPY27.500.000 και η δήλωση αφορούσε αρχικό δάνειο εκ JPY27.500.000 η οποία στη συνέχεια έγινε αποδεκτή στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου και στο έγγραφο υποθήκης ημ. 2.4.08. Επίσης ισχυρίζεται πως οι δύο πλευρές συμφώνησαν ρητώς ότι με την ταυτόχρονη υποθήκευση του κτήματος, θα παραχωρείτο το συμφωνηθέν ποσό των JPY27.500.000 σε μία μόνο δόση. Τα ίδια τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1-4 δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Κατ΄ αρχάς ο ισχυρισμός του Ενάγοντος περί αρχικής συμφωνίας στις 4.10.07 και τροποποίησης αυτής την 1.11.07 δεν βρίσκει έρεισμα στις αντίστοιχες επιστολές του, Τεκμήρια 1 και 2, οι οποίες αποτελούν απλώς αιτήματα του Ενάγοντος για την παραχώρηση δανείου. Το τι ενέκρινε τελικώς η Εναγομένη φαίνεται στην επιστολή ημ. 29.2.08, Τεκμήριο 3, ενώ η υπογεγραμμένη δήλωση από τον Ενάγοντα με την οποία πληροφορήθηκε τους συναλλαγματικούς κινδύνους του δανείου σε JPY καταρρίπτει από μόνη της την όποια κατ΄ ισχυρισμόν του παρότρυνση ή και συμβουλή από πλευράς Εναγομένης πως η παροχή δανείου σε JPY θα ήταν πιο επωφελής λόγω χαμηλότερου επιτοκίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου υποστηρίζονται και σε μεγάλο βαθμό από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος παρουσίασε μια καθόλα ολοκληρωμένη, λογική και πειστική εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι περί τον Οκτώβριο του 2007 ενημερώθηκε από τη συνάδελφο του κα ΕΔ, η οποία ήταν λειτουργός πελατών στο κεντρικό υποκατάστημα, πως την είχε επισκεφθεί ο Ενάγων ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να λάβει δάνειο. Ο ΜΥ1 περιέγραψε την κανονική διαδικασία χορήγησης δανείου, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε και έτσι γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, όταν κάποιος εν δυνάμει δανειολήπτης ζητούσε δάνειο από την Εναγομένη, συζητούσε προφορικά με κάποιον λειτουργό πελατών διευκρινίζοντας λεπτομέρειες του δανείου που επιθυμούσε και ο λειτουργός κατέγραφε τις επιθυμίες του. Ακολούθως ο λειτουργός συνέτασσε αίτημα δανείου σύμφωνα με τις επιθυμίες του πελάτη και το απέστελλε στον διευθυντή του υποκαταστήματος με τη δική του σύσταση. Ο διευθυντής προέβαινε στη δική του σύσταση και αναλόγως των συστάσεων το αίτημα υποβάλλετο προς την αρμόδια εγκριτική αρχή της Τράπεζας. Η αρχή είτε το ενέκρινε ως είχε ή με τροποποιήσεις, είτε το απέρριπτε. Η απόφαση της αρχής κοινοποιείτο στο υποκατάστημα. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η έγκριση αποτελούσε τη βάση για τη σύνταξη από το υποκατάστημα επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης προς τον εν δυνάμει δανειολήπτη με την οποία τον πληροφορούσε για το δάνειο το οποίο η Τράπεζα μπορούσε να του παράσχει. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, και όπως γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο, υπήρχαν πολύ σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εν δυνάμει δανειολήπτης προσκόμιζε ο ίδιος γραπτώς τις επιθυμίες του και έτσι ο λειτουργός συνέτασσε το αίτημα προς τον διευθυντή του υποκαταστήματος βάσει εκείνων των γραπτών επιθυμιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνήθως η έγκριση για το δάνειο διέφερε από τις αρχικές επιθυμίες του πελάτη, εξ ου και η Τράπεζα θεωρούσε την έναρξη της συμβατικής τους σχέσης με την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης. Όπως βάσιμα και πειστικά ανέφερε ο ΜΥ1, η εν λόγω διαδικασία ακολουθήθηκε και στην περίπτωση του Ενάγοντος, και γίνεται δεκτό ότι στις 4.10.07 ο Ενάγων προσκόμισε γραπτώς τις επιθυμίες του για δανειοδότηση, Τεκμήριο 1, βάσει των οποίων η λειτουργός συνέταξε την αίτηση δανείου την οποία παρέδωσε στον ΜΥ1 ως διευθυντή. Πριν την ολοκλήρωση της εσωτερικής διαδικασίας, ο Ενάγων απέστειλε διαφοροποιημένες επιθυμίες, με την επιστολή ημ. 1.11.07, Τεκμήριο 2, στην οποία δεν απέκλειε το ενδεχόμενο δανειοδότησης σε ξένο συνάλλαγμα. Ο ΜΥ1 επέμενε άμεσα και σταθερά πως ο ίδιος ο Ενάγων ζήτησε προφορικά την παραχώρηση του δανείου σε JPY. Η θέση του πως αυτό ήταν αξιοσημείωτο για τον ίδιο καθότι σε ολόκληρη την επαρχία Πάφου αυτό ήταν το ένα και μοναδικό δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε σε JPY, ουδόλως αντικρούστηκε ή αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο και έτσι γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Μάλιστα ο ΜΥ1 ανέφερε σταθερά και πειστικά πως από την πρώτη επαφή του Ενάγοντος με το υποκατάστημα μέχρι και την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, ο Ενάγων επισκεπτόταν συχνά το υποκατάστημα και έτυχε κάποιες φορές να τον συναντήσει και ο ΜΥ1 προσωπικά, τον οποία μάλιστα ήδη γνώριζε. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο Ενάγων φάνηκε να είναι γνώστης θεμάτων δανεισμού σε ξένο συνάλλαγμα και ο ίδιος τόνιζε επανειλημμένα και στον μάρτυρα ότι επιθυμούσε τη δανειοδότηση του σε JPY, ήταν έντονος επί τούτου σε βαθμό που πέραν του ότι ουδείς υπάλληλος ήταν σε θέση ή επιτρεπόταν να παράσχει τέτοια συμβουλή, ο Ενάγων δεν φαινόταν να μπορούσε να επηρεαστεί από οποιονδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας. Αυτή η τοποθέτηση του ΜΥ1 κρίνεται καθόλα λογική καθότι συνάδει γενικότερα με το προφίλ του Ενάγοντος ως πελάτη-δανειολήπτη εφόσον, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, αυτός ασχολείτο σχολαστικά με το δάνειο και μάλιστα έδινε οδηγίες προς την Τράπεζα με στόχο να επωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, σε τόκους, χωρίς να φαίνεται να χρειαζόταν τη βοήθεια ή συμβουλή οποιουδήποτε τρίτου. Τέτοια θέση επίσης καταδεικνύει την ειλικρίνεια και πειστικότητα του ΜΥ1 με τη θέση του ότι η παραχώρηση δανείων σε ξένο νόμισμα και δη σε JPY δεν ήταν στην πρακτική ούτε και γνώση των υπαλλήλων και λειτουργών της Εναγομένης στο συγκεκριμένο υποκατάστημα και γενικότερα στα καταστήματα της στην Πάφο και επομένως δεν ήταν δυνατό ούτε και λογικό να προταθεί κάτι τέτοιο από υπάλληλο της Εναγομένης. Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί ότι σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ο ίδιος ο Ενάγων αναγνώρισε ότι πριν καν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου είχε δώσει οδηγίες για μετατροπή των JPY σε ευρώ. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε πως αυτό έγινε πριν την υπογραφή της συμφωνίας, απορρίφθηκε μετά την υπογραφή ενώ εκτελέστηκε αργότερα, ισχυρισμός ο οποίος είναι αντιφατικός και παράλογος, καθώς επίσης και επιβεβαιώνει τις θέσεις του ΜΥ1 και ενδυναμώνει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία των δύο αυτών μαρτύρων. Σημειώνεται εδώ πως η αναφορά του Ενάγοντος σε παροχή συμβουλής από την Εναγομένη για παροχή δανείου σε JPY παρέμεινε παντελώς γενική και αόριστη. Χωρίς να μου διαφεύγει η πάροδος πολλών ετών από τότε μέχρι και τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, θεωρώ ότι με τη σχολαστικότητα που γενικά διακατείχε τον Ενάγοντα, αυτός θα μπορούσε τουλάχιστον να αναφέρει τη (ή τον) λειτουργό που του σύστησε κάτι τέτοιο, όπως άλλωστε ο Ενάγων ήταν σε θέση να θυμηθεί τα πρόσωπα τα οποία του είχαν μιλήσει για την ισχυριζόμενη τροποποίηση της συμφωνίας (για τα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω). Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει ήδη σημειώσει πως η υπογραφή της σχετικής δήλωσης από τον ίδιο τον Ενάγοντα καταρρίπτει και αναιρεί από μόνη της την όποια κατ΄ ισχυρισμόν παρότρυνση από την Εναγομένη ότι η παροχή δανείου σε ξένο συνάλλαγμα θα ήταν πιο επωφελής για τον ίδιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη θέση του Ενάγοντος πως η Εναγομένη σε οποιοδήποτε στάδιο τον συμβούλευσε ή παρότρυνε να αιτηθεί δάνειο σε ξένο συνάλλαγμα και δη σε JPY, αλλά αντιθέτως δέχεται την αξιόπιστη θέση του ΜΥ1 πως αυτό το αίτημα προήλθε εξ ολοκλήρου και από πρωτοβουλία του ίδιου του Ενάγοντος. Γίνεται επίσης δεκτή ως λογική και βάσιμη η θέση του ΜΥ1 πως ενόψει της διαφοροποίησης του αιτήματος του Ενάγοντος, η κα Δ συνέταξε νέο αίτημα δανείου και η εσωτερική διεργασία ολοκληρώθηκε με την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημ. 29.2.08 η οποία υπεγράφη από τον Ενάγοντα στο κεντρικό υποκατάστημα στις 6.3.08 μαζί με την υπογραφή της δήλωσης ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου και της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 3. Η υπογραφή της δήλωσης ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου, Τεκμήριο 3, είναι παραδεκτή από τον Ενάγοντα, ενώ οι συνθήκες υπογραφής της δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής αναφοράς από τον ίδιο. Έτσι, από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ίδιος ο Ενάγων ζήτησε το δάνειο σε ξένο συνάλλαγμα, τότε δέχεται και ότι υπέγραψε τη δήλωση εν γνώσει για το περιεχόμενο αυτής. Επιπλέον, οι συνθήκες υπογραφής της δήλωσης επεξηγήθηκαν αναλυτικά από τον ΜΥ1 και αυτές δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντεξέτασης ή αντίκρουσης με οποιονδήποτε τρόπο. Άλλωστε υπό το φως του ανωτέρω ευρήματος, το Δικαστήριο δέχεται ότι η δήλωση υπεγράφη εν γνώσει του Ενάγοντος για το περιεχόμενο αυτής και με την ελεύθερη βούληση του. Έτσι γίνεται δεκτή η περί τούτου μαρτυρία του ΜΥ1. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως είναι η πάγια πρακτική της Τράπεζας, πρώτα εξηγήθηκαν οι βασικοί όροι της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης στον πελάτη για να βεβαιωθούν όλοι ότι αυτός συμφωνεί και τους αποδέχεται, ακολούθως ο πελάτης υπέγραψε την επιστολή και μετά τη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου εφόσον πρόκειτο για δάνειο σε ξένο συνάλλαγμα, ούτως ώστε να υπάρχει γραπτή απόδειξη ότι αντιλήφθηκε πλήρως τους κινδύνους τέτοιου δανεισμού και τέλος υπεγράφη η σύμβαση δανείου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, κρίνεται επίσης αξιόπιστη και η θέση του ΜΥ1 πως λόγω ακριβώς της πρακτικής της Τράπεζας, η επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης και η σύμβαση δανείου περιέχουν πολύ διαφορετικούς όρους από τις επιστολές ημ. 4.10.07 και 1.11.07. Ήταν η θέση του Ενάγοντος ότι για την επίδικη δανειοδότηση, η Εναγομένη ζήτησε συνεισφορά από τον ίδιο εξ ου και αυτός είχε αποταθεί και εξασφαλίσει δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για την αγορά του ακινήτου, το οποίο δάνειο όπως και αυτό από την Εναγομένη θα ξοφλούνταν από την πώληση των τριών κατοικιών, κάτι το οποίο ήταν εν γνώσει της Εναγομένης. Ο ΜΥ1 δήλωσε αδυναμία να θυμηθεί, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο να συζήτησαν με τον Ενάγοντα την πιθανότητα συνεισφοράς, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια του. Ταυτόχρονα όμως παρέμεινε σταθερός ότι η Εναγομένη δεν γνώριζε για το δάνειο με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, θέση η οποία γίνεται δεκτή εφόσον άλλωστε το θέμα του δανείου δεν αναφέρεται και σε οποιοδήποτε έγγραφο προς την Εναγομένη μέχρι και την επιστολή της ίδιας ημ. 29.2.08 και για σκοπούς χορήγησης του επίδικου δανείου. Μάλιστα κρίνεται λογική η θέση του ΜΥ1 ότι αν η Εναγομένη γνώριζε κάτι τέτοιο, αυτό θα επενεργούσε αρνητικά στην αξιολόγηση της αίτησης του Ενάγοντος καθότι θα υπήρχε και άλλη υποχρέωση του προς άλλο οργανισμό. Έχει ήδη λεχθεί ότι ο Ενάγων επικαλέστηκε τροποποίηση της συμφωνίας μεταξύ των μερών στις 2.4.08 για την παροχή ποσού JPY27.500.000 ενώ ο ΜΥ1 επέμενε ότι το δάνειο αφορούσε το ποσό των JPY25.000.000 και ουδέποτε τροποποιήθηκε. Σαφώς το ποσό του δανείου, όπως αυτό περιγράφεται στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης, αφορά στο ποσό δανείου εκ JPY25.000.000 ενώ το ποσό της υποθήκης είναι για JPY27.500.000. Ο ΜΥ1 έδωσε εξήγηση γι΄ αυτή τη διαφορά, ήτοι πως είναι πρακτική της Τράπεζας η υποθήκη να δίδεται για το 110% του ποσού του δανείου και πως αν επέρχετο αύξηση του ποσού του δανείου θα αυξάνετο αναλόγως και το ποσό εξασφάλισης μέσω της υποθήκης. Αυτή η εξήγηση κρίνεται καθόλα βάσιμη και πειστική εφόσον και τα αντίστοιχα ποσά αντικατοπτρίζονται στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης. Είναι γεγονός ότι η δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου και το έγγραφο υποθήκης αναφέρονται σε ποσό δανείου JPY27.500.000. Προφανώς είναι σε αυτές τις αναφορές που βασίζεται ο Ενάγων για να ισχυρίζεται πως ουδέποτε συμφώνησε την παροχή δανείου JPY25.000.000 και υποθήκης για ποσό JPY27.500.000, εξ ου και επήλθε τροποποίηση της συμφωνίας για παροχή δανείου εκ JPY27.500.000. Ο ΜΥ1 βασίστηκε στην επιστολή και ανέφερε ότι η αναγραφή στο ποσό του δανείου στη δήλωση και στο έγγραφο υποθήκης είναι σαφώς λανθασμένη. Κατ΄ αρχάς η θέση του Ενάγοντος πως επήλθε τροποποίηση της συμφωνίας στις 2.4.08 για την παραχώρηση μεγαλύτερου ποσού δανείου αναιρείται από την υπογραφή του ιδίου της δήλωσης ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου η οποία φέρει ημ. 6.3.08 όταν μάλιστα υπεγράφη και η ίδια η σύμβαση δανείου για το ποσό των JPY25.000.000. Επομένως δεν νοείται η τροποποίηση της συμφωνίας από τις 6.3.08 όταν η επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης που αποτελεί τους όρους έγκρισης του δανείου και η ίδια η σύμβαση δανείου ημ. 6.3.08 αναφέρονται σε δάνειο ύψους JPY25.000.000. Αυτά τα δύο έγγραφα είναι τα ουσιώδη όσον αφορά την αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ των μερών και αν πράγματι δεν ήταν έτσι, τότε είναι άξιον απορίας γιατί ο Ενάγων να τα αποδέχθηκε και μάλιστα να υπέγραψε τη συμφωνία δανείου. Σαφώς η δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου δεν είναι έγγραφο το οποίο περιγράφει τους όρους της συμφωνίας και επομένως κρίνεται καθόλα βάσιμη και πειστική η θέση του ΜΥ1 πως η αναγραφή εκεί του ποσού των JPY27.500.000 είναι λανθασμένη. Αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναγραφή του ποσού των JPY27.500.000 στο έγγραφο της υποθήκης, ήτοι ότι και πάλι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Η επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης καταδεικνύει σαφώς την έγκριση ποσού δανείου και του ποσού υποθήκης, η ίδια η σύμβαση δανείου καταδεικνύει επίσης σαφώς το ποσό του δανείου και ακόμα η σύμβαση υποθήκης συνάδει πλήρως με αυτά τα έγγραφα εφόσον η υποθήκη αφορά το μεγαλύτερο ποσό, ως η εξήγηση του ΜΥ1. Το γεγονός της αναγραφής του μεγαλύτερου ποσού ως δανείου στο έγγραφο της υποθήκης προφανώς οφείλεται σε λάθος, εφόσον αυτό δεν συνάδει με την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης, τη σύμβαση δανείου, τη σύμβαση υποθήκης και κυρίως δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε βάσιμη μαρτυρία περί των συνθηκών τροποποίησης της συμφωνίας. Ιδιαίτερα σημαντικό, όπως άλλωστε επισήμανε και ο ΜΥ1, είναι το γεγονός ότι στο ίδιο το έγγραφο υποθήκης γίνεται αναφορά στη συμφωνία δανείου ημ. 6.3.08, επομένως δεν τίθεται ζήτημα αμφιβολίας πως δεν επήλθε τροποποίηση της συμφωνίας δανείου ούτε και αλλαγή του ποσού. Η δε παραπομπή του Ενάγοντος στη φράση «νέο δάνειο τακτής προθεσμίας σε ξένο συνάλλαγμα» είναι αβάσιμη και παραπλανητική καθότι αυτή αποτελεί τον τίτλο του όρου 1.1.1. του εγγράφου της υποθήκης και αμέσως μετά ο όρος ξεκινά με την εξής φράση «Δάνειο τακτής προθεσμίας σε ξένο συνάλλαγμα για το ποσό των JPY27.500.000, σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες της Συμφωνίας Δανείου σε Ξένο Συνάλλαγμα ημερομηνίας 06 MAR 2008.», επομένως ουδόλως αναφέρεται σε νέο δάνειο αλλά στο δάνειο της συμφωνίας ημ. 6.3.08. Με άλλα λόγια, πέραν του ότι η θέση του Ενάγοντος περί τροποποίησης της συμφωνίας στις 2.4.08 αναιρείται από το Τεκμήριο 3, δεν νοείται τροποποίηση συμφωνίας με την απλή καταγραφή άλλου ποσού στο έγγραφο υποθήκης, το οποίο δεν αποτελεί τη συμφωνία δανείου αλλά αντιθέτως το ίδιο το έγγραφο παραπέμπει στη συμφωνία ημ. 6.3.08. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων παρουσίασε μια διαφοροποιημένη και αντιφατική εκδοχή. Συγκεκριμένα τοποθέτησε την τροποποίηση της συμφωνίας ενωρίτερα της 2.4.08, και μάλιστα καθ΄ ον χρόνο υπέγραψε τη συμφωνία και τη δήλωση ημ. 6.3.08. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι στις 6.3.08, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο ΜΥ1 του είπε ότι δεν θα διαγραφεί το ποσό των JPY25.000.000 αλλά η αλλαγή του ποσού θα γινόταν στο έγγραφο της υποθήκης, καθότι το όλο ζήτημα έπρεπε να περάσει από τη νομική υπηρεσία της Τράπεζας και θα έπαιρνε χρόνο. Θεωρώ αυτή την τοποθέτηση άκρως αβάσιμη, όχι μόνο επειδή αποδίδει τέτοια επιπόλαια δράση από πλευράς της συμπεριφοράς του ΜΥ1, έμπειρου υπαλλήλου και διευθυντή του κεντρικού υποκαταστήματος της Εναγομένης, αλλά κυρίως και από την ίδια τη στάση του Ενάγοντος να προχωρεί να υπογράφει συμφωνία για ένα ποσό στηριζόμενος σε μια τέτοια κατ΄ ισχυρισμόν παράλογη θέση του ΜΥ1 και για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και ποσό. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ενάγων προέβαλε και άλλη εκδοχή ως προς αυτό το ζήτημα, ήτοι ότι θα του δινόταν ποσό εκ JPY25.000.000 ως δάνειο για τα κατασκευαστικά έργα και ποσό εκ JPY2.500.000 για την πληρωμή των δόσεων μέχρι τη συμπλήρωση των τριών ετών που θα άρχιζε, κατ΄ ισχυρισμόν δικό του, κανονικά η αποπληρωμή με δόσεις. Αυτή η θέση είναι πλήρως αντιφατική με όλες τις υπόλοιπες αναφορές του για το θέμα της αύξησης του ποσού του δανείου και σαφώς δεν κρίνεται λογική. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του για τα τρία έτη αντικρούεται από το περιεχόμενο της επιστολής ημ. 29.2.08 αλλά και από άλλη τοποθέτηση του ότι τελικώς συμφωνήθηκαν δυόμιση έτη, η οποία εν πάση περιπτώσει είναι παντελώς αναληθής όπως επεξηγείται πιο κάτω. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του ΜΥ1 πως αποτελεί πάγια πρακτική της Τράπεζας ότι όλες οι γραπτές συμφωνίες δανείου τροποποιούνται μόνο κατόπιν γραπτής έγκρισης της Τράπεζας είτε με την υπογραφή επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης είτε με την υπογραφή προσθήκης και ότι ουδέποτε συμφωνίες δανείου τροποποιούνται με τα έγγραφα υποθήκης. Θεωρώ αυτή τη θέση καθόλα λογική καθότι θα ήταν όντως παράδοξο για ένα τραπεζικό οργανισμό να επιτρέπει την τροποποίηση οποιασδήποτε συμφωνίας δανείου προφορικά ή μόνο μέσω του εγγράφου υποθήκης, χωρίς έγκριση ή γραπτή απόδειξη εκ μέρους της τράπεζας ως προς τούτο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχεται τη θέση του ΜΥ1 πως οι αναγραφές του ποσού δανείου των JPY27.500.000 στη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου και στο έγγραφο υποθήκης είναι καθαρά τυπογραφικό λάθος και πως ουδέποτε οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε τροποποίηση του ποσού του δανείου πέραν των JPY25.000.000. Με βάση τη γενική εντύπωση για τους εν λόγω μάρτυρες αλλά κυρίως το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων καταλήγω ότι η εκδοχή του Ενάγοντος επί των γεγονότων δεν συνάδει με τα έγγραφα αλλά ούτε καν με τη λογική των πραγμάτων. Αντιθέτως το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως ο Ενάγων προσπάθησε αφενός να εκμεταλλευτεί τη λανθασμένη αναγραφή του ποσού του δανείου στα δύο προαναφερόμενα έγγραφα και αφετέρου να τη χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία και πρόφαση για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων με τη μη καταβολή ολόκληρου του ποσού από την Εναγομένη. Όπως καταγράφεται στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημ. 29.2.08, ανάμεσα στους όρους των εξασφαλίσεων για το δάνειο των JPY25.000.000, απαιτείτο ασφάλεια ζωής και πυρός. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών και γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι αυτοί οι όροι τελικώς απαλείφθηκαν. Γίνεται επίσης δεκτή η επεξήγηση του ΜΥ1 ως προς τούτο, εφόσον παρέμεινε αναντίλεκτη, ήτοι πως μετά από ιατρικές εξετάσεις διεφάνη ότι ο Ενάγων αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας και δεν μπορούσε να συνάψει ασφάλεια ή, αν μπορούσε, το ασφάλιστρο θα ήταν απαγορευτικά ψηλό και έτσι, κατόπιν σύστασης του ΜΥ1 η Εναγομένη αποφάσισε να μην επιμένει σε αυτούς τους δύο όρους. Η αναφορά του Ενάγοντος ότι η απάλειψη του όρου για την ασφάλεια ζωής έναντι αύξησης του περιθωρίου κατά 0,2% δεν αποκλείστηκε από τον ΜΥ1, ο οποίος δήλωσε για ακόμα μια φορά αδυναμία να θυμηθεί κάτι τέτοιο, θεωρώντας πως αυτή ήταν τακτική που ακολουθείτο εφόσον το επιτόκιο ήταν πάντα σε συνάρτηση με το ρίσκο που εμπεριέχεται σε κάθε συμφωνία. Αυτή η στάση του ΜΥ1 αποτελεί ακόμα μια ένδειξη της ειλικρίνειας και αντικειμενικότητας του. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη θέση του ΜΥ1 ότι αφού λήφθηκε ειδική έγκριση για την απάλειψη των δύο όρων για ασφάλεια, τελικώς στις 2.4.08 ο Ενάγων μετέβη στο Κτηματολόγιο Λεμεσού όπου παραχώρησε την επίδικη υποθήκη. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συγκεκριμένος υπάλληλος της Εναγομένης, ο κ. ΙΓ, μετέβαινε στο Κτηματολόγιο και υπέγραφε όλες τις υποθήκες εκ μέρους της, συμπεριλαμβανομένης και της υπό κρίση υποθήκης. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος πως ο κ. Γ τον πληροφόρησε για την τροποποίηση του δανείου του, με την προσθήκη του όρου για νέο δάνειο είναι όντως εξωπραγματικός, όπως τον χαρακτήρισε και ο ΜΥ1. Πέραν του ότι αυτός ο ισχυρισμός προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντος, σαφώς και στερείται κάθε λογικής ένας απλός υπάλληλος ο οποίος μεταβαίνει στο Κτηματολόγιο για την υπογραφή των υποθηκών να γνωρίζει τις λεπτομέρειες των συμφωνιών του κάθε πελάτη με την Τράπεζα, πόσω μάλλον να έχει εξουσία να προβαίνει σε συμφωνίες δανείου. Ο ΜΥ1 με τη σειρά του επιβεβαίωσε ότι ο κ. Γ έχει καθαρά τυπικό ρόλο και δεν έχει γνώση του περιεχόμενου των εγγράφων της συμφωνίας μεταξύ των μερών, θέση η οποία και γίνεται δεκτή ως πλήρως λογική και αξιόπιστη. Ως εκ τούτου δεν γίνεται δεκτή η θέση του Ενάγοντος ότι ο κ. Γ του ανέφερε οτιδήποτε για το ποσό του δανείου και ειδικότερα ότι αυτό θα τροποποιείτο σε JPY27.500.000. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι στις 10.4.08 το ποσό των JPY25.000.000 το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό δανείου του Ενάγοντος υπ΄ αρ. .98-03 εκταμιεύθηκε σε ευρώ και κατατέθηκε σε λογαριασμό ταμιευτηρίου του Ενάγοντος υπ΄ αρ. .98-00, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7. Αυτό φαίνεται και στην κατάσταση του λογαριασμού υπ΄ αρ. .98-03, Τεκμήριο 15. Ειδικότερα, κατατέθηκε ποσό €155.101,55, το οποίο σύμφωνα με τον ΜΥ1 αποτελούσε το ισόποσο σε ευρώ και αφαιρουμένων των εξόδων μετατροπής συναλλάγματος. Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι η συμφωνία ημ. 6.3.08 κάλυπτε μόνο τον λογαριασμό δανείου και ο λογαριασμός ταμιευτηρίου είναι ξεχωριστός λογαριασμός με όρους διαφορετικούς από αυτόν του λογαριασμού δανείου. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του ΜΥ1 ότι η εκταμίευση έγινε μετά τη χρονική προθεσμία που προνοούσε η συμφωνία, ήτοι εντός 30 ημερών από την υπογραφή της, λόγω του ότι είχε προκληθεί κάποια καθυστέρηση στην έγκριση για απάλειψη των όρων για τις ασφάλειες. Ήταν η θέση του ΜΥ1 πως ακόμα και πριν την έγκριση του δανείου, ο Ενάγων ρωτούσε για την ισοτιμία και λόγω της διαρκούς διακύμανσης αυτής, εξέφραζε το άγχος του για ενδεχόμενη σημαντική μείωση του ισόποσου σε ευρώ και έτσι ζήτησε από τον μάρτυρα προφορικά, όταν θα εγκρίνετο το δάνειο, το προϊόν της εκταμίευσης να μεταφερόταν σε καταθετικό λογαριασμό σε ευρώ για να αποτραπεί τυχόν μείωση του ποσού σε ευρώ και για να γνωρίζει ακριβώς πόσα χρήματα είχε διαθέσιμα σε ευρώ. Η Εναγομένη, σεβόμενη την επιθυμία του Ενάγοντος, και εφόσον αυτό προνοείτο στη συμφωνία δανείου έπραξε αναλόγως. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι δεν νοείτο η εκταμίευση του ποσού του δανείου σε ευρώ και επιπλέον επικαλέστηκε επιστολή του ημ. 25.8.10, Τεκμήριο 9, προς υποστήριξη της θέσης του ότι μετά από επίμονα παράπονα και οχλήσεις ανοίχθηκε ο ειδικός λογαριασμός ταμιευτηρίου. Όπως θα διαφανεί αμέσως κατωτέρω, δεν νοείται ο Ενάγων να βασίζεται σε επιστολή του 2010 για να συσχετίζει γεγονότα και δη ενέργειες της Εναγομένης δύο έτη προηγουμένως, ήτοι κατά το 2008. Όπως ορθώς ανέφερε ο ΜΥ1, μόνο κατά το 2010 ο Ενάγων παραπονέθηκε για πρώτη φορά για την εκταμίευση του ποσού σε ευρώ ενώ προηγουμένως και παρόλο που έστελνε επιστολές ουδέποτε προέβαλε τέτοιο παράπονο. Σε σχετική υποβολή πως η αλληλογραφία μεταξύ των μερών δείχνει ότι για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε το 2010, η απάντηση του Ενάγοντος πως όλες οι επιστολές του ήταν άνευ βλάβης δεν ανταποκρίνεται στη λογική ούτε αποτελεί βάσιμη εξήγηση για την παράλειψη έγερσης των όποιων παραπόνων ή διαφωνιών είχε αναφορικά με τη συμφωνία δανείου. Ούτε και η δικαιολογία πως θεωρούσε δεδομένο ότι το δάνειο αφορούσε σε ποσό εκ JPY27.500.000 κρίνεται βάσιμη, από τη στιγμή που ο ίδιος σε όλες τις επιστολές του κατά τα έτη 2008 και 2009 αναφέρεται σε δάνειο εκ JPY25.000.000. Σε συνεχείς ερωτήσεις και υποβολές του δικηγόρου της Εναγομένης επί τούτου, ο Ενάγων προφασίστηκε ότι δεν είχε σκεφτεί να περιλάβει αυτό το ζήτημα στις επιστολές του, θέση η οποία στερείται πλέον σοβαρότητας και κάθε λογικής και σίγουρα δεν συνάδει με την όλη στάση και επιμονή του Ενάγοντος να διαμαρτύρεται και μάλιστα έντονα για το καθετί, οπότε θα αναμένετο να διαμαρτυρηθεί και γι΄ αυτό το θέμα αμέσως αν είχε όντως ένσταση. Αυτή η στάση του Ενάγοντος ήταν χαρακτηριστική ένδειξη ότι προφασιζόταν δικαιολογίες εκείνης της στιγμής στην προσπάθεια του να εξηγήσει τη δική του στάση. Έτσι η θέση του Ενάγοντος ότι αυθαίρετα η Εναγομένη προχώρησε στην εν λόγω μεταφορά του ποσού σε ευρώ σε λογαριασμό ταμιευτηρίου κρίνεται παντελώς αβάσιμη και απορρίπτεται. Γίνεται δεκτή η θέση του ΜΥ1 ότι αυτή η μεταφορά έγινε κατόπιν αιτήματος και με τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντος. Η θέση του Ενάγοντος ότι η εν λόγω μεταφορά έγινε με την ένδειξη TRF/APPL.N.37223-08 χωρίς να φαίνεται η όποια διασύνδεση αυτής με το δάνειο σε Γεν, έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του στην αντεξέταση του ότι αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για μεταφορά του αντίστοιχου ποσού των JPY25.000.000 καθότι ο ίδιος το είχε υπολογίσει με βάση την ισοτιμία στο διαδίκτυο. Μάλιστα ενώ ο Ενάγων ανέλυσε εκτεταμένα το περιεχόμενο των εγγράφων ως προς τη φύση της συμφωνίας μεταξύ των μερών, όταν του αναγνώστηκαν κάποιοι όροι, απλώς αρκέστηκε να απαντήσει ότι δεν γνωρίζει τι λέει η συμφωνία, σε μια προσπάθεια αποφυγής απάντησης επί της ουσίας του ζητήματος ως προς το νόμισμα του δανείου και τη δυνατότητα μετατροπής του. Ο ΜΥ1 δήλωσε σαφώς ότι η συγκεκριμένη εντολή συνιστά καθαρά εσωτερικό έγγραφο της Εναγομένης. Η υποβολή πως χρειαζόταν η υπογραφή του Ενάγοντος για να εκτελεστεί αυτή η μεταφορά αντικρούστηκε επαρκώς και πειστικά από τον ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε ότι εντολές δίνονταν και προφορικά και βρίσκονταν καταγεγραμμένες στο τηλεφωνικό σύστημα της Τράπεζας και παρέπεμψε στην επιστολή του Ενάγοντος για μεταφορά του ποσού αυτού από τον εν λόγω λογαριασμό σε λογαριασμό τρίμηνης προειδοποίησης, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, καταδεικνύοντας έτσι ότι ο Ενάγων ήταν ενήμερος και κυρίως ότι δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ γι΄ αυτή τη μεταφορά. Είναι κοινώς αποδεκτή η επιστροφή στον Ενάγοντα του ποσού των €622,88 στις 9.5.08 τα οποία ήταν τα έξοδα μετατροπής συναλλάγματος, για τα οποία ο Ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί έντονα στον ΜΥ1 ο οποίος με τη σειρά του έλαβε εσωτερική έγκριση για επιστροφή. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς το ότι ο Ενάγων είχε ζητήσει τη μετατροπή του ποσού του δανείου σε ευρώ, την κατάθεση του σε λογαριασμό ταμιευτηρίου και τη διαμαρτυρία του για τη χρέωση των εξόδων μετατροπής συναλλάγματος, σαφώς επιβεβαιώνονται και από το ότι στις 30.5.08 ο Ενάγων απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 10, προς την Εναγομένη και ειδικότερα στον ΜΥ1 και την κα Δ, με την οποία ζητούσε όπως «τα λεφτά της εκταμίευσης από το δάνειο σε Γεν να τοποθετηθούν σε λογαριασμό τρίμηνης προειδοποίησης με αναδρομική ισχύ από την ημερ. μετατροπής τους από Γεν σε Ευρώ με επιτόκιο το προσφερθέν για σήμερα από την Τράπεζα 4.30%». Η εν λόγω επιστολή καταδεικνύει περίτρανα αφενός τη γνώση και έγκριση του Ενάγοντος για την εκταμίευση του ποσού κατόπιν μετατροπής του σε ευρώ και αφετέρου την ενασχόληση του με τον τρόπο χειρισμού του ποσού διασφαλίζοντας ότι το ποσό θα κρατείτο στο όνομα του με τον πιο επωφελή για τον ίδιο τρόπο. Επομένως, δεν γίνεται δεκτή η θέση του Ενάγοντος πως η Εναγομένη παρέβη τις οδηγίες του με την κατάθεση του ποσού σε γραμμάτιο το οποίο μάλιστα απέφερε μεγαλύτερο επιτόκιο. Αντιθέτως, όπως εξηγείται αναλυτικότερα αμέσως πιο κάτω, κρίνεται βάσιμη η θέση του ΜΥ1 ότι ο Ενάγων ήταν σκληρός και απαιτητικός διαπραγματευτής και πελάτης, εξ ου και η Τράπεζα ενήργησε με αυτόν τον τρόπο, ζημιώνοντας η ίδια και προς όφελος αυτού, όπως εξήγησε η ΜΥ2. Είναι επίσης δεκτό πως με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 2.6.08, Τεκμήριο 35, ο Ενάγων ζητά όπως οι τόκοι του λογαριασμού ανά τρίμηνο μεταφέρονται στο δάνειο σε Γεν και όπως μην του αποστέλλονται καταστάσεις με το ταχυδρομείου επειδή τις λαμβάνει μέσω διαδικτύου. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΥ1 απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 2.6.08, Τεκμήρια 11 και 35, στο οποίο αναφέρει ότι η Τράπεζα έχει αποφασίσει πως δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε πληρωμή επιπλέον επιτοκίου σε αναδρομική ισχύ για το προϊόν του δανείου και ότι έχει λάβει έγκριση και προχώρησαν σε μεταφορά του προϊόντος (€152.626,92) σε τρίμηνο γραμμάτιο με επιτόκιο 4,4% αντί 4,3% ως οι αρχικές του οδηγίες. Επομένως, κρίνεται πλήρως βάσιμη και αξιόπιστη η θέση του ΜΥ1 ότι ο Ενάγων έδινε οδηγίες για το ποσό του δανείου και ότι η Τράπεζα εκτελούσε τις εντολές του και ή προσπαθούσε να ικανοποιεί τα αιτήματα του ούτως ώστε η όποια ενέργεια της να ήταν προς όφελος του. Όπως εξήγησε βάσιμα ο ΜΥ1, ο καταθετικός λογαριασμός της Εναγομένης δεν απέφερε το ζητούμενο επιτόκιο του 4,3% και επειδή ο Ενάγων ήταν απαιτητικός πελάτης, ο ΜΥ1 προσπάθησε να τον εξυπηρετήσει με το πλησιέστερο τέτοιο προϊόν, ήτοι γραμμάτιο τρίμηνης διάρκειας, και ζήτησε εσωτερική έγκριση για να του δοθεί ακόμα ψηλότερο επιτόκιο από αυτό που συνήθως πρόσφερε η Τράπεζα, ήτοι γραμμάτιο τρίμηνης διάρκειας με επιτόκιο 4,4%. Προς τούτο ο ΜΥ1 ενημέρωσε γραπτώς μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημ. 2.6.08, Τεκμήριο 39, τον Ενάγοντα ο οποίος δεν διαμαρτυρήθηκε ως προς τούτο. Αντιθέτως, όπως ανέφερε και ο ΜΥ1, ο Ενάγων έδωσε οδηγίες οι τόκοι του γραμματίου στη λήξη του να μεταφέρονται στον λογαριασμό δανείου. Επομένως, η προσπάθεια του Ενάγοντος να αναδείξει πως με αυτή την ενέργεια της Εναγομένης ο ίδιος υπέστη ζημιά εφόσον σε περίπτωση διακοπής ή λήξης του γραμματίου το επιτόκιο θα ήταν ψηλότερο παρέμεινε παντελώς σε θεωρητικό επίπεδο. Επιπλέον, όπως εξήγησε και η ΜΥ4, και το γραμμάτιο και ο λογαριασμός τρίμηνης προειδοποίησης χρεώνονταν με επιτόκιο στη λήξη τους, πλην όμως διευκρίνισε ότι το επιτόκιο στο γραμμάτιο χρεώνεται στο υπόλοιπο ποσό και για το εναπομείναν χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη του. Ο δε ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι η Εναγομένη επωφελείτο με τον τόκο σε λογαριασμό τον οποίο άνοιξε παράνομα ουδόλως ευσταθεί, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα είχε ζημιά εφόσον ο Ενάγων δεν αποπλήρωνε το δάνειο του και απλώς έναντι του υπολοίπου πιστωνόταν ο ψηλότερος τόκος του λογαριασμού γραμματίου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, κάθε γραμμάτιο στη λήξη του ανανεωνόταν. Όλοι οι λογαριασμοί γραμματίου ξεκινούσαν με τον αριθμό 591-17. και ακολουθούσαν δύο ψηφία που άλλαζαν σε κάθε ανανέωση. Ο αριθμός 591 είναι ο αριθμός του συγκεκριμένου υποκαταστήματος και ο αριθμός 17 καταδεικνύει ότι πρόκειται για γραμμάτιο. Επιβεβαίωση των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου αποτελεί και η κοινώς αποδεκτή αποστολή της επιστολής ημ. 8.10.08 από τον Ενάγοντα προς τον ΜΥ1 και την κα Δ, Τεκμήριο 33, με την οποία τους έδινε εντολή για μεταφορά από τον λογαριασμό του γραμματίου του ποσού των €76.000 στον λογαριασμό .98-03 με ρητές οδηγίες όπως αυτή η μεταφορά εκτελεσθεί «μόνον όταν η ισοτιμία Γεν ανά Ευρώ γίνει μεγαλύτερη από 164,5Υ/Ε». Όπως βάσιμα ανέφερε ο ΜΥ1, τέτοια μεταφορά δεν έγινε λόγω του ότι δεν επήλθε η ζητηθείσα ισοτιμία. Είναι κοινώς αποδεκτή η επιστολή ημ. 29.6.09 της Εναγομένης, μέσω των κκ. Ν και Ζ, Τεκμήριο 45, προς τον Ενάγοντα σε απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος του ημ. 4.6.09, με την οποία τον ενημερώνουν πως η αύξηση των περιθωρίων χρεωστικών επιτοκίων γίνεται καθόλα νόμιμα βάσει σχετικών νομοθετικών προνοιών, της τραπεζικής πρακτικής και των ρητών όρων των συμφωνιών δανείου, και πως παρόλο που στόχος της Τράπεζας είναι το όσο το δυνατό χαμηλότερα επιτόκια, οι συνθήκες του χρηματοοικονομικού τομέα επέβαλλαν την εξαγγελθείσα αναθεώρηση του επιτοκίου στα δανειστικά επιτόκια. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι με επιστολή ημ. 21.7.09 του Ενάγοντος προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 40, αυτός διαμαρτύρεται μόνο για τη χρέωση περιθωρίου στο επιτόκιο κατά 2% και με δεύτερη επιστολή του ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο 44, προς τους κκ. ΦΝ και ΝΖ για το ίδιο θέμα ζητά αναθεώρηση αυτής της απόφασης της Τράπεζας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επόμενη επιστολή εκ μέρους του Ενάγοντος στάληκε στις 5.8.09, Τεκμήριο 32, και αφορούσε εντολή για αποδέσμευση του ποσού €1.540 από τον λογαριασμό «.998-06 για σκοπούς πληρωμής χωρομέτρη (τοποθέτηση συνόρων) και εργολάβου χωματουργικών στο έργο Τριμίκληνη». Η θέση του Ενάγοντος στην αγόρευση του ότι ο ΜΥ1 μίλησε για πιστοποιητικό εργασιών δεν είναι ακριβής καθότι ο ΜΥ1 ανέφερε πως η επιστολή ισοδυναμούσε με πιστοποιητικό εργασιών προερχόμενο από τον ίδιο τον πελάτη το οποίο καταδείκνυε έξοδα για την πρόοδο του έργου. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι στις 5.8.09 το ποσό αποδεσμεύτηκε και μεταφέρθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό του Ενάγοντος. Αυτή η θέση καταρρίπτει την εκδοχή του Ενάγοντος πως ουδέποτε έλαβε το εν λόγω ποσό, προφανώς βεβαίως εννοώντας ότι δεν το παρέλαβε αλλά απλώς μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό του. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη θέση του ΜΥ1 πως την ίδια μέρα έκλεισε ο λογαριασμός γραμματίου και ανοίχθηκε νέος λογαριασμός γραμματίου κατά €1.540 λιγότερα. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 47-49. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι περί τις αρχές του 2010 όλοι οι λογαριασμοί του Ενάγοντος μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία, στα πλαίσια προσπάθειας εξομάλυνσης των σχέσεων των δύο πλευρών, όπως αναγνώρισαν τόσο ο Ενάγων όσο και η ΜΥ2. Λόγω αυτής της μεταφοράς ο αριθμός λογαριασμού 591 αντικαταστάθηκε με τον αριθμό του υποκαταστήματος στη Λευκωσία 121. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων είχε συνάντηση με τη ΜΥ2 στην οποία εξέφρασε παράπονο για ισχυριζόμενη δέσμευση του ποσού του δανείου και μετατροπή αυτού από JPY σε ευρώ. Μετά από μελέτη του φακέλου, η ΜΥ2 του απάντησε ότι το παράπονο του δεν ευσταθούσε καθότι ο ίδιος είχε ζητήσει τη μεταφορά του ποσού του δανείου σε ευρώ και συμφωνήσει σταδιακή αποδέσμευση με την προσκόμιση πιστοποιητικών για τις εργασίες στο έργο για το οποίο δόθηκε η δανειοδότηση. Ήταν κοινή θέση των ΜΥ1 και 2 ότι ήταν πρακτική της Εναγομένης να αποδεσμεύει ποσό στεγαστικού δανείου νοουμένου ότι προσκομίζονται σχετικά έγγραφα για την πρόοδο του έργου, θέση η οποία κρίνεται λογική και φαίνεται όντως να ήταν σε γνώση του Ενάγοντος. Αυτό φαίνεται ειδικά μέσα από την αλληλογραφία και ειδικότερα το αίτημα του Ενάγοντος ημ. 5.8.09, Τεκμήριο 32. Μάλιστα ο ΜΥ1 παρέπεμψε στους όρους της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης, Τεκμήριο 3, και εύστοχα εξήγησε ότι το ποσό ήταν διαθέσιμο στον Ενάγοντα εφόσον είχε εκταμιευθεί στον λογαριασμό του σε ευρώ αλλά απλώς παρέμενε δεσμευμένο και μπορούσε να παραχωρηθεί με την παρουσίαση των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων, καθότι διεφάνη ότι το ως άνω ποσό των €1.540 κατέληξε στο εξωτερικό και όχι σε εργολάβο. Άλλωστε ο ίδιος ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι οι εργασίες για την ανέγερση των κατοικιών δεν προχώρησαν καθόλου και ποτέ, ούτε καν ετοιμάστηκαν αρχιτεκτονικά σχέδια. Είναι κοινώς παραδεκτό ότι ακολούθησε επιστολή του Ενάγοντος ημ. 10.5.10, Τεκμήριο 16. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτή ο Ενάγων δεν παραπονείται για το ποσό του δανείου, παρά μόνο για τη λανθασμένη χρέωση εξόδων και δόσεων, τον διαφορετικό τρόπο αποπληρωμής, ότι το δάνειο δεν έπρεπε να ήταν σε ευρώ, ότι η κατακράτηση του γραμματίου ήταν ανεδαφική και παρεμποδίζει την ανέγερση της κατοικίας και ότι το γραμμάτιο δεν έχει σχέση με το δάνειο. Σύμφωνα με τη ΜΥ2, ακολούθησε συνάντηση του Ενάγοντος με στελέχη της Εναγομένης στην οποία η ίδια δεν ήταν παρούσα, στις 15.6.10 και ακολούθησαν μια σειρά επιστολών μεταξύ των διαδίκων. Είναι παραδεκτό ότι στάληκαν οι ακόλουθες επιστολές:

(1)Επιστολή ημ. 22.6.10 του Ενάγοντος προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 37, στην οποία διαμαρτύρεται για διάφορα ζητήματα, με αναφορά στο δάνειο για JPY25.000.000.
(2)Επιστολή ημ. 28.6.10 του Ενάγοντος προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 38, κατόπιν συνάντησης μεταξύ των μερών στις 23.6.10, στην οποία μιλά και πάλι για δάνειο εκ JPY25.000.000, μετατροπή του σε ευρώ και κατάθεση σε λογαριασμό και ακολούθως σε γραμμάτιο.
(3)Επιστολή ημ. 23.7.10, Τεκμήριο 18, της Εναγομένης προς τον Ενάγοντα με την οποία ουσιαστικά απορρίπτει τις θέσεις του και επαναλαμβάνει πως οι ενέργειες της έγιναν νόμιμα, συμβατικά και κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντος. Επισημαίνεται επίσης η καθυστέρηση στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων του Ενάγοντος και παράκληση αποπληρωμής διαφορετικά η Εναγομένη θα προβεί σε τερματισμό του λογαριασμού και απαίτηση του οφειλόμενου υπολοίπου.
(4)Απαντητική επιστολή ημ. 30.7.10, Τεκμήριο 41, του Ενάγοντος προς την Εναγομένη με την οποία επαναλαμβάνει τις θέσεις του.
(5)Απαντητική επιστολή ημ. 6.8.10, Τεκμήριο 14, της Εναγομένης προς τον Ενάγοντα με την οποία απορρίπτει τις θέσεις του και ζητά εξόφληση όλων των χρεωστικών λογαριασμών του.
(6)Απαντητική επιστολή ημ. 25.8.10, Τεκμήριο 9, του Ενάγοντος προς την Εναγομένη με την οποία κοινοποιεί την απόφαση του να μην προχωρήσει με τη λήψη του δανείου από την Τράπεζα και ζητά ακύρωση της υποθήκης.
(7)Απαντητική επιστολή ημ. 27.8.10, Τεκμήριο 19, της Εναγομένης προς τον Ενάγοντα με την οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, επαναλαμβάνει τις θέσεις της και καλεί τον Ενάγοντα να ξοφλήσει τους χρεωστικούς λογαριασμούς του. Είναι γεγονός πως όλες οι εν λόγω επιστολές στάληκαν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων και των δύο πλευρών. Με βάση το περιεχόμενο τους, είναι ξεκάθαρο ότι οι δύο πλευρές διαφωνούσαν κάθετα ως προς τη συμφωνία και τους όρους αυτής, με αποτέλεσμα ουδέποτε να υπήρχε η προοπτική εξεύρεσης οποιασδήποτε συμβιβαστικής λύσης μεταξύ των μερών, παρά τη διάθεση και των δύο πλευρών προς τούτο όπως βάσιμα δήλωσε και η ΜΥ2. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι στις 29.10.10 η Εναγομένη προχώρησε σε συμψηφισμό του πιστωτικού υπολοίπου του γραμματίου με το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου και την 1.11.10 η Εναγομένη απέστειλε επιστολή τερματισμού του λογαριασμού δανείου, Τεκμήριο 22. Η Εναγομένη έστειλε επιστολή ημ. 18.1.11, Τεκμήριο 34, προς τον Ενάγοντα εις απάντηση της επιστολής του ημ. 30.11.10, στην οποία επαναλαμβάνει μεταξύ άλλων τη θέση ότι το δάνειο αφορούσε ποσό JPY25.000.000. Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντος ημ. 1.3.11, Τεκμήριο 20, προς την Εναγομένη στην οποία μεταξύ άλλων για πρώτη φορά γίνεται λόγος για δάνειο εκ JPY27.500.000 και για τερματισμό εκ μέρους του της συμφωνίας δανείου και της υποθήκης. Η ίδια επιστολή στάληκε εκ νέου στις 8.3.11, Τεκμήριο 42. Η Εναγομένη απάντησε με επιστολή της ημ. 18.3.11, Τεκμήριο 43, προς τον δικηγόρο με την οποία απορρίπτει το περιεχόμενο της επιστολής ημ. 8.3.11 και ζητά πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Σε συνέχεια της εν λόγω επιστολής, η Εναγομένη απέστειλε επιστολή ημ. 6.4.11, Τεκμήριο 23, προς τον Ενάγοντα καλώντας τον εκ νέου να ξοφλήσει το υπόλοιπο και πως σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και καταχώριση αγωγής. Τέλος, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη θέση του Ενάγοντος ότι λόγω αδυναμίας και παράλειψης αποπληρωμής της οφειλής του, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και απαίτησε εξόφληση. Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται από την επιστολή τερματισμού ημ. 17.6.10, Τεκμήριο 28. Μάλιστα παρέμεινε αναντίλεκτη και η θέση του ότι ο ίδιος κίνησε αγωγή εναντίον του Συνεργατικού με την οποία αμφισβητεί την οφειλή. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης, αναγράφεται η έναρξη αποπληρωμής του δανείου στις 31.10.10 με την τελευταία δόση στις 28.2.18, εξ ου και ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι η αποπληρωμή θα ξεκινούσε εντός δυόμιση ετών κατόπιν αιτήματος για τρία έτη. Προφανώς και πάλι ο Ενάγων στήριξε αυτή τη θέση του στην αναγραφή στην επιστολή της ημερομηνίας «31.10.10», η οποία όπως ορθώς επισημαίνει η ΜΥ2, δεν συνάδει με τα δύο έτη και σαφώς πρόκειται για λανθασμένη αναγραφή αντί της ημερομηνίας 31.3.10. Αυτή η παρατήρηση της ΜΥ2 συνάδει και με τον όρο 5 της συμφωνίας δανείου ο οποίος προνοεί για την έναρξη αποπληρωμής των δόσεων στις 31.3.10 με την τελευταία δόση πληρωτέα στις 28.2.18. Την ίδια θέση υποστήριξε βάσιμα και ο ΜΥ1, με αναφορά στα διάφορα έγγραφα. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι στην ίδια την επιστολή ημ. 29.2.08 ακριβώς πριν από τη φράση για το σχέδιο αποπληρωμής αναγράφεται η φράση για την πηγή αποπληρωμής, η οποία είναι η πώληση κατοικίας μετά από δύο έτη, επομένως και στην ίδια την επιστολή διαφαίνεται σαφώς ότι η έναρξη αποπληρωμής θα ήταν μετά από δύο έτη. Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης των τριών αυτών μαρτύρων και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου για τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι η ουσία της εκδοχής του Ενάγοντος ήταν ότι η συμφωνία έγινε για το ποσό των JPY27.500.000, το οποίο έπρεπε να δοθεί σε μία δόση ταυτόχρονα με την παραχώρηση της υποθήκης, στο ίδιο νόμισμα και όχι σε ευρώ, και πως η κατάθεση ποσού JPY25.000.000 σε λογαριασμό σε ευρώ, το οποίο παρέμενε δεσμευμένο, συνιστά παραβίαση και μη εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Θεωρώ ότι όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταδεικνύουν την ανακρίβεια, λανθασμένη αντίληψη γεγονότων και παραπλανητική εκδοχή του Ενάγοντος, ο οποίος έφθασε μέχρι σημείου να αναφέρει στην αντεξέταση του ότι με το αίτημα του για παροχή μέγιστου δανείου, συνάγεται ότι με την ανέγερση των κατοικιών και την αύξηση της αξίας αυτών η Εναγομένη θα του έδινε και άλλο δάνειο, θέση η οποία στερείται κάθε λογικής και πειστικότητας. Έχει ήδη λεχθεί ότι ο τρόπος μεταφοράς του ποσού των JPY25.000.000, η μετατροπή του σε ευρώ και η χρέωση των διαφόρων λογαριασμών αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτά τα στοιχεία αντικατοπτρίζονται και στις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες κατατέθηκαν από τη ΜΥ4. Η μαρτυρία της ΜΥ4 περιορίστηκε βασικά στην κατάθεση των καταστάσεων (αρχικής και αναδομημένης) του επίδικου λογαριασμού. Όπως η ίδια ρητώς ανέφερε στο Δικαστήριο, δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ούτε και γνώση για τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου, καταδεικνύοντας έτσι την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα της. Η μαρτυρία της στο σύνολο της ήταν σαφής και συνεπής. Η εμπλοκή της στην υπόθεση εστιάζεται βασικά στην παραλαβή υφιστάμενων στοιχείων του λογαριασμού, στην επεξεργασία τους και τούτο με στόχο την ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Κατά την αντεξέταση της έδωσε τις απαντήσεις της με αμεσότητα, πειστικότητα και κάθε λεπτομέρεια, δίδοντας ολοκληρωμένες απαντήσεις και αντικρούοντας με επάρκεια τις υποβολές της υπεράσπισης ως προς τις χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού, ειδικότερα αναφορικά με το επιτόκιο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της. Η ΜΥ4 κατέθεσε την αρχική και την αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού δανείου, Τεκμήρια 56 και 57 αντίστοιχα. Το Δικαστήριο δέχεται τη θέση της ΜΥ4, η οποία και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτη, πως για να ελέγχει την κίνηση όλων των λογαριασμών των πελατών της, η Τράπεζα διατηρεί τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή σε ένα κεντρικό υπολογιστή, τα οποία βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η περιγραφή της ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται στην Τράπεζα για άνοιγμα ενός λογαριασμού ως εξής: (α) Υπάρχει ένας υπολογιστής όπου φυλάσσονται τα στοιχεία και οι καταχωρίσεις των λογαριασμών. Με αυτόν είναι ενωμένοι όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές της Τράπεζας ώστε ο υπολογιστής του κάθε υπαλλήλου να δείχνει χωρίς δυνατότητα τροποποίησης τις πληροφορίες που περιέχει ο κεντρικός υπολογιστής. (β) Μέσω των υπολογιστών στα καταστήματα της Τράπεζας γίνονται οι καταχωρίσεις στους λογαριασμούς των πελατών, η ορθότητα των οποίων ελέγχεται, με αποτέλεσμα να αλλάζουν αυτόματα και οι πληροφορίες που φαίνονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. (γ) Με το άνοιγμα του λογαριασμού στο όνομα του πελάτη, καταχωρούνται τα στοιχεία μέσα στον υπολογιστή ο οποίος αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο. Επομένως ο κεντρικός υπολογιστής και κατά συνέπεια όλες οι καταχωρίσεις που γίνονται στη συνήθη πορεία των εργασιών της Τράπεζας βρίσκονται και βρίσκονταν πάντα υπό την κατοχή και τον έλεγχο της Τράπεζας. (δ) Ο υπολογιστής προβαίνει αυτόματα στις αυξομειώσεις στους λογαριασμούς των πελατών όταν υπάρχει οποιαδήποτε καταχώριση, είτε πίστωση είτε χρέωση. Επίσης υπολογίζει αυτόματα τον συμφωνηθέντα τόκο και το υπόλοιπο ποσό στον λογαριασμό, πιστωτικό ή χρεωστικό. Η ΜΥ4 επιβεβαίωσε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου στην αρχική κατάσταση όλες οι καταχωρίσεις που φαίνονται σε αυτή έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Ως εκ τούτου γίνεται πλήρως δεκτή η αναντίλεκτη θέση της ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 56, αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στα τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και ότι η ίδια ήλεγξε και σύγκρινε αυτές τις καταχωρίσεις με την εκτυπωθείσα κατάσταση η οποία είναι ορθή αντιγραφή και αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρίσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας. Γίνεται επίσης δεκτή ως εύρημα του Δικαστηρίου και η επεξήγηση της ΜΥ4 αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω κατάστασης, και συγκεκριμένα ότι σε αυτή παρουσιάζονται ανά στήλη η ημερομηνία, λεπτομέρειες-περιγραφή της συναλλαγής, χρέωση ή πίστωση, η αξία και το υπόλοιπο. Αυτές οι αναφορές της μάρτυρος ουδόλως αναιρέθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ιδιαίτερα υπενθυμίζεται πως σε κανένα στάδιο δεν έχουν αμφισβητηθεί οι δοσοληψίες που είχαν διενεργηθεί σε σχέση με τον λογαριασμό και κυρίως ότι οι καταγραφές στο ηλεκτρονικό σύστημα γι΄ αυτές ανταποκρίνονται στα όσα πραγματικά είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του. Η πιο πάνω μαρτυρία η οποία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και βασικά δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά, πληροί τα όσα περιέχονται στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 56, ως αποδεκτή μαρτυρία. Ακολούθως η ΜΥ4 έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή του τρόπου ετοιμασίας της αναδομημένης κατάστασης, Τεκμήριο 57, η οποία βασικά και πάλι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Από τη στιγμή που η αναδομημένη κατάσταση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Εναγομένης το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό της βιβλίο και μάλιστα αφορούσε χαμηλότερο ποσό, και αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.16. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι για την ετοιμασία αυτής η ΜΥ4 χρησιμοποίησε το ακόλουθο σύστημα το οποίο διατηρεί η Εναγομένη γι΄ αυτόν τον σκοπό και λειτουργεί ως εξής: (
  1. i)Εισήγαγε τον αριθμό λογαριασμού του πελάτη στο σύστημα, αυτό αναπαράγει όλες τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας και τις καταγράφει χωρίς τόκους. (
  2. ii)Αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα. (iii) Εισήγαγε στο σύστημα το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της Εναγομένης για τη συγκεκριμένη περίοδο από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, 6.3.08, μέχρι και τις 30.6.19. Το σύστημα υπολογίζει τον τόκο στο κεφάλαιο, ο οποίος και προστίθεται ξεχωριστά σε ξεχωριστή στήλη, ανάλογα με το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου που ισχύει για την κάθε περίοδο. Το σύστημα επεξεργάζεται με αυτόν τον τρόπο την κίνηση του λογαριασμού, υπολογίζει τον τόκο σε ξεχωριστή στήλη και βγάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή το υπόλοιπο του λογαριασμού. Γίνεται επίσης δεκτή ως εύρημα του Δικαστηρίου και η επεξήγηση της ΜΥ4 αναφορικά με το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης, και συγκεκριμένα ότι σε αυτή παρουσιάζεται ανά στήλη η ημερομηνία, χρεώσεις, πιστώσεις, το επιτόκιο μέχρι 2% επί των καθυστερημένων δόσεων, ο αριθμός των ημερών που υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή της δόσης, το υπόλοιπο λογαριασμού χωρίς τόκους, η περίοδος του τόκου, το επιτόκιο και το εκάστοτε συνολικό χρεωστικό επιτόκιο. Σύμφωνα με την περιγραφή της ΜΥ4, η περίοδος του τόκου είναι ο τόκος περιόδου του λογαριασμού που δημιουργείται από την τελευταία ημερομηνία εγγραφής και σε αυτόν προστίθεται οποιοσδήποτε προηγούμενος υπολογισμός τόκου. Ο τόκος υπολογίζεται και χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, οπότε και κεφαλαιοποιείται. Κατά τις εν λόγω ημερομηνίες ο τόκος της συγκεκριμένης περιόδου μεταφέρεται από τη συγκεκριμένη στήλη στην επόμενη του επιτοκίου. Η ΜΥ4 έδωσε πλήρεις και λεπτομερείς εξηγήσεις και ως προς τον τρόπο υπολογισμού του υπολοίπου και του επιτοκίου. Παρέμεινε σταθερή για το επιτόκιο και κατά την αντεξέταση της δίδοντας μια συνεπή και ολοκληρωμένη περιγραφή η οποία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι στην αναδομημένη κατάσταση, λόγω του ότι όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν στον λογαριασμό προήλθαν από λογαριασμούς του Ενάγοντος σε ευρώ, αυτά μετατρέπονται από ευρώ σε JPY με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την καταβολή του ποσού στον λογαριασμό του δανείου. Αντιστοίχως είχε εφαρμοστεί η ισοτιμία JPY160,54 προς €1, για τη μετατροπή του ποσού των JPY25.000.000 το οποίο πιστώθηκε στον λογαριασμό ταμιευτηρίου του Ενάγοντος σε ευρώ. Γίνεται επίσης δεκτό ότι το επιτόκιο το οποίο φαίνεται στην τελευταία στήλη της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 57, υπολογίζεται ως εξής: (
  3. i)Υπολογίστηκε το εκάστοτε Libor 12 μηνών, προσαυξημένο σε κάθε περίσταση με το επιτόκιο περιθωρίου («Margin Rate»). (
  4. ii)Τα επιτόκια Libor 12 μηνών δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του πρακτορείου Reuters, στις 11:00 π.μ. ώρα Λονδίνου, δύο μέρες πριν την έναρξη της σχετικής περιόδου τόκου. Αντίγραφο αυτών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 58. (iii) Οι μέρες είναι οι τραπεζικές μέρες και δεν αναφέρονται τραπεζικές αργίες. (
  5. iv)Από την υπογραφή μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου ημ. 6.3.08, υπολογίστηκε Libor 12 μηνών σε 1,0975%, προσαυξημένο κατά 2,5% επιτόκιο περιθωρίου όπως συμφωνήθηκε μεταξύ της Τράπεζας και του Ενάγοντος, ήτοι 3,5975%. (
  6. v)Κατά τις 6.3.08 η ΜΥ4 εφάρμοσε το ως άνω επιτόκιο Libor ως είχε δημοσιευτεί στις 4.3.08. (
  7. vi)Από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου εφάρμοσε τόκο υπερημερίας 2% και όχι 13%, όπως χρεώθηκε στην αρχική κατάσταση λογαριασμού. Μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας δεν χρεώθηκε τόκος υπερημερίας. Τέλος, γίνεται δεκτή και η αναφορά της μάρτυρος, στην οποία παρέμεινε σταθερή και στην αντεξέταση της, ότι το ποσοστό του 2% είναι η πραγματική ζημιά που υφίσταται η Τράπεζα σε περιπτώσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η ζημιά συνίσταται στην αύξηση των επιχειρησιακών της εξόδων με σκοπό την είσπραξη της καθυστερημένης οφειλής, στην απώλεια της δυνατότητας της Τράπεζας να λάβει το καθυστερημένο ποσό από τον χρεώστη και να το δανείσει με τόκο στην αγορά, καθώς επίσης και στο αυξημένο κόστος δανεισμού που συνεπάγεται για την Τράπεζα, και το γεγονός ότι στα λογιστικά της βιβλία φαίνονται ανείσπρακτες πιστωτικές διευκολύνσεις, κάτι το οποίο στέλνει το μήνυμα ότι η οικονομική της κατάσταση δεν είναι απόλυτα υγιής. Όπως ορθώς επισημαίνει η ΜΥ4, ο όρος 13.1 της συμφωνίας προβλέπει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, θα καταβάλλεται τόκος υπερημερίας 3,5% επί του καθυστερημένου ποσού, και καταγράφονται οι ως άνω παράγοντες ως η ζημιά της Εναγομένης. Έχει ήδη λεχθεί ότι η εταιρεία του ΜΕ3 προέβη σε δύο εκτιμήσεις του ενυπόθηκου ακινήτου, η πρώτη στις 19.11.07, Τεκμήριο 5, η οποία είχε υποβληθεί στην Εναγομένη στα πλαίσια της αίτησης για τη χορήγηση του δανείου και η δεύτερη στις 24.2.16, Τεκμήριο 27, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Η ειδικότητα του ΜΕ3 ως εκτιμητή δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και έτσι αυτή γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην ίδια την Έκθεση, Τεκμήριο 27, αυτή έγινε για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά το 2011. Σε αυτή η αγοραία αξία εκτιμάται στις €150.550 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στις €105.000. Θεωρώ ότι αυτή η εκτίμηση στηρίζεται σε κάποιες λανθασμένες παραμέτρους οι οποίες καθιστούν την κατάληξη στην Έκθεση ακροσφαλή. Και τούτο, καθότι ενώ η εκτίμηση αφορά την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου κατά το 2011, ο ΜΕ3 ανέφερε ευθαρσώς, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην Έκθεση, ότι η επιθεώρηση του ακινήτου έγινε το 2016, ήτοι πέντε έτη αργότερα. Παρόλο που είναι κατανοητή η δυσκολία και αδυναμία να γίνει μεταγενέστερα σύγκριση με την επιτόπια κατάσταση κατά το 2011, εντούτοις είναι σαφές ότι λήφθηκε υπόψιν μια κατάσταση η οποία υπήρχε κατά το 2016, και παραμένει άγνωστο κατά πόσο αυτή ήταν η ίδια και αναλλοίωτη και κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το 2011. Μια σύγκριση των δύο Εκθέσεων καταδεικνύει ότι μεταξύ των αντίστοιχων ετών ετοιμασίας αυτών υπάρχει όντως διαφοροποίηση της κατάστασης. Συγκεκριμένα, στην πρώτη Έκθεση το χωριό Τριμίκληνη περιγράφεται ως ευρισκόμενο στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών-Τροόδους, ενώ στη δεύτερη στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Τριμίκληνης-Μονιάτη. Και στις δύο αναφέρεται ότι το ακίνητο εφάπτεται επί δημόσιου εγγεγραμμένου δρόμου. Ενώ στην πρώτη Έκθεση αναφέρεται ότι η περιοχή τα τελευταία έτη έχει πάρει τρομερή ανάπτυξη με ανάλογη αύξηση των τιμών, στη δεύτερη αναφέρεται ότι η προσπελασιμότητα του ακινήτου θεωρείται καλή εφόσον εφάπτεται σε δημόσιο εγγεγραμμένο δρόμο και έχει εύκολη πρόσβαση προς τον κεντρικό πυρήνα της κοινότητας Τριμίκληνης και προς τη Λεμεσό, η δε άμεση περιοχή του ακινήτου χαρακτηρίζεται από οικιστικής χρήσης ακίνητα, όπως οικιστικά κενά τεμάχια καθώς και ανεξάρτητες κατοικίες κάποιας ηλικίας. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ3 διευκρίνισε ότι οι κατοικίες κάποιας ηλικίας κυμαίνονται μεταξύ 5-25 ετών και δεν υπήρχαν νέες κατοικίες, θέση η οποία αναιρεί την προγενέστερη τοποθέτηση (στην πρώτη Έκθεση) περί «τρομερής ανάπτυξης» της περιοχής. Επίσης, όπως καταγράφεται και στη δεύτερη Έκθεση, λήφθηκε υπόψιν και συνεκτιμήθηκε η τοπική αγορά και η οικονομία η οποία χαρακτηρίζεται από ύφεση και κατά συνέπεια μειωμένη ρευστότητα και χαμηλή ζήτηση ακινήτων όλων των ειδών. Ειδικότερα γίνεται αναφορά στις δύσκολες συνθήκες της οικονομίας, στην περιορισμένη ρευστότητα για δανειοδότηση και στην πτώση στον τομέα των ακινήτων. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ3 εξέφρασε την άποψη πως η κατάσταση για την κτηματαγορά ήταν η ίδια κατά το 2011 και το 2016, θέση η οποία παρέμεινε μια γενική και αόριστη αναφορά και παντελώς ατεκμηρίωτη. Εκ των πραγμάτων αυτή κρίνεται αβάσιμη εφόσον το 2013 υπήρξε μια σοβαρή ύφεση στην οικονομία με την απομείωση καταθέσεων (για την οποία το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση μέσω της σχετικής νομοθεσίας) ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τη μετέπειτα εξέλιξη της οικονομίας για να διαφανεί κατά πόσο αυτή όντως παρέμεινε σταθερή ή όχι. Στην Έκθεση αναφέρεται ότι η εκτίμηση έγινε βάσει των Valuation Practice Guidance Applications (VPGA) 9 του Εγχειριδίου Εκτιμήσεων του Royal Institution of Chartered Surveyors (RICS Valuation-Professional Standards) του 2014, στα οποία αναφέρεται ότι οι περιορισμοί στις έρευνες και στην παροχή πληροφοριών λόγω έλλειψης επαρκών συγκριτικών πωλήσεων, η αστάθεια στην αγορά λόγω έλλειψης ρευστότητας και οι οποιοιδήποτε απρόβλεπτοι παράγοντες οικονομικής, νομικής ή πολιτικής φύσης, αποτελούν φαινόμενα που επηρεάζουν τη σταθερότητα της αγοράς και είναι άμεσα συνδεδεμένα με το μέτρο της βεβαιότητας που σχετίζεται με τη διεξαγωγή εκτιμήσεων. Έχω την άποψη πως η Έκθεση στηρίχθηκε βασικά στην επιτόπια κατάσταση του 2016, χωρίς μαρτυρία ότι ήταν η ίδια με αυτή του 2011, καθώς επίσης και στους παράγοντες της οικονομίας κατά το 2016, χωρίς να υπάρχει τεκμηριωμένη θέση για το ότι η κατάσταση από το 2011 μέχρι και το 2016 είχε παραμείνει η ίδια για να δύναται να διακριβωθεί κατά πόσο παρέχεται ορθή βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ένα άλλο θέμα το οποίο δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία της εκτίμησης είναι το γεγονός ότι έχουν ληφθεί υπόψιν συγκριτικές πωλήσεις οι οποίες έλαβαν χώρα και μεταγενέστερα του 2011, ήτοι μεταξύ των ετών 2008-2013, καθ΄ ον χρόνο μάλιστα είχαν αλλάξει οι πολεοδομικές ζώνες με αποτέλεσμα η σύγκριση των ακινήτων να αφορούσε διαφορετικό συντελεστή δόμησης. Οι απαντήσεις του μάρτυρος κατά την αντεξέταση του ότι το ιδανικό είναι να γίνεται σύγκριση με την ίδια πολεοδομική ζώνη, όμως είναι χρήσιμη η σύγκριση με διαφορετικές ζώνες για ευρύτερη μελέτη, και ότι δεν είναι απαραίτητο αυτή να γίνεται μόνο όταν δεν υπάρχουν συγκριτικές πωλήσεις που αφορούν την ίδια ζώνη, παρέμειναν και πάλι γενικές και ατεκμηρίωτες αναφορές του μάρτυρος οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν κρίνονται λογικές και πειστικές. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ενδυναμώνεται και από τη θέση του μάρτυρος ότι δεν είναι απαραίτητη η σύγκριση της έκτασης ενός ακινήτου με αντίστοιχη, ήτοι το όλο με όλο και μερίδιο με μερίδιο, καθότι λαμβάνουν υπόψιν ό,τι είναι διαθέσιμο. Αυτή η θέση και πάλι παρέμεινε γενική και αόριστη. Παρόλο που ο μάρτυρας δήλωσε ότι για τον καθορισμό της αξίας λαμβάνονται υπόψιν και άλλες παράμετροι, όπως πότε πωλήθηκε το ακίνητο, πόσο καιρό ήταν διαθέσιμο στην αγορά, αν πωλήθηκε κατόπιν εκδήλωσης γενικού ενδιαφέροντος και ο σκοπός ανάπτυξης, εντούτοις το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι η δεύτερη Έκθεση έγινε με βάση όποια δεδομένα ήταν διαθέσιμα σε μεταγενέστερο χρόνο, είτε ήταν απολύτως συγκρίσιμα είτε όχι, και χωρίς την παρουσίαση εκείνων των στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν ότι τελικώς η Έκθεση οδηγεί σε βάσιμα και έγκυρα αποτελέσματα. Τέλος, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η εκτίμηση έγινε στη βάση του ότι το ακίνητο είναι ελεύθερο από οποιουσδήποτε περιορισμούς ή δεσμεύσεις έναντι τρίτων, στοιχείο το οποίο σαφώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον το ακίνητο βαρύνεται με την υποθήκη προς όφελος της Εναγομένης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί ότι η Έκθεση ημ. 24.2.16 παρέχει μια ασφαλή και ορθή εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου κατά το 2011 και επομένως αδυνατεί να δεχθεί και στηριχθεί στην εν λόγω Έκθεση. Η ειδικότητα του ΜΥ3 ως εκτιμητή επίσης δεν αμφισβητήθηκε και επομένως γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ΜΥ3 επικεντρώθηκε στον σχολιασμό της Έκθεσης ημ. 24.2.16. Η Γραπτή Δήλωση του μάρτυρος, Έγγραφο 6, η οποία αποτέλεσε βασικά την κυρίως εξέταση του χαρακτηρίζεται από πληρότητα και τεκμηρίωση. Η κάθε τοποθέτηση του μάρτυρος γινόταν με αναφορά και παραπομπή στα σχετικά Διεθνή Εκτιμητικά Πρότυπα (International Valuation Standards) (ΔΕΠ), Τεκμήριο 51, και τα Εκτιμητικά-Επαγγελματικά Πρότυπα (Valuation-Professional Standards) του RICS με την καθοδηγητική σημείωση, Τεκμήριο 52, τα οποία διέπουν τις εκτιμήσεις ακινήτων και με πλήρη ανάλυση και επεξήγηση όλων των θέσεων του. Σημειώνεται ότι ο ΜΥ3 παρέμεινε άμεσος, σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Συγκεκριμένα, οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αφορούν ειδικότερα τα ακόλουθα κεφάλαια στη Γραπτή του Δήλωση: · Συγκριτική μέθοδος εκτίμησης · Πολεοδομικές ζώνες · Πωλήσεις μεριδίων · Στοιχεία που λήφθηκαν υπόψιν στα πλαίσια της Έκθεσης Εκτίμησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πλείστα σχόλια του ΜΥ3 αφορούν ζητήματα τα οποία το ίδιο το Δικαστήριο εντόπισε και ασχολήθηκε στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΕ3, χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση και αναφορά στη μαρτυρία του ΜΥ3. Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι η αξιολόγηση του ΜΕ3 μπορούσε να γίνει με βάση την κοινή λογική και τις γενικές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας και χωρίς την αναγκαιότητα συσχετισμού αυτής με άλλο ειδικό, ήτοι τον ΜΥ3. Ανεξαρτήτως αυτής της θέσης του, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ΜΥ3 πρόσθεσε και την επιστημονική άποψη προς επίρρωση των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, η οποία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη ως πλήρης και τεκμηριωμένη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχεται τη μαρτυρία του ΜΥ3 σε σχέση με τα πιο πάνω κεφάλαια ως εξής: · Συγκριτική μέθοδος εκτίμησης Όταν χρησιμοποιείται η συγκριτική μέθοδος ο εκτιμητής καλείται να χρησιμοποιεί πρόσφατες πωλήσεις όσο το δυνατό πιο συγκρίσιμων ακινήτων με το υπό εκτίμηση ακίνητο, με σχετική παραπομπή στα ΔΕΠ. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ3 κατέθεσε με πειστικότητα και βεβαιότητα ότι από δικές του εξετάσεις υπήρχαν αρκετές συγκριτικές πωλήσεις κατά τα έτη 2010-2011 στην περιοχή ούτως ώστε να μην ήταν αναγκαία αφενός η σύγκριση πωλήσεων γενομένων μετά το 2011 και αφετέρου η σύγκριση πωλήσεων μεριδίων. · Πολεοδομικές ζώνες Γίνεται εκτενής ανάλυση, η οποία και υιοθετείται από το Δικαστήριο, ως προς το ότι και για τους λόγους που η πολεοδομική ζώνη θεωρείται ένας από τους βασικότερους παράγοντες για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα ακίνητο είναι συγκρίσιμο με το υπό εξέταση, με παραπομπή και πάλι στα ΔΕΠ. Και γι΄ αυτό το θέμα ο ΜΥ3 έδωσε περαιτέρω επεξηγήσεις στην αντεξέταση του. ήταν ιδιαίτερα περιγραφικός στο ότι υπάρχουν διαφορές στις πολεοδομικές ζώνες, δόμηση, ορόφους κ.λπ. ούτως ώστε μια διαφορά να φαίνεται μεν μικρή όμως στην πραγματικότητα να προκαλεί ουσιαστική διαφορά. · Πωλήσεις μεριδίων Εξηγείται γιατί η σύγκριση με μερίδια δεν είναι ασφαλής και πόσοι περιορισμοί υπάρχουν σε μια πώληση μεριδίων σε αντιδιαστολή με την πώληση του όλου, με παραπομπή στα ΔΕΠ. · Στοιχεία που λήφθηκαν υπόψιν στα πλαίσια της Έκθεσης Εκτίμησης Γίνεται ειδική αναφορά στα ΔΕΠ τα οποία αφορούν το θέμα της αλλαγής της αγοράς, με συσχετισμό στη βεβαιότητα και στην αβεβαιότητα, και ο ΜΥ3 θίγει βάσιμα ότι το 2016 δεν ίσχυαν οι ίδιες συνθήκες αγοράς όπως το 2011, καθότι είναι από το 2013 και μετέπειτα που παρατηρήθηκε αισθητή η οικονομική κρίση. Τέλος, κρίνεται βάσιμη και λογική η θέση του ΜΥ3 πως η καταναγκαστική αξία περιλαμβάνεται μόνο σε εκτιμήσεις τις οποίες ζητά η Τράπεζα για σκοπούς δανεισμού και δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο συμπερίληψης τέτοιας αξίας στην Έκθεση, Τεκμήριο 27. Παρά ταύτα, η αντικειμενικότητα του ΜΥ3 διεφάνη από την αναφορά του ότι αυτή η συμπερίληψη δεν επηρεάζει γενικά την αξιοπιστία μιας εκτίμησης. Τέλος, ούτε και τα προσόντα και η ειδικότητα του ΜΕ2 ως Λογιστή έχουν αμφισβητηθεί και έτσι γίνονται δεκτά. Όπως αναφέρεται ρητώς στη Γραπτή Δήλωση του μάρτυρος, Έγγραφο 2, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, όλοι οι υπολογισμοί του μάρτυρος έγιναν στη βάση των στοιχείων τα οποία του δόθηκαν από τον Ενάγοντα, όπως π.χ. τα καθαρά εισοδήματα από τις κατοικίες, και με απλές μαθηματικές πράξεις, χωρίς ο ίδιος να τα ελέγξει για την ορθότητα τους. Αυτά τα στοιχεία είναι παντελώς αβάσιμα και αυθαίρετα και δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τα υποστηρίζει. Επομένως ο υπολογισμός του μάρτυρος δεν μπορεί να γίνει δεκτός αφού στηρίζεται σε αυθαίρετα δεδομένα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 αναγνώρισε ότι υπάρχουν και λανθασμένες καταγραφές αριθμών, ως αποτέλεσμα λάθους υπολογισμού των μαθηματικών πράξεων, και ακόμα και μη ακριβείς υπολογισμοί, όπως π.χ. ο υπολογισμός του επιτοκίου και η ισοτιμία κατά προσέγγιση, ούτως ώστε η μελέτη του να μην κρίνεται τεκμηριωμένη και ορθή. Ως εκ τούτου, η μελέτη του ΜΕ2 δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Στρεφόμενη στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, είναι κοινώς αποδεκτή η υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημ. 6.3.08 και η παραχώρηση της υποθήκης Υ..78/08. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η συμφωνία δανείου ημ. 6.3.08 είναι η μοναδική συμφωνία η οποία υπεγράφη μεταξύ των δύο μερών και αποτυπώνει τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών, όπως αυτά καταγράφονται στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημ. 29.2.08. Είναι ορθή και βάσιμη η θέση της Εναγομένης ότι με την επιστολή ημ. 29.2.08 η Εναγομένη κοινοποίησε την έγκριση της παραχώρησης δανείου προς τον Ενάγοντα και τους όρους έγκρισης του δανείου, βάσει της οποίας (επιστολής) ετοιμάστηκε και υπεγράφη η συμφωνία ημ. 6.3.08. Η επιστολή και η συμφωνία αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 3. Μάλιστα, όπως αναφέρεται ρητώς στην επιστολή ημ. 29.2.08, τα υπογεγραμμένα έγγραφα, ήτοι η δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου και η συμφωνία ημ. 6.3.08, μαζί με την εν λόγω επιστολή αποτελούν μέρος της συμφωνίας μεταξύ των μερών και περιέχουν τους όρους που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση. Η επιστολή φέρει την υπογραφή της Εναγομένης και την υπογραφή του Ενάγοντος κάτω από δήλωση του ότι δέχεται όλα τα ανωτέρω, επομένως δεν χωρεί αμφιβολία ότι η συμφωνία των δύο μερών συμπεριλαμβάνεται στην επιστολή ημ. 29.2.08, τη δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου και τη συμφωνία ημ. 6.3.08. Υπήρξε ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία αφορούσε την παραχώρηση δανείου ύψους JPY25.000.000, το οποίο ποσό προήλθε από αίτημα και πρωτοβουλία του ίδιου του Ενάγοντος, χωρίς οποιαδήποτε συμβουλή και ή παρότρυνση από την Εναγομένη είτε όσον αφορά την παραχώρηση του δανείου σε ξένο νόμισμα είτε όσον αφορά τη δανειοδότηση από άλλο τραπεζικό ίδρυμα για την αγορά του ακινήτου και την πληρωμή του υπό κρίση δανείου σε συσχετισμό με το άλλο δάνειο. Αντιθέτως, αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Ενάγων υπέγραψε και τη δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου, μέρος του Τεκμηρίου 3, και επομένως είχε αναγνώσει αυτή και κατανοήσει πλήρως το περιεχόμενο της. Σημειώνεται ότι αντίστοιχος όρος (όρος 27) για την αναγνώριση του συναλλαγματικού κινδύνου περιλαμβάνεται και στη συμφωνία δανείου την οποία υπέγραψε ο Ενάγων. Ακολούθησε η παραχώρηση της υποθήκης στις 2.4.08, Τεκμήριο 4, ως εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο, για το ποσό των JPY27.500.000, το οποίο αντιπροσώπευε το 110% της αξίας του ποσού του δανείου. Περαιτέρω υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι όροι για ασφάλεια ζωής και πυρός, οι οποίοι είχαν τεθεί με την επιστολή ημ. 29.2.08, απαλείφθηκαν τελικώς κατόπιν της έγκρισης της Εναγομένης. Σύμφωνα με τον όρο 4 της συμφωνίας δανείου, το ποσό του δανείου θα πληρωνόταν σε μία δόση εντός 30 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η αποπληρωμή του δανείου έγινε λίγες μέρες μεταγενέστερα, ήτοι στις 10.4.08, λόγω της καθυστέρησης επίλυσης του ζητήματος των όρων για την ασφάλεια ζωής και πυρός, και με τη σύμφωνη γνώμη και συγκατάθεση και των δύο πλευρών. Εδώ κρίνεται κατάλληλο το σημείο να λεχθεί ότι οι όποιες λανθασμένες καταγραφές του ποσού του δανείου και του χρόνου έναρξης αποπληρωμής, όπως αναλύονται ανωτέρω, αποτελούν απλά τυπογραφικά λάθη ενώ σαφώς ήταν σε πλήρη γνώση και των δύο μερών ότι το δάνειο αφορούσε σε JPY25.000.000 και ότι η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα δύο έτη μετά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ημ. 6.3.08, ήτοι στις 31.3.10, όπως ρητώς αναφέρεται στη συμφωνία (όροι 1 και 5). Άλλωστε ο Ενάγων υπέγραψε όλα τα έγγραφα και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε είτε για το ποσό του δανείου είτε για τους όρους αυτού παρά μόνο, πολύ αργότερα, και συγκεκριμένα για τους όρους δύο έτη αργότερα, ήτοι το 2010 και για το ποσό τρία έτη αργότερα, ήτοι το 2011. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων, πριν καν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, ζήτησε όπως το ποσό του δανείου μετατραπεί και κατατεθεί σε ευρώ. Η Εναγομένη συμμορφώθηκε πλήρως με το αίτημα του Ενάγοντος, εξ ου και παραχώρησε το ποσό του δανείου των JPY25.000.000, το οποίο και κατέθεσε στον λογαριασμό του Ενάγοντος υπ΄ αρ. 98-03, και ακολούθως στις 10.4.08 το μετέτρεψε σε €155.101,55 με βάση την ισοτιμία της ημέρας, ήτοι JPY160,54 προς €1, και κατέθεσε αυτό στον λογαριασμό ταμιευτηρίου του Ενάγοντος υπ΄ αρ. .98-00. Η σχετική κατάθεση φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7. Άλλωστε αυτή η κατάθεση δεν αμφισβητήθηκε και επομένως καταρρίπτεται η εισήγηση του Ενάγοντος στην αγόρευση του ότι δεν δόθηκαν οι σχετικές πληροφορίες σε αυτόν για την εν λόγω κατάθεση κατά παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Η δυνατότητα μετατροπής του ποσού του δανείου σε άλλο συνάλλαγμα προβλέπεται από την ίδια τη συμφωνία δανείου και ειδικότερα τον όρο 27 ο οποίος αναφέρει ότι «The Borrower hereby acknowledges that it has been advised of the risk involved in borrowing in a currency different form that in which the proceeds of the drawdowns of the Loan may be deployed or from that of the income or assets which may be used for repayment.». Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση του Ενάγοντος ότι η συμφωνία προέβλεπε τη μετατροπή του ποσού του δανείου μόνο σε US$, Αγγλικές Στερλίνες, JPY ή Ελβετικά Φράγκα, τα οποία εμπίπτουν εντός της ερμηνείας του όρου «optional currency». Ο όρος 10 παρέχει τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε μέρος σε οποιοδήποτε στάδιο να αιτηθεί γραπτώς τη μετατροπή του δανείου σε ένα επιλεγόμενο νόμισμα και προνοεί ότι δεν δύναται η μετατροπή αυτού σε πέραν του ενός νομίσματος κατά τον ίδιο χρόνο, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει τη δυνατότητα μετατροπής του ποσού του δανείου (το οποίο σημειώνεται είχε ήδη παραχωρηθεί στον Ενάγοντα σε JPY) σε ευρώ και κατάθεσης του σε άλλο λογαριασμό. Εν πάση περιπτώσει από τη στιγμή που ο ίδιος ο δανειολήπτης αιτήθηκε τη μετατροπή του ποσού σε ευρώ και η Εναγομένη εκπλήρωσε αυτό το αίτημα, τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει τροποποίηση του συγκεκριμένου όρου της συμφωνίας κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο πλευρών. Αποτελεί επίσης κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι η χρέωση εξόδων μεταφοράς ποσού €622,88 τελικώς αφαιρέθηκε κατόπιν διαμαρτυρίας του Ενάγοντος και απόφασης της Εναγομένης. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και όπως αναφέρεται στην επιστολή ημ. 29.2.08, το δάνειο θα παραχωρείτο για τον σκοπό ανέγερσης κατοικίας. Ως ήταν η πρακτική της Εναγομένης και ήταν σε γνώση του Ενάγοντος, το ποσό θα αποδεσμεύετο και παραχωρείτο στον Ενάγοντα με την προσκόμιση των απαραίτητων αποδεικτικών εγγράφων προς τον σκοπό του δανείου. Υπενθυμίζεται ότι η γνώση του Ενάγοντος συνάγεται και από την παρουσίαση της πολεοδομικής άδειας, πριν τη μετατροπή και κατάθεση του ποσού του δανείου σε ευρώ, και από το αίτημα του ιδίου ημ. 5.8.09 για αποδέσμευση ποσού, στο οποίο θα γίνει αναφορά και κατωτέρω. Είναι εμφανές και από την όλη μετέπειτα συμπεριφορά του Ενάγοντος ότι αυτός γνώριζε και κατανόησε πλήρως τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Η εισήγηση στην αγόρευση του Ενάγοντος ότι η επίδικη συμφωνία δανείου σε ξένο συνάλλαγμα περιέχει καταχρηστικές ρήτρες δεν κρίνεται βάσιμη. Προς υποστήριξη αυτής της εισήγησης ο Ενάγων παραπέμπει στην υπόθεση του ΔΕΕ Árpád Kásler, Hajnalka Káslerné Rábai v. OTP Jelzálogbank Zrt, C-26/13, ημ. 30.4.14. Θεωρώ ορθή την τοποθέτηση του δικηγόρου της Εναγομένης ότι αυτή η απόφαση δεν υποστηρίζει τη θέση του Ενάγοντος. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τη σύμβαση δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και λέχθηκε ότι συμβάσεις μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δυνάμει της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ περιέχουν καταχρηστική ρήτρα όταν αυτή αφορά την ισοτιμία του συναλλάγματος και δεν είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό στον δανειζόμενο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι: οι όροι «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» καλύπτουν ρήτρα συμβάσεως δανείου συνομολογηθείσας σε ξένο νόμισμα και συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας η τιμή πωλήσεως του ξένου νομίσματος εφαρμόζεται προς τον σκοπό του υπολογισμού των δόσεων αποπληρωμής του δανείου, μόνο σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η εν λόγω ρήτρα ορίζει κύρια παροχή της συμβάσεως αυτής και η οποία, ως τέτοια, χαρακτηρίζει τη σύμβαση, πράγμα το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει λαμβανομένης υπόψη της φύσεως, της όλης οικονομίας και των ρητρών της συμβάσεως, καθώς και του νομικού και πραγματικού πλαισίου της· . Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι όσον αφορά συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνο οι ρήτρες να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η επίμαχη ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που τα ανωτέρω συνεπάγονται γι' αυτόν.» Κατ΄ αρχάς το επίδικο δάνειο δεν φαίνεται να αποτελεί σύμβαση με καταναλωτή εντός της ερμηνείας του όρου στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, άρθρο 2, καθότι αυτό έγινε για σκοπούς αξιοποίησης και πώλησης κατοικιών, κάτι το οποίο παραπέμπει σε επαγγελματική δραστηριότητα, όπως άλλωστε ρητώς παραδέχθηκε ο Ενάγων κατά την αντεξέταση του. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει αβίαστα πως ο Ενάγων είχε πλήρη γνώση για τη φύση του δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και τους συναλλαγματικούς κινδύνους καθώς επίσης και για τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζεται από την όλη συμπεριφορά του Ενάγοντος. Ειδικότερα, ο ίδιος ο Ενάγων υπέβαλε αίτημα για τη μετατροπή του ποσού του δανείου αμέσως με την παραχώρηση του, υπέβαλε αίτημα για την κατάθεση του ποσού σε λογαριασμό με ψηλότερο επιτόκιο και οδηγίες όπως ο τόκος πιστώνεται έναντι του οφειλόμενου ποσού του δανείου, έδωσε οδηγία για τη μετατροπή του ποσού σε περίπτωση συγκεκριμένης ισοτιμίας και ζήτησε αποδέσμευση ποσού για σκοπούς πληρωμής εργασιών αξιοποίησης του υπό κρίση ακινήτου. Τα πιο πάνω δεδομένα σαφώς διαφοροποιούν την υπό κρίση περίπτωση με αυτά στην προαναφερόμενη Ευρωπαϊκή υπόθεση. Επιπλέον χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Ruxandra Paula Andriciuc κ.ά. v. Banca Românească SΑ, C-186/16, ημ. 20.9.17, στην οποία υιοθετήθηκαν οι πιο πάνω αρχές και αναφέρθηκαν και τα εξής: «. το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό επιτάσσει, στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα βάσει της οποίας η εξόφληση του δανείου πρέπει να γίνει στο ίδιο ξένο νόμισμα με εκείνο στο οποίο αυτό συνομολογήθηκε πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπικής και γραμματικής απόψεως όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμά της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στους αναγκαίους σχετικούς ελέγχους. . . το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει να γίνεται με βάση τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων τις οποίες μπορούσε να γνωρίζει ο επαγγελματίας κατά τον χρόνο αυτόν και οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, και ιδίως λαμβανομένων υπόψη της εξειδικεύσεως και των γνώσεων του επαγγελματία, εν προκειμένω της τράπεζας, σχετικά με τις πιθανές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων της συνομολογήσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, την ύπαρξη ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας, υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.» Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγων υπέβαλε αίτημα όπως το ποσό του δανείου σε JPY μετατραπεί σε ευρώ και κατατεθεί σε λογαριασμό ταμιευτηρίου στο όνομα του, όπως και έγινε. Ακολούθως υπέβαλε αίτημα όπως το ποσό του λογαριασμού ταμιευτηρίου κατατεθεί σε λογαριασμό τρίμηνης προειδοποίησης για να αποφέρει τόκο προς 4,3%. Επειδή αυτό δεν ήταν δυνατό, τελικώς η Εναγομένη δέχθηκε και στις 2.6.08 μετέφερε το ποσό των €152.626,92 σε γραμμάτιο τρίμηνης προθεσμίας με ψηλότερο επιτόκιο, ήτοι 4,4%. Προς τούτο ο ΜΥ1 ενημέρωσε τον Ενάγοντα γραπτώς μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος ημ. 2.6.08, Τεκμήριο 39. Ο Ενάγων σαφώς και αποδέχθηκε κάτι τέτοιο εφόσον μάλιστα έδωσε οδηγίες όπως οι τόκοι του γραμματίου στη λήξη του να μεταφέρονται στον λογαριασμό δανείου. Απόδειξη τούτου είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντος προς την Εναγομένη ημ. 2.6.08, Τεκμήριο 35, με το οποίο υπενθυμίζεται ότι ζητά όπως οι τόκοι του λογαριασμού ανά τρίμηνο μεταφέρονται στο δάνειο σε Γεν. Με επιστολή ημ. 8.10.08, Τεκμήριο 33, προς τον ΜΥ1 και την κα Δ, ο Ενάγων τους έδινε εντολή για μεταφορά από τον λογαριασμό του γραμματίου του ποσού των €76.000 στον λογαριασμό .98-03 με ρητές οδηγίες όπως αυτή η μεταφορά εκτελεσθεί «μόνον όταν η ισοτιμία Γεν ανά Ευρώ γίνει μεγαλύτερη από 164,5Υ/Ε». Τέτοια μεταφορά δεν έγινε λόγω του ότι δεν επήλθε η ζητηθείσα ισοτιμία. Στις 5.8.09 ο Ενάγων υπέβαλε άλλο αίτημα, Τεκμήριο 32, για αποδέσμευση ποσού €1.540 από τον λογαριασμό «.998-06 για σκοπούς πληρωμής χωρομέτρη (τοποθέτηση συνόρων) και εργολάβου χωματουργικών στο έργο Τριμίκληνη». Το ποσό αποδεσμεύτηκε και μεταφέρθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό του Ενάγοντος. Με βάση δε τα ευρήματα του Δικαστηρίου, την ίδια μέρα έκλεισε ο λογαριασμός γραμματίου και ανοίχθηκε νέος λογαριασμός γραμματίου κατά €1.540 λιγότερα, Τεκμήρια 47-49. Επομένως, διαφαίνεται ότι η συμφωνία δανείου η οποία αφορούσε το ποσό των JPY25.000.000 για τον σκοπό ανέγερσης κατοικίας είχε εκπληρωθεί από την Εναγομένη σύμφωνα με τις οδηγίες του Ενάγοντος, με την εκταμίευση του ποσού σε JPY και ακολούθως τη μετατροπή και κατάθεση του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ ενώ ακολούθως η Εναγομένη ικανοποιούσε τα αιτήματα του Ενάγοντος με τη μεταφορά του ποσού σε άλλον λογαριασμό ο οποίος απέφερε ψηλότερο τόκο για τον ίδιο (και ο οποίος πιστώνετο έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου) ενώ αποδέσμευσε ποσό για σκοπούς του δανείου. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και ειδικότερα τον όρο 5 της συμφωνίας δανείου ημ. 6.3.08, η αποπληρωμή του δανείου θα ξεκινούσε δύο έτη μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ήτοι στις 31.3.10. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ουδεμία πρόοδος ή εργασία τελικώς έγινε αναφορικά με τον σκοπό του δανείου και πως ουδεμία πληρωμή είχε γίνει έναντι αυτού μετά την έναρξη της περιόδου αποπληρωμής του, ήτοι από τις 31.3.10, πλην κάποιων ποσών μεταξύ 2.9.08 μέχρι και 7.5.10, τα οποία αντιπροσώπευαν τους τόκους του γραμματίου όπως φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 57. Εξ ου και στα πλαίσια της αλληλογραφίας μεταξύ των μερών, με επιστολές της ημ. 6.8.10 και 27.8.10, Τεκμήρια 14 και 19 αντίστοιχα, η Εναγομένη κάλεσε τον Ενάγοντα να ξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο και λόγω της μη συμμόρφωσης του στις 29.10.10 προέβη σε συμψηφισμό, Τεκμήριο 57, και την 1.11.10 απέστειλε στον Ενάγοντα επιστολή τερματισμού του δανείου, Τεκμήριο 22. Η δυνατότητα συμψηφισμού έναντι του οφειλόμενου υπόλοιπου με οποιοδήποτε ποσό σε άλλο λογαριασμό του Ενάγοντος προβλέπεται ρητώς στον όρο 18 της συμφωνίας δανείου, και επομένως η Εναγομένη είχε κάθε δικαίωμα να προβεί σε αυτόν. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης πως από τη στιγμή που η συμφωνία δανείου είχε τερματιστεί από την 1.11.10 από την Εναγομένη, τότε δεν μπορούσε να επέλθει άλλος τερματισμός αυτής και ειδικότερα από πλευράς Ενάγοντος μέσω της επιστολής του δικηγόρου του ημ. 1.3.11, Τεκμήριο 20. Με άλλα λόγια δεν νοείται τερματισμός μιας συμφωνίας από ένα μέρος, της ήδη τερματισθείσας από το άλλο μέρος. Αλλά και αν υπάρξει, αυτονόητο είναι πως δεν επιφέρει έννομες συνέπειες στις περιπτώσεις που έχει προηγηθεί νόμιμος τερματισμός από αντισυμβαλλόμενο. Το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης ότι η συμφωνία υποθήκης ήταν και εξακολουθεί να είναι έγκυρη και δεσμευτική εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο. Αυτή αφορούσε το μέγιστο ποσό των JPY27.500.000 πλέον τόκο και έξοδα. Η εισήγηση του Ενάγοντος στην αγόρευση του ότι η σύμβαση υποθήκης αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου βάσει του άρθρου 80 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, κρίνεται παντελώς αβάσιμη. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Εναγομένη έχει εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας δανείου προς τον Ενάγοντα και ότι σε σχέση με την ανταπαίτηση της έχει καταδειχθεί (
  8. i)η σύναψη της συμφωνίας παροχής δανείου, (
  9. ii)η παράβαση των όρων αυτής από πλευράς Ενάγοντος και (iii) ο τερματισμός της, στοιχεία ούτως ή άλλως απαραίτητα για απόδειξη αξίωσης τραπεζικού χρέους, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Παραμένει προς εξέταση η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου. Ο όρος 9 της συμφωνίας δανείου προνοούσε για τη χρέωση τόκου ο οποίος και καθοριζόταν, ήτοι το περιθώριο 2,50% επί του ετησίου Libor όπως καθοριζόταν από τον Αγγλικό Σύνδεσμο Τραπεζιτών και φαίνεται στη σελίδα Reuters κατά τις 11:00 ώρα Αγγλίας, δύο εργάσιμες μέρες πριν την έναρξη της περιόδου του τόκου, και το οποίο κατά τις 29.2.08 ανερχόταν στο ετήσιο Libor προς 1,350%, το περιθώριο προς 2,5% και το συνολικό επιτόκιο προς 3,850%. Στη συμφωνία καθοριζόταν επίσης το εμπορικό έτος αποτελούμενο από 360 μέρες και ότι το τόκος θα υπολογιζόταν και κεφαλαιοποιείτο στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί το γνήσιο της κατάστασης λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό. Ταυτόχρονα, έχει γίνει και αναδομημένη κατάσταση στην οποία βασικά έχει χρεωθεί μόνο το επιτόκιο όπως αυτό προβλέπεται στη συμφωνία δανείου, ακόμα και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας παρόλο που στην επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 22, αναγράφεται ότι από τον τερματισμό το χρεωστικό επιτόκιο του λογαριασμού αυξάνεται σε 13%. Η συμφωνία δανείου περιέχει όρο ως προς το ότι η όποια αλλαγή του περιθωρίου και του τόκου θα είναι δεσμευτική στον πελάτη ο οποίος λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση του ή με οποιονδήποτε τρόπο ήταν κατάλληλος για τον δανειστή, ήτοι την Εναγομένη. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη και αξιόπιστη θέση της ΜΥ4, αυτός ο όρος πληρούται εφόσον το επιτόκιο ανακοινωνόταν στην ιστοσελίδα Reuters και αυτό απεικονίζεται στην κατάσταση, Τεκμήριο 58, για τη χρονική περίοδο από τις 31.12.07 μέχρι και τις 17.7.
  2. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται ότι η χρέωση του τόκου, η οποία δεν περιλαμβάνει χρέωση τόκου υπερημερίας μέχρι και τον τερματισμό, ως επίσης και η χρήση της ισοτιμίας για τη μετατροπή έγιναν καθόλα νόμιμα, όπως επεξήγησε η ΜΥ4 αναλυτικά και πειστικά σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού δανείου περιέχει τις ορθές χρεώσεις και επομένως το παρουσιαζόμενο ποσό είναι ορθό και νομίμως οφειλόμενο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το ύψος του οφειλόμενου ποσού είναι αυτό που περιέχεται στην αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 57, το οποίο και παραμένει απλήρωτο. Όπως έχει ήδη λεχθεί στον όρο 13.1 της συμφωνίας δανείου γίνεται πρόνοια για τόκο υπερημερίας 3,5% ο οποίος αντιπροσωπεύει τη ζημιά της Τράπεζας. Ειδικότερα στον όρο 13.1 αναφέρονται τα εξής: «Acknowledging the fact that in the event of a failure (regardless for which reason) by the Borrower to pay any sum including interest on the date on which such sum is due and payable pursuant to this Agreement, the Lender shall bear loss and damages arising, inter alia, from increase in operational costs, loss of the Lender's ability to reposition the amount of the delayed instalment(s) in the market and the increased cost of capital incurred by the Lender, it is agreed that in such an event, the Borrower shall pay overdue interest on such sum form the date of such failure up to the date of actual payment at 3,50% over and above the interest rate as stated in Clause 9 above.» Παρόλο που η ΜΥ4 παρέπεμψε στον όρο 13.1 της συμφωνίας, εντούτοις η ίδια χρέωσε τόκο υπερημερίας από τον τερματισμό και μετέπειτα προς 2% ως η ζημιά της Τράπεζας. Επομένως, και παρόλο που η συμφωνία προέβελεπε τόκο υπερημερίας προς 3,5% θεωρώ ότι η Εναγομένη έχει καταδείξει και δικαιούται ως τη ζημιά της τόκο υπερημερίας σε ποσοστό του 2%. Σχετικά παραπέμπω στις πρόνοιες του άρθρου 3(1β) των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Ν.160(I)/99 το οποίο προνοεί ως εξής: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Σχετική είναι η υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), Πολ. Έφ. 1/10, ημ. 8.7.14 στην οποία βεβαίως επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι αυτός προβλεπόταν στη συμφωνία μεταξύ των μερών και αντιπροσώπευε την πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Εδώ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, η ίδια η Εναγομένη θεωρεί ότι η ζημιά της ανέρχεται στο 2% την οποία και απέδειξε εγκαταλείποντας το ποσοστό της σχετικής πρόνοιας στη συμφωνία. Επιπλέον είναι σημαντικό να λεχθεί ότι από την ημερομηνία της κατάστασης, Τεκμήριο 57, ήτοι 30.9.19, δεν έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με το βασικό επιτόκιο ούτως ώστε το Δικαστήριο να το γνωρίζει αυτό. Επομένως το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή από του να λάβει υπόψιν το χαμηλότερο συνολικό επιτόκιο (το οποίο συμπεριλαμβάνει και τον τόκο υπερημερίας προς 2%) όπως φαίνεται στην κατάσταση από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι και την ημ. 30.9.19, το οποίο είναι προς 4.58970%. Από τη στιγμή που έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου δυνάμει της συμφωνίας δανείου για την οποία έχει παραχωρηθεί η υποθήκη Υ..78/08 ως εξασφάλιση, τότε σαφώς αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την είσπραξη της οφειλής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του ενώ η εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την ανταπαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό με τη διαφοροποίηση του επιτοκίου ως αναλύεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου η απαίτηση του Ενάγοντος απορρίπτεται. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένου για το ποσό των JPY13.646.527,41 ή το ισόποσο σε ευρώ πλέον τόκο προς 4.58970% επί του εν λόγω ποσού από την 1.10.19 με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Επίσης εκδίδεται διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ3278/08, ήτοι της με δημόσιο πλειστηριασμό πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και της διάθεσης του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση της αξίωσης της εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, και σε περίπτωση τυχόν περισσεύματος επιστροφής αυτού στον εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην ανάλογη κλίμακα της ανταπαίτησης. Η απαίτηση απορρίπτεται. Λόγω του ότι αυτή εκδικάστηκε μαζί με την ανταπαίτηση, και χωρίς να μου διαφεύγει η αύξηση της κλίμακας της απαίτησης στις 13.11.18, θεωρώ ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την απαίτηση. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.