← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Grestproft Enterprises Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 5984/2012, 27/4/2020

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Grestproft Enterprises Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 5984/2012, 27/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5984/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων Και 1. Grestproft Enterprises Ltd, από τη Λεμεσό 2. XXX Πετεβίνος, από τη Λεμεσό 3. Ebenezar Ltd, από τη Λεμεσό 4. Petevinos Properties Ltd, από τη Λεμεσό 5. G.D. Lambrou Estates Ltd πρώην Petevinos "The Resort" Ltd, από τη Λεμεσό 6. Yeola Trading Ltd, από τη Λεμεσό 7. Petevinos Developers Ltd, από τη Λεμεσό 8. XXX Μιχαήλ Κωνσταντίνου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27.4.2020 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Μαλέκκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 8: κα Χατζηξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, όπως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, αξιώνει από την εναγόμενη 8 το συνολικό ποσό των €209.703,81 με τόκο 6,5% από 28.11.2018 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης με αρ. ΥXXX/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Επισημαίνεται ότι ήδη εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 - 7 καθότι παρέλειψαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. 2. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 27.12.2006 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η ενάγουσα (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), παραχώρησε στην εναγόμενη 1 (από τώρα θα καλείται η εταιρεία), δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.265.000, η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο τροποποιήθηκε. Επιπρόσθετα στις 9.10.2007 καταρτίστηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή προσωρινού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, για το ποσό των Λ.Κ.59.900. Οι εναγόμενοι 1 - 7 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εταιρείας και για περαιτέρω εξασφάλιση η εναγόμενη 8 και η εταιρεία παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. ΥXXX/2007. Επιπρόσθετα η τελευταία εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας τα δικαιώματα της, που απορρέουν από την συμφωνία ημερ. 31.12.2005, που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτής και της εναγόμενης 8 και περαιτέρω, δυνάμει ομολόγου, επιβάρυνε την περιουσία της εταιρείας για το ποσό των Λ.Κ.20.000. Η εναγόμενη 8 στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο πάνω συμφωνίες είναι άκυρες και ανεφάρμοστες και επιπρόσθετα η σύμβαση και δήλωση υποθήκης ήταν προϊόν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων της τράπεζας. Ειδικότερα την διαβεβαίωσαν ότι η υποθήκευση του μεριδίου της ήταν τυπική και δεν διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο, περαιτέρω, ως αναφέρεται, παρέλειψαν να της δώσουν την ευκαιρία να την μελετήσει προηγουμένως και να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αναφορικά με τις συνέπειες της υποθήκης ως επίσης να της δώσουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του δανείου που εξασφάλιζε η υποθήκη. Επιπρόσθετα προβάλλει ότι οι ανανεώσεις του δανείου και η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων στην εταιρεία υπό μορφή προσωρινού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό έγιναν εν αγνοία της και χωρίς την συγκατάθεση της και κατ' επέκταση δεν την δεσμεύουν και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι η υποθήκη είναι έγκυρη, το ποσό για το οποίο πιθανόν να δεσμεύεται είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό που αξιώνεται. Περαιτέρω, η εναγόμενη 8 ισχυρίζεται ότι η τράπεζα επέδειξε αμέλεια και/ή παραβίασε τα νόμιμα καθήκοντα της, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η τράπεζα δεν παρακολουθούσε τις πωλήσεις των διαμερισμάτων στην πολυκατοικία και δεν μεριμνούσε ώστε το προϊόν πώλησης του κάθε διαμερίσματος να κατατίθεται στο λογαριασμό του δανείου, παρέλειψε να υλοποιήσει την συμφωνία εκχώρησης, ανανέωσαν το δάνειο χωρίς προηγουμένως να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να εξακριβώσουν ότι διαμέρισμα είχε ήδη πωληθεί και χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν αφερέγγυα. Έτσι, ανταπαιτητικώς αξιώνει απόφαση ότι η πιο πάνω υποθήκη σε όση έκταση αφορά το μερίδιο της εναγόμενης 8 είναι άκυρη και διαζευκτικά επιζητεί απόφαση ότι οι ανανεώσεις του δανείου και επιπρόσθετα η συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή προσωρινού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό δεν την δεσμεύουν. 3.1 Τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν κατόπιν σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες, τους κ. XXX Άδωνη, ΧXX Χριστοδούλου, XXX Χατζημιλτή, υπάλληλοι της τράπεζας και την κα XXX Μιχαηλίδου η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, όπως αναδύονται από τη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων, έχουν ως ακολούθως: 3.2 Η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός, δεόντως εγγεγραμμένος (βλ. Τεκ. 1). Στις 31.12.2005 συνομολογήθηκε συμφωνία αντιπαροχής με την οποία η εναγόμενη 8 πώλησε στην εταιρεία τα 354/504 μερίδια του ακινήτου της και σε αντάλλαγμα η τελευταία, με δικά της έξοδα, θα ανήγειρε πολυκατοικία και θα μεταβίβαζε σε αυτήν δύο διαμερίσματα, δύο καλυμμένους χώρους στάθμευσης και δύο αποθήκες (βλ. Τεκ. 13). 3.3 Η τράπεζα ενέκρινε αιτήματα της εταιρείας για δανειοδότηση με σκοπό την ανέγερση της πιο πάνω πολυκατοικίας (βλ. Τεκ. 2) ως επίσης και την παραχώρηση άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Τεκ. 3 και 4). Έτσι, στις 27.12.2006 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.265.000 (βλ. Τεκ. 5). Η πιο πάνω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων ότι: (
  2. i)το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,5%, αφού το βασικό επιτόκιο ήταν 4,5% πλέον προσαύξηση 2%. (
  3. ii)το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν γινόταν απαίτηση θα ήταν πληρωτέο την 3.1.2011, με μία μόνο δόση ενός εφάπαξ ποσού που θα ήταν τέτοιο ώστε να εξοφλήσει πλήρως το υπόλοιπο του δανείου πλέον τους τόκους και τα έξοδα (βλ. Τεκ. 5). Στο μεταξύ, οι εναγόμενοι 1 και 8 με επιστολή τους ημερ. 27.12.2006 δήλωναν στην τράπεζα ότι η υποθήκη που θα παραχωρούσαν θα εξασφάλιζε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας που αναφέρονται στο έγγραφο υποθήκης είτε είναι παρούσες ή μελλοντικές και ειδικότερα θα εξασφάλιζε και το πιο πάνω δάνειο (βλ. Τεκ. 9). Επιπρόσθετα δε η εταιρεία κοινοποίησε στην τράπεζα σχετικές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της, αναφορικά με την παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Τεκ. 10, 11 και 12). Ακολούθως η εταιρεία και η εναγόμενη 8 για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου παραχώρησαν στις 3.1.2007 προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη ΥΧΧΧ/2007, η οποία αφορούσε το πιο πάνω συνιδιόκτητο ακίνητο τους και με αυτή δήλωναν ότι οφείλουν να καταβάλουν «. σε πρώτη ζήτηση το ποσό των Λ.Κ.300.000 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των Λ.Κ.300.000, προς κυμαινόμενο 6,50 τα εκατόν από τις 3.1.2007 .». Η πιο πάνω σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου διεπόταν από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου υποθήκης το οποίο διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη και/ή του ενυπόθηκου οφειλέτη προς την τράπεζα είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση και σε πρώτη ζήτηση και από την στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποχρεώνεται προσωπικά να πληρώσει όλο το ποσό. Σε περίπτωση δε που παραλείψει να το πράξει, η τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει (βλ. όρους 3 και 5 του Τεκ. 16). Η εταιρεία, για περαιτέρω εξασφάλιση, με γραπτή συμφωνία ημερ. 27.12.2006 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από την συμφωνία αντιπαροχής που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτής και της εναγόμενης 8 και η τελευταία υπογράφοντας αναγνώρισε ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της ως επίσης διαβεβαίωσε την τράπεζα, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται άλλη προγενέστερη εκχώρηση (βλ. Τεκ. 17). 3.4 Ακολούθως στις 9.10.2007 κατόπιν γραπτής συμφωνίας, η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία πιστωτικές διευκολύνσεις με την μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, με τους όρους που περιγράφονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 6), αφού προηγουμένως υποβλήθηκε σχετικό αίτημα το οποίο εγκρίθηκε (βλ. Τεκ. 3) και επαναβεβαιώθηκαν οι ήδη παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις (βλ. Τεκ. 4). Η εταιρεία και η εναγόμενη 8 με επιστολή τους ημερ. 9.10.2007, αναγνώριζαν ότι η πιο πάνω υποθήκη εξασφαλίζει όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο έγγραφο υποθήκης και ειδικότερα το αρχικό δάνειο ημερ. 27.12.2006 ως επίσης και το πιο πάνω όριο υπερανάληψης σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.59.900 (βλ. Τεκ. 14). Επιπρόσθετα η εταιρεία κοινοποίησε στην τράπεζα σχετική απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου (βλ. Τεκ. 15). 3.5 Η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 8.11.2011 ζητούσε από την εταιρεία όπως εξοφλήσει όλες τις καθυστερημένες οφειλές σε σχέση με τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σε αυτήν και στην περίπτωση που παρέλειπε να το πράξει μέχρι την 28.11.2011, τότε θα προχωρούσε με τον τερματισμό των συμφωνιών (βλ. Τεκ. 18). Ενόψει της πιο πάνω παράλειψης της εταιρείας, η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 28.11.2011 τερμάτισε την συμφωνία δανείου ημερ. 27.12.2006 και καλούσε την εταιρεία όπως καταβάλει το ποσό των €155.282,54 ως επίσης και το ποσό των €8.745,13 (συσσωρευμένους τόκους από 1.7.2011 - 28.11.2011) πλέον τόκο 13,6% από 28.11.2011 μέχρι εξόφλησης (βλ. Τεκ. 24). Περαιτέρω με άλλη επιστολή, της ίδιας ημερομηνίας, τερμάτισε την συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού (βλ. Τεκ. 19). Επιπρόσθετα η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 28.11.2019, η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 8 την επόμενη ημέρα, την πληροφορούσε ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας προς την τράπεζα έχουν καταστεί απαιτητές και πληρωτέες και ενόψει ότι εξασφαλίζονται με την πιο πάνω υποθήκη, την καλούσαν όπως εντός 15 ημερών καταβάλει το ποσό των €155.282,54 πλέον τόκους 13,6% από 28.11.2011 μέχρι εξόφλησης ως επίσης και συσσωρευμένους τόκους (βλ. Τεκ. 20). 3.6 Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας αντιπαροχής εκδόθηκαν χωριστά πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα της εναγόμενης 8 (βλ. Τεκ. 21). Η εταιρεία παρέδωσε στην εναγόμενη 8 το αντάλλαγμα της αντιπαροχής και τα διαμερίσματα, ως ανέφερε η τελευταία, τα ενοποίησε. 3.7 Οι εναγόμενοι 1 - 7 παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση και κατόπιν σχετικής αίτησης, στις 8.3.2013 και στις 26.6.2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 - 7, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €164.027,65 πλέον τόκο 13,6% από 28.11.2011 μέχρι εξόφλησης πλέον €2.352,07 πλέον τόκο 12,01% από 28.11.2011 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο ως επίσης, μεταξύ άλλων, εκδόθηκε και διάταγμα εναντίον της εταιρείας για εκποίηση της πιο πάνω υποθήκης που παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας (βλ. Τεκ. 7 και 8). 4. Ο κ. XXX Άδωνη, υπάλληλος της τράπεζας, επισήμανε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών και ήταν υπεύθυνος για την εποπτεία των λογαριασμών των εναγόμενων. Είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω έγγραφα τα οποία παρουσίασε (βλ. Τεκ. 1-21). Δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην παραχώρηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων και τα όσα σχετικά ανέφερε προέρχονταν από την μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Διευκρίνισε ότι οι υποθέσεις έρχονται στο τμήμα όπου υπηρετεί μετά που θα τερματιστούν οι συμφωνίες. Αντεξεταζόμενος, επισήμανε ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εναγόμενων 1 - 7 και δεν έγινε οποιαδήποτε κατάθεση. 5. Η κα ΧXX Χριστοδούλου, υπάλληλος της τράπεζας, επισήμανε ότι το τμήμα της, την 14.11.2006, ενέκρινε την χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων στην εταιρεία με εξασφαλίσεις που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την εγγραφή υποθήκης για το ποσό των Λ.Κ.300.000 (βλ. Τεκ. 2). Η εταιρεία, αποδέχτηκε τους όρους που τέθηκαν από την τράπεζα και παρέδωσε σχετικά αποσπάσματα συνεδρίας του διοικητικού της συμβουλίου (βλ. Τεκ. 10, 11, 12 και 15). Ακολούθως, στις 27.12.2006, συνομολογήθηκε η συμφωνία δανείου για το ποσό των Λ.Κ.265.000, στην οποία υπέγραψε ως μάρτυρας (βλ. Τεκ. 5). Η εταιρεία και η εναγόμενη 8 στις 27.12.2006 υπέγραψαν δήλωση ενυπόθηκου οφειλέτη σε σχέση με την πρόθεση τους να εγγράψουν υποθήκη προς όφελος της τράπεζας για το ποσό των Λ.Κ.300.000 πλέον τόκους, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας όπως προνοούσαν οι αποφάσεις της τράπεζας (βλ. Τεκ. 9). Η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας στην πιο πάνω δήλωση. Επισήμανε ότι η εναγόμενη 8 όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα και τους παρέδωσε την πιο πάνω δήλωση, γνώριζε ότι υποθηκεύει το ακίνητο της καθότι τόσο η ίδια όσο και ο προϊστάμενος της κ. XXX Δημοσθένους και η συνάδελφος της κα ΧXX Ματσούκα, της εξήγησαν ότι με την υπογραφή του πιο πάνω εγγράφου τους δηλώνει την πρόθεση της να υποθηκεύσει το ακίνητο της προς όφελος της τράπεζας με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Διευκρίνισε ότι η συμφωνία αντιπαροχής τους είχε ήδη παραδοθεί στην τράπεζα και έτσι γνώριζαν τα μερίδια που θα υποθήκευε ο κάθε ένας από τους εναγόμενους 1 και 8. Το πιο πάνω πρόσωπο υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία ημερ. 27.12.2016, με την οποία η εταιρεία εκχωρούσε όλα τα δικαιώματα του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου στην τράπεζα και, ως ανέφερε, η εναγόμενη 8 γνώριζε επ' ακριβώς το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου και υπέγραψε σχετική δήλωση (βλ. Τεκ. 17). Επιπρόσθετα η ίδια υπέγραψε την απόφαση της τράπεζας, με την οποία επιμηκύνθηκε η πληρωμή του δανείου και διαφοροποιήθηκε ο τόκος (βλ. Τεκ. 4). Περαιτέρω το τμήμα της ενέκρινε την χορήγηση στην εταιρεία ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και έτσι στις 9.10.2007 συνομολογήθηκε σχετική συμφωνία (βλ. Τεκ. 6). Η εναγόμενη 8 και η εταιρεία τους παρέδωσε ενυπόγραφη δήλωση ημερ. 9.10.2017 με την οποία αναγνωρίζουν ότι η πιο πάνω υποθήκη εξασφαλίζει όχι μόνο το πιο πάνω δάνειο αλλά και το όριο υπερανάληψης σε τρεχούμενο λογαριασμό. Στη μαρτυρία της επισήμανε ότι οι εναγόμενοι 2 και 8 υπέγραψαν τα έγγραφα αφού προηγουμένως ο προϊστάμενος της, τους επεξηγούσε σε συντομία το περιεχόμενο των συμφωνιών και δηλώσεων. Ήταν η θέση της ότι η εναγόμενη 8 προσερχόμενη στην τράπεζα δεν άφησε την εντύπωση ότι υποχρεώθηκε να υπογράψει τα έγγραφα και της δόθηκε χρόνος να τα μελετήσει, πριν τα υπογράψει. Αναγνώρισε ότι δεν έγιναν καταθέσεις στο δάνειο από το προϊόν της πώλησης του κάθε διαμερίσματος και ο λόγος εστιάζεται στο ότι δεν το έπραξε η εταιρεία. Δεν γνώριζε όμως γιατί δεν ενημερώθηκε σχετικά η εναγόμενη 8. Ανέφερε ότι το ποσό που αναλογεί στην εναγόμενη 8 με βάση το όλο μερίδιο του ακινήτου της που υποθήκευσε, ανέρχεται, κατά την 28.11.2011, στο ποσό των €209.680,38 και παρουσίασε σχετικό έγγραφο (βλ. Τεκ. 22). Στο στάδιο της αντεξέτασης η συνήγορος της εναγόμενης 8 ζήτησε να κατατεθεί ως τεκμήριο η κατάσταση λογαριασμού του δανείου. Η συνήγορος της τράπεζας συμφώνησε και έτσι κατατέθηκε (βλ. Τεκ. 23). Ερωτούμενη σχετικά, δεν γνώριζε το ποσοστό επιτοκίου που χρεωνόταν το επίδικο δάνειο, δηλώνοντας ότι το σύστημα της τράπεζας υπολογίζει αυτόματα τους τόκους και η ίδια δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Αναγνώρισε ότι πράγματι ο λογαριασμός χρεώθηκε με εκτιμητικά έξοδα, πλην όμως δεν γνώριζε τι ακριβώς εκτιμήθηκε. 6. Ο κ. XXX Χατζημιλτή είναι υπάλληλος της τράπεζας στο τμήμα επιχειρήσεων και γύρω στο μέσο του 2017 ανάλαβε την παρακολούθηση του συγκεκριμένου δανείου με σκοπό την είσπραξη του. Ανέφερε ότι στις 28.11.2011 η τράπεζα τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και καλούσε τον εναγόμενο 1 όπως καταβάλει συγκεκριμένο ποσό πλέον τόκους (βλ. Τεκ. 24). Επισήμανε ότι η κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23) αφορά το δάνειο και επεξήγησε ότι κατά την 31.12.2010 χρεώθηκαν τόκοι ύψους €5.540,75, ως προνοεί η σχετική συμφωνία. Στις 3.1.2011 χρεώθηκε το ποσό των €66,03 το οποίο αφορά τους τόκους για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 3.1.2011 καθότι το δάνειο έληξε. Ακολούθως στις 28.4.2011 χρεώθηκε το ποσό των €329,46 πλέον €49,42 Φ.Π.Α., τα οποία αφορούν τα έξοδα ετοιμασίας εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ακολούθως στις 30.6.2011 χρεώθηκε τόκος ύψους €5.999,95 και την 4.7.2011 χρεώθηκε το ποσό των €106,59 το οποίο αντιπροσωπεύει τόκους μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, όπου έκλεισε το δάνειο καθότι, ως ανέφερε, δόθηκαν έξι μήνες παράταση για αποπληρωμή του δανείου. Επιπρόσθετα επεξήγησε ότι το δάνειο, σε τρεις περιπτώσεις, χρεώθηκε το ποσό των €50, για τις καθυστερήσεις που υπήρχαν. Ερωτούμενος σχετικά, δεν γνώριζε το ποσοστό επιτοκίου που χρεωνόταν στο δάνειο. Παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το υπόλοιπο που εκπηγάζει από το μερίδιο της εναγόμενης 8 σε σχέση με την επίδικη υποθήκη (βλ. Τεκ. 25). Ανέφερε ότι η υποθήκη είχε εγγραφεί στις 3.1.2007 για το ποσό των Λ.Κ.300.000 (€512.580,43) και στην κατάσταση εμφανίζεται το αρχικό ποσό της υποθήκης και το επιτόκιο ύψους 6,5%. Επεξήγησε ότι έγινε κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε έξι μήνες με αποτέλεσμα κατά την 28.11.2011 να οφείλεται το συνολικό ποσό των €704.649,89 και έτσι, με βάση το μερίδιο που υποθήκευσε η εναγόμενη 8, το ποσό που οφείλεται από αυτήν ανέρχεται σε €209.703,81 πλέον τόκους 6,5% από 28.11.2011. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι καταστάσεις που παρουσιάστηκαν τόσο από τον ίδιο όσο και από την κα ΧXX Χριστοδούλου (βλ. Τεκ. 25 και 22 αντίστοιχα), αναφέρονται στην κατάσταση οφειλής που απορρέει από την υποθήκη και όχι από το δάνειο. Επισήμανε δε ότι κατάσταση που παρουσιάστηκε από τον ίδιο είναι πιο αναλυτική από αυτήν που παρουσιάστηκε από την κα ΧXX Χριστοδούλου και ότι είναι «. η κανονική κατάσταση που ετοιμάζεται από την τράπεζα για σκοπούς Δικαστηρίου .». Αναγνώρισε ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των δύο πιο πάνω καταστάσεων ύψους €23,43 και ο λόγος εστιάζεται στην διαφορετική φόρμουλα που χρησιμοποιήθηκε, πλην όμως δεν την γνώριζε. Επισήμανε ότι στις δύο πιο πάνω καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε επιτόκιο ύψους 6,5% καθότι είναι αυτό που προνοείται στο έγγραφο υποθήκης και δεν χρησιμοποιήθηκε αυτό του δανείου. Αναγνώρισε ότι η τράπεζα από το 2006 έχει μεταβάλει το βασικό της επιτόκιο σε αρκετές περιπτώσεις καθώς επίσης και το περιθώριο και γι' αυτό τον λόγο το δάνειο της εταιρείας τερματίστηκε με επιτόκιο ύψους 13,6%. Δεν ήταν όμως σε θέση να καθορίσει τις ημερομηνίες που μεταβλήθηκαν τα επιτόκια και το ύψος που διακυμάνθηκαν. Τόνισε ότι η τράπεζα, παρά το γεγονός ότι μπορούσε να μεταβάλει το επιτόκιο της υποθήκης, δεν το έπραξε. Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι το δελτίο τύπου της τράπεζας (βλ. Τεκ. 35), δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση καθότι τα προϊόντα στα οποία γίνεται αναφορά απευθύνονται σε ιδιώτες και όχι σε επιχειρήσεις. Η τράπεζα, ως ανέφερε, στα πλαίσια της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας, αποτάθηκε στο κτηματολόγιο και ζήτησε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αγοραστές διαμερισμάτων στην πολυκατοικία που ανεγέρθηκε, υπέβαλαν τις αιτήσεις/εφέσεις με αρ. XXX/2017 και XXX/2017 και η τράπεζα καταχώρισε ενστάσεις. Αναγνώρισε ότι το ποσό που εισέπραξε η εταιρεία από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων δεν το κατέθεσε στο δάνειο. 7. Η κα XXX Μιχαηλίδου εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και αναφέρθηκε στη διαδικασία εγγραφής υποθήκης στο μητρώο του κτηματολογίου. Στην προκείμενη περίπτωση επισήμανε ότι έλεγξαν το επίδικο ακίνητο και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια. Τότε κλήθηκαν ο εκπρόσωπος της τράπεζας, ο κ. XXX Πετεβίνος εκ μέρους της εταιρείας και η εναγόμενη 8 και, αφού διαπιστώθηκε η ταυτότητα τους, τότε τους διαβάστηκε η πρώτη σελίδα της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου ως επίσης τους ανέφεραν τα στοιχεία του ακινήτου και ότι υποθηκεύουν το όλο μερίδιο τους σ' αυτό. Ακολούθως, αφού συμφώνησαν, στις 3.1.2007 εγγράφηκε η υποθήκη με αρ. ΥXXX/2007 (βλ. Τεκ. 16). 8. Η εναγόμενη 8 στη μαρτυρία της αναγνώρισε ότι πράγματι στις 31.12.2005 συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία αντιπαροχής με την εναγόμενη 1 εταιρεία. Η τελευταία, για την υλοποίηση της πιο πάνω συμφωνίας και την ανέγερση της πολυκατοικίας, αποτάθηκε στην τράπεζα για να λάβει δάνειο. Έτσι, στις 27.12.2006 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα παραχώρησε δάνειο στην εταιρεία ύψους Λ.Κ.265.000, το οποίο θα ήταν πληρωτέο στις 3.1.2011 με μία δόση ενός εφάπαξ ποσού. Επιπρόσθετα, διαλάμβανε ότι σε περίπτωση που η εταιρεία πωλούσε οποιοδήποτε μέρος του ακινήτου τότε ποσοστό 100% της κάθε πώλησης έπρεπε να κατατεθεί έναντι του δανείου (βλ. Τεκ. 5). Ήταν η θέση της ότι η τράπεζα θα έπρεπε να εποπτεύει τις πωλήσεις και να εισπράττει τις πληρωμές, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Η εναγόμενη 8 αναγνώρισε ότι πράγματι παραχώρησε στις 3.1.2007, προς όφελος της τράπεζας, την υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧ/2007 (βλ. Τεκ. 16). Αναφορικά με τις συνθήκες παραχώρησης των εξασφαλίσεων, επισήμανε ότι η τράπεζα απαίτησε τόσο από την ίδια όσο και από την εταιρεία την παραχώρηση υποθήκης καθότι δεν υπήρχαν ξεχωριστοί τίτλοι του ακινήτου και ως της ανέφεραν, η υποθήκευση ολόκληρου του μεριδίου της ήταν υποχρεωτική. Ισχυρίστηκε ότι ως της επεξήγησαν, το μερίδιο της δεν θα διέτρεχε κίνδυνο αφού το δάνειο θα εξοφλείτο από τις εισπράξεις από την πώληση των διαμερισμάτων. Οι υπάλληλοι της τράπεζας την έπεισαν ότι δεν διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο και ότι η διαδικασία ήταν τυπική και προκαθορισμένη για όλες τις περιπτώσεις δανειοδότησης και το ζήτημα ήταν διαδικαστικό. Επιπρόσθετα της ανέφεραν ότι η συμφωνία δανείου προνοούσε ότι το 100% από το προϊόν πώλησης των διαμερισμάτων θα κατατίθετο στο δάνειο και έτσι καθησυχάστηκε. Κάτω από τις πιο πάνω περιστάσεις, υπέγραψε την δήλωση ημερ. 27.12.2006, με την οποία αναγνώριζε ότι η υποθήκη που θα παραχωρούσε θα εξασφάλιζε όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο σχετικό έγγραφο υποθήκης είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές και ειδικότερα αναγνώριζε ότι με την υποθήκη θα εξασφαλιζόταν και το πιο πάνω δάνειο των Λ.Κ.265.000 (βλ. Τεκ. 9). Δεν της δόθηκε, ως ισχυρίστηκε, η ευκαιρία να διαβάσει τα έγγραφα αλλά ούτε και της επεξηγήθηκαν οι σχετικοί όροι, τους οποίους αντιλήφθηκε σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο όταν της αποσαφηνίστηκαν από τους δικηγόρους της. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η εταιρεία με γραπτή συμφωνία εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από την συμφωνία αντιπαροχής (βλ. Τεκ. 17). Η εναγόμενη 8 αναγνώρισε ότι πράγματι υπέγραψε την πιο πάνω συμφωνία, ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της και επιπρόσθετα δήλωσε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη εκχώρηση επί του κτήματος και ότι θα κοινοποιήσει αμέσως στην τράπεζα τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται δυνατή η μεταβίβαση του κτήματος και ότι θα μεταβιβάσει το κτήμα στο πρόσωπο που θα υποδείξει η τράπεζα. Επισήμανε ότι υπέγραψε το πιο πάνω έγγραφο νομιζόμενη ότι αφορούσε την συμφωνία υποθήκης και δεν της επεξηγήθηκε ότι πρόκειτο για διαφορετική εξασφάλιση. Επιπρόσθετα, αναφορικά με τα δύο πιο πάνω έγγραφα (βλ. Τεκ. 9 και 17), δήλωσε ότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία να τα διαβάσει και να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Δεν της επεξήγησαν, ως ανέφερε, τους όρους των συμφωνιών και τις συνέπειες αυτών. Τα πιο πάνω έγγραφα αποτελούνταν από προδιατυπωμένους όρους που είχε υποβάλει η τράπεζα και δεν μπορούσαν να τύχουν διαπραγμάτευσης, όπως της ξεκαθάρισαν. Περαιτέρω δε επισήμανε ότι η τράπεζα παρέλειψε να της δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το επιτόκιο και τις επιβαρύνσεις που θα χρεωνόταν το δάνειο. Στη μαρτυρία της επισήμανε ότι όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας που ανεγέρθηκαν στο ακίνητο πωλήθηκαν και εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για κάποια από αυτά (βλ. Τεκ. 26 και 28 αντίστοιχα). Οι αγοραστές πλήρωσαν το τίμημα αγοραπωλησίας (βλ. Τεκ. 29) και ειδικότερα επί τούτου διευκρίνισε ότι η μητέρα της, XXX Κωνσταντίνου, κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.55.200 προς πλήρη εξόφληση (βλ. Τεκ. 27). Η τράπεζα όμως, ως ανέφερε, δεν συμμορφώθηκε με την συμφωνία δανείου αλλά και τα όσα σχετικά της δήλωσαν, αφού το προϊόν πώλησης των διαμερισμάτων δεν κατατίθετο στο δάνειο, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην εξοφληθεί αλλά και να αυξηθεί (βλ. Τεκ. 23). Αναγνώρισε ότι πράγματι υπέγραψε την επιστολή ημερ. 9.10.2017, με την οποία δήλωνε ότι η υποθήκη που είχε ήδη παραχωρήσει εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων και το όριο υπερανάληψης σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.59.900 (βλ. Τεκ. 14). Αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής του πιο πάνω εγγράφου επισήμανε ότι ο κ. XXX Σταυράκης, υπάλληλος της τράπεζας, της δήλωσε ότι η εταιρεία είχε ήδη λάβει το δάνειο και έπρεπε να υπογράψει ότι ενημερώθηκε και επιπρόσθετα ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το αρχικό δάνειο για την ανέγερση της πολυκατοικίας. Αρχικά η ίδια αρνήθηκε, πλην όμως μετά από πίεση του πιο πάνω προσώπου αλλά και της υπαλλήλου της τράπεζας, κας ΧXX Γερασίμου, το υπέγραψε καθότι εμπιστεύτηκε τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ότι με την υπογραφή δήλωνε ότι έλαβε γνώση για το δάνειο που έλαβε η εταιρεία. Δεν είχε πρόθεση η υποθήκη να καλύπτει τον συγκεκριμένο λογαριασμό της εταιρείας αλλά και οποιαδήποτε μελλοντική πίστωση. Η εναγόμενη 8 επισήμανε ότι από τις αρχές του 2008 άρχισε να νιώθει έντονα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το δάνειο και έτσι αποτάθηκε επανειλημμένως στην τράπεζα για να της δοθούν στοιχεία, δεδομένου ότι μέχρι τότε είχε απομείνει απούλητο ένα διαμέρισμα, πλην όμως της αρνήθηκαν. Τότε ζήτησε να αποδεσμεύσουν το μερίδιο της από την υποθήκη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όταν της αποστάληκαν έγγραφα για να υπογράψει, ώστε να τροποποιηθεί το επιτόκιο του δανείου, αυτή αρνήθηκε και ως ανέφερε, ουδέποτε συμφώνησε σε οποιαδήποτε ανανέωση του δανείου. Ακολούθως αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος με επιστολή του ημερ. 26.4.2010 ζητούσε από την τράπεζα την αποδέσμευση του μεριδίου της εναγόμενης 8 που επιβαρύνθηκε με την πιο πάνω υποθήκη (βλ. Τεκ. 30). Στο πιο πάνω αίτημα συγκατατέθηκε και η εταιρεία (βλ. Τεκ. 31). Ακολούθως η τράπεζα στις 29.12.2011 της επέδωσε επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας, που εξασφαλίζονταν με την υποθήκη, έχουν καταστεί απαιτητές και πληρωτέες και της ζητούσαν να καταβάλει συγκεκριμένα ποσά (βλ. Τεκ. 20). 9. Η εναγόμενη 8 κάλεσε ως μάρτυρα τον εγκεκριμένο λογιστή - ελεγκτή κ. XXX Τάλλη, ο οποίος αναφέρθηκε στα προσόντα αλλά και στην εμπειρία του. Επισήμανε ότι του ζητήθηκε να επεξεργαστεί και να αναλύσει τους τόκους που χρεώθηκαν από την τράπεζα αναφορικά με το δάνειο και έτσι έλαβε υπόψη του την συμφωνία δανείου ημερ. 27.12.2006 (βλ. Τεκ. 5), την επιστολή προσφοράς (βλ. Τεκ. 2) και τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που ετοιμάστηκαν από την τράπεζα (βλ. Τεκ. 23). Επισήμανε ότι η πιο πάνω συμφωνία προνοούσε ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από το καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο και το περιθώριο. Διευκρίνισε ότι το βασικό επιτόκιο μεταβάλλεται στη βάση μετρήσιμων παραγόντων και το περιθώριο κέρδους προκαθορίζεται από την τράπεζα, λαμβάνοντας υπόψη την επικινδυνότητα του δανειολήπτη (βλ. Τεκ. 32). Παρά το γεγονός ότι το βασικό επιτόκιο στη συμφωνία δανείου είναι κυμαινόμενο, δεν προσδιορίζεται στη σύμβαση το επιτόκιο αναφοράς που αποτελεί τον δείκτη μεταβολής του. Ανέφερε ότι το βασικό επιτόκιο των τραπεζών καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και παρουσίασε σχετική κατάσταση (βλ. Τεκ. 33). Με την είσοδο της Κύπρου στην ευροζώνη, το βασικό επιτόκιο καθορίζεται από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το γεγονός τούτο κοινοποιήθηκε στις τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (βλ. Τεκ. 34). Παρουσίασε στο Δικαστήριο δελτίο τύπου της ενάγουσας το οποίο, ως ανέφερε, δείχνει ξεκάθαρα ότι το βασικό επιτόκιο της έπρεπε να ακολουθεί αυτό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ. 35) και σχετικό πίνακα, ο οποίος δείχνει τις διακυμάνσεις του επιτοκίου της τελευταίας (βλ. Τεκ. 36). Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι η τράπεζα, αντί να διαφοροποιεί το βασικό επιτόκιο της στη βάση του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το μετέβαλλε χωρίς διαφάνεια και στη βάση μη μετρήσιμων παραγόντων. Προχώρησε σε ανάλυση της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23) και, ως προέβαλε, η τράπεζα από την 31.12.2008 και μετέπειτα δεν ακολούθησε το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αφού έλαβε υπόψη το βασικό επιτόκιο της τελευταίας και προσθέτοντας σ' αυτό το περιθώριο κέρδους ύψους 2%, επισήμανε ότι το συνολικό επιτόκιο που έπρεπε να χρεώνεται στο δάνειο θα έπρεπε να ήταν μικρότερο από αυτό που στην πραγματικότητα χρέωσε η τράπεζα. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι το επιτόκιο που χρησιμοποίησε η τράπεζα δεν μεταβαλλόταν στη βάση μετρήσιμων παραγόντων και των διεθνών επιτοκίων αναφοράς με αποτέλεσμα οι χρεώσεις τόκων από την 30.6.2008 και μετέπειτα να ήταν αυθαίρετες. Περαιτέρω ανέφερε ότι από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού η τράπεζα λάμβανε ως διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Ήταν η θέση του ότι η τακτική αυτή ήταν λανθασμένη αφού για να υπολογιστεί ορθά ο τόκος, θα έπρεπε να λαμβάνεται ως διαιρέτης οι 365 ημέρες που έχει ο χρόνος. 10. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στο στάδιο των αγορεύσεων περιόρισε την απαίτηση της «... μόνο σε σχέση με το δάνειο ημερ. 27.12.2006 για €265.000» και επιπρόσθετα αξίωσε την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Ήταν η θέση της ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος λόγω καταχώρισης σε έγγραφα ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 8 υπέγραψε τις δηλώσεις ημερ. 27.12.2006 και 9.10.2007, με τις οποίες δήλωνε ότι η υποθήκη εξασφαλίζει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία ως επίσης υπέγραψε την συμφωνία εκχώρησης και επιπρόσθετα για περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, την επίδικη υποθήκη. Εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης, αφού έχει προσφέρει ικανοποιητική και πειστική μαρτυρία και έτσι δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 8, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους υπόλοιπους εναγόμενους, για το ποσό των €209.703,81 με τόκο 6,5% από 28.11.2011 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο, ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 8 εισηγήθηκε ότι η υποθήκη δεν καλύπτει την συμφωνία ημερ. 9.10.2007, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού ως επίσης υπήρξε προκαταβολική παράβαση σύμβασης από μέρους της τράπεζας καθότι παρέβηκε την υποχρέωση και την υπόσχεση της προς την εναγόμενη 8 να εισπράττει το προϊόν των πωλήσεων των διαμερισμάτων. Επιπρόσθετα επισήμανε ότι η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει το χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών και σε αντίθεση με τα όσα περί τούτου ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας, η έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1-7 δεν την δεσμεύει. Κάλεσε το Δικαστήριο όπως απορρίψει την μαρτυρία της τράπεζας και συνακόλουθα να απορρίψει την αγωγή, ενώ αντιθέτως να αποδεχτεί την μαρτυρία της εναγόμενης 8 και του κ. XXX Τάλλη και να εκδώσει απόφαση ως η ανταπαίτηση. 11. Εισήγηση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) 11.1 Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) λόγω καταχωρίσεως σε έγγραφα, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 8 υπέγραψε (α) την σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (βλ. Τεκ. 16), (β) την συμφωνία εκχώρησης ημερ. 27.12.2006 (βλ. Τεκ. 17) και (γ) τις δηλώσεις ημερ. 27.12.2006 και 9.10.2017 (βλ. Τεκ. 9 και 14 αντίστοιχα). Με τις τελευταίες η εναγόμενη 8 δήλωνε και αναγνώριζε ότι η υποθήκη εξασφαλίζει το δάνειο ύψους Λ.Κ.265.000 και την συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €59.900. 11.2 Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι σε σωρεία αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας σε υποθέσεις ενοικιαγορών, εφόσον εκείνο που επιζητείτο να καταδείξει η εξωγενής μαρτυρία ήταν η πραγματική φύση των συναλλαγών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.

(2001)1 ΑΑΔ 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν Χίνη
(2008)1 ΑΑΔ 818). Το κώλυμα μπορεί να είναι: · Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), · Kώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και · Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχήν εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989, Ιωάννου ν Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912. Στην υπόθεση Saunders v Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961, στη σελ. 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους (βλ. Nilson v Wilson
(1969)3 All ER 945) ως επίσης και στις περιπτώσεις απάτης (βλ. Greer v Kettle
(1937)4 All ER 396). Πρόσωπο το οποίο υπογράφει ένα έγγραφο μπορεί να μην επιτραπεί σ' αυτό να εγείρει την υπεράσπιση του non est factum όπου επέδειξε αμέλεια (negligence) κατά την υπογραφή του. Το Δικαστήριο στην υπόθεση Saunders v Anglia Building Society (ανωτέρω) αποφάνθηκε ότι δεν έχει σημασία σε ποια κατηγορία κατατάσσεται το έγγραφο και περαιτέρω επισημάνθηκε ότι αμέλεια ή απερισκεψία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο τον αποκλείει από την υπεράσπιση του non est factum. Το πιο πάνω δεν βασίζεται στην αρχή του κωλύματος αλλά στην αρχή ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει πλεονεκτήματα από τα δικά του λάθη. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 26η Έκδοση, στη σελ. 252 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Although it is thus now well established that, at least as against a third parry, negligence may defeat a plea of non est factum, other defences may be available arising out of the same facts, such as undue influence, and negligence may be no answer to such a defence.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μακρή ν. Χ»Ευαγγέλου
(1993)1 ΑΑΔ 203, υιοθετώντας την απόφαση Saunders επισήμανε ότι υποστηρίζει τον γενικό κανόνα και τόνισε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), Avon Finance Co. Ltd. ν. Bridger
(1979)[1985] 2 All E.R. 281. Έτσι για να αποφασιστεί κατά πόσο έχει εφαρμογή ο κανόνας του κωλύματος, είναι επιβεβλημένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. 12.1 Μέσα από την ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 12.2 Ο κ. XXX Άδωνη, υπάλληλος της τράπεζας, δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Τα όσα ουσιαστικά ανέφερε προέρχονταν από την μελέτη του φακέλου και παρουσίασε στο Δικαστήριο τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του (βλ. Τεκ. 1-21). Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εναγόμενων 1-
  1. Το τελευταίο γεγονός έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο κ. XXX Χατζημιλτή, ο οποίος ανέφερε ότι στα πλαίσια της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον των πιο πάνω προσώπων, η τράπεζα αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για πώληση του μεριδίου της εταιρείας που βαρύνεται με την επίδικη υποθήκη. Το πιο πάνω μεμονωμένο γεγονός όμως δεν είναι ικανό από μόνο του να καταρρίψει την αξιοπιστία των δύο πιο πάνω προσώπων. Αντιθέτως, υποδηλώνει έλλειψη συνεννόησης και προσχεδιασμού. Η όλη παρουσία του κ. XXX Άδωνη ήταν θετική και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονιστεί η αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. 12.3 Αναφορικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες παραχωρήθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, έδωσε μαρτυρία η κα ΧXX Χριστοδούλου, υπάλληλος της τράπεζας και η εναγόμενη
  2. Η κα XXX Μιχαηλίδου, υπάλληλος του κτηματολογίου, αναφέρθηκε στη διαδικασία εγγραφής της επίδικης υποθήκης στο μητρώο του κτηματολογίου και επισήμανε ότι διαβάστηκε η πρώτη σελίδα του εντύπου της υποθήκης, ως επίσης τους ανέφεραν τα στοιχεία του ακινήτου και ότι υποθηκεύουν το όλο μερίδιο τους. Ακολούθως, αφού συμφώνησαν όλοι οι εμπλεκόμενοι, στις 3.1.2007 εγγράφηκε η υποθήκη με αρ. ΥXXX/2007 (βλ. Τεκ. 16). Η μαρτυρία της κας XXX Μιχαηλίδου παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα από το εν λόγω γεγονός, η όλη παρουσία της ήταν θετική. Δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης και παρέθεσε τα γεγονότα όπως η ίδια τα γνώριζε και όπως πραγματικά επεσυνέβηκαν. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της. 12.4 Η μαρτυρία της κας ΧXX Χριστοδούλου έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Υπέγραψε ως μάρτυρας στη δήλωση της εναγόμενης 8, ημερ. 27.12.2006, με την οποία αναγνώριζε ότι η υποθήκη της θα εξασφάλιζε όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο έγγραφο υποθήκης και ειδικότερα το δάνειο ύψους Λ.Κ.265.000 που παραχωρήθηκε στην εταιρεία. Επισήμανε ότι και η ίδια επεξήγησε στην εναγόμενη 8 ότι με την υπογραφή, του πιο πάνω, δηλώνει την πρόθεση της να υποθηκεύσει το ακίνητο προς όφελος της τράπεζας, με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Ήταν η θέση της ότι η εναγόμενη 8 προσερχόμενη στην τράπεζα δεν άφησε την εντύπωση ότι υποχρεώθηκε να υπογράψει τα έγγραφα και της δόθηκε χρόνος να τα μελετήσει πριν τα υπογράψει. Και κάτι ακόμη. Η πιο πάνω δήλωση υπογράφηκε από την εναγομένη 8 την 27.12.2006 ενώ η παραχώρηση της υποθήκης από μέρους της έγινε επτά μέρες μετά και ειδικότερα την 3.1.
  3. Επιπρόσθετα επισήμανε ότι η τελευταία, στην παρουσία της, υπέγραψε και την δήλωση ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της εκχώρησης που παραχώρησε η εταιρεία προς όφελος της τράπεζας (βλ. Τεκ. 17). Η κα ΧXX Χριστοδούλου στη μαρτυρία της ανέφερε ότι το ποσό που αναλογεί στην εναγόμενη 8 κατά την 28.11.2011 ανέρχεται στο ποσό των €209.680,38 και προς τούτο παρουσίασε σχετικό έγγραφο. Ο κ. XXX Χατζημιλτής, ο οποίος κλήθηκε από την ενάγουσα, επισήμανε ότι το υπόλοιπο που εκπηγάζει από το μερίδιο της εναγόμενης 8 σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ανέρχεται στο ποσό των €209.703,
  4. Το γεγονός ότι υφίσταται η πιο πάνω διαφορά, δεν είναι ικανό να συνθλίψει στην ολότητα την μαρτυρία της κας ΧXX Χριστοδούλου. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στο συγκεκριμένο ζήτημα όταν θα εξετάζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο. Επισημαίνεται ότι η κα ΧXX Χριστοδούλου δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της συθέμελα, καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρουσίαζε τα γεγονότα όπως αυτή τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της, σε όση έκταση αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν τα επίδικα έγγραφα. Η μαρτυρία του κ. XXX Χατζημιλτή, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω και ουσιαστικά περιστράφηκε στην απόδειξη του υπολοίπου ως επίσης παρουσίασε και την επιστολή τερματισμού του δανείου (βλ. Τεκ. 24). Το Δικαστήριο θα επανέλθει και θα αξιολογήσει την μαρτυρία του πιο πάνω προσώπου όταν θα εξετάζεται η σχετική εισήγηση από μέρους της συνηγόρου της εναγόμενης 8 ότι δεν έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο. 12.5 Η μαρτυρία της εναγόμενης 8 έχει ήδη παρατεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Στις 27.12.2006 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία δάνειο ύψους Λ.Κ.265.000 και διαλάμβανε ότι θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν γίνει απαίτηση, θα είναι πληρωτέο την 3.1.2011, με μία μόνο δόση ενός εφάπαξ ποσού που θα είναι τέτοιο ώστε να το εξοφλήσει. Επιπρόσθετα, προνοούσε ότι στην περίπτωση που η εταιρεία πωλήσει οποιοδήποτε μέρος του ακινήτου, ποσοστό 100% του προϊόντος της κάθε πώλησης, θα πρέπει να κατατίθεται έναντι του δανείου. Ήταν η θέση της εναγόμενης 8 ότι η τράπεζα θα έπρεπε να εποπτεύει τις πωλήσεις και να εισπράττει τις πληρωμές. Πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Στη συμφωνία δανείου και γενικότερα στα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει τέτοια υποχρέωση από μέρους της τράπεζας. Η εταιρεία ήταν αυτή που όφειλε να καταβάλει ολόκληρο το προϊόν της κάθε πώλησης. Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου η τράπεζα αρνήθηκε να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23), σε διάφορες ημερομηνίες πιστώθηκαν χρηματικά ποσά. Η εναγόμενη 8 αναγνώρισε ότι η εταιρεία την ενημέρωσε ότι για να ξεκινήσει το έργο ανοικοδόμησης της πολυκατοικίας θα λάμβανε δάνειο και θα έπρεπε να υποθηκευτεί ολόκληρο το ακίνητο. Ακολούθως, όταν μετέβηκε στην τράπεζα, η τελευταία απαίτησε από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα να παραχωρήσουν υποθήκη καθότι δεν υπήρχαν ξεχωριστοί τίτλοι. Προέβαλε ότι οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι της τράπεζας της επεξήγησαν ότι το μερίδιο της δεν θα διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο καθότι το δάνειο θα εξοφλείτο από τις εισπράξεις των διαμερισμάτων, ως επίσης την διαβεβαίωσαν ότι η διαδικασία ήταν προκαθορισμένη και τυπική. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η εναγόμενη 8 είναι μορφωμένη. Είναι απόφοιτη πανεπιστημίου στον κλάδο φυσικομαθηματικών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, αρχικά την ενημέρωσε ο διευθυντής της εταιρείας για την παραχώρηση της υποθήκης. Η ίδια στις 27.12.2006 υπέγραψε έγγραφο με το οποίο δήλωνε και αναγνώριζε ότι θα εγγραφεί προς όφελος της τράπεζας υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου η οποία θα εξασφαλίζει όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο έγγραφο υποθήκης, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε παρούσες ή μελλοντικές και επιπρόσθετα διευκρίνιζε ότι η υποθήκη θα εξασφάλιζε το δάνειο ημερ. 27.12.2006 για το ποσό των Λ.Κ.265.000 (βλ. Τεκ. 9). Η εταιρεία με γραπτή συμφωνία ημερ. 27.12.2006 εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από την συμφωνία που συνομολόγησε με την εναγόμενη 8 (βλ. Τεκ. 17). Η τελευταία, αναγνώρισε ότι υπέγραψε στην πιο πάνω συμφωνία εκχώρησης, δηλώνοντας ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της και διαβεβαίωνε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη εκχώρηση επί του κτήματος και ότι θα κοινοποιήσει στην τράπεζα τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται δυνατή η μεταβίβαση του κτήματος και ότι θα το μεταβιβάσει στο πρόσωπο που θα υποδείξει η τράπεζα. Παρά ταύτα, όμως, δήλωνε ότι το υπέγραψε νομιζόμενη ότι αφορούσε την συμφωνία υποθήκης και δεν της επεξηγήθηκε ότι πρόκειτο για διαφορετική εξασφάλιση. Η πιο πάνω δήλωση της, όπως καταγράφεται στη συμφωνία, ήταν σύντομη, σαφής και ευκολοκατανόητη από μέρους της. Εμφανής ήταν η πρόθεση της να απεμπλακεί από τις γραπτές διαβεβαιώσεις της. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, στις 27.12.2006 υπέγραψε το έγγραφο που περιγράφεται πιο πάνω, με το οποίο δήλωνε ότι η υποθήκη θα εξασφάλιζε και το δάνειο (βλ. Τεκ. 9). Επτά ημέρες μετά και ειδικότερα στις 3.1.2007, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη ΥXXX/
  5. Σύμφωνα με την μαρτυρία της κας XXX Μιχαηλίδου, υπαλλήλου του κτηματολογίου, διαβάστηκε η πρώτη σελίδα της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Εγώ . συνάπτω σύμβαση με την Alpha Bank Ltd . να του καταβάλω σε πρώτη ζήτηση το ποσό των Λ.Κ.300.000 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των Λ.Κ.300.000, προς κυμαινόμενο 6,5 τα εκατόν από τις 3.1.2007 . Νοείται ότι Α (η παρούσα συμφωνία θα διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας υποθήκης . Για καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω ποσού, τόκου και εξόδων για την λήψη οποιουδήποτε νόμιμου μέτρου ως αναφέρεται πιο πάνω υποθηκεύω στον πιο πάνω ενυπόθηκο δανειστή το συμφέρον μου πάνω στο ακίνητο .» (βλ. Τεκ. 16). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εναγόμενη 8 είναι μορφωμένη και μπορούσε να αντιληφθεί τους σαφείς και κατανοητούς όρους της πιο πάνω σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου, ότι παραχωρούσε την πιο πάνω υποθήκη για καλύτερη εξασφάλιση του ποσού που περιγράφεται σε αυτήν. Σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της, ισχυρίστηκε ότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία να την διαβάσει. Η μαρτυρία της κας XXX Μιχαηλίδου, υπαλλήλου του κτηματολογίου, ήταν σαφής. Η πρώτη σελίδα της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου διαβάστηκε και στην εναγόμενη 8 και αφού συμφώνησε, τότε υπέγραψε. Εμφανής η πρόθεση της να απεμπλακεί πάση θυσία από τα έγγραφα που υπέγραψε, παραποιώντας γεγονότα. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μετά την παραχώρηση του δανείου στην εταιρεία ύψους Λ.Κ.265.000, με γραπτή συμφωνία ημερ. 9.10.2017 η τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού στην εταιρεία (βλ. Τεκ. 6). Η εναγόμενη 8 και πάλι με έγγραφο που υπέγραψε ημερ. 9.10.2007 δήλωνε ότι η υποθήκη εξασφαλίζει όχι μόνο το πιο πάνω δάνειο ύψους Λ.Κ.265.000 αλλά και την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση (βλ. Τεκ. 14). Ήταν η θέση της ότι, της ζήτησαν να υπογράψει το πιο πάνω έγγραφο για να ενημερωθεί ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη των πιο πάνω διευκολύνσεων και κατόπιν πίεσης το υπέγραψε. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι δεν ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί στην χορήγηση της. H δήλωση της, όπως καταγράφεται στο έγγραφο ημερ. 9.10.2007 (βλ. Τεκ. 14), είναι σαφής και με αυτήν αναγνωρίζει ότι η υποθήκη εξασφαλίζει τις δύο επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, δάνειο και χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο. Παρά ταύτα, όμως, προσπαθούσε και πάλι να αποστασιοποιηθεί από τις συνέπειες των ενυπόγραφων δηλώσεων της, αναφέροντας ότι το υπέγραψε δήθεν για να λάβει γνώση της νέας πιστωτικής διευκόλυνσης. Ήταν η θέση της εναγόμενης 8 ότι τα έγγραφα αποτελούνταν από προδιατυπωμένους όρους και δεν μπορούσαν να τύχουν διαπραγμάτευσης. Για την παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων η τράπεζα απαιτούσε, ως εξασφάλιση, την παραχώρηση της υποθήκης. Η εναγόμενη 8 συγκατατέθηκε καθότι, όπως αναγνώρισε, δεν επιθυμούσε να ακυρώσει την συμφωνία αντιπαροχής για να μην απωλέσει χρόνο και να ξεκινήσει από την αρχή. Πέραν όλων των πιο πάνω, στο στάδιο της αντεξέτασης δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, γεγονός που φαίνεται και από τα στεγνά πρακτικά της δίκης. Ενδεικτικά όταν της υποβλήθηκε ότι γνώριζε τα πάντα, όταν υπέγραφε την υποθήκη, απάντησε: «Α. Εεεε . (η μάρτυρας σκέφτεται). Εσείς το ισχυρίζεστε τούτο, αλλά εγώ εξακολουθώ να αρνούμαι ότι τα ήξερα όλα τούτα γιατί όταν τα υπέγραφα, κάποια από τα έγγραφα τούτα τέλος πάντων, τα υπέγραφα εντελώς μηχανικά.» Γενικά η όλη παρουσία της εναγόμενης 8 στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή. Κατ' επέκταση δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι δικαιούται ν' αποδεσμευτεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή της. Τονίζεται όμως ότι η τράπεζα είναι αυτή που φέρει το βάρος, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει την απαίτηση της. 12.7 Ο κ. XXX Τάλλης, εγκεκριμένος λογιστής-ελεγκτής, στη μαρτυρία του επισήμανε ότι του ζητήθηκε να επεξεργαστεί και να αναλύσει τους τόκους που χρεώθηκαν από την τράπεζα αναφορικά με το δάνειο (βλ. Τεκ. 5). Προχώρησε σε ανάλυση της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23) και ως προέβαλε, η τράπεζα από την 31.12.2008 και μετέπειτα δεν χρησιμοποίησε ως βασικό επιτόκιο, το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη το επιτόκιο της τελευταίας και προσθέτοντας σε αυτό το περιθώριο κέρδους που προνοούσε η συμφωνία, ύψους 2%, κατέληξε ότι το συνολικό επιτόκιο που έπρεπε να χρεώνεται στο δάνειο θα έπρεπε να ήταν μικρότερο από αυτό που στην πραγματικότητα χρεώθηκε. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η συμφωνία ημερ. 27.12.2006 διαλάμβανε ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας και την προσαύξηση. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,5%, αφού το βασικό επιτόκιο ήταν 4,5% και η προσαύξηση ήταν 2%. Επιπρόσθετα η συμφωνία προνοούσε ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει, μεταξύ άλλων, το βασικό επιτόκιο και την προσαύξηση (βλ. Τεκ. 5, όρος 4). Ο κ. XXX Τάλλης, για να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα του, εξέλαβε ότι το περιθώριο από την ημερομηνία χορήγησης του δανείου μέχρι τον τερματισμό ήταν σταθερό, ήτοι 2%. Δεν γνώριζε και δεν εξέτασε κατά πόσο το περιθώριο μεταβλήθηκε από μέρους της τράπεζας. Συνεπώς το πιο πάνω συμπέρασμα του ότι η τράπεζα δεν ακολούθησε το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι επισφαλές. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν μειώθηκε το συνολικό επιτόκιο οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρξε αύξηση του περιθωρίου από μέρους της τράπεζας και στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το πιο πάνω συμπέρασμα του, προέβαλε κατά τρόπο γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ότι «. οι κανόνες λένε ότι δεν μπορείς να αυξήσεις το περιθώριο και αυτό έχει κριθεί καταχρηστικό .». Ακολούθως, δήλωσε ότι ο μόνος λόγος για να αυξηθεί το περιθώριο κέρδους είναι να μεταβληθεί η επικινδυνότητα του δανειολήπτη, γεγονός το οποίο και πάλι δεν γνώριζε. Έτσι, η προηγούμενη αναφορά του κατατάσσεται κατ' ελάχιστον ως αυθαίρετη. Εξάλλου όπως έχει ήδη επισημανθεί, η συμφωνία δανείου ρητά προνοούσε ότι η τράπεζα μπορούσε να μεταβάλει το βασικό επιτόκιο και την προσαύξηση. Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι η τράπεζα από την ημερομηνία χορήγησης του δανείου λάμβανε σαν διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Ήταν η θέση του ότι η τακτική αυτή της τράπεζας ήταν λανθασμένη, αφού ο χρόνος έχει 365 ημέρες και επομένως για να υπολογιστεί σωστά ο τόκος έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη ο σωστός διαιρέτης. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/1996), τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης (βλ. άρθρο 3
(1)του Νόμου). Καταναλωτής σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο ο οποίος κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο Νόμος, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησής του. Το δάνειο ημερ. 27.12.2006, στο οποίο έγινε αναφορά, συνομολογήθηκε μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας, η οποία δεν είναι καταναλωτής στα πλαίσια της έννοιας του πιο πάνω Νόμου. Πέρα δε τούτου, με τον Νόμο 49
(1)/2016, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 22.4.2016, καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η σύμβαση καταρτίστηκε χρόνια προηγουμένως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. XXX Τάλλη δεν γίνεται αποδεχτή.
  1. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως αυτά έχουν εκτεθεί στις παρ. 3.2, 3.3, 3.4, 3.5, 3.6 και 3.7 ανωτέρω, τα οποία ουσιαστικά παρέμειναν και αδιαμφισβήτητα. Η μαρτυρία της εναγόμενης 8 και του κ. XXX Τάλλη δεν γίνεται αποδεχτή. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στα ευρήματα όταν θα εξετάζονται οι εκατέρωθεν εισηγήσεις.
  2. Εισήγηση ότι η υποθήκη δεν καλύπτει την συμφωνία ημερ. 9.10.
  3. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 8 εισηγήθηκε ότι η επίδικη υποθήκη, η οποία παραχωρήθηκε την 3.1.2007 (βλ. Τεκ. 16), δεν καλύπτει την μεταγενέστερη συμφωνία ημερ. 9.10.2007, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις, υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού, στην εταιρεία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εναγόμενη 8 με επιστολή της ημερ. 27.12.2006 δήλωνε στην τράπεζα ότι η υποθήκη που παραχωρούσε θα εξασφάλιζε όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο σχετικό έγγραφο υποθήκης είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές και ειδικότερα θα εξασφάλιζε, μεταξύ άλλων και το δάνειο ημερ. 27.12.2006 που παραχωρήθηκε στην εταιρεία (βλ. Τεκ. 9). Λίγες μέρες μετά και ειδικότερα στις 3.1.2007 η εναγόμενη 8 ενέγραψε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη ΥXXX/2007 (βλ. Τεκ. 16). Κατ' αρχήν το έγγραφο υποθήκης το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης, ρητά προνοεί ότι «
  4. Η υποθήκη αυτή αποτελεί πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη και/ή εμένα του ενυπόθηκου οφειλέτη προς την τράπεζα είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση είτε έγινε ή ενδέχεται να γίνει απαιτητή .
  5. Η υποθήκη αυτή είναι εξασφάλιση, επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από εμένα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα σχετικά προς τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτή εξασφαλίζει ...
  6. Σε πρώτη ζήτηση ή/και από την στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό .» Ακολούθως η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου υπερανάληψης σε τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. Τεκ. 6). Η εναγόμενη 8 με γραπτή δήλωση της ημερ. 9.10.2007 δήλωνε και αναγνώριζε ότι η υποθήκη της όχι μόνο εξασφαλίζει το δάνειο ημερ. 27.12.2006 αλλά και την πιο πάνω νέα πιστωτική διευκόλυνση ύψους Λ.Κ.59.
  7. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου (βλ. Τεκ. 16) αλλά και τις σχετικές δηλώσεις της εναγόμενης 8 (βλ. Τεκ. 9 και 14), το Δικαστήριο κρίνει ότι η υποθήκη καλύπτει και την συμφωνία ημερ. 9.10.2007 και έτσι η περί του αντιθέτου εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου απορρίπτεται.
  8. Εισήγηση ότι η τράπεζα προέβηκε σε προκαταβολική παράβαση της συμφωνίας. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 8 εισηγήθηκε ότι η τράπεζα παρέβηκε την υποχρέωση και την υπόσχεση της προς την τελευταία να εισπράττει από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων. Όπως έχει ήδη επισημανθεί και πιο πάνω, η μαρτυρία της εναγόμενης 8 δεν έγινε αποδεχτή. Καμία υπόσχεση δεν δόθηκε σε αυτήν, όπως η ίδια ισχυρίστηκε. Η συμφωνία δανείου η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας, διαλάμβανε ότι η τελευταία όφειλε να καταβάλλει στην τράπεζα ολόκληρο το προϊόν της κάθε πώλησης. Η εταιρεία, όπως αναγνώρισαν οι XXX Χατζημιλτής και XXX Χριστοδούλου, δεν κατέθεσε στην τράπεζα όλα τα χρήματα που εισέπραξε από τις πωλήσεις. Δεν ευθύνεται για τούτο η τράπεζα. Προκύπτει όμως από την κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23), ότι σε διάφορες ημερομηνίες πιστώθηκε στο δάνειο το συνολικό ποσό των €202.146,
  9. Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου η εταιρεία επιχείρησε να καταθέσει το προϊόν της κάθε πώλησης και η τράπεζα αρνήθηκε. Επιπρόσθετα δεν έχει προσκομιστεί πειστική μαρτυρία από μέρους της εναγόμενης 8 ότι η τράπεζα ήταν αμελής καθ' οιονδήποτε τρόπο. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγόμενης 8 απορρίπτεται.
  10. Εισήγηση ότι η έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1-7 δεσμεύει και την εναγόμενη
  11. Στο στάδιο της διαδικασίας, η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας επισήμανε ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1 - 7, για συγκεκριμένα ποσά. Η εναγόμενη 8 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την επίδικη υποθήκη και έτσι, ως εισηγήθηκε, δικαιολογείται η έκδοση απόφασης για το ποσό των €209.703,81 πλέον τόκους ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι 1 - 7 παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση και κατόπιν σχετικών αιτήσεων, στις 8.3.2013 και στις 26.6.2013 εκδόθηκαν αποφάσεις υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 - 7, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €164.027,65 πλέον τόκο 13,6% από 26.11.2011 μέχρι εξόφλησης πλέον €2.352,07 πλέον τόκο 12,01% από 28.11.2011 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο ως επίσης εναντίον της εναγόμενης 1, μεταξύ άλλων, εκδόθηκε και διάταγμα για εκποίηση της πιο πάνω υποθήκης που παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας (βλ. Τεκ. 7 και 8). Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση απόφασης εναντίον συνεναγομένου δεν προκαθορίζει ούτε και προαποφασίζει την μοίρα της αξίωσης εναντίον άλλου συνεναγομένου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και με βάση το υλικό που ο ενάγοντας επιλέγει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης δεν καθορίζει με τελεσίδικο ή απόλυτο τρόπο ακόμη και τα δικαιώματα αυτού τούτου του ενάγοντα εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη αφού ο τελευταίος διαθέτει την ευχέρεια δυνάμει των δικονομικών κανόνων (βλ. Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης νοουμένου ότι πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εγκρίνει το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης, δεν δημιουργείται δεδικασμένο εναντίον του προσώπου που δεν εκδόθηκε απόφαση ώστε να εμποδίζεται από του να προβάλει υπεράσπιση. Ο λόγος είναι προφανής, αφού η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Οι αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια της διαδικασίας που προνοείται από την Δ.17, θ.4 επηρεάζουν τα δικαιώματα μόνο των διαδίκων στην εν λόγω διαδικασία. Δεν είναι δυνατό να επηρεάζουν και τα δικαιώματα άλλων προσώπων οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην διαδικασία και συνεπώς δεν είχαν την ευκαιρία να ακουστούν. Αντίθετη πορεία και προσέγγιση θα συνιστούσε κατάφορη παραβίαση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης καθώς και των προνοιών του άρθρου 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 234). Με βάση όλα τα πιο πάνω, η εναγόμενη 8 είναι απόλυτα ελεύθερη να προβάλει την υπεράσπιση της και η έκδοση απόφασης εναντίον των υπολοίπων εναγόμενων δεν της αποστερεί το εν λόγω δικαίωμα. Η ήδη εκδοθείσα απόφαση δεν προκαθορίζει την απαίτηση της τράπεζας εναντίον της εναγόμενης
  1. Η απαίτηση θα κριθεί με βάση το υλικό που έθεσε η ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
  2. Εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο. 17.1 Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 8 εισηγήθηκε ότι η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει το χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, απέτυχε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου ως επίσης οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την τράπεζα, ερωτούμενοι σχετικά, δεν γνώριζαν το ποσοστό με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο, όπως αυτό καθορίζεται στην κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23). 17.2 Όπως έχει νομολογηθεί, η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της (βλ. Κωμοδρόμου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2020:A99, Πολ. Έφ. Αρ. 281/2013, ημερ. 11.3.2020). Οι χρεώσεις των τόκων, όπως κάθε άλλη επιβάρυνση στους λογαριασμούς, θα πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Σε περίπτωση που η τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση επισήμανε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι καταστάσεις λογαριασμού δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απολήγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846, στην οποία υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Εφ. 294/12 ημερ. 18.6.2019), οι μάρτυρες της τράπεζας κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων. Τονίστηκε ότι δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους του οργανισμού. Οι προϋποθέσεις ώστε αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνει δεχτό ως απόδειξη, δυνάμει του άρθρου 22, εμπεριέχονται στα εδάφια 2 και 3 του πιο πάνω Νόμου και έχουν ως ακολούθως: Κατά τον χρόνο καταχώρισης, το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. Η καταχώρηση να έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Το βιβλίο να βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας και · Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ο εφεσίβλητος στην ύπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕΙ επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» 17.3 Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με το υπόλοιπο του λογαριασμού που αφορά η συμφωνία ημερ. 9.10.2007, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου υπερανάληψης σε τρεχούμενο λογαριασμό. Εξάλλου, όπως έχει επισημάνει η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας στο στάδιο των αγορεύσεων, η απαίτηση της τελευταίας εδράζεται μόνο σε σχέση με το δάνειο ημερ. 27.12.2006 (βλ. Τεκ. 5) και κάλεσε το Δικαστήριο να στηριχθεί στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο κ. XXX Χατζημιλτή (βλ. Τεκ 25). 17.4 Στην προκείμενη περίπτωση για ν' αποδειχθεί το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, έδωσαν σχετική μαρτυρία η κα ΧXX Χριστοδούλου και ο κ. XXX Χατζημιλτή και προς τούτο παρουσιάστηκαν τρία έγγραφα (βλ. Τεκ. 22, 23 και 25). Κατ' αρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο τα Τεκμήρια 22 και 25 πρόκειται για αντίγραφα καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  1. 17.5 Η κα ΧXX Χριστοδούλου παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικό έγγραφο και επισήμανε ότι, με βάση αυτό, το ποσό που αναλογεί στην εναγόμενη 8 κατά την 28.11.2011 ανέρχεται σε €209.680,38 (βλ. Τεκ. 22). Ο δε κ. XXX Χατζημιλτή, παρουσίασε σχετική κατάσταση με βάση την οποία το οφειλόμενο από την εναγόμενη 8 ποσό ανέρχεται σε €209.703,81 (βλ. Τεκ. 25). Αναφορικά με τις δύο πιο πάνω καταστάσεις (βλ. Τεκ. 22 και 25), δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ειδικότερα, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της εταιρείας, ότι η καταχώριση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας, ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας και επιπρόσθετα ότι έχουν συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά. Και κάτι ακόμη. Επιπρόσθετα, δικαιωματικά δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, τα δύο πιο πάνω έγγραφα δεν θεωρούνται ως αντίγραφα καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 22 του Νόμου. 17.6 Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Ο κ. XXX Χατζημιλτή στη μαρτυρία του επισήμανε ότι η κατάσταση που παρουσιάστηκε από τον ίδιο (βλ. Τεκ. 25), είναι πιο αναλυτική από αυτήν που παρουσιάστηκε από την κα ΧXX Χριστοδούλου (βλ. Τεκ. 22) και αναφερόμενος σε αυτήν (βλ. Τεκ. 25), δήλωσε ότι είναι «. η κανονική κατάσταση που ετοιμάζεται από την τράπεζα για σκοπούς Δικαστηρίου». Σύμφωνα με την κατάσταση που παρουσίασε η κα ΧXX Χριστοδούλου, το οφειλόμενο ανέρχεται στο ποσό των €209.680,38 ενώ, με βάση την κατάσταση που παρουσίασε ο κ. XXX Χατζημιλτή, το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €209.703,
  2. Ερωτούμενος σχετικά για την διαφορά που υφίσταται μεταξύ των δύο πιο πάνω καταστάσεων επισήμανε ότι ο λόγος εστιάζεται στην διαφορετική φόρμουλα που χρησιμοποιήθηκε, χωρίς όμως να μπορεί να την καθορίσει και να επεξηγήσει με επάρκεια τους λόγους για τους οποίους υφίσταται αυτή η έστω μικρή διαφορά μεταξύ των δύο. Επισημαίνεται ότι το υπόλοιπο ενός λογαριασμού είναι το ίδιο, ανεξάρτητα με το που αυτό θα παρουσιαστεί. Ο κ. XXX Χατζημιλτή ανέφερε ότι στις δύο πιο πάνω καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε επιτόκιο ύψους 6,5% καθότι αυτό προνοείται στο έγγραφο υποθήκης και δεν χρησιμοποιήθηκε αυτό του δανείου. Όπως έχει νομολογηθεί, η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλλουριώτισας
(1997)1Γ Α.Α.Δ., 1771). Παρά ταύτα όμως, στην προκείμενη περίπτωση η υποθήκη διασυνδέεται το δάνειο, αφού δόθηκε για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του και έτσι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις ώστε να καθοριστεί το οφειλόμενο υπόλοιπο. Πέρα δε τούτου, στις δύο πιο πάνω καταστάσεις που παρουσιάστηκαν (βλ. Τεκ. 22 και 25), καμία αναφορά γίνεται στα ποσά που κατατέθηκαν στο δάνειο, όπως αυτά καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23). Και εξηγώ. Από την τελευταία κατάσταση (βλ. Τεκ. 23), προκύπτει ότι σε οχτώ περιπτώσεις από 12.1.2007 μέχρι 2.1.2009 πιστώθηκε στο δάνειο το συνολικό ποσό των €202.146,
  1. Καμία περί τούτου αναφορά γίνεται στις άλλες δύο καταστάσεις (βλ. Τεκ. 22 και 25). Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23) και σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο κ. XXX Χατζημιλτή, το δάνειο εκταμιεύθηκε σταδιακά στην εταιρεία. Κατά την 3.1.2007 το υπόλοιπο του δανείου ήταν €50.000 ενώ, σύμφωνα με τις άλλες δύο καταστάσεις που παρουσιάστηκαν (βλ. Τεκ. 22 και 25), το οφειλόμενο ποσό κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ανερχόταν σε €512.580,43 το οποίο ουσιαστικά αντιπροσώπευε ολόκληρο το ποσό που εξασφάλιζε η υποθήκη (Λ.Κ.300.000). Έτσι, και για τους επιπρόσθετους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η τράπεζα, απέτυχε με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο, όπως αυτό περιγράφεται στις δύο πιο πάνω καταστάσεις (βλ. Τεκ. 22 και 25). 17.
  2. Το Δικαστήριο στη συνέχεια θα εξετάσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο του δανείου με βάση την κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 23), παρά το γεγονός ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας κάλεσε το Δικαστήριο να στηριχθεί στην κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 25), πλην όμως για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην τελευταία. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι στο στάδιο της αντεξέτασης, η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 8 ήταν αυτή που ζήτησε να κατατεθεί στο Δικαστήριο η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού του δανείου. Η άλλη πλευρά συγκατατέθηκε και έτσι κατατέθηκε (βλ. Τεκ. 23). Στην πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού του δανείου καταγράφεται ότι το υπόλοιπο κατά την 3.11.2011 ήταν €155.282,54 και αμέσως μετά κατά την 28.11.2011 ήταν €164.027,65, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου («As per court decision»). Πράγματι εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1-7 πλην όμως για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί πιο πάνω, δεν δεσμεύει την εναγόμενη
  3. Το δάνειο (βλ. Τεκ. 5) διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες. Περαιτέρω προνοούσε ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της, μεταξύ άλλων, το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τον τόκο υπερημερίας, άλλα δικαιώματα και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται (βλ. Τεκ. 5, όρος 4). Ο κ. XXX Χατζημιλτή στη μαρτυρία του επισήμανε ότι ως εμφαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, χρεώθηκαν τόκοι πλην όμως δεν γνώριζε τι ποσοστό επιτοκίου αντιπροσώπευαν οι εν λόγω χρεώσεις. Αναγνώρισε ότι από το 2006 η τράπεζα σε αρκετές περιπτώσεις μετέβαλε τόσο το βασικό της επιτόκιο όσο και το περιθώριο. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο η τράπεζα γνωστοποίησε την μεταβολή του επιτοκίου με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει τις ημερομηνίες που μεταβλήθηκαν τα επιτόκια και το ύψος που αυτά διακυμάνθηκαν. Η μεν κα ΧXX Χριστοδούλου στη μαρτυρία της, ανέφερε ότι το σύστημα της τράπεζας υπολογίζει αυτόματα τους τόκους και η ίδια δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα δεν γνώριζαν το ποσοστό του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο και δεν ήταν σε θέση να το καθορίσουν. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, το μέρος της μαρτυρίας της κας ΧXX Χριστοδούλου αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο, ως επίσης και η σχετική περί τούτου μαρτυρία που δόθηκε από μέρους του κ. XXX Χατζημιλτή, δεν γίνεται αποδεκτή για όλους τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Στην προκείμενη περίπτωση η τράπεζα απέτυχε, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο.
  4. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην υπό εξέταση περίπτωση, η τράπεζα απέτυχε, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει το οφειλόμενο ποσό και έτσι δεν δικαιολογείται η έκδοση απόφασης για οποιοδήποτε ποσό ως επίσης και η έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Επιπρόσθετα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
  5. Συνακόλουθα, η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 8, απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 8 και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση της εναγόμενης 8 απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 8, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.