← Κύπρος

DZHOKOVA και PETROV, από τη Βουλγαρία ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος PETROV (GEORGIEV) ν. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPR

DZHOKOVA και PETROV, από τη Βουλγαρία ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος PETROV (GEORGIEV) ν. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1566/18, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1566/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧ DZHOKOVA και ΧΧΧΧ PETROV, από τη Βουλγαρία ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧ PETROV (GEORGIEV), τέως από τη Λεμεσό Εναγόντων και TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) ΛΤΔ Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 4.7.2019 για προσθήκη διαδίκων και τροποποίηση της Ε/Α ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.4.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Αντρέου για Χ. Π. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Αρμεύτη για Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις λόγω απώλειας από τον θάνατο του ΧΧΧΧ PETROV (GEORGIEV) που προκλήθηκε σε τροχαίο δυστύχημα καθώς και ειδικές αποζημιώσεις βάσει του άρθρου 58 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες, είναι οι γονείς και οι μόνοι κληρονόμοι του αποβιώσαντα και εγείρουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του. Κατά το επίδικο δυστύχημα που έλαβε χώρα στις 18.5.2018, η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο αποβιώσας συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο υπ' αρ. εγγρ. XXXXX61 που οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο (στο εξής «ο άλλος ενεχόμενος οδηγός»), στην αμέλεια του οποίου οι ενάγοντες αποδίδουν την πρόκληση του δυστυχήματος, παραθέτοντας προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης. Η αγωγή στρέφεται εναντίον της εναγόμενης που είναι η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα που οδηγούσε ο άλλος ενεχόμενος οδηγός (δυνάμει των προνοιών του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000). Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) αιτούνται από το Δικαστήριο διάταγμα που να τους επιτρέπει την προσθήκη διαδίκων με ανάλογο διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Συγκεκριμένα ζητούν να προστεθούν ως «ενάγοντες» οι ίδιοι υπό την προσωπική τους ιδιότητα και ως «εναγόμενος 2» ο ΧΧΧΧ Κουνδουράκης (ο άλλος ενεχόμενος οδηγός). Περαιτέρω οι αιτητές επιζητούν την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και της προσθήκης νέων παραγράφων στην οπισθογράφηση της απαίτησης. Μεταξύ άλλων επιζητούν να αντικαταστήσουν την παράγραφο 1 με την ακόλουθη παράγραφο: «Oι Ενάγοντες εγείρουν την παρούσα αγωγή προσωπικά και υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧ PETROV (GEORGIEV) (εφεξής «ο αποβιώσας») τέως από τη Λεμεσό και εγείρουν την αγωγή αυτή και επ' ωφελεία και/ή για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντος και/ή των κληρονόμων του. Έγγραφα διαχειρίσεως εχορηγήθηκαν στους Ενάγοντες από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 27 Ιουνίου 2018.» Ζητούν επίσης την προσθήκη στην έκθεση απαίτησης των ακόλουθων νέων παραγράφων με αριθμούς 3, 8 και
  2. «
  3. Ο αποβιώσας ήτο το μοναχοπαίδι των Εναγόντων και το μέλλον και/ή η σταδιοδρομία και/ή η κατάσταση του ήταν το μοναδικό μέλημα και φροντίδα τους και σε εκείνο εστιαζόταν η καθημερινότητα τους.» «
  4. Περαιτέρω συνεπεία των αλόγιστων και/ή επικίνδυνων και/ή απερίσκεπτων ενεργειών και/ή παραλείψεων του Εναγόμενου 2 και/ή της αδιαφορίας του Εναγομένου 2 και/ή της ως άνω στις παραγράφους 4 και 6 περιγραφείσας συμπεριφοράς του Εναγομένου 2 και/ή η εγκληματική αδιαφορία του εξέθεσαν τον αποβιώσαντα σε θανάσιμο κίνδυνο με αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα και/ή τα δικαιώματα των Εναγόντων και του αποβιώσαντος ως αυτά εγκαθιδρύονται στα άρθρα 7 και 15 του Συντάγματος και τα άρθρα 2 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α». «
  5. Η παραβίαση του δικαιώματος προστασίας και σεβασμού της ζωής του αποβιώσαντος και της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής των Εναγόντων τους προκάλεσε σοκ, τους συνέτριψε, καταρράκωσε και τους προκάλεσε αισθήματα ανησυχίας, θλίψης, αγωνίας, πόνου, οδύνης, απόγνωσης, αισθήματα αδικίας και/ή ψυχολογικά προβλήματα και διαταραχές. Περαιτέρω επηρεάστηκε δυσμενώς ο τρόπος ζωής των Εναγόντων καθ' ότι η ζωή και/ή οι συνήθειες και/ή οι καθημερινές ενέργειες και/ή ασχολίες τους είχαν επίκεντρο τον αποβιώσαντα και/ή απέβλεπαν στην ανάπτυξη και/ή φροντίδα του αποβιώσαντος.» Ζητείται επίσης η τροποποίηση του παρακλητικού της αγωγής, έτσι ώστε, οι αιτούμενες θεραπείας να αξιώνονται από τους αιτητές, τόσο υπό την προσωπική τους ιδιότητα, όσο και υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές του αποβιώσαντος. Προς τούτο επιζητείται η προσθήκη των ακόλουθων επιπρόσθετων θεραπειών υπό παρ. Γ, Δ και Ε: «Γ. Γενικές αποζημιώσεις για την ηθική ζημιά από τον θάνατο του αποβιώσαντος που προκλήθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης ζωής του αποβιώσαντος ως και της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής των Εναγόντων». «Δ. Μη χρηματικές αποζημιώσεις για τα αισθήματα ανησυχίας, θλίψης, αγωνίας, πόνου, οδύνης, απόγνωσης, αισθήματα αδικίας και ψυχολογικά προβλήματα και διαταραχές των Εναγόντων» . «Ε. Παραδειγματικές και Τιμωρητικές Αποζημιώσεις» Τέλος οι αιτητές στην περίπτωση που δεν εγκριθεί η αντικατάσταση του αιτητικού της αγωγής ως περιγράφεται πιο πάνω, διαζευκτικά ζητούν την προσθήκη νέου αιτητικού ως ακολούθως: «ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΚΑΙ/Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ ΩΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ:» «Α. Γενικές αποζημιώσεις για την ηθική ζημιά από τον θάνατο του αποβιώσαντος που προκλήθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης ζωής του αποβιώσαντος ως και της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής των Εναγόντων. Β. Μη χρηματικές αποζημιώσεις για τα αισθήματα ανησυχίας, θλίψης, αγωνίας, πόνου, οδύνης, απόγνωσης, αισθήματα αδικίας και ψυχολογικά προβλήματα και διαταραχές των Εναγόντων. Γ. Παραδειγματικές και Τιμωρητικές Αποζημιώσεις. Δ. Νόμιμο τόκο.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ. 1,2,3,4,5,6,7,8,9- 11, Δ.12, Δ.13, Δ.14, Δ.19 Δ.25, Θ.1

(3)και 5 και Δ.48, Θ.1 μέχρι 4, 8 και 9, στη Δ.57 και Δ.64, στο α. 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στο αρθ.30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ DZHOKOVA. Αναφέρει ότι είναι η μητέρα και η μία εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧ PETROV (GEORGIEV) και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και εκ μέρους του ΧΧΧΧ PETROV, πατέρα του αποβιώσαντος και επίσης διαχειριστή της περιουσίας του. Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση, αναφέρει ότι, ο θάνατος του υιού τους, που ήταν το μοναδικό τους παιδί, τους προκάλεσε μεταξύ άλλων θλίψη, πόνο, οδύνη, απόγνωση και ψυχολογικά προβλήματα με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δυσμενώς η ζωή τους. Ως εκ τούτου έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους, να διεκδικήσει και εκ μέρους τους αξιώσεις σε σχέση με τις ενέργειες του προτεινόμενου εναγόμενου 2, με τις οποίες υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος προστασίας και σεβασμού της ζωής του υιού τους και της δικής τους ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Οι ίδιες αξιώσεις ζήτησαν και έδωσαν νέες οδηγίες να προωθηθούν εκ μέρους τους και υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος υιού τους και για αυτές, όπως τους ενημέρωσε ο δικηγόρος τους, πρέπει να τροποποιηθεί η έκθεση απαίτησης της αγωγής. Ο δικηγόρος τους, τους ενημέρωσε επίσης ότι προς αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, θεωρεί πως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως οι προσωπικές τους αξιώσεις εκδικαστούν στην παρούσα αγωγή, αφού, επίδικο θέμα είναι η συμπεριφορά του προτεινόμενου εναγόμενου 2, ενώ, και το άρθρο 58 του Κεφ. 148 «εκπηγάζει και αποτελεί επί μέρους στοιχείο από τα ίδια πρωταρχικά δικαιώματα τους για τα οποία αξιώνουν αποζημιώσεις προσωπικά». Αυτό ως αναφέρει η ομνύουσα, είναι δυνατό να γίνει με την προσθήκη τους στον τίτλο της αγωγής ως εναγόντων υπό την προσωπική τους ιδιότητα και προς τούτο δίνουν την συγκατάθεση τους. Επίσης θα πρέπει να προστεθεί ο προτεινόμενος εναγόμενος 2, καθότι, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, δυνατό να μην έχει εκ του νόμου ή εκ του ασφαλιστηρίου της την υποχρέωση να καλύψει τις προσωπικές τους αξιώσεις για την προώθηση των οποίων θα πρέπει να προστεθούν και ανάλογοι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης. Για τις αξιώσεις τους αυτές ζητούν όπως τους επιτραπεί να προστεθούν και προωθηθούν ανάλογοι ισχυρισμοί με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Οι τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης που επιζητούν, αφορούν τις συνέπειες των ενεργειών του προτεινόμενου εναγόμενου 2 προς τα πρόσωπα τους και ως τους πληροφορεί ο δικηγόρος τους, αυτοί οι ισχυρισμοί μπορούν να περιληφθούν στην έκθεση απαίτησης με την τροποποίηση της, αφού, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην υφιστάμενη εναγόμενη. Σημειώνεται ότι οι αιτητές επέδωσαν την υπό κρίση αίτηση και προς τον προτεινόμενο εναγόμενο 2, ο οποίος όμως παρέλειψε να εμφανιστεί στην διαδικασία. Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση) έφερε ένσταση στο αίτημα των αιτητών. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι: - η αίτηση είναι παράτυπη. - η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα δημιουργήσει αδικία και ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα της. - δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νέας Δ.25 καθότι δεν υπάρχει καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη των δικογράφων και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προέκυψαν από νέα γεγονότα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την έγερση της αγωγής ή την καταχώρηση της δικογραφίας. - τυχόν έγκριση των τροποποιήσεων θα προκαλέσει πολλαπλότητα και σύγχυση στα επίδικα θέματα και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας. - η αίτηση υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Δ. Παπαθωμά δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση. Σε αυτή δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και ακολούθως αναλύει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες. Οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Η πλευρά των αιτητών κατά την αγόρευση της παραπέμποντας στις σχετικές νομικές αρχές, εισηγήθηκε κυρίως ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά αίτημα για προσθήκη διαδίκων δυνάμει της Δ.9 που στη περίπτωση που εγκριθεί, θα απαιτηθούν και οι ανάλογες τροποποιήσεις στην έκθεση απαίτησης. Υποστήριξαν ότι η Δ.9 στοχεύει στη διασφάλιση της διάγνωσης πλήρως και τελικώς όλων των διαφορών που δυνατόν να προκύπτουν από το ίδιο ζήτημα, προς αποφυγή της καθυστέρησης και των εξόδων που ενέχει η έγερση ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών. Είναι η θέση τους ότι στην προκειμένη περίπτωση, η βάση των αξιώσεων πηγάζει από τη συμπεριφορά του προτεινόμενου εναγόμενου 2 κατά το επίδικο δυστύχημα και προς απόδειξη τους θα απαιτηθεί η ίδια μαρτυρία. Η τυχόν καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής για την θεραπεία που οι αιτητές απαιτούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα θα έχει ως αποτέλεσμα την εκδίκαση δύο υποθέσεων για την ίδια βάση αγωγής. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση κατά την αγόρευση της αναφερόμενη επίσης στις νομικές αρχές, φαίνεται να συμφωνεί ότι η προσθήκη διαδίκου επιτρέπεται όταν αυτή κρίνεται επιθυμητή για τον προσδιορισμό και την επίλυση όλων των επίδικων ζητημάτων σε μία υπόθεση, ενώ αντίθετα, δεν εγκρίνεται εκεί που αποτέλεσμα θα είναι η εισαγωγή μίας εντελώς νέας βάσης αγωγής. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης αναφέρεται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νέας Δ.25 που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπου η αγωγή καταχωρήθηκε το 2018 και η αίτηση υποβλήθηκε μετά τη κλήση για οδηγίες με βάση την νέα Δ.30. Υποστηρίζεται επίσης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και με αυτή επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών που θα αλλάξουν τη βάση της αγωγής, καθώς και ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει πολλαπλότητα και σύγχυση στα επίδικα θέματα και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας. Τέλος η πλευρά της καθ' ης η αίτηση εισηγείται πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι δεν υπάρχει γραπτή συγκατάθεση του ΧΧΧΧ PETROV, με την οποία να συναινεί στην προσθήκη του ως ενάγοντα στην αγωγή όπως απαιτείται από τη Δ.9. Η προσθήκη Εναγόμενου ρυθμίζεται από την Διαταγή 9, Θεσμοί 10 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από το λεκτικό του Θεσμού φαίνεται πως η προσθήκη Εναγομένου και ή Ενάγοντα αποτελεί, εφ' όσον εγκριθεί, τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Το ουσιώδες μέρος του θεσμού 10 της Διαταγής 9, σε ότι αφορά την προσθήκη διαδίκων σε σχέση με το θέμα που αφορά την παρούσα αίτηση αναφέρει το εξής: "The court . ... may . ... Order . ... that the names of any parties, whether plaintifs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added." Οι διάφορες πτυχές του Θεσμού αυτού έχουν εξεταστεί και αναλυθεί μέσα από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772 και Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668). Στην απόφαση Οδυσσέως Ανδρέας ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ ΑΑΔ 1372 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210). Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.9 ασκείται ευρέως από τα Δικαστήρια, παρά το γεγονός ότι η προσθήκη καινούργιων διαδίκων μπορεί να προκαλέσει πρόσθετα έξοδα και να επιβάλει την παρουσίαση νέας μαρτυρίας. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, σε κάθε τέτοια περίπτωση, είναι, κατά πόσο, η προσθήκη νέου διαδίκου δύναται, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, να προκαλέσει αδικία ή δικονομική και ουσιαστική αμηχανία στον αντίδικο. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αίτημα μπορεί να μην γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Είναι δε ξεκάθαρο, από τις πρόνοιες της Δ.9, ότι, μία απαίτηση, δεν μπορεί να απορριφθεί για μόνο τον λόγο ότι λανθασμένα συνενώθηκε ή δεν συνενώθηκε κάποιο πρόσωπο ως διάδικος σε αγωγή ή άλλη διαδικασία. Σύμφωνα με την πρακτική που επιβάλλει η ίδια η Δ.9. κ. 10, η συνένωση προσώπου ως ενάγοντα σε υφιστάμενη αγωγή, μπορεί να επιτραπεί, μόνο όταν το πρόσωπο αυτό συγκατατεθεί προς τούτο γραπτώς. Συγκατάθεση την οποία μάλιστα, πρέπει να υπογράφει ο ίδιος και όχι το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Παρά ταύτα, σχετικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο, ακόμη και στην απουσία γραπτής συγκατάθεσης του προσώπου η συνένωσης του οποίου επιδιώκεται, υπό την αίρεση παρουσίασης σχετικής συγκατάθεσης στον Πρωτοκολλητή, εντός ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας ( βλ. Annual Practise του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα 346 κάτω από τον τίτλο «Procedure—Consent of Person Added».) Αίτημα που υποβάλλεται βάσει της Δ.9 κ.10, για την προσθήκη ενάγοντα, μπορεί να εγκριθεί, όταν, η βάση της αγωγής του υφιστάμενου ενάγοντα είναι, στην απουσία του προτιθέμενου προς συνένωση ενάγοντα, ελλιπής ή ελαττωματική. Και τούτο, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου, από τα γεγονότα της υπόθεσης, εγείρεται κάποιο ζήτημα μεταξύ του προτιθέμενου προς συνένωση διαδίκου και του υφιστάμενου διάδικου (και δη του εναγομένου στην Αγωγή), που σχετίζεται με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα και η συνένωσης αυτού του προσώπου ως διαδίκου είναι επιθυμητή προς επίλυση του εν λόγω ζητήματος. Γενικότερα όμως, ως προαναφέρθηκε, η προσθήκη επιτρέπεται, όταν αυτή κρίνεται επιθυμητή για τον προσδιορισμό και επίλυση όλων των πραγματικών επίδικων ζητημάτων σε μία υπόθεση. Αντιθέτως, δεν εγκρίνεται, εκεί που το αποτέλεσμα θα είναι η εισαγωγή μίας εντελώς νέας βάσης Αγωγής. Αίτημα που υποβάλλεται βάσει της Δ.9 κ.10 για την προσθήκη εναγομένου, μπορεί να εγκριθεί, μόνο όταν, ο ενάγοντας, αξιώνει εναντίον του θεραπεία , ακόμη και όταν αυτή είναι μόνον δηλωτική.( Πανευρωπαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ. ν Τhe Black Sea Shipping Co. κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 625.) Επίσης, προσθήκη εναγομένου δύναται να διαταχθεί (ειδικότερα, κατόπιν αιτήματος εναγομένου διάδικου στην αγωγή), όταν οποιαδήποτε απόφαση στην αγωγή, επηρεάζει άμεσα, με οποιοδήποτε τρόπο, τη νομική θέση του (όπως π. χ. θα ήταν η δέσμευσης του από το αποτέλεσμα της απόφασης να πληρώσει κάποιο ποσό) ( βλ. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν ΧρίστουΜηνά, Cyprus Trading Corporation Ltd v Zim Israel Navigation Co. Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1335 και General Insurance Co. of Cyprus Ltd v Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117). Συναφώς, και επειδή ως έχει προαναφερθεί, η γενική αρχή είναι ότι, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, συναρτάται με την αναγκαιότητα της παρουσίας του για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή, το Δικαστήριο, αποφασίζει το ζήτημα (αν δηλαδή βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του) στην βάση του τι η δικογραφία προσδιορίζει ως επίδικο ζήτημα (Χριστόδουλος Μιχαήλ Χ"Δαυίδ ν Χριστοδούλου Χ"Δαυίδ κ. α.
(1992)1 Α.Α.Δ.1176, Παπανδρέας Παπαχριστοφόρου κ. α. ν Κρήτη Γεωργίου Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Stelios C. Marcoullis and Others v. Georghios Frixou Tsakkistos and another
(1970)1 C.L.R. 1.). Αναμφίβολα, έχοντας υπόψη τη γενική αρχή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Παπαχριστοφόρου v. Χαραλλάμπους (πιοπάνω) και ΑνδρέαςΟδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω). Εξετάζοντας ένα αίτημα, ως το υπό συζήτηση, στην βάση των προαναφερόμενων κριτηρίων, το Δικαστήριο αποφεύγει να αποφαίνεται για ζητήματα δικαιωμάτων των διαδίκων, ή των προτιθέμενων προς προσεπίκληση διαδίκων, στην ουσία τους (Mepa Underwriting Management πιο πάνω). Ένας περαιτέρω παράγοντας που θα πρέπει να εξεταστεί και στον οποίο επίσης το Δικαστήριο θα βασίσει την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την έγκριση ή όχι του αιτήματος, είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Για τη σημασία της καθυστέρησης και την ανάγκη να δικαιολογηθεί η όποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, ισχύουν οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων στη βάση της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και έχοντας κατά νου τα γεγονότα όπως αυτά εξάγονται από τα δικόγραφα και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν στην προσκείμενή περίπτωση οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος των αιτητών. Εξετάζοντας πρωτίστως το ζήτημα που εγείρεται από την καθ' ης η αίτηση, ως προς την ύπαρξη παρατυπίας, για το λόγο ότι ελλείπει η γραπτή συγκατάθεση του ΧΧΧΧ PETROV για την προσθήκη του ως ενάγοντα, σημειώνω ότι η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται από τους ΧΧΧΧ PETROV και την ομνύουσα στην αίτηση ΧΧΧΧ DZHOKOVA, οι οποίοι είναι ήδη ενάγοντες στην αγωγή ως διαχειριστές του αποβιώσαντα και επιζητούν όπως προστεθούν ως ενάγοντες και υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Εφόσον συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση οι προτεινόμενοι να προστεθούν ως ενάγοντες είναι οι ίδιοι οι αιτητές, η γραπτή συγκατάθεση που προνοεί η Δ.9 δεν συνιστά προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ, όπως ισχύει στην περίπτωση που επιζητείται να προστεθεί ως ενάγοντας ένα τρίτο πρόσωπο που αυτή ήταν προφανώς και η πρόθεση του Νομοθέτη. Σε ότι αφορά την ουσία της αίτησης, σύμφωνα με την νομολογία που παρατίθεται πιο πάνω, το ζητούμενο είναι κατά πόσο με βάση τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις, βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αγωγή για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων βάσει του άρθρου 58 του Κεφ. 148 για απώλεια λόγω θανάτου του ΧΧΧΧ PETROV, που προήλθε από τροχαίο δυστύχημα και στρέφεται εναντίον της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα που οδηγούσε ο άλλος ενεχόμενος οδηγός. Δεν διαπιστώνεται συνεπώς να απαιτείται η προσθήκη οποιουδήποτε διαδίκου για να καταστεί ευχερέστερη η επίλυση των επίδικων θεμάτων όπως αυτά εμφανίζονται στην αγωγή. Η πλευρά των αιτητών πρόβαλε το επιχείρημα ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη διαδίκων και η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Εξετάζοντας όμως τις αιτούμενες θεραπείες και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνεται ότι, οι αιτητές, εκείνο που ουσιαστικά ζητούν είναι να τροποποιήσουν την έκθεση απαίτησης της αγωγής και συγκεκριμένα να προσθέσουν νέους ισχυρισμούς και αξιώσεις που αφορούν την παραβίαση των Συνταγματικών και Ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ίδιων και του αποβιώσαντα. Έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις, είναι επίσης εμφανές ότι οι αιτούμενες με την αίτηση τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης, δεν συνιστούν υπό τις περιστάσεις τροποποιήσεις που προκύπτουν από την αναγκαιότητα προσθήκης των προτεινόμενων διαδίκων. Αντίθετα, η αναγκαιότητα προσθήκης των προτεινόμενων διαδίκων θα προκύψει, μόνο στην περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη νέων ισχυρισμών και αξιώσεων ως περιγράφονται πιο πάνω. Δηλαδή για να γίνει πιο κατανοητό, είναι η ενσωμάτωση των προτεινόμενων τροποποιήσεων στην έκθεση απαίτησης, εάν αυτή επιτραπεί, που θα καταστήσει αναγκαία και την προσθήκη των προτεινόμενων διαδίκων. Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κατά την κρίση μου, θα πρέπει συνεπώς η αίτηση να εξεταστεί κάτω από το πρίσμα της νέας Δ.25 που ισχύει στην παρούσα περίπτωση, όπου, η αγωγή καταχωρίστηκε το 2018 και το αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες και αφού αμφότερες οι πλευρές έχουν συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων βάσει της Δ.25 πριν από τη τροποποίηση της έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ( Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704, SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A.A.Δ 162). Όπως δε είναι γνωστό πριν από την αντικατάσταση της Δ.25 η νομολογία είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης των δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το θέμα επαφίετο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείτο με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους που θα θεωρείτο δίκαιο ενώ, ο παράγοντας χρόνος ήταν σχετικός, δεν ήταν όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο της παλαιάς Δ.25, ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, μπορούσε να εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα με γνώμονα βέβαια πάντοτε ότι ο αιτητής, δεν ενεργούσε κακόπιστα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1Α Α.Α.Δ 745, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.α.,
(2012)1 Α Α.Α.Δ 817 ). Με τη νέα Δ.25, οι πιο πάνω αρχές διαφοροποιούνται ριζικά αφού πλέον η τροποποίηση δεν επιτρέπεται «σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας» και για οποιονδήποτε λόγο αλλά αντίθετα καθορίζεται με λεπτομέρειες σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μπορεί να γίνει τροποποίηση και κάτω υπό ποιες προϋποθέσεις. Η νέα Διαταγή 25 για την περίπτωση που ενδιαφέρει στην υπό κρίση υπόθεση αναφέρει τα εξής: «
  1. ...............................
  2. ............................................................................................................
  3. Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την πιο πάνω παράθεση του λεκτικού της νέας Δ.25 θ.3, δεν χωρεί πλέον οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οποιοιδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και μετά την έναρξη της δίκης, και/ή για οποιονδήποτε λόγο. Στην ουσία έχει εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία το Δικαστήριο στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, για να επιτρέψει την τροποποίηση πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στη Δ.25 θ.
  4. Τονίζω ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί κατά το έτος 2018 και ως εκ τούτου οι πρόνοιες της νέας τροποποιημένης διαταγής, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Στην περίπτωση συνεπώς που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες , όπως είναι η παρούσα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό, ήτοι εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας ή να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας .Με βάση συνεπώς το γράμμα αλλά και το πνεύμα της νέας Δ.25 το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στον Κανονισμό. Όπως είναι προφανές από τα πιο πάνω, η παλαιότερη νομολογία που αφορούσε την καταργηθείσα Δ.25 και η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί πλέον να έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της νέας Διάταξης
  5. Στην υπό εξέταση περίπτωση όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί αλλά ούτε καν έχει τεθεί εκ μέρους των αιτητών οποιοσδήποτε ισχυρισμός, είτε για την ύπαρξη καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, είτε για την ύπαρξη νέων γεγονότων μη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών για την έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος. Το μόνο που οι αιτητές αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, είναι πως, επειδή θεωρούν ότι από τις ενέργειες του άλλου ενεχόμενου οδηγού, προτεινόμενου εναγόμενου 2, έχουν παραβιαστεί τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα δικαιώματα των ίδιων και του υιού τους (δικαίωμα προστασίας και σεβασμού της ζωής του υιού τους και της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής, άρθρα 7 και 15 του Συντάγματος και άρθρα 2 και 8 της Ε.Σ.Α.Δ), έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους να διεκδικήσει εκ μέρους τους τις ανάλογες θεραπείες. Περαιτέρω ως αναφέρουν, έδωσαν οδηγίες όπως οι εν λόγω αξιώσεις προωθηθούν και υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα κάτι για το οποίο απαιτείται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στη βάση συνεπώς των όσων περιγράφονται πιο πάνω, το αίτημα των αιτητών για τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δεν μπορεί να εγκριθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Επιπρόσθετα των πιο πάνω με την αίτηση επιχειρείται, κατά την κρίση μου, η προσθήκη ισχυρισμών που συνιστούν άλλη βάση αγωγής. Οι αιτητές παρέπεμψαν κατά την αγόρευση τους στην απόφαση του Π.Ε.Δ. Σάντη στη αγωγή XXXXX/13 Ξενοφώντος κ.α v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερ. 31.12.2018, όπου όμως και εκεί ακριβώς αναφέρεται πως, το δικαίωμα αγωγής για παραβίαση συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος, είναι αυτοφυές παρά το ότι κατά την διάπλαση και διάρθρωση του μπορεί να διατυπωθούν ευρήματα ή να εγερθούν ζητήματα απτόμενα αμέλειας ή άλλης υπαιτιότητας. Επισημαίνεται ακόμα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, η αβεβαιότητα που τίθεται εκ μέρους των αιτητών σε σχέση με την αναγκαιότητα της προσθήκης του προτεινόμενου εναγόμενου
  6. Όπως οι ίδιοι δηλώνουν, η προσθήκη του ζητείται για την περίπτωση που διαφανεί πως, η υφιστάμενη εναγόμενη δεν έχει εκ του Νόμου ή εκ του ασφαλιστηρίου εγγράφου υποχρέωση να καλύψει τις αξιώσεις που ζητούν να προσθέσουν στην αγωγή. Η θέση τους αυτή όχι μόνο αποδυναμώνει την αναγκαιότητα, της προσθήκης του προτεινόμενου διάδικου, αλλά κυρίως καταδεικνύει και το σοβαρό ενδεχόμενο πρόκλησης δικονομικής και ουσιαστικής αμηχανίας στην εναγόμενη- καθ΄ ης η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει οι αξιώσεις θα πρέπει να είναι άμεσα συναρτώμενες με συγκεκριμένους διαδίκους και από τη στιγμή που η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί δεν θα πρέπει να επιτραπεί ούτε η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Ούτε η επίκληση της Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα έχοντας υπόψη για όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η αίτηση επίσης θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος των αιτητών. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη ενδιάμεση αίτηση, δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε ή οποιοσδήποτε βάσιμος και/ή επαρκής λόγος γιατί οι αιτητές δεν έχουν περιλάβει στο κλητήριο ένταλμα τους προτεινόμενους διαδίκους και/ή γιατί οι ισχυρισμοί και αξιώσεις που περιέχονται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις, ενώ έδωσαν προς τούτο, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, σχετικές οδηγίες στο δικηγόρο τους, δεν είχαν συμπεριληφθεί από την αρχή στην έκθεση απαίτησης της αγωγής. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται συνεπώς υπέρ της εναγόμενης- καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction / Other actions / Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση προσθήκης διαδίκων και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.