← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. ASA Clothing Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5787/2011, 8/4/2020

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. ASA Clothing Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5787/2011, 8/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5787/2011 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd Ενάγουσας v.

  1. ASA Clothing Ltd
  2. . Αργυρού
  3. . Αργυρού
  4. . Αργυρού Εναγομένων Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Λ. Νικολάου για Κ. Κ. Σαβεριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Δημητρίου για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης 1 το ποσό των €590.292,83 πλέον τόκο ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμών παρατραβήγματος, δανείου και πιστωτικών καρτών και εναντίον των Εναγομένων 2-4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με την Εναγομένη 1 το ποσό των €578.649,39 πλέον τόκο δυνάμει εγγυήσεων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα, δυνάμει γραπτών συμφωνιών, παραχώρησε λογαριασμό παρατραβήγματος και δάνειο στην Εναγομένη 1, προς εξασφάλιση των οποίων οι Εναγόμενοι 2-4 υπέγραψαν ξεχωριστές γραπτές συμφωνίες εγγύησης και ο Εναγόμενος 2 παραχώρησε την υποθήκη Υ.05/07, καθώς επίσης και κατόπιν γραπτών αιτήσεων της Εναγομένης 1 η Ενάγουσα εξέδωσε σε αυτή δύο πιστωτικές κάρτες. Λόγω της μη συμμόρφωσης της Εναγομένης 1 με τις υποχρεώσεις της, η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία όλων των διευκολύνσεων εξ ου και αξιώνει τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά. Στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη των υπό κρίση συμφωνιών και την παραχώρηση των διευκολύνσεων, με την επιφύλαξη ως προς τη νομιμότητα και εγκυρότητα των συμφωνιών και ισχυρίζονται ότι συγκεκριμένοι όροι αυτών είναι καταχρηστικοί και ή αόριστοι και ή παράνομοι και ως τέτοιοι άκυροι και ή ανεφάρμοστοι. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η επίδικη υποθήκη δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21

(1)(γ) του Ν.9/65 και ως εκ τούτου αυτή ενεγράφη παράνομα και ή είναι άκυρη. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των Εναγομένων πως οι επίδικοι λογαριασμοί δεν χρεοπιστώνονταν σύμφωνα με τις επίδικες συμφωνίες ή τον Νόμο και ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούτο να χρεώνει τόκο προς 13% και αρνούνται ότι η Ενάγουσα προέβη σε τερματισμό και ότι απέστειλε επιστολές τερματισμού προς αυτούς. Αναφέρουν ακόμα πως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η υποθήκη είναι άκυρη, τότε οι Εναγόμενοι 2-4 θα πρέπει να απαλλαγούν ως εγγυητές καθότι παραχώρησαν την εγγύηση με την πεποίθηση ότι τα επίδικα χρέη εξασφαλίζονταν με την υποθήκη. Γι΄ αυτό εγείρουν ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν ότι η υποθήκη είναι άκυρη και θα πρέπει να εξαλειφθεί και οι Εναγόμενοι 2-4 να απαλλαγούν από την όποια ευθύνη τους ως εγγυητές. Στα πλαίσια ακρόασης της παρούσας Αγωγής, προσφέρθηκε μαρτυρία μόνο για την πλευρά της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, κλήθηκαν δύο μάρτυρες, ο πρώτος εκ των οποίων ήταν ο κ. ΧΜ, υπάλληλος της Ενάγουσας από τις 2.5.89 και από την 1.3.19 στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων. Ο ΜΕ1 κατέθεσε το πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας, το πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος της, την άδεια λειτουργίας της και την τροποποίηση άδειας για άσκηση τραπεζικών εργασιών. Ο ΜΕ1 ετοίμασε και κατέθεσε Πιστοποιητικό βάσει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, και κατέθεσε τόσο τις αρχικές όσο και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες εκτύπωσε. Επεξήγησε τις αναδομημένες καταστάσεις και τις χρεώσεις σε αυτές, καταθέτοντας επίσης σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο αναφορικά με τη μεταβολή του επιτοκίου. Τέλος, ανέφερε πως μετά την καταχώριση της Αγωγής οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της ισχυριζόμενης οφειλής. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 επεξήγησε αναλυτικότερα κάποιες χρεώσεις που φαίνονται στις αναδομημένες καταστάσεις, όπως π.χ. για βιβλιάριο επιταγών η οποία δεν προβλέπεται στη συμφωνία όμως γίνεται κατόπιν ξεχωριστής αίτησης η οποία υπογράφεται από τον πελάτη, και έξοδα εκτίμησης ακινήτου τα οποία και πάλι χρεώνονται με τη συγκατάθεση του πελάτη. Ο ΜΕ1 επέμενε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις δεν περιέχουν αντισυμβατικές χρεώσεις και μόνο το βασικό επιτόκιο και ότι το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αφορούσε μόνο δάνεια και όχι άλλης μορφής πιστωτικές διευκολύνσεις. Ο δεύτερος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. ΠΞ, υπάλληλος της από τον Δεκέμβριο του 1990 και κατέχων τη θέση του Λειτουργού Εξυπηρέτησης Δανείων. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε και κατέθεσε όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν στους επίδικους λογαριασμούς, τις εγγυήσεις και την υποθήκη, συμπεριλαμβανομένων των αιτήσεων της Εναγομένης 1 για την παραχώρηση των διευκολύνσεων και των καρτών, σχετικού πρακτικού και επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης εκ μέρους της και βεβαιώσεων εγγυητών. Περαιτέρω ο ΜΕ2 κατέθεσε τη σχετική Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αναφορικά με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για δάνεια, καθώς επίσης και τις επιστολές τερματισμού προς όλους τους Εναγόμενους. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο ίδιος είχε ανάμειξη στις διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών ως προς την παραχώρηση των διευκολύνσεων και εξήγησε ότι η παραχώρηση του δανείου έγινε προς εξόφληση μέρους χρέους της εταιρείας Fashion Magazine την οποία διαδέχθηκε η Εναγομένη 1 και η οποία, βάσει μελέτης, φαινόταν να είχε καλές προοπτικές ανάπτυξης. Αναφέρθηκε επίσης στη σύμβαση υποθήκης, αναγνωρίζοντας την υπογραφή του επί αυτής και δηλώνοντας ότι οι υπάλληλοι της Ενάγουσας υπέγραψαν στα γραφεία της Τράπεζας και όχι στο Κτηματολόγιο. Τέλος, επεξήγησε κάποιες χρεώσεις, αρνούμενος ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Στην αγόρευση της η δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων ήταν πλήρως αξιόπιστη και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά και κάλεσε το Δικαστήριο να την αποδεχθεί και εκδώσει απόφαση ως η απαίτηση. Ο δικηγόρος των Εναγομένων στη δική του αγόρευση εστιάστηκε κυρίως σε νομικά ζητήματα, και συγκεκριμένα ότι οι καταστάσεις λογαριασμών δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9, οι καταστάσεις λογαριασμών περιέχουν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, η υποθήκη δεν παραχωρήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65 και δεν αποδείχθηκε ο τερματισμός των επίδικων λογαριασμών, ζητώντας απόρριψη της Αγωγής. Η αξιολόγηση των δύο μαρτύρων της Ενάγουσας δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αξιοπιστία αυτών δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά της υπεράσπισης. Ανεξαρτήτως της στάσης της υπεράσπισης, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως και οι δύο αυτοί μάρτυρες κατέθεσαν με ειλικρίνεια και προσπάθησαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για όλα ήταν σε θέση να γνωρίζουν, τόσο σε σχέση με τα γεγονότα όσο και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών. Η μαρτυρία του ΜΕ1 περιορίστηκε βασικά στην κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμών. Όπως ο ίδιος ρητώς ανέφερε στο Δικαστήριο, δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ούτε και γνώση για τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών, καταδεικνύοντας έτσι την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του. Η μαρτυρία του στο σύνολο της ήταν σαφής και συνεπής. Η εμπλοκή του στην υπόθεση εστιάζεται βασικά στην παραλαβή υφιστάμενων στοιχείων των λογαριασμών, στην επεξεργασία τους και τούτο με στόχο την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών. Κατά την αντεξέταση του έδωσε τις απαντήσεις του με αμεσότητα και κάθε λεπτομέρεια, δίδοντας ολοκληρωμένες απαντήσεις και αντικρούοντας με επάρκεια τις υποβολές της υπεράσπισης ως προς τις χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμών, ειδικότερα αναφορικά με τον τόκο. Επέμενε καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι στις αναδομημένες καταστάσεις χρεώθηκε μόνο το βασικό επιτόκιο, παρόλο που ήταν η θέση του πως η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώνει και τόκους υπερημερίας με βάση σχετική νομοθεσία του
  1. Ήταν η σταθερή θέση του μάρτυρος ότι η χρέωση για βιβλιάριο επιταγών δεν προνοείται στη συμφωνία, όμως προκύπτει βάσει γραπτής αίτησης του πελάτη με την ανάλογη χρέωση ενώ τα ledger fees, τα statement request fees, το post due charge και το notification charge έχουν αφαιρεθεί από όλες τις αναδομημένες καταστάσεις. Έδωσε επίσης πλήρη εξήγηση και για τη χρέωση ποσού εκτίμησης, ήτοι πως η εκτίμηση γίνεται λόγω του ότι ο πελάτης επιθυμεί να υποθηκεύσει ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας για να λάβει τις διευκολύνσεις του και έτσι αυτό το ποσό χρεώνεται στον λογαριασμό του πελάτη καθότι δεν είναι έσοδο για την Τράπεζα εφόσον τις εκτιμήσεις τις κάνουν ανεξάρτητοι εξωτερικοί εκτιμητές. Η ίδια συνέπεια και σαφήνεια χαρακτηρίζει και την αναφορά του ως προς το ότι το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αφορά μόνο σε δάνεια, θέση η οποία επιβεβαιώνεται από την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Τεκμήριο 19, την οποία κατέθεσε ο ΜΕ
  2. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της. Και ο ΜΕ2 με τη σειρά του ικανοποίησε πλήρως το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια του. Κατά την κυρίως εξέταση του αυτός κατέθεσε για τα γεγονότα με πλήρη συνοχή, σαφήνεια και πληρότητα, καταθέτοντας όλα τα σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων του. Υπενθυμίζεται εδώ ότι η σύναψη όλων των συμφωνιών είναι παραδεκτή στην υπεράσπιση των Εναγομένων. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ2 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης του επίδικου δανείου και την υποθήκη. Η μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης του δανείου καταδείκνυαν ότι αυτός είχε πλήρη γνώση των όσων διημείφθησαν μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τον σκοπό της παραχώρησης του δανείου και τις συζητήσεις μεταξύ των μερών, αντικρούοντας μάλιστα τις θέσεις της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα ο ΜΕ2 ανέφερε ότι προηγουμένως είχαν συνεργασία με την εταιρεία Fashion Magazine η οποία (συνεργασία) αρχικά ήταν ομαλή, όμως αργότερα προέκυψαν προβλήματα και η εταιρεία διαλύθηκε κατόπιν αίτησης από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Έτσι οι δύο πλευρές συζητούσαν μεταξύ τους, η Ενάγουσα μαζί με τον Εναγόμενο 3 εκ μέρους της Εναγομένης 1, ο οποίος ήταν το πρόσωπο κλειδί για την εταιρεία, και κατέληξαν σε αναδιάρθρωση μέσω δανεισμού προς την Εναγομένη 1 για εξόφληση μέρους του χρέους της Fashion Magazine, πρόταση η οποία κοινοποιήθηκε και στους Εναγόμενους 2 και
  3. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε ευθέως και με αμεσότητα τις υποβολές του δικηγόρου των Εναγομένων, λέγοντας ότι η δανειοδότηση έγινε βάσει μελέτης για τις καλές προοπτικές της επιχείρησης της νέας εταιρείας, Εναγομένης 1, η οποία είχε αλλάξει πολιτική και αντί να ράβει ρούχα ως η Fashion Magazine, αποφάσισε να ασχοληθεί με ετοιμοπαράδοτα ρούχα καθώς επίσης και ότι η Εναγομένη 1 δεν έλαβε περιουσία της Fashion Magazine. Η απάντηση του για το θέμα της υποθήκης, ήτοι πως δεν αναγράφεται ούτε και γνωρίζει την ώρα της εγγραφής της και ότι αυτός και ο δεύτερος υπάλληλος της Τράπεζας υπέγραψαν στα γραφεία της Τράπεζας, ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι αυτός ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός, μη προσπαθώντας να αποκρύψει οτιδήποτε ή παραπλανήσει το Δικαστήριο. Τέλος, ήταν σε θέση να δώσει άμεσες και πλήρεις απαντήσεις αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού, και συγκεκριμένα για τις υπερβάσεις ορίου και διάφορες χρεώσεις. Επομένως, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΕ2 στην ολότητα της η οποία και κρίνεται πλήρως αξιόπιστη. Με βάση τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από την πλευρά της Ενάγουσας, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
  4. Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη αρχικώς με το όνομα Hellenic Bank Ltd, η οποία στις 6.6.05 μετονομάστηκε σε Hellenic Bank Public Company Ltd. Κατέχει άδεια λειτουργίας τραπεζικών εργασιών. Σχετικά είναι το πιστοποιητικό σύστασης, πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος, άδεια λειτουργίας της εταιρείας και τροποποίηση της άδειας άσκησης τραπεζικών εργασιών, Τεκμήρια 1-
  5. Στις 28.2.07, κατόπιν αφενός διαβουλεύσεων μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 και αφετέρου του αιτήματος της Εναγομένης 1, η Ενάγουσα άνοιξε τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ΄ αρ. .01-.263-
  6. Το γραπτό αίτημα της Εναγομένης 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Την ίδια ημερομηνία η Εναγομένη 1 παρέδωσε το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της, πιστοποιητικό σύστασης, πιστοποιητικό διευθυντή και γραμματέα, πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου και πιστοποιητικό μετόχου, Τεκμήριο
  8. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 9.3.07, η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγομένη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις με τη μορφή λογαριασμού παρατραβήγματος στον λογαριασμό ...01-.263-
  9. Το ποσό του ορίου που παραχωρήθηκε ήταν ΛΚ210.000 ισόποσο σε €359.
  10. Η συμφωνία υπεγράφη από την Εναγομένη 4 εκ μέρους της Εναγομένης 1 και αποτελεί το Τεκμήριο
  11. Προς εξασφάλιση του λογαριασμού παρατραβήγματος οι Εναγόμενοι 2-4 υπέγραψαν έγγραφο εγγύησης ημ. 9.3.07 για το ποσό των ΛΚ241.500 ισόποσο σε €412.627,25 πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  12. Επίσης, στις 9.3.07 η Εναγομένη 1, μέσω της διευθύντριας της, Εναγομένης 4, αιτήθηκε δανείου ύψους ΛΚ80.000 ισόποσο σε €136.688,
  13. Κατόπιν έγκρισης του αιτήματος, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 9.3.07 η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό δανείου στο όνομα της Εναγομένης 1 υπ΄ αρ. .31-.263-01, στον οποίο κατατέθηκε το προαναφερόμενο ποσό των ΛΚ80.
  14. Η συμφωνία δανείου, η οποία υπεγράφη από την Εναγομένη 4 εκ μέρους της Εναγομένης 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Προς εξασφάλιση του λογαριασμού δανείου οι Εναγόμενοι 2-4 υπέγραψαν έγγραφο εγγύησης ημ. 9.3.07 για το ποσό των ΛΚ80.000 ισόποσο σε €136.688,12 πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο
  16. Ταυτόχρονα με τη λήψη των εγγυήσεων, Τεκμήρια 17 και 22, η Ενάγουσα παρέλαβε τα εξής έγγραφα, Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων της Εναγομένης 1, Βεβαίωση Εγγυητή από τους Εναγόμενους 2 και 3 ξεχωριστά και Βεβαίωση Παροχέα Εξασφαλίσεων από τον Εναγόμενο 2, Τεκμήρια 23-26 αντίστοιχα.
  17. Περαιτέρω προς εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων, ο Εναγόμενος 2 παραχώρησε την υποθήκη Υ.05/07, Τεκμήριο
  18. Το πρακτικό ημ. 9.3.07 του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 με την οποία λήφθηκε απόφαση για την εξασφάλιση των ως άνω διευκολύνσεων έναντι των εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων δεύτερης υποθήκης και προσωπικών εγγυήσεων για τα ως άνω ποσά από τους Εναγόμενους 2-4, και εξουσιοδοτήθηκε η Εναγομένη 4 να υπογράψει όλα τα σχετικά έγγραφα εκ μέρους της Εναγομένης 1, αποτελεί το Τεκμήριο
  19. Στις 9.3.07 η Εναγομένη 1 υπέγραψε έγγραφο ανειλημμένης υποχρέωσης ημ. 7.3.07, στο οποίο αναφέρονται οι παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι εξασφαλίσεις και οι όροι αυτών, Τεκμήριο
  20. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1 και παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, σύμφωνα με τον Ν.33(Ι)/07, η μετατροπή σε ΛΚ στις νομικές πράξεις έγινε με την αμετάκλητη ισοτιμία ΛΚ1=€0.
  21. Η Οδηγία ημ. 21.12.07 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αναφορικά με το επιτόκιο σε υφιστάμενα δάνεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  22. Σχετικές δημοσιεύσεις της Ενάγουσας στον ημερήσιο τύπο που αφορούν τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου της κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  23. Για την περίοδο από 16.2.17 μέχρι σήμερα, η μεταβολή αυτού αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ενάγουσας, με την πιο πρόσφατη μεταβολή σε όριο παρατραβήγματος να έγινε στις 16.8.19 στο 3,09% και σε δάνειο στις 16.3.16 σε 0%.
  24. Στις 21.3.07 με δύο ξεχωριστές γραπτές αιτήσεις, η Εναγομένη 1 αποτάθηκε στην Ενάγουσα για παραχώρηση πιστωτικών καρτών, τις οποίες η Ενάγουσα αποδέχθηκε και εξέδωσε δύο πιστωτικές κάρτες υπ΄ αρ. .009 και .
  25. Οι αιτήσεις με συνημμένα τα πρακτικά της Εναγομένης 1 για αποδοχή των όρων έκδοσης των καρτών αποτελούν τα Τεκμήρια 28 και 29 αντίστοιχα.
  26. Η Εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας δανείου και παρέλειψε να ξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα όλων των επίδικων λογαριασμών, και παρόλο που κλήθηκε επανειλημμένα, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, μέσω των διευθυντών της να διευθετήσει τα υπόλοιπα, αμέλησε και ή αρνήθηκε να το πράξει.
  27. Κατόπιν απόφασης της Ενάγουσας για τερματισμό της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών, η Ενάγουσα με επιστολή της ημ. 7.6.11, Τεκμήριο 30, προς όλους τους Εναγόμενους τερμάτισε τους λογαριασμούς και κάλεσε αυτούς όπως εντός επτά ημερών προβούν σε εξόφληση. Η επιστολή ετοιμάστηκε από τον ΜΕ2 ο οποίος και την υπέγραψε μαζί με τον τότε διευθυντή καταστήματος κ. NΘ και στάληκε με κανονικό ταχυδρομείο στην τελευταία δηλωθείσα στις επίδικες συμφωνίες διεύθυνση των Εναγομένων.
  28. Λόγω της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων με την επιστολή ημ. 7.6.11, η διεύθυνση κέντρου επιχειρήσεων στη Λεμεσό αποφάσισε όπως οι επίδικοι λογαριασμοί παραπεμφθούν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας στη Λευκωσία. Η Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών απέστειλε επιστολή ημ. 14.9.11, Τεκμήριο 31, προς όλους τους Εναγόμενους καλώντας τους να ξοφλήσουν το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου, αλλιώς θα προχωρούσαν με εκποίηση της υποθήκης και καταχώριση αγωγής.
  29. Μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Ο ΜΕ1 κατέθεσε καταστάσεις όλων των επίδικων λογαριασμών, Τεκμήρια 5-8 καθώς επίσης και αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 9-
  30. Αναφορικά με τις καταστάσεις, Τεκμήρια 5-8, ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης σχετικό Πιστοποιητικό, υπογεγραμμένο από τον ίδιο, δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.
  31. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο ικανοποιείται πως το Πιστοποιητικό προέρχεται από πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση στην Ενάγουσα λόγω των καθηκόντων που ασκεί, όπως άλλωστε δηλώνει και αναγνωρίζει ο ίδιος ο ΜΕ1 και ουδόλως αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Το Δικαστήριο δέχεται και τη θέση του ΜΕ1, η οποία και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτη πως οι καταστάσεις αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας, ήτοι του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών. Τέλος, παρέμεινε αναντίλεκτη και η θέση του μάρτυρος πως η Ενάγουσα αποτελεί επιχείρηση η οποία δυνάμει σχετικής άδειας ασκεί τραπεζικές εργασίες με σκοπό το κέρδος και διατηρεί αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή από το οποίο παρήχθησαν οι καταστάσεις λογαριασμού. Όπως καταγράφεται στο Πιστοποιητικό, οι καταστάσεις παρήχθησαν κατόπιν εντολής του μάρτυρος και αφού ελέγχθηκαν από τον ίδιο και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Ο ΜΕ1 βεβαιώνει για το αληθές και ορθό του περιεχομένου του Πιστοποιητικού. Πέραν της θετικής εντύπωσης που το Δικαστήριο αποκόμισε για τον μάρτυρα, θεωρώ ότι και αυτή η θέση του παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. Είναι γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ρωτήθηκε επανειλημμένα να περιγράψει τη διαδικασία εκτύπωσης, και αυτός ανέφερε ότι η εκτύπωση των αρχικών καταστάσεων διήρκεσε μόνο πέντε λεπτά ενώ των αναδομημένων διήρκεσε μια ολόκληρη μέρα. Αφού τις τύπωσε, ακολούθως τις άφησε στο γραφείο του, τις έβαλε σε σειρά, κράτησε στην τσάντα του και κατά τη συνάντηση με τους δικηγόρους τους, μια-δυο μέρες αργότερα, κράτησε το ένα σετ και έδωσε τα άλλα τρία στους δικηγόρους. Μια ανάγνωση των πρακτικών καταδεικνύει ότι οι απαντήσεις του μάρτυρος αφορούσαν στα συγκεκριμένα ερωτήματα, με γνώμονα βασικά τη χρονική διάρκεια της διαδικασίας εκτύπωσης όπως άλλωστε ήταν και η πρώτη ερώτηση επί του θέματος ούτως ώστε όσες ακολούθησαν να περιστρέφονταν γύρω από αυτό το ζήτημα. Επομένως, δεν θεωρώ ότι με τις απαντήσεις του ο ΜΕ1 αναίρεσε με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση του πως ήλεγξε και σύγκρινε τις καταστάσεις με το αρχείο και ήταν σύμφωνες με αυτό. Εκτός από το Πιστοποιητικό, ο ΜΕ1 στη Γραπτή του Δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι η Ενάγουσα τηρεί τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή και ότι στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Ενάγουσας. Ανέφερε επίσης ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας και ότι όλες οι καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, το τραπεζικό βιβλίο βρισκόταν και εξακολουθεί να είναι φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της. Ο ΜΕ1 επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος εκτύπωσε τις καταστάσεις, τις σύγκρινε με την αρχική καταχώριση στον υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Έχει ήδη λεχθεί πως αυτή η αναφορά του μάρτυρος ουδόλως αναιρέθηκε κατά την αντεξέταση του. Ιδιαίτερα θα πρέπει να σημειωθεί πως σε κανένα στάδιο δεν έχουν αμφισβητηθεί οι δοσοληψίες που είχαν διενεργηθεί σε σχέση με τους λογαριασμούς και κυρίως ότι οι καταγραφές στο ηλεκτρονικό σύστημα για αυτές ανταποκρίνονται στα όσα πραγματικά είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους. Η πιο πάνω μαρτυρία η οποία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και βασικά δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά, πληροί τα όσα περιέχονται στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 5-8, ως αποδεκτή μαρτυρία. Ακολούθως ο ΜΕ1 έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή του τρόπου ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων, Τεκμήρια 9-12, η οποία βασικά και πάλι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό της βιβλίο και μάλιστα αφορούσαν χαμηλότερο ποσό, και αυτές γίνονται αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.
  32. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.
  33. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι για την ετοιμασία αυτών ο ΜΕ1 χρησιμοποίησε το ηλεκτρονικό σύστημα (Account Reconstruction System) το οποίο διατηρεί η Ενάγουσα για αυτόν τον σκοπό και λειτουργεί ως εξής: (i) Εισήγαγε τον αριθμό λογαριασμού του πελάτη στο σύστημα, αυτό αναπαράγει όλες τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας και τις καταγράφει χωρίς τόκους. (ii) Αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα. (iii) Εισήγαγε στο σύστημα το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της Ενάγουσας για τη συγκεκριμένη περίοδο. Το σύστημα υπολογίζει τον τόκο στο κεφάλαιο, ο οποίος και προστίθεται ξεχωριστά σε ξεχωριστή στήλη, ανάλογα με το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου που ισχύει για την κάθε περίοδο. Το σύστημα επεξεργάζεται με αυτόν τον τρόπο την κίνηση του λογαριασμού, υπολογίζει τον τόκο σε ξεχωριστή στήλη και βγάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή τα αντίστοιχα υπόλοιπα. Γίνεται επίσης δεκτή ως εύρημα του Δικαστηρίου και η επεξήγηση του ΜΕ1 αναφορικά με το περιεχόμενο των αναδομημένων λογαριασμών, και συγκεκριμένα ότι σε αυτές παρουσιάζονται ανά στήλη οι ημερομηνίες, χρεώσεις, πιστώσεις και το υπόλοιπο του λογαριασμού χωρίς τόκους. Ακολουθεί ο τόκος περιόδου από την τελευταία εγγραφή, δηλαδή ο τόκος υπολογίζεται και χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, οπότε και κεφαλαιοποιείται. Κατά τις εν λόγω ημερομηνίες ο τόκος συγκεκριμένης περιόδου μεταφέρεται από την συγκεκριμένη (πέμπτη) στήλη στην επόμενη με αποτέλεσμα στην αρχή του επόμενου εξαμήνου στην προηγούμενη (πέμπτη) στήλη να αρχίζει εκ νέου ο υπολογισμός του τόκου για το επόμενο εξάμηνο. Έτσι στην έκτη στήλη υπολογίζεται και παρουσιάζει ο συνολικός χρεωστικός τόκος. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του ότι από τη στιγμή που στην πέμπτη στήλη αρχίζει εκ νέου ο υπολογισμός του τόκου για την επομένη περίοδο, αποφεύγεται ο ανατοκισμός. Στην τελευταία στήλη φαίνεται το εκάστοτε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο της Ενάγουσας. Στρεφόμενη στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, είναι κοινώς αποδεκτή η σύναψη των δύο επίδικων συμφωνιών παρατραβήγματος και δανείου καθώς επίσης και η υποβολή των δύο επίδικων γραπτών αιτήσεων για την έκδοση πιστωτικών καρτών, Τεκμήρια 16, 18, 28 και 29 αντίστοιχα. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτή η υπογραφή δύο συμφωνιών εγγύησης ημ. 9.3.07 ως εξασφάλιση της κάθε προαναφερόμενης συμφωνίας, Τεκμήρια 17 και 22 αντίστοιχα. Τέλος, δεν αμφισβητείται η παραχώρηση της υποθήκης από τον Εναγόμενο 2 ως εξασφάλιση των δύο ως άνω συμφωνιών, Τεκμήριο
  34. Είναι γεγονός ότι ο ΜΕ2 παρουσίασε αντίγραφο της σύμβασης υποθήκης στο Δικαστήριο, λέγοντας ρητώς ότι το πρωτότυπο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και ενώ γνωρίζει ότι τους δίδεται πιστό αντίγραφο, εκείνο ήταν το μοναδικό έγγραφο που υπήρχε στα αρχεία της Ενάγουσας. Πέραν του ότι η δεκτότητα κρίνεται κατά την παρουσίαση και εδώ δεν υπήρξε ένσταση, σημειώνεται πως και ενόψει της θετικής εντύπωσης του μάρτυρος, το Δικαστήριο δέχεται και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του. Ενόψει του ότι η Ενάγουσα δεν προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση ως προς την υποθήκη θεωρώ ότι η εγκυρότητα αυτής δεν αποτελεί επίδικο θέμα όσον αφορά την απαίτηση της. Είναι γεγονός ότι οι Εναγόμενοι εγείρουν ζήτημα για την εγκυρότητα της υποθήκης και κατά συνέπεια για τις υπόλοιπες εγγυήσεις εξ ου και ανταπαιτούν διάταγμα ακύρωσης αυτών, πλην όμως τέτοιο ζήτημα δεν προωθήθηκε στην αγόρευση των Εναγομένων και επομένως θεωρείται ότι αυτό και οι σχετικές ανταπαιτήσεις εγκαταλείφθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός των Εναγομένων πως η υποθήκη συνήφθη στη βάση του ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ήταν πλήρως εξασφαλισμένοι ουδόλως προβλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης και μάλιστα οι Εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της υποθήκης και των υπόλοιπων εξασφαλίσεων παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτος και απορρίπτεται. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, και για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το ζήτημα της εγκυρότητας της σύμβασης υποθήκης. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.9/65, η έγγραφη δήλωση υποθήκης θα πρέπει να πληροί τα όσα περιγράφονται σε αυτό. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22 και του περιεχόμενου της σύμβασης υποθήκης, φαίνεται ότι το έγγραφο της σύμβασης περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 22
(1)σύμφωνα και με τον τύπο Β στο Δεύτερο Παράρτημα - άρθρο 22
(2), ήτοι η περιγραφή του ακινήτου, η υποχρέωση καταβολής του καθορισμένου ποσού, το μέγιστο ποσό της υποθήκης, η κυριότητα του ενυπόθηκου ακινήτου, η γνωριμία μεταξύ των συμβαλλομένων και η επιθυμία εγγραφής της υποθήκης. Ελλείπουν η χαρτοσήμανση και οι υπογραφές του ενυπόθηκου οφειλέτη και δανειστή καθώς επίσης και του Κτηματολογίου, και δεν είναι συμπληρωμένο στην τρίτη σελίδα το μέρος το οποίο συμπληρώνεται από το Κτηματολόγιο. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι στη σύμβαση υποθήκης καθορίζεται ως ποσό της υποθήκης €321.500 με κυμαινόμενο τόκο προς 7,5%, και στους συνημμένους όρους υποθήκης (όρος 14) πως το μέγιστο ποσό για το οποίο δεσμεύεται το υποθηκευμένο κτήμα είναι το τελικό υπόλοιπο κατά τη μέρα της εκποίησης μέχρι το συνολικό ποσό των €321.500 πλέον τόκο ως ρητά προνοείται στους όρους των επί μέρους συμφωνιών, παρέχοντας το δικαίωμα στην Τράπεζα να τροποποιεί το ποσοστό επιτοκίου. Τέτοιο δικαίωμα βεβαίως δεν είναι ανεξέλεγκτο αλλά υπόκειται στη σχετική εκάστοτε νομοθεσία και στις Εγκυκλίους και Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του ΜΕ1, το βασικό επιτόκιο που χρέωνε η Ενάγουσα αυξομειωνόταν παράλληλα με τα επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και από την 1.1.08 μέχρι και σήμερα, το βασικό επιτόκιο για το επίδικο δάνειο συνδέθηκε με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παρά την ύπαρξη αυτών των παραλείψεων στο κατατεθέν έγγραφο, και με βάση την αξιόπιστη και αποδεκτή θέση του ΜΕ2 πως το πρωτότυπο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, προκύπτει πως η σύμβαση πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις όπως συνάγεται από το ότι είχε γίνει δεκτή η κατάθεση της στο Κτηματολόγιο. Ούτε και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 υπέβαλε έφεση κατά της απόφασης του Κτηματολογίου να αποδεχθεί την υποθήκη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Ν.9/65, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την εισήγηση των Εναγομένων ότι οι όροι της υποθήκης αναφορικά με τον τόκο είναι τέτοιοι που καθιστούν αδύνατο για τον ενυπόθηκο οφειλέτη να τους υπολογίσει και ενδεχομένως πληρώσει μαζί με το οφειλόμενο ποσό για να ανακτήσει την περιουσία του. Το γεγονός δε της γνώσης και συγκατάθεσης περί της υποθήκευσης του ακινήτου συνάγεται χωρίς δυσκολία τόσο από τις υπογραφές του Εναγομένου 2 στην πρώτη σελίδα της σύμβασης υποθήκης και στους συνημμένους σε αυτή όρους καθώς επίσης και από την υπογραφή του στη σχετική Βεβαίωση Παροχέα Εξασφαλίσεων, Τεκμήριο 26, ως ενυπόθηκου οφειλέτη. Σε αυτή τη Βεβαίωση μάλιστα δηλώνει πως κατανοεί πλήρως τους όρους της εξασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων του τρόπου χρέωσης και του ποσοστού επιτοκίου. Το λεκτικό του όρου 14 που αφορά στο τελικό υπόλοιπο κατά τη μέρα της εκποίησης, δεν συνεπάγεται ότι η εκποίηση είναι δεδομένη και ότι στερεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη το δικαίωμα επανάκτησης της περιουσίας του, ως ο ισχυρισμός των Εναγομένων. Αυτή η αναφορά αφορά μόνο στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση που υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο και μάλιστα εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο υπόλοιπο μετά την εκποίηση και σαφώς αυτός ο όρος δεν πρέπει να διαβάζεται αποσπασματικά αλλά σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους όρους της υποθήκης, δυνάμει των οποίων δεν προκύπτει η αφαίρεση με οποιονδήποτε τρόπο είτε του δικαιώματος ιδιοκτησίας είτε του δικαιώματος ανάκτησης αυτής. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι εξασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της υποθήκης, είναι έγκυρες και δεσμευτικές. Οι εγγυήσεις είναι συνεχείς και για συγκεκριμένα ποσά. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180, «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Περαιτέρω, είναι κοινώς αποδεκτό πως η Ενάγουσα προχώρησε στην παραχώρηση των αιτούμενων ποσών παρατραβήγματος και δανείου καθώς επίσης και στην έκδοση των πιστωτικών καρτών. Οι συμφωνίες, Τεκμήρια 16 και 18, και οι γραπτές αιτήσεις για την έκδοση πιστωτικών καρτών, Τεκμήρια 28 και 29, προνοούσαν τον τρόπο αποπληρωμής και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως η Εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους αποπληρωμής και να αποπληρώσει όλα τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Εξ ου και η Ενάγουσα απέστειλε επιστολές τερματισμού τόσο στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία όσο και στους Εναγόμενους 2-4 ως εγγυητές. Οι επιστολές τερματισμού αποστάληκαν στις δηλωθείσες στις αντίστοιχες συμφωνίες διευθύνσεις των Εναγομένων. Όλες οι συμφωνίες περιλαμβάνουν όρο περί αποστολής οποιασδήποτε ειδοποίησης με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του πελάτη ή εγγυητή, και επομένως η Ενάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως με αυτόν τον όρο της συμφωνίας μεταξύ της και των Εναγομένων αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί πως οι συμφωνίες εγγύησης περιέχουν όρο ότι οποιαδήποτε σταλείσα επιστολή ή ειδοποίηση με τον πιο πάνω προβλεπόμενο τρόπο θα θεωρείται ότι παραλήφθηκε 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Barclays Bank Plc κ.ά. v. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της σύμβασης συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στην παρούσα υπάρχει η αποδεκτή μαρτυρία της Ενάγουσας ότι δεν γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγομένων όσον αφορά είτε τη γνωστοποίηση αλλαγής διεύθυνσης είτε τη μη παραλαβή των επιστολών τερματισμού. Επιπλέον υπάρχει και το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thoedorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί (
  1. i)η σύναψη των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, (
  2. ii)η παράβαση των όρων αυτών και (iii) ο τερματισμός τους, στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδειχθούν για απόδειξη αξίωσης τραπεζικού χρέους, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Παραμένει προς εξέταση η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου. Οι συμφωνίες παραχώρησης παρατραβήγματος και δανείου προνοούσαν για τη χρέωση τόκου ο οποίος και καθοριζόταν, ήτοι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 3%, το οποίο κατά τον χρόνο σύναψης των συμφωνιών ήταν βασικό επιτόκιο προς 4,50%, περιθώριο προς 3% και σύνολο επιτοκίου προς 7,50%. Στις συμφωνίες καθοριζόταν επίσης το εμπορικό έτος αποτελούμενο από 360 μέρες και ο τόκος υπολογιζόμενος και πληρωτέος την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η συμφωνία παρατραβήγματος προνοούσε και για τη χρέωση τραπεζικών δικαιωμάτων (ledger fees) εκ ΛΚ3 μηνιαίως, εξόδων παραχώρησης και τήρησης ορίου λογαριασμού εκ ΛΚ500, εξόδων ετοιμασίας νομικών εγγράφων εκ ΛΚ50, χρέωση ΛΚ5 για κάθε μέρα υπέρβασης του ορίου όταν αυτό υπερβαίνει τις ΛΚ500 και οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα και επιβαρύνσεις που η Τράπεζα ήθελε αποφασίσει κατά την απόλυτη κρίση της. Η συμφωνία δανείου προνοούσε και για χρέωση ΛΚ9 για τους πρώτους τέσσερις μήνες κατά τους οποίους υπάρχουν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου και για κάθε επόμενο μήνα καθυστερήσεων ΛΚ12 μηνιαίως και οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα και επιβαρύνσεις που η Τράπεζα ήθελε αποφασίσει κατά την απόλυτη κρίση της. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί το γνήσιο των καταστάσεων λογαριασμών αναφορικά με όλους τους επίδικους λογαριασμούς. Ταυτόχρονα, έχουν γίνει και αναδομημένες καταστάσεις στις οποίες βασικά έχει χρεωθεί μόνο το βασικό επιτόκιο και έχουν αφαιρεθεί οι ανωτέρω χρεώσεις, παρόλο που προβλέπονται στις συμφωνίες. Οι συμφωνίες παρατραβήγματος και δανείου περιέχουν όρο ως προς το ότι η όποια αλλαγή του τόκου θα είναι δεσμευτική στον πελάτη ο οποίος λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο. Με βάση το Τεκμήριο 13, αυτός ο όρος πληρούται. Όσον αφορά άλλες χρεώσεις, όπως π.χ. για βιβλιάριο επιταγών ή έξοδα εκτίμησης, αυτές είναι καθόλα ορθές και νόμιμες σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1 εφόσον έγιναν κατόπιν αιτήματος και με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγομένης
  2. Το Δικαστήριο δέχεται επίσης ότι και η χρέωση του τόκου έγινε καθόλα νόμιμα, όπως επεξήγησε ο ΜΕ1 σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις. Ειδικότερα, διαφαίνεται ξεκάθαρα η χρέωση του τόκου, ο τρόπος υπολογισμού του και η κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ενώ η αναφορά του μάρτυρος ως προς το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας για λογαριασμό παρατραβήγματος και δανείου παρέμεινε αναντίλεκτη. Η χρέωση του τόκου αναφορικά με τις δύο κάρτες, η οποία προνοείτο και πάλι στις σχετικές αιτήσεις, δεν αποτέλεσε καν αντικείμενο αντεξέτασης και επομένως αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη ως προς το ύψος του τόκου του 12% με το οποίο χρεώνονταν αυτές οι κάρτες. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις όλων των επίδικων λογαριασμών περιέχουν τις ορθές χρεώσεις αναφορικά τόσο με τον τόκο όσο και με άλλα έξοδα και επομένως τα παρουσιαζόμενα ποσά είναι ορθά και νομίμως οφειλόμενα. Εκτός του ότι η Ενάγουσα προσέφερε αξιόπιστη μαρτυρία ως προς τον τρόπο και την ορθότητα των χρεώσεων, οι Εναγόμενοι περιορίστηκαν στην αμφισβήτηση κάποιων εξ αυτών για τις οποίες η Ενάγουσα έδωσε ικανοποιητική μαρτυρία. Η αντεξέταση των Εναγομένων επί των αναδομημένων καταστάσεων αναφορικά με τη χρέωση του τόκου και οι σχετικές υποβολές βασικά παρέμειναν στο κενό. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Οικονόμου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2287, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Wynne v. Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ' αυτόν. . . Με δεδομένο ότι η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη, δεν απαιτείτο ενδελεχής έλεγχος των ποσών της απαίτησης (Χαριλάου ν. Τινέντη
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1677).» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το ύψος του οφειλόμενου ποσού είναι αυτό που περιέχεται στις αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 9-12, το οποίο και παραμένει απλήρωτο. Παρόλο που η αξίωση αφορά στο εν λόγω ποσό με τόκο προς 13% από την 1.11.11, όπως και ρητώς αναφέρεται στις επιστολές τερματισμού, εντούτοις στις καταστάσεις δεν χρεώνεται ούτε και υπολογίζεται ένας τέτοιος τόκος, ήτοι προς 13% από την εν λόγω ημερομηνία. Ως εκ τούτου και ανεξαρτήτως των προνοιών του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99(ο οποίος βεβαίως έχει τροποποιηθεί), στον οποίο γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης, προφανώς προς υποστήριξη της απαίτησης του τόκου προς 13%, αυτός δεν έχει στοιχειοθετηθεί στη βάση και των προνοιών του άρθρου 3(1α) και (1β) του εν λόγω Νόμου που εναποθέτει το βάρος στο πιστωτικό ίδρυμα. Θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στη χρέωση αυτού του επιτοκίου, αλλά σε αυτό που περιέχεται στην αντίστοιχη κατάσταση λογαριασμού, το οποίο στην πραγματικότητα και προώθησε, παρουσιάζοντας το συγκεκριμένο έγγραφο. Σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις υπολογίζεται το οφειλόμενο υπόλοιπο συμπεριλαμβανομένου του τόκου μέχρι και τις 31.8.
  1. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το βασικό επιτόκιο αναφορικά με τις κάρτες είναι σταθερό προς 12% από την έκδοση αυτών μέχρι και τις 31.8.19 και επομένως αυτό θα παραμείνει το ίδιο. Αναφορικά με τους λογαριασμούς παρατραβήγματος και δανείου, προκύπτει ότι μέχρι και τις 31.8.19 υπολογίζεται κατά καιρούς διαφορετικό επιτόκιο. Ελλείψει μαρτυρίας αναφορικά με το βασικό επιτόκιο όπως αυτό ίσχυε από την 1.9.19 μέχρι και σήμερα, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό όπως για τη χρονική περίοδο από την 1.9.19 μέχρι και εξοφλήσεως επιδικάσει το χαμηλότερο επιτόκιο το οποίο παρουσιάζεται από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι τις 7.6.
  2. Αυτό ανέρχεται προς 6.09% για τον λογαριασμό παρατραβήγματος και 3% για τον λογαριασμό δανείου. Επειδή και οι εγγυήσεις για τους δύο αυτούς λογαριασμούς είναι ξεχωριστές, θα επιδικαστεί ξεχωριστά και το κάθε ποσό εναντίον των εγγυητών ούτως ώστε να αντιστοιχεί με το ανάλογο ποσοστό τόκου. Σημειώνεται πως κατά την ημερομηνία τερματισμού του κάθε λογαριασμού, το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ξεπερνούσε το μέγιστο ποσό της κάθε εγγύησης αντίστοιχα, επομένως το ποσό της απόφασης εναντίον των εγγυητών θα είναι το ίδιο ως αυτό με την πρωτοφειλέτιδα, Εναγομένη
  3. Ειδικότερα, το μέγιστο ποσό της εγγύησης για τον λογαριασμό παρατραβήγματος ήταν €412.627,25 πλέον τόκους και έξοδα και στις 7.6.11 το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στις €421.554,11, συμπεριλαμβανομένου ποσού εκ €15.002,99 ως τόκος. Το μέγιστο ποσό της εγγύησης για τον λογαριασμό δανείου ήταν €136.688,12 πλέον τόκους και έξοδα και στις 7.6.11 το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στις €94.586,72, συμπεριλαμβανομένου ποσού εκ €1.696,65 ως τόκος. Σαφώς όλα τα ποσά της απόφασης θα είναι διαφοροποιημένα από αυτά που αξιώνονται στην έκθεση απαίτησης καθότι το επιδικασθέν ποσό θα είναι το οφειλόμενο κατά τις 31.8.19, συμπεριλαμβανομένου και του τόκου ενώ στην έκθεση απαίτησης εύλογα αξιώνεται το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο από την 1.11.
  4. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον όλων των Εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό με τη διαφοροποίηση ως προς τον τόκο όπως επεξηγείται ανωτέρω. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1 ως ακολούθως: (i) για το ποσό των €11.050,81 πλέον τόκο προς 12% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από την 1.9.19 κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως, και (ii) για το ποσό των €12.844,75 πλέον τόκο προς 12% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από την 1.9.19 κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (iii) για το ποσό των €820.319,75 πλέον τόκο προς 6.09% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από την 1.9.19 κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως, και (iv) για το ποσό των €126.520,88 πλέον τόκο προς 3% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από την 1.9.19 κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως, Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λόγω του ότι αυτή εκδικάστηκε μαζί με την απαίτηση, θεωρώ ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την ανταπαίτηση. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.