← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Αγωγής 1022/18, 10/4/2020

ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Αγωγής 1022/18, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1022/18 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ, XXXXX 4, Τ.Τ. XXXXX, XXXXX, Λεμεσός Ενάγουσας και ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ, XXXXX 4, XXXXX Court, 2ος όροφος, Διαμ. XXXXX, Τ.Τ. XXXXX, XXXXX, Λεμεσός Εναγομένης ------------------------- Αίτηση ημερ. 6.12.18 για Συνοπτική Απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.4.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Στ. Στυλιανού για Χρίστος Ζαμπάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Πολυχρόνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την καταχωρηθείσα αγωγή αξιώνει εναντίον της εναγόμενης διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του διαμερίσματος υπ. αρ. XXXXX που βρίσκεται στην οδό XXXXX 4, XXXXX Court, 2ος όροφος, XXXXX, XXXXX στη Λεμεσό (στο εξής το «διαμέρισμα»). Αξιώνει περαιτέρω το ποσό των €1.200 ως καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2018 , ενδιάμεσα κέρδη €600 μηνιαίως από την 1.6.2018 μέχρι παράδοσης της κατοχής του διαμερίσματος, πλέον 7% τόκο επί εκάστου καθυστερημένου ενοικίου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, η ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 26/11/2015, ενοικίασε στην εναγόμενη το διαμέρισμα για διάρκεια 2 ετών από 01/12/2015 μέχρι 30/11/2017, με ενοίκιο €600 μηνιαίως προπληρωτέο την 1ην ημέρα εκάστου μηνός. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι ενώ η συμφωνία ενοικίασης έχει τερματισθεί η εναγόμενη εξακολουθεί να κατέχει το διαμέρισμα και να οφείλει ενοίκια. Με την υπό εξέταση αίτηση η ενάγουσα (στο εξής η αιτήτρια) ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης ( στο εξής η καθ' ης η αίτηση) ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ. 1-9, Δ.48, Θ. 1-3, στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες καθώς και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της, αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και αληθώς πιστεύει ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει καμία υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με τα γεγονότα επισυνάπτει τη συμφωνία ενοικίασης, Τεκμήριο 1, και αναφέρει ότι σύμφωνα με τους όρους αυτής, η ενοικίαση του διαμερίσματος θα συνεχιζόταν μόνο με γραπτή ειδοποίηση 2 μήνες πριν τη λήξη της ενοικίασης. Εντούτοις με τη λήξη της ενοικίασης η καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να κατέχει το διαμέρισμα χωρίς την συγκατάθεσή της. Η ίδια ως αναφέρει, επανειλημμένως ειδοποιούσε την καθ΄ ης η αίτηση ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της συμφωνίας ενοικίασης. Ως εκ τούτου με συστημένη επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 01/08/2017 την πληροφόρησε ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της συμφωνίας ενοικιάσεως και την κάλεσε όπως παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος περί την 30/11/17. Επισυνάπτει την επιστολή ημερ. 01/08/17 και την απόδειξη αποστολής της ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα και ως εκ τούτου με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 02/02/2018 η οποία επιδόθηκε μέσω δικαστικού επιδότη κατά ή περί την 6/2/018, τερμάτισε την ενοικίαση και κάλεσε την καθ' ης η αίτηση όπως παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος κατά την 01/04/2018. Επισυνάπτει την επιστολή ημερ. 02/02/2018 και την Ένορκη Δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Περαιτέρω η αιτήτρια ισχυρίζεται πως η καθ' ης η αίτηση ενώ εξακολουθούσε να κατέχει το διαμέρισμα, παρέλειψε να πληρώσει τα μηνιαία ενοίκια για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2018 που συμποσούνται στο ποσό των €1.200 με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Η καθ' ης η αίτηση ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι του ως άνω χρέους μετά την έγερση και επίδοση της αγωγής και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να μην καταβάλλει τα ενοίκια για τους μήνες Απρίλιο 2018 μέχρι τον Δεκέμβριο 2018, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.400. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης συνοδευόμενη από την ένορκη δήλωση της ίδιας. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η αιτήτρια δεν αναφέρει την αξία του επίδικου διαμερίσματος που καθορίζει την κλίμακα της αγωγής και συνεπώς τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. - Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθ' ότι συνιστά διαφορά που εμπίπτει στην δικαιοδοσία του αρμόδιου ενοικιοστασίου και δεν υφίσταται το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την εκδίκαση της αφού δεν τέθηκε μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι το επίδικο διαμέρισμα ανεγέρθηκε και/ή ολοκληρώθηκε μετά το 1999. - Μετά την ημερομηνία που η καθ΄ ης η αίτηση κλήθηκε με επιστολή της αιτήτριας ημερ 02/02/2018 να παραδώσει κενή κατοχή του επίδικου υποστατικού η καθ' ης η αίτηση συνέχισε και συνεχίζει να κατέχει το διαμέρισμα ως θέσμιος ενοικιαστής και στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις ανάληψης κατοχής από θέσμιο ενοικιαστή. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. - Η αιτήτρια στην αίτηση προβάλλει ψευδείς και/ή αναληθείς ισχυρισμούς και/ή αποκρύβει ουσιώδη γεγονότα. - Υφίσταται ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με τα ποσά, στα οποία βασίζεται η αξίωση της αιτήτριας. - Η συμφωνία για επιβολή τόκου 7% σε περιπτώση καθυστέρησης καταβολής ενοικίου, συνιστά ποινική ρήτρα η οποία για να επιδικαστεί πρέπει να αποδείξει η αιτήτρια ειδική ζημία, κάτι το οποίο παρέλειψε ή/και αμέλησε να πράξει στο δικόγραφο της ή στην επίδικη αίτηση. - Η καθ' ης η αίτηση προσέφερε τα οφειλόμενα ενοίκια στην αιτήτρια πλην όμως αυτή αρνήθηκε να τα παραλάβει ή/και εισπράξει, εσκεμμένα ή/και κακόπιστα, για να επικαλεστεί τούτο εναντίον της εναγόμενης για να προβεί σε έξωση της. Δεν υπήρξε ποτέ τερματισμός και/ή νόμιμος τερματισμός της συμβατικής σχέσης των διαδίκων. Τούτο γιατί: (ί) Με την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας δεν τερματίστηκε η συμβατική σχέση των διαδίκων αλλά αντίθετα γνωστοποιήθηκε στην εναγόμενη η απόφαση της ενάγουσας να προβεί σε ισχυριζόμενη ιδιοκατοίκηση, χωρίς να γίνει νόμιμος τερματισμός (
  2. ii)Πρόσθετα η επιστολή 02/02/2018 δεν αποτελεί νόμιμο τερματισμό και/ή νόμιμη ειδοποίηση τερματισμού. Κατ' αρχήν τούτο γιατί δεν προβάλλεται στην επιστολή αυτή κάποιος λόγος τερματισμού και/ή κάποιος από τους προβλεπόμενους στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο (Ν.23/1983)λόγους τερματισμού. - Η απαίτηση της αιτήτριας δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η καθ' ης η αίτηση παραθέτει τα πραγματικά κατά τη δική της θέση γεγονότα, επισυνάπτοντας και σχετικά τεκμήρια. Συνοπτικά καταγράφονται τα ακόλουθα: Αρνείται κατηγορηματικά ότι παρέλαβε την επιστολή που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απέστειλε στις 01/08/2017 (τεκμ. 2 στην αίτηση). Σε σχέση με την επιστολή ημερ. 02/02/2018 που της επιδόθηκε με επιδότη αναφέρει ότι ακολούθως ανταλλάγησαν επιστολές μεταξύ των δικηγόρων τους (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Κατά την σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης ήταν λήπτης του εγγυημένου εισοδήματος ΕΕ και η αιτήτρια το γνώριζε. Το Γραφείο Ευημερίας με την κατάθεση του ενοικιαστήριου συμβολαίου ανέλαβε την πληρωμή των ενοικίων σε τραπεζικό λογαριασμό της αιτήτριας και η τελευταία πληρωνόταν κάθε μήνα μέσω της Ελληνικής Τράπεζας από το ΕΕ το ποσό των €376, ενώ, το υπόλοιπο ποσό ήτοι το ποσό των €224 το κατέβαλλε στην αιτήτρια η ίδια. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της Ελληνικής Τράπεζας που επιβεβαιώνει την κατάθεση των εν λόγω ποσών. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 31/10/2017 της έχει αποσταλεί επιστολή από την υπηρεσία διαχείρισης επιδομάτων προνοίας, η οποία αναφέρει ότι κατατέθηκε στο λογαριασμό της το ποσό των €5362,46 που αφορούσε το αναδρομικό ποσό που της αναλογούσε για τις βασικές της ανάγκες και ότι το ποσό των €2637,60 κατατέθηκε στο λογαριασμό της αιτήτριας, ως ιδιοκτήτριας του επίδικου διαμερίσματος στο οποίο διαμένει μαζί με τον ανήλικο γιο της ηλικίας 10 ετών. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Προνοίας ημερ. 31/10/2017 και αναφέρει ότι ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί οφειλόμενων ενοικίων δεν ευσταθεί. Η καθ' ης η αίτηση δηλώνει περαιτέρω ότι είχε γίνει μεταξύ της και της αιτήτριας προφορική συμφωνία για συνέχιση της ενοικίασης λόγω του ότι είναι μονογονέας, και χρειάζεται το διαμέρισμα για να διαμένει με το ανήλικο τέκνο της, αφού το διαμέρισμα βρίσκεται κοντά στο σχολείο του. Αναφέρει επίσης ότι πριν την λήψη της επιστολής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων, Τεκμήριο 5, έλαβε επιστολή από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας που φέρει ημερομηνία 25/09/2017, με την οποία της ζητήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία για την συνέχιση της ενοικίασης, ώστε να καταβάλλουν το ενοίκιο στην αιτήτρια στο λογαριασμό της με τραπεζικό έμβασμα, πλην όμως, η ίδια η αιτήτρια από την ημερομηνία όπου ξεκίνησε τις προσπάθειες για την έξωση της , αρνείται να συνεργαστεί για να εισπράξει τα ενοίκια της. Επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της επιστολής ημερ. 25/09/2017 της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Προνοίας. Τέλος η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής όχι μόνο βάσει των γεγονότων αλλά και επί νομικών θεμάτων και προς τούτο επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης που συνοψίζονται πιο πάνω και δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη τους. Μετά από σχετικά αιτήματα των διαδίκων και χωρίς την ύπαρξη ένστασης εκατέρωθεν, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας και απαντητικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση. Από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας συνοπτικά καταγράφεται ότι με αυτή ισχυρίζεται πως η επιστολή ημερομηνίας 01/08/2017 (τεκμ.2 στην αίτηση) στάλθηκε συστημένη προς την καθ' ης η αίτηση και περαιτέρω προβάλλει ότι η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση παρέλειψε να ειδοποιήσει γραπτώς για τη συνέχιση της ενοικίασης ως προνοείται στη συμφωνία. Αρνείται ότι η καθ΄ ης η αίτηση ήταν τυπική στις πληρωμές των ενοικίων και αναφέρει ότι δεν κατέβαλε το ενοίκιο για τον Σεπτέμβριο του 2017 και τον Νοέμβριο του 2017. Περαιτέρω αναφέρει ότι δεν γνώριζε εξαρχής ότι η καθ΄ ης η αίτηση ήταν λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και αυτό περιήλθε σε γνώση της όταν ανακάλυψε το έμβασμα στον Τραπεζικό της Λογαριασμό το οποίο γινόταν με πάγια εντολή. Αναφέρει ότι το ποσό των €2,637.60 κατατέθηκε εν αγνοία της στον Τραπεζικό της Λογαριασμό και αυτό αφορούσε αναδρομικά δικαιώματα για τους μήνες από Φεβρουάριο 2016 μέχρι και τον Ιούνιο του 2017 και πληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2017. Προβάλλει επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση την διαβεβαίωσε ότι θα έφευγε από το διαμέρισμα και της ζήτησε να διαμείνει για ακόμα 2-3 μήνες μέχρι να βρει άλλο διαμέρισμα. Έτσι και η ενοικίαση συνεχίστηκε από μήνα σε μήνα αφού με το ποσό των €2,637.60 που κατατέθηκε εν αγνοία της, καλύπτονταν τα ενοίκια για τους μήνες Δεκέμβριο 2017, Ιανουάριο 2018, Φεβρουάριο 2018 και μέρος του Μαρτίου 2018. Συνεπώς, ως ισχυρίζεται, η ενοικίαση τερματίστηκε νομότυπα και περί την 06/02/2018 που επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση η επιστολή τερματισμού όπου και όφειλε να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος κατά την 01/04/2018. Αρνείται τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν όφειλε κανένα ποσό και παραθέτοντας διάφορα ποσά που καταβλήθηκαν, επισυνάπτοντας προς τούτο και αριθμό εγγράφων, όπως καταστάσεις λογαριασμού και αποδείξεις (Τεκμήρια Α-Δ), ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής όφειλε το ποσό των €1,155.80. Τέλος η αιτήτρια στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, αναφέρει ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα περί την 29ην Σεπτεμβρίου 2008 από την εταιρεία SENSOLID CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LIMITED. Περί το 2007 είχε δοθεί στην εταιρεία άδεια οικοδομής η οποία ίσχυε μέχρι την 8/2/2010. Το εν λόγω υποστατικό είχε ολοκληρωθεί μετά το 1999 και ως την συμβουλεύουν οι Δικηγόροι της, δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του αρμόδιου ενοικιοστασίου. Προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΣΤ το αντίγραφο του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου και ως Τεκμήριο Ζ Αντίγραφο Άδειας Οικοδομής ημερομηνίας 24/10/2007 που εξασφάλισε η ως άνω εταιρεία. Από την απαντητική ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση συνοπτικά καταγράφεται ότι επαναλαμβάνει την άρνηση της ότι παρέλαβε την επιστολή ημερ. 01/08/2017. Διαψεύδει επίσης τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι οι καταθέσεις στο λογαριασμό της για τα ενοίκια γίνονταν εν αγνοία της. Αρνείται επίσης και θέτει υπό αμφισβήτηση τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της αιτήτριας συμπεριλαμβανομένων και αυτών που σχετίζονται με το χρόνο ανέγερσης του διαμερίσματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: ''Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης''. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί Εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides

(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 818 Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 418). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγόμενου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 Κyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Σ.Π.Ε Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd
(2008)1Β Α.Α.Δ. 837). Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd,
(2004)1 (A) A.A.Δ. 896). H όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Τrans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339). H δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγόμενου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην απόφαση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Με βάση όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η υπό κρίση υπόθεση πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που τίθενται από τη Δ.18 και από τη νομολογία, ώστε να διαφανεί κατά πόσο μπορεί να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης και στην περίπτωση που διαφανεί ότι αυτά συντρέχουν, τότε να εξετασθεί εάν η εναγόμενη πέτυχε να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που είναι ικανοποιητικά για να της δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση καταλήγω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έχουν ικανοποιηθεί. Καταχωρίστηκε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 14.5.2018 και η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 12.10.2018. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι η ενόρκως δηλούσα, που είναι η ενάγουσα, είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής καθώς και ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος επομένως μετατίθεται στους ώμους της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και ισχυρισμούς που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να της επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει θέμα, προς εκδίκαση, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N.V. Caterchef v. P.C. Electronics
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912). Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Υπενθυμίζεται ακόμη ότι η αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων που προβάλλονται, σίγουρα δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αιτήσεως της φύσης που εξετάζεται. Στην υπόθεση J&M LOIZIDES AGENCIES LTD Κ.Α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1280 (απόφαση πλειοψηφίας), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Εξέτασα την παρούσα αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, καθώς και στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ότι δεν αναφέρεται από την αιτήτρια η αξία του διαμερίσματος που να καθορίζει την κλίμακα της αγωγής και συνεπώς τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εισήγηση αυτή της καθ΄ης η αίτηση δεν βρίσκει αντίκρισμα στο σχετικό άρθρο του νόμου (άρθρου 22
(3)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου). Τούτο διότι την προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος αλλά αντίθετα αυτή είναι αποδεκτή (βλ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΙΛΗΣ κ.α. v. ΚΩΣΤΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ ΛΤΔ κ.α Πολιτική Έφεση Αρ.133/12 ημερομηνίας 28.11.17). Με την ένσταση της, η καθ' ης η αίτηση θέτει όμως υπό αμφισβήτηση τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αγωγής, προβάλλοντας την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως. Η αιτήτρια στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, ισχυρίζεται ότι το διαμέρισμα δεν καλύπτεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο καθότι ανεγέρθηκε μετά το
  1. Προς τούτο επισυνάπτει το αγοραπωλητήριο έγγραφο βάσει του οποίου αγόρασε το διαμέρισμα από συγκεκριμένη εταιρεία και το αντίγραφο της άδειας οικοδομής ημερ. 24/10/2007 που εξασφάλισε η εν λόγω εταιρεία, το οποίο σημειώνεται πρόκειται για ένα μη επαρκώς ευανάγνωστο έγγραφο. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν δύναται να εξετάσει την ενώπιον του μαρτυρία και άλλα στοιχεία έτσι ώστε να αποφασίσει σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας, ζήτημα για το οποίο και δεν μπορεί να ασκήσει τελική κρίση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου απαιτείται η προβολή ξεκάθαρης εικόνας ως προς τα νομικά και πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται οποιονδήποτε εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης τους. Για το υπό συζήτηση θέμα αντλώ καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση L.C.A. DOMIKI LIMITED,V. ICE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011 ημερ. 28 Σεπτεμβρίου, 2017, όπου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση εξετάζοντας κατά προτεραιότητα το ζήτημα της δικαιοδοσίας που εγέρθηκε από τους εφεσίβλητους σταθμίζοντας τα ενώπιον του γεγονότα έκρινε ότι στερείτο κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την μεταξύ των διαδίκων αγωγή και πως αρμόδιο ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Συνακόλουθα, ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και παρέπεμψε την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για την εκδίκαση της από το στάδιο στο οποίο βρισκόταν. Μεταξύ των στοιχείων που εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην ως άνω κατάληξη ήταν η δικαιοδοσία εντός της οποίας βρισκόταν το εγγεγραμμένο γραφείο των εφεσίβλητων, ο τόπος που γίνονταν οι επίδικες πωλήσεις προς τους εφεσίβλητους και ο τόπος πληρωμής προς τους εφεσείοντες. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση έκρινε πως οι εν λόγω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους εφεσίβλητους να υπερασπισθούν στην εναντίον τους αγωγή. Ως εκ τούτου απέρριψε την αίτηση για συνοπτική απόφαση και διέταξε όπως η αγωγή επιστραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προς συνέχιση της εκδίκασης της. Αποφασίσθηκε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έπρεπε, στο στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση να αποφασίσει τελικά σε σχέση με τους ισχυρισμούς γεγονότων που πρόβαλλαν οι εφεσίβλητοι στην ένορκη δήλωση τους αναφορικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με το ακόλουθο απόσπασμα υπογραμμίσθηκε ότι: «Tο κατάλληλο στάδιο εξέτασης και απόφασης επί των θεμάτων που εγείρονταν στην ένορκη δήλωση και ειδικότερα το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ήταν αυτό της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Τότε είναι που οι δύο πλευρές θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη μαρτυρία τους και το Δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγηση της και στην εξαγωγή των συμπερασμάτων και ευρημάτων του σε σχέση με το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας. Ενεργώντας όπως ενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπερέβη της δικαιοδοσίας που του παρείχετο δυνάμει της Δ.18.». Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω νομολογία στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω πως δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου προχωρώ για να σημειώσω ότι η καθ' ης η αίτηση, πέραν του θέματος της δικαιοδοσίας, έχει αποκαλύψει και άλλα γεγονότα και ισχυρισμούς τα οποία καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για ξεκάθαρη υπόθεση, αλλά υπάρχουν συζητήσιμα θέματα τα οποία και δεν επιτρέπουν στο στάδιο αυτό την έκδοση συνοπτικής απόφασης, Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice του 1958, σελ. 24, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση εκεί όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα, στοιχείο που κρίνω ότι υπάρχει στην εξεταζόμενη περίπτωση για τους λόγους που υποδεικνύονται στη συνέχεια. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας ούτε προβαίνει σε αξιολόγηση και στάθμιση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Η καθ΄ ης η αίτηση θέτει υπό αμφισβήτηση ότι έγινε νόμιμος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης και αρνείται κατηγορηματικά ότι έλαβε την επιστολή που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απέστειλε την 1.8.
  2. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είχε γίνει μεταξύ της και της αιτήτριας προφορική συμφωνία για συνέχιση της ενοικίασης. Η αιτήτρια, στην αρχική ένορκη δήλωση της ισχυρίζεται ότι πληροφόρησε την καθ' ης η αίτηση ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της ενοικίασης και την κάλεσε όπως παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος περί την 30/11/
  3. Στην επιστολή ημερ. 2.2.2018 (τεκμ.4 στην αίτηση) που επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση με επιδότη, αναφέρεται ότι η ενοικίαση ολοκληρώθηκε στις 30.11.
  4. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας φαίνεται όμως να γίνεται αναφορά στη συνέχιση της επίδικης ενοικίασης, από μήνα σε μήνα, σε συνάρτηση και με τα καταβληθέντα ενοίκια. Σοβαρή διαφωνία φαίνεται όμως να προκύπτει και σε σχέση με την ύπαρξη οφειλόμενων καθυστερημένων ενοικίων. Η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί οφειλόμενων ενοικίων, παραθέτοντας προς τούτο σχετικά στοιχεία και έγγραφα, όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Η αιτήτρια στην έκθεση απαίτησης και στην αρχική ένορκη δήλωση της, ισχυρίζεται ότι, η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να της καταβάλει τα ενοίκια για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2018 που συμποσούνται στο ποσό των €1.
  5. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, παραθέτοντας τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα που περιγράφονται πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι της οφείλονται καθυστερημένα ενοίκια για διαφορετικούς μήνες τα οποία συμποσούνται σε διαφορετικό ποσό. Είναι εμφανές ότι η αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και η ενδελεχής εξέταση των καταστάσεων λογαριασμού, των αποδείξεων και των υπόλοιπων συναφών εγγράφων που επισύναψαν οι δύο πλευρές, δεν αποτελεί έργο που μπορεί να επιτελεστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Από τα όσα σημειώνονται πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ξεκάθαρη υπόθεση, αλλά υπάρχουν συζητήσιμα θέματα τα οποία δεν επιτρέπουν στο στάδιο αυτό την έκδοση συνοπτικής απόφασης, γι' αυτό και θα πρέπει να δοθεί στην εναγόμενη η δυνατότητα να ακουσθεί και να προβάλει τους ισχυρισμούς της. Η εναγόμενη με την ένσταση της έχει αποσείσει το σχετικό βάρος «δίνοντας το στίγμα μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης» την οποία θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει και η οποία πρέπει να τύχει αξιολόγησης στα πλαίσια της δίκης (βλ.ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ V. ΘΕΡΑΠΟΝΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ,
(2013)1Α Α.Α.Δ 148). Ως αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην εναγόμενη -καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει υπεράσπιση εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης- καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας- αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)............... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.