NIKITINA κ.α. ν. FROLENKO κ.α., Αρ. Αγωγής:1302/2018, 22/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1302/2018 Μεταξύ
- ΧΧΧ NIKITINA
- ΧΧΧ FROLENKO Εναγουσών και ΧΧΧ FROLENKO ΧΧΧ KHRISTENKO Εναγόμενων Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2020 Εμφανίσεις: Για τις ενάγουσες/αιτήτριες: Η κα Ε. Χριστοφή για Εconomides Kranos & Co. LLC Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Β. Δανιηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για διαγραφή δικογραφημένων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση) Με αίτηση τους οι ενάγουσες/ αιτήτριες (στη συνέχεια «οι αιτήτριες»), αιτούνται διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τη διαγραφή και τον παραμερισμό διαφόρων ισχυρισμών ή παραγράφων ή φράσεων ή προτάσεων που περιλαμβάνονται στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι καθ' ων η αίτηση»). Ο λόγος είναι ότι τους θεωρεί ως μη αναγκαίους, σκανδαλώδεις, ενοχλητικούς και άσχετους και ότι αποτελούν άσχετη και αντινομική μαρτυρία, οι οποίοι επιπλέον προκαλούν αμηχανία και τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς το Δικαστήριο και τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας κατά παράβαση των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, αποτελούν δε παραβίαση της νομοθεσίας και τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η επίδικη διαφορά αφορά ακίνητο (διώροφη κατοικία), το οποίο ανήκε ως είναι κοινά παραδεκτό από 1/3 μερίδιο στις ενάγουσες και στον εναγόμενο
- Προκύπτει από τη δικογραφία ότι η ενάγουσα 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο σύζυγος του εναγόμενου 1 και η ενάγουσα 1 είναι η μητέρα της ενάγουσας
- Με διάφορες ενέργειες - πράξεις που διενεργήθηκαν με κατ' ισχυρισμό πληρεξούσια έγγραφα και ανέκκλητες αποποιήσεις δικαιωμάτων των εναγουσών το κτήμα εν τέλει μεταβιβάστηκε ολόκληρο από τον εναγόμενο 1 επ' ονόματι της εναγόμενης 2/ καθ' ων η αίτηση. Οι ενάγουσες αμφισβητούν με την αγωγή τους την γνησιότητα ή εγκυρότητα των εγγράφων που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος 1 για να μεταβιβάσει το κτήμα στην εναγόμενη 2 την οποία θεωρούν ως παράνομη και άκυρη για τους λόγους που επικαλούνται. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στα πλαίσια της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά μονομερώς προσωρινό διάταγμα για μη περαιτέρω αποξένωση του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη 2/ καθ' ης η αίτηση 2 το οποίο στη συνέχεια και μετά από ακροαματική διαδικασία κατέστη απόλυτο. Για σκοπούς ευκολίας αλλά και κατανόησης της ανάλυσης που θα ακολουθήσει και άπτεται του παρόντος αιτήματος όπως και του σκεπτικού μου παραθέτω στη συνέχεια αυτούσια τα αιτητικά της αίτησης αυτής: « Α
- Μέρος της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (από την 2η γραμμή μέχρι και την 7η γραμμή): «.αν και δεν διαφοροποιείται καθ' οποιονδήποτε τρόπο η υπεράσπιση τους και/ή αποτελεί ουσιαστικής σημασίας ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης αλλά παρόλα αυτά πλήττει την αξιοπιστία και την αλήθεια των ισχυρισμών των Εναγουσών αρ.1 και αρ.2, θα ήταν καλό να αναφερθεί προς το Σεβαστό Δικαστήριο.» Α.
- Μέρος της υποπαράγραφου (γ) της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση/ερώτηση (από την 4η γραμμή μέχρι και την 10η γραμμή): «.Επομένως πως γίνεται να επικαλείται και να ισχυρίζεται η Ενάγουσα αρ.2 ότι δέχθηκε αντικανονική και/ή αθέμιτη ψυχική πίεση και/ή εξαναγκασμό για την υπογραφή του, αφού η ίδια από μόνη της παρουσιάστηκε σε Δικηγορική Εταιρεία και ανέθεσε αυτήν την εργασία ετοιμασίας του εγγράφου, αλλά προχώρησε κιόλας και στην υπογραφή του εγγράφου αυτού ενώ ο Εναγόμενος αρ.1 δεν ήταν καν στην Κύπρο;.» Α.
- Μέρος της υποπαράγραφου (δ) της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (από την 5η γραμμή μέχρι και την 6η γραμμή): «.προσπαθεί να περιπλέξει ένα σωρό άλλους ισχυρισμούς.» Α.
- Μέρος της υποπαράγραφου (iv), της υποπαράγραφου (δ) της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (από την 5η γραμμή μέχρι και την 6η γραμμή): «.η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι.» Α.
- Μέρος της παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (από την 6η γραμμή μέχρι και την 9η γραμμή): «.προσπαθούν με τον οποιοδήποτε τρόπο να δημιουργήσουν εντυπώσεις στο Σεβαστό Δικαστήριο εξιστορώντας γενικώς άσχετα γεγονότα, προϊόν και κατασκεύασμα της φαντασίας τους, προσπαθώντας να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.» Α.
- Μέρος της παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (από την 14η γραμμή μέχρι και την 18η γραμμή): «.θεώρησαν σκόπιμο οι Ενάγουσες να τα εγείρουν και στο πλαίσιο αυτής της Αγωγής, αυξάνοντας τον όγκο της δικογραφίας και διευρύνοντας άσκοπα τα ζητήματα που σχολιάζονται και θα προσκομιστεί μαρτυρία στη συνέχεια για αυτά χωρίς λόγο.». Α.
- Μέρος της παραγράφου 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (από την 3η γραμμή μέχρι και την 16η γραμμή): «.και πραγματικά απορούν με την τακτική που ακολουθούν οι Ενάγουσες αρ.1 και αρ.2 να προσπαθούν να περιπλέξουν στην παρούσα αγωγή, άσχετα γεγονότα και περιστατικά που είτε έλαβαν χώρα σε κάποιαν άλλη χώρα, σε κάποιαν άλλη χρονική περίοδο, με εμπλεκόμενα κάποια τρίτα πρόσωπα κτλ. Πραγματικά είναι εντελώς άκυρες και καταχρηστικές αυτές οι αναφορές που γίνονται εκ μέρους των Εναγουσών αρ.1 και αρ.2, γίνονται καθαρά και μόνο για την δημιουργία εντυπώσεων αλλά είναι η θέση των Εναγομένων αρ.1 και αρ.2 ότι ταυτόχρονα είναι αρκετά επικίνδυνες γιατί προσπαθούν να παραπλανήσουν το Σεβαστό Δικαστήριο αφού δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή δεν περιγράφονται στην ολότητα τους, παρά μόνο μέχρι το κομμάτι που εξυπηρετεί το σκοπό των Εναγουσών αρ.1 και αρ.2.». Α.
- Μέρος της παραγράφου 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (19η γραμμή): «.να αμαβρώσουν το όνομα, την υπόληψη και/ή αξιοπιστία του.». Α.
- Μέρος της παραγράφου 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση/πρόταση (από την 21η γραμμή μέχρι και την τελευταία γραμμή της παραγράφου): «.Επομένως να προσπαθεί η πλευρά των Εναγουσών αρ.1 και αρ.2 να κατηγορήσουν τον Εναγόμενο αρ.1 για κάτι που έχει ήδη διερευνηθεί εναντίον του χωρίς αποτέλεσμα στη Ρωσία, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, μόνο ανέντιμο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από την πλευρά των Εναγομένων αρ.1 και αρ.2 σε σχέση με την συμπεριφορά και πρόθεση των Εναγουσών αρ.1 και αρ.
- Μάλιστα για τις συγκεκριμένες αναφορές που γίνονται από πλευράς Εναγουσών αρ.1 και αρ.2, εσκεμμένα παρέλειψαν να αναφέρουν ότι επ' ευκαιρίας αυτών των διαφορών που είχαν στην Ρωσία η Ενάγουσα αρ.1 τόλμησε να απειλήσει τον Εναγόμενο αρ.1 ότι αν δεν της δώσει ένα αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό θα παλέψει μαζί με την Ενάγουσα αρ.2 κόρη της για να του αποστερήσουν για πάντα την επικοινωνία με τα παιδιά του, εκβιασμό στον οποίο τελικά υπέκυψε ο Εναγόμενος αρ.1 ένεκα της μεγάλης αγάπης που έχει για τα παιδιά του». Α.
- Μέρος της παραγράφου 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση/πρόταση (από την 22η γραμμή μέχρι και την τελευταία γραμμή της παραγράφου): «.Στο μόνο σενάριο επιστημονικής φαντασίας που θα μπορούσε να στοιχειοθετηθούν οι ισχυρισμοί των Εναγουσών αρ.1 και αρ.2, ήταν εάν ο Εναγόμενος αρ.1 είχε μαντικές ικανότητες και προέβλεπε την πιθανή ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου εκ μέρους της Ενάγουσας αρ.2 και ως εκ τούτου να μην συνέχιζε στην χρησιμοποίηση του προτού αυτό ανακληθεί, αφού όντως πρόθεση της θα ήταν κάπου κάποτε να ανακληθεί». Α.
- Μέρος της παραγράφου 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (10η γραμμή): «.και δεν χωρεί την οποιαδήποτε αμφισβήτηση από κανέναν.». Α.
- Μέρος της παραγράφου 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση (4η γραμμή): «.παραπλανητικούς και διαστρεβλωτικούς.». Α.
- Μέρος της παραγράφου 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση/πρόταση (από την 7η γραμμή μέχρι και την 10η γραμμή): «.Οι Εναγόμενοι αρ.1 και αρ.2 δηλώνουν αρκετά απογοητευμένοι με την τακτική που ακολουθεί η Ενάγουσα αρ.1 για να πείσει το Σεβαστό Δικαστήριο για τις θέσεις της, γιατί δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια. Προσπαθεί με παραπλανητικό τρόπο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και να παρέχει σε αυτό πληροφόρηση για θέματα σχετικά με την εγκυρότητα ενός πληρεξουσίου εγγράφου προερχόμενο από τη Ρωσία, όμως το πράττει αυτό με λανθασμένο τρόπο και μη έγκυρη και ορθή πληροφόρηση.». Α.
- Μέρος της υποπαραγράφου (γ) της παραγράφου 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 31/10/2019, και συγκεκριμένα την ακόλουθη φράση/πρόταση (από την 14η γραμμή μέχρι και την τελευταία γραμμή της παραγράφου): «.Είναι δυνατόν οι λειτουργοί του Κτηματολογίου της Κυπριακής Δημοκρατίας να μην γνωρίζουν ποια έγγραφα θα πρέπει να παραλαμβάνουν ούτως ώστε να εκτελούν ορθά τα καθήκοντα τους και να ολοκληρώνουν έγκυρες πράξεις μεταβίβασης ακινήτων, αλλά η Ενάγουσα αρ.
- να γνωρίζει καλύτερα από αυτούς; Με την λογική του ισχυρισμού της Ενάγουσας αρ.1 συνεπάγεται ότι άκυρη είναι και η πράξη με την οποία βρέθηκε στην κατοχή της το 1/3 μερίδιο του επίδικου Ακινήτου και επομένως κακώς εγείρει την παρούσα Αγωγή αφού δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος ιδιοκτήτης αυτού του μεριδίου». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 θθ.1-15 και 26, Δ.21, Δ.27, Δ.48, θ.θ. 1-4, 7, 8 και 9, Δ.64, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος καθώς επίσης και στην πάγια νομολογία, στις αρχές τις επιείκειας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης εκτίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα ΧΧΧ Λιασίδου η οποία παραπέμπει και στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Επί της ουσίας, πέραν της ιδιότητας της, της γνώσης της των γεγονότων της υπόθεσης και της εξουσιοδότησης που έχει για να ορκιστεί, αναφέρει ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης εμπεριέχονται μη αναγκαίοι, σκανδαλώδεις, ενοχλητικοί και άσχετοι ισχυρισμοί οι οποίοι συνιστούν άσχετη και αντινομική μαρτυρία η οποία προκαλεί αμηχανία στις αιτήτριες και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς το Δικαστήριο και να επηρεάσει τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας, ότι εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς που δεν εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης εφόσον θα οδηγήσουν σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί της Προθέσεως τους να ενστούν στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν παρουσιάζει γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση διαταγμάτων.
- Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση γιατί δεν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται οι Ενάγουσες σε θεραπεία που αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Δεν συντρέχουν τέτοιοι λόγοι και/ή προϋποθέσεις που το Δικαστήριο να μπορεί να θεωρήσει δίκαιη την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων
- Οι λόγοι που επικαλούνται οι Ενάγουσες για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι ανεπαρκείς, αβάσιμοι και παραπλανητικοί.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και σκοπό έχει την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης και να περιπλέξει την διαδικασία.
- Η αίτηση και οι προβαλλόμενοι λόγοι προς υποστήριξη της δεν αποκαλύπτουν ότι οι ισχυρισμοί και/ή παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή είναι περιττοί, αχρείαστοι, άσχετοι, παραπλανητικοί και σκανδαλώδεις, αφού αποτελούν απάντηση των ισχυρισμών των Εναγουσών/Αιτητριών που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης.
- Η διαγραφή των παραγράφων και/ή ισχυρισμών θα αποστερήσει το δικαίωμα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση για ακριβοδίκαιη δίκη και ίση μεταχείριση με τις Ενάγουσες και θα παραβιάσει τον κανόνα «ισότητας των όπλων» και προσφυγής στο Δικαστήριο που διασφαλίζονται από τα άρθρα 28, 30 και 35 του Συντάγματος.
- Η Αίτηση υποβλήθηκε υπερβολικά καθυστερημένα αφού μπορούσε κάλλιστα να παραχωρηθεί πριν την Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγουσών/Αιτητριών στις 06/11/
- Η Αίτηση δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ή το Δικαστήριο οφείλει όπως ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια ενάντια στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά κακοπροαίρετη, καταπιεστική και συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και αποτελεί κακόβουλο και ενοχλητικό μέτρο.
- Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση στην Έκθεση Υπεράσπισης τους παραθέτουν όλα τα αναγκαία σχετικά τόσο με τα επίδικα θέματα γεγονότα, όσο και με τα όσα υπόλοιπα θέματα που θίγονται στην Έκθεση Απαιτήσεως των Εναγουσών/Αιτητριών, ισχυρισμούς και λεπτομέρειες προς στοιχειοθέτηση και/ή απόδειξη της Υπεράσπισης τους προς απάντηση των ισχυρισμών των Εναγουσών/Αιτητριών.
- Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση είναι σαφής, βάσιμη, πλήρως κατανοητή και σύμφωνη με τις θεσμικές πρόνοιες και/ή περιλαμβάνει ουσιώδη γεγονότα, ίσα ίσα για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Εναγουσών/Αιτητριών χωρίς να περιέχει μαρτυρία.
- Οι Ενάγουσες δεν προβάλλουν κανένα ουσιαστικό λόγο που να δείχνει ότι οι παράγραφοι και/ή ισχυρισμοί των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, των οποίων ζητείται η διαγραφή με την παρούσα αίτηση, είναι περιττοί και/ή αχρείαστοι και/ή άσχετοι και/ή παραπλανητικοί και/ή σκανδαλώδεις και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των Αιτητριών παραμένουν αβάσιμοι και/ή γενικοί και/ή αόριστοι και/ή ασαφείς». Το πραγματικό υπόβαθρο υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο νομικός και συνεργάτης του δικηγορικού γραφείου το οποίο εκπροσωπεί στην παρούσα τους καθ' ων η αίτηση, από τους οποίους και έχει εξουσιοδοτηθεί προς τούτο κ. ΧΧΧ Δανιηλίδης. Εξηγεί με λεπτομέρεια την ανάγκη που επέβαλε τη συμπερίληψη των ισχυρισμών τους οποίους επιζητείται η διαγραφή τους κάνοντας αναφορά σε καθένα ξεχωριστά και υποστηρίζοντας την ανάγκη που επέβαλε τη συμπερίληψη τους (λεπτομερής αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει). Οι καθ' ων η αίτηση ενώ απορρίπτουν κατηγορηματικά τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς των αιτητριών όπως αυτοί προκύπτουν από την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, επιμένουν ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση δεν έχει συμπεριληφθεί οποιοσδήποτε σκανδαλώδης και/ή ενοχλητικός ισχυρισμός. Αντίθετα η γραμμή της Υπεράσπισης ουσιαστικά είναι απαντητική των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου δεν έχει συμπεριληφθεί κανένας μη αναγκαίος και/ή σκανδαλώδης και/ ή ενοχλητικός ισχυρισμός και ως εκ τούτου αυτή δεν καθίσταται αντινομική και ούτε προκαλεί αμηχανία και ούτε θα επηρεάσουν δυσμενώς το Δικαστήριο και/ή τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και μάλιστα μετά την καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και το κλείσιμο των δικογράφων και μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες και έτσι εκλαμβάνεται ότι αποσκοπεί στο να περιπλέξει την διαδικασία. Αντίθετα από όσα υποστηρίζουν οι αιτήτριες, η ενδεχόμενη διαγραφή των αιτούμενων παραγράφων και/ή ισχυρισμών θα αποστερήσει το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση σε ακριβοδίκαιη δίκη και ίση μεταχείριση. Προς τούτο επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επί της Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διέπει το θέμα της διαγραφής ισχυρισμών και που είναι πανομοιότυπη με το Ο.19 R.27 των Αγγλικών Θεσμών, που ίσχυαν πριν το 1960 και προνοούν τα ακόλουθα: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26 αποσκοπούν στη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Συγκεκριμένα, ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685, τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19. Ο Θ.4 αυτής περιλαμβάνει τον πιο θεμελιακό κανόνα εξ αυτών, ο οποίος αναφέρει ρητά τα ακόλουθα: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, .» Από το πιο πάνω απόσπασμα του Θ.4 της Δ.19 προκύπτει ξεκάθαρα ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιαστικά και ουσιώδη γεγονότα, στα οποία ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του, αντίστοιχα. Η έννοια δε της λέξης «ουσιαστικά (material)» που χρησιμοποιείται στο λεκτικό της εν λόγω διάταξης, όπως έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, συσχετίζεται με οτιδήποτε είναι απαραίτητο και αναγκαίο ώστε να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής. Στην ίδια απόφαση επεξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης θα πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει την υπόθεση που καλείτε να αντιμετωπίσει, με τέτοιες λεπτομέρειες, ώστε να μπορέσει να ετοιμαστεί δεόντως και επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται, επίσης, ότι η μαρτυρία με την οποία δύναται να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και σε περίπτωση που παρεισφρήσει, τότε θα πρέπει να διαγραφεί (βλ. Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως παράδειγμα του εν λόγω κανόνα, αναφέρθηκε ότι σε καμία περίπτωση είναι επιτρεπτή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου στα πλαίσια της δικογραφίας. Είναι αρκετό όπως δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του συγκεκριμένου εγγράφου (βλ. Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44). Περαιτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός έκαστου διαδίκου. Η Δ.19 Θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ΄ αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση». Ενώ, περαιτέρω, σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «embarrassing» στην έννοια της Δ.19, Θ.16, υιοθετείται απόσπασμα από τους Βullen & Leak, στο σύγγραμμα "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελίδα 147, ότι το δικόγραφο είναι τέτοιο, εφόσον είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή εμπεριέχει ζητήματα χωρίς ουσία και εγείρει άσχετα ζητήματα που δημιουργούν έξοδα, δυσκολία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου, δυνατόν να παρεμποδίζουν τη δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης. Με αυτό τον τρόπο, ήτοι «embarrassing», δύναται να χαρακτηριστούν και τα δικόγραφα, στην ολότητα τους, τα οποία εμπεριέχουν αχρείαστους ή άσχετους ισχυρισμούς. Δεδομένων των πιο πάνω, η μέχρι και σήμερα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφέρει κατά τρόπο εμφαντικό ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Συγκεκριμένα, με παραπομπή στην υπόθεση British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26, σημειώνεται ότι ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να μπορέσει ο αντίδικος να γνωρίζει την εναντίον του υπόθεση με ικανοποιητική λεπτομέρεια και να μπορέσει να προετοιμαστεί κατάλληλα για να την αντιμετωπίσει. Τα δικόγραφα δεν συνιστούν αυτοσκοπό αλλά το μέσο για τη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης. Ως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.,
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελίδες 478-479, οι λέξεις «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε το εξής: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή». Για το ίδιο θέμα, στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α.,
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1520, αναφέρεται ότι: «Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Θεωρούνται γενικά ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα θέματα, εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα, υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Παρά ταύτα, σε περίπτωση που τα εν λόγω θέματα είναι σχετικά δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός σε περίπτωση που είναι εμφανώς άσχετος (βλ. Rossage v. Rossage
(1960)1 All E.R. 600 και Buttes Gas & Oil Col. v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 525, 439, καθώς επίσης και την ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του έτους 1956, σελ. 366 και 367). Επίσης, θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί, με τους οποίους αποδίδεται στον Αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο γενικός κανόνας της δικογραφίας αναφέρει ότι αυτή δεν πρέπει να προκαλεί αμηχανία (embarrassing). Επί τούτου, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Accordingly a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Το πιο πάνω απόσπασμα, συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.19 Θ.4 όπου αναφέρεται ότι μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται, τι δε είναι αναγκαίο, εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες και περιστατικά κάθε υπόθεσης. Στην αγγλική υπόθεση Mayor of London v Horner
(1914)111L.T 512 λέχθηκαν τα εξής: «I take "embarrassing" to mean that the allegation are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues». Στο The Annual Practice 1966, στη σελίδα 408, αναφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is some way prejudiced by the irregularity». Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται η διαγραφή του, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψη, τόσο η φύση της αγωγής, όσο και η σχετικότητα των, ζητούμενων σε διαγραφή, ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Επί τούτου του σημείου, σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι σε αυτά τα πλαίσια δεν εγείρεται το οποιοδήποτε θέμα μαρτυρίας ή αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, μέσα από το περιεχόμενο των δικογράφων. Σύμφωνα με την μέχρι και σήμερα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, η εξουσία διαγραφής που προνοείται από την Δ.19 Θ.26 είναι διακριτικής μορφής και, ταυτόχρονα, ευρείας εμβέλειας, ώστε να χρησιμοποιείται ως ένα χρήσιμο όπλο για την αποφυγή της κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, ενοχλητικών ή μη ουσιωδών ισχυρισμών, ήτοι αντίθετων με την ορθή παρουσίαση των δικογράφων, (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.ά, 1(Β) ΑΑΔ σελ. 1520. Αναφορικά με το πως αυτή ασκείται σχετικές είναι οι ακόλουθες υποθέσεις: Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria",
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya,
(1990)1 Α.Α.Δ. 504 και η παλαιά αγγλική υπόθεση Drummond - Jackson v. British Medical Association,
(1970)1 All E.R. 1094. Τέλος, σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleading, 12th Edition, στη σελίδα 141, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Although the application may be made "at any stage of the proceedings" still it should always be made promptly and as a rule soon after the service of the offending pleading, though exceptionally it may be made after the pleadings are closed but the court may refuse to hear such an application after the action is set for trial». ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Έχω διεξέλθει το σύνολο των αποσπασμάτων των οποίων επιζητείται η διαγραφή τους, εμπεριέχει μαρτυρία, πιθανολογία, σχολιασμό και επιχειρηματολογία των Καθ' ων η Αίτηση, το οποίο επιδεικνύεται δια μέσω της δικογραφία τους, ήτοι της Υπεράσπισης τους και σύμφωνα με τη νομολογία μας στην οποία έκανα ήδη εκτενή αναφορά πιο πάνω, αυτό είναι απαράδεκτο και δεν θα πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο. Προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προσπάθησαν να συμπεριλάβουν τα πιο πάνω αποσπάσματα στην Υπεράσπιση τους με μοναδικό σκοπό τους να προσαγάγουν μαρτυρία, και κακεντρεχή σχολιασμό προς το πρόσωπο των Αιτητριών, τα οποία όχι μόνο δεν είναι απαραίτητα προς την σύνταξη ενός δικογράφου, αλλά παντελώς άσχετα με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή και απαράδεκτα στο στάδιο της καταχώρησης δικογράφων και ως τέτοια κρίνω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να διατάξει, συμφωνώντας προς τούτο με τις Αιτήτριες τη διαγραφή τους ως η αίτηση. Για επεξήγηση της πιο πάνω θέσης μου θα καταπιαστώ στη συνέχεια με καθένα ξεχωριστά από τα αποσπάσματα των οποίων κρίνεται ότι εμπίπτουν στη πιο πάνω νομολογία και αρχές και δικαιολογούν τη διαγραφή τους, αναγκαία εξάλλου επεξήγηση και αιτιολόγηση της απόφασης μου περί της διαγραφής τους. Ήδη έχω παραθέσει αυτούσια τα αποσπάσματα των οποίων επιζητείται η διαγραφή και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω για σκοπούς οικονομίας. Η παραπομπή σε αυτά θα είναι πιστεύω ικανοποιητική. Ανατρέχοντας στα αιτητικά υπ' αριθμό Α1, Α2, Α7, Α9, Α10, Α13, και Α14 όπως τα έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, διαπιστώνω από την ανάγνωση τους και σε αναφορά στις αντίστοιχες παραγράφους της έκθεσης απαιτήσεως στις οποίες απαντούν διαπιστώνω ότι αυτά δεν αφορούν τα οποιαδήποτε ουσιώδη ή σχετικά με την αγωγή, γεγονότα ή ισχυρισμούς. Σε αυτά τα αποσπάσματα διαπιστώνω ότι προβάλλεται αδικαιολόγητα άσκοπη και ενοχλητική επιχειρηματολογία, σκανδαλώδης και γίνεται περιττός και αχρείαστος σχολιασμός καθώς επίσης και εκτίμηση των επίδικων γεγονότων ως προς το νομικό πλαίσιο και αποτέλεσμα της αγωγής με περιττή και ανώφελη λεπτομέρεια ανεπίτρεπτα στη δικογραφία. Αυτά κατά την αντίληψη μου τείνουν να προκαλέσουν αμηχανία στις Αιτήτριες και να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης σε σχέση με την πραγματική επίδικη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των διάδικων μερών. Οι ως άνω αναφορές θα έπρεπε να προβάλλονταν από τους Καθ' ων η Αίτηση σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα, στα πλαίσια της μαρτυρίας ή τυχόν αγορεύσεων προς σχολιασμό παρατεθείσας μαρτυρίας. Η παράθεση ακριβώς των πιο πάνω αποσπασμάτων είναι δυνατόν να προκαλέσει αμηχανία στις Αιτήτριες και έτσι εν τέλει να απολήγει και σε καταπίεση και αδικία σε αυτές. Και τούτο σε σύγκριση με το δικό τους δικόγραφο το οποίο χαρακτηρίζεται από λιτότητα ως προς την παράθεση των γεγονότων και με ξεκάθαρους ισχυρισμούς χωρίς χαρακτηρισμούς και υπονοούμενα τα οποία δεν αρμόζουν αλλά ούτε και εξυπηρετούν καθόλου τους σκοπούς της δικογραφίας. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενο τρόπο δικογράφησης ο οποίος διαπιστώνεται σε πλείστες παραγράφους και ο οποίος παρεκκλίνει από τους κανόνες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που διέπουν τη σύνταξη της δικογραφίας, σε τέτοιο βαθμό και μέτρο. Είναι επομένως η διαπίστωση μου ότι στην προκείμενη περίπτωση έχει κατάφορα παραβιαστεί η θεμελιακή αρχή που προβάλλεται από την Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που, για ευνόητους λόγους, επιβάλλει τη δικογράφηση των ουσιωδών ισχυρισμών κάθε διαδίκου αποκλείοντας, και αφήνοντας για τη δίκη, τη μαρτυρία, την πιθανολογία και την επιχειρηματολογία που χρειάζεται για να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί αυτοί. Ως εκ τούτου οδηγούμαι σε άμεση παρέμβαση, ώστε να καταστεί το συγκεκριμένο δικόγραφο, ήτοι η Υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση, ανεκτή από πλευράς περιεχομένου της κατά τρόπο που θα καταστήσει εφικτή τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης στη βάση του περιεχομένου του με τη διαγραφή των πιο πάνω αποσπασμάτων. Ως προς τα αιτητικά υπ' αριθμό Α3, Α4, Α5, Α6, Α8, Α11, Α12 τα οποία θα σχολιαστούν, επίσης, συλλογικά, εφόσον έχουν κοινά στοιχεία και συγκεκριμένα, αφορούν κατά τις αιτήτριες σκανδαλώδη και προκλητικό σχολιασμό που προκαλούν αμηχανία και δυσμενείς επιπτώσεις και επηρεασμό σε αυτές και τείνουν να επηρεάσουν και να προκαταλάβουν δυσμενώς το Δικαστήριο προς το πρόσωπο τους, εκτρέποντας την ομαλή πορεία της δίκης σε σχέση με την πραγματική επίδικη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των διάδικων μερών και που καμία θέση έχουν στο περιεχόμενο της δικογραφίας. Και τούτο γιατί όλα και κάθε ένα εκ των πιο πάνω αναφερόμενων αποσπασμάτων ξεχωριστά ως έχουν συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση, τείνουν να προωθούν τον αβάσιμο, αστήρικτο και εντελώς γενικό και καταχρηστικό ισχυρισμό για την ανέντιμη συμπεριφορά των Αιτητριών έναντι τους, ενώ κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο προς τη σύνταξη ενός δικογράφου, είναι παντελώς άσχετο με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή και απαράδεκτο στο στάδιο της δικογραφίας. Οι αξιώσεις των Αιτητριών αφορούν θέματα, μεταξύ άλλων, πλαστογραφίας και εκμαίευσης μη ελεύθερης συναίνεσης, εξαναγκασμού και αθέμιτης ψυχικής πίεσης, όπου συντάχθηκαν και προωθήθηκαν δια μέσω της Έκθεσης Απαίτησης τους με λιτότητα και σαφήνεια, χωρίς την οποιαδήποτε, εκ του περισσού, προσβολή προς το οποιοδήποτε πρόσωπο και με κάθε σεβασμό σύμφωνα με τις Αιτήτριες, προς έκαστο εκ των Καθ' ων η Αίτηση. Παρά ταύτα, οι ίδιες καλούνται να αναλωθούν στην απάντηση των πιο πάνω αναφερομένων προσβλητικών και προκλητικών αποσπασμάτων, χωρίς την οποιαδήποτε χρησιμότητα στο παρόν στάδιο, και χωρίς την οποιαδήποτε αξίωση από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητριών για οποιαδήποτε θεραπεία, σε σχέση με τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς και ιδιαίτερα της συμπεριφοράς των Αιτητριών προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Επομένως καθίσταται αχρείαστος ο σχολιασμός των Καθ' ων η Αίτηση προς το πρόσωπο των Αιτητριών καθώς επίσης και η άσκοπη και ενοχλητική επιχειρηματολογία αναφορικά με την, δήθεν, ανέντιμη συμπεριφορά τους, ως παρουσιάζεται επανειλημμένα στα πιο πάνω αποσπάσματα, είναι, αν μη τι άλλο, απαράδεκτη, προκαλεί αδικία και καταπίεση προς τις Αιτήτριες και τείνει να προκαταβάλει δυσμενώς το Δικαστήριο προς το πρόσωπο τους. Υπό το φως των πιο πάνω, τα περιστατικά της παρούσας αγωγής παρομοιάζουν με τα γεγονότα της αγγλικής υπόθεσης Brooking v. Maudslay 55 LT 343, όπου η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα περιείχε ισχυρισμούς και περιττά σχόλια αναφορικά με την ανέντιμη συμπεριφορά του Εναγόμενου. Στην Απάντησή του, όμως, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν επιζητούσε οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Σύμφωνα, λοιπόν, με την πιο πάνω δήλωση του Ενάγοντα στην εν λόγω αγγλική υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν καταστεί επουσιώδεις, οπότε και, δια μέσω της παρέμβασης του Αγγλικού Δικαστηρίου, διατάχθηκε η διαγραφή τους από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, ως σκανδαλωδών και ως ισχυρισμών που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόθεση του αντιδίκου. Λαμβανομένου υπόψη τα πιο πάνω, και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της πάγιας νομολογίας επί του θέματος, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, δύναται να εξετάζει κατά πόσον συγκεκριμένα αποσπάσματα που περιλήφθηκαν σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη, σύμφωνα πάντα με τη φύση της αγωγής και κατά πόσο τα εν λόγω αποσπάσματα είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα, υπό τις ξεχωριστές περιστάσεις της εκάστοτε αγωγής. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπεισέλθει στην εξέταση της αλήθειας των εν λόγω σχολίων που παρουσιάζονται από τους Καθ' ων η Αίτηση, μολονότι κάποιος μπορεί να διαπιστώσει εύκολα ότι το περιεχόμενο σχετικών αποσπασμάτων έχουν περιληφθεί στην Υπεράσπιση τους, εκ του περισσού, καθότι ούτε απαραίτητοι είναι, ούτε σχετικοί με οποιοδήποτε επίδικο θέμα στη διαδικασία αλλά ούτε και επίδικοι. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι τα πιο πάνω αποσπάσματα δεν αφορούν ουσιώδη ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση καθώς επίσης και ότι είναι άσχετα με τα επίδικα ζητήματα και προκαλούν ζημία και αμηχανία προς το πρόσωπο των Αιτητριών, υποστηρίζει τη θέση ότι τα πιο πάνω αποσπάσματα θα πρέπει να θεωρηθούν σκανδαλώδεις και δικαιολογείται η διαγραφή τους ως τέτοια. Είναι ξεκάθαρο ότι, με τα πιο πάνω αναφερόμενα αποσπάσματα, οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν σχόλια και δήθεν ισχυρισμούς, με τους οποίους αποδίδουν στις Αιτήτριες κακή πίστη και παράπτωμα (misconduct) προς το Δικαστήριο. Δεδομένου τούτου, είναι η θέση μας ότι η παρέμβαση του Δικαστηρίου είναι απαραίτητη και αναγκαία στο στάδιο αυτό, όπου θα πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή του των πιο πάνω αποσπάσματα. Σύμφωνα με την υπόθεση Athina Leathergoods Ltd ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, φαίνεται ότι η σύγχρονη τάση της Κυπριακής Νομολογίας έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια προχωρούν στην έκδοση διατάγματος για διαγραφή ισχυρισμών, νοουμένου ότι αυτοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, ερμηνεύοντας φιλελεύθερα και σε ένα ευρύ φάσμα τις συγκεκριμένες λέξεις. Έτσι και εν προκειμένω, τα σχετικά, με την υπό κρίση Αίτηση, αποσπάσματα, τα οποία είναι εμφανώς προκλητικά, ενοχλητικά, ανυπόστατα, σκανδαλώδη και με μοναδικό σκοπό να προσκαλέσουν βλάβη και αμηχανία στις Αιτήτριες και να επηρεάσουν δυσμενώς τα συμφέροντα τους, καθώς και την δίκαιη διεξαγωγή της δίκη, θα πρέπει να διαγραφούν. Παρόλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση κάποιων από τους λόγους ένστασης οι οποίοι δεν φαίνεται να απαντώνται από την πιο πάνω ανάλυση. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης ήδη έχουν απαντηθεί με όσα έχω σχολιάσει πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να επανέλθω επαναλαμβάνοντας την ίδια ανάλυση. Λόγος Ένστασης υπ' αριθμό 8. Σ' αυτόν τον λόγο ένστασης προβάλλεται ότι σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι τελευταίοι θα υποστούν ζημιά και δεν θα τύχουν μιας ακριβοδίκαιης δίκης, θα πρέπει να ειπωθεί ότι τα υπό εξέταση αποσπάσματα, των οποίων επιζητείται η διαγραφή τους, δεν αφορούν ουσιώδεις ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω, ως προς τους φόβους των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν θα υπάρξει ίση μεταχείριση μεταξύ των διάδικων μερών, όχι μόνο δεν έχουν αποδειχτεί να είναι εύστοχοι, αλλά επίσης οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν καμία σχετική μαρτυρία που να υποδεικνύει τυχόν ζημιά που δύναται να υποστούν, συνεπεία της αιτούμενης διαγραφής των υπό εξέταση αποσπασμάτων. Επομένως καταλήγω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αδικαιολόγητος, αστήρικτος και άνευ νομικής ισχύς εφόσον οι Αιτήτριες στο παρόν στάδιο, δεν ζητούν τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την απαραίτητή και αναγκαία επέμβαση του Δικαστηρίου στη δικογραφία των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι δεν ακολούθησαν και παρέκκλιναν από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, σε τέτοιο βαθμό και μέτρο, που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, τόσο τις ίδιες τις Αιτήτριες, όσο και την δίκαιη δίκη. Με τα αιτούμενα διατάγματα, κανένα εκ των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση δεν πλήττεται ή αποστερείται από αυτούς. Το δικόγραφο των Καθ' ων η Αίτηση με τη διαγραφή των πιο πάνω αποσπασμάτων θα καταστεί ανεκτό, και θα περιλαμβάνει όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση και θα παραμείνει η μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, ή η τυχόν πιθανολογία και επιχειρηματολογία των Καθ' ων η Αίτηση, σε μεταγενέστερο στάδιο, και συγκεκριμένα, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και των τελικών αγορεύσεων, ως προνοείται από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης και από τη μέχρι και σήμερα πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Στον λόγο ένστασης υπ' αριθμό 9 προβάλλεται ότι η υπό κρίση Αίτηση σε καμία περίπτωση υποβλήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ως αστήριχτα προωθούν οι Καθ' ων η Αίτηση, στην ένσταση τους. Τουναντίον, οι Αιτήτριες προέβησαν στην καταχώρηση της, υπό εξέταση, Αίτησης άμεσα και με το πέρας της ολοκλήρωσης των δικογράφων και στα πλαίσια της Κλήσης για Οδηγίες, σύμφωνα με τη Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και προτού η, υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, αγωγή οριστεί για Ακρόαση. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό 12 και 13 οι οποίοι αφορούν τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα υπό κρίση αποσπάσματα, των οποίων επιζητείται η διαγραφή προβάλλεται από τους καθ' ων η αίτηση ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Υπεράσπισης τους, που απαντά στην Έκθεση Απαίτησης των Αιτητριών. Εξετάζοντας τις αντίστοιχες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνω ότι κάτι τέτοιο καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της ίδιας της Υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση. Η παρείσφρηση αυτών των ισχυρισμών θα περιπλέξει και καθυστερήσει τη διαδικασία και έτσι θα επηρεάσουν και θα δυσχεράνουν την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, παραβιάζοντας έτσι την δίκαιη δίκη, ως προνοείται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να εγκρίνω την Αίτηση ως έχει και να εκδώσω διάταγμα διαγραφής σε όλο το φάσμα των αιτητικών της Υπεράσπισης σύμφωνα με την Αίτηση δηλαδή τα αιτητικά Α και Β. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης σύμφωνα με τα ως άνω να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Νοείται ότι σε περίπτωση που η πλευρά των εναγουσών αποφασίσει να καταχωρήσει εκ νέου απάντηση τότε θα δικαιούται έξοδα μόνο μια φορά. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω τον λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα της αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Παρόμοια αντικρίσθηκε το ζήτημα και στην υπόθεση Μιχαήλ Σάββα Σάουρου κ.ά. ν. Φιλίππου, ως Διαχειρίστριας της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα, Συζύγου Κωστή Λοϊζου ΜΑΡΙΑΣ ΚΩΣΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΔΡΕΑ, ΣΥΖΥΓΟΥ ΚΩΣΤΗ ΛΟΪΖΟΥ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2141, όπου σε αίτηση για διαγραφή ενοχλητικών ισχυρισμών που έθεταν σε δυσμενή θέση τους Εφεσείοντες, η Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση καταδικάστηκε όπως καταβάλει τα έξοδα, τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ' έφεση. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο