← Κύπρος

Andreevich κ.α. ν. Whotrades Ltd, Αγωγή αρ.: 5650/12, 15/5/2020

Andreevich κ.α. ν. Whotrades Ltd, Αγωγή αρ.: 5650/12, 15/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5650/12 Μεταξύ: 1. XXXX Andreevich, εκ Ρωσίας 2. XXXX Valentinova, εκ Ρωσίας Εναγόντων και Whotrades Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένης -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 15 Μαϊου 2020 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Η. Αγαθοκλέους (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Κουλουμά) Για την εναγόμενη: κα Στάροβλαχ για Σωτήρης Πίττας και Σία Δ.Ε.Π.Ε (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Νεοφύτου) Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν, όπως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, το 88% των ποσών που κατέβαλαν και δεν επιστράφηκαν από την εναγόμενη. Οι μεταξύ τους συμφωνίες, ως προβάλλεται, διαλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ότι οι κίνδυνοι των επενδύσεων τους δεν θα ξεπερνούσαν το 12% του ποσού που θα επενδυόταν. Η εναγόμενη, ως αναφέρεται, παρέβηκε τις πιο πάνω συμβατικές της υποχρεώσεις και προχώρησε σε μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές. 2. Με βάση τα όσα εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, η εναγομένη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη η οποία μέχρι την 18.10.2011 ονομαζόταν Finam Ltd και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αδειοδοτημένη να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες. Κατά ή περί την 22.11.2010 η εναγομένη δια μέσου των αντιπροσώπων της XXX Mikhailov (από τώρα θα καλείται Mikhailov) και ή η Finam CJSC (από τώρα θα καλείται η ρώσικη εταιρεία), απευθύνθηκαν στους ενάγοντες ώστε να παρέχει σε αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες. Έτσι στις 10.2.2011 συνομολογήθηκαν συμφωνίες διαμεσολάβησης μεταξύ των διαδίκων και στα πλαίσια αυτών ο ενάγοντας 1 κατά τον Φεβρουάριο του 2011 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των $57.500 και η ενάγουσα 2 κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των $200.000 και κατά τον Απρίλιο του 2011 το επιπλέον ποσό των €100.000. Στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ότι κατά ή περί την 24.2.2011 οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στην εναγόμενη να επενδύσει σε επενδυτικά προϊόντα exchange - traded fund υπό τον όρο ότι ο κίνδυνος αγοράς και πώλησης των πιο πάνω προϊόντων δεν θα ξεπερνούσε το 12% του υπό επένδυση κεφαλαίου και η απόδοση της επένδυσης δεν θα ήταν χαμηλότερη από το 88% του ποσού που θα επενδυόταν. Η εναγομένη, ως προβάλλεται αποδέχθηκε τις πιο πάνω οδηγίες. Ακολούθως κατά ή περί τον Ιούλιο του 2011, η εναγομένη κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών διαμεσολάβησης και ή κατά παράβαση των πιο πάνω εντολών, προέβηκε σε μη εξουσιοδοτημένες επενδυτικές συναλλαγές εκ μέρους των εναγόντων. Ειδικότερα η επένδυση στην οποία προέβηκε είχε ποσοστό κινδύνου μεγαλύτερο και ποσοστό απόδοσης μικρότερο από αυτό που συμφωνήθηκε. Οι ενάγοντες απαίτησαν την επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν, πλην όμως η εναγομένη παρέλειψε να το πράξει. Έτσι ως ισχυρίζονται υπέστησαν ζημιά η οποία εστιάζεται στο 88% του ποσού της επένδυσης. 3. Η εναγομένη στην έκθεση υπεράσπισης της, μεταξύ άλλων, προβάλει ότι ο Mikhailov είναι πρόσωπο άγνωστο σε αυτήν. Η δε Finam CJSC πρόκειται για ρώσικη εταιρεία και είναι αδειοδοτημένη να παρέχει υπηρεσίες στην χρηματαγορά της Ρωσίας. Η εναγομένη είναι θυγατρική σε ποσοστό 100% της πιο πάνω εταιρείας και ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Προβάλλεται ότι ουδέποτε η εναγομένη εξουσιοδότησε τόσο το πιο πάνω πρόσωπο όσο και τη μητρική εταιρεία να προβούν εκ μέρους της σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή και διαβεβαιώσεις προς τους ενάγοντες. Αναγνωρίζει ότι πράγματι στις 10.2.2011 συνομολογήθηκαν δύο γραπτές συμφωνίες διαμεσολάβησης (brokerage agreement) μεταξύ του κάθε ενάγοντα και της εναγομένης. Με βάση αυτές η εναγομένη παρέσχε υπηρεσίες διαμεσολάβησης στους ενάγοντες και ειδικότερα υπηρεσίες παραλαβής και διαβίβασης των οδηγιών τους, μέσω συγκεκριμένων ηλεκτρονικών εμπορικών πλατφόρμων. Οι πιο πάνω συμφωνίες, ως αναφέρεται, δεν περιλαμβάνουν υπηρεσίες για δημιουργία χαρτοφυλακίου επενδύσεων και παροχής επενδυτικών συμβουλών για πιθανή επικερδότητα επενδύσεων σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Με την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών διαμεσολάβησης, οι ενάγοντες, ως προβάλλεται, αναγνώρισαν ότι ήταν σε θέση να κατανοήσουν και αντιλήφθηκαν τους πιθανούς κινδύνους που μπορούν να προκύψουν από συναλλαγές σε εξειδικευμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα και επιβεβαίωσαν ότι ήταν σε θέση να υπολογίσουν τους κινδύνους σχετικά με τις πιο πάνω συναλλαγές. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες συμπλήρωσαν και υπέγραψαν (
  2. i)ερωτηματολόγια πελατών με τα οποία δήλωναν ότι ήταν κάτοχοι υψηλής οικονομικής εκπαίδευσης, (
  3. ii)τους κανόνες διεξαγωγής συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων, και (iii) την ειδοποίηση περί κινδύνου πολύπλοκων προϊόντων με την οποία δήλωναν ότι μπορούσαν να κατανοήσουν και να υπολογίσουν τους κινδύνους των πολύπλοκων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Ακολούθως η εναγομένη παρέσχε στους ενάγοντες πρόσβαση σε συστήματα τερματικών συναλλαγών. Ειδικότερα, είχαν πρόσβαση σε ηλεκτρονικές συναλλαγές στην αμερικάνικη χρηματαγορά και την αγορά TRANSAQ-XETRA. Οι ενάγοντες, ως αναφέρεται, παρέδωσαν στην εναγόμενη πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία διόριζαν τον Ivan XXX (από τώρα θα καλείται Ivan) ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς διαμεσολάβησης που είχαν ανοιχθεί από την εναγομένη με βάση τις πιο πάνω συμφωνίες. Το πιο πάνω πρόσωπο ως αναφέρεται δεν ήταν υπάλληλος της εναγομένης και ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της τελευταίας. Στην έκθεση υπεράσπισης επισημαίνεται ότι καμία άλλη συμφωνία δεν έγινε μεταξύ των διαδίκων, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε παράσταση ή διαβεβαίωση στους ενάγοντες και δεν διενήργησε οποιαδήποτε συναλλαγή εκ μέρους τους. Ενήργησε σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών ως διαμεσολαβητής με το να παραλαμβάνει, διαβιβάζει τις οδηγίες των εναγόντων ή και του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους. Η εναγομένη στην έκθεση υπεράσπισης της αναγνωρίζει ότι πράγματι ο ενάγοντας 1 τον Φεβρουάριο του 2011 έμβασε σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης το συνολικό ποσό των $57.000 και όχι το ποσό των $57.500, που ισχυρίζεται. Η δε ενάγουσα 2 μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2011 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των $200.000 και το επιπλέον ποσό των €100.000. Σε αντίθεση με τα όσα προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης, επισημαίνεται ότι κατόπιν σχετικών αιτημάτων που υποβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2011 από τους ενάγοντες, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα 1 το ποσό των $35.000 και στην ενάγουσα 2 το συνολικό ποσό των €99.000 και το ποσό των $75.000. Πέραν των όλων όσων εκτίθενται πιο πάνω, η εναγόμενη προβάλει ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων και λόγω καταχωρήσεως σε έγγραφα τα οποία υπέγραψαν. 4. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά των εναγόντων ήταν αυτή της ενάγουσας 2, η οποία ως ανέφερε είναι οικονομικός σύμβουλος. Επισήμανε ότι ο ενάγοντας 1 δεν μπορούσε να βρίσκεται στο Δικαστήριο καθότι το παιδί του αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και ήταν στην Αμερική. Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν πελάτες της ρώσικης εταιρείας και τον Νοέμβριο του 2011, τους πρότεινε να καταρτίσουν συμφωνία με την εναγομένη με σκοπό να επενδύσουν τα χρήματά τους και ως τους αναφέρθηκε, το ρίσκο της επένδυσης τους θα ανερχόταν στο 12%. Ο εκπρόσωπος της ρώσικης εταιρείας τους επισήμανε ότι τόσο αυτή όσο και η εναγομένη είναι μια εταιρεία με ένα κύριο μέτοχο. Ακολούθως οι ενάγοντες 1 και 2 την 10.2.2011 υπέγραψαν τις συμφωνίες (βλ. Τεκ. 2 και Τεκ. 1 αντίστοιχα) χωρίς να έλθουν σε οποιαδήποτε επαφή με τους εκπροσώπους της εναγομένης. Διευκρίνισε ότι αρχικά τις υπέγραψαν οι ενάγοντες και μετά από παρέλευση μερικών ωρών, τους τις επέστρεψαν υπογεγραμμένες από την εταιρεία. Ήταν η θέση της ότι, ως είχαν αντιληφθεί, επρόκειτο για επενδυτικά συμβόλαια. Επιπρόσθετα η ρώσικη εταιρεία τους ζήτησε να εξουσιοδοτήσουν τον υπάλληλο της Ivan ώστε να έχει επαφή με την εναγομένη και να διαχειρίζεται τα χρήματά τους. Έτσι οι ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν σχετικά πληρεξούσια έγγραφα (βλ. Τεκ. 3 και Τεκ. 4 αντίστοιχα). Η ενάγουσα 2 επισήμανε ότι η εταιρεία Finam με επιστολή της ημερ. 22.11.2010, τους πρότεινε ότι θα αναλάμβαναν κίνδυνο ύψους 12% (βλ. Τεκ. 5 σελ. 32 και 36). Ακολούθως τον Φεβρουάριο του 2011 ο ενάγοντας 1 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των $57.500 (βλ. Τεκ. 8) και η ενάγουσα 2 μεταξύ των ημερομηνιών 21.2.2011 και 1.4.2011 σε τρεις περιπτώσεις κατέβαλε στην εναγομένη το συνολικό ποσό των $200.000 και το ποσό των €100.000 (βλ. Τεκ. 6 και 7). Στη μαρτυρία της ανέφερε δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με την εναγομένη καθότι νόμιζαν ότι τα συμβόλαια ήταν επενδυτικά ως επίσης δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Ivan καθότι εκπροσωπούσε τόσο την εναγομένη όσο και την ρώσικη εταιρεία. Παρουσίασε στο Δικαστήριο δηλώσεις του πιο πάνω προσώπου ημερομηνίας 19.8.2011 με τις οποίες δήλωνε ότι οι ενάγοντες επανειλημμένα ανέφεραν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπειρία στη διεκπεραίωση συναλλαγών, ότι δεν είχαν πρόθεση να διεκπεραιώσουν από μόνοι τους τέτοιες συναλλαγές και ότι τον εξουσιοδότησαν σχετικά ως εργοδοτούμενο της ρώσικης εταιρείας. Επιπρόσθετα με αυτές δήλωνε ότι συμφωνήθηκε ότι το ποσοστό του κινδύνου που θα αναλάμβαναν οι ενάγοντες δεν θα ήταν πέραν του 12% του ποσού που θα επένδυαν (βλ. Τεκ. 9 και 10). Επιπρόσθετα παρουσίασε την αλληλογραφία μεταξύ των εναγόντων, της εναγομένης και της ρώσικης εταιρείας (βλ. Τεκ. 11). Ήταν η θέση της ότι δεν τους δόθηκαν οι κωδικοί, με αποτέλεσμα να μην έχουν πρόσβαση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και παρουσίασε σχετική αλληλογραφία που της αποστάληκε από την υπάλληλο της εναγόμενης κα XXX Clayson (βλ. Τεκ. 11 και 16). Επιπρόσθετα, παρουσίασε και σχετικές δηλώσεις του Ivan (βλ. Τεκ. 13), ότι ποτέ δεν είχε πρόσβαση στον λογαριασμό των εναγόντων και ποτέ δεν εξουσιοδότησε οποιεσδήποτε συναλλαγές. Αντεξεταζόμενη όμως αναγνώρισε ότι τόσο η ίδια όσο και ο ενάγοντας 1 υπέγραψαν τους κανόνες ηλεκτρονικών συναλλαγών (βλ. Τεκ.14 και 15), τις δηλώσεις αναφορικά με τους κινδύνους που σχετίζονται με το περιθώριο και των μη καλυμμένων συναλλαγών στις οικονομικές αγορές (βλ Τεκ. 17 και 18), ως επίσης συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια (βλ. Τεκ. 19 και 20). Περαιτέρω παρουσίασε και τους κανονισμούς της εναγόμενης (βλ. Τεκ. 21). Στη μαρτυρία της ανέφερε ότι, όταν ενημερώθηκαν ότι δεν ήταν διαθέσιμα όλα τα κεφάλαια που απέστειλαν (βλ. Τεκ. 5 σελ. 25), τότε αποτάθηκαν στους εκπροσώπους της ρώσικης εταιρείας, οι οποίοι τους παρέπεμψαν στην εναγομένη (βλ. Τεκ. 12). Μετά από σχετικό αίτημα τους, η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα 1 το ποσό των $37.000 και στην ενάγουσα 2 το ποσό των €99.900 και το ποσό των $75.000. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία της στο στάδιο της αξιολόγησης. 5. Η εναγομένη κάλεσε ως μάρτυρα την κα XXX Christodoulou η οποία από την 8.11.2010 είναι η επικεφαλής του τμήματος διαμεσολάβησης της εναγομένης. Η τελευταία, ως ανέφερε, είναι αδειοδοτημένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να ενεργεί ως κυπριακή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (βλ. Τεκ. 22 και 23). Στη μαρτυρία της επεσήμανε ότι η εναγομένη είναι θυγατρική της ρώσικης εταιρείας, ανήκουν στον ίδιο όμιλο πλην όμως πρόκειται για δύο ανεξάρτητες νομικές οντότητες οι οποίες λειτουργούν σε διαφορετικές χώρες, γεγονός που επεξηγήθηκε στους ενάγοντες. Αναγνώρισε ότι στις 10.2.2011 συνομολογήθηκαν γραπτές συμφωνίες διαμεσολάβησης (brokerage agreements) μεταξύ της εναγόμενης και ενός εκάστου των εναγόντων. Ήταν η θέση της ότι η ρώσικη εταιρεία δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης και δεν εξουσιοδοτήθηκε να προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις προς τους ενάγοντες. Οι τελευταίοι, ως ανέφερε, επέλεξαν να ασχοληθούν με τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης (brokerage services) και όχι με τις υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου (asset management services). Οι συμφωνίες διαμεσολάβησης (βλ. Τεκ. 1 και 2) ως ισχυρίστηκε δεν παρέχουν υπηρεσίες δημιουργίας επενδυτικού χαρτοφυλακίου και δεν προβλέπουν οποιαδήποτε πιθανότητα κερδοφορίας των επενδύσεων στα χρηματοπιστωτικά μέσα. Εξάλλου, ως ανέφερε, η εναγόμενη, με βάση την άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή, δεν της επιτρεπόταν να παρέχει την υπηρεσία παροχής συμβουλών για επενδύσεις. Οι ενάγοντες 1 και 2 πέραν των πιο πάνω συμφωνιών, (βλ. Τεκ. 1 και 2), υπέγραψαν τους κανόνες διαπραγμάτευσης ηλεκτρονικών συστημάτων (βλ. Τεκ. 15 και 14 αντίστοιχα), τη δήλωση κινδύνων που σχετίζονται με το περιθώριο και τις μη καλυπτόμενες συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικές αγορές (βλ. Τεκ. 18 και 17 αντίστοιχα) ως επίσης συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο πελάτη (βλ. Τεκ. 20 και 19 αντίστοιχα). Επιπρόσθετα παρέδωσαν στην εναγομένη πληρεξούσια με τα οποία διόριζαν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, τον Ivan για να διαχειριστεί το λογαριασμό διαμεσολάβησης τους και ειδικότερα να εκτελεί όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την αγορά και πώληση χρηματοοικονομικών μέσων εκτός από οδηγίες αναφορικά με την πίστωση και χρέωση κεφαλαίων από τους λογαριασμούς διαμεσολάβησης των εναγόντων (βλ. Τεκ. 3 και 4 αντίστοιχα). Δήλωσε ότι ο πιο πάνω πληρεξούσιος των εναγόντων δεν ήταν εκπρόσωπος της εναγομένης. Στη μαρτυρία της επεσήμανε ότι κατά την υπογραφή των συμφωνιών οι ενάγοντες έλαβαν την ίδια ημέρα τους κωδικούς. Στάληκαν σε κάθε ένα από αυτούς στο προσωπικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που δήλωσαν στα ερωτηματολόγια. Διευκρίνισε ότι ο κωδικός πρόσβασης στον ιστότοπο αναφοράς είναι διαφορετικός από τον κωδικό πρόσβασης που δόθηκε στους ενάγοντες για είσοδο στην πλατφόρμα συναλλαγών. Οι ενάγοντες 1 και 2 με την υπογραφή των κανόνων διαπραγμάτευσης μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων δήλωναν μεταξύ άλλων ότι οποιοδήποτε άτομο κατείχε τον κωδικό πρόσβασης είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του (βλ. Τεκ. 14 και 15 αντίστοιχα). Στη συνέχεια ως ανέφερε, εξαρτάτο από τους ίδιους σε ποιο άτομο θα τους παραχωρούσαν. Ήταν η θέση της ότι και οι ενάγοντες είχαν πρόσβαση στα συστήματα συναλλαγών που επέλεξαν και η εναγομένη δεν διεξήγαγε οποιαδήποτε συναλλαγή εκ μέρους των εναγόντων. Ο μοναδικός εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των τελευταίων, ήταν ο Ivan, ο οποίος θα μπορούσε να προχωρήσει για λογαριασμό τους σε οποιεσδήποτε συναλλαγές. Αναφερόμενη στο περιεχόμενο του εγγράφου που απέστειλε ο κ. Mikhailov (βλ. Τεκ. 5 σελ. 32) επισήμανε ότι το πιο πάνω πρόσωπο δεν ήταν υπάλληλος της εναγόμενης και η τελευταία ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε διαβεβαίωση και υπόσχεση στους ενάγοντες αναφορικά με τους επενδυτικούς κινδύνους που αναλάμβαναν. Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, ο ενάγοντας 1 μεταξύ των ημερομηνιών 17 - 24.2.2011 κατέβαλε στην εναγομένη το συνολικό ποσό των $57.000 και η ενάγουσα 2 μεταξύ των ημερομηνιών 21.2.11 και 1.4.2011 κατέβαλε στην εναγομένη $200.000 και το ποσό των €100.000. Οι ενάγοντες στις 22.8.2011, αρχικά προσπάθησαν να αποσύρουν ολόκληρο το ποσό που κατέθεσαν χωρίς όμως επιτυχία καθότι το υπόλοιπο του λογαριασμού τους ήταν μικρότερο. Ακολούθως οι ενάγοντες μεταξύ των ημερομηνιών 19.9.2011 και 26.9.2011 απέστειλαν εντολές απόσυρσης των χρημάτων που ήταν διαθέσιμα στο λογαριασμό τους (βλ. Τεκ. 24, 25, 26 και 30) και έτσι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα 1 το ποσό των $35.000 και στην ενάγουσα 2 τα ποσά των €99.900 και $75.000 (βλ. Τεκ. 27, 28, 29 και 31). Ακολούθως οι ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 25.9.2012 ζητούσαν την καταβολή ολόκληρου του ποσού που κατέβαλαν (βλ. Τεκ. 32) παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη καταβληθεί χρήματα σε αυτούς. Στη συνέχεια η εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 3.10.2012 απέρριψε τις αξιώσεις τους (βλ. Τεκ. 33). Εισήγηση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) 6.1 Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) λόγω καταχωρίσεως σε έγγραφα, ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν τις συμφωνίες (βλ. Τεκ. 1 και 2), τους κανόνες διαπραγμάτευσης ηλεκτρονικών συστημάτων (βλ. Τεκ. 15 και 14 αντίστοιχα), τη δήλωση κινδύνων που σχετίζονται με το περιθώριο και τις μη καλυπτόμενες συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικές αγορές (βλ. Τεκ. 18 και 17 αντίστοιχα) ως επίσης συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο πελάτη (βλ. Τεκ. 20 και 19 αντίστοιχα). Έτσι, ως εισηγήθηκε, οι ενάγοντες δεν μπορούν να προβάλλουν ισχυρισμούς οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τα έγγραφα που αυτοί υπέγραψαν. 6.2 Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι σε σωρεία αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας σε υποθέσεις ενοικιαγορών, εφόσον εκείνο που επιζητείτο να καταδείξει η εξωγενής μαρτυρία ήταν η πραγματική φύση των συναλλαγών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.

(2001)1 Α.Α.Δ. 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818). Το κώλυμα μπορεί να είναι: Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), Kώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχήν εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989, Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912. Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961, στη σελ. 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους (βλ. Nilson v. Wilson
(1969)3 All E.R. 945) ως επίσης και στις περιπτώσεις απάτης (βλ. Greer v. Kettle
(1937)4 All E.R. 396). Πρόσωπο το οποίο υπογράφει ένα έγγραφο μπορεί να μην επιτραπεί σ' αυτό να εγείρει την υπεράσπιση του non est factum όπου επέδειξε αμέλεια (negligence) κατά την υπογραφή του. Το Δικαστήριο στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society (ανωτέρω) αποφάνθηκε ότι δεν έχει σημασία σε ποια κατηγορία κατατάσσεται το έγγραφο και περαιτέρω επισημάνθηκε ότι αμέλεια ή απερισκεψία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο τον αποκλείει από την υπεράσπιση του non est factum. Το πιο πάνω δεν βασίζεται στην αρχή του κωλύματος αλλά στην αρχή ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει πλεονεκτήματα από τα δικά του λάθη. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 26η Έκδοση, στη σελ. 252 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Although it is thus now well established that, at least as against a third parry, negligence may defeat a plea of non est factum, other defences may be available arising out of the same facts, such as undue influence, and negligence may be no answer to such a defence.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μακρή ν. Χ»Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, υιοθετώντας την απόφαση Saunders επισήμανε ότι υποστηρίζει τον γενικό κανόνα και τόνισε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), Avon Finance Co. Ltd. ν. Bridger
(1979)[1985] 2 All E.R. 281. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους δεν προβάλλουν την υπεράσπιση του non est factum ως επίσης καμία αναφορά γίνεται για δόλο ή απάτη από μέρους της εναγόμενης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, επιτρέπεται η εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας εφόσον εκείνο που επιζητείται να καταδειχθεί είναι η πραγματική φύση των συναλλαγών. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες προβάλλουν ότι την 10.2.2011 συνομολογήθηκαν συμφωνίες διαμεσολάβησης και ακολούθως γύρω στις 24.2.2011 έδωσαν οδηγίες στην εναγόμενη να επενδύσει σε επενδυτικά προϊόντα υπό τον όρο ότι ο κίνδυνος αγοράς και πώλησης τους δεν θα ξεπερνούσε το 12% του υπό επένδυση κεφαλαίου, γεγονός το οποίο αποδέχτηκε. Η εναγόμενη, ως προβάλλεται, κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών διαμεσολάβησης ή και των πιο πάνω εντολών, προέβηκε σε μη εξουσιοδοτημένες επενδυτικές συναλλαγές. 7.1 Μέσα από την ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 7.2 Στην έκθεση απαίτησης ρητά αναφέρεται ότι στις 10.2.2011 συνομολογήθηκαν συμφωνίες διαμεσολάβησης μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια των οποίων καταβλήθηκαν τα ποσά που περιγράφονται πιο πάνω και ακολούθως, ως προβάλλεται, γύρω στις 24.2.2011 συμφωνήθηκε όπως η εναγομένη επενδύσει σε επενδυτικά προϊόντα exchange traded fund υπό τον όρο ότι ο κίνδυνος της επένδυσης δεν θα ξεπερνούσε το 12% του κεφαλαίου τους. Στην μαρτυρία της όμως η ενάγουσα 2, εκείνο που ουσιαστικά ανέφερε ότι εξαρχής τους προτάθηκε να καταρτίσουν συμφωνία με σκοπό να επενδύσουν τα χρήματα τους και το ρίσκο της επένδυσης τους θα ανερχόταν στο 12%, κάτι το οποίο δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς όπως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης αφού, όπως έχει ήδη επισημανθεί, γύρω στις 24.2.2011 συμφωνήθηκε όπως μη υπερβαίνει το 12%, ο κίνδυνος της επένδυσης των εναγόντων. 7.3 Η ενάγουσα 2 στην μαρτυρία της, παρουσίασε δηλώσεις του πληρεξούσιου αντιπρόσωπου τους, ημερομηνίας 19.8.2011, με τις οποίες ο τελευταίος δήλωνε, μεταξύ άλλων, ότι
(1)συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσοστό του κινδύνου που θα αναλάμβαναν οι ενάγοντες δεν θα ξεπερνούσε το 12% του ποσού που θα επένδυαν,
(2)οι ενάγοντες δήλωσαν επανειλημμένα ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπειρία στην διεκπεραίωση συναλλαγών και ότι δεν προτίθεντο να διεκπεραιώσουν από μόνοι τους τέτοιες συναλλαγές και
(3)τον εξουσιοδότησαν σχετικά ως εργοδοτούμενο της Ρωσικής εταιρείας (βλ Τεκ. 9 και 10). Επιπρόσθετα, η ενάγουσα 2 παρουσίασε και δήλωση του ίδιου προσώπου ότι δεν είχε πρόσβαση στον λογαριασμό των εναγόντων και ποτέ δεν εξουσιοδότησε οποιεσδήποτε συναλλαγές με οποιαδήποτε μέθοδο (βλ Τεκ. 13). Περαιτέρω η ενάγουσα 2, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, παρουσίασε στο Δικαστήριο και επιστολή ημερ. 24.2.2011 που απέστειλε ο ενάγοντας 1 στον Alexey με την οποία, ως ισχυρίστηκε, αποδέχτηκε το ποσοστό επενδυτικού κινδύνου ύψους 12% (βλ. Τεκ. 5, σελ. 36). 7.4 Καταρχήν επισημαίνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο στην εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου). Η πρωτογενής μαρτυρία, ιδιαίτερα όπου αυτή μπορεί να παρασχεθεί χωρίς πρόβλημα, η κλήτευση και παρουσία των προσώπων που προέβηκαν στις αρχικές δηλώσεις, προσφέρει στο Δικαστήριο την μοναδική ευκαιρία να την κρίνει υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση οι πιο πάνω γραπτές δηλώσεις του Ivan και η επιστολή του ενάγοντα 1 ημερ. 24.2.2011 οι οποίες παρουσιάστηκαν από την ενάγουσα 2 πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Όταν η τελευταία ρωτήθηκε για πιο λόγο δεν παρουσιάστηκε ο Ivan για να δώσει μαρτυρία αυτή ανέφερε «Μετά την υπογραφή του συμβολαίου πέρασαν εφτά χρόνια, και ο XXXXX, XXXXX, XXXXX εγώ δεν με ενδιαφέρει και δεν πρέπει να ξέρω που βρίσκεται να μπορώ να το βρω αυτή είναι μια εταιρεία, εγώ δεν εργάζομαι εκεί, είμαι πελάτης και δεν μπορώ να ξέρω που είμαι και πως μπορούσε ο ίδιος να παρευρεθεί δαμέ και σαν τι στο παρών Δικαστήριο». Από τις πιο πάνω δηλώσεις της ενάγουσας 2 προκύπτει πλήρης αδιαφορία από μέρους της να καλέσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που προέβηκε στις πιο πάνω δηλώσεις, οι οποίες μάλιστα όχι μόνο είναι σημαντικές αλλά και αμφισβητήθηκαν έντονα από την άλλη πλευρά. Αναφορικά με την μη παρουσία του ενάγοντα 1 ανέφερε κατά τρόπο γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο, ότι το παιδί του αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και βρίσκεται στο εξωτερικό. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στην διαδικασία το πιο πάνω πρόσωπο που προέβηκε στις πιο πάνω γραπτές δηλώσεις αλλά και ο ίδιος ο ενάγοντας 1 ο οποίος συνέταξε την επιστολή ημερ. 24.2.
  2. Οι ενάγοντες θα μπορούσαν να προσκομίσουν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξαν. Και κάτι ακόμη. Δεν υπέβαλαν οποιονδήποτε αίτημα ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει σε μάρτυρα που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας να δώσει την μαρτυρία του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης (βλ. άρθρο 36Α του πιο πάνω Νόμου). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ' ακοής μαρτυρία που περιγράφεται πιο πάνω. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, επισημαίνονται και τα ακόλουθα. Με τις πιο πάνω δηλώσεις του, ο Ivan, μεταξύ άλλων, επισημαίνει ότι οι ενάγοντες επανειλημμένα δήλωσαν ότι δεν είχαν οποιανδήποτε εμπειρία στην διεκπεραίωση συναλλαγών (βλ. Τεκ. 9 και 10). Η ενάγουσα 2, ως η ίδια ανέφερε είναι οικονομικός σύμβουλος. Πέραν δε τούτου με το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε δηλώνει ότι έχει τριετή εμπειρία, μεταξύ άλλων, σε μετοχές, ucits και ομόλογα (βλ. Τεκ. 19). Ο δε ενάγοντας 1 στο ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε δηλώνει ότι είναι οικονομολόγος και έχει εμπειρία, μεταξύ άλλων, στα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα (βλ. Τεκ. 20). 7.5 Η ενάγουσα 2 στην μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν τους δόθηκαν κωδικοί. Παρέλειψε όμως στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της, να παρουσιάσει τους κανόνες διαπραγμάτευσης ηλεκτρονικών συναλλαγών (βλ. Τεκ. 14 και 15), με τους οποίους αναγνώριζαν ότι παρέλαβαν τον αριθμό και τον κωδικό ώστε να έχουν πρόσβαση στην προσφερόμενη υπηρεσία. Περαιτέρω παρέλειψε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της να παρουσιάσει τις γραπτές δηλώσεις τους αναφορικά με τους κινδύνους (βλ. Τεκ. 17 και 18) αλλά και τα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν (βλ. Τεκ. 19 και 20). 7.6 Με βάση τις έγγραφες προτάσεις αλλά και την εκατέρωθεν μαρτυρία αποτελεί παραδεχτό γεγονός και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 10.2.2011 συνομολογήθηκαν γραπτές συμφωνίες μεταξύ της εναγόμενης και ενός εκάστου των εναγόντων (βλ. Τεκ. 1 και 2). 7.7 Οι συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των διαδίκων ρητά προνοούσαν ότι η εναγομένη αναλαμβάνει με εντολή των εναγόντων να ασκεί νομικές και άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την σύναψη συναλλαγών και χρηματοοικονομικών μέσων κάτω από τους όρους και την διαδικασία που προνοούν οι κανονισμοί (βλ. Τεκ. 1, 2 και 17). Η ενάγουσα 2 στην μαρτυρία της ανέφερε ότι οι συμφωνίες που συνομολογήθηκαν προνοούσαν ότι η επένδυση τους θα είχε ρίσκο ύψους 12%. Δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στις συμφωνίες (βλ. Τεκ. 1 και 2). Εκείνο που ρητά προνοούσαν ήταν ότι η εναγόμενη είχε τις κατάλληλες οργανωτικές ρυθμίσεις προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η απώλεια ή η μείωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων. Η ενάγουσα 2, οικονομική σύμβουλος, στην μαρτυρία της ανέφερε ότι οι πιο πάνω συμφωνίες ήταν επενδυτικές και με βάση το περιεχόμενο αυτών θα έπρεπε να αναμένουν 6 μήνες. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι επρόκειτο για συμφωνίες διαμεσολάβησης (brokerage agreement) και δεν διαλάμβαναν υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, όπως το παρουσίασε η ενάγουσα
  3. Πέρα δε τούτου, σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε η τελευταία, οι συμφωνίες ήταν αορίστου διάρκειας και μπορούσαν να τερματιστούν με συμφωνία ή μονομερώς αποστέλλοντας στο άλλο μέρος γραπτή ειδοποίηση τερματισμού (βλ. Τεκ 1, όρος 14). Όπως έχει ήδη επισημανθεί και πιο πάνω, η ενάγουσα 2 ισχυρίστηκε ότι με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες οι ενάγοντες θα λάμβαναν ρίσκο ύψους 12%. Οι τελευταίοι με πληρεξούσια έγγραφα τους εξουσιοδότησαν τον Ιvan να διαχειριστεί τον λογαριασμό διαμεσολάβησης τους και ειδικότερα μεταξύ άλλων να εκτελεί όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την αγορά και πώληση χρηματοοικονομικών μέσων ως επίσης να δίδει εντολές πλην αυτών που σχετίζονται με την πίστωση και χρέωση κεφαλαίων από τους λογαριασμούς των εναγόντων (βλ. Τεκ. 3 και 4). Με βάση τα πιο πάνω πληρεξούσια οι ενάγοντες παραχώρησαν στον Ivan την εξουσία να προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις χρηματοοικονομικών μέσων. Δεν εμπίπτει στην σφαίρα της κοινής λογικής η εναγόμενη να διαβεβαιώνει ότι ο κίνδυνος της επένδυσης των εναγόντων δεν θα ξεπερνά το 12% και κατ' επέκταση η απόδοση δεν θα είναι χαμηλότερη του 88% του ποσού της επένδυσης, από την στιγμή που οι ενάγοντες εξουσιοδοτούσαν τον Ivan να διαχειρίζεται τον λογαριασμό διαμεσολάβησης και μεταξύ άλλων να πωλεί και να αγοράζει χρηματοοικονομικά μέσα. Η ενάγουσα στην μαρτυρία της ανέφερε ότι η εταιρεία Finam με επιστολή της ημερομηνίας 22.11.2010 τους πρότεινε να αναλάβουν κίνδυνο ύψους 12% (βλ. Τεκ. 5, σελ. 32). Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι αυτή απευθυνόταν στον ενάγοντα 1 και ετοιμάστηκε από τον Mikhailov, ο οποίος δεν ήταν υπάλληλος της εναγόμενης και δεν υφίσταται μαρτυρία ότι στάληκε κατ' εντολή της εναγόμενης. Πέρα δε τούτου, η ενάγουσα 2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι τόσο αυτή όσο και ο ενάγοντας 1 αποδέχτηκαν και στάληκε η επιστολή ημερ. 24.2.2011, πλην όμως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, αυτή ετοιμάστηκε από τον ενάγοντα
  4. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επίδικες γραπτές συμφωνίες συνομολογήθηκαν την 10.2.2011, δηλαδή μετά την αποστολή της επιστολής ημερ. 22.11.
  5. Ήταν η θέση της ενάγουσας ότι δεν είχαν πρόσβαση στους κωδικούς πλην όμως οι ενάγοντες με γραπτές τους δηλώσεις διαβεβαίωναν ότι παρέλαβαν αριθμό και κωδικό με τους οποίους τους παρέχεται πρόσβαση στην υπηρεσία (βλ. Τεκ. 14 και 15 σελ. 2). Στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την αρχική της θέση επισήμανε ότι «Είναι τυπικοί κανονισμοί της Finam και δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ουδέποτε παρέλαβα της πρόσβαση είτε κάποιους κωδικούς .». Ακολούθως όταν της υποβλήθηκε ότι τα όσα περί τούτου ανέφερε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού υπέγραψε σχετικό έγγραφο αυτή δήλωσε «Δεν αληθεύει αυτό, επειδή το επενδυτικό συμβόλαιο για το οποίο μας είχαν πει δεν αναφερόταν οπουδήποτε ότι ήταν να πιάσουμε κάποιους κωδικούς, απλώς είναι συμβόλαιο εμπιστοσύνης, εμπιστευτικής να επενδυθούν τα χρήματα μου με την συγκατάθεση μου. . Εγώ έπρεπε να δώσω κάποια συγκατάθεση και τότε η Finam Ltd πρέπει να το εκτελέσει. Παρακαλώ όπως μου αποδείξετε πού έχω δώσει οποιανδήποτε εντολή για τα χρήματα μου;». Επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες όχι μόνο υπέγραψαν τις συμφωνίες και τα άλλα έγγραφα που περιγράφονται πιο πάνω αλλά περαιτέρω εξουσιοδότησαν συγκεκριμένο πρόσωπο να προβαίνει σε πωλήσεις και αγορές χρηματοοικονομικών μέσων. Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου η υπογραφή των εναγόντων στα έγγραφα τέθηκε λόγω παραπλάνησης, δόλου, απάτης ή αναλφαβητισμού. Εξάλλου, κάτι τέτοιο δεν προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης. Αντιθέτως, οι ενάγοντες είναι μορφωμένοι. Οικονομολόγοι (βλ. Τεκ. 19 και 20). Η ενάγουσα 2, στην προσπάθεια της να καταδείξει ότι δεν δόθηκαν κωδικοί, παρουσίασε επιστολή που στάληκε από την υπάλληλο της εναγόμενης, XXX Clayson (βλ. Τεκ. 16). Επί τούτου όμως, η κα XXX Christodoulou κατά τρόπο σαφή και πειστικό επισήμανε ότι ο κωδικός πρόσβασης στο ιστότοπο αναφοράς δεν είναι ο ίδιος με τον κωδικό πρόσβασης που δόθηκε για είσοδο στην πλατφόρμα συναλλαγών. Οι ενάγοντες, ως αναφέρεται στα πληρεξούσια, απέκλεισαν τον αντιπρόσωπο τους από το να έχει δικαίωμα να δίνει οδηγίες αναφορικά με τις χρεοπιστώσεις από τον λογαριασμό διαμεσολάβησης (βλ. Τεκ. 3 και 4). Η όλη παρουσία της ενάγουσας 2 στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική και για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή.
  6. Η μαρτυρία της κυρίας XXX Christodoulou έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω και δεν χρήζει παράλειψης. Δεν περιέπεσε σε οποιανδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρέθετε τα γεγονότα όπως η ίδια τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της. 9.1 Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, η εναγόμενη είναι θυγατρική της ρώσικης εταιρείας. Στις 10.2.2011 συνομολογήθηκαν γραπτές συμφωνίες διαμεσολάβησης (brokerage agreements) (βλ. Τεκ. 1 και 2), μεταξύ ενός εκάστου των εναγόντων και της εναγόμενης, με τους όρους που αναφέρονται σε αυτές. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες υπέγραψαν τους κανόνες διαπραγμάτευσης ηλεκτρονικών συστημάτων (βλ. Τεκ. 14 και 15), την δήλωση κινδύνων που σχετίζονται με το περιθώριο και τις μη καλυπτόμενες συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικές αγορές (βλ. Τεκ. 17 και 18) ως επίσης συμπλήρωσαν και σχετικά ερωτηματολόγια (βλ. Τεκ. 19 και 20). Οι ενάγοντες, με πληρεξούσια έγγραφα τα οποία παρέδωσαν στην εναγόμενη, διόρισαν ως αντιπρόσωπο τους τον Ivan, ο οποίος δεν ήταν υπάλληλος της εναγόμενης. Με βάση τα πιο πάνω πληρεξούσια, εξουσιοδοτούσαν το πιο πάνω πρόσωπο να διαχειριστεί τους λογαριασμούς διαμεσολάβησης τους και ειδικότερα να εκτελεί όλες τις απαραίτητες ενέργειες για αγορά και πώληση χρηματοοικονομικών μέσων (βλ. Τεκ. 3 και 4). Ο ενάγοντας 1, στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας κατέβαλε, μεταξύ των ημερομηνιών 17.2.2011 και 24.2.2011, στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των $57.000 και η ενάγουσα 2, μεταξύ των ημερομηνιών 21.2.2011 και 1.4.2011, τα ποσά των $200.000 και €100.
  7. Οι ενάγοντες, μεταξύ των ημερομηνιών 19.9.2011 και 26.9.2011, απέστειλαν εντολές απόσυρσης των χρημάτων που ήταν διαθέσιμα στον λογαριασμό τους (βλ. Τεκ. 24,25, 26 και 30) και έτσι η εναγόμενη 1 κατέβαλε στον ενάγοντα 1 το ποσό των $35.000 και στην ενάγουσα 2 το ποσό των €99.900 και $75.000 (βλ. Τεκ. 27, 28, 29 και 31). 9.2 Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων 1 και 2, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην προκείμενη όμως περίπτωση παρέλειψαν να προσκομίσουν μαρτυρία πειστική και ικανοποιητική αναφορικά με τα όσα προβάλλουν στην έκθεση απαίτησης τους και ειδικότερα ότι η εναγόμενη παρέβηκε τις μεταξύ τους συμφωνίες και ότι προέβηκε σε μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές. Επιπρόσθετα, δεν υφίσταται οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία ότι η εναγόμενη διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι ο κίνδυνος της επένδυσης τους δεν θα ξεπερνούσε το 12% του κεφαλαίου που θα χρησιμοποιούσαν. Παρά το γεγονός ότι τα πιο πάνω σφραγίζουν και το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, επισημαίνεται ότι η ευρύτερη ύπαρξη ενός ομίλου εταιρειών, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν δίνει κατ' ανάγκη το δικαίωμα άρσης εταιρικού πέπλου ώστε να θεωρείται ότι οι ενέργειες μιας των εταιρειών δεσμεύουν ολόκληρο τον όμιλο ή την μητρική εταιρεία. Στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited
(2013)1A A.A.Δ. 668, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan: Company Law, 2003, στις σελ. 74-82, είναι με μεγάλη δυσκολία που τα Αγγλικά Δικαστήρια δέχονται την άρση του εταιρικού πέπλου στη βάση της θεωρίας της ενιαίας μονάδας ενός ομίλου εταιρειών. Πέραν της αυτοτέλειας της εταιρικής οντότητας με βάση τη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co Ltd
(1987)A.C. 22, και μεταγενέστερα, αναφορικά με την ύπαρξη θυγατρικών εταιρειών, η υπόθεση Adams v. Cape Industries plc
(1990)BCLC 479, έχει αναγνωρίσει ότι παρά το γεγονός ότι οι θυγατρικές εταιρείες είναι δημιουργήματα των μητρικών τους εταιρειών, εξακολουθούν να θεωρούνται στο γενικό εταιρικό δίκαιο ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες. Η αρχή στη Salomon δεν ατονεί διότι οι εταιρείες οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους "in "group structures", (δέστε Ord v. Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 447). Στην υπόθεση Re: Soputhard Ltd
(1979)3 All E.R. 556, υποδείχθηκε ότι ο κύριος νόμιμος σκοπός για τη χρήση ομίλου εταιρειών είναι ο περαιτέρω περιορισμός των υποχρεώσεων του ομίλου, όπως δε ορθά υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στο σύγγραμμα του Pennington: The Principles of Company Law σελ. 27 και 32, ο Νόμος και το δίκαιο δεν ασχολούνται με την οικονομική οργάνωση ενός ομίλου εταιρειών, στα μάτια δε του Νόμου, η μητρική ή ιθύνουσα εταιρεία είναι απλώς ένας μεγάλος μέτοχος της θυγατρικής της.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η μαρτυρία της ενάγουσας 2 δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται και περαιτέρω δεν υφίσταται οτιδήποτε που να δικαιολογεί άρση του εταιρικού πέπλου. 10. Για όλους τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω οι ενάγοντες απέτυχαν, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων να αποδείξουν την απαίτηση τους. Έτσι η αγωγή των εναγόντων 1 και 2 απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Παράβαση συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.