← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΡΟΥ ν. Νικολαΐδης, Αρ. Αγωγής: 3840/2016, 7/5/2020

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΡΟΥ ν. Νικολαΐδης, Αρ. Αγωγής: 3840/2016, 7/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3840/2016 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΡΟΥ Εναγόντων και XXX Νικολαΐδης Εναγόμενος Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Π. Ιωάννου για κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κος Μ. Ι. Μούρος ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση των Εναγόντων για το ποσό των €607.61.- πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, το οποίο ισχυρίζονται ότι αντιστοιχεί σε φόρους, κοινοτικές υπηρεσίες, τέλη αποχετευτικού και υδατοπρομήθειας που ο Εναγόμενος οφείλει προς αυτούς. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού, νομικό πρόσωπο δυνάμει προνοιών σχετικής Νομοθεσίας. Ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας στον Αγρό. Οι Ενάγοντες παρείχαν διαφόρων ειδών υπηρεσίες στον Εναγόμενο για τις οποίες ήταν υπόχρεος να πληρώσει προς τους Ενάγοντες υπό τη μορφή φορολογίας και/ή άλλως πως δικαιωμάτων και/ή νόμιμων χρεώσεων δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας και κανονισμών. Οι Ενάγοντες απέστειλαν δεόντως την επιστολή των χρεώσεων στον Εναγόμενο πολλές φορές για την τακτοποίηση των οφειλών του, με τελευταία φορά την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 2/11/2015. Συγκεκριμένα εκκρεμούν οι ακόλουθες οφειλές, συνολικού ποσού €607,61.-:

(1)€93,75.- για φόρο σκυβάλων, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(2)€142,50.- για κοινοτικές υπηρεσίες, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(3)€287,50.- για φόρο ενοικίου, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2012.
(4)€2,14 για φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(5)€15,69.- για τέλη αποχετευτικού, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2015.
(6)€66,03.- για υδατοπρομήθεια, για την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 31/12/
  1. Ο Εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις που του απέστειλαν οι Ενάγοντες εξακολουθεί να αρνείται και/ή να αμελεί να εξοφλήσει τις εν λόγω οφειλές του παρόλο που δεν αμφισβητήθηκαν. Δεδομένου ότι μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος δεν έχει εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή. Με την Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η αξίωση των Εναγόντων έχει παραγραφεί και δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής. Άνευ βλάβης της ως άνω προδικαστικής ένστασης, παραδέχεται τη νομική υπόσταση των Εναγόντων και ότι είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας στον Αγρό. Αρνείται ωστόσο ότι οι Ενάγοντες του παρείχαν τις υπηρεσίες που αναφέρονται και ότι ήταν υπόχρεος να πληρώσει τους Ενάγοντες υπό μορφή φορολογίας και/ή άλλως πως δικαιωμάτων και/ή νομίμων χρεώσεων. Αποτελεί δε ισχυρισμό του ότι ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες. Επίσης ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες και ουδέποτε έχει οχληθεί από οποιοδήποτε. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι ισχυριζόμενες φορολογίες για το έτος 2010 δεν εγκρίθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού και ως εκ τούτου ουδέν οφείλει. Ενώ σε σχέση με την οφειλή για υδατοπρομήθεια για την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2015 ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει όλες τις οφειλές του για το εν λόγω έτος. Τέλος, ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις των Εναγόντων και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος τους. Από την πλευρά τους οι Ενάγοντες με την Απάντηση στην Υπεράσπιση αρνούνται την προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου και αναφέρουν ότι καμία αξίωση τους δεν έχει παραγραφεί και ισχυρίζονται ότι νομιμοποιούνται να καταχωρούν και να προωθούν την παρούσα αγωγή. Αρνούνται επίσης ότι ο Εναγόμενος ουδέν οφείλει και ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή. Ενώ περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η επιστολή ημερομηνίας 2/11/2015 που στάληκε στον Εναγόμενο από τους δικηγόρους τους είχε αποσταλεί συστημένη. Οι Ενάγοντες αρνούνται ότι ο Εναγόμενος έχει εξοφλημένες όλες τις οφειλές του για το έτος 2015 σε σχέση με την υδατοπρομήθεια. Επίσης αρνούνται ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οχληθεί από οποιονδήποτε και αξιώνουν ως η απαίτηση τους. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 30/12/2016 και με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε κατατάσσεται στις υποθέσεις Ταχείας Εκδίκασης αφού το αντικείμενο της δεν υπερβαίνει το ποσό των €3,000.-. Σύμφωνα δε με τη Δ.30 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα πλαίσια της αγωγής το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες σε σχέση με την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των δυο πλευρών. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε στις 11/10/2018 την Ένορκη Δήλωση του κου XXX Βακάνα (Μ.Ε.1) στην οποία επισυνάπτονται 26 τεκμήρια (Τεκμήρια 1 μέχρι 26), και στις 26/11/2018 καταχωρίστηκε από πλευράς Υπεράσπισης, η Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου κου XXX Νικολαΐδη (Μ.Υ.1) στην οποία επισυνάπτονται 2 τεκμήρια (Τεκμήρια 1 και 2). Οι εν λόγω Ένορκες Δηλώσεις αποτέλεσαν τη μαρτυρία των δύο πλευρών για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας. Ο κος XXX Βακανά (Μ.Ε.1) στην Ένορκη Δήλωση του μεταξύ άλλων αναφέρει ότι από το 1984 εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού ως γραφέας πρακτικών συνεδριάσεων των Εναγόντων καθώς και ως εισπράκτορας τελών και φορολογιών (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Οι Ενάγοντες είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού, νομικό πρόσωπο δυνάμει προνοιών σχετικής Νομοθεσίας. Ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας στο χωριό Αγρός (Τεκμήριο 5). Συγκεκριμένα είναι ιδιοκτήτης δώδεκα τεμαχίων ακίνητης ιδιοκτησίας συμπεριλαμβανομένου μεταξύ άλλων γης, κατοικιών και αμπελιών τα οποία βρίσκονται όλα εντός των ορίων της κοινότητας Αγρού. Οι Ενάγοντες ως Κοινοτικό Συμβούλιο παρείχαν διαφόρων ειδών υπηρεσίες στον Εναγόμενο για τις οποίες ο Εναγόμενος υποχρεούτο όπως πληρώσει προς τους Ενάγοντες υπό τη μορφή φορολογίας και ή άλλως πως δικαιωμάτων και νόμιμων χρεώσεων δυνάμει της κείμενης Νομοθεσίας και Κανονισμών. Αναφορικά με το τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας, εξήγησε ότι αυτό επιβάλλεται βάσει του άρθρου 74 του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 (Ν.86(Ι)/1999)και υπολογίζεται βάσει συντελεστή ο οποίος καθορίζεται από το Κοινοτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 75 του Ν.86(Ι)/1999 (Τεκμήριο 6). Παρουσίασε ως Τεκμήριο 7 τα πρακτικά συνεδρίας των Εναγόντων ημερομηνίας 19/1/2010, στα οποία ως αναφέρει, αναγράφεται η απόφαση του Συμβουλίου όπως ο συντελεστής τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας για το έτος 2010 παραμείνει ο ίδιος με το έτος 2009, δηλαδή 0,05 τοις χιλίοις. Παρουσίασε, επίσης ως Τεκμήριο 8 επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 20/1/2010 με την οποία κοινοποιούσαν στον αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού την ως άνω απόφαση. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο μηχανογραφημένης λίστας υπολογισμού τελών ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και ανέλυσε το περιεχόμενο της. Επίσης εξήγησε πως κατέληξε η συνολική οφειλή του Εναγόμενου για το τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας για τη χρονική περίοδο από 1/1/2010 μέχρι και 31/12/2010 στο ποσό των €2.
  2. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι η αύξηση €0,43.- στις οφειλές του Εναγόμενου στα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας προκύπτει από τον υπολογισμό 25% επί της οφειλής των €1,71.-. Ως ανέφερε δυνάμει του άρθρου 99 του Ν.86(Ι)/1999, οι Ενάγοντες μέχρι το έτος 2013 είχαν την εξουσία εάν οποιαδήποτε τέλη ή φόροι, παρά το ότι κατέστησαν απαιτητοί, παραμένουν απλήρωτοι, να εισπράττονται μαζί με αύξηση 25%. Διευκρίνισε, ωστόσο ότι με τον περί Κοινοτήτων (Τροποποιητικό) Αρ.3 Νόμο 2013, (Ν.172(Ι)/2013), το ποσοστό αυτό τροποποιήθηκε και έγινε μεταγενέστερα σε 10% (Τεκμήριο 10). Αναφορικά με την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών, αναφέρει ότι το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 83(ιζ) του Ν.86(Ι)/1999, έχει την εξουσία μεταξύ άλλων να επιβάλλει ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών σε κάθε κάτοχο περιουσίας που βρίσκεται στην κοινότητα η οποία υπολογίζεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με την περιουσία κάθε τέτοιου κατόχου, (Τεκμήριο 11). Παρουσίασε ως Τεκμήριο 12 τα πρακτικά συνεδρίας των Εναγόντων ημερομηνίας 9/2/2010 στα οποία, ως αναφέρει, αναγράφεται η απόφαση των Εναγόντων όπως η φορολογία κοινοτικών υπηρεσιών για το έτος 2010 κυμανθεί στα ίδια επίπεδα με τη φορολογία του έτους 2009 με αύξηση €1,00.- - €2,00.- το άτομο. Παρουσίασε, επίσης ως Τεκμήριο 13 αντίγραφο μηχανογραφημένου αρχείου καταλόγου φορολογίας αναφορικά με την επιβολή φορολογίας κοινοτικών υπηρεσιών του Εναγόμενου για το έτος
  3. Αναφέρει, ότι στον αριθμό 680 προκύπτουν οι οφειλές του Εναγόμενου και συγκεκριμένα για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι και 31/12/2010 οι οφειλές του ήταν €114.-. Παρουσίασε, περαιτέρω, ως Τεκμήριο 14 κατάλογο φορολογίας κοινοτικών υπηρεσιών για το έτος 2009 όπου ως αναφέρει οι οφειλές του Εναγόμενου ήταν €112.-, εξηγώντας ότι για το έτος 2010 εφαρμόστηκε η απόφαση των Εναγόντων για αύξηση €2,00.-. Λέει ακόμη πως λόγω του ότι οι εν λόγω οφειλές παρέμειναν απλήρωτες, οι Ενάγοντες επέβαλαν αύξηση 25% επί της οφειλής του Εναγόμενου ήτοι €28,50.- και ως εκ τούτου η συνολική οφειλή του για παροχή κοινοτικών υπηρεσιών για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 είναι συνολικά €142,50.- Αναφέρει, ακόμη ότι οι Ενάγοντες είχαν την εξουσία να επιβάλουν στον Εναγόμενο ως κάτοχο περιουσίας που βρίσκεται στην κοινότητα, ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, λέει ότι οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο μεταξύ άλλων υπηρεσίες συλλογής, αποκομιδής, διάθεσης και επεξεργασία σκυβάλων ως το καθήκον τους δυνάμει του άρθρου 82 του Ν.86(Ι)/1999 (Τεκμήριο 15). Εξηγεί ότι δυνάμει του άρθρου 116 του Ν.86(Ι)/1999 (Τεκμήριο 15Α) οι Ενάγοντες εγκρίναν με την Κ.Δ.Π. 54/2003 τους περί Διοίκησης Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγρού 2002 κατόπιν έγκρισης του Υπουργού Εσωτερικών. Σημειώνει δε ότι κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού υπέχει την υποχρέωση καταβολής τελών αποκομιδής σκυβάλων στο Συμβούλιο (Τεκμήριο 15Β). Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 16 τα πρακτικά συνεδρίας των Εναγόντων ημερομηνίας 15/6/2010 αναφορικά με την απόφαση του Συμβουλίου όπως ο φόρος σκυβάλων για το έτος 2010 παραμείνει ο ίδιος όπως και το έτος
  4. Επίσης επισυνάπτει ως Τεκμήριο 17 πρακτικά συνεδρίας των Εναγόντων ημερομηνίας 18/8/2009 για την απόφαση φορολογίας σκυβάλων για το έτος
  5. Ακόμη επισυνάπτει ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο μηχανογραφημένου καταλόγου φορολογίας Εναγόντων σχετικά με την επιβολή φορολογίας σκυβάλων του Εναγόμενου για το έτος
  6. Εξηγεί ότι στον αριθμό 680 του εν λόγω καταλόγου αναγράφονται οι οφειλές του Εναγόμενου για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/10/2010, οι οποίες ήταν €75,00.- και εξηγεί ότι με την επιβολή 25% επί του ποσού αυτού υπήρξε η αύξηση των €18,75.-, γι' αυτό και η συνολική οφειλή του Εναγόμενου για την εν λόγω περίοδο είναι €93,75.- Αναφέρει ότι η εξουσία των Εναγόντων να επιβάλει φορολογία ενοικίων προκύπτει από τις πρόνοιες των άρθρων 235 - 237 της Κ.Δ.Π.294/2002 οι οποίες υιοθετήθηκαν με την Κ.Δ.Π.54/2003 (Τεκμήριο 19) οι οποίες προνοούν για τα τέλη ενοικίασης υποστατικών και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας. Εξηγεί ότι οι πρόνοιες των άρθρων αυτών, θέτουν ότι κάθε χρόνο, ο ιδιοκτήτης οποιουδήποτε υποστατικού ή ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στην περιοχή της κοινότητας και το οποίο ενοικιάζεται ή παραχωρείται με μίσθωση, θα πληρώνει στο Συμβούλιο δικαίωμα που δεν υπερβαίνει το 5% του ενοικίου το οποίο εισπράττεται κάθε χρόνο. Σημειώνει ότι στα πρακτικά ημερομηνίας 19/1/2010 (Τεκμήριο 7) οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μειώσουν το φόρο ενοικίου από 5% σε 3% για το έτος
  7. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο 20 τα πρακτικά συνεδρίας των Εναγόντων ημερομηνίας 9/1/2012 όπου επισημαίνει ότι αναφέρεται η απόφαση των Εναγόντων για φορολογία ενοικίου για το έτος 2012 και συγκεκριμένα όπως αυτός παραμείνει ο ίδιος, ήτοι 3% όπως και το έτος
  8. Διευκρινίζει ότι οι οφειλές του Εναγόμενου είναι αναφορικά με την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι και 31/12/2010 και έπειτα από 1/1/2012 μέχρι 31/12/2012, ενώ δεν οφείλει φόρο ενοικίου για την περίοδο από 1/1/2011 μέχρι και 31/12/
  9. Επισυνάπτει, περαιτέρω ως Τεκμήριο 21 δέσμη μηχανογραφημένου καταλόγου φορολογίας σχετικά με τη φορολογία ενοικίου του Εναγόμενου για τα έτη 2010 και
  10. Εξηγεί ότι στον αριθμό 680 αναγράφεται η οφειλή του Εναγόμενου για το έτος 2010, ήτοι €90,00.- και στη σελίδα 2 η οφειλή του Εναγόμενου για το έτος 2012, ήτοι €140,00.- Συνολικά δηλαδή, ως αναφέρει, οι οφειλές του ανέρχονται στα €230,00.- Ενώ με την επιβολή 25% αύξησης επί της εν λόγω οφειλής του, ήτοι €57,50.- η συνολική οφειλή του Εναγόμενου για φόρο ενοικίου για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και έπειτα από 1/1/2012 μέχρι 31/12/2012, αναφέρει ότι είναι €287,50.- Αναφορικά με τις οφειλές αποχετευτικών τελών, διευκρινίζει ότι οι οφειλές του Εναγόμενου αφορούν την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι και 31/12/2010 και έπειτα από 1/1/2015 μέχρι 31/12/
  11. Αναφέρεται στις πρόνοιες του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν.1(Ι)/1971)δυνάμει των οποίων, είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες κέκτηνται εξουσίας επιβολής και είσπραξης τέλους στους ιδιοκτήτες ή κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας που εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχέτευσης. Αναφέρεται επίσης στους περί Αποχετεύσεων Αγρού Κανονισμούς 1997, Κ.Δ.Π.165/2010 και Κ.Δ.Π.210/2015, δυνάμει των οποίων είναι η θέση του ότι κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού ή χώρου που βρίσκεται μέσα στην περιοχή του Συμβουλίου οφείλει όπως καταβάλλει ετήσιο τέλος επί της εκτιμημένης αξίας του ακινήτου που είναι καταχωρημένη ή εγγεγραμμένη στα βιβλία του Κτηματολογίου Λεμεσού. Ενώ, περαιτέρω, αναφέρει ότι με βάση το άρθρο 38 των περί Αποχετεύσεων Αγρού Κανονισμούς του 1998, Κ.Δ.Π.162/98, σε περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος υποστατικού, ο οποίος είναι υπόχρεος σύμφωνα με τα πιο πάνω να καταβάλει χρηματικό ποσό ως τέλος, καθυστερήσει την πληρωμή, θα επιβαρύνεται με ποσό ύψους 20% πάνω στο οφειλόμενο τέλος (Τεκμήριο 22). Επισυνάπτει περαιτέρω ως Τεκμήριο 23 αντίγραφο μηχανογραφημένης λίστας υπολογισμού τελών αποχετευτικού του Εναγόμενου. Για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και έπειτα από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2015 αναφέρει ότι το συνολικό ποσό οφειλών του Εναγόμενου για τέλη αποχετευτικού είναι €15,69.- Ο Μ.Ε.1 αναφέρει, επίσης ότι οι Ενάγοντες αποτάθηκαν πολλές φορές στον Εναγόμενο για τις οφειλές του. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 24 την επιστολή με την οποία ο Εναγόμενος ενημερωνόταν για τις οφειλές του προς τους Ενάγοντες κατά ή περί την 2/3/
  12. Αναφέρει, ακόμη ότι κατά ή περί την 2/11/2015 εφόσον ο Εναγόμενος συνέχιζε να αρνείται να εξοφλήσει τις εν λόγω οφειλές του και ένεκα του ότι εκκρεμούσε η πληρωμή των πιο πάνω υπηρεσιών, οι Ενάγοντες απέστειλαν εκ νέου στον Εναγόμενο συστημένη επιστολή (Τεκμήριο 25) δια των δικηγόρων τους, αναφέροντας το ποσό της οφειλής και προειδοποιώντας τον ότι σε περίπτωση κατά την οποία δεν εξοφληθούν οι οφειλές, θα προχωρήσουν στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του. Παρότι ο Εναγόμενος έλαβε γνώση, είναι η θέση του ότι συνέχιζε να αρνείται και ή αμελεί όπως πληρώσει τις οφειλές του στους Ενάγοντες. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 οι Ενάγοντες απέστειλαν και πάλι στον Εναγόμενο επιστολή αναφορικά με τις οφειλές του (Τεκμήριο 26). Αναφέρει ότι παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις που απέστειλαν οι Ενάγοντες στον Εναγόμενο, ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αρνείται όπως εξοφλήσει τις εν λόγω οφειλές. Ο Μ.Ε.1 δηλώνει επίσης ότι οι οφειλές αυτές ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο. Ουδέποτε ο Εναγόμενος προσέβαλλε τις επίδικες χρεώσεις και ή επιβολές φορολογιών, ενώ επισημαίνει πως ο Εναγόμενος δικαιούτο εάν είχε παράπονο ή αμφισβητούσε τις εν λόγω χρεώσεις να προσφύγει κατά της απόφασης του Συμβουλίου υποβάλλοντας προσφυγή στον Υπουργό Εσωτερικών. Είναι, καταληκτικά η θέση του ότι κανένας δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης για καταβολή φόρων τελών ή επιβαρύνσεων που είναι πληρωτέα δυνάμει του Ν.86(Ι)/1999, γι' αυτό και αιτείται ως η απαίτηση των Εναγόντων. O Εναγόμενος κος XXX Νικολαΐδης (Μ.Υ.1) στην Ένορκη Δήλωση του αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τον γραφέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγρού, με τον οποίο τόσο η οικογένεια του όσο και η οικογένεια του αδελφού του έχουν αντιπαράθεση από παλιά για διάφορους λόγους. Αναφέρει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς του κου Βακανά ως ανακριβείς και μη αξιόπιστους. Δηλώνει ότι το έτος 2010 υπηρετούσε ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου και κατά τη συνεδρίαση για έγκριση του καταλόγου φορολογίας δεν εγκρίθηκαν από την πλειοψηφία των μελών της συνεδρίασης και ως εκ τούτου είναι η θέση του ότι η επιβληθείσα φορολογία είναι άκυρος και παράνομη. Πέραν της μη έγκρισης και υπογραφής των καταλόγων φορολογίας, είναι η θέση του ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν μπορεί να απαιτήσει με την παρούσα αγωγή τα οφειλόμενα λόγω του ότι έχει παραγραφεί η απαίτηση του επειδή έχουν παρέλθει πέραν των τριών ετών και πέραν των έξι ετών αφού η αξίωση του Συμβουλίου εγεννήθει τον Σεπτέμβριο του 2010 όταν αναρτήθηκαν οι κατάλογοι φορολογίας και όχι 31 Δεκεμβρίου όπου ήταν η τελευταία ημέρα πληρωμής. Σε σχέση με την αξίωση φόρου ενοικίου για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι τις 31/12/2012 αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε εισοδήματα από ενοίκια και ο όποιος φόρος του επιβλήθηκε είναι άκυρος και παράνομος. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο γραφέας του Κοινοτικού Συμβουλίου γνώριζε ότι δεν είχε εισοδήματα από ενοίκια ωστόσο λόγω της οικογενειακής αντιπαράθεσης τους παράνομα τον χρέωσε με φόρο ενοικίου για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/
  13. Σε σχέση με την αξίωση φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι τις 31/12/2010 αναφέρει ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί και δεν έχουν εγκριθεί οι κατάλογοι φορολογίας. Σε σχέση με την αξίωση τέλους αποχετευτικού και υδατοπρομήθειας για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι τις 31/12/2015 αναφέρει ότι η αξίωση αυτή είναι αόριστη γιατί δεν αναφέρει για πιο έτος ή έτη αφορά την πιο πάνω φορολογία αφού τα τέλη αποχετευτικού είναι συνδεδεμένα με την κατανάλωση νερού και στις 15/12/2015 πλήρωσε όλες τις φορολογίες που του επέβαλε το Συμβούλιο τόσο για τον ίδιο όσο και για τη σύζυγο του, ήτοι συνολικά το ποσό των €579,
  14. Ο κος Νικολαΐδης, αναφέρει, επίσης ότι είναι νομοταγής πολίτης και πληρώνει τους φόρους του τόσο στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού όσο και τους φόρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι φόροι που δεν πλήρωσε, δηλώνει ότι είναι αυτοί του έτους 2010 οι οποίοι έχουν παραγραφεί και ο φόρος ενοικίου ο οποίος του επιβλήθηκε παράνομα και άδικα αφού δεν είχε εισοδήματα από ενοικίαση. Δηλώνει, ότι στις 19/12/2016 πλήρωσε όλους τους φόρους τόσο τους προσωπικούς όσο και της συζύγου του. Η αξίωση δε των Εναγόντων, ισχυρίζεται ότι είναι άδικη, παράνομη και εκδικητική και δεν στοιχειοθετείται ούτε από τους ισχυρισμούς και τεκμήρια του Μ.Ε.1 ούτε νομοθετικά αφού οι ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 καταρρίπτονται από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται. Τελικές Αγορεύσεις Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων αλλά και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, προκύπτουν κάποια μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία συνιστούν το αναγκαίο υπόβαθρο: · Σημειώνεται κατ' αρχάς ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η νομική υπόσταση των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού, το οποίο εγκαθιδρύθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Κοινοτήτων Νόμοι του 1999 (N.86(I)/1999 και το οποίο είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. · Ούτε επίσης έχει αμφισβητηθεί ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βρίσκεται στον Αγρό της Επαρχίας Λεμεσού, όπως αυτή διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 5 που αποτελεί μηχανογραφημένο αρχείο το οποίο διατηρούν οι Ενάγοντες, βάση πληροφοριών και δεδομένων που λαμβάνουν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Από το οποίο εξάγεται το συμπέρασμα ότι πρόκειται για δεκατρία τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένου κατοικιών, χωραφιών και αμπελώνων. · Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι Ενάγοντες επέβαλαν στον Εναγόμενο φορολογίες και τέλη. · Ουδόλως επίσης αμφισβητήθηκε η ορθότητα υπολογισμού των επιβληθέντων φορολογιών και τελών. · Επιπλέον, παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέβαλλε προσφυγή στον Υπουργό Εσωτερικών και ουδέποτε αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο, τις επίδικες φορολογίες και τα επίδικα τέλη. Τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του και αποφασίσει επί οποιουδήποτε επιδίκου ζητήματος που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, καθίσταται αναγκαία η εξέταση του ζητήματος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων το οποίο εγείρεται από την Υπεράσπιση υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Τούτο γιατί όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αλέκος Χατζηστυλλής ν. MAUDE C. PAPADEMA κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 551, το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται οτιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι ενώ στην Υπεράσπιση εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης η ισχυριζόμενη παραγραφή όλων των αξιώσεων των Εναγόντων, εντούτοις αυτή η ένσταση στα πλαίσια της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου Υπεράσπισης περιορίστηκε στις αξιώσεις που αφορούν το έτος
  1. Επί του προκειμένου ο συνήγορος Υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσης του, ανέφερε συγκεκριμένα τα ακόλουθα «Γ). Πέρνα της αμφισβήτησης της φορολογίας του 2010, έχει παραγραφεί και η απαίτηση των εναγόντων αφού έχουν παρέλθει πέραν και των τριών και έξι ετών από την γέννηση της απαίτησης.» , χωρίς όμως περαιτέρω εξήγηση ως προς τη θέση του αυτή. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ο οποίος υποστήριξε ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν.66(Ι)/2012)ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι στον περί Κοινοτήτων Νόμος (Ν.86(Ι)/1999)δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε άρθρο χρόνος παραγραφής, αναφέρει ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1ην Ιανουαρίου
  2. Ο δε χρόνος παραγραφής μέχρι την έναρξη του Ν.66(Ι)/2012 αναστέλλετο. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1Α Α.Α.Δ.834, «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, και επί τούτου συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν. 232/91 που προνοούσε: ....... Η αξίωση κρίνεται παραγεγραμμένη, με βάση το Άρθ.15 του Ν.232/91, όπως ίσχυε την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30/12/
  1. Η νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής, κατά τον εν λόγο χρόνο, ήταν ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν.66(Ι)/2012)ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 1/7/
  2. Ο Ν.66(Ι)/2012, ο οποίος στην πορεία περιλαμβάνει τροποποιήσεις, ενεργοποίησε χρόνους παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων στο πλαίσιο που οι πρόνοιες του καθορίζουν. Επισημαίνεται ότι από τις 6/6/2008 που τέθηκε σε ισχύ ο Τροποποιητικός Νόμος 28(Ι)/2008, ο οποίος προέβλεπε την αναστολή του χρόνου παραγραφής, μέχρι και την 1/1/2016, μεσολάβησαν διαδοχικές αναστολές και παρατάσεις του χρόνου παραγραφής με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα ο χρόνος παραγραφής να μην υπολογίζετο. Στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση των Εναγόντων αφορά φόρους και τέλη που επιβλήθηκαν στον Εναγόμενο, δυνάμει νομοθεσίας από νομικό πρόσωπο Δημόσιου Δικαίου, ήτοι τους Ενάγοντες, τα οποία σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, δεν πληρώθηκαν. Ο Ν.66 (Ι)/2012 περιέχει ειδική πρόνοια σε σχέση με τέτοιου είδους αγώγιμα δικαιώματα και συγκεκριμένα το άρθρο 25 προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Ο παρών Νόµος δεν εφαρµόζεται και δεν επηρεάζει υποχρεώσεις ή δικαιώµατα δηµοσίου δικαίου.» Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το χαρακτήρα των αποφάσεων των Εναγόντων, που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα τους στην παρούσα αγωγή, ως επίσης ότι οι αποφάσεις αυτές λήφθηκαν στα πλαίσια άσκησης εξουσιών που παρέχονται και τα καθήκοντα που επιβάλλονται στους Ενάγοντες από σχετικές νομοθετικές διατάξεις, έχω την άποψη ότι οι αποφάσεις των Εναγόντων αποτελούν αποφάσεις εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, και των προνοιών του Ν.66(Ι)/2012 κρίνω πως δεν τίθεται θέμα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος για καμία από τις αξιώσεις των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης τους αφού σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις που προαναφέρονται ο Ν.66(Ι)/2012δεν εφαρμόζεται για δικαιώματα δημόσιου δικαίου. Επιπλέον, ακόμη και εάν δεν ίσχυαν όλα τα πιο πάνω και υφίστατο θέμα χρόνου παραγραφής ως προς τις αξιώσεις που αφορούν τους φόρους και τα τέλη που επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες για το έτος 2010, αρκεί να σημειώσω πως ο χρόνος παραγραφής είναι 10 έτη εφόσον ο Ν.66(Ι)/2012δεν περιέχει ειδική πρόνοια σε σχέση με τέτοιου είδους αγώγιμα δικαιώματα και δεν ορίζεται διαφορετικά σε οποιονδήποτε Νόμο. Στη βάση δε του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου ο χρόνος αυτός αρχίζει να προσμετράται από την 1/1/2016, οπότε δεν τίθεται θέμα προς συζήτηση, δεδομένου ότι η αγωγή, ως προαναφέρεται καταχωρίστηκε στις 30/12/
  4. Συνεπώς η θέση του Εναγόμενου για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων κρίνεται ανεδαφική και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχοντας αναφερθεί στην προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Στα πλαίσια δε αυτά, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων της κάθε πλευράς, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Έχοντας μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αφού το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του παρουσιάζει συνοχή και λογική. Δεδομένης της εμπλοκής του, ως την έχει περιγράψει, ο μάρτυρας έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Επίσης τα όσα πρόβαλε ο μάρτυρας μέσω της Ένορκης Δήλωσης του συνάδουν απόλυτα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, ενώ επιβεβαιώνονται και τεκμηριώνονται από τα έγγραφα τα οποία έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Το κατά πόσον η μαρτυρία του είναι επαρκής για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης των Εναγόντων αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί στη συνέχεια. Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε σε σχέση με τα γεγονότα που ανέφερε από τα οποία να διαφαίνεται πρόθεση εκ μέρους του να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος αυτών για να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγόντων και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι οι θέσεις του αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και τα αληθή γεγονότα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του υιοθετείται στην ολότητά της ως αξιόπιστη. Από την άλλη εξετάζοντας τη μαρτυρία του Εναγόμενου (Μ.Υ.1) σημειώνω ότι αυτός δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή του. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από κενά και αδυναμίες, ως αποτέλεσμα των οποίων η εκδοχή του να είναι εκτεθειμένη. Μελετώντας την Ένορκη Δήλωση του εύκολα διαπιστώνεται πως σε αυτήν προβάλλεται στην ουσία μια γενικότερη αμφισβήτηση των αξιώσεων των Εναγόντων, στηριζόμενη αφενός σε διάφορες αντικρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές σε κρίσιμα σημεία και αφετέρου, προβάλλοντας θέσεις προσαρμοζόμενες κατά το δοκούν δίδοντας την εντύπωση πως επιτηδευμένα προσπαθούσε να βρει τρόπο να αποφύγει την έκδοση απόφασης εναντίον του. Ενώ επίσης προέβαλε θέσεις οι οποίες είτε δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις του είτε ήταν εν γένει άσχετες με τα επίδικα θέματα. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι η θέση του περί οικογενειακής αντιπαράθεσης τόσο του ιδίου όσο και του αδελφού του με τον γραφέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγρού, αλλά και η θέση του ότι ένεκα αυτής της αντιπαράθεσης ο γραφέας ενώ γνώριζε ότι δεν είχε εισοδήματα από ενοίκια για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι την 31/12/2012, τον χρέωσε με φόρο ενοικίου, παρόλο ότι δεν είναι δικογραφημένες γι' αυτό και δεν μπορούν να τύχουν σχολιασμού, αφού είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826), εντούτοις σημειώνω ειδικότερα σε ότι αφορά τη θέση του ότι ο γραφέας τον χρέωσε με φόρο ενοικίου, ότι στερείται οποιασδήποτε λογικής και πειστικότητας. Ούτε βέβαια τέθηκε κάποια μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει ή έστω να παρέχει κάποια ένδειξη υπέρ της προαναφερόμενης θέσης του. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ισχυρίζεται ότι οι καταλόγοι φορολογίας για τους φόρους και τις κοινοτικές υπηρεσίες για το έτος 2010 δεν έχουν εγκριθεί από την πλειοψηφία των μελών της συνεδρίασης και για το λόγο αυτό η επιβληθείσα φορολογία είναι άκυρη και παράνομη, στη συνέχεια αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να απαιτούν τα οφειλόμενα λόγω του ότι η απαιτήσεις τους έχουν παραγραφεί. Εύλογα επομένως προκύπτει το ερώτημα ποιος είναι τελικά ο λόγος που δεν πλήρωσε τις οφειλές του για το έτος 2010; και γιατί δεν υπέβαλε προσφυγή για να προσβάλλει την εγκυρότητα των φόρων και κοινοτικών τελών που του επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες; Οι εκδοχές αυτές είναι τόσο αντιφατικές και αντικρουόμενες μεταξύ τους που στην πραγματικότητα δεν μπορεί να δοθεί λογική εξήγηση άλλη από το ότι αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. Πέραν τούτου, θεωρώ ορθότερο να παρεμβάλω εδώ σε σχέση με τη θέση του Εναγόμενου ότι η επιβληθείσα φορολογία για το έτος 2010 είναι άκυρη και παράνομη, πως δεδομένου ότι η πράξη που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων αποτελεί πτυχή της διοικητικής λειτουργίας του ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, (βλ. YIANNAKIS BROS HOTELS LTD v. ΔΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ
(1999)4Α Α.Α.Δ 286 και Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων δια του Γραμματέα της Γεώργιου Μίντη κ.α ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας
(2007)3 Α.Α.Δ 456) και η απόφαση επιβολής φορολογίας και/ή τέλους δεν ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε, τότε η φορολογία και/ή το τέλος αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή στην οποία η νομιμότητα της διοικητικής πράξης δεν δύναται να αμφισβητηθεί και η οφειλή θεωρείται δεδομένη. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο, η διοικητική πράξη ή απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (βλ. Ζήνων Ζήνωνας Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1847, ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν Δήμου Στροβόλου
(2014)1Β Α.Α.Δ 1584, D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1136,). Ο Εναγόμενος είχε κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσει την επιβολή των φόρων και τελών που του επιβλήθηκαν για το έτος 2010 και να αξιώσει την ακύρωση των κατά τη γνώμη του παράνομων διοικητικών πράξεων, μέσα στην καθοριζόμενη προθεσμία, αλλά παρέλειψε, αν και έλαβε γνώση σχετικά για την επιβολή τους. Δεδομένου ότι οι πράξεις των Εναγόντων δεν τέθηκε μαρτυρία ότι ανακλήθηκαν ή ακυρώθηκαν δικαστικά, συνεχίζουν να παράγουν έννομα αποτελέσματα και συνεπώς παρέχουν το δικαίωμα στους Ενάγοντες να αξιώνουν την καταβολή τους. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της απόφασης των Εναγόντων για την επιβολή φόρων και τελών για το έτος 2010 δεν μπορεί να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο στα πλαίσια προσφυγής εναντίον της συγκεκριμένης απόφασης, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος επέλεξε να μην πράξει. Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Εταιρεία Bulk Oil AG v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1277 και Philippa Estates Ltd κ.ά. v. Συμβούλιου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)1Β Α.Α.Δ.
  1. Σε ό,τι δε αφορά τη θέση του Εναγόμενου ότι δεν είχε εισοδήματα ενοικίου και ο όποιος φόρος του επιβλήθηκε είναι άκυρος και παράνομος, κατ' αρχάς παρατηρώ ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Εναγόμενου δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις του και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πέραν αυτού, επαναλαμβάνω ότι η νομιμότητα της διοικητικής αυτής πράξης των Εναγόντων δεν δύναται να αμφισβητηθεί στα πλαίσια της παρούσας και η οφειλή θεωρείται δεδομένη αφού δεν τέθηκε μαρτυρία ότι η εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε. Ενώ επίσης σημειώνω ότι πρόκειται για μια γενική και ατεκμηρίωτη αναφορά την οποία δεν μπορώ να δεχθώ. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του που αφορούν τα τέλη αποχετευτικού, κατ' αρχάς παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός του ότι έχει εξοφλήσει τα τέλη αποχετευτικού, δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις του και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το ίδιο ισχύ και για τη θέση του ότι δεν αναφέρεται για πιο έτος ή έτη αφορά η φορολογία αφού τα τέλη αποχετευτικού είναι συνδεδεμένα με την κατανάλωση νερού. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι στη δέσμη αποδείξεων που παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι έχει πληρώσει όλες τις φορολογίες που του επέβαλαν οι Ενάγοντες στις 15/12/2015, περιλαμβάνονται αποδείξει που δεν αφορούν μόνο το πρόσωπο του αλλά και τρίτο πρόσωπο άσχετο με τα επίδικα θέματα, ενώ επίσης από μελέτη των εν λόγω αποδείξεων διαπιστώνω ότι όλες αφορούν φορολογίες για το έτος 2015 και όσες αναφέρονται στο πρόσωπο του Εναγόμενου καμία δεν αφορά απόδειξη είσπραξης για τέλος αποχετευτικού. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι τα τέλη αποχετευτικού είναι συνδεδεμένα με την κατανάλωση νερού, σημειώνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, πέραν των όσων σημειώνονται ανωτέρω παρατηρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα σημειώνω ότι τόσο στη δέσμη αποδείξεων Τεκμήριο 1 όσο και στην δέσμη αποδείξεων Τεκμήριο 2 υπάρχουν αποδείξεις εισπράξεως που αναφέρουν ρητά ότι αφορούν το τέλος αποχετευτικού, ωστόσο αυτή που αφορά το έτος 2015 δεν αναφέρεται στον Εναγόμενο αλλά σε τρίτο πρόσωπο ενώ η απόδειξη που υπάρχει και αφορά το τέλος αποχετευτικού και αναφέρεται στον Εναγόμενο αφορά το τέλος που επιβλήθηκε για το έτος
  2. Δεν μπορεί δε να περάσει απαρατήρητο ότι το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη εισπράξεως για το τέλος αποχετευτικού του Εναγόμενου για το έτος 2016 είναι το ίδιο ποσό με το τέλος αποχετευτικού που αξιώνουν οι Ενάγοντες για το έτος
  3. Είναι κατά τη γνώμη μου αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεχθεί οποιοσδήποτε πως είναι τυχαίο που τα ποσά που αφορούν το τέλος αποχετευτικού για το έτος 2015 και 2016 που επιβλήθηκε στον Εναγόμενο είναι το ίδιο. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την αποδεκτή μαρτυρία, με οδηγούν στο μοναδικό ασφαλές συμπέρασμα πως η εκδοχή του Εναγόμενου ότι τα τέλη αποχετευτικού είναι συνδεδεμένα με την κατανάλωση νερού και ότι έχει πληρώσει όλες τις φορολογίες που του επιβλήθηκαν, αποτελούν εκ των υστέρων επινοήσεις του, στην απέλπιδα προσπάθεια του, να απαλλαγεί από την υποχρέωση να πληρώσει τα τέλη που του επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες. Έχοντας υπόψη μου στο σύνολό της τη μαρτυρία του Εναγόμενου καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επ' αυτής για την εξαγωγή ευρημάτων και συνεπώς την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα: · Οι Ενάγοντες επέβαλαν στον Εναγόμενο τις ακόλουθες φορολογίες και δημοτικά τέλη:
(1)€75.- για φόρο σκυβάλων, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(2)€114.- για κοινοτικές υπηρεσίες, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(3)€90.- για φόρο ενοικίου για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και €140.- για την περίοδο από 1/1/2012 μέχρι 31/12/2012.
(4)€1,71.- για φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(5)€4,18 για τέλη αποχετευτικού για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και €8,89.- την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2015. · Ο Εναγόμενος δεν πλήρωσε εμπρόθεσμα τις φορολογίες και δημοτικά τέλη που του επιβλήθηκαν ως ανωτέρω με αποτέλεσμα να επιβληθούν επιβαρύνσεις, ως ο Μ.Ε.1 εξήγησε, και το συνολικό οφειλόμενο ποσό να ανέλθει στο ποσό των €541,58.- ως ακολούθως:
(1)€93,75 (ήτοι €75.- φόρος πλέον €18,75 επιβάρυνση) για φόρο σκυβάλων, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(2)€142,50 (ήτοι €114 φορολογία πλέον €28,50.- επιβάρυνση) για κοινοτικές υπηρεσίες, για την περίοδο 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(3)€287,50 (ήτοι €230.- φόρο πλέον €57,50 επιβάρυνση) για φόρο ενοικίου, για την περίοδο 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και την περίοδο από 1/1/2012 μέχρι 31/12/2012.
(4)€2,14 (ήτοι €1,71 φόρος πλέον €0,43 επιβάρυνση) για φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010.
(5)€15,69 (ήτοι €13,07 φόρος πλέον €2,62 επιβάρυνση) για τέλη αποχετευτικού, για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 και την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2015. · Οι Ενάγοντες κάλεσαν πολλές φορές τον Εναγόμενο να πληρώσει τις οφειλές του, χωρίς αυτός να το πράξει. Με επιστολή τους οι Ενάγοντες ημερομηνίας 2/3/2015 κάλεσαν τον Εναγόμενο να εξοφλήσει πλήρως τις υποχρεώσεις του προς αυτούς εντός 30 ημερών από τη λήψη της επιστολής ενημερώνοντας τον παράλληλα πως σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα εναντίον του. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν εξόφλησε τις οφειλές του, οι Ενάγοντες στις 3/11/2015 απέστειλαν δια των δικηγόρων τους συστημένη επιστολή ημερομηνίας 2/11/2015 στον Εναγόμενο με την οποία και πάλι καλείτο να εξοφλήσει τις οφειλές του προς τους Ενάγοντες εντός ενός μηνός από την γνωστοποίηση της επιστολής, ενημερώνοντας τον παράλληλα πως σε αντίθετη περίπτωση θα ληφθούν νομικά μέτρα. Λόγω του ότι και πάλι ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 1/7/2016 κάλεσαν και πάλι τον Εναγόμενο να εξοφλήσει τις οφειλές του, χωρίς ωστόσο να το πράξει. · Το ποσό των €541,58.- εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει απλήρωτο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους. Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Κατ' αρχάς σημειώνω ότι ο περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 (Ν.86(Ι)/1999)καθορίζει τις εξουσίες και τα καθήκοντα των Κοινοτικών Συμβουλίων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 82 (β) και (γ) του Ν.86(Ι)/1999, κάθε Κοινοτικό Συμβούλιο οφείλει να προνοεί για την κατασκευή, τη συντήρηση και τη λειτουργία συστημάτων αποχετεύσεως για τα λύματα της κοινότητας µε εφαρμογή των διατάξεων του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν.1(Ι).1971) ως επίσης και για όμβρια ύδατα. Το άρθρο 30 Ν.1(Ι)/1971παρέχει εξουσία στο Κοινοτικό Συμβούλιο να επιβάλλει και εισπράξει για τέτοια χρονική περίοδο και κατά τέτοιο τρόπο, ως ήθελε καθορίσει, ένα τέλος στους ιδιοκτήτες ή κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας που εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχέτευσης. Οι Ενάγοντες ασκώντας τις εξουσίες που τους χορηγούνται από τους Κανονισμούς των περί Αποχετεύσεων Αγρού Κανονισμούς του 1997 αποφάσισαν και καθόρισαν τα ετήσια τέλη αποχέτευσης που όφειλε κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού ή χώρου που βρίσκεται μέσα στην περιοχή του Κοινοτικού Συμβουλίου να καταβάλει (Κ.Δ.Π.165/2010 και Κ.Δ.Π.210/2015). Ο Κανονισμό 38 των περί Αποχετεύσεων Αγρού Κανονισμούς του 1998 (Κ.Δ.Π.162/1998) προνοεί ότι κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού, ο οποίος καθυστερήσει την πληρωμή του τέλους, θα επιβαρύνεται με ποσό ύψους 20% επί του οφειλόμενου τέλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 82(στ) του Ν.86(Ι)/1999 το Κοινοτικό Συμβούλιο οφείλει να προνοεί για την καθαριότητα και την υγιεινή της κοινότητας µε τη συλλογή, την αποκομιδή, τη διάθεση και την επεξεργασία των σκυβάλων. Από την άλλη κάθε ιδιοκτήτης, ενοικιαστής ή κάτοχος, οφείλει να πληρώνει τα τέλη που καθορίζονται από το Κοινοτικό Συμβούλιο (βλ. Κανονισμός 101 των περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς του 2002 (Κ.Δ.Π.294/2002), τους οποίους οι Ενάγοντες αποφάσισαν όπως υιοθετηθούν και θεωρηθούν ως κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγρού (Κ.Δ.Π.54/2003)). Ενώ με βάση το άρθρο 83 (ιζ) του Ν.86(Ι)/1999 το Κοινοτικό Συμβούλιο έχει την εξουσία να επιβάλλει ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών. Κοινοτικές υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.86(Ι)/1999, «σημαίνει όλες τις υπηρεσίες που παρέχει προς το κοινό το Συμβούλιο σύμφωνα µε τις πρόνοιες του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου και των σχετικών Κανονισμών». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ν.86(Ι)/1999 το Κοινοτικό Συμβούλιο έχει εξουσία να επιβάλλει, αναφορικά µε κάθε ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται μέσα στα όρια της κοινότητας, ετήσιο φόρο, καλούμενο "τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας". Σύμφωνα επίσης με τον Κανονισμό 235 των περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς του 2002 (Κ.Δ.Π.294/2002), τους οποίους οι Ενάγοντες αποφάσισαν όπως υιοθετηθούν και θεωρηθούν ως κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγρού (Κ.Δ.Π.54/2003), προνοεί ότι «Θα πληρώνεται κάθε χρόνο από τον ιδιοκτήτη οποιουδήποτε υποστατικού ή άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στην περιοχή της Κοινότητας και ενοικιάζεται ή παραχωρείται με μίσθωση κατά τη διάρκεια του έτους ή οποιουδήποτε μέρους τούτου, δικαίωμα που δεν υπερβαίνει το 5% του ενοικίου το οποίο εισπράττεται κάθε χρόνο.». Το άρθρο 99
(1)του Ν.86(Ι)/1999, παρέχει στο Δημοτικό Συμβούλιο την εξουσία να εισπράξει, ως αστικό χρέος, οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα, μισθώματα, επιβαρύνσεις ή φόρους που είναι πληρωτέα προς αυτό, μαζί με οποιαδήποτε επιβληθείσα αύξηση. Το δε άρθρο 99
(2)του Ν.86(Ι)/1999 προνοεί ότι «Αν οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, µμισθώματα, ή δικαιώματα, πληρωτέα δυνάμει του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού ο οποίος εκδίδεται δυνάμει αυτού, δεν καταβληθούν, όταν καταστούν απαιτητά, τότε αυξάνονται κατά είκοσι πέντε επί τοις εκατόν (25%).». Το άρθρο 103 του Ν.86(Ι)/1999 παρέχει το δικαίωμα στο Κοινοτικό Συμβούλιο να ενάγει και να ενάγεται υπό την επωνυμία του. Ενώ το άρθρο 110 του Ν.86(Ι)/1999 προνοεί ότι «κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, µη εξαιρουμένης της κυβερνήσεως, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση για καταβολή οποιωνδήποτε φόρων, δικαιωμάτων, τελών, ή επιβαρύνσεων που είναι πληρωτέα δυνάμει του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου αυτού.». Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι οι Ενάγοντες ασκώντας τις εξουσίες που τους παρέχουν οι προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις, επέβαλε στον Εναγόμενο φόρο σκυβάλων, τέλη για κοινοτικές υπηρεσίες, φόρο ενοικίου και τέλη αποχευτικού. Έχοντας ως δεδομένο ότι οι επίδικες φορολογίες και τα επίδικα τέλη που επιβλήθηκαν στον Εναγόμενο συνιστούν εν προκειμένω εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες δεν έχουν προσβληθεί, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα εν λόγω τέλη και φορολογίες κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε,1, ο Εναγόμενος παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση των επιβληθέντων τελών και φορολογιών δεν προσέβαλε τις εν λόγω διοικητικές πράξεις με προσφυγή, oύτε και κατέβαλε τα επιβληθέντα τέλη με αποτέλεσμα να αυξηθούν με επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης, την οποία οι Ενάγοντες με βάση τις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις είχαν εξουσία να επιβάλουν. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε για την επιβολή των επίδικων φορολογιών και τελών καθώς και τις επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν και μέσω τριών επιστολών (Τεκμήρια 24, 25 και 26). Όσον αφορά τα σχόλια του συνηγόρου Υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσης του αναφορικά με τα τέλη αποχετευτικού, δεδομένου ότι άλλο είναι το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή και άλλο το ποσό αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 25, περιορίζομαι να αναφέρω ότι η επιστολή αναφέρεται μόνο στα τέλη αποχετευτικού για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 ενώ το ποσό το οποίο αξιώνεται με την αγωγή αφορά τόσο τα τέλη για την προαναφερόμενη περίοδο όσο και τα τέλη για την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2015. Άλλωστε ο Εναγόμενος ουδόλως αμφισβήτησε την ορθότητα του υπολογισμού των επιβληθέντων τελών και φόρων με βάση και τις καταστάσεις των Εναγόντων με αποτέλεσμα το ύψος αυτού να παραμένει ορθό και απαιτητό. Σημειώνω ωστόσο ότι αναφορικά με την αξίωση του ποσού των €66.03 που αφορά τέλη υδατοπρομήθειας καμία μαρτυρία δεν προσήχθη προς απόδειξη της από πλευράς των Εναγόντων και ως εκ τούτου η συγκεκριμένη αξίωση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατάληξη Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €541,58 πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.