← Κύπρος

ΛΑΓΟΥ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3873/2013, 7/5/2020

ΛΑΓΟΥ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3873/2013, 7/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3873/2013 Μεταξύ: XXX ΛΑΓΟΥ Εναγόμενος και

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Laiki Financial Services Ltd
  3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23/8/2019 υπό Ενάγοντα για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Ιωάννου μαζί με κο Χριστοφίδη για κ.κ. N. Pirilides & Associates LLC Για την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση: κα Ελευθερίου για κ.κ. Μάκης Αναστασίου & Σια Για την Εναγόμενη 2: κα Χ'' Παναγή για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3: κα Χ'' Κυριάκου για κ.κ. Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 4: κα Ζήνωνος για κ.κ. Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγων επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του ως ακολούθως: «
  5. Διά της τροποποίησης της παραγράφου 17Α δια της προσθήκης, μετά την υποπαράγραφο (ι) η οποία συναντάται μετά τις "Λεπτομέρειες παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Εναγόμενης 1 Τράπεζας και της Εναγόμενης 2 Λαϊκής Financial Services Ltd", της ακόλουθης υποπαραγράφου "(ια)" και "(ιΒ)" ως ακολούθως: "(ια) Οι Εναγόμενες 1 και 2 καθώς επίσης και οι υπηρέτες ή υπάλληλοι αυτών είναι υπόλογοι και ευθύνονται για τη παράβαση μεταξύ άλλων των ακόλουθων Νόμων/Οδηγιών: (ι) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρο 18

(2)- θα έπρεπε να εφαρμοστούν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωση της Τράπεζας και των υπαλλήλων της, πράγμα το οποίο δεν έγινε. (ii) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρο 29 - η παροχή επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμό αυτών των υπηρεσιών προς τον Ενάγοντα πελάτη από την Τράπεζα έπασχε και η Τράπεζα όφειλε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για εντοπισμό συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ της ιδίας και του Ενάγοντα, πράγμα που δεν έπραξε. (iiϊ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144
(1)/2007 και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006 - κατά τη προώθηση και διάθεση των αξιογράφων και/ή των ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα, η Τράπεζα δεν ενήργησε δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό έτσι ώστε να εξυπηρετήσει με το καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα του Ενάγοντα. (iv) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρο 36
(1)(α) - η πληροφόρηση που έδιδαν οι Εναγόμενες 1 και/ή 2 στον Ενάγοντα σε σχέση με τα αξιόγραφα και τα ΜΑΕΚ δεν ήταν ακριβής, σαφής και μη παραπλανητική. (ν) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρο 36
(1)(β) - η πληροφόρηση που έδιδαν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 στον Ενάγοντα σε σχέση με τα αξιόγραφα και/ή τα ΜΑΕΚ δεν ήταν σε κατανοητή μορφή έτσι ώστε ο Ενάγοντας να είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου έτσι ώστε να λάβει επενδυτική απόφαση με επίγνωση. (νΐ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144
(1)/2007 άρθρο 36
(1)(γ) - η Τράπεζα δεν άντλησε τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και τη πείρα του Ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τα Αξιόγραφα και τα ΜΑΕΚ όπως επίσης σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση και τους επενδυτικούς τους στόχους ώστε να τους συστήσει επενδυτικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά μέσα που ήταν κατάλληλα για τη περίπτωση τους. (vii) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρο 36
(1)(δ) - η Τράπεζα δεν ζήτησε από τον Ενάγοντα οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και τη πείρα του Ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου που προωθούσαν οι αντιπρόσωποί της. (viii) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρα 36 και 37 - η Τράπεζα δε συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή υπηρεσιών στον Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένου της καταλληλόλητας των παρεχόμενων συστάσεων ή συμβουλών που η ίδια παρείχε στον Ενάγοντα. (ΐχ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007άρθρο 52
(1)- τα άτομα τα οποία παρέχουν επενδυτικές συμβουλές και διαθέτουν τα Αξιόγραφα και/ή τα ΜΑΕΚ δεν ήταν εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο όπως προβλέπεται στο άρθρο 53 του Ν. 144(Ι)/2007 και βάσει των προσόντων που προβλέπονται στο άρθρο 15 του Ν.144
(1)72007. (χ) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π.558/2007) - οι Εναγόμενες 1 και/ή 2 παρέβηκαν τα περί συμπεριφοράς των Τραπεζών κατά τη παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. (χΐ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144
(1)/2007, ο οποίος Βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive) - MiFID στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2006/73/ΕΚ για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. (xii) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007- άρθρα 4 και 120 - οι Εναγόμενες 1 και/ή 2 δεν λειτούργησαν με διαφάνεια ως όφειλαν αφού παρείχαν επενδυτικές συμβουλές για προώθηση επενδυτικών προϊόντων στον Ενάγοντα. (xiii) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007- Άρθρα 18
(2)σε συνάρτηση με τη παράγραφο 22 της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 557/2007 - η Τράπεζα όφειλε να εξακριβώσει αν η ίδια η Τράπεζα ή αρμόδιο πρόσωπο ως αποτέλεσμα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι πιθανό να αποκομίζει οικονομικό κέρδος ή να αποφύγει οικονομική ζημιά σε Βάρος των πελατών της, πράγμα που δεν έκανε στην παρούσα περίπτωση του Ενάγοντα. (χΐν) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π.558/2007) - παράγραφος 17 - προσδιορίζονται τα χαρακτηριστικά που καθιστούν ένα χρηματοοικονομικό μέσο μη περίπλοκο. Στην παρούσα περίπτωση, μεταξύ άλλων, σκοπός έκδοσης τους ήταν η αύξηση της κεφαλαιουχικής επάρκειας της εκδότριας Τράπεζας γεγονός που καθιστά το χρηματοοικονομικό μέσο περίπλοκο. (χν) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π.558/2007) - παράγραφος 14 - προσδιορίζονται οι πληροφορίες που θα πρέπει να λαμβάνει η Τράπεζα από το πελάτη προκειμένου να προβεί σε αξιολόγηση της καταλληλόλητας του και να παρέχει επενδυτική συμβουλή σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη, πληροφορίες τις οποίες δεν έλαβε στην περίπτωση του Ενάγοντα. (χνΐ) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας (Κ.Δ.Π 558/2007) - παράγραφος 6 - η πληροφόρηση που παρέχει η Τράπεζα πρέπει να είναι ακριβής και σαφής, να μη δίνει έμφαση σε πιθανά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία, να έχει εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο, να είναι κατανοητή και να μην υποβαθμίζει ή συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις, πράγμα το οποίο δεν έγινε. (χνii) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας (Κ.Δ.Π 558/2007) - παράγραφος 10 - πρέπει να γίνεται περιγραφή της φύσης των χρηματοοικονομικών μέσων, τους ειδικούς κινδύνους που ενέχονται λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο ο εκάστοτε πελάτης και εν προκειμένω ο Ενάγοντας είναι ιδιώτης ή επαγγελματίας. Αυτά θα πρέπει να δίδονται με επαρκείς λεπτομέρειες έτσι ώστε ο πελάτης να λάβει επενδυτική απόφαση Βασισμένη σε σωστή ενημέρωση, πράγμα το οποίο δεν έγινε στην περίπτωση του Ενάγοντα. (ιβ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144(Ι)/2007- άρθρο 143 - ο Ενάγοντας αντλεί αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με παραβιάσεις των θεσμοθετημένων καθηκόντων που απορρέουν από το Νόμο και/ή δυνάμει αυτού εκδιδομένου οδηγιών και/ή του Ε.Κ. αρ. 1287/2006." 2. Με την προσθήκη εντός της παραγράφου "18" και αμέσως μετά τη φράση "Νόμο 144
(1)/2007", της φράσης "ο οποίος βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive) - MiFID, στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2006/73/EK για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1287/2006, στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων Κ.Δ.Π 558/2007, και στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 557/2007"» Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 θ.θ.1-5 (Όπως τροποποιήθηκε από Ε.Ε., Παρ.2, Μέρος Ι, 6.2.2015, Καν.3 και Ε.Ε., Παρ.2, Μέρος Ι, 13.5.2015, Καν.2), Δ.48 θ.θ.1-3, 7-9, Δ.59 και Δ.64 θ.θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXX Θεοφάνους, δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης είναι απαραίτητη γιατί παρά την υφιστάμενη δικογράφηση παραβάσεων νομίμων καθηκόντων με σχετικές λεπτομέρειες, είναι ορθότερο να εξειδικευτούν και τα νομικά πλαίσια απ' όπου πηγάζουν αυτές οι παραβάσεις ήτοι συγκεκριμένα άρθρα Νομοθεσίας, Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Δηλώνει, ακόμη ότι δεν πρόκειται για καινούργιες θέσεις αλλά για εξειδίκευση των υφιστάμενων θέσεων του Ενάγοντα με αναφορά στις σχετικές πρόνοιες. Ο ομνύων αναφέρει περαιτέρω ότι η ανάγκη προέκυψε κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης όπου διαπιστώθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης. Είναι η θέση του ότι η διασαφήνιση που αναφέρεται στην αίτηση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ο ομνύων αναφέρει ακόμα ότι είναι απαραίτητο να διορθωθούν στο παρόν στάδιο, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και με αυτό τον τρόπο δεν πρόκειται να προκληθεί οιαδήποτε σημαντική καθυστέρηση της πορείας της υπόθεσης. Είναι επίσης η θέση του ότι οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω των τροποποιήσεων με δεδομένο ότι η ουσία της απαίτησης παραμένει η ίδια χωρίς οποιεσδήποτε αλλαγές αλλά πρόκειται για την καλύτερη και περαιτέρω διευκρίνιση του νομικού πλαισίου της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης δηλώνοντας ότι δεν φέρουν ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση, πλην όμως ζήτησαν τα έξοδα της Αίτησης και αυτά τα οποία θα προκύψουν από την ενδεχόμενη τροποποίηση ενώ η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης η οποία έχει ως νομική βάση τις Δ.9 θ.θ. 2, 4, 5, 7, 10 και 11, Δ.12, Δ.19 θ.θ. 1-27, Δ.39, Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ. 1-9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 θ.2, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, τη διακριτική ευχέρεια, την πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου Στην ένσταση εκτίθενται οι ακόλουθοι λόγοι, τους οποίους θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  1. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ ή αντικανονική και/ ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ ή άνευ αντικειμένου και/ ή ασύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και/ ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ ή τη νομολογία.
  2. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αναφέρονται και/ ή δεν αφορούν και/ ή δεν σχετίζονται με γεγονότα, τα οποία περιήλθαν τώρα και/ ή πρόσφατα εις γνώση του Αιτητή και/ ή δεν αφορούν γεγονότα των οποίων η ύπαρξη ήταν άγνωστη κατά την ετοιμασία της Έκθεσης Απαίτησης του.
  3. Τα γεγονότα που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και/ ή η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι επαρκής και/ ή ικανοποιητική και/ ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ ή οποιουδήποτε Διατάγματος βάσει της Αιτήσεως και/ ή ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει την απαραίτητη και/ ή οποιανδήποτε μαρτυρία ικανή να υποστηρίξει το αίτημα του.
  4. Η καταχώρηση της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση των Δικαστικών Θεσμών και της Δικαστικής διαδικασίας και αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της ορθής και εντός εύλογου χρόνου απονομής της δικαιοσύνης.
  5. Ο Αιτητής παρέλειψε να παραθέσει και/ ή να αναφέρει επαρκείς και/ ή ικανοποιητικές εξηγήσεις και/ ή λόγους που να δικαιολογούν την αρχική του παράλειψη να συμπεριλάβει τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στο δικόγραφο του.
  6. Ο Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση του επιδιώκει να προσθέσει το νομικό και/ ή νομοθετικό πλαίσιο και/ ή συγκεκριμένα άρθρα Νομοθεσίας που δεν χρειάζεται να δικογραφηθούν με βάση τους κανόνες της ορθής σύνταξης δικογράφου και/ ή δεν είναι ουσιώδη και/ ή ήδη αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και/ ή είναι αχρείαστα για τη διαλεύκανση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης.
  7. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και/ ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  8. Η όλη πορεία της υπόθεσης με αποκορύφωμα την καταχώρηση της παρούσας αίτησης υποδηλώνει έκδηλη προσπάθεια καθυστέρησης και κωλυσιεργίας εκ μέρους του Αιτητή και δεν πρέπει να επιτραπεί.
  9. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ ή αντικρούονται και/ ή δεν συνάδουν με προηγούμενες θέσεις και/ ή ισχυρισμούς του Αιτητή και/ ή τα γεγονότα ως φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου.
  10. Η όλη συμπεριφορά του Αιτητή δεν δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
  11. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, αχρείαστη, αδικαιολόγητη, αβάσιμη, σκανδαλώδης και σκοπό έχει να εκτροχιάσει την Αγωγή και/ ή να επαναπροσδιορίσει τα επίδικα θέματα και/ ή τη βάση αγωγής και/ ή να δημιουργήσει αχρείαστα έξοδα και/ ή να προκαλέσει σπατάλη του δικαστικού χρόνου και/ ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της Αγωγής και/ ή να επιμηκύνει τη δικαστική διαδικασία και/ ή είναι σε βάρος της ομαλής και σύντομης εκδίκασης της Αγωγής.
  12. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν διασαφηνίζουν με κανένα τρόπο τα επίδικα θέματα και ούτε βοηθούν στη διαλεύκανση τους και/ ή στο να δοθεί μια πληρέστερη και ακριβέστερη εικόνα των πραγματικών ζητημάτων τα οποία είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων, αλλά περιπλέκουν τα επίδικα θέματα και αποσκοπούν στον επαναπροσδιορισμό τους, στην πρόκληση πολυπλοκότητας, καθυστέρησης και εκτροχιασμού της Αγωγής.
  13. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες και/ ή απαραίτητες και/ ή ουσιαστικές και/ ή ουσιώδεις και/ ή νομικώς και/ ή πραγματικώς επιβεβλημένες και δεν πρέπει να επιτραπούν.
  14. Εάν ήθελε εγκριθούν και επιτραπούν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, η Καθ' ης η Αίτηση 1 θα υποστεί μεγάλη και/ ή ανεπανόρθωτη ζημιά και/ ή τα νόμιμα και συνταγματικά δικαιώματα της θα θιγούν σοβαρά και/ ή ανεπανόρθωτα και σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
  15. Περαιτέρω και/ ή διαζευκτικά, τυχόν έγκριση της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να προκαλέσει εκτενή διαφοροποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και/ ή επαναπροσδιορισμό των δικογραφημένων θέσεων, προκαλώντας μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
  16. Τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση 1 καθώς θα επαναπροσδιορισθούν τα πραγματικά ζητήματα και/ ή τα επίδικα θέματα γεγονός που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε εκτροπή, παρέκκλιση και καθυστέρηση της όλης διαδικασίας.
  17. Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, προς παραπλάνηση και/ ή αποπροσανατολισμό του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση ως αποτέλεσμα των κακή τη πίστει ενεργειών (acting mala fide) από τον Αιτητή και συνεπώς κατά παράβαση της Νομολογίας.
  18. Εν πάση περιπτώσει ένεκα της έκτασης των αιτούμενων τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να αδικηθεί η Καθ' ης η Αίτηση 1 ενώ σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης ο Αιτητής μπορεί να προβεί στην καταχώρηση καινούργιας αγωγής.
  19. Ο Αιτητής υπό τις περιστάσεις δεν νομιμοποιείται σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ ή τις αρχές της νομολογίας και/ ή τους διαδικαστικούς κανονισμούς να καταχωρήσει και/ ή να προωθεί την εν λόγω Αίτηση και/ ή καταχρηστικά και/ ή χωρίς λόγο να επιδιώκει καταχρώμενος το δικονομικό διάβημα της τροποποίησης δικογράφων, να καλύψει τυχόν παραλείψεις του.
  20. Το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του Αιτητή, αλλά να απορρίψει την Αίτηση του με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXX Ελευθερίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Εναγομένης 1, η οποία εν πρώτοις δηλώνει τη διαφωνία της με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Αναφέρει, επίσης μεταξύ άλλων ότι το αίτημα του Ενάγοντα δεν είναι δικαιολογημένο ούτε επαρκώς τεκμηριωμένο. Πιστεύει, ως δηλώνει, ότι αποσκοπεί στην εκτροπή και στην καθυστέρηση της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας και προκαλεί εμπόδια στην ομαλή εκδίκαση της αγωγής και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αναφέρει ακόμη ότι η υπό κρίση αίτηση παραβιάζει και/ή αντίκειται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή στους βασικούς κανόνες και/ή αρχές δικογράφησης. Είναι η θέση της ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις και ή το νομικό πλαίσιο και/ή τα συγκεκριμένα άρθρα Νομοθεσίας, τα οποία επιχειρεί να προσθέσει ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης, δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα και/ή ισχυρισμούς των οποίων απαιτείται η δικογράφηση. Είναι επίσης η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση δεν καθίσταται αναγκαία η εξειδικευμένη δικογράφηση με αναφορά στη συγκεκριμένη Νομοθεσία και/ή η καταγραφή συγκεκριμένων άρθρων επί των οποίων ο Ενάγων προτίθεται να στηριχθεί. Επισημαίνει ακόμη ότι πέραν του ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, προέκυψε κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακροαματικής διαδικασίας, δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο που να δικαιολογεί το γιατί σε αυτό το προχωρημένο στάδιο θα πρέπει να επιτραπούν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις. Είναι η θέση της ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς να αιτιολογείται η υπέρμετρη καθυστέρηση. Είναι επίσης η θέση της πως έστω και εάν γίνει πιστευτό ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακροαματικής διαδικασίας, το γεγονός και μόνο ότι από τις 16/5/2017 όπου η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση ο Ενάγων καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 23/8/2019, αποτελεί από μόνο του λόγο για απόρριψη της αίτησης. Υποστηρίζει ότι ο Ενάγων είχε τη δυνατότητα να περιλάβει τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης του σε προγενέστερο στάδιο και δεν το έπραξε, ενώ επίσης δεν δικαιολογεί επαρκώς γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα και γι' αυτό είναι άδικο και αντίθετο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η οποιαδήποτε τροποποίηση χωρίς επαρκή δικαιολογία στο παρόν στάδιο. Ούτε θα ήταν ορθό να επιτραπεί στον Ενάγοντα να καταχράται τις δικονομικές δυνατότητες που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για να διορθώνει τα λάθη και παραλείψεις του. Είναι επίσης η θέση της πως πέραν από τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κου Θεοφάνους περί δήθεν αναγκαιότητας των αιτούμενων τροποποιήσεων για την προώθηση της υπόθεσης, δεν έχει αναφερθεί οποιοσδήποτε ουσιαστικός και/ή συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως και/ή δεν έχει αποδειχτεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία. Οι επιδιωκόμενες δε τροποποιήσεις αναφέρει ότι είναι παντελώς αχρείαστες και καθόλου δεν βοηθούν στη διαλεύκανση των επίδικων θεμάτων. Επίσης, δηλώνει ότι δεν αναφέρονται και/ή δεν αφορούν και/ή δεν σχετίζονται με γεγονότα, τα οποία περιήλθαν τώρα και/ή πρόσφατα εις γνώση του Ενάγοντα και/ή των δικηγόρων του και/ή δεν αφορούν γεγονότα των οποίων η ύπαρξη ήταν άγνωστη κατά την ετοιμασία της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι δε η θέση της ότι ο Ενάγων είχε τη δυνατότητα να περιλάβει τις αιτούμενες λεπτομέρειες και/ή τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαιτήσεως σε προγενέστερο στάδιο και δεν το έπραξε και χωρίς να δικαιολογεί επαρκώς γιατί δεν το έπραξε. Δηλώνει, επίσης ότι, εάν η υπό κρίση αίτηση επιτραπεί, θα προκληθεί αδικία και δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1 που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Είναι επίσης η θέση της ότι ένεκα της έκτασης των αιτούμενων τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να αδικηθεί η Εναγόμενη 1 ενώ σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ο Ενάγων μπορεί να προβεί στην καταχώρηση καινούργιας αγωγής. Αναφέρει, ακόμη ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, αδικαιολόγητη και σκοπό έχει να επαναπροσδιορίσει τα επίδικα θέματα και/ή να εκτροχιάσει την Αγωγή και/ή να δημιουργήσει αχρείαστα έξοδα και/ή να προκαλέσει σπατάλη του δικαστικού χρόνου και να καθυστερήσει την εκδίκαση της Αγωγής και είναι σε βάρος της ομαλής και σύντομης εκδίκασης της Αγωγής δημιουργώντας έτσι αρνητικά αποτελέσματα τα οποία η συνταγματική επιταγή (Άρθρο 30) για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου, αποσκοπεί να αποτρέψει. Βάσει των πιο πάνω, αναφέρει ότι είναι δίκαιο εύλογο και αναγκαίο για σκοπούς πλήρους απονομής της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο απορρίψει την υπό κρίση αίτηση με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένσταση αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ειδοποίηση ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Νομική Πτυχή Ως προς τη νομική πτυχή του θέματος και πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να τονιστεί πως το ζήτημα της τροποποίησης διέπεται από τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση. Επισημαίνεται ότι ενόψει του ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 11.9.2013 εκδικάζεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.25 που ίσχυαν πριν την 1.1.2015, εφόσον οι πρόνοιες που προέκυψαν με την τροποποίηση της Δ.25 κατά το 2014 και μετέπειτα, εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από την 1.1.2015 και έπειτα. Η Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  21. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Οι νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για τροποποίηση δικογράφων με βάση την πιο πάνω διαταγή έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1E Α.Α.Δ.33, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1Α Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην παρούσα περίπτωση, μελετώντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις αρχικά επισημαίνω ότι αυτές δεν αποτελούν νέα βάση αγωγής, ούτε νέα γεγονότα αλλά αντίθετα πιστεύω ότι άπτονται και αφορούν επίδικα θέματα που ήδη δικογραφούνται και στην ουσία σχετίζονται με την απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων για αποζημιώσεις συνεπεία παραβάσεων νομίμων καθηκόντων τους. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προκύπτει ξεκάθαρα πως ο Ενάγων επιχειρεί την εξειδίκευση των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων που σύμφωνα με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς του αυτοί παραβίασαν προσδιορίζοντας επακριβώς το νομικό πλαίσιο απ' όπου πηγάζουν οι κατ' ισχυρισμών παραβάσεις των Εναγομένων συνεπεία των οποίων ο Ενάγων έχει υποστεί ζημιά για την οποία αξιώνει αποζημιώσεις με την παρούσα αγωγή. Ο Ενάγων ουσιαστικά επιδιώκει να θέσει στην Έκθεση Απαίτησης του ακριβέστερη και λεπτομερή παράθεση του νομικού πλαισίου που διέπει συγκεκριμένα επίδικα ζητήματα και κατ' επέκταση να έχει τη δυνατότητα, κατά τη δίκη, να προωθήσει τη σχετική μαρτυρία προκειμένου να αποδείξει την απαίτηση του. Η θέση της Εναγομένης 1 ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση παραβιάζει τη Δ.19 καθώς αντίκειται σε βασικούς κανόνες και αρχές της ορθής δικογράφησης δεν είναι βάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναφορά σε νομοθετήματα γίνεται για τον καλύτερο προσδιορισμό και τη σαφέστερη πληροφόρηση μέσω αντιστοίχισης της κάθε παράβασης με τη σχετική νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή πως οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν την ύπαρξη καθηκόντων εκ του νόμου την παράβαση των οποίων επικαλείται ο Ενάγων. Στην πραγματικότητα τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις αποκτούν πολύ καλή αντίληψη για το τι ακριβώς ισχυρίζεται ο Ενάγων, λόγω της παραπομπής στο ακριβές εδάφιο ή και υποεδάφιο του Νόμου ή Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης, τα οποία κατά την άποψη του προβλέπουν το καθήκον που παραβίασαν οι Εναγόμενοι. Από αυστηρής δικονομικής άποψης ενδεχομένως να είναι εκ του περισσού μια τέτοια παραπομπή αλλά από την άλλη κρίνεται πως η διατήρηση τους είναι προς όφελος των Εναγομένων και της υπόθεσης, ιδιαίτερα σε περίπτωση, όπως η παρούσα, κατά την οποία κρίνονται επιτρεπτές οι ίδιες οι λεπτομέρειες των παραβάσεων. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Έφ. 140/11, ημ. 22.12.16, η Δ.19 κ.13 επιβάλλει ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών οι οποίες αφορούν παραβίαση νόμιμων καθηκόντων και περαιτέρω: «Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο Εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης.» Όσον αφορά το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, ότι αυτή καταχωρήθηκε σχεδόν 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της. Συγκεκριμένα ο ομνύων αναφέρει ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι από τα πιο πάνω αναφερόμενα, δεν προσδιορίζεται επ' ακριβώς ο χρόνος διαπίστωσης της ανάγκης για τροποποίηση, δεδομένου ότι η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση για πρώτη φορά στις 16.5.2017 και ακολούθως την 1.12.2017, 6.3.2018, 3.10.2018, 22.2.2019 και 3.10.2019 οπόταν και ζητήθηκε αναβολή από πλευράς Ενάγοντα ένεκα της εκκρεμότητας της υπό κρίση αίτησης. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία πως οι νομοθετικές και ή κανονιστικές πρόνοιες που κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντα παραβίασαν οι Εναγόμενοι ήταν εις γνώσιν του έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες παραβάσεις νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων και ότι υπό κανονικές περιστάσεις θα μπορούσε εξαρχής να συνταχθεί ορθά η Έκθεση Απαίτησης ή έστω να επιδιώκετο η τροποποίηση αρκετά νωρίτερα, δεδομένου ότι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση άλλες 5 φορές πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και την τελευταία ορισθείσα ημερομηνία για ακρόαση της αγωγής. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση. Ωστόσο έχοντας υπόψη τη φύση και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων αλλά και τα ήδη καταχωρηθέντα δικόγραφα και ειδικότερα την υπερασπιστική γραμμή που επέλεξε η Εναγόμενη 1, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι με τυχόν έγκριση τους η Εναγόμενη 1 θα αδικηθεί ή θα τεθεί προ εκπλήξεως ή είναι δυνατό να προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1Γ Α.Α.Δ.2138, παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεση αίτηση εκτενούς τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του Ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στην Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1 A Α.Α.Δ. 543, είναι η στάθμιση όλων αυτών των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεση, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες από πλευράς Ενάγοντα. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των Καθ' ων η αίτηση μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των Αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Επανερχόμενη στην υπό εξέταση αίτηση, σημειώνω ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Ενάγων παρέλειψε σκόπιμα είτε να συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο του όσα τώρα ζητεί να συμπεριλάβει είτε να προωθήσει νωρίτερα την αίτηση του. Η ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος από μόνη της, όπως στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες ή παράλληλα διαβήματα προς επίτευξη αλλότριων προς τη δικαστική διαδικασία σκοπών, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση διαδικασίας ή κακή πίστη εκ μέρους του Ενάγοντα. Η ύπαρξη κάποιας καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης από μόνη της δεν κρίνεται ικανή για στοιχειοθέτηση περιφρόνησης της διαδικασίας. Ούτε έχει καταδειχθεί πως είχε οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης του. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Στη βάση των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει, ότι τόσο η Εναγόμενη 1 που φέρει ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση όσο και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι που δεν έφεραν ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση, δύναται δεόντως να αποζημιωθούν λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογείται εύλογο συμπέρασμα ύπαρξης κακοπιστίας, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής και ούτε μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της απαίτησης αλλά τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για την προώθηση της εκδοχής του Ενάγοντα επί συγκεκριμένα ζητημάτων και επίλυση τους, κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της ανεξήγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της. Ενόψει δε της μη στοιχειοθέτησης συμπεράσματος ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία ή ότι θα προκληθεί στους Εναγόμενους ανεπανόρθωτη βλάβη, καταλήγω ότι στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφοι Α.1 και 2 της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένες Υπερασπίσεις, εάν απαιτούνται, να καταχωριστούν εντός 15 ημερών από την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 η οποία έλαβε μέρος στην αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν, πλέον Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Εννοείται ότι (πέραν από τυχόν έξοδα τα οποία παραμερίζονται) για όσους Εναγόμενους εμφανίστηκαν στην αίτηση και δεν καταχώρισαν ένσταση, θα υπολογιστούν έξοδα μόνο για μια εμφάνιση η οποία ήταν απαραίτητη για να τοποθετηθούν. (Υπ.) ............................................... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.