← Κύπρος

AVENA NORDIC GRAINOY ν. ZADOROZHNY κ.α., Αρ. Αγωγής: 123/19, 25/5/2020

AVENA NORDIC GRAINOY ν. ZADOROZHNY κ.α., Αρ. Αγωγής: 123/19, 25/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 123/19 ΜΕΤΑΞΥ: AVENA NORDIC GRAINOY, από τη Φινλανδία Εναγόντων / Αιτητών -και- 1. ΧΧΧ ZADOROZHNY, από τη Λεμεσό 2. ΧΧΧ ΖΑDORZHNA, από τη Λεμεσό 3. RASENA HOLDINGS LTD, από τη Λεμεσό 4. EVELDIA TRADING LTD, από τη Λεμεσό 5. GELMOSO TRADING LTD, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους Εναγόμενων / Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22/1/2019 Ημερομηνία: 25/5/2020 Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Δ. Παπαπολυβίου για κ.κ. ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ. Αρκάδη για κ.κ. ΜΑΡΙΟΣ Α. ΧΑΡΤΣΙΩΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, στη βάση μονομερούς αίτησης της εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 προσωπικά και/ή μέσω των συνεργατών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών τους και/ή τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 3 και/ή 4 και/ή 5 προσωπικά και/ή δια μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών τους, να μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή δωρίσουν και/ή πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή προβούν σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με την κινητή περιουσία την οποία αυτοί διατηρούν και/ή κατέχουν και/ή στην οποία έχουν συμφέρον άμεσα ή έμμεσα στην Κύπρο ή το εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό των μετοχών των οποίων ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι εγγεγραμμένος δικαιούχους και/ή τελικός δικαιούχος (beneficial owner) στις εταιρείες: (
  2. i)Bitimpex Anstalt Ltd από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, (
  3. ii)Eveldia Trading Ltd (Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση 4) από τη Λεμεσό και (iii) Gelmoso Trading Ltd (Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 5) από Βρετανικές Παρθένες Νήσους και/ή των μετοχών των οποίων η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι εγγεγραμμένη δικαιούχος στην εταιρεία Rasena Holdings Ltd (Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 3) και/ή με το οποίο δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή οι καταθέσεις των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5, οι οποίοι διατηρούνται εξ ολοκλήρου από τους ιδίους και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα, άμεσα και/ή έμμεσα σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή τραπεζικό ίδρυμα στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένου του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧ τον οποίο διατηρεί ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 στην Hellenic Bank Public Company Ltd και/ή του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧ τον οποίο διατηρεί η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 2 στην Hellenic Bank Public Company Ltd και/ή του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧ τον οποίο διατηρεί η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 3 στην Hellenic Bank Public Company Ltd και/ή του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧ τον οποίο διατηρεί η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 4 στην Hellenic Bank Public Company Ltd και/ή του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧ τον οποίο διατηρεί η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 5 στην Hellenic Bank Public Company Ltd, μέχρι του ποσού των ΕΥΡΩ ΧΧΧ και/ή το οποίο απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 να μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή δωρίσουν και/ή πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή προβούν σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με το ακίνητο το οποίο βρίσκεται επί της οδού ΧΧΧ, Διαμ. ΧΧΧ, Τ.Κ. XXXXX στη Λεμεσό. Σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας το ανωτέρω διάταγμα τροποποιήθηκε κατά τρόπο ώστε προστέθηκαν σ' αυτό τα κτηματολογικά στοιχεία του ανωτέρω αναφερόμενου σ' αυτό ακινήτου. Επίσης από την ισχύ του εξαιρέθηκε το δικαίωμα της Εναγόμενης 4 να αιτηθεί την ανανέωση των αδειών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων της. Με την αίτηση επιζητείτο και η έκδοση διατάγματος ένορκης αποκάλυψης πληροφοριών του τύπου Norwich Pharmacal. Το Δικαστήριο όμως δεν το εξέδωσε μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στην πλευρά των Εναγόμενων. Όπως διαφάνηκε από το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό, η παρούσα αγωγή σχετίζεται με την αγωγή υπ' αρ. XXXXX/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την οποία η Ενάγουσα ήγειρε εναντίον 4 προσώπων, μεταξύ των οποίων και της εταιρείας Bitimpex Anstalt Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Bitimpex), για ισχυριζόμενη συνωμοσία προς καταδολίευση, δόλο και απάτη. Όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, η ανάγκη για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, προέκυψε μετά την ένορκη αποκάλυψη στοιχείων τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας Bitimpex, στην οποία διατάχθηκε όπως προβεί η Hellenic Bank Public Company Limited (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Ελληνική Τράπεζα), η οποία ήταν μία εκ των Εναγομένων, με βάση ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε εναντίον της στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό αγωγής. Κατά την Ενάγουσα, τα αποκαλυφθέντα στοιχεία εμπλέκουν και τους Εναγόμενους της παρούσας υπόθεσης στην ισχυριζόμενη συνωμοσία προς καταδολίευση της. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του A. Ritala, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η παρούσα υπόθεση αφορά ένα σχήμα απάτης και συνωμοσίας προς καταδολίευση της Ενάγουσας το οποίο στήθηκε και ενορχηστρώθηκε από τον κ. ΧΧΧ Zadorozhny (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο XXXXX), πατέρα του Εναγόμενου 1, χρησιμοποιώντας ως όχημα καταδολίευσης την εταιρεία Bitimpex και στο οποίο, όπως πολύ πρόσφατα πληροφορήθηκε η Ενάγουσα, συμμετείχαν τελικά ο Εναγόμενος 1, η σύζυγος του XXXXX, Εναγόμενη 2, καθώς και οι Εναγόμενες 3, 4 και 5 εταιρείες οι οποίες είναι ιδιοκτησίας της οικογένειας Zadorozhny και ελέγχονται από αυτήν. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Φιλανδία και δραστηριοποιείται διεθνώς στο εμπόριο δημητριακών, ελαιούχων σπόρων και ζωοτροφών. Η κύρια εργασία της είναι η αγορά ποσοτήτων δημητριακών, είτε από παραγωγούς είτε από προμηθευτές, τις οποίες μετέπειτα εμπορεύεται σε δικούς της πελάτες, έτσι ώστε οι παραδόσεις, σύμφωνα με τις αρχικές συμφωνίες αγοράς με τους παραγωγούς ή προμηθευτές, να γίνονται απευθείας στους πελάτες της. Περί τον Οκτώβρη του 2017 η Ενάγουσα, βασιζόμενη στις ψευδείς παραστάσεις του XXXXX συμβλήθηκε με την εταιρεία Bitimpex, δικής του ιδιοκτησίας, με σκοπό την αγορά μεγάλων ποσοτήτων σιτηρών για ζωοτροφή, τις οποίες στη συνέχεια η Ενάγουσα θα μεταπωλούσε σε δικούς της πελάτες. Στη βάση των ψευδών παραστάσεων του XXXXX, ο οποίος παρέστησε στην Ενάγουσα ότι θα ήταν σε θέση να της παραδώσει τις εν λόγω ποσότητες σιτηρών, η Ενάγουσα καλόπιστα και συμμορφούμενη με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, κατέβαλε τον Οκτώβριο του 2017 στο λογαριασμό της Bitimpex στην Ελληνική Τράπεζα το συνολικό ποσό των €920.000. Ωστόσο, χωρίς οποιαδήποτε επαρκή δικαιολογία, η εταιρεία Bitimpex απέτυχε να συμμορφωθεί με τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης. Στο πλαίσιο μεταξύ τους διαπραγματεύσεων ο XXXXX εισηγήθηκε στην Ενάγουσα ότι θα ήταν καλύτερα η παράδοση των σιτηρών να γίνει με μια ναυτιλιακή εταιρεία με έδρα την Αγία Πετρούπολη η οποία είχε δήθεν διαθέσιμο πλοίο για το σκοπό αυτό. Στηριζόμενη στις ανωτέρω εκ νέου ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του XXXXX, η Ενάγουσα προέβηκε σε τροποποιήσεις των αρχικών συμφωνιών με τη Bitimpex και κατέβαλε στο λογαριασμό της στην Ελληνική Τράπεζα το επιπρόσθετο ποσό των €234.811. Οι ψευδείς παραστάσεις και η δόλια συμπεριφορά του XXXXX διαφάνηκαν για μια ακόμα φορά όταν η Bidimpex απέτυχε να τηρήσει τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει και να φορτώσει τις ποσότητες σιτηρών αφού, παρά τις προηγούμενες ρητές και σαφείς παραστάσεις του XXXXX, η Bitimpex δεν μπόρεσε να εντοπίσει πλοίο για σκοπούς παράδοσης των σιτηρών. Στις διαπραγματεύσεις οι οποίες έλαβαν χώρα μετά και τη δεύτερη αποτυχία παράδοσης, ο XXXXX και πάλι παρέστησε ψευδώς και δολίως στην Ενάγουσα ότι οι ποσότητες σιτηρών ήταν διαθέσιμες και ότι θα μπορούσε να διευθετήσει την παράδοση τους. Ωστόσο μέχρι και την 15/1/2018 κάτι τέτοιο δεν επεσυνέβη ενώ στις 16/1/2018 ο XXXXX παρέστησε, πολύ πιθανόν ψευδώς, ότι δήθεν έπαθε καρδιακό επεισόδιο και ότι μέχρι να γινόταν καλά δεν θα προχωρούσε με τις αποστολές των εμπορευμάτων. Όταν ο XXXXX επανήλθε στην εργασία του, περί το τέλος Φεβρουαρίου 2018, έλαβε χώρα συνάντηση με την Ενάγουσα στα πλαίσια της οποίας ισχυρίστηκε ότι το σιτάρι για ζωοτροφή που ήταν δήθεν αποθηκευμένο στις αποθήκες της Nibulon Group στο λιμάνι Nikolaev είχε ήδη πουληθεί αλλού. Ισχυρίστηκε ότι αυτό οφείλετο στο γεγονός ότι λόγω της απουσίας του, το τεχνικό προσωπικό της Bidimpex δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την αποθήκευση του σιταριού, ούτε και να οργανώσει τις μεταφορές στην Ενάγουσα. Παρόλα αυτά επέμεινε ψευδώς και παραπλανητικά ότι υπήρχε ακόμα αρκετή σοδειά για να παραδοθεί στην Ενάγουσα. Στηριζόμενη και πάλι στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του XXXXX περί δήθεν ύπαρξης διαθέσιμων ποσοτήτων σιτηρών, η Ενάγουσα συνήψε εκ νέου τροποποιητική συμφωνία με τη Bitimpex και συμβλήθηκε εκ νέου με τρίτα πρόσωπα για τη μεταπώληση των σιτηρών για ζωοτροφή. Όταν δε η Bitimpex απέτυχε και πάλι να παραδώσει τις συμφωνηθείσες ποσότητες σιτηρών, η Ενάγουσα αναγκάστηκε να αγοράσει από αλλού σιτηρά, σε πολύ ψηλότερες τιμές, ενόψει του ότι είχε δεσμευτεί συμβατικά να παραδώσει σιτηρά σε τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να υποστεί περαιτέρω ζημιά και απώλεια. Όταν το καλοκαίρι του 2018 η Ενάγουσα αναζήτησε το XXXXX, εκείνος παρέστησε ότι δήθεν είχε πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο, ώστε να αποφύγει να συνομιλήσει μαζί της, ενώ προς μεγάλη της έκπληξη, η φερόμενη και παρουσιαζόμενη σ' αυτήν ως διοικητική σύμβουλος της Bitimpex, ισχυρίστηκε ενόρκως ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη Bitimpex και ότι ουδέποτε είχε υπογράψει τις υπό αναφορά συμφωνίες εκ μέρους της. Η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και στοιχείων στην οποία προέβηκε η Ελληνική Τράπεζα προς συμμόρφωση της με τις πρόνοιες του εναντίον της εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 13/12/2018 στο πλαίσιο της αγωγής 2278/2018 φανέρωσε στην Ενάγουσα την εμπλοκή των Εναγόμενων της παρούσας υπόθεσης στην απάτη και στη συνωμοσία προς καταδολίευση της. Πιο συγκεκριμένα τα αποκαλυφθέντα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το σύνολο των χρημάτων που κατέβαλε η Ενάγουσα στο λογαριασμό της Bitimpex έχει πλέον αποξενωθεί κυρίως μέσω πληρωμών και εμβασμάτων προς τους λογαριασμούς των Εναγομένων. Από την κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας Bitimpex η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Χρ. Λοίζου (Τεκμήριο 13 της ένορκης δήλωσης) προκύπτει ότι από την 12/10/2017, την ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία εμφανίστηκαν τα χρήματα που είχε καταβάλει η Ενάγουσα στο λογαριασμό της Bitimpex, μέχρι και την 12/6/2018 τα μοναδικά εισερχόμενα εμβάσματα στο λογαριασμό της ήταν αυτά της Ενάγουσας, συνολικής αξίας €ΧΧΧ μιας εταιρείας με την ονομασία Agro Bio Servis S.R.O. αξίας €ΧΧΧ και μιας εταιρείας με την ονομασία Kivihutt Ou αξίας €ΧΧΧ. Με βάση την ίδια κατάσταση λογαριασμού, από το λογαριασμό της εταιρείας Bitimpex έγιναν τα ακόλουθα εμβάσματα: (α) 16 εμβάσματα συνολικής αξίας €ΧΧΧ στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. ΧΧΧ, (β) 10 εμβάσματα προς τους λογαριασμούς του XXXXX στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. ΧΧΧ και ΧΧΧ για τα ποσά των €ΧΧΧ και USDΧΧΧ αντίστοιχα, (γ) 21 εμβάσματα συνολικής αξίας €ΧΧΧ στο λογαριασμό της Εναγόμενης 3 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. 240-01-769240-01, (δ) 2 εμβάσματα συνολικής αξίας €ΧΧΧ στο λογαριασμό της Εναγόμενης 4 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. ΧΧΧ, (ε) 1 έμβασμα για το ποσό των €ΧΧΧ στο λογαριασμό της Εναγόμενης 5 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. ΧΧΧ. Η αιτιολογία μεταφοράς των ανωτέρω εμβασμάτων είναι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, «bonus», χωρίς να δίνεται άλλη αιτιολογία. Περαιτέρω από τον ανωτέρω λογαριασμό της Εναγόμενης 3 μεταφέρθηκαν €ΧΧΧ στο λογαριασμό της Εναγόμενης 4, τον οποίο διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα, €64.200 στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. ΧΧΧ, €ΧΧΧ στον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 καθώς και €ΧΧΧ στους ανωτέρω περιγραφόμενους λογαριασμούς του XXXXX. Όπως διαφαίνεται από τα ανωτέρω αποκαλυφθέντα στοιχεία, ποσό πέραν των €600.000, από τα χρήματα τα οποία δολίως απέσπασε ο XXXXX από την Ενάγουσα, μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη 4 και, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κας Χρ. Λοίζου, χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για αγορά αυτοκινήτων πολυτελείας ή σχετικών προϊόντων. Ομοίως τα χρήματα τα οποία μεταφέρθηκαν απευθείας στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1, είτε αναλήφθηκαν σε μετρητά, τα πλείστα, είτε χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά ενός αυτοκινήτου πολυτελείας αξίας €46.282,71. Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ξεκάθαρα ότι η επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων του Εναγόμενου 1, την οποία ασκεί μέσω της ελεγχόμενης από αυτόν Εναγόμενης 4 εταιρείας, ξεκίνησε με κεφάλαια τα οποία δολίως και με παράνομο τρόπο αποσπάστηκαν από την Ενάγουσα. Έχει εντοπιστεί στο διαδίκτυο η ιστοσελίδα της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων του Εναγόμενου 1 με την επωνυμία https://www.ΧΧΧ από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρεία έχει στην κατοχή της 30 αυτοκίνητα από τα οποία τα 16 είναι πολυτελείας. Περαιτέρω από τα αποκαλυφθέντα στοιχεία περιήλθε σε γνώση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας Bitimpex, κάτι το οποίο καταδεικνύει την ανάμειξη του και στα αρχικά στάδια της εξαπάτησης της Ενάγουσας. Πέραν των πιο πάνω, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έγιναν και οι ακόλουθες πληρωμές από τον ίδιο λογαριασμό της Bitimpex: (α) προς την Tech Point LP, της οποίας τελικός δικαιούχος είναι κάποιος Ουκρανός ΧΧΧ Gunko, πληρωμές συνολικής αξίας €ΧΧΧ, (β) προς την Green Polymers LLP, της οποίας τελικός δικαιούχος είναι επίσης κάποιος Ουκρανός ονόματι ΧΧΧ Karmazin, μία πληρωμή για το ποσό των €6.000 και (γ) προς την Elmer Production LP, πίσω από την οποία βρίσκεται κάποιος ΧΧΧ Mikalauskas Λιθουανικής καταγωγής, πληρωμές συνολικής αξίας €ΧΧΧ. Από έρευνα την οποία έκαμε στο διαδίκτυο εντόπισε ένα άρθρο του BBC, σύμφωνα με το οποίο το ανωτέρω πρόσωπο μαζί με συμπατριώτισσα του διαχειρίζονται εταιρείες παροχής διοικητικών υπηρεσιών οι οποίες βρέθηκαν μπλεγμένες σε υπόθεση για τον εντοπισμό USD ΧΧΧ τα οποία κλάπηκαν από τη Μολδαβία. Ενόψει του σκοτεινού πλέγματος το οποίο περιβάλλει τις πράξεις και τα κίνητρα της οικογένειας Zadorozhny, η Ενάγουσα σε καμία περίπτωση θεωρεί ότι οι προαναφερόμενες πληρωμές είναι καλόπιστες στα πλαίσια κάποιας νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι η οικογένεια Zadoroznhy, μέσω της δόλιας απόσπασης μεγάλων χρηματικών ποσών από αυτήν, κατάφερε να βρει το αναγκαίο κεφάλαιο για να ξεκινήσει την επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων, μια επιχείρηση αρκετά απαιτητική από άποψη χρηματοδότησης (capital intensive). Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι εναγόμενοι με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, καθότι οι Ενάγοντες/Αιτήτες έχουν αποδεχθεί την επίλυση οποιαδήποτε διαφοράς η οποία θα προκύψει από τις συμφωνίες τις οποίες υπέγραψαν με την εταιρεία Bitimpex Anstalt Ltd με Διαιτησία. Οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν ήδη έχουν ήδη καταχωρήσει σχετική διαδικασία στο Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης. 2. Εγείρεται δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας αφού οι Ενάγοντες/Αιτητές επιπρόσθετα με την παρούσα έχουν ήδη καταχωρήσει και την αγωγή με αριθμό XXXXX/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με την ίδια βάση και γεγονότα, η οποία αποτελεί δεδικασμένο της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. 3. Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, εγείρεται τρίτη προδικαστική ένσταση ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση 1,2,3,4 και 5 και/ή η παρούσα αγωγή λανθασμένα στρέφεται εναντίον τους και θα πρέπει να απορριφθεί. 4. Τόσο η αγωγή όσο η αίτηση δεν στηρίζονται νομικά, ουσιαστικά και δεν υπάρχει έγκυρος λόγος για το αποδεκτό της καταχώρησης και/ή της εξέτασης και της έγκρισης και/ή της διατήρησης σε ισχύ του διατάγματος ημερομηνίας 23/01/2019 και 08/02/2019 αφού καμία συμβατική σχέση έχουν οι Εναγόμενοι/Καθ'ων οι Αίτηση 1,2,3,4 και 5 με τους Ενάγοντες/Αιτητές. 5. Τα γεγονότα της αγωγής δεν δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων ημερομηνίας 23/01/2019. 6. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοούνται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 σε σχέση με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 7. Τα ισχυριζόμενα στην αίτηση και την επισυνημμένη ένορκη δήλωση καθώς και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγόντων / Αιτητών δεν αποκαλύπτουν: α) καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Εναγόμενων/Καθ'ών οι Αίτηση 1,2,3,4,5. β) την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. γ) την ορατή πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων στην πιο πάνω αγωγή. δ) την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι Ενάγοντες/Αιτητές σε αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους/Καθ'ων η Αίτηση 1,2,3,4,5. ε) ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα ημερομηνίας 29/01/2019 και 08/02/2019. 8. H ένορκη δήλωση περιέχει ψευδείς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. 9. Απουσιάζει το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 10. Υπάρχει μεγάλος και/ή ορατός κίνδυνος πρόκλησης μεγαλύτερης ζημίας στους Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3,4,5 παρά στους Ενάγοντες/Αιτητές εάν το εκδοθέν διάταγμα παραμείνει σε ισχύ. 11. Η αξία της περιουσίας η οποία έχει δεσμευτεί είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τις αποζημιώσεις τις οποίες ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι δικαιούται. 12. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου πάνω στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση καθότι περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου η περιουσία κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση είναι το αντικείμενο της αγωγής. 13. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν και/ή αποσιώπησαν και/ή παραποίησαν και/ή παρουσίασαν ανακριβώς τα πραγματικά και αληθή γεγονότα της υπόθεσης με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ώστε να εκδοθεί το διάταγμα ημερομηνίας 29/01/2019. 14. Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καθώς και η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία και/ή αίτηση αποτελούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή δικαστικής εξουσίας αφού στηρίζουν την αγωγή και την αίτηση τους για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην διαφορά τους με την εταιρεία Bitimpex Anstalt Ltd και οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν αποδεχθεί την επίλυση οποιαδήποτε διαφοράς τους με Διαιτησία. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Μέρος της ασχολείται με νομικά ζητήματα, όπως η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Τα γεγονότα τα οποία παραθέτει αφορούν, κατά κύριο λόγο, τη σχέση της Ενάγουσας με την εταιρεία Bitimpex και συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα συνήψε 3 συμφωνίες με την εταιρεία Bitimpex ημερομηνία 6/10/2017, 10/10/2017 και 20/10/2017 αντίστοιχα για την αγορά από αυτήν σιτηρών ζωοτροφής. Για τις μεν 2 πρώτες συμφωνίες η ημερομηνία παράδοσης καθορίστηκε μεταξύ 15/11/2017 - 15/12/2017, για την 3η δε συμφωνία καθορίστηκε μεταξύ 10/11/2017 - 20/12/2017. Για υλοποίηση των ανωτέρω συμφωνιών η εταιρεία Bitimpex συνήψε συνολικά 13 συμβόλαια αγοράς σιτηρών ζωοτροφής με τρίτους προμηθευτές, με σκοπό τη μεταπώληση τους στην Ενάγουσα. Οι ρηθείσες συμφωνίες περιγράφονται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω η εταιρεία Bitimpex ενοικίασε αποθήκες σε διάφορα λιμάνια στην Ουκρανία με σκοπό την αποθήκευση των σιτηρών μέχρι τη φόρτωση και παράδοση τους στα πλοία που θα ναύλωνε η Ενάγουσα. Τα λιμάνια στα οποία αποθηκεύτηκαν τα σιτηρά περιγράφονται λεπτομερώς στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με τους όρους των ανωτέρω συμφωνιών, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να ενημερώσει την εταιρεία Bitimpex για τυχόν μεταπώληση των σιτηρών σε άλλη χώρα. Σχετικός είναι ο όρος 13,7 των συμφωνιών. Η Ενάγουσα όμως ουδέποτε ενημέρωσε για οποιαδήποτε μεταπώληση των σιτηρών και ως εκ τούτου η εταιρεία Bitimpex δεν ήταν ενήμερη για τις κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας συναφθείσες συμφωνίες με τις εταιρείες Glencore Espana S.L., ADM International S.a.r.L και Off Oz. Ταυτόχρονα με την υπογραφή των πρώτων συμφωνιών, υπεγράφησαν μεταξύ Ενάγουσας και εταιρείας Bitimpex συμφωνίες εγγύησης (collateral agreements) οι οποίες προέβλεπαν ότι σε περίπτωση που η Bitimpex δεν υλοποιήσει τους όρους των ανωτέρω συμφωνιών, η Ενάγουσα θα μπορεί να ενοικιάσει από την εταιρεία Bitimpex αποθήκες σιλό κατάλληλες για αποθήκευση σιτηρών για όποια περίοδο επιλέξει μέχρι την 30/6/2019, το δε κόστος ενοικίασης θα συμψηφιστεί με το ποσό που η Ενάγουσα κατέβαλε ως προκαταβολή. Ωστόσο η Ενάγουσα ουδέποτε έκαμε χρήση του ως άνω δικαιώματος της αλλά αντίθετα προχώρησε στην έγερση της διαδικασίας στο Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης και στην καταχώρηση δύο αγωγών στα Κυπριακά Δικαστήρια. Στις 10/11/2017 η Ενάγουσα ενημέρωσε την εταιρεία Bitimpex ότι είχε ναυλώσει το πλοίο MV AFRICAN MAGNOLIA για φόρτωση των σιτηρών και ότι το εν λόγω πλοίο θα κατέφθανε στο λιμάνι MYKOLAIV την 21/11/2017. Η εταιρεία Bitimpex, ως είναι η καθιερωμένη πρακτική, απέστειλε για έγκριση και επιβεβαίωση τα εν λόγω στοιχεία στον πράκτορα που ήταν υπεύθυνος στο λιμάνι και ενημέρωσε σχετικά την Ενάγουσα. Στις 13/11/2017 το λιμάνι ενημέρωσε την εταιρεία Bitimpex ότι δεν θα μπορούσαν να δεχτούν το ανωτέρω πλοίο κατά την 21/11/2017 λόγω του ότι δεν υπήρχαν ελεύθερες αποβάθρες. Κατά την ίδια μέρα η εταιρεία Bitimpex ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι με αυτά τα δεδομένα η ημερομηνία παράδοσης θα έπρεπε να παραταθεί. Στις 16/11/2017 η Bitimpex ενημέρωσε ξανά την Ενάγουσα ότι για λόγους ανωτέρας βίας οι καθορισθείσες στις αρχικές συμφωνίες ημερομηνίες παράδοσης θα έπρεπε να παραταθούν. Λόγω των πιο πάνω δυσκολιών παράδοσης του εμπορεύματος στην Ενάγουσα για λόγους που δεν ευθυνόταν η εταιρεία Bitimpex, τα μέρη συμφώνησαν όπως προχωρήσουν σε τροποποίηση των αρχικών συμφωνιών. Ταυτόχρονα συμφώνησαν όπως η Bitimpex ναυλώσει πλοίο για παράδοση του εμπορεύματος στην Ενάγουσα σε λιμάνια στην Ιταλία και Ισπανία. Στις 11/12/2017 υπογράφηκαν μεταξύ εταιρείας Bitimpex και Ενάγουσας 3 τροποποιητικές συμφωνίες με βάση τις οποίες καθορίστηκε νέα ημερομηνία παράδοσης του εμπορεύματος από αυτήν η οποία προβλέπετο στις αρχικές συμφωνίες, περαιτέρω δε αυξήθηκε η τιμή του εμπορεύματος ανά μετρικό τόνο. Ενώ η εταιρεία Bitimpex είχε συνάψει συμφωνία με συγκεκριμένη εταιρεία, στην οποία κατέβαλε το ποσό των €120.000 ως προκαταβολή για παραλαβή του εμπορεύματος από την Ουκρανία και παράδοση του στην Ενάγουσα, για λόγους ανωτέρας βίας η ανωτέρω εταιρεία δεν ήταν σε θέση να στείλει το πλοίο στην Ουκρανία και από τον Ιανουάριο μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018 η εταιρεία Bitimpex έκαμε επανειλημμένες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος. Στον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως Ritala ότι η Bitimpex ουδέποτε συνήψε συμφωνία με τη συγκεκριμένη εταιρεία για ναύλωση πλοίου με σκοπό την παράδοση των σιτηρών απαντά ότι πρόκειται για ανυπόστατο και ανυποστήρικτο ισχυρισμό και η αλήθεια είναι ότι υπεγράφη σχετική συμφωνία ημερομηνίας 6/12/2017. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω και εφόσον η Ενάγουσα αποδέχτηκε τελικά ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε ενέργειες της εταιρείας Bitimpex, υπεγράφησαν στις 12/3/2018 νέες τροποποιητικές συμφωνίες μεταξύ των μερών οι οποίες προέβλεπαν για παράταση των ημερομηνιών παράδοσης του εμπορεύματος, αλλαγή στον τρόπο παράδοσης και μείωση του κόστους. Οι εν λόγω τροποποιητικές συμφωνίες περιγράφονται λεπτομερώς στην παράγραφο 35 της ένορκης δήλωσης. Ενώ το εμπόρευμα βρισκόταν αποθηκευμένο σε διάφορα λιμάνια, τα οποία περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του, η Ενάγουσα παρέλειψε να ενημερώσει την εταιρεία Bitimpex για τα πλοία που ναύλωσε για να μεταφέρει το εμπόρευμα. Με επιστολές της η Bitimpex ενημέρωσε επανειλημμένα για την τοποθεσία των αποθηκών όπου βρισκόταν το σιτάρι και ζητούσε όπως της σταλούν οι πληροφορίες αναφορικά με τα πλοία που ναύλωσε η Ενάγουσα για παραλαβή. Ενώ δε η Bitimpex περίμενε την απάντηση της Ενάγουσας, αυτή, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, της απέστειλε την 13/7/2018 την ειδοποίηση τερματισμού των συμφωνιών. Πέραν των ανωτέρω γεγονότων που σχετίζονται με τις συμφωνίες μεταξύ Ενάγουσας και Bitimpex, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι από τον λογαριασμό της εταιρείας Bitimpex στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. XXXXXX90-03 μεταφέρθηκαν, κατά την περίοδο Οκτωβρίου 2017 και Απριλίου 2018, χρήματα σε εταιρείες παροχής σιτηρών με τις οποίες η Bitimpex συνήψε συμφωνίες αγοράς σιτηρών από τρίτους προμηθευτές. Πιο συγκεκριμένα έγιναν 5 μεταφορές χρημάτων στην TECHPOINT LP για το συνολικό ποσό των €ΧΧΧ, μία μεταφορά στην TORGTEX TRADE LIMITED για ποσό €ΧΧΧ και 2 μεταφορές στην ELMER PRODUCTION LP για USΧΧΧ. Οι ανωτέρω αναφερόμενες εταιρείες είναι προμηθευτές σιτηρών και οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ότι δικαιούχοι τους είναι Ουκρανοί καθώς και σκιώδη άτομα εμπλεκόμενα σε σκάνδαλα, καμιά σχέση έχουν με τα γεγονότα ούτε της παρούσας υπόθεσης ούτε και της διαφοράς μεταξύ Ενάγουσας και εταιρείας Bitimpex. Όλες οι υπόλοιπες μεταφορές προς τους λογαριασμούς των Εναγομένων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση Ritala, έγιναν καθόλα νομότυπα με αποτέλεσμα να είναι πλήρως ανιχνεύσιμες και να απουσιάζει από αυτές παντελώς το στοιχείο της ύποπτης συναλλαγής. Οποιαδήποτε χρήματα έλαβαν οι Εναγόμενοι ήταν χρήματα προερχόμενα από την εταιρεία Bitimpex και σε καμιά περίπτωση έλαβαν τα χρήματα της Ενάγουσας. Σε καμιά περίπτωση αποσκοπούσαν στο να εμποδίσουν την ικανοποίηση οποιασδήποτε πιθανής απαίτησης της Ενάγουσας, την οποία δεν γνώριζαν. Περαιτέρω η Εναγόμενη 4 δεν έχει αποσπάσει οποιαδήποτε κεφάλαια με δόλιο τρόπο και η επιχείρηση της ξεκίνησε με κεφάλαια που έλαβε νόμιμα. Οι Εναγόμενοι για όσο καιρό οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους παραμένουν δεσμευμένοι, δεν μπορούν να προχωρήσουν σε αναγκαίες πληρωμές. Οι εναγόμενες εταιρείες αδυνατούν να πληρώσουν τα βασικά μηνιαία έξοδα τους όπως μισθούς υπαλλήλων, κοινωνικές ασφαλίσεις, ενοίκιο καθώς και λογαριασμούς κοινής ωφελείας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρότατα προβλήματα στη λειτουργία τους. Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι 1 και 2 αδυνατούν να καλύψουν τα έξοδα διαβίωσης τους, κάτι το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί. Περαιτέρω τα οχήματα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 4 δεν μπορούν να ενοικιαστούν με αποτέλεσμα να υπάρχει καθημερινή απώλεια εισοδημάτων. Ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών δεν επιτρέπει στην Εναγόμενη 4 να προχωρήσει στην ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας των οχημάτων της και επιβαρύνεται με τέλη καθυστέρησης. Επίσης δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση του πιστοποιητικού μηχανικού ελέγχου (MOT) και στην ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου των αυτοκινήτων της. Περαιτέρω λεπτομέρειες της ζημιάς την οποία υφίστανται καθημερινά οι Εναγόμενοι θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 30, 31, 32, 33 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), στα άρθρα 3, 4 και 9 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν.31(Ι)/92), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.9 Θ. 4, Δ.27, Θ.4, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2 και 8, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το Κοινοδίκαιο και/ή το Δίκαιο της Επιείκειας, και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, στις νομικές αρχές που θεσπίστηκαν από τις υποθέσεις Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, Norwich Pharmacal Co. and Other v. Commissioners and Customs Excise

(1973)2 All E.R. 943 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), συγκεκριμένα και χωρίς περιορισμό στα άρθρα 11, 34, 36, 37, 39 και 67, στη διακριτική ευχέρεια και/ή τις γενικές και/ή συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 29,30 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 2, 3, 4, 5, 7, 8 και 9, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.θ.1-21, Δ.48 θ.θ.1-4 και 7, στη νομολογία του Ανωτάτου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αιτούμενο στην παράγραφο Α της αίτησης και μονομερώς εκδοθέν διάταγμα είναι τύπου Mareva αφού με αυτό δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων τόσο εντός όσο και εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd v. ΧΧΧ Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162 νομολογήθηκε ότι η εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων νόμου 14/60 στο Δικαστήριο είναι τόσο ευρεία, σε βαθμό που επιτρέπει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στις σελίδες 177 και 178: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. ΧΧΧ Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis [1975] 3 All E.R. 282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/60. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας.» Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν την, κατά τη θέση τους, αποτυχία της Ενάγουσας να ικανοποιήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Έχοντας κατά νουν τη νομολογιακή αρχή ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, θεωρώ επιβεβλημένο όπως το στοιχείο αυτό εξεταστεί πρωτίστως, πριν την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Όπως διαφαίνεται από τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης Ritala, η ένορκη αποκάλυψη, η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας προς συμμόρφωση της με το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε εναντίον της στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/18, ήταν αυτή που έκαμε γνωστή στην Ενάγουσα την εμπλοκή των Εναγομένων στο σχέδιο της, κατ' ισχυρισμόν, απάτης και συνωμοσίας που έλαβαν χώρα εις βάρος της. Πριν από την εν λόγω αποκάλυψη δεν ήταν εις γνώση της η συμμετοχή των Εναγομένων της παρούσας υπόθεσης στην εναντίον της ισχυριζόμενη συνωμοσία, γι' αυτό και δεν τους ενήγαγε με την ανωτέρω αναφερόμενη αγωγή της. Όπως επίσης διαφάνηκε, η ρηθείσα ένορκη δήλωση αποκάλυψης, η οποία υπογράφεται από την κα Χρ. Λοίζου εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας, επιδόθηκε στους δικηγόρους της Ενάγουσας στις 11/1/
  1. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης στις 22/1/
  2. Είμαι της άποψης ότι ο χρόνος των 11 ημερών που παρήλθε από την ημερομηνία κατά την οποία η Ενάγουσα έλαβε γνώση της εμπλοκής των Εναγομένων μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης κάθε άλλο παρά μεγάλος και αδικαιολόγητος ήταν. Δεν θα μπορούσα να μη λάβω υπόψη μου το διάστημα που χρειάστηκε για τη μελέτη των αποκαλυφθέντων εγγράφων από τους δικηγόρους της Ενάγουσας και την ετοιμασία από αυτούς της υπό εξέταση Αίτησης με την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η οποία και μεταφράστηκε από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της Ενάγουσας ότι με δεδομένη την άμεση αποξένωση χρημάτων από το λογαριασμό της Bitimpex, ήταν πέρα από ορατός ο κίνδυνος να αποξενωθούν έτι περαιτέρω περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων ακόμα και εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση από πλευράς Ενάγουσας στην προώθηση της υπό εξέταση Αίτησης. Συνεπώς ικανοποιείται πλήρως το στοιχείο του κατεπείγοντος. Έχοντας κατά νου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο η προσαχθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία ικανοποιεί τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. ΧΧΧ Lasala κ.ά. (ανωτέρω). H ενάγουσα στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη, κατά κύριο λόγο, συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή συνωμοσίας προς καταδολίευση και/ή απάτη και/ή συνωμοσίας για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και/ή ιδιοποίηση και/ή παράνομη κατακράτηση πράγματος και/ή παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Από τα όσα αναφέροντα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας, του δόλου και της απάτης. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.15-21, σελ.871 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια της συνωμοσίας: «Α conspiracy consists . in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means.» Eπίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην παρ.15-22, σελ.873, αναφέρεται ότι: «The tort requires an agreement, combination, understanding, or concert to injure, involving two or more persons.» Στην υπόθεση Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc
(2009)1 A.A.Δ.25, αναφέροντα τα ακόλουθα σχετικά με το αδίκημα της συνωμοσίας: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Tόμος 45
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα: "697. Εssential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish
(1)an agreement between two or more persons;
(2)either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
(3)that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant." Σε μετάφραση: «697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει:
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα.» Όσον αφορά την έννοια του δόλου, στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ.992 επεξηγήθηκε, με αναφορά στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, τόμος 18, σελ.189, ότι είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα (βλέπε επίσης Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ.1523, 1538 και 1539). Η απάτη επεξηγείται στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.» Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015 ημερ. 23/3/2017). Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της 2ης προϋπόθεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της διεκδικεί εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία ισχυριζόμενης συνωμοσίας προς καταδολίευση της, δόλου και/ή απάτης. Όπως διαφαίνεται δε από την παράγραφο Α του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το αξιούμενο ποσό των αποζημιώσεων αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο κατέβαλε στο λογαριασμό της εταιρείας Bitimpex τον οποίο διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση Ritala, η Ενάγουσα κατέβαλε στον ανωτέρω λογαριασμό το συνολικό ποσό των €1.154.811,00 προς συμμόρφωση της με τις συμβατικές της υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε δυνάμει των συμφωνιών τις οποίες συνήψε με την εταιρεία Bitimpex. Περαιτέρω, από τους ισχυρισμούς της ρηθείσας ένορκης δήλωσης καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτήν έγγραφα διαφαίνεται ότι συνολικό ποσό €854.400,00 από το λογαριασμό της εταιρείας Bitimpex μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένους λογαριασμούς των Εναγομένων τους οποίους διατηρούν με την Ελληνική Τράπεζα, ακολούθως δε από το λογαριασμό της Εναγόμενης 3 μεταφέρθηκαν διάφορα ποσά στους λογαριασμούς των Εναγομένων 1, 2 και
  1. Πιο συγκεκριμένα, στο λογαριασμό της Εναγόμενης 4 μεταφέρθηκε ποσό €606.000,00, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του κ. Ritala, χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της επιχείρησης της ενοικίασης αυτοκινήτων την οποία ασκεί η Εναγόμενη 4, συγκεκριμένα για την αγορά αυτοκινήτων πολυτελείας. Η διαδικασία της αποξένωσης των κατατεθέντων στο λογαριασμό της εταιρείας Bitimpex χρημάτων ξεκίνησε άμεσα με τα πρώτα δύο εμβάσματα των €460.000 στα οποία προέβηκε η Ενάγουσα. Αποτελεί ισχυρισμό της ένορκης δήλωσης Ritala ότι τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία περιήλθαν εις γνώση της Ενάγουσας από την ένορκη αποκάλυψη στην οποία είχε προβεί η Ελληνική Τράπεζα, η οποία ήταν μία εκ των Εναγομένων στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/2018, φανερώνει την εμπλοκή των Εναγομένων της παρούσας υπόθεσης στην απάτη και τη συνωμοσία προς καταδολίευση η οποία έλαβε χώρα εις βάρος της Ενάγουσας και ενορχηστρώθηκε από τον XXXXX, ο οποίος χρησιμοποίησε ως όχημα καταδολίευσης την εταιρεία Bitimpex, στην οποία είναι μέτοχος κατά 50% και διευθυντής της. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, με βάση τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως Ritala, ο Εναγόμενος 1 είναι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής των Εναγομένων 4 και 5 εταιρειών και ο υπογράφων για λογαριασμό τους, η δε Εναγόμενη 2 είναι η σύζυγος του XXXXX και μοναδική μέτοχος και διευθύντρια της Εναγόμενης
  2. Αξίζει να επισημανθεί ότι τόσο ο XXXXX, ο οποίος κατονομάζεται από την Ενάγουσα ως ο ενορχηστρωτής της συνωμοσίας και της απάτης, όσο και η εταιρεία Bitimpex, η οποία κατονομάζεται ως το όχημα που χρησιμοποιήθηκε για την απάτη, δεν περιλαμβάνονται στους Εναγόμενους της παρούσας αγωγής. Ο λόγος είναι καταφανής. Τα ανωτέρω πρόσωπα, μαζί με την Ελληνική Τράπεζα και ένα ακόμα πρόσωπο είναι οι Εναγόμενοι στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/2018 η οποία ηγέρθη εναντίον τους από την Ενάγουσα, με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για τα ίδια βασικά αστικά αδικήματα τα οποία έχει περιλάβει στο κλητήριο ένταλμα και της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης Ritala η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση αλλά και της ένορκης δήλωσης του η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/18 (Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης του) ο XXXXX και η εταιρεία Bitimpex απέσπασαν από την Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €1.154.811,00 παριστάνοντας σ' αυτήν, ψευδώς, ότι ήταν σε θέση να της παραδώσουν τις συμφωνηθείσες ποσότητες σιτηρών, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξαν, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιά την οποία αξιώνει εναντίον τους με την ανωτέρω αγωγή της. Είμαι της άποψης ότι το μαρτυρικό υλικό το οποίο παρουσίασε η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, την εκ πρώτης όψεως εμπλοκή των Εναγομένων στην ισχυριζόμενη συνωμοσία προς καταδολίευση της και την εναντίον της απάτη, των οποίων, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ιθύνων νους ήταν ο XXXXX, ο οποίος χρησιμοποίησε ως όχημα καταδολίευσης την εταιρεία Bitimpex. Ειδικά δε όσον αφορά τις ανωτέρω αναφερόμενες μεταφορές χρημάτων στους λογαριασμούς των Εναγομένων θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση δεν αρνείται ότι αυτές έγιναν. Προβάλλει όμως τον ισχυρισμό ότι έγιναν καθόλα νομότυπα και ότι απουσιάζει από αυτές παντελώς το στοιχείο της ύποπτης συναλλαγής. Οι ανωτέρω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 δεν μπορούν να αξιολογηθούν στο στάδιο αυτό. Το κατά πόσο οι ρηθείσες μεταφορές χρημάτων έγιναν πράγματι νόμιμα ή όχι είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε τελικό στάδιο μετά την αξιολόγηση και εις βάθος ανάλυση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς και τη διατύπωση ανάλογων ευρημάτων (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1665). Στα πλαίσια της εξέτασης της 2ης προϋπόθεσης εμπίπτει και η εξέταση της θέσης των Εναγομένων ότι τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή δεδομένου του ότι στις υπογραφείσες μεταξύ Ενάγουσας και εταιρείας Bitimpex συμφωνίες περιλαμβάνεται ρήτρα για παραπομπή οποιωνδήποτε διαφορών προκύψουν μεταξύ των μερών στο Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης, το οποίο και θα εφαρμόσει τη Σουηδική νομοθεσία για σκοπούς επίλυσης οποιασδήποτε διαφοράς, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής της εφαρμογής οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας. Η ανωτέρω θέση των Εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατά πρώτον, όπως οι Εναγόμενοι παραδέχονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, οι ίδιοι δεν είναι συμβαλλόμενοι στις συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν μεταξύ Ενάγουσας και Bitimpex. Κατά δεύτερον, η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον τους δεν έχει ως βάση τις ανωτέρω συμφωνίες, αλλά την ισχυριζόμενη συνωμοσία και απάτη στην οποία, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, συμμετείχαν προς καταδολίευση της. Συνεπώς διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της υπόθεσης. Θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι το καταχωρησθέν από τους συνηγόρους των Εναγομένων σημείωμα εμφάνισης είναι άνευ όρων, κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν όπως υπαχθούν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της εξέτασης της 2ης προϋπόθεσης θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί και η θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν έχει προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των πραγματικών ουσιωδών γεγονότων. Ειδικότερα οι Εναγόμενοι επιρρίπτουν στην Ενάγουσα ότι παρέλειψε: (i) Να αναφέρει ότι αρμόδιο για επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς είναι το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. (ii) Να αναφέρει τη δική της ευθύνη για την μη υλοποίηση των συμφωνιών με την εταιρεία Bitimpex. (iii) Να αναφέρει ότι μεταφορές από τον λογαριασμό της εταιρείας BITIMPEX έγιναν προς προμηθευτές σιτηρών. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Τα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ως μη αποκαλυφθέντα από την Ενάγουσα δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Εν πρώτοις έχω ν' αναφέρω ότι στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης Ritala γίνεται αναφορά στη διαιτητική διαδικασία η οποία εκκρεμούσε στο Σουηδικό Διαιτητικό Δικαστήριο μεταξύ Ενάγουσας και εταιρείας Bitimpex καθώς και στα προσωρινά διατάγματα που εξασφαλίστηκαν στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης υπ' αρ. XXXXX/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού προς υποβοήθηση της ανωτέρω διαιτητικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο σε αμέσως προηγούμενο σημείο της απόφασης του επεξήγησε το λόγο για τον οποίο κέκτηται αρμοδιότητας προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Πίττα, η οποία καταχωρίστηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου, παρουσιάζεται αντίγραφο της απόφασης η οποία εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο (Ινστιτούτο) του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα παραλείπει να αναφέρει τη δική της ευθύνη για τη μη υλοποίηση των συμφωνιών που συνήψε με την εταιρεία Bitimpex, πρόκειται καθαρά για ισχυρισμούς της πλευράς των Εναγομένων οι οποίοι παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 και συνιστούν τη δική τους εκδοχή. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι οι εκατέρωθεν προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα αξιολογηθούν και θα αναλυθούν από το Δικαστήριο σε τελικό στάδιο και όχι στο στάδιο αυτό. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί οι μεταφορές χρημάτων που έγιναν από το λογαριασμό της εταιρείας Bitimpex σε προμηθευτές των σιτηρών, ουδέν αναληθέστερο. Στην παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης Ritala περιγράφονται λεπτομερώς οι μεταφορές χρημάτων που έγιναν σε 3 νομικές οντότητες καθώς και τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από αυτές, οι συγκεκριμένες δε λεπτομέρειες περιήλθαν σε γνώση της Ενάγουσας μέσω της ένορκης αποκάλυψης της Χρ. Λοΐζου. Το κατά πόσο οι ως άνω οντότητες ήταν οι κατ' ισχυρισμό προμηθευτές των σιτηρών, θεωρώ ότι ήταν έξω από τα όρια γνώσης της Ενάγουσας, αφού δεν ήταν μαζί της που συμβλήθηκαν. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι στην ένορκη δήλωση Ritala ο Εναγόμενος 1 περιγράφεται ως διευθυντής και μέτοχος κατά 50% της εταιρείας Bitimpex. Φυσικά, από τα στοιχεία που παρουσίασε η πλευρά των Εναγομένων διαφάνηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Δεν με βρίσκει όμως σύμφωνο η θέση των Εναγομένων περί σκοπιμότητας προβολής του ανωτέρω ισχυρισμού και προσπάθειας παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Όπως έχει διαφανεί, η συγκεκριμένη πληροφόρηση περιήλθε εις γνώση της Ενάγουσας μέσα από την ένορκη δήλωση της κας Χρ. Λοΐζου στην οποία ρητά αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής και μέτοχος με ποσοστό 50% στην εταιρεία Bitimpex. Από τη στιγμή λοιπόν που η γνώση της Ενάγουσας βασίστηκε αποκλειστικά στην πληροφόρηση την οποία έλαβε μέσω της ένορκης αποκάλυψης της κας Λοΐζου αίρεται οποιαδήποτε σκιά όσον αφορά τη γνησιότητα των προθέσεων της. Ένα ακόμα ζήτημα που εγείρεται στους λόγους ένστασης είναι το ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για το λόγο ότι η Ενάγουσα έχει ήδη καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και την αγωγή υπ' αρ. XXXXX/18 με την ίδια βάση αγωγής και γεγονότα, η οποία αποτελεί δεδικασμένο. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να είχε προβεί σε τροποποίηση της ανωτέρω αναφερόμενης αγωγής, η βάση της οποίας είναι πανομοιότυπη με την παρούσα αγωγή και όλα τα θέματα της παρούσας, θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είχαν προβληθεί στα πλαίσια της ανωτέρω αγωγής. Από πλευράς Ενάγουσας προβάλλεται, μέσω της ένορκης δήλωσης Ritala, ότι επέλεξε να προχωρήσει στην καταχώρηση νέας αγωγής ενόψει του ότι σε περίπτωση που προσπαθούσε να προσθέσει τους Εναγόμενους ως διάδικους στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/18 θα έπρεπε πρώτα να ειδοποιηθούν οι εκεί Εναγόμενοι, κάτι το οποίο αδιαμφισβήτητα θα έθετε εις γνώση των Εναγομένων τις προσπάθειες της Ενάγουσας να κινηθεί εναντίον τους, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε στην περαιτέρω αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Εξετάζοντας με προσοχή τις ανωτέρω θέσεις, πρωτίστως έχω να αναφέρω ότι δεν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου ενόψει του ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων στις δύο αγωγές. Αναμφισβήτητα οι Εναγόμενοι της παρούσας αγωγής είναι εντελώς διαφορετικά πρόσωπα από τους Εναγόμενους της αγωγής υπ' αρ. XXXXX/2018. Κατά δεύτερον είμαι της άποψης ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί στο παρόν στάδιο, πιο συγκεκριμένα δεν θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά πόσο η Ενάγουσα ορθά ήγειρε την παρούσα αγωγή ή θα έπρεπε να καταστήσει τους Εναγόμενους της παρούσας αγωγής διάδικους στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/2018. Εν πάση περιπτώσει θα ήθελα να αναφέρω ότι με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η θέση της Ενάγουσας ότι αποτελεί δικαίωμα της να προωθήσει ξεχωριστή αγωγή εναντίον των Εναγομένων ενόψει του ότι έχει αυτοτελή βάση αγωγής εναντίον τους. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής της και, κατ' επέκταση, πέτυχε να ικανοποιήσει και τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της ικανοποίησης της 3ης προϋπόθεσης. Στη LOUCAS PANAYIOTOY ESTATES LTD κ.ά. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. ΧΧΧ Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η Ενάγουσα ισχυρίζεται, μέσω της ένορκης δήλωσης Ritala, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα οι Εναγόμενοι θα πράξουν ό,τι είναι δυνατό ώστε να αποξενώσουν και να διασκορπίσουν, έτι περαιτέρω, τα περιουσιακά τους στοιχεία, ώστε να μην καταστεί δυνατή η εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί προς όφελος της. Ισχυρίζεται ακόμα ότι η περαιτέρω αποξένωση και ο διασκορπισμός των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων, πιθανόν σε ξένες δικαιοδοσίες ή μέσω πώλησης σε καλόπιστους τρίτους, ελοχεύει επίσης τον κίνδυνο αδυναμίας εντοπισμού τους, ώστε να δεσμευτούν ή να επιστραφούν προς ικανοποίηση της απαίτησης της. Από την πλευρά τους οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς της Ενάγουσας αντιπαραβάλλοντας, απλά, ότι αυτοί παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση RAPP v. SINDEN κ.ά. Πολ. Έφεση Ε191/2014 ημερ. 20/3/2020 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση: «Ο κύριος λόγος απόρριψης της αίτησης είναι συνυφασμένος με την τρίτη προϋπόθεση. Αναφορικά με αυτή και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στα πλαίσια του άρθρου 32, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέγγισε το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Αναλώθηκε στην εκτίμηση του κινδύνου αποξένωσης, αντί να εξετάσει τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαζόταν ή επιβαρυνόταν το ακίνητο.» Απόλυτα σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση HAZLEWOOD INVESTMENT & FINANCE Ltd v. MANUEL κ.ά., Πολ. 'Εφεση Αρ Ε14/2017 και Ε209/2017 ημερ. 16/7/2019: «Στη Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 τονίστηκε ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η όποια επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος αποξένωσης ήταν υπαρκτός ώστε εντέλει να υφίσταται η αδυναμία ή δυσκολία απονομής δικαιοσύνης και το επιχείρημα της φερεγγυότητας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί με την ευκολία αποξένωσης.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν θα μπορούσα να κάμω αποδεκτή τη θέση των Εναγομένων ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί προτιθέμενης από μέρους τους αποξένωσης περιουσίας παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι. Παρά το ότι η ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία δεν απαιτεί την παρουσίαση μαρτυρίας προς απόδειξη της πρόθεσης αποξένωσης, εντούτοις θα ήθελα να επισημάνω ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων, όπως περιγράφεται στην ένορκη δήλωση Ritala, έχει καταδείξει τον περαιτέρω κίνδυνο αποξένωσης, δικαιολογώντας, κατ' αυτό τον τρόπο, τους φόβους της Ενάγουσας για αδυναμία στον εντοπισμό της περιουσίας που πιθανόν να αποξενωθεί. Επισημαίνω ότι όπως διαφάνηκε μέσα από την ένορκη δήλωση Ritala καθώς και τα αποκαλυφθέντα στην ένορκη δήλωση της Χρ. Λοΐζου στοιχεία, το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που η Ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό της Bitimpex διοχετεύτηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στους λογαριασμούς των Εναγομένων τους οποίους διατηρούν με την Ελληνική Τράπεζα, καθώς και σε λογαριασμούς του XXXXX, ακολούθως δε το μεγαλύτερο μέρος των μεταφερθέντων στο λογαριασμό της Εναγόμενης 3 εταιρείας μεταφέρθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης 4, στη συνέχεια δε σπαταλήθηκε για την αγορά αυτοκινήτων πολυτελείας, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην παράγραφο 27 και επόμενα της ένορκης δήλωσης Ritala. Αναμφίβολα δε σε περίπτωση που επέλθει οποιαδήποτε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της προς όφελος της Ενάγουσας τυχόν εκδοθείσας απόφασης. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει και την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Στρέφομαι τώρα στο ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην ένορκη δήλωση Ritala υποστηρίζεται ότι αυτό γέρνει ξεκάθαρα προς την πλευρά της Ενάγουσας δεδομένου ότι θα υποστεί τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από την πλευρά τους οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν, μέσω της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 ότι για όλο το χρονικό διάστημα που οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί παραμένουν δεσμευμένοι δεν μπορούν να προχωρήσουν με τις αναγκαίες πληρωμές με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρότατα προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα οι Εναγόμενες εταιρείες αδυνατούν να πληρώσουν τα βασικά μηνιαία έξοδα τους όπως μισθούς υπαλλήλων, κοινωνικές ασφαλίσεις, ενοίκιο και λογαριασμούς κοινής ωφελείας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρότατα προβλήματα στη λειτουργία τους. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2, εκτός του ότι δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο και τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας αδυνατούν να καλύψουν τα έξοδα διαβίωσης τους. Επιφυλάσσονται δε να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης ζημιάς την οποία υφίστανται καθημερινά κατά τη δικάσιμο. Στην πρόσφατη απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην προκείμενη περίπτωση αφού στάθμισα όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές κατέληξα ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά της Ενάγουσας. Είμαι της άποψης ότι η τυχόν απόρριψη της αίτησης της θα προκαλέσει σ' αυτήν συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη αδικία απ' ότι η οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος διατάγματος. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων ότι υφίστανται καθημερινά ζημιά για όσο χρονικό διάστημα οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους εξακολουθούν να είναι δεσμευμένοι, παρέμειναν γενικοί και αόριστοι αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν προσδιορίσει το ποσό το οποίο χρειάζονται για κάλυψη των βασικών αναγκών και εν γένει συντήρηση τους. Ομοίως οι Εναγόμενες 3, 4 και 5 εταιρείες παρέλειψαν να καθορίσουν τα βασικά μηνιαία έξοδα τα οποία απαιτούνται για τη λειτουργία τους. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι σε κατοπινό στάδιο της έκδοσης του διατάγματος παγοποίησης επήλθε, με κοινή συμφωνία των συνηγόρων των δύο πλευρών, τροποποίηση του που είχε ως αποτέλεσμα να εξαιρεθεί το δικαίωμα της Εναγόμενης 4 να αιτηθεί την ανανέωση των αδειών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων της. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι οι Εναγόμενοι είχαν κάθε δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία, οποτεδήποτε το έκριναν σκόπιμο, ώστε να εξαιρεθούν της εμβέλειας του διατάγματος παγοποίησης συγκεκριμένα ποσά κατά τρόπο που να μπορούν να καλύπτουν τα έξοδα διαβίωσης και συντήρησης τους καθώς και τα λειτουργικά έξοδα των Εναγομένων 3, 4 και 5 εταιρειών. Από τον Ιανουάριο όμως του 2019 που εκδόθηκε το ρηθέν διάταγμα παγοποίησης σε κανένα τέτοιο διάβημα προέβηκαν, εκτός φυσικά από το αίτημα τους να τους επιτραπεί η ανανέωση των αδειών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων της Εναγόμενης 4 εταιρείας, αίτημα στο οποίο συγκατατέθηκε η πλευρά της Ενάγουσας. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η πλάστιγγα γέρνει προς όφελος της Ενάγουσας είναι η διατήρηση του status quo ante, το οποίο πολύ πιθανόν να διαταραχθεί σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα παγοποίησης. Θεωρώ απόλυτα σχετικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση τα οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «Η φύση του διατάγματος ως mareva και ο εγγενής σκοπός του να προστατέψει το status quo, απαγορεύοντας την αποξένωση που άλλως πως θα ήταν εύκολη και δυσδιάκριτη και δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με τη φερεγγυότητα, μας οδηγεί στα λεχθέντα υπό του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover ν. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR670, ότι δηλαδή το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της προσφορότητας πρέπει να υιοθετήσει κείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους μικρότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη.» Πέραν των πιο πάνω δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το εκδοθέν διάταγμα παγοποίησης περιλαμβάνει ακίνητη περιουσία η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Δεν θεωρώ όμως ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στη δέσμευση του συγκεκριμένου ακινήτου. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, στις περιπτώσεις που εγείρεται αγωγή για αποζημιώσεις είναι δυνατή η δέσμευση ακίνητης περιουσίας, με βάση το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και θα πρέπει να αποδειχθεί πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο Ενάγοντας να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει μεταγενέστερη απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ότι η 3η προϋπόθεση προσομοιάζει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο Ενάγοντας να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του (Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 ΑΑΔ 120 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά. (ανωτέρω)). Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Ειδικά όμως όσον αφορά την 3η προϋπόθεση θα ήθελα να προσθέσω ότι από τη στιγμή που η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ακόμα τα επακριβή περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων ούτε και την αξία τους, η δέσμευση του μοναδικού ακινήτου τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη ώστε να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί μεταγενέστερα προς όφελος της Ενάγουσας. ΤΟ ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΥΠΟΥ NORWICH PHARMACAL Όπως έχει ήδη αναφερθεί η Ενάγουσα με το αιτητικό της παραγράφου ΣΤ αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως ετοιμάσουν και καταχωρήσουν ένορκη δήλωση η οποία να περιλαμβάνει και/ή περιέχει όλες τις πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων αναφορικά με τα ακόλουθα: (α) με όλους τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς οι οποίοι διατηρούνται εξ ολοκλήρου από τους ίδιους και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα και/ή στους οποίους είναι πραγματικοί κάτοχοι και/ή τελικοί δικαιούχοι (beneficial owners) ή/και αναφορικά με τους οποίους οι ίδιοι έχουν τον έλεγχο ή/και τους όρους εντολής λειτουργίας λογαριασμού (mandate) σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή τραπεζικό ίδρυμα στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, αναφορικά με τη χρονική περίοδο από τις 11.10.2017 μέχρι και την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. (β) με όλα τα περιουσιακά στοιχεία και/ή την κινητή και/ή ακίνητη τους περιουσία στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα τους και/ή των οποίων είναι πραγματικοί και/ή τελικοί δικαιούχοι (beneficial owners) και/ή τους ανήκουν εξ ολοκλήρου και/ή από κοινού με άλλα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα είτε άμεσα είτε έμμεσα, αναφορικά με τη χρονική περίοδο από τις 11.10.2017 μέχρι και την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. Στην ένορκη δήλωση Ritala προβάλλεται ότι είναι σημαντικό να εκδοθούν τα ανωτέρω διατάγματα αποκάλυψης, επικουρικά του διατάγματος παγοποίησης, ώστε η Ενάγουσα να γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων τα οποία πρόκειται να δεσμευτούν και θα προσδοθεί νόημα στο ρηθέν διάταγμα παγοποίησης ώστε να εξειδικευτούν τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων τα οποία θα δεσμευτούν. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Ενάγουσας υποστηρίζεται ότι, ενόψει του ότι τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων τα οποία γνωρίζει η Ενάγουσα είναι αυτά τα οποία έχουν καταγραφεί στην ένορκη δήλωση Ritala, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης θα είναι αδύνατο να υπάρχει πλήρης εικόνα αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης εναντίον τους αλλά και ελέγχου υπακοής τους στο εκδοθέν διάταγμα παγοποίησης. Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. ΧΧΧ Stepanek κ.ά.,
(2012)1Β ΑΑΔ 1403. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα
(2014)1Α ΑΑΔ 118, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Στην προκείμενη περίπτωση το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης δεν ζητείται για σκοπούς ιχνηλάτησης ούτε βέβαια και η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε ως τέτοια, αφού στηρίζεται στα αγώγιμα δικαιώματα του δόλου, της απάτης και της συνωμοσίας προς καταδολίευση (Αθανασίου κ.ά. ν. Οντόνι
(2014)1Γ ΑΑΔ 2669). Είναι φανερό ότι ζητείται για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης. Η Ενάγουσα, εκτός από τους λογαριασμούς των Εναγομένων τους οποίους διατηρούν με την Ελληνική Τράπεζα και οι οποίοι περιήλθαν εις γνώση της μέσω της ένορκης αποκάλυψης στην οποία προέβη η εν λόγω τράπεζα, δεν γνωρίζει κατά πόσο οι Εναγόμενοι κατέχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία και ποια είναι αυτά. Στην υπόθεση Raikov v. Rual Trade Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A19, Πολιτική Έφεση αρ. 184/2012, ημερομηνίας 18/1/2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.» Θεωρώ επίσης απόλυτα σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά. (ανωτέρω): «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
  1. f)και (
  2. h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva.» Με οδηγό τα όσα εκτίθενται πιο πάνω καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης είναι αναγκαίο προς το σκοπό της υποβοήθησης καθώς και αστυνόμευσης του διατάγματος παγοποίησης. Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι, όπως έχει αναφερθεί κατά την εξέταση της συνδρομής της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32, η παρουσιασθείσα μαρτυρία έχει καταδείξει την εκ πρώτης όψεως εμπλοκή των Εναγομένων στο σχέδιο συνωμοσίας το οποίο ενορχηστρώθηκε από τον XXXXX προς καταδολίευση και εξαπάτηση της Ενάγουσας. Φυσικά έχω παρατηρήσει ότι εκτός από την αποκάλυψη των τραπεζικών λογαριασμών και της κινητής τους περιουσίας επιζητείται και η αποκάλυψη της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Όμως το διάταγμα παγοποίησης εξεδόθη για συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο βρίσκεται επί της οδού XXXXX 82, διαμέρισμα XXXXX, στη XXXXX. Μάλιστα σε ενδιάμεσο στάδιο υπήρξε τροποποίηση του ρηθέντος διατάγματος με την προσθήκη των κτηματολογικών στοιχείων του συγκεκριμένου ακινήτου. Συνεπώς, από τη στιγμή που το ρηθέν διάταγμα εξεδόθη για συγκεκριμένο ακίνητο η αποκάλυψη οποιασδήποτε άλλης ακίνητης περιουσίας τους είναι αχρείαστη και δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς του ρηθέντος διατάγματος παγοποίησης. Συνεπώς η παράγραφος (β) του Αιτητικού ΣΤ θα πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει την αποκάλυψη της κινητής περιουσίας των Εναγομένων μόνο. Πέραν των πιο πάνω θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι με την αιτούμενη ένορκη αποκάλυψη θα καθοριστεί και η αξία των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων, σε περίπτωση δε που φανεί ότι αυτά είναι μεγαλύτερης αξίας από την απαίτηση της Ενάγουσας, όπως ισχυρίζεται η πλευρά των Εναγομένων, θα μπορεί κάλλιστα να υποβληθεί αίτηση για περιορισμό των παγοποιηθέντων περιουσιακών στοιχείων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι το εκδοθέν διάταγμα παγοποίησης, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Επίσης θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης, διαμορφωμένο όμως κατά τον τρόπο που θα περιγραφεί πιο κάτω. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων. Με βάση τα πιο πάνω, το Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 29/1/2020, όπως τροποποιήθηκε με βάση τα διατάγματα ημερ. 8/2/2019 και 29/5/2019 οριστικοποιείται. Επίσης εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1-5 διατάσσονται όπως εντός 30 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος στους δικηγόρους τους ετοιμάσουν και καταχωρήσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκη δήλωση η οποία να αναφέρει και/ή περιλαμβάνει και/ή περιέχει όλες τις πληροφορίες και/ή στοιχεία καθώς και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, τα οποία οι Εναγόμενοι έχουν στη φύλαξη και/ή κατοχή και/ή έλεγχο τους, αναφορικά με τα ακόλουθα: (α) με όλους τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς οι οποίοι διατηρούνται εξ ολοκλήρου από τους ίδιους και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα και/ή στους οποίους είναι πραγματικοί κάτοχοι και/ή τελικοί δικαιούχοι (beneficial owners) ή/και αναφορικά με τους οποίους οι ίδιοι έχουν τον έλεγχο ή/και τους όρους εντολής λειτουργίας λογαριασμού (mandate) σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή τραπεζικό ίδρυμα στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, αναφορικά με τη χρονική περίοδο από τις 11.10.2017 μέχρι και την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. (β) με όλη την κινητή τους περιουσία στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους και/ή της οποίας είναι πραγματικοί και/ή τελικοί δικαιούχοι (beneficial owners) και/ή τους ανήκει εξ ολοκλήρου και/ή από κοινού με άλλα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα είτε άμεσα είτε έμμεσα, αναφορικά με τη χρονική περίοδο από τις 11.10.2017 μέχρι και την καταχώρηση της αιτούμενης Ένορκης Δήλωσης. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........................................ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.