C.S Building Solutions Ltd ν. M.T. PIPERARIS TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 251/2018, 1/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 251/2018 Μεταξύ: C.S Building Solutions Ltd Εναγόντων και M.T. PIPERARIS TRADING LIMITED Εναγόμενων Ημερομηνία: 1 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Νικολάου για κα Αγγελίνα Αγαθοκλέους Για Εναγόμενους: κα Φικρέτ για κ.κ. PHC Tsangarides LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση υλικών οικοδομής. Οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των Εναγόντων. Δυνάμει προφορικής συμφωνία που έγινε στην Λεμεσό κατά ή περί τις 21/11/2013 οι διάδικοι συμφώνησαν όπως οι Ενάγοντες πωλούν στους Εναγόμενους και οι τελευταίοι να αγοράζουν από τους Ενάγοντες, διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει και οι Ενάγοντες άνοιξαν προς τούτο σχετικό λογαριασμό επ' ονόματι των Εναγομένων. Κατά ή περί το έτος 2017 οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους τους και οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους τους υλικά οικοδομής επί πιστώσει. Για τις πιο πάνω πωλήσεις οι Ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες και/ή υπάλληλοι τους, εξέδωσαν τιμολόγια τα οποία οι Εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες και/ή υπάλληλοι τους υπέγραψαν και/ή αποδέχθηκαν και παρέλαβαν. Οι Ενάγοντες εξέδωσαν κατά πάντα ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο 11 τιμολόγια, τα οποία προνοούσαν ότι εάν εντός 30 ημερών από την έκδοση τους δεν πληρώνονταν θα έφεραν τον εκάστοτε νόμιμο τόκο. Οι Ενάγοντες δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας χρέωναν το ισόποσο σε τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος τηρείτο προς τούτο μεταξύ των διαδίκων, στον οποίον οι Εναγόμενοι χρεώνονταν με την αξία των εκάστοτε προς αυτούς πωλούμενων εμπορευμάτων και πιστωνόταν με τα διάφορα ποσά τα οποία οι Εναγόμενοι πλήρωναν προς τους Ενάγοντες. Ο ως άνω τρεχούμενος λογαριασμός κατά ή περί την 20/1/2017 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €4.237,61.- Κατά ή περί την 24/1/2017 ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός χρεώθηκε περαιτέρω τα ποσά των επίδικων τιμολογίων και πιστώθηκε κατά ή περί την 7/2/2017 με το ποσό των €1.500.-, κατά ή περί την 21/2/2017 με το ποσό των €2.000.- και κατά ή περί την 12/4/2017 με το ποσό των €737,61.-. Έκτοτε οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό πλήρωσαν έναντι του ως άνω υπολοίπου χρέους τους με αποτέλεσμα κατά ή περί τις 13/4/2017 ο εν λόγω λογαριασμός να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1.409,24.- πλέον νόμιμο τόκο, ο οποίος προκύπτει από τα εκδοθέντα από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους τιμολόγια τα οποία οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει. Οι Ενάγοντες επανειλημμένα και η δικηγόρος τους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατά ή περί τις 3/8/2017 κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως πληρώσουν το ως άνω οφειλόμενο ποσό αλλά αυτοί παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις τους αρνούνται και/ή παραλείπουν και/ή αμελούν να πράξουν αυτό μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό να οφείλεται ακόμα εξ ολοκλήρου. Ως εκ των ανωτέρω, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ποσό ύψους €1.409,24.- πλέον νόμιμους τόκους από 13/4/2017 και έξοδα. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη νομική υπόσταση των Εναγόντων και τον τομέα που αυτοί δραστηριοποιούνται. Παραδέχονται επίσης τη νομική υπόσταση τους ως αυτή αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και ότι ήταν πελάτες των Εναγόντων. Αρνούνται ωστόσο τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων και αναφέρουν ότι κατά ή περί το έτος 2017 παρήγγειλαν και αγόρασαν διάφορα εμπορεύματα από τους Ενάγοντες τα οποία έχουν εξοφλήσει πλήρως. Επίσης ισχυρίζονται ότι κάποια οικοδομικά υλικά τα οποία προμηθεύτηκαν από τους Ενάγοντες ήταν ακατάλληλα και/ή ελαττωματικά με αποτέλεσμα να υποστούν ειδικές ζημιές τις οποίες επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν μεταγενέστερα δικαστικώς. Αναφέρουν επίσης ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στους Ενάγοντες και ότι τους έχουν εξοφλήσει πλήρως χωρίς να έχει παραμείνει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο σε αυτούς. Επιπρόσθετα είναι η θέση τους ότι οι Ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι τους, τους ανέφεραν και/ή τους διαβεβαίωσαν ότι κάποια από τα οικοδομικά υλικά που προμηθεύτηκαν δεν θα χρεώνονταν λόγω της ακαταλληλότητας τους και/ή λόγω της ζημιάς που προκλήθηκε σε αυτούς από τη χρήση και/ή εφαρμογή τους. Αναφέρουν επίσης ότι ψευδώς οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παραμένει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο προς αυτούς και πως ουδέποτε οι Εναγόμενοι έχουν ενημερωθεί για το κατ' ισχυρισμό από τους Ενάγοντες οφειλόμενο υπόλοιπο παρά μόνο με την έγερση της παρούσας αγωγής. Επίσης απορρίπτουν τις αξιώσεις των Εναγόντων και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής, ως νόμο και ουσία αβάσιμη, αόριστη και αστήρικτη και αναφέρουν ότι η παρούσα αγωγή είναι εντελώς αυθαίρετη και/ή καταχρηστική και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ αυτών. Από την πλευρά τους οι Ενάγοντες με την Απάντηση στην Υπεράσπιση τους αρνούνται και απορρίπτουν όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων εφ' όσον αυτοί δεν αποτελούν παραδοχές των ισχυρισμών τους και/ή στο βαθμό που αυτοί είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν και/ή αντιφάσκουν με τους ισχυρισμούς τους. Περαιτέρω και άνευ βλάβης της πιο πάνω γενικής άρνησης, ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί εξόφλησης και ακαταλληλότητας και/ή ελαττωματικότητας κάποιων από τα οικοδομικά υλικά που προμηθεύτηκαν από αυτούς, είναι γενικοί και αόριστοι και/ή ψευδείς και/ή αποτελούν προϊόν ώριμης σκέψης και ότι ουδέποτε προηγουμένως, τέθηκε θέμα ακαταλληλότητας και/ή ελαττωματικών προϊόντων που τους παραδόθηκαν, και που οι Εναγόμενοι παρέλαβαν ως της αρεσκείας τους και/ή χρησιμοποίησαν και/ή τοποθέτησαν στο χώρος τους. Είναι επίσης ισχυρισμός τους ότι τα επίδικα προϊόντα που εμφαίνονται στα επίδικα τιμολόγια και/ή λογαριασμό, τα οποία οι Εναγόμενοι αγόρασαν και τους παραδόθηκαν, οι Εναγόμενοι τα αποδέχτηκαν ως της αρεσκείας τους και τα τοποθέτησαν στη συνέχεια από μόνοι τους και/ή από εντεταλμένους τους στο χώρο για τα οποία τα προόριζαν. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι οι Εναγόμενοι έχουν ήδη καταβάλει το ποσό των €25.780,25.- μέρος του οποίου αποτελεί πληρωμή έναντι των επιδίκων τιμολογίων, και οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των Εναγομένων περί εξόφλησης και/ή ακαταλλήλων προϊόντων είναι απλά κακόβουλοι και/ή ψευδείς και/ή προϊόν ώριμης σκέψης με αποτέλεσμα να παραμείνει ως υπόλοιπο αυτών το αξιούμενο ποσό των €1.409,24.- Προσκομισθείσα Μαρτυρία Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 5/2/2018 και με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε κατατάσσεται στις υποθέσεις Ταχείας Εκδίκασης αφού το αντικείμενο της δεν υπερβαίνει το ποσό των €3,000.-. Σύμφωνα δε με τη Δ.30 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα πλαίσια της αγωγής το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες σε σχέση με την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των δυο πλευρών. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε στις 4/4/2019 την Ένορκη Δήλωση της κας XXX Παναγιώτου(Μ.Ε.1) στην οποία επισυνάπτονται 3 τεκμήρια (Τεκμήρια 1 μέχρι 3) και στις 19/6/2019 καταχωρίστηκε από πλευράς Εναγομένων, η Ένορκη Δήλωση της κας XXX Βαλανίδου (Μ.Υ.1). Οι εν λόγω Ένορκες Δηλώσεις αποτέλεσαν τη μαρτυρία των δύο πλευρών για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση της η κα XXX Παναγιώτου (Μ.Ε.1) η οποία ως αναφέρει βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων από το έτος 2002 μέχρι σήμερα και εργάζεται ως λογίστρια, με πτυχία οικονομικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς στην Ελλάδα, στην ουσία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 σχετική κατάσταση λογαριασμού, όπου παρουσιάζεται χρεωστικό υπόλοιπο κατά τις 13/4/2017 το ποσό των €1.409,24.-, ως Τεκμήριο 2 δέσμη αποτελούμενη από έντεκα τιμολόγια που εκδόθηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας των μερών καθώς επίσης και ως Τεκμήριο 3 επιστολή ημερομηνίας 4/8/2017 η οποία στάληκε με ηλεκτρονικό μήνυμα στους Εναγόμενους. Περαιτέρω η κα Παναγιώτου αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν συχνά τηλεφωνικώς από την ίδια για το υπόλοιπο του λογαριασμού τους και ουδέποτε της αρνήθηκαν για το εκάστοτε υπόλοιπο που τους παρουσίαζε κάθε φορά ότι όφειλαν στους Ενάγοντες, αντίθετα ζητούσαν πίστωση χρόνου λόγω κάποιων οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η εταιρεία των Εναγομένων. Αναφέρει επίσης ότι όταν οι Εναγόμενοι έπαψαν να ανταποκρίνονται στα τηλεφωνήματα της έδωσε εντολή στη δικηγόρο τους να στείλει μία επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εκ μέρους των Εναγόντων, προτού κινηθεί αγωγή, (Τεκμήριο 3). Επισημαίνει ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν καμία σχέση με την τοποθέτηση των προϊόντων στο χώρο των Εναγομένων ούτε με τον τρόπο ούτε με το ποιοι τοποθέτησαν τα προϊόντα. Επίσης διευκρινίζει ότι τα προϊόντα των Εναγόντων οι Εναγόμενοι, τα παραλάμβαναν συνήθως μέσω του εργολάβου του έργου τους από το κατάστημα των Εναγόντων. Επισημαίνει ότι ουδέποτε προηγουμένως οι Εναγόμενοι ή μέσω άλλου εκπροσώπου τους έθεσαν θέμα ειδικών ζημιών ούτε ποτέ τους ενημέρωσαν για κάτι τέτοιο, κάτι το οποίο ως αναφέρει θα γνώριζε αφού για τέτοια θέματα ενημερωνόταν άμεσα από το αρμόδιο Τμήμα των Εναγόντων. Αναφέρει, επίσης ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξόφλησαν πλήρως το χρεωστικό λογαριασμός τους ως ισχυρίζονται και αυτό εμφαίνεται από το χρεοπιστωτικό λογαριασμό Τεκμήριο 1. Είναι επίσης η θέση της ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ανέφεραν ότι κάποια προϊόντα ήταν ακατάλληλα και ουδέποτε οι Ενάγοντες τους διαβεβαίωσαν ότι κάποια προϊόντα δεν θα χρεώνονταν λόγω ακαταλληλότητας τους. Είναι η θέση της ότι αυτό το ζήτημα τέθηκε πρώτη φορά στην Υπεράσπιση τους και δεν είναι αποδεκτό από τους Ενάγοντες. Αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν ή αποδέχονται ότι οι Εναγόμενοι είχαν ζημιά από τη χρήση των προϊόντων τους. Ενώ σε σχέση με τη ζημιά που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν, αναφέρει ότι αν έχουν ζημιά από την εφαρμογή των προϊόντων των Εναγόντων αυτό δεν το γνωρίζει αλλά ούτε και αφορά τους Ενάγοντες οι οποίοι πώλησαν κατάλληλα προϊόντα στους Εναγόμενους και μπορεί να προέκυψε ζημιά από την εφαρμογή τους από τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τους Ενάγοντες. Επισημαίνει επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν συμβλήθηκαν με τους Ενάγοντες για εφαρμογή των προϊόντων τους και αυτό πραγματοποιήθηκε από εντεταλμένους των Εναγομένων. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες δεν μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για κακοτεχνίες τρίτων προσώπων, πέραν του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν ανταπαίτηση αλλά ούτε ανέφεραν συγκεκριμένη ζημιά στα δικόγραφα τους, ούτε αποκάλυψαν οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους. Σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια εξηγεί ότι αυτά ετοιμάζονταν και εκδίδονταν από το Τμήμα Τιμολόγησης και παραδίδονταν συνήθως στον εργολάβο του έργου των Εναγομένων και το εκάστοτε επίδικο τιμολόγιο επέστρεφε πίσω στο Τμήμα Τιμολόγησης υπογεγραμμένο από τους Εναγόμενους, πάνω από τη λέξη «παραλήπτης» και τότε αυτά αρχειοθετούνταν στο Τμήμα Τιμολόγησης. Η ίδια χρέωνε το ισόποσο έκαστου τιμολογίου στον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 1) και πίστωνε αυτό πάντα με τα διάφορα ποσά τα οποία οι Εναγόμενοι πλήρωναν προς τους Ενάγοντες. Παρά δε το δικαίωμα τόκου αν εντός 30 ημερών δεν εξοφλείτο έκαστο τιμολόγιο, είναι η θέση της ότι δεν προέβηκε σε υπολογισμό τέτοιου τόκου. Αναφέρει, ακόμη ότι οι Εναγόμενοι παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις τους, μέσω τηλεφωνικών τους συνομιλιών, είτε με την ίδια είτε με τον Διευθυντή των Εναγόντων κο XXX Νικολάου, αρνούνται και παραλείπουν και αμελούν να πράξουν αυτό μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα το ποσό των €1.409,24.- να οφείλεται εξ ολοκλήρου. Επισημαίνει ότι οι Εναγόμενοι μετά την έγερση της αγωγής ουδέν ποσό πλήρωσαν έναντι του χρέους τους και αξιώνει την έκδοση απόφασης για το ποσό των €1.409,24.- πλέον νόμιμο τόκο από 13/4/2017 πλέον έξοδα. Στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων η κα XXX Βαλανίδου (Μ.Υ.1) η οποία ως αναφέρει είναι εκ των διευθυντών των Εναγομένων, υποστηρίζει ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε υπόλοιπο στους Ενάγοντες και ότι κατά ή περί το 2017 παρήγγειλαν και αγόρασαν διάφορα εμπορεύματα από τους Ενάγοντες τα οποία έχουν εξοφλήσει πλήρως. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται τα επίδικα τιμολόγια ούτε τα αναγνωρίζουν και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αυτά δεν υπογράφηκαν σε καμία περίπτωση από τους Εναγόμενους ή τους αντιπροσώπους ή τους υπαλλήλους τους και ότι είναι εικονικά. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι κάποια οικοδομικά υλικά τα οποία προμηθεύτηκαν από τους Ενάγοντες παλαιότερα ήταν ακατάλληλα και ελαττωματικά με αποτέλεσμα να υποστούν ειδικές ζημιές τις οποίες οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν όλα τα δικαιώματα τους να διεκδικήσουν μεταγενέστερα δικαστικώς. Υποστηρίζει ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες και ότι έχουν εξοφλήσει πλήρως τους Ενάγοντες χωρίς να έχει παραμείνει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο σε αυτούς. Ενώ περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες και αντιπρόσωποι τους, τους ανέφεραν ότι κάποια από τα οικοδομικά υλικά που προμηθεύτηκαν οι Εναγόμενοι δεν θα χρεώνονταν λόγω της ακαταλληλότητας τους και λόγω της ζημιάς που προκλήθηκε στους Εναγόμενους από τη χρήση και εφαρμογή τους. Αναφέρει ότι ψευδώς οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παραμένει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο προς αυτούς και πως ουδέποτε οι Εναγόμενοι έχουν ενημερωθεί για το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο και ούτε έχουν υπογράψει τα επίδικα τιμολόγια και ούτε έχουν λάβει οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού παρά μόνο με την έγερση της παρούσας αγωγής. Καταλήγοντας, η κα Βαλανίδου, αναφέρει ότι η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αόριστη και αστήρικτη και εντελώς αυθαίρετη και καταχρηστική και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Τελικές Αγορεύσεις Μετά την κατάθεση της γραπτής μαρτυρίας από πλευράς των διαδίκων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους προχώρησαν στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό να σημειώσω ότι μελετώντας τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί από τις δύο πλευρές, τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος των δυο πλευρών και συνακόλουθα καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου: · Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση υλικών οικοδομής. · Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας, ήτοι το έτος 2017 ήταν πελάτες των Εναγόντων. · Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες διάφορά υλικά οικοδομής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχοντας αναφερθεί στην προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Στα πλαίσια δε αυτά, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων της κάθε πλευράς, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Έχοντας μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές, εξαρχής θα πρέπει να σημειώσω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 αφού το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της παρουσιάζει συνοχή και λογική. Παρόλο που αναφέρθηκε και σε ενέργειες άλλων συναδέλφων της, εντούτοις παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα και κατέθεσε όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε, ούτως ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία πως η μαρτυρία της ανταποκρίνεται πλήρως στην εξέλιξη των γεγονότων, μη προβάλλοντας απλές εικασίες και ατεκμηρίωτες θέσεις. Ενώ επίσης τα όσα προέβαλε η μάρτυρας μέσω της Ένορκης Δήλωσης της συνάδουν απόλυτα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, ενώ επίσης ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της υποστηρίζεται, επιβεβαιώνεται και τεκμηριώνεται από έγγραφα τα οποία έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε σε σχέση με τα γεγονότα που ανέφερε η Μ.Ε.1 από τα οποία να διαφαίνεται πρόθεση εκ μέρους της να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος αυτών για να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγόντων και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι οι θέσεις της αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και τα αληθή γεγονότα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της υιοθετείται στην ολότητά της ως αξιόπιστη. Από την άλλη εξετάζοντας τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 σημειώνω ότι αυτή δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή της. Η μαρτυρία της είναι διάτρητη από κενά και αδυναμίες, ως αποτέλεσμα των οποίων η εκδοχή της να είναι εκτεθειμένη. Ενώ επίσης μελετώντας την Ένορκη Δήλωση της εύκολα διαπιστώνεται πως η μαρτυρία της περιέχει αναφορές που δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων, γεγονός για το οποίο δεν μπορεί να δοθεί λογική εξήγηση άλλη από το ότι αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. Την ίδια στιγμή παρατηρώ ότι οι αναφορές αυτές χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αοριστία. Ενώ επίσης άλλες από τις θέσεις της δεν συνάδουν με την κοινή ανθρώπινη λογική. Έχοντας υπόψη στο σύνολό της τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επ' αυτής για την εξαγωγή ευρημάτων και συνεπώς την απορρίπτω ως αναξιόπιστη, πλην του μέρους της μαρτυρίας της το οποίο συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία των Εναγόντων το οποίο και αποδέχομαι. Συγκεκριμένα η θέση της Μ.Ε.1 ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε από τον Νοέμβριο του 2013 και διήρκησε μέχρι τον Απρίλιο του 2017, ενώ δεν είναι αποδεκτή από τους Εναγόμενους σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, και ενώ οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο την ύπαρξη συνεργασίας με τους Ενάγοντες κατά το έτος 2017, εντούτοις ως συνάγεται από τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 η συνεργασία των διαδίκων είναι παραδεκτό ότι δεν περιορίζεται στο έτος
- Τούτο σε συνδυασμό με την κατάσταση λογαριασμού η οποία παρουσιάζει πρώτη ημερομηνία χρέωσης την 21/11/2013 ενώ δεν παρουσιάζει προηγούμενο υπόλοιπο ως επίσης ότι παρουσιάζει τελευταία ημερομηνία χρέωσης την 13/4/2017 και δεδομένου ότι η σχετική θέση της Μ.Ε.1 δεν αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία, επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί τον εν λόγω ισχυρισμό της Μ.Ε.1 ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Περαιτέρω η θέση της Μ.Ε.1 ότι οι Ενάγοντες κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους τηρούσαν στο όνομα των Εναγομένων χρεωπιστωτικό λογαριασμό και συγκεκριμένα το λογαριασμό με αριθμό 05.0318 στον οποίον γίνονταν οι χρεώσεις των εμπορευμάτων που αγόραζαν οι Εναγόμενοι και οι πιστώσεις των πληρωμών τους έναντι των οφειλόμενων προς τους Ενάγοντες ποσών, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Αξίζει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς τη διαδικασία τήρησης της κατάστασης λογαριασμούς, δεν αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία, ενώ επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε οι χρεώσεις είτε οι πιστώσεις που παρουσιάζονται επί της εν λόγω κατάστασης από την Υπεράσπιση. Επίσης, επισημαίνεται ότι δεν έχει προβληθεί στην Υπεράσπιση ισχυρισμός περί μη ορθής τήρησης της κατάστασης λογαριασμού, αλλά ότι παρατηρείται είναι ότι στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι υπάρχει μια γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών που περιστρέφονται γύρω από την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι Ενάγοντες και ο μοναδικός ισχυρισμός τους είναι ότι έχουν εξοφλήσει τους Ενάγοντες και δεν τους οφείλουν οιονδήποτε ποσό. Πέραν των ανωτέρω, είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί ότι ούτε με την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων έχει αμφισβητηθεί με οιονδήποτε τρόπο ο ισχυρισμός της Μ.Ε.1 περί τήρησης του εν λόγω λογαριασμού που η Μ.Ε.1 αναφέρει ότι τηρούσαν οι Ενάγοντες αλλά ότι ισχυρίζεται η Μ.Υ.1 είναι ότι δεν έλαβαν οιονδήποτε λογαριασμό. Επί τούτου, η μαρτυρία τόσο της Μ.Ε.1 όσο και της Μ.Υ.1 συνάδει αφού ουδέποτε η Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού στάληκε στους Εναγόμενους, αλλά ότι ισχυρίζεται η Μ.Ε.1 και το οποίο ουδόλως αντικρούστηκε και έτσι γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο είναι ότι οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν συχνά τηλεφωνικώς από την ίδια για το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού και ουδέποτε της αρνήθηκαν το εκάστοτε υπόλοιπο που τους παρουσίαζε κάθε φορά ότι όφειλαν στους Ενάγοντες. Ενώ επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι η Μ.Υ.1 αρκέστηκε να αναφέρει ότι δεν έχουν υπογράψει τα επίδικα τιμολόγια και δεν παραμένει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους Ενάγοντες, θέση η οποία για τους λόγους που θα αναφερθούν στη συνέχεια δεν έχει πείσει και απορρίπτεται και η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι ικανή να αντικρούσει τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε ότι αφορά τις καταχωρήσεις που παρουσιάζει η κατάσταση λογαριασμού. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι από τα επίδικα τιμολόγια τα οποία συγκροτούν το Τεκμήριο 2 προκύπτει ότι αυτά αφορούν τους Εναγόμενους, επιβεβαιώνοντας έτσι και τη θέση της Μ.Ε.1 ότι οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν επί πιστώσει τα υλικά οικοδομής που αναφέρονται σε αυτά. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι όσα ανέφερε η συνήγορος Υπεράσπισης στην αγόρευση της αναφορικά με τα έξι εκ των έντεκα τιμολογίων τα οποία συγκροτούν το Τεκμήριο 2 δεν μπορούν να τύχουν σχολιασμού. Κατ' αρχάς είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 και όσα ανέφερε η συνήγορος Υπεράσπισης δεν αποτελούν δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων και κατά δεύτερο, ουδέποτε επιχειρήθηκε να τεθούν στην Μ.Ε.1 μέσω αντεξέτασης. Επισημαίνεται πως στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται γενικά και αόριστα όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης τους και αφορούν τα επίδικα τιμολόγια και εμμένουν ότι έχουν εξοφλήσει τους Ενάγοντες. Με άλλα λόγια, δεν ισχυρίζονται ότι δεν αγόρασαν από τους Ενάγοντες τα εμπορεύματα που αφορούν τα επίδικα τιμολόγια αλλά ότι τα έχουν εξοφλήσει. Ενώ σε ότι αφορά τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 σημειώνω ότι η μαρτυρία της επί τούτου του ζητήματος κρίνεται πλήρως ατεκμηρίωτη και αναξιόπιστη. Τούτο γιατί ενώ η Μ.Υ.1 επαναλαμβάνει τα περί εξοφλήσεως των Εναγόντων για τα εμπορεύματα που αγόρασαν το έτος 2017, προβάλλει για πρώτη φορά μία νέα εκδοχή και συγκεκριμένα ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους ή αντιπροσώπους τους ή υπαλλήλους τους και ότι είναι εικονικά. Πέραν του ότι η προαναφερόμενη εκδοχή της Μ.Υ.1 δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, η εν λόγω θέση της δεν πείθει το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα. Αν ίσχυε αυτή η θέση, λογικό και αναμενόμενο ήταν αφενός να αποτελούσε μέρος των δικογραφημένων θέσεων των Εναγομένων και αφετέρου να δίδονταν λεπτομέρειες ή έστω να εξηγούσε η Μ.Υ.1 με σαφή και θετικό τρόπο από που αντλεί γνώση περί των υπογραφών άλλων στελεχών των Εναγομένων ή αντιπροσώπων ή υπαλλήλων τους, και κατ' επέκταση πώς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 είναι εικονικά από τη στιγμή που δεν αναφέρει ότι φέρει την ιδιότητα εμπειρογνώμονα σε τέτοιου είδους ζητήματα. Η παρουσίαση των υπογραμμένων τιμολογίων που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε δικαιολογημένης εξήγησης ως προς την προβαλλόμενη θέση των Εναγομένων, ακόμη και αν αποτελούσε δικογραφημένο ισχυρισμό, θα ήταν υπό τις περιστάσεις και πάλι εκτεθειμένη σε απόρριψη. Ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς τη διαδικασία γενικότερα έκδοσης των τιμολογίων και παράδοσης αυτών στους Εναγόμενους δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ενώ η θέση της Μ.Ε.1 ότι τα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 παραδόθηκαν στους Εναγόμενους οι οποίοι τα υπέγραψαν, δεν αντικρούστηκε πειστικά από τη Μ.Υ.
- Περαιτέρω, η θέση της Μ.Ε.1 ότι οι Ενάγοντες πέραν των δικών της τηλεφωνικών επικοινωνιών με τους Εναγόμενους για την ενημέρωση τους για το οφειλόμενο ποσό απέστειλαν και επιστολή με τη δικηγόρο των Εναγόντων με την οποία ενημερώνονταν για αυτό, δεν αντικρούστηκε με θετικό και πειστικό τρόπο από την Μ.Υ.1 και η θέση της τελευταίας ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι έχουν ενημερωθεί για το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό καταρρίπτεται τόσο από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1 όσο και από το Τεκμηρίου 3 που αποτελεί επιστολή που στάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τη δικηγόρο των Εναγόντων στους Εναγόμενους, η οποία επιβεβαιώνει τη θέση της Μ.Ε.1 και η οποία ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Μ.Υ.
- Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να επισημάνω ότι οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους προβάλλουν ουσιαστικά δύο θέσεις. Η πρώτη ότι έχουν εξοφλήσει πλήρως τους Ενάγοντες για τα προϊόντα που παρήγγειλαν και αγόρασαν από αυτούς το έτος 2017 και η δεύτερη ότι κάποια οικοδομικά υλικά τα οποία προμηθεύτηκαν από τους Ενάγοντες ήταν ακατάλληλα και/ή ελαττωματικά με αποτέλεσμα να υποστούν ειδικές ζημιές και για τα οποία οι Ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι τους, τους ανέφεραν ότι δεν θα χρεώνονταν. Αναφορικά με την πρώτη θέση που προωθούν οι Εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, η μαρτυρία της Μ.Υ.1 ως προς αυτήν παρατηρώ ότι χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία. Η Μ.Υ.1 ενώ αναγνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι αγόρασαν προϊόντα από τους Ενάγοντες το έτος 2017 εντούτοις δεν προσδιορίζει ποια ήταν αυτά τα εμπορεύματα, ποια η αξία τους και με ποιον τρόπο έγινε η κατ' ισχυρισμό πληρωμή τους από τους Εναγόμενους. Πέραν, των πιο πάνω δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο προς επιβεβαίωση και/ή τεκμηρίωση του ισχυρισμού των Εναγομένων περί εξόφλησης των εμπορευμάτων που παρήγγειλαν και αγόρασαν από τους Ενάγοντες το έτος
- Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση την κατάσταση λογαριασμού μόνο ένα τιμολόγιο εκδόθηκε το έτος 2017 και το οποίο δεν αποτελεί μέρος των επίδικων τιμολογίων που συγκροτούν το Τεκμήριο
- Ενώ επίσης σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι τις 20/1/2017 που εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο ήταν €4.237,61.-, το δε συνολικό ποσό που κατέβαλαν οι Εναγόμενοι μετά την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου ανέρχεται στο ποσό των €4.237,61.-. Αυτό το γεγονός, οδηγεί σε μόνο ένα λογικό και ασφαλές συμπέρασμα, ήτοι ότι έχουν εξοφληθεί όλα τα προηγούμενα εκδοθέντα των επίδικων τιμολογίων τιμολόγια και το ποσό που παραμένει οφειλόμενο αφορά μόνο τα τιμολόγια τα οποία δεν είναι άλλα από τα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 όλα εκδομένα το έτος
- Αναφορικά με τη δεύτερη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, περί το ότι κάποια από τα οικοδομικά υλικά που οι Ενάγοντες τους παρέδωσαν ήταν ακατάλληλα και/ή ελαττωματικά, προσδιορίζοντας το χρόνο που έλαβε χώρο το γεγονός αυτό στο έτος 2017, στη γραπτή μαρτυρία της η Μ.Υ.1, εγκαταλείπει εν μέρει τη θέση αυτή δηλώνοντας ότι τα εμπορεύματα που αγόρασαν από τους Ενάγοντες το έτος 2017 έχουν εξοφληθεί πλήρως και τα ακατάλληλα και/ή ελαττωματικά οικοδομικά υλικά τα προμηθεύτηκαν από τους Ενάγοντες παλαιότερα. Πέραν των όσων έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, αν η θέση της Μ.Υ.1 για παραλαβή ελαττωματικών και/ή ακατάλληλων εμπορευμάτων ευσταθούσε, κατ' αρχάς λογικό και αναμενόμενο ήταν οι Εναγόμενοι να προχωρούσαν σε τερματισμό της εμπορικής συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες, όταν μάλιστα η ίδια η Μ.Υ.1 ισχυρίζεται ότι αυτό το γεγονός αφορούσε σε οικοδομικά υλικά που προμηθεύτηκαν από τους Ενάγοντες παλαιότερα. Επίσης η λογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν, εάν όντως ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός της Μ.Υ.1, με ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής να διεκδικούσαν από αυτούς αποζημιώσεις για τις ζημιές που ως ισχυρίζονται υπέστηκαν. Το γεγονός δε ότι τίποτα από αυτά έγιναν αφήνουν μετέωρο και τον εν λόγω ισχυρισμό των Εναγομένων. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός της Μ.Υ.1 ότι τα οικοδομικά υλικά που ήταν ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα αφορούσαν σε οικοδομικά υλικά που προμηθεύτηκαν παλαιότερα, αξίζει να επαναλάβω ότι ως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 1) που παρουσίασε η Μ.Ε.1 οι Εναγόμενοι προέβηκαν το έτος 2017 σε πληρωμές και συγκεκριμένα στις 7/2/2017, στις 21/2/2017 και στις 12/4/2017 συνολικού ποσού €4.237,61.- το οποίο αντιστοιχεί στο χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζει η κατάσταση λογαριασμού στις 20/1/2017 μετά δηλαδή τη χρέωση του ενός και μόνο τιμολογίου που εκδόθηκε το έτος 2017 και δεν αποτελεί μέρος των επίδικων τιμολογίων. Το γεγονός της πληρωμής του συνολικά οφειλόμενου ποσού μέχρι τις 20/1/2017, στο χρόνο που προαναφέρεται, εξοφλώντας ουσιαστικά όλα τα προηγούμενα εκδοθέντα τιμολόγια που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού, σε συνδυασμό με τον αόριστο και ασαφή τρόπο που έθεσε τον ισχυρισμό της Μ.Υ.1 περί ελαττωματικών και/ή ακατάλληλων οικοδομικών υλικών που προμηθεύτηκαν παλαιότερα από τους Ενάγοντες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το οφειλόμενο ποσό αφορά σε συγκεκριμένα τιμολόγια τα οποία περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, και έχοντας παράλληλα υπόψη τη θέση της Μ.Υ.1 ότι τα επίδικα τιμολόγια είναι εικονικά, καθιστούν την εν λόγω εκδοχή των Εναγομένων, ως επίσης και τον ισχυρισμό της Μ.Υ.1 περί αναφοράς από πλευράς των Εναγόντων και αντιπροσώπων τους ότι δεν θα χρεώνονταν για τα ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα υλικά έκθετη σε απόρριψη ως ατεκμηρίωτη και μη πειστική. Ως προς τον ισχυρισμό της Μ.Υ.1 περί αναφοράς από πλευράς των Εναγόντων και αντιπροσώπων τους ότι δεν θα χρεώνονταν για κάποια από τα οικοδομικά υλικά λόγω της ακαταλληλότητας τους και λόγω της ζημιάς που προκλήθηκε στους Εναγόμενους από τη χρήση τους κατά την εφαρμογή τους πέραν του ότι δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και πέραν των όσων σημειώνονται ανωτέρω, θα ανέμενε κανείς πως οι Εναγόμενοι δεν θα πλήρωναν τα προαναφερόμενα ποσά και θα διαμαρτύρονταν γραπτώς για το πιο πάνω γεγονός και όχι να προέβαιναν σε εξόφληση όλων των προηγούμενων εκδοθέντων τιμολογίων από τα επίδικα τιμολόγια. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω περισσότερα, για να δικαιολογήσω του λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 και της μαρτυρίας της Μ.Υ.
- Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της Μ.Υ.1 στο βαθμό που συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε.1, απορρίπτεται, ενώ αντίθετα η μαρτυρία της Μ.Ε.1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα: Στα πλαίσια της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων από τον Νοέμβριο του 2013 μέχρι τον Απρίλιο του 2017 οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες διάφορα υλικά οικοδομής με πίστωση. Οι Ενάγοντες παρέδιδαν τα προϊόντα τους στους Εναγόμενους εκδίδοντας ταυτόχρονα και τα ανάλογα σχετικά τιμολόγια στο όνομα των Εναγομένων. Τα εν λόγω τιμολόγια υπογράφονταν από εκπροσώπους των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες τηρούσαν λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων ο οποίος χρεωνόταν με το ποσό των τιμολογίων που εκδίδονταν και πιστωνόταν με τις πληρωμές στις οποίες προέβαιναν κατά καιρούς οι Εναγόμενοι. Οι Ενάγοντες στα πλαίσια της προαναφερόμενης συνεργασίας που υπήρχε με τους Εναγόμενους, κατά την περίοδο 24/1/2017 και 13/4/2017 πώλησαν και παρέδωσαν και οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν υλικά οικοδομής με πίστωση. Οι Ενάγοντες για τις παραδόσεις των εν λόγω εμπορευμάτων εξέδωσαν ταυτόχρονα και τα ανάλογα σχετικά τιμολόγια, ήτοι τα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο
- Τα εν λόγω τιμολόγια παραδόθηκαν στους Εναγόμενους τα οποία και υπογράφηκαν από εκπροσώπους τους. Οι Ενάγοντες παρέδωσαν στους Εναγόμενους όλα τα είδη και την ποσότητα εμπορευμάτων που σημειώνονται στα υπογραμμένα επίδικα τιμολόγια έναντι των συμφωνημένων τιμών που σημειώνονται σ' αυτά, οι οποίοι τα παρέλαβαν και τα αποδέχτηκαν χωρίς επιφύλαξη ή οποιοδήποτε παράπονο. Η μη εξόφληση έκαστου τιμολογίου εντός 30 ημερών, από την έκδοση του, θα έφερε τον εκάστοτε νόμιμο τόκο. Οι Ενάγοντες χρέωσαν την αξία των τιμολογίων που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 στο λογαριασμό που τηρούσαν στο όνομα των Εναγομένων, ήτοι το Τεκμήριο
- Η συνολική αξία των επίδικων τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των €1.409,24.-. Ο λογαριασμός που τηρούσαν οι Ενάγοντες στο όνομα των Εναγομένων στις 13/4/2017 παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €1.409,24.-. Τα τιμολόγια που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση των επίδικων τιμολογίων και τα οποία παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού έχουν εξοφληθεί. Ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο από τους Εναγόμενους σε σχέση με την ποιότητα των εμπορευμάτων που παρέλαβαν από τους Ενάγοντες ενώ αντίθετα οι Εναγόμενοι ζητούσαν πίστωση χρόνου λόγω οικονομικών δυσκολιών για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Οι Ενάγοντες μέσω επιστολής της δικηγόρου τους στις 4/8/2017 απαίτησαν την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, το οποίο όμως οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν και εξακολουθούν να οφείλουν μέχρι σήμερα. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλ. Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, ημερ. 12/2/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η απαίτηση των Εναγόντων δεν βασίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό σύμφωνα με την ανάλυση που έγινε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης V. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.610. Η απαίτηση σαφέστατα αφορά υπόλοιπο λογαριασμού στη βάση κατάστασης που τηρούσαν οι Ενάγοντες. Πρέπει σ΄ αυτό το σημείο να σημειωθεί πως οι καταστάσεις λογαριασμού δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν και τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A. L. Mantovani & Sons v. Christis Travel Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Επίσης τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία ούτε και προβάλλονται ως τέτοια, αλλά υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1Β A.A.Δ. 962 και Demil Imports Exports Ltd ν. Ζήνων Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ. Έφ. 26/08, ημερ. 14.3.2011). Επιπλέον όπως έχει νομολογηθεί στην Θεοδώρου Χρήστος ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, σε περίπτωση αμφισβήτησης του εμφανιζόμενου υπολοίπου, θα πρέπει να παρουσιάζεται συγκεκριμένη θέση από την Υπεράσπιση για το με ποιό τρόπο το επικαλούμενο ποσό δεν είναι ορθό. Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρώ ότι έχουν κατατεθεί όλα τα τιμολόγια που συγκροτούν το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες και αποτελούν μέρος της κατάστασης λογαριασμού που τηρούσαν επ' ονόματι των Εναγομένων, ενώ παράλληλα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό που παραμένει οφειλόμενο αφορά μόνο στα επίδικα τιμολόγια αφού ως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα προηγούμενα τιμολόγια τα οποία αποτελούν μέρος της κατάστασης λογαριασμού έχουν εξοφληθεί. Ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνω ότι δεν έχει προβληθεί στην Υπεράσπιση ισχυρισμός περί μη ορθής τήρησης του επίδικου λογαριασμού. Συνακολούθα, στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από την κατάθεση της κατάστασης λογαριασμού σε συνδυασμό με την κατάθεση όλων των τιμολογίων που συγκροτούν το οφειλόμενο ποσό, του ευρήματος του Δικαστηρίου περί της παράδοσης των προϊόντων που αυτά αφορούν και της μη αμφισβήτησης της ορθότητας των εμφανιζόμενων πιστώσεων και της ορθής τήρησης του λογαριασμού και της εξόφλησης των προηγούμενων τιμολογίων που παρουσιάζει η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, προκύπτει ότι η εικόνα του επίδικου λογαριασμού υποστηρίζεται από την ολότητα της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας. Συνεπώς από την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι επιβεβαιώνεται το υπόλοιπο, το οποίο παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός. Κατά την κρίση μου τα γεγονότα της υπόθεσης Mantovani (ανωτέρω) στην οποία παραπέμπει η συνήγορος των Εναγομένων προς υποστήριξη της θέσης της ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την ύπαρξη χρέους, διαφέρουν ουσιωδώς από την παρούσα. Στην εν λόγω υπόθεση δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας, το οποίο να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής των Εφεσιβλήτων - Εναγομένων προς τους Εφεσείοντες - Ενάγοντες. Στην υπό κρίση υπόθεση, το γεγονός ότι δεν κατατέθηκαν όλα τα προηγούμενα τιμολόγια που συγκροτούν την κατάσταση λογαριασμού δεν επηρεάζει την υπόθεση των Εναγόντων αφού ως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού αλλά και ως συνάγεται από την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε.1 όλα τα προηγούμενα τιμολόγια ήταν πληρωμένα και η οφειλή αφορά μόνο τα επίδικα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο 2, όλα εκδομένα το έτος 2017. Στην κατάσταση λογαριασμού αναγράφονται τα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 τα οποία είναι απλήρωτα, το ποσό των οποίων ανέρχεται σε €1.409, 24.-. Η Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε και ούτε και η Μ.Υ.1 με τη μαρτυρία της αμφισβήτησε τις καταχωρήσεις που αφορούν τα προηγούμενα τιμολόγια ούτε τις καταχωρήσεις που αφορούν τις πιστώσεις, αλλά επικεντρώθηκε στα επίδικα τιμολόγια που όπως ισχυρίστηκε είναι εικονικά, ισχυρισμός ο οποίος για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν έγινε αποδεκτός. Ενώ τα επίδικα τιμολόγια τα οποία αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχουν παραδοθεί και υπογραφτεί από τους Εναγόμενους καταμαρτυρούν ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται σε αυτά πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στους Εναγόμενους. Επιπλέον, κατά την κρίση μου η παρούσα διαφοροποιείται και από την υπόθεση D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd,
(1999)1 A A.A.Δ.263, την οποία επίσης, επικαλέστηκε η συνήγορος Υπεράσπισης, αφού στην εν λόγω υπόθεση απορρίφθηκε η αγωγή λόγω του ότι δεν είχαν παρουσιασθεί οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με το αρχικό υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση η κατάσταση λογαριασμού ξεκινά με μηδενικό υπόλοιπο και εμφαίνονται όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις επί του λογαριασμού οι οποίες επαναλαμβάνω ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο σχολιασμού από την Μ.Υ.1 ενώ παράλληλα η μαρτυρία της Μ.Ε.1 επί τούτου του θέματος παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Σε κάθε περίπτωση στην υπό κρίση υπόθεση στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας η αξίωση της Ενάγουσας αποδεικνύεται και μόνο μέσω της σειράς των τιμολογίων, τα όποια έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 2. Ασφαλώς, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία (βλ. Palatino Development Ltd (ανωτέρω)). Συνεκτιμημένα, όμως, με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, τα τιμολόγια δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και HALEKO HANSEATISCHES LEBENSMITTELKONTOR GMBH & CO OHG ν. L.S.E. LIFE STYLE ENTERPRISES LTD
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες εξέδωσαν τα επίδικα τιμολόγια και ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται σε αυτά έχουν παραδοθεί στους Εναγόμενους. Τα τιμολόγια ως προκύπτει από το περιεχόμενο τους καταγράφουν το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό για το οποίο οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Επιπλέον τα τιμολόγια έχουν υπογραφτεί από αντιπρόσωπους των Εναγομένων. Η υπογραφή των επιδίκων τιμολογίων από τους Εναγόμενους αποδεικνύει, επίσης ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε αντίστοιχες συμφωνίες με τους Ενάγοντες με περιεχόμενο των συμφωνιών τους να είναι αυτό που καταγράφεται στα εν λόγω υπογραμμένα τιμολόγια. Η συμφωνία προνοούσε την παράδοση του είδους και της ποσότητας των εμπορευμάτων που σημειώνεται στα εν λόγω τιμολόγια σε καθορισμένες τιμές στη βάση όρων που καταγράφονται ρητά και αποτελούν μέρος του περιεχομένου τους. Ακόμη υπήρχαν συνομιλίες μεταξύ της Μ.Ε.1 και των Εναγομένων για το οφειλόμενο ποσό κατά καιρούς και για το οποίο οι Εναγόμενοι ζητούσαν χρόνο. Συνεπώς το σύνολο της πιο πάνω μαρτυρίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα τιμολόγια δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση. Με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεσή τους στον απαιτούμενο βαθμό και μπορεί να εκδοθεί απόφαση για την απαίτηση τους. Κατάληξη Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €1.409,
- πλέον νόμιμο τόκο από 13/4/2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο