Σε ό,τι αφορά την Εταιρεία Grain Millers & Traders Co Ltd (σε Διαχείριση) ΗΕ 607, Αίτηση Εταιρείας: 521/2016, 10/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 521/2016 Σε ό,τι αφορά την Εταιρεία Grain Millers & Traders Co Ltd (σε Διαχείριση) ΗΕ 607 και Σε ό,τι αφορά τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Σ. Βασιλακκάς με κα Π. Φωτιάδη για Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χ. Στεφάνου για κ. Α. Κορομία Για το ενδιαφερόμενο μέρος Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για το ενδιαφερόμενο μέρος κ. Α. Γαλάτη: κ. Π. Σπανός για Μάρκος Π. Σπανός & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ζητείται η εκκαθάριση της Καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας σύμφωνα με τα άρθρα 209, 211(ε) και (στ), 212(α) και (γ), 213 και 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Στην Αίτηση παρατίθενται το ιστορικό της εταιρείας, το εγγεγραμμένο γραφείο, το κεφάλαιο και οι σκοποί της, καθώς επίσης και αναφέρονται οι συνθήκες δημιουργίας του ισχυριζόμενου χρέους ύψους €90.000 πλέον ΦΠΑ, έναντι του οποίου καταβλήθηκε ποσό €75.000, η ύπαρξη υπολοίπου εκ €32.100, η επίδοση απαίτησης πληρωμής και ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία είναι αναξιόχρεη και ή ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και επομένως είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκκαθαριστεί. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία βασικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Αίτησης. Σύμφωνα με τον Αιτητή, αυτός μεταξύ 18.7.14 και 2.4.15 ενεργούσε ως Διαχειριστής Παραλήπτης της εταιρείας κατόπιν διορισμού του από την Τράπεζα Κύπρου. Στις 30.12.14 υπεγράφη συμφωνία πώλησης της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της εταιρείας για το ποσό του €1.5εκ. και σύμφωνα με γραπτή συμφωνία η αμοιβή του ως Διαχειριστή Παραλήπτη καθοριζόταν στο 6% πλέον ΦΠΑ πάνω στη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Έτσι στις 2.3.15 o Aιτητής εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό των €90.000 πλέον ΦΠΑ μαζί με κατάσταση λογαριασμού, στις 10.6.16 επέδωσε απαίτηση πληρωμής του υπολοίπου εκ €32.100 και η εταιρεία παρέλειψε να το καταβάλει εντός τριών εβδομάδων χωρίς να αμφισβητήσει την οφειλή. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι μετά την πώληση της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της εταιρείας, το ενεργητικό της είναι μικρότερο από το ποσό των υποχρεώσεων της, λαμβάνοντας υπόψιν τις ενδεχόμενες και μελλοντικές της υποχρεώσεις, εξ ου και θεωρεί την εταιρεία ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. 2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 3. Η Αίτηση δεν δύναται να εγκριθεί βάσει των αρχών της επιείκειας. 4. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και ή ελλιπής. 5. Η επίδοση της απαίτησης πληρωμής είναι παράτυπη και ή άκυρη καθότι επιδόθηκε στη διεύθυνση του Αιτητή και παραλήφθηκε από τον ίδιο αντί να επιδοθεί στη διεύθυνση του νέου Διαχειριστή. 6. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική καθότι δεν πρόκειται για εκκαθαρισμένη οφειλή για την οποία ο Αιτητής δεν έλαβε οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης αλλά καταχώρισε απ΄ ευθείας την παρούσα Αίτηση διάλυσης με σκοπό την εξάσκηση αθέμιτης πίεσης στην Καθ΄ ης. 7. Ο Αιτητής εμποδίζεται από του να καταχωρεί και προωθεί την Αίτηση λόγω του ότι αναφορικά με την επίδικη πώληση εκκρεμεί διαδικασία Διαιτησίας το αποτέλεσμα της οποίας δεν έχει ακόμα κριθεί. 8. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ ης η οποία δύναται να ικανοποιήσει την οφειλή εφόσον είναι μια κερδοφόρα εταιρεία η οποία έχει τη δυνατότητα να πληρώσει το χρέος νοουμένου ότι αυτό πρώτα επιβεβαιωθεί. 9. Είναι πρόσφορο και δίκαιο όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΜ, (εφεξής «ο ΠΜ»), μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Καθ΄ ης, ο οποίος βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες επίδοσης της απαίτησης πληρωμής και στο ζήτημα της Διαιτησίας σε συνάρτηση με την ισχυριζόμενη αμοιβή του Αιτητή. Κατόπιν σχετικής ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημ. 17.11.17 στην οποία αναφέρει ότι στις 22.12.16, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 483/16, ενεγράφη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η Διαιτητική Απόφαση ημ. 16.12.16, η οποία επιβεβαιώνει την επίδικη πώληση και ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ξεκαθαρισμένη οφειλή. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, και η Καθ΄ ης καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΠΜ ημ. 25.5.18. Σε αυτή ο ΠΜ ισχυρίζεται ότι η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε μεταγενέστερα της καταχώρισης της παρούσας Αίτησης και επομένως η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν υπήρχε εκκαθαρισμένη οφειλή κατά τον χρόνο καταχώρισης της, όπως απαιτείται βάσει του σχετικού Νόμου. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Αιτητής θεωρούσε την Καθ΄ ης κερδοφόρα και ότι η κερδοφορία επιβεβαιώνεται από τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ΄ ης. Κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, η Τράπεζα Κύπρου καταχώρισε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Η ένορκη δήλωση ημ. 13.9.19 προέρχεται από τον κ. ΜΑ, (εφεξής «ο ΜΑ»), τότε υπάλληλο της Τράπεζας, στην οποία ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης θα πρέπει να τεθεί υπό εκκαθάριση καθότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και επισυνάπτει καταστάσεις έξι λογαριασμών δυνάμει των οποίων φαίνεται ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών ανέρχονται γύρω στις €369.702 και αποτελούν ανεξασφάλιστο χρέος της Καθ΄ ης προς την Τράπεζα το οποίο η Καθ΄ ης δεν δύναται να βρει κεφάλαια για να αποπληρώσει. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στις 10.10.19 και ο κ. ΑΓ, (εφεξής «ο ΑΓ»), καταχώρισε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Ο ΑΓ επισυνάπτει απόφαση ημ. 21.6.17 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια της Αίτησης 624/15, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ του και εναντίον της Καθ΄ ης το ποσό των €80.695,16 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ισχυρίζεται ότι την 1.8.17 ο κ. ΛΚ, (εφεξής «ο ΛΚ»), Διαχειριστής της Καθ΄ ης, εξέδωσε επιταγή για το ποσό των €30.000 και ότι κατόπιν διαφόρων επιστολών προς αποπληρωμή του υπολοίπου, ο ΛΚ πλήρωσε και τα δικηγορικά έξοδα ενώ στις 10.7.18 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν χρήματα στον λογαριασμό της Καθ΄ ης για εξόφληση του υπολοίπου του χρέους. Σε νέα ηλεκτρονικά μηνύματα ημ. 19.2.19 και 15.4.19 για εξόφληση, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς του ΛΚ εξ ου και ο ΑΓ ισχυρίζεται πως παραμένει ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό εκ €50.695,16 πλέον νόμιμο τόκο από τις 29.12.15 το οποίο η Καθ΄ ης είναι ανίκανη να ξοφλήσει. Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης, κλήθηκαν ένας μάρτυρας για κάθε πλευρά. Ο Αιτητής ήταν ο πρώτος μάρτυρας. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Αιτητής αναφέρθηκε στον διορισμό του, στη συμφωνία πώλησης και στη Διαιτητική Απόφαση και ισχυρίστηκε ότι αυτή επιβεβαιώνει πως πρόκειται για εκκαθαρισμένη αμοιβή. Κατέθεσε το σχετικό τιμολόγιο το οποίο εξέδωσε και αναφέρθηκε στην πληρωμή που είχε γίνει έναντι, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί είτε η αμοιβή είτε ο ίδιος ο διορισμός του. Αναφέρθηκε επίσης στην αποστολή της απαίτησης πληρωμής στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης και δήλωσε ότι ενημέρωσε σχετικά τόσο τον κ. Μ, διευθύνοντα σύμβουλο της Καθ΄ ης όσο και τον ΑΓ, γενικό διευθυντή της. Πρόσθεσε ότι στις 16.12.16 απέστειλε την απαίτηση του και στον ΛΚ, ο οποίος ακόμα ενεργεί ως Διαχειριστής της Καθ΄ ης και ο οποίος στις 23.2.17 του απάντησε ότι σε εκείνο το στάδιο δεν υπήρχαν τα ποσά για εξόφληση της αμοιβής του. Επανέλαβε ότι μετά την πώληση της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας, το ενεργητικό της εταιρείας είναι μικρότερο από το ποσό των υποχρεώσεων της, λαμβάνοντας υπόψιν τις ενδεχόμενες και μελλοντικές της υποχρεώσεις, και ανέφερε ότι η ακίνητη περιουσία της Καθ΄ ης ήταν υποθηκευμένη και όλα τα εισπρακτέα ποσά εκχωρημένα προς την υπηρεσία Factors της Τράπεζας Κύπρου. Αναφέρθηκε και στο ιστορικό της διαδικασίας στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και κατέθεσε Προκαταρκτική Έκθεση ημ. 12.1.15 και κατάσταση με τους πιστωτές της Καθ΄ ης κατά τις 6.8.14, βάσει των στοιχείων που του δόθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο δια νόμου, από τις οποίες ισχυρίζεται πως επιβεβαιώνεται η ανικανότητα της Καθ΄ ης να πληρώσει τα χρέη της. Κατά την αντεξέταση του από τον δικηγόρο της Καθ΄ ης, ο Αιτητής αναφέρθηκε στην πώληση ενός ακινήτου της Καθ΄ ης στη Μαρίνα Λεμεσού, μέρος του προϊόντος της οποίας καταβλήθηκε στον εξασφαλισμένο πιστωτή (Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα) ενώ το εναπομείναν ποσό και το ποσό πώλησης των μηχανημάτων της Καθ΄ ης πληρώθηκαν προς την Τράπεζα Κύπρου έναντι των εξασφαλίσεων της και απομένουν και αλλά οφειλόμενα ποσά προς την Τράπεζα Κύπρου. Εξήγησε γιατί ο ίδιος θεωρούσε την Καθ΄ ης κερδοφόρα ενώ αργότερα διεφάνη ότι οι αρχικές του προβλέψεις δεν πραγματοποιήθηκαν, η Καθ΄ ης δεν πλήρωσε όλους τους εξασφαλισμένος προνομιούχους πιστωτές της και, σύμφωνα με τηλεφωνική του επικοινωνία την προηγούμενη μέρα της μαρτυρίας του με τον ΛΚ, η Καθ΄ ης δεν πλήρωσε κανένα από τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές της στους οποίους οφείλει περί το €1εκ. Αναφορικά με Αγωγή που εκκρεμεί για απαλλοτρίωση περιουσίας της Καθ΄ ης, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε εισπραχθεί ένα ποσό πριν τον διορισμό του και εκκρεμούσε Αγωγή για επιπλέον ποσό, ο ίδιος προέβη σε παραστάσεις ως προς τη στάση του Γενικού Εισαγγελέως για εκχώρηση του ποσού στον Διευθυντή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ο Διαχειριστής που διορίστηκε μετά από τον ίδιο, ο κ. ΜΑ, (εφεξής «ο ΜΑ»), εισέπραξε κάποιο ποσό της τάξης των €400.000 το οποίο δεν γνωρίζει τι απέγινε. Ερωτηθείς αναφορικά με αριθμό χρεωστών προς την Καθ΄ ης όπως φαίνεται στην Προκαταρκτική του Έκθεση, ο Αιτητής ανέφερε ότι οποιαδήποτε ποσά εισπραχθούν ή εισπράχθηκαν αφορούν την εκχώρηση προς τη Factors και επομένως θα πρέπει να πληρώνονται σε αυτή ενώ κάποια ποσά εκκρεμούν τόσο πολύ καιρό για είσπραξη και υπήρξε αδράνεια σε αυτή την προσπάθεια που δεν θεωρεί πως είναι πλέον εισπρακτέα. Ο Αιτητής επέμενε ότι επέδωσε δεόντως την απαίτηση πληρωμής στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης στη διεύθυνση του δικού του γραφείου, επιρρίπτοντας την ευθύνη στον Διαχειριστή που τον διαδέχθηκε να φροντίσει για την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου και τονίζοντας ότι είχε ενημερώσει για την απαίτηση πληρωμής τον κ. Μ και τον ΑΓ. Τέλος, αναφέρθηκε στην επικοινωνία του της προηγούμενης μέρας με τον ΛΚ ο οποίος του είχε πει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πληρωθεί οποιοσδήποτε πιστωτής της Καθ΄ ης βάσει των εισπράξεων και πληρωμών. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο ΑΓ. Αυτός αναφέρθηκε αναλυτικά στο ιστορικό από την έκδοση της απόφασης υπέρ του και εναντίον της Καθ΄ ης μέχρι και την αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημ. 19.2.19 και 15.4.19, λέγοντας ότι μέχρι σήμερα η Καθ΄ ης εξακολουθεί να του οφείλει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο. Κατά την εξέταση του από τη δικηγόρο του Αιτητή, ο ΑΓ επιβεβαίωσε ότι, ενόσω ακόμα βρισκόταν στην υπηρεσία της Καθ΄ ης, ο Αιτητής τον είχε ενημερώσει για την απαίτηση πληρωμής ως επίσης είχε αποστείλει αυτή και στον τότε Γενικό Διευθυντή της κ. ΚΜ. Στην αντεξέταση του από τον δικηγόρο της Καθ΄ ης ο ΑΓ ανέφερε ότι εργαζόταν ως διευθυντής της Καθ΄ ης για 40 έτη και είχε αποχωρήσει ως πλεονάζον προσωπικό κατά το 2015. Ήταν σε θέση να πει ότι ο Αιτητής θεωρούσε την Καθ΄ ης κερδοφόρα επιχείρηση και δήλωσε ότι βασικά την οικονομική διαχείριση της είχε ο Οικονομικός Διευθυντής της, ο ΠΜ. Ο ίδιος περιορίστηκε να αναφέρει ότι υπήρχαν χρεώστες της Καθ΄ ης για περίπου μισό ή €1εκ. και ότι το ακίνητο στη Μαρίνα Λεμεσού ήταν απαλλοτριωμένο και είχε πωληθεί ενόσω ο Αιτητής ήταν Διαχειριστής. Τέλος, δήλωσε ότι όταν αποχώρησε από την εταιρεία ο Οικονομικός Διευθυντής του είπε ότι οι πιθανότητες να ανταπεξέλθει η Καθ΄ ης και πληρώσει τους πιστωτές της ήταν 50% ενώ δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης από τότε που ο ίδιος αποχώρησε. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ΜΑ ο οποίος ανέφερε ότι τώρα εργοδοτείται στη Gordian Holdings Ltd ενώ μέχρι και τις 31.12.19 ήταν στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου. Εξήγησε ότι κατόπιν ειδικής συμφωνίας και έγκρισης της Τράπεζας Κύπρου απέκτησε πρόσβαση στα τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμών από το άνοιγμα τους καταδεικνύοντας και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Δήλωσε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό αποτελεί ανεξασφάλιστο χρέος της Καθ΄ ης προς την Τράπεζα και ότι η Καθ΄ ης αδυνατεί να το πληρώσει. Σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από συνάδελφο του, η Τράπεζα προτίθεται να στείλει προτερματικές και ακολούθως τερματικές επιστολές. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΑ ανέφερε ότι οποιοδήποτε ακίνητο της Καθ΄ ης και να πωλήθηκε αφορούσε τα εξασφαλισμένα δάνεια προς την Τράπεζα ενώ ο ίδιος κατέθεσε μόνο για τα μη εξασφαλισμένα. Δεν γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να απαντήσει για δάνειο το οποίο είχε ως εξασφάλιση την υποθήκευση των εγκαταστάσεων της Καθ΄ ης, για τυχόν διευθέτηση αυτού του δανείου και για τυχόν Αγωγή της Καθ΄ ης εναντίον της Τράπεζας αναφορικά με τις ενέργειες της τελευταίας σε σχέση με τους εν λόγω λογαριασμούς. Για την Καθ΄ ης έδωσε μαρτυρία ο ΠΜ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Καθ΄ ης. Ο ΠΜ αναφέρθηκε στις συνθήκες επίδοσης της απαίτησης πληρωμής, επισημαίνοντας ότι ο ΜΑ προέβη σε ενέργειες για την αλλαγή στον Έφορο Εταιρειών του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ΄ ης η οποία δεν έγινε δεκτή λόγω πιθανής άρνησης του Αιτητή να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Μάλιστα και το διοικητικό συμβούλιο απέστειλε επιστολή προς τον Έφορο Εταιρειών επισημαίνοντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτή η στάση του. Ο ΠΜ εξέφρασε τη θέση πως ο Αιτητής γνώριζε ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση δεν αποτελούσε πλέον τη διεύθυνση αλληλογραφίας της Καθ΄ ης και ότι κανείς αξιωματούχος της δεν παρέλαβε την απαίτηση πληρωμής. Ο ΠΜ επανέλαβε ότι η απαίτηση του Αιτητή δεν είναι εκκαθαρισμένη ενόψει της εκκρεμότητας της διαδικασίας Διαιτησίας κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης και της μη είσπραξης από την Καθ΄ ης οποιουδήποτε ποσού δυνάμει της συμφωνίας πώλησης. Παρέπεμψε στην Προκαταρκτική Έκθεση του Αιτητή δυνάμει της οποίας αυτός θεωρούσε ότι η Καθ΄ ης κέρδιζε €300.000 ετησίως και στην οποία περιλαμβανόταν το έντυπο c.39 από το οποίο φαίνεται η δυνατότητα είσπραξης ποσού περί τις €7.097.300 και εξόφλησης όλων των χρεών της Καθ΄ ης, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή. Τέλος, ο ΠΜ ανέφερε ότι το διοικητικό συμβούλιο της Καθ΄ ης καταχώρισε Αγωγή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, της Alpha Bank και του ΛΚ. Θεωρεί ότι η Alpha Bank έχει εξοφληθεί πλήρως και εν πάση περιπτώσει το διοικητικό συμβούλιο διαφωνεί με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του ΛΚ ο οποίος ενεργεί εις βάρος της Καθ΄ ης και την οδηγεί από μόνος του σε διάλυση για δικούς του αλλότριους σκοπούς. Θεωρεί επίσης ότι όταν η διαχείριση της Καθ΄ ης επανέλθει στο διοικητικό συμβούλιο και με την αποζημίωση που αναμένεται να εισπραχθεί από την απαλλοτρίωση στη Μαρίνα Λεμεσού και από τους χρεώστες, θα υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση των πιστωτών. Σύμφωνα με τον ΠΜ, παρόλο που ο ΛΚ έδωσε άδεια στο διοικητικό συμβούλιο της Καθ΄ ης να ενστεί στην παρούσα Αίτηση, αυτός είναι ο μόνος που δύναται να έχει ξεκάθαρη εικόνα για την οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης και παραλείπει να παραδώσει στοιχεία γι΄ αυτήν ή να εμφανιστεί ο ίδιος. Δήλωσε επίσης ότι ο ΛΚ είτε όφειλε να πληρώσει τον Αιτητή ως προνομιούχο πιστωτή είτε να υποστηρίξει την απόρριψη της Αίτησης και ότι αυτή η στάση του δείχνει πως επιθυμεί την εκκαθάριση της Καθ΄ ης. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του από τον δικηγόρο του Αιτητή ο ΠΜ δήλωσε άγνοια κατά πόσο η απαίτηση πληρωμής τέθηκε εις γνώση τόσο του ΑΓ όσο και του δεύτερου μέλους του διοικητικού συμβουλίου ΚΜ. Δέχθηκε πως τότε γνώριζε ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης ήταν η διεύθυνση του γραφείου του Αιτητή. Ανέφερε πως ο ΜΑ τους πληροφόρησε ότι ο Έφορος Εταιρειών δεν δέχθηκε τα έγγραφα για την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ΄ ης και επανέλαβε πως όταν έμαθαν γι΄ αυτή την άρνηση του Εφόρου, το διοικητικό συμβούλιο προέβη σε ενέργειες ως προς τούτο. Ο ΠΜ επίσης δήλωσε άγνοια και για την πληρωμή έναντι του ποσού των €75.000 στον Αιτητή και ότι πληροφορήθηκαν μεταγενέστερα της Αγωγής του Αιτητή για την ύπαρξη οφειλής προς αυτόν. Ο ΠΜ προσωπικά επεσήμανε ότι ο Αιτητής εισέπραξε αυτό το ποσό από μόνος του και παρόλο που ο ίδιος ο μάρτυρας το αμφισβητεί, εντούτοις η Καθ΄ ης δέχεται την οφειλή. Τέλος, ο ΠΜ αμφισβητεί τη νομιμότητα των Διαχειριστών εξ ου και η Καθ΄ ης ήγειρε Αγωγή εναντίον τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Alpha Bank. Εξέφρασε τη θέση περί κακοδιαχείρισης της Καθ΄ ης από τους Διαχειριστές από τη στιγμή που η Καθ΄ ης είχε να εισπράττει ποσά από χρεώστες και δεν το έπραξαν και πώλησαν την περιουσία της σε πολύ χαμηλότερη της πραγματικής της αξίας τιμή, εμμένοντας ότι με την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού από τους χρεώστες η Καθ΄ ης θα ήταν σε θέση να πληρώσει τους πιστωτές της, βασιζόμενος στην Προκαταρκτική Έκθεση. Κληθείς να σχολιάσει εκ νέου τη θέση του πως μόνο ο ΛΚ γνωρίζει την ακριβή οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης, ο ΠΜ ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που ο ίδιος γνωρίζει, αν η Καθ΄ ης εισέπραττε τα οφειλόμενα προς αυτή και ειδικότερα από τους χρεώστες της, θα ήταν σε θέση να πληρώσει τον Αιτητή και τον ΑΓ. Αποδίδει πλήρη αδράνεια στον ΛΚ να κινηθεί εναντίον των χρεωστών ακόμα και δικαστικά προς είσπραξη των οφειλόμενων. Κατά την αντεξέταση του από τη δικηγόρο της Τράπεζας Κύπρου ο ΠΜ ανέφερε ότι ο ΛΚ δεν επιθυμεί να συνεργάζεται με το διοικητικό συμβούλιο της Καθ΄ ης παρά τις προτροπές του συμβουλίου, δεν γνωρίζει για την ύπαρξη Αγωγής της Alpha Bank εναντίον της Καθ΄ ης και το ακριβές υπόλοιπο προς την Τράπεζα Κύπρου και ειδικότερα αυτό που φαίνεται στις καταστάσεις τις οποίες κατέθεσε ο ΜΑ. Ο ίδιος πιστεύει ότι η Καθ΄ ης μπορεί να εισπράξει ποσά για την εξόφληση πιστωτών της και, ακόμα και την Τράπεζα Κύπρου, αν όχι ολόκληρο σημαντικό μέρος του ποσού. Οι δικηγόροι του Αιτητή, της Καθ΄ ης και της Τράπεζας Κύπρου κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις ενώ ο δικηγόρος του ΑΓ δήλωσε ότι υιοθετεί τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είμαι σε θέση να πω ότι γενικά όλοι οι μάρτυρες δημιούργησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως αξιόπιστοι και ειλικρινείς μάρτυρες. Όλοι έδιδαν τις απαντήσεις τους με αμεσότητα και συνέπεια και δεν δίστασαν να δηλώσουν άγνοια για γεγονότα τα οποία δεν γνώριζαν ενώ ήταν σαφές ότι εξέφραζαν τη δική τους άποψη επί διαφόρων θεμάτων για τα οποία ρωτήθηκαν και με βάση όσα στοιχεία ήταν σε θέση να γνωρίζουν. Εξάλλου μέρος της μαρτυρίας τους ουσιαστικά αποτέλεσε κοινώς αποδεκτό έδαφος ενώ μέρος δεν αμφισβητήθηκε από τις άλλες πλευρές. Επιπλέον το Δικαστήριο δέχεται ότι ο Αιτητής κατέχει τα προσόντα και την εμπειρία (τα οποία παρέμειναν αδιαμφισβήτητα) για να εκφέρει την άποψη του αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης καθότι, όπως ανέφερε, ενεργεί ως σύμβουλος αφερεγγυότητας από το 1984 και είναι αδειοδοτημένος σύμβουλος αφερεγγυότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Μάρτιο του 1987. Ως εκ τούτου από το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Αποτελεί κοινό έδαφος ότι μεταξύ 18.7.14 και 2.4.15 ο Αιτητής ενεργούσε ως Διαχειριστής Παραλήπτης της Καθ΄ ης κατόπιν διορισμού του από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αντίγραφα των εγγράφων του διορισμού του και γνωστοποίησης αυτού στον Έφορο Εταιρειών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1. 2) Σύμφωνα με την κοινή και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αιτητή και του ΠΜ, τον Αιτητή διαδέχθηκε ο Διαχειριστής ΜΑ ο οποίος αποχώρησε περί τον Ιούνιο του 2016 ενώ στις 4.7.16 διορίστηκε ο νυν Διαχειριστής Παραλήπτης ΛΚ από την Alpha Bank. 3) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Αιτητή, στις 30.12.14 υπεγράφη συμφωνία πώλησης μεταξύ άλλων της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της Καθ΄ ης για το ποσό του €1.5εκ. και των μηχανημάτων και του γραφειακού εξοπλισμού της για το συνολικό ποσό των €610.000. Αντίγραφο της συμφωνίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. 4) Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Αιτητή, σύμφωνα με γραπτή συμφωνία την οποία είχε υπογράψει, η αμοιβή του ως Διαχειριστή καθοριζόταν στο 6% πλέον ΦΠΑ επί του ποσού που θα προέκυπτε από τις ρευστοποιήσεις των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ ης. 5) Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 2.3.15 ο Αιτητής εξέδωσε προς την Καθ΄ ης τιμολόγιο για το αντίστοιχο ποσό των €90.000 πλέον ΦΠΑ, ήτοι για το συνολικό ποσό εκ €107.100. Στη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού φαίνονται οι συνολικές χρεώσεις, η εξόφληση στις 2.3.15 προηγούμενου τιμολογίου αναφορικά με την πώληση των μηχανημάτων, οι πιστώσεις και η ύπαρξη υπολοίπου εκ €32.100, Τεκμήριο 4. 6) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Αιτητή, αυτός απέστειλε στην Καθ΄ ης επιστολή απαίτησης ημ. 6.6.16 για το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό εκ €32.100, η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης στη διεύθυνση του Αιτητή στις 10.6.16, Τεκμήριο 5. 7) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Αιτητή και του ΑΓ, ο Αιτητής ενημέρωσε τον ΑΓ για την επιστολή και απέστειλε αντίγραφο αυτής στον διοικητικό της σύμβουλο, ΚΜ. 8) Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Καθ΄ ης παρέλειψε να καταβάλει το εν λόγω ποσό στον Αιτητή μέχρι και σήμερα. 9) Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 5.10.16. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αιτητή, η Αίτηση επιδόθηκε στον ΛΚ στις 11.10.16, ο οποίος απέστειλε την Αίτηση στον ΚΜ για τον χειρισμό αυτής, Τεκμήρια 5(α) και 8. 10) Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι στις 16.12.16 εκδόθηκε Διαιτητική απόφαση αναφορικά με την συμφωνία ημ. 30.12.14 και στις 22.12.16 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για την εγγραφή και εκτέλεση της στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 483/16, Τεκμήριο 3. 11) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Αιτητή, στις 16.12.16 ο Αιτητής απέστειλε επιστολή στον ΛΚ για απαίτηση του ποσού των €32.100 επισυνάπτοντας εκ νέου τη σχετική κατάσταση και τιμολόγια, Τεκμήριο 6. 12) Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αιτητή, ανταλλάγηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου του Αιτητή και του ΛΚ, στην οποία στις 23.2.17 ο ΛΚ αναφέρει ότι σε εκείνο το στάδιο δεν είχε τα κεφάλαια για την πληρωμή της αμοιβής του Αιτητή, Τεκμήριο 7. 13) Σύμφωνα και πάλι με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αιτητή, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 26.1.20 του ΛΚ προς τον Αιτητή, Τεκμήριο 10(α), αυτός αναφέρει ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία από την εκποίηση της Καθ΄ ης πληρώθηκαν μερικώς οι εξασφαλισμένοι πιστωτές, ενώ δεν έχουν εξοφληθεί πλήρως οι προνομιούχοι πιστωτές και δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό στους συνήθεις πιστωτές της Καθ΄ ης. 14) Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ του Αιτητή και του ΠΜ ότι, βάσει των στοιχείων που του δόθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο της Καθ΄ ης, ο Αιτητής ετοίμασε Προκαταρκτική Έκθεση ημ. 12.1.15, Τεκμήριο 9. Σε αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι υπολογίζει πως μέχρι το Καλοκαίρι του 2016, νοουμένου ότι δεν πωληθεί προηγουμένως το ακίνητο του αλευρόμυλου, οι οφειλές της Καθ΄ ης προς την Τράπεζα όπως και οι απαιτήσεις των προνομιούχων πιστωτών θα αποπληρωθούν. 15) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Αιτητή, του παραδόθηκε επίσης λίστα προμηθευτών κατά τις 6.8.14, Τεκμήριο 10. 16) Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΑΓ, στις 21.6.17 εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια της Αίτησης 264/15 υπέρ του και εναντίον της Καθ΄ ης για το ποσό των €142.768,36 με νόμιμο τόκο από τις 29.12.15, Τεκμήριο 11. 17) Ο δικηγόρος του ΑΓ απέστειλε επιστολή ημ. 26.6.17 προς τον ΛΚ για πληρωμή του εν λόγω ποσού, Τεκμήριο 12. 18) Ο ΛΚ απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 26.7.17, Τεκμήριο 13, ότι σε εκείνο το στάδιο δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα στον λογαριασμό της διαχείρισης για να προβεί σε εξόφληση της απαίτησης του ΑΓ και ότι ανέμενε πως σύντομα από εισπράξεις χρεωστών της Καθ΄ ης θα καθίστατο δυνατή η πληρωμή του. 19) Ο δικηγόρος του ΑΓ απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 27.7.17 με το οποίο ζητούσε πληρωμή έναντι οποιουδήποτε διαθέσιμου ποσού, Τεκμήριο 14. 20) Την 1.8.17 ο ΛΚ εξέδωσε επιταγή προς τον ΑΓ για το ποσό των €30.000, η οποία και κατατέθηκε από τον ΑΓ, Τεκμήρια 15 και 16. 21) Ο δικηγόρος του ΑΓ απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 3.11.17 και ακολούθως επιστολή ημ. 18.12.17 με τα οποία ζητούσε την καταβολή του υπολοίπου και της δικηγορικής του αμοιβής, Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα. 22) Στις 28.12.17 ο ΛΚ εξέδωσε επιταγή για τα δικηγορικά έξοδα, Τεκμήριο 19. 23) Ακολούθησαν επιστολές ημ. 22.1.18, 11.4.18 και 29.6.18 από τον δικηγόρο του ΑΓ προς τον ΛΚ για εξόφληση του υπολοίπου, Τεκμήριο 20, στις οποίες ο ΛΚ απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 10.7.18, Τεκμήριο 21, πως σε εκείνο το στάδιο δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα στον λογαριασμό διαχείρισης και πως θα τον ενημέρωνε όταν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση της πληρωμής. 24) Ο δικηγόρος του ΑΓ απέστειλε νέα ηλεκτρονικά μηνύματα ημ. 19.2.19 και 15.4.19 προς τον ΛΚ για πληρωμή, στα οποία δεν έλαβε απάντηση, Τεκμήριο 22. 25) Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη και αποδεκτή μαρτυρία του ΜΑ η οποία πληροί τα όσα περιέχονται στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 23, ως αποδεκτή μαρτυρία, η Καθ΄ ης διατηρούσε τους εκεί αναφερόμενους έξι λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου οι οποίοι παρουσιάζουν συνολικό οφειλόμενο ποσό εκ €369.702 περίπου. 26) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΠΜ, αντίγραφο του εντύπου c.39 του Εφόρου Εταιρειών το οποίο συμπληρώθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Καθ΄ ης και συμπεριλαμβάνεται στην Προκαταρκτική Έκθεση του Αιτητή, Τεκμήριο 9, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24. 27) Οι δικηγόροι της Καθ΄ ης απέστειλαν επιστολή ημ. 12.1.17 προς τον ΛΚ εκφράζοντας τη διαφωνία τους για τους χειρισμούς του ΛΚ και την πρόθεση τους να διορίσουν δικηγόρο για την Αγωγή 1136/16 από την Τράπεζα (Alpha Bank) εναντίον της Καθ΄ ης, ζητώντας την παράδοση της διαχείρισης της Καθ΄ ης στο διοικητικό της συμβούλιο, Τεκμήριο 26. 28) Οι δικηγόροι της Καθ΄ ης απέστειλαν επιστολή ημ. 30.1.17, Τεκμήριο 27, προς τον ΛΚ στην οποία επισημαίνουν ότι δεν έλαβαν απάντηση στην προηγουμένη τους επιστολή και αναφέρονται σε διάφορα ζητήματα, όπως τη Διαιτητική Απόφαση, την πώληση του ακινήτου του αλευρόμυλου και την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ ης, ζητώντας εκ νέου την παράδοση της διαχείρισης της εταιρείας στο διοικητικό της συμβούλιο, Τεκμήριο 27. 29) Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΠΜ, με επιστολή ημ. 6.5.19 των δικηγόρων της Alpha Bank προς τους δικηγόρους της Καθ΄ ης, αναφορικά με την Αγωγή 610/17 της Τράπεζας εναντίον της Καθ΄ ης, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού από την οποία φαίνεται η ύπαρξη μηδενικού υπολοίπου, Τεκμήριο 25. Όπως αναφέρεται στην ίδια την Αίτηση, η εκκαθάριση της Καθ΄ ης ζητείται στη βάση των άρθρων 211(ε) και (στ) και 212(α) και (γ) του Κεφ. 113, παρόλο που στη νομική βάση αυτής περιλαμβάνονται και τα εδάφια (α)-(δ) του άρθρου 211. Το άρθρο 211(ε) του Κεφ. 113 προνοεί ότι εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Σύμφωνα με το άρθρο 212(α) εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της αν: (
- i)πιστωτής, µε εκχώρηση ή διαφορετικά, στον οποίο χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις €5.000, (
- ii)επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της απαίτηση υπογεγραμμένη από αυτόν με την οποία απαιτεί από την εταιρεία την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, και (iii) η εταιρεία για τις επόμενες τρεις βδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να το εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Σύμφωνα με το άρθρο 212(γ) εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της «αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαµβάνει υπόψη τις ενδεχόµενες και µελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας». Τα άρθρα 211 και 212 του Κεφ. 113 έτυχαν ερμηνείας στην υπόθεση GIP Constructions Ltd. v. Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, στην οποία αποφασίστηκε ότι το άρθρο 211(ε) θέτει το γενικό πλαίσιο της εξέτασης του θέματος κατά πόσο η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της ενώ το άρθρο 212 εξειδικεύει τις περιπτώσεις όπου η εκπλήρωση των προϋποθέσεων τους οδηγεί από μόνη της στο νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών, χωρίς να περιορίζεται η γενικότητα του άρθρου
- Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Τα άρθρα 211 και 212 του δικού μας Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού. Στην Αγγλία η έννοια των διατάξεων αυτών έχει φωτισθεί από νομολογία. Σύμφωνα με την αγγλική προσέγγιση, η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει την γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αγγλική νομολογία βρίσκει κανείς και τα εξής παραδείγματα. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος: Re Globe New Patent Iron and Steel Co. [1875] L.R. 20 Eq.
- Το ίδιο είναι το αποτέλεσμα και όταν υπάρχει παραδοχή από την εταιρεία ότι δεν έχει περιουσία επί της οποίας θα μπορούσε να γίνει εκτέλεση: Re Flagstaff Silver Mining co. of Utah [1875] L.R. 20 Eq.
- Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, η εταιρεία μπορεί να αποκρούσει την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία με απόδειξη ότι δύναται στην πραγματικότητα να πληρώσει τα χρέη της: Re Bradford Tramways Co. [1876] 4 Ch. D. 18,
- Στην υπόθεση Re Capital Annuities Ltd. [1978] 3 All E.R. 704, στην σελ. 718, την εκφρασθείσα από το Δικαστήριο άποψη, ότι μαρτυρία που δείχνει ότι μια εταιρεία δεν έχει για την ώρα αρκετή ρευστότητα να πληρώσει όλα τα παρόντα χρέη της είτε έχουν είτε δεν έχουν ζητηθεί δεν σημαίνει από μόνη της και αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, πρέπει να την δει κανείς σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης και αφού περιπλέον επισημανθεί πως εν πάση περιπτώσει εκείνο που ο Δικαστής είχε υπόψη του ήταν πως εκεί επρόκειτο για εντελώς προσωρινή δυσκολία που θα μπορούσε να αρθεί μέσα σε λίγες ημέρες. Θεωρούμε πως και στα δικά μας άρθρα 211 και 212 πρέπει να δοθεί η ιδία ερμηνεία.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ορθότητα της εν λόγω απόφασης επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση M. Moulettaris Machinery Co. Ltd. v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης στη βάση του άρθρου 212(α), το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση αφορά τον λόγο ένστασης ότι η ισχυριζόμενη οφειλή δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στο σύγγραμμα Η Εκκαθάριση Εταιρειών, Δρ Α.Π. Ποιητής, 2η έκδοση, σελ. 22-23, αναφέρεται ότι για τον σκοπό εφαρμογής του άρθρου 212(α) η ύπαρξη χρέους είναι ουσιαστική προϋπόθεση. Η ύπαρξη απόφασης, αν και θεμελιώνει αυτή την προϋπόθεση, δεν είναι απαραίτητη εφόσον η οφειλή πράγματι υφίσταται. Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα, το θέμα πάντοτε είναι το χρέος να είναι πλήρως εκκαθαρισμένο και πληρωτέο. Η ύπαρξη σοβαρής αμφισβήτησης της υπόστασης του χρέους καθιστά ανεφάρμοστη αυτή τη νομοθετική διάταξη διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλειψη πληρωμής εκ μέρους της εταιρείας αφού η ύπαρξη της οφειλής είναι αβέβαιη (βλ. Mann v. Goldstein
(1968)2 All E.R. 769 και Re Lympne Investments Ltd
(1972)2 All E.R. 385). Με βάση τα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, προκύπτει πως η ισχυριζόμενη οφειλή εκ €32.100 προϋποθέτει τη θέση ότι αυτό το ποσό συνιστά το υπόλοιπο μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής του Αιτητή ως Διαχειριστή Παραλήπτη η οποία συνίστατο στο 6% επί του ποσού της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ ης και συγκεκριμένα δυνάμει της συμφωνίας ημ. 30.12.14 για την πώληση της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της Καθ΄ ης για ποσό €1.5εκ., Τεκμήριο
- Για την είσπραξη του οφειλόμενου συνολικού ποσού των €107.100 ο Αιτητής (όντας ακόμα Διαχειριστής Παραλήπτης της Καθ΄ ης) εξέδωσε τιμολόγιο με σχετική κατάσταση λογαριασμού στις 2.3.15, Τεκμήριο 4, και στις 6.6.16 απέστειλε την απαίτηση πληρωμής. Είναι γεγονός ότι από το συνολικό οφειλόμενο ποσό των €107.100 ο Αιτητής, πριν την αποχώρηση του, εισέπραξε το ποσό των €75.
- Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΠΜ επί τούτου, η εν λόγω πληρωμή έγινε από τον ίδιο τον Αιτητή καθ΄ ον χρόνο αυτός ενεργούσε ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της Καθ΄ ης, χωρίς όμως αυτή (η πληρωμή) να είχε τεθεί εις γνώση του διοικητικού συμβουλίου και δεν τέθηκε μαρτυρία από τον Αιτητή πως αυτό το γεγονός ήρθε σε γνώση οποιουδήποτε προσώπου εκ μέρους της Καθ΄ ης και δη της παλαιάς διοίκησης της. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την ύπαρξη της εκκρεμότητας διαδικασίας Διαιτησίας αναφορικά με τη συμφωνία ημ. 30.12.14 κατά τον ουσιώδη χρόνο της επιστολής απαίτησης, στα πλαίσια της οποίας (Διαιτησίας) αμφισβητείτο η συγκεκριμένη πώληση της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της Καθ΄ ης, καθιστούν την οφειλή έστω και μέρους του εν λόγω ποσού αμφισβητούμενη κατά τον χρόνο απαίτησης της. Το Δικαστήριο θεωρεί πως επρόκειτο για ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση εκ μέρους της Καθ΄ ης την οποία επιθυμούσε να επιλύσει μέσω της νόμιμης οδού και δη της Διαιτησίας. Το γεγονός ότι τελικώς εκδόθηκε εκ συμφώνου Διαιτητική Απόφαση δεν σημαίνει και μη αμφισβήτηση της οφειλής, αλλά αντιθέτως ότι η συμφωνία αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής αμφισβήτησης από την Καθ΄ ης εξ ου και κινήθηκε διαδικασία Διαιτησίας με αποτέλεσμα και κατάληξη την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης. Η αναγνώριση από την Καθ΄ ης εταιρεία, μέσω του ΠΜ κατά τη μαρτυρία του, της υπό κρίση οφειλής δεν διαφοροποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τα πιο πάνω καθότι υπάρχει πλέον η Διαιτητική Απόφαση και η εγγραφή της. Όπως επισημαίνεται ανωτέρω, ο καθοριστικός χρόνος είναι η ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης. Από τη στιγμή που το χρέος τελούσε υπό αμφισβήτηση κατά τον χρόνο απαίτησης αυτού και συνακόλουθα κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης, τότε θεωρώ ότι δεν πρόκειται για εκκαθαρισμένη απαίτηση εν τη εννοία του άρθρου 212(α). Το γεγονός της μεταγενέστερης έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης, της εγγραφής αυτής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και ακόμα η άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως προς αυτά τα γεγονότα δεν αναιρεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τη μη ύπαρξη συγκεκριμένης και εκκαθαρισμένης οφειλής κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης εκκαθάρισης. Η διαπίστωση περί της αμφισβήτησης της ίδιας της αξίωσης του Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρισης της Αίτησης θέτει το ερώτημα κατά πόσο ο Αιτητής θεωρείται πιστωτής της Καθ΄ ης εν τη εννοία του άρθρου 213
(1)του Κεφ. 113, σύμφωνα με το οποίο αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας δύναται να υποβληθει από «πιστωτή ή πιστωτές, περιλαµβανοµένων οποιωνδήποτε ενδεχόµενων ή µελλοντικών πιστωτών» της. Χρήσιμη καθοδήγηση επί της ερμηνείας του όρου «πιστωτής» παρέχει η υπόθεση Σπανού v. GIP Constructions Ltd.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 315 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Δοθέντος ότι η έννοια του "πιστωτή" στα άρθρα 213
(1)και 243
(1)είναι, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ταυτόσημη, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο, στην περίπτωση που εξετάζουμε, η εφεσείουσα είναι πιστωτής που μπορούσε να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης. Κρίνουμε ότι ορθή είναι η αρνητική απάντηση. Βάσει του άρθρου 213
(1)στην έννοια του "πιστωτή" περιλαμβάνεται και ο "ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" (contingent or perspective creditor). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία ως ενδεχόμενος πιστωτής, βάσει του άρθρου 224
(1)του αγγλικού Νόμου, θεωρείται "a person towards whom, under an existing obligation, the company may or will become subject to a present liability on the happening of some future event or at some future debt" - πρόσωπο έναντι του οποίου, βάσει υφιστάμενης υποχρέωσης, η εταιρεία ενδέχεται ή πρόκειται να ευρεθεί υπόλογη παρούσης ευθύνης με την επέλευση κάποιου μελλοντικού γεγονότος ή σε κάποια μελλοντική ημερομηνία (βλ. Re William Hockley [1962] 1 W.LR. 555, Re Community Development Pty [1969] Qd. R.I και Palmer's Company Law, 23rd Ed., 1127, para. 85-15). Με άλλα λόγια, "ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" σημαίνει πιστωτή υπό αναβλητική αίρεση ή πιστωτή υπό αναβλητική προθεσμία όπως είναι ο πιστωτής μη ληξιπρόθεσμου χρέους, π.χ. μη πληρωτέας συναλλαγματικής, ή ο εγγυητής που δεν ξόφλησε χρέος της εταιρείας ή ο εκμισθωτής αναφορικά με μελλοντικά ενοίκια. Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.LR. 523, Palmer' s πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury' s Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477). Στην περίπτωση της εφεσείουσας δεν βρισκόμαστε μπροστά σε "ενδεχόμενο ή μελλοντικό πιστωτή", δηλαδή πιστωτή έναντι του οποίου η υποχρέωση της εφεσίβλητης υφίσταται μεν αλλά τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή αναβλητική προθεσμία. Βρισκόμαστε μπροστά σε πρόσωπο έναντι του οποίου, με την υπεράσπιση στην ανταπαίτησή του, αμφισβητείται αυτή τούτη η υποχρέωση της εταιρείας. Βρισκόμαστε, με άλλα λόγια, μπροστά σε πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Επομένως η εφεσείουσα, έστω και εάν μέρος της ανταπαίτησής της είναι για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, δεν είναι ούτε υφιστάμενος ούτε ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής, υπό την έννοια των άρθρων 213
(1)και 243
(1)του Νόμου, και, κατά συνέπεια, δεν είχε το απαραίτητο locus standi για να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης καθ' η στιγμή τελούσε υπ' αμφισβήτηση η ανταπαίτησή της στην αγωγή.» Η προαναφερόμενη υπόθεση αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Χατζηγιάννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(B) A.A.Δ. 991 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του άρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. . Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης.» Όπως αναφέρεται επίσης στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Besuno Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 427, για σκοπούς του άρθρου 212(α) η οφειλή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη και η ευρύτητα του όρου «πιστωτής» είναι τέτοια που περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει να λαμβάνει καθορισμένο ύψος απαίτησης. Σημειώνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις GIP Constructions Ltd. v. Κοινωνικών Ασφαλίσεων και M. Moulettaris Machinery Co. Ltd. v. Ζήνωνος καθώς επίσης και στην υπόθεση In Re Loukos Μanufacturers Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 2226 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το άρθρο 211 του Κεφ. 113 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ένα διάταγμα διάλυσης μιας εταιρείας που δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τα χρέη της. Το διάταγμα εκδίδεται αν η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις οφειλές της (άρθρο 212(c)). Η διαδικασία της διάλυσης προϋποθέτει την καταχώριση σχετικής αίτησης από "οποιοδήποτε πιστωτή ή πιστωτές" (άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113). Ένας πιστωτής μιας εταιρείας μπορεί να καταχωρίσει αίτηση για τη διάλυση της εταιρείας. Πρέπει να τονιστεί ότι η οφειλή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (ίδε Re James Millward & Co. Ltd. [1940] Ch. 333). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's "Company Precedents", Part 2, Winding Up 17th Ed., p. 39, "A creditor of the company for a sum of money presently and unconditionally due and payable is unquestionably a creditor who can present a petition for winding up." Ο όρος "πιστωτής" είναι αρκετά μεγάλος, έτσι που να συμπεριλαμβάνει ένα πρόσωπο που έχει να λαμβάνει έστω και ένα μικρό ποσό που δεν υπερβαίνει τις £35 (Re World Industrial Bank [1909] W.N. 148), ένα πρόσωπο στο οποίο έχει μεταβιβαστεί ένα χρέος της εταιρείας (Re Paris Skating Ring [1877] 5 Ch. D. 962), ένα πρόσωπο στο οποίο έχει μεταβιβαστεί μέρος χρέους της εταιρείας (Re Steal Wing Co. [1921] 1 Ch. 349), τον εκτελεστή της περιουσίας ενός αποθανόντος που είχε μια ασφάλεια ζωής (Masonic & General Life Assurance [1886] 32 Ch. D. 373), όπως επίσης και μια Δημοτική Αρχή αναφορικά με οφειλόμενους τοπικούς φόρους, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καταχωρηθεί εναντίον της εταιρείας πολιτική αγωγή για την είσπραξη τους (In Re The North Bucks Furniture Depositories Limited [1939] Ch. 690), Re McGreavy [1950] Ch. 269). Όμως δεν μπορεί να συμπεριλάβει ένα πιστωτή του οποίου το ύψος της πίστωσης δεν είναι καθορισμένο. (Re Pen-Van Colieri [1877] 6 Ch. D. 477).» Στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνεται ότι με τη διαδικασία Διαιτησίας αμφισβητείται η επίδικη συμφωνία πώλησης ημ. 30.12.14, η οποία με τη σειρά της αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία και ύπαρξη της οφειλής προς τον Αιτητή, στη βάση του 6% της τιμής πώλησης. Εφόσον η εν λόγω συμφωνία πώλησης τελούσε υπό ουσιαστική αμφισβήτηση κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης, τότε συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για την ύπαρξη χρέους και μάλιστα συγκεκριμένου, καθορισμένου και αδιαμφισβήτητου. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι ο μοναδικός ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από τον Αιτητή προς υποστήριξη της θέσης ότι είναι πιστωτής αφορά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης. Με άλλα λόγια δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της Καθ΄ ης ότι το αποτέλεσμα της Διαιτησίας επηρέαζε την παρούσα Αίτηση εξ ου και καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία επισύναψε αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης και εγγραφής αυτής, λέγοντας ότι η εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνει την επίδικη πώληση και καθιστά τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης περί μη ύπαρξης εκκαθαρισμένης οφειλής αστήρικτους και αβάσιμους. Αυτή όμως εκδόθηκε μεταγενέστερα της υποβολής της αίτησης εκκαθάρισης και επομένως δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν και να προσδώσει τη δυνατότητα στον Αιτητή να καταχωρίσει αίτηση εκκαθάρισης ως πιστωτής. Αντίστοιχη είναι και η προσέγγιση του συγγραφέως Δρος Ποιητή, στη σελ. 45, αναφορικά με τη δυνατότητα εκδοχέως να καταχωρίσει τέτοια αίτηση, καθότι και σε εκείνη την περίπτωση αναφέρεται πως η εκχώρηση θα πρέπει να έχει λάβει χώρα πριν από την καταχώριση της αίτησης εκκαθάρισης. Από τη στιγμή που η ίδια η ύπαρξη της Διαιτησίας επηρέαζε την εγκυρότητα και εφαρμογή της συμφωνίας πώλησης και έθετε εν αμφιβόλω την ίδια τη δημιουργία της οφειλής, τότε ο Αιτητής δεν μπορούσε να θεωρείται πιστωτής της Καθ΄ ης. Σαφώς δεν ήταν υφιστάμενος πιστωτής αλλά ούτε και ενδεχόμενος ή μελλοντικός καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υφίστατο υποχρέωση της Καθ΄ ης να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, η οποία τελούσε υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά η εν λόγω υποχρέωση τελούσε υπό αμφισβήτηση ως προς την ίδια την ύπαρξη της. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν απέκτησε την ιδιότητα του πιστωτή εν τη εννοία του Νόμου και επομένως δεν είχε locus standi κατά τον ουσιώδη χρόνο για να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης της Καθ΄ ης. Με άλλα λόγια, κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης ο Αιτητής δεν ήταν πιστωτής εν τη εννοία του άρθρου 213
(1)και επομένως δεν είχε δικαίωμα να καταχωρίσει και προωθεί την Αίτηση σε αυτή τη βάση. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα. Ειδικότερα, από τη στιγμή που ο Αιτητής δεν θεωρείται πιστωτής, τότε δεν τίθεται θέμα εξέτασης της Αίτησης και στη βάση της ανικανότητας πληρωμής χρεών δυνάμει του άρθρου 212(γ). Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στις υποθέσεις In Re Loukos Μanufacturers Ltd (ανωτέρω) και Χατζηγιάννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση: «Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του περί Εταιρειών Νόμου αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται είτε από την εταιρεία είτε από οποιονδήποτε "πιστωτή", μετά τη διαπίστωση ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής", δεν τίθεται θέμα εξέτασης της αίτησής του για να διαγνωσθεί κατά πόσο η εφεσίβλητη ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της με βάση την παράγραφο (γ) του άρθρου 212 του Νόμου.» Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός και το χρονικό στάδιο της καταχώρισης ενόρκων δηλώσεων από τα ενδιαφερόμενα μέρη προς υποστήριξη της Αίτησης και της συμμετοχής τους στην ακροαματική διαδικασία, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης και εναντίον του Αιτητή στα 2/3 του σετ των εξόδων και εναντίον των ενδιαφερόμενων μερών ανά 1/6 έκαστο, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο