Bieman Ltd ν. F.N. & A.G. Developers Ltd, Αρ. Αγωγής: 1844/2018, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1844/2018 Μεταξύ: Bieman Ltd Ενάγουσας v. F.N. & A.G. Developers Ltd Εναγομένης Αίτηση Εναγομένης ημ. 18.10.19 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: κ. Α. Γεωργίου για Μάριος Γεωργίου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ι. Μαλέκου με κ. Ν. Καλλένο για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη - Αιτήτρια αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον της στις 28.9.
- Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΘΧ (εφεξής «ο ΘΧ»), διευθυντή της Εναγομένης, στην οποία βασικά ισχυρίζεται ότι η Αγωγή επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της σε λανθασμένη διεύθυνση και επομένως η Εναγομένη ουδέποτε έλαβε γνώση της Αγωγής καθώς επίσης και ότι η Εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση σε τρία σημαντικά σημεία, ήτοι δεδικασμένο, κατάχρηση της διαδικασίας και υπεράσπιση επί της ουσίας καθότι δεν είναι η ίδια που παραβίασε την επίδικη συμφωνία αλλά η Ενάγουσα και επομένως η Εναγομένη δικαιούται σε ειδική εκτέλεση αυτής. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται βασικά ως εξής:
- Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και λανθασμένη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
- Η Αγωγή επιδόθηκε δεόντως στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης.
- Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι η Εναγομένη επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την Αγωγή.
- Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης.
- Η Εναγομένη απέτυχε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και ή συζητήσιμη υπεράσπιση και προβάλλει αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς.
- Η έκδοση της απόφασης ήταν καθόλα ορθή και νόμιμη.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και ή δυσμενή επηρεασμό στην Ενάγουσα.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και την τελεσιδικία της απόφασης. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται εκτίθενται στον φάκελο του Δικαστηρίου και ειδικότερα σε προγενέστερη ένορκη δήλωση του κ. ΓΣ. Η ένσταση συνοδεύεται επίσης από ένορκη δήλωση του κ. Γ. Σάββα (εφεξής «ο ΓΣ») ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας και είναι πολιτικός μηχανικός στη συνδεδεμένη της εταιρεία Kermia Properties & Investments Ltd (εφεξής «η Kermia»), οι οποίες εταιρείες ανήκουν στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ο ΓΣ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η Αγωγή επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης όπως αυτό ήταν καταχωρημένο στον Έφορο Εταιρειών και ότι μεταγενέστερα της επίδοσης η Εναγομένη προέβη σε διαβήματα για την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της στο αρχείο του Εφόρου. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις δεν καταδεικνύουν ουσιαστική και καλή υπεράσπιση. Ο ΓΣ με τη σειρά του αποδίδει προσβλητική και προκλητική συμπεριφορά στην Εναγομένη η οποία προσπαθεί εκ των υστέρων με κατασκευασμένα στοιχεία να διορθώσει τις παραλείψεις της. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές. Ι. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κοτσώνης v. Δήμου Γερίου, Πολ. Έφ. 254/13, ημ. 31.10.19, στην οποία συνοψίζονται οι αρχές: «Σύμφωνα με τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, . η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει εκδοθείσα απόφαση είναι διακριτικής φύσης. Ο εναγόμενος σε τέτοιου είδους υποθέσεις οφείλει να καταδείξει ότι (α) έχει ως πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και (β) υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση στη διαδικασία. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναλύονται στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646 και υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ ΑΑΔ 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ ΑΑΔ 1774). Επιδίωξη του Δικαστηρίου είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό απόφασης που ελήφθηκε ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εν τούτοις, το Δικαστήριο μπορεί παρά ταύτα να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση NSM Democars Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.2015, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.»» Οι ίδιες νομικές αρχές επαναλήφθηκαν πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Jurgen κ.ά. v. Σταυρινού, Πολ. Έφ. 80/14, ημ. 1.6.20. ΙΙ. Ορθότητα Επίδοσης Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο έχει γίνει ορθή και κανονική επίδοση της Αγωγής στην Εναγομένη. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι δεν έγινε καλή επίδοση, τότε το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ex debito justitiae και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1977)1(Α) Α.Α.Δ. 247 και White v. Weston
(1968)2 All E.R. 842. ΙΙ.Α Δυνατότητα εξέτασης της επίδοσης Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει το ζήτημα της επίδοσης καθότι ελλείπει από τη νομική βάση της Αίτησης το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο διέπει την επίδοση σε νομικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την Εναγομένη, αυτή η παράλειψη δεν παρέχει στο Δικαστήριο το δικαιοδοτικό και ή δικονομικό πλαίσιο εξέτασης της Αίτησης ως προς το θέμα της επίδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αποτελεί την ουσιαστική και δικαιοδοτική πρόνοια για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου. Επομένως θεωρώ πως στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται η ορθή βασική δικονομική πρόνοια που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει και ενδεχομένως εγκρίνει την Αίτηση. Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται και η Δ.5 θ.7 η οποία αφορά το θέμα της επίδοσης σε νομικά πρόσωπα. Στην εν λόγω δικονομική πρόνοια αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως εκεί όπου υπάρχει πρόνοια σε νόμο για την επίδοση του κλητηρίου ή άλλης διαδικασίας σε νομικό πρόσωπο, τότε η επίδοση σε αυτό το πρόσωπο θα γίνεται με τον εκεί προβλεπόμενο τρόπο. Το άρθρο 372 του Κεφ. 113 ρυθμίζει την επίδοση σε νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με το οποίο «έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 43, η οποία αφορούσε παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας ερήμην λόγω κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, τονίστηκε πως το άρθρο 372 του Κεφ. 113 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το δικαίωμα του διαδίκου να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται στο Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή σε νομολογία σύμφωνα με την οποία κρίθηκε αμφίβολο κατά πόσο το άρθρο 372 εφαρμόζεται για επίδοση δικαστικών εγγράφων. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ιδωμένο υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρ. 30.1 και 30.3 (α) του Συντάγματος, αποτελεί τη λυδία λίθο της υπόθεσης. Το δικονομικό δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια της χώρας, που κατοχυρώνει το άρθρ. 30.1, περιλαμβάνει το δικαίωμα του διαδίκου: (α) να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο δικαστήριο· και (β) να αναπτύξει σ' αυτό τους ισχυρισμούς του [(άρθρ. 30.3 (α) και (β)]. Το άμεσα εγειρόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η επίδοση που έγινε, του ειδικά οπισθογραφημένου με την απαίτηση κλητηρίου εντάλματος, στην εφεσίβλητη-εναγόμενη, είναι έγκυρη. Σύμφωνα με το αποδεικτικό της επίδοσης - ένορκο δήλωση από τον ιδιώτη επιδότη που διενήργησε την επίδοση - το κλητήριο ένταλμα της αγωγής "αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον" στις 7/10/
- Η ίδια ακριβώς φράση και η αυτή χρονολογία αναγράφονται στο πάνω δεξιό μέρος του κλητηρίου που επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση του επιδότη. Δεν υπάρχει υπογραφή παραλαβής. . Στην Sekavin, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρ. 30.3(α) και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που κατοχυρώνει. Η απόφαση στη συνέχεια θεωρεί αμφίβολη την εφαρμογή του αρθρ. 372 στις δικαστικές διαδικασίες. Προχωρεί ωστόσο να διατυπώσει θετική άποψη ότι το άρθρ. 372 δεν μπορεί να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Αυτό είναι και το νόημα της απόφασης. Υπογραμμίζουμε την κρίσιμη σκέψη της απόφασης στη σελ. 76: "If addressed to a legal entity, a corporation or a company, Rule 20 of the Admiralty Rules provides service must be effected in the manner provided by law for service of legal process upon them. The relevant provisions of the Companies Law are those of s. 372 providing "a document may be served on a company by leaving it or sending it by post to the registered office of the company." It is doubtful whether this rule applies to service of judicial proceedings. If that were the case it would appear to me to fall short of complying with the provisions of Article 30.3 (a)." Το ίδιο πνεύμα επικράτησε και στην υπόθεση Lexicon, ανωτέρω. Στην Balm Maritime Co., η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη
- Το ναυτοδικείο εντούτοις ακύρωσε την απόφαση, που λήφθηκε ερήμην των εναγομένων, καθοδηγούμενο από τη συνταγματική αρχή του άρθρ. 30.3.(α). Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος.» Ακολούθησε η υπόθεση Maxana Oil Ltd v. Poltava Petroleum Company
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 834 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ο ευπαίδευτος Πρόεδρος έκρινε ότι η επίδοση της ειδοποίησης εγγραφής της απόφασης ήταν κανονική εφ΄ όσον έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εφεσείουσας στην Κύπρο που ήταν σύμφωνο τόσο με το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όσο και με τη Δ.5, θ.7, και μάλιστα η Εφεσείουσα, λαμβάνοντας έτσι γνώση, απετάθη για παραμερισμό της απόφασης. Συμφωνώντας, θεωρούμε το λόγο έφεσης αβάσιμο. Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι η Δ.5, θ.7 κρίνει επαρκή επίδοση την επίδοση στο γραφείο της εταιρείας.» Θεωρώ πως το θέμα της επίδοσης δεν αποτελεί το βασικό αντικείμενο της εν λόγω απόφασης καθότι, όπως επισημάνθηκε και από το Εφετείο, η επίδοση δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επομένως δεν ήταν επίδικο θέμα. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η μεταγενέστερη υπόθεση J. Z. Classic Music Pro Ltd v. ALkadia Music Land Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1151, στην οποία λέχθηκε ότι η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε εταιρεία διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 372 του Κεφ. 113 σε συνδυασμό με τη Δ.5 θ.7. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε πως η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (ανωτέρω) διαφοροποιείτο καθότι εκεί ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής του, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση υπήρχε υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, όπως επιμαρτυρείτο και από τον επιδότη. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει πως η Δ.5 θ.7 και το άρθρο 372 διέπουν το ζήτημα της επίδοσης σε νομικά πρόσωπα. Όμως το άρθρο 372 θα πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 30.3 του Συντάγματος το οποίο απαιτεί πληροφόρηση του προσώπου και επομένως εκεί όπου η επίδοση γίνεται με απλή άφεση στο εγγεγραμμένο γραφείο χωρίς να λαμβάνει γνώση περί τούτης οποιοδήποτε πρόσωπο αυτής, όπως αξιωματούχος, γραμματέας ή ταμίας, τότε αυτή η επίδοση δεν θεωρείται ορθή και επομένως οι πρόνοιες του άρθρου 372 καθίστανται ανεφάρμοστες. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου και την ένορκη δήλωση επίδοσης ημ. 7.9.18 η επίδοση έγινε στις 5.9.18 με την άφεση του κλητηρίου στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης. Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως από τη στιγμή που στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται η δικονομική πρόνοια, ήτοι η Δ.5 θ.7, η οποία αναφέρεται στον τρόπο επίδοσης σε νομικό πρόσωπο και η οποία παραπέμπει αφ΄ εαυτής και στο σχετικό άρθρο του Κεφ. 113, τότε η συμπερίληψη και ρητή αναφορά στο άρθρο 372 δεν ήταν αναγκαία. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση, ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το άρθρο 372 έπρεπε να περιλαμβανόταν στη νομική βάση της Αίτησης, αυτή η παράλειψη αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Θεωρώ πως αυτή η παράλειψη είναι τυπικής μορφής και δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Ενάγουσας η οποία εμφανίστηκε στα πλαίσια της Αίτησης και είχε τη δυνατότητα να προβάλει τις θέσεις της επί του θέματος της επίδοσης. ΙΙ.Β Εξέταση της επίδοσης Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ημ. 7.9.18 του επιδότη κ. ΜΝ (εφεξής «ο ΜΝ»), η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής έγινε στις 5.9.18 με την άφεση του στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης, στην οδό .. Άλλωστε αυτός ο ισχυρισμός του ΓΣ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση παρέμεινε αναντίλεκτος. Ο ισχυρισμός του ΘΧ πως η επίδοση πάσχει καθότι στην ένορκη δήλωση δεν αναγράφεται η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου δεν ευσταθεί. Κατ΄ αρχάς δεν υπάρχει οτιδήποτε είτε στο άρθρο 372 του Κεφ. 113 είτε στη Δ.5 θ.7 που να επιβάλλει την αναγραφή στην ένορκη δήλωση επίδοσης της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου στην οποία έγινε η επίδοση. Η δήλωση ότι η επίδοση έγινε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου είναι αυτό που απαιτείται και αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Άλλωστε, επισημαίνεται ότι η διεύθυνση της Εναγομένης αναγράφεται στον τίτλο ακριβώς μετά το όνομα της και φαίνεται και στο αντίγραφο του κλητηρίου το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης του ΜΝ. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του υπό κρίση ζητήματος προσφέρει η υπόθεση Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.
- Ο βασικός ισχυρισμός του ΘΧ είναι πως η Εναγομένη ουδέποτε έλαβε γνώση της Αγωγής καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, η κα Π δεν ήταν διευθύντρια της Εναγομένης και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ήταν στην οδό .. Προς τούτο παρουσιάζει δύο Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημ. 16.10.19, Τεκμήρια 4 και 5, στα οποία αναγράφεται το ιστορικό των διευθυντών και γραμματέων της Εναγομένης και του εγγεγραμμένου γραφείου της, αντίστοιχα, για την περίοδο μεταξύ 17.6.02 και 16.10.
- Στο Τεκμήριο 4 καταγράφεται ότι η κα ΕΠ (εφεξής «η ΕΠ») ήταν διευθύντρια από τις 26.2.09 και έπαυσε την 1.9.17 και στο Τεκμήριο 5 καταγράφεται ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης στις 26.2.09 η . και την 1.9.17 η .. Ο ΓΣ επισυνάπτει έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών ημ. 27.7.18, Τεκμήρια 1 και 3, στην οποία φαίνεται η . ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης και η ΕΠ ως διευθύντρια της, με διεύθυνση την .. Επισυνάπτει επίσης ακριβή αντίγραφα των εντύπων ΗΕ2 και ΗΕ4, τα οποία εξασφάλισε από τον Έφορο Εταιρειών στις 5.11.19, όπως επιβεβαιώνεται από τη σχετική σφραγίδα του Εφόρου, Τεκμήρια 7 και
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΓΣ και όπως φαίνεται στα ίδια τα έγγραφα, αυτά φέρουν σφραγίδα παραλαβής από τον Έφορο στις 14.10.
- Το μεν Τεκμήριο 7 αφορά την κοινοποίηση αλλαγής της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης και συγκεκριμένα την . με ημερομηνία αλλαγής την 1.9.17 και το Τεκμήριο 8 την κοινοποίηση αλλαγής αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και της ΕΠ με ημερομηνία παραίτησης την 1.9.
- Με βάση το περιεχόμενο των ίδιων των εγγράφων και τους ισχυρισμούς του ΓΣ οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, προκύπτει πως ουδεμία καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών για αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου και ή διευθυντών έλαβε χώρα από πλευράς και εκ μέρους της Εναγομένης μέχρι και τις 14.10.
- Επομένως, σύμφωνα με τα αρχεία και μητρώα του Εφόρου, κατά τον χρόνο επίδοσης της Αγωγής, ήτοι στις 5.9.18, το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης ήταν στην . και η ΕΠ ήταν διευθύντρια της με την ίδια διεύθυνση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως και ο δικηγόρος της Εναγομένης κατά την αγόρευση του αναγνώρισε ότι κατά τη χρονική περίοδο έκδοσης της απόφασης, ήτοι στις 28.9.18, φαινόταν ως εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης η .. Ο δικηγόρος της Εναγομένης κατά την αγόρευση του ανέφερε πως κατά τον χρόνο επίδοσης η Ενάγουσα γνώριζε ή εύλογα θα μπορούσε να γνωρίζει το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης, καθότι οι δύο πλευρές είχαν ήδη υποθέσεις ενώπιον των Δικαστηρίων και η Ενάγουσα κατέχει αρκετά στοιχεία επικοινωνίας πέραν του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης. Περαιτέρω ήταν η θέση του πως ήταν εύκολα αντιληπτό πως το συγκεκριμένο γραφείο στην . δεν ήταν λειτουργήσιμο εξ ου και η Ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης για τον λόγο ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί. Ειδικότερα, έκανε αναφορά σε δύο Αγωγές στη μια εκ των οποίων η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο και στην άλλη με υποκατάστατη επίδοση. Θεωρώ πως αυτές οι θέσεις αποτελούν μαρτυρία η οποία δεν δύναται να προσκομίζεται από τον δικηγόρο και δη στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης και επομένως δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν. Άλλωστε, όπως έχει ήδη λεχθεί, στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο χωρίς να έχει εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και πέραν της εκκρεμότητας της Αγωγής XXXXX/15 ΕΔ Λεμεσού μεταξύ των ίδιων διαδίκων και τη δικογραφία αυτής, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ΘΧ, δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για τέτοια άλλη Αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόμοια αίτηση παραμερισμού εκδικάζεται παράλληλα αλλά ξεχωριστά και στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/18, όμως πρόκειται για δύο ανεξάρτητες υποθέσεις και διαδικασίες και επομένως το Δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψιν από μόνο του τα δεδομένα της μιας για σκοπούς εξέτασης της άλλης χωρίς την προσκόμιση μαρτυρίας ως προς τούτο. Παρά ταύτα, παραμένει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΘΧ πως κατά τον χρόνο επίδοσης το εν λόγω γραφείο στη συγκεκριμένη διεύθυνση, ήτοι την ., δεν ήταν λειτουργήσιμο. Αυτό το γεγονός σε συνάρτηση με την επίδοση μέσω της απλής άφεσης της Αγωγής στο γραφείο χωρίς οποιαδήποτε αναφορά περί γωνστοποίησης της Αγωγής σε οποιοδήποτε πρόσωπο και δη αξιωματούχο της Εναγομένης απολήγει στο ότι η Αγωγή δεν γνωστοποιήθηκε στην Εναγομένη και σαφώς καθιστά την επίδοση κακή λόγω της μη συμμόρφωσης με το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος - βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (ανωτέρω). Ως εκ τούτου καταλήγω ότι εφόσον η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι αντικανονική και η Εναγομένη δεν έλαβε γνώση της Αγωγής, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Αυτό το συμπέρασμα σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. ΙΙΙ. Κατάληξη Ως εκ τούτου, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου εναντίον της Εναγομένης ημ. 28.9.
- Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Αιτήτριας και εναντίον Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Παρέχεται δικαίωμα στην Εναγομένη - Αιτήτρια για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο