Kermia Properties & Investments Ltd ν. F.N. & A.G. Developers Ltd, Αρ. Αγωγής: 1845/2018, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1845/2018 Μεταξύ: Kermia Properties & Investments Ltd Ενάγουσας v. F.N. & A.G. Developers Ltd Εναγομένης Αίτηση Εναγομένης ημ. 18.10.19 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: κ. Α. Γεωργίου για Μάριος Γεωργίου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ι. Μαλέκου με κ. Ν. Καλλένο για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη - Αιτήτρια αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον της στις 20.12.
- Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΘΧ (εφεξής «ο ΘΧ»), διευθυντή της Εναγομένης, στην οποία βασικά ισχυρίζεται ότι η Αγωγή επιδόθηκε δυνάμει διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση στη διευθύντρια της Εναγομένης, κας ΕΠ (εφεξής «η ΕΠ»), καθ΄ ον χρόνο αυτή δεν ήταν πλέον διευθύντρια της καθώς επίσης και ότι η Εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση σε τρία σημαντικά σημεία, ήτοι δεδικασμένο, κατάχρηση της διαδικασίας και υπεράσπιση επί της ουσίας καθότι δεν είναι η ίδια που παραβίασε την επίδικη συμφωνία αλλά η Ενάγουσα και επομένως η Εναγομένη δικαιούται σε ειδική εκτέλεση αυτής. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται βασικά ως εξής:
- Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και λανθασμένη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
- Η Αγωγή επιδόθηκε δεόντως στην Εναγομένη.
- Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι η Εναγομένη επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την Αγωγή.
- Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης.
- Η Εναγομένη απέτυχε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και ή συζητήσιμη υπεράσπιση και προβάλλει αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς.
- Η έκδοση της απόφασης ήταν καθόλα ορθή και νόμιμη.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και ή δυσμενή επηρεασμό στην Ενάγουσα.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και την τελεσιδικία της απόφασης. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται εκτίθενται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται επίσης από ένορκη δήλωση του κ. ΓΣ (εφεξής «ο ΓΣ») ο οποίος εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Ενάγουσα η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία Bieman Ltd (εφεξής «η Bieman»), οι οποίες εταιρείες ανήκουν στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ο ΓΣ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η Αγωγή επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης όπως αυτό ήταν καταχωρημένο στον Έφορο Εταιρειών και επιπρόσθετα με υποκατάστατη επίδοση στη διευθύντρια αυτής στην ίδια διεύθυνση και ότι μεταγενέστερα της επίδοσης η Εναγομένη προέβη σε διαβήματα για την αλλαγή των αξιωματούχων και του εγγεγραμμένου γραφείου της στο αρχείο του Εφόρου. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις δεν καταδεικνύουν ουσιαστική και καλή υπεράσπιση. Ο ΓΣ με τη σειρά του αποδίδει προσβλητική και προκλητική συμπεριφορά στην Εναγομένη η οποία προσπαθεί εκ των υστέρων με κατασκευασμένα στοιχεία να διορθώσει τις παραλείψεις της. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές. Ι. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κοτσώνης v. Δήμου Γερίου, Πολ. Έφ. 254/13, ημ. 31.10.19, στην οποία συνοψίζονται οι αρχές: «Σύμφωνα με τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, . η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει εκδοθείσα απόφαση είναι διακριτικής φύσης. Ο εναγόμενος σε τέτοιου είδους υποθέσεις οφείλει να καταδείξει ότι (α) έχει ως πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και (β) υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση στη διαδικασία. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναλύονται στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646 και υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ ΑΑΔ 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ ΑΑΔ 1774). Επιδίωξη του Δικαστηρίου είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό απόφασης που ελήφθηκε ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εν τούτοις, το Δικαστήριο μπορεί παρά ταύτα να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση NSM Democars Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.2015, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.»» Οι ίδιες νομικές αρχές επαναλήφθηκαν πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Jurgen κ.ά. v. Σταυρινού, Πολ. Έφ. 80/14, ημ. 1.6.20. ΙΙ. Ορθότητα Επίδοσης Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο έχει γίνει ορθή και κανονική επίδοση της Αγωγής στην Εναγομένη. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι δεν έγινε καλή επίδοση, τότε το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ex debito justitiae και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1977)1(Α) Α.Α.Δ. 247 και White v. Weston
(1968)2 All E.R. 842. ΙΙ.Α Δυνατότητα εξέτασης της επίδοσης Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει το ζήτημα της επίδοσης καθότι ελλείπει από τη νομική βάση της Αίτησης το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο διέπει την επίδοση σε νομικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την Εναγομένη, αυτή η παράλειψη δεν παρέχει στο Δικαστήριο το δικαιοδοτικό και ή δικονομικό πλαίσιο εξέτασης της Αίτησης ως προς το θέμα της επίδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αποτελεί την ουσιαστική και δικαιοδοτική πρόνοια για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου. Επομένως θεωρώ πως στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται η ορθή βασική δικονομική πρόνοια που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει και ενδεχομένως εγκρίνει την Αίτηση. Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται και η Δ.5 θ.7 η οποία αφορά το θέμα της επίδοσης σε νομικά πρόσωπα. Στην εν λόγω δικονομική πρόνοια αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως εκεί όπου υπάρχει πρόνοια σε νόμο για την επίδοση του κλητηρίου ή άλλης διαδικασίας σε νομικό πρόσωπο, τότε η επίδοση σε αυτό το πρόσωπο θα γίνεται με τον εκεί προβλεπόμενο τρόπο. Το άρθρο 372 του Κεφ. 113 ρυθμίζει την επίδοση σε νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με το οποίο «έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 43, η οποία αφορούσε παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας ερήμην λόγω κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, τονίστηκε πως το άρθρο 372 του Κεφ. 113 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το δικαίωμα του διαδίκου να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται στο Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή σε νομολογία σύμφωνα με την οποία κρίθηκε αμφίβολο κατά πόσο το άρθρο 372 εφαρμόζεται για επίδοση δικαστικών εγγράφων. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ιδωμένο υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρ. 30.1 και 30.3 (α) του Συντάγματος, αποτελεί τη λυδία λίθο της υπόθεσης. Το δικονομικό δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια της χώρας, που κατοχυρώνει το άρθρ. 30.1, περιλαμβάνει το δικαίωμα του διαδίκου: (α) να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο δικαστήριο· και (β) να αναπτύξει σ' αυτό τους ισχυρισμούς του [(άρθρ. 30.3 (α) και (β)]. Το άμεσα εγειρόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η επίδοση που έγινε, του ειδικά οπισθογραφημένου με την απαίτηση κλητηρίου εντάλματος, στην εφεσίβλητη-εναγόμενη, είναι έγκυρη. Σύμφωνα με το αποδεικτικό της επίδοσης - ένορκο δήλωση από τον ιδιώτη επιδότη που διενήργησε την επίδοση - το κλητήριο ένταλμα της αγωγής "αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον" στις 7/10/
- Η ίδια ακριβώς φράση και η αυτή χρονολογία αναγράφονται στο πάνω δεξιό μέρος του κλητηρίου που επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση του επιδότη. Δεν υπάρχει υπογραφή παραλαβής. . Στην Sekavin, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρ. 30.3(α) και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που κατοχυρώνει. Η απόφαση στη συνέχεια θεωρεί αμφίβολη την εφαρμογή του αρθρ. 372 στις δικαστικές διαδικασίες. Προχωρεί ωστόσο να διατυπώσει θετική άποψη ότι το άρθρ. 372 δεν μπορεί να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Αυτό είναι και το νόημα της απόφασης. Υπογραμμίζουμε την κρίσιμη σκέψη της απόφασης στη σελ. 76: "If addressed to a legal entity, a corporation or a company, Rule 20 of the Admiralty Rules provides service must be effected in the manner provided by law for service of legal process upon them. The relevant provisions of the Companies Law are those of s. 372 providing "a document may be served on a company by leaving it or sending it by post to the registered office of the company." It is doubtful whether this rule applies to service of judicial proceedings. If that were the case it would appear to me to fall short of complying with the provisions of Article 30.3 (a)." Το ίδιο πνεύμα επικράτησε και στην υπόθεση Lexicon, ανωτέρω. Στην Balm Maritime Co., η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη
- Το ναυτοδικείο εντούτοις ακύρωσε την απόφαση, που λήφθηκε ερήμην των εναγομένων, καθοδηγούμενο από τη συνταγματική αρχή του άρθρ. 30.3.(α). Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος.» Ακολούθησε η υπόθεση Maxana Oil Ltd v. Poltava Petroleum Company
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 834 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ο ευπαίδευτος Πρόεδρος έκρινε ότι η επίδοση της ειδοποίησης εγγραφής της απόφασης ήταν κανονική εφ΄ όσον έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εφεσείουσας στην Κύπρο που ήταν σύμφωνο τόσο με το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όσο και με τη Δ.5, θ.7, και μάλιστα η Εφεσείουσα, λαμβάνοντας έτσι γνώση, απετάθη για παραμερισμό της απόφασης. Συμφωνώντας, θεωρούμε το λόγο έφεσης αβάσιμο. Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι η Δ.5, θ.7 κρίνει επαρκή επίδοση την επίδοση στο γραφείο της εταιρείας.» Θεωρώ πως το θέμα της επίδοσης δεν αποτελεί το βασικό αντικείμενο της εν λόγω απόφασης καθότι, όπως επισημάνθηκε και από το Εφετείο, η επίδοση δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επομένως δεν ήταν επίδικο θέμα. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η μεταγενέστερη υπόθεση J. Z. Classic Music Pro Ltd v. ALkadia Music Land Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1151, στην οποία λέχθηκε ότι η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε εταιρεία διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 372 του Κεφ. 113 σε συνδυασμό με τη Δ.5 θ.7. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε πως η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (ανωτέρω) διαφοροποιείτο καθότι εκεί ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής του, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση υπήρχε υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, όπως επιμαρτυρείτο και από τον επιδότη. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει πως η Δ.5 θ.7 και το άρθρο 372 διέπουν το ζήτημα της επίδοσης σε νομικά πρόσωπα. Όμως το άρθρο 372 θα πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 30.3 του Συντάγματος το οποίο απαιτεί πληροφόρηση του προσώπου και επομένως εκεί όπου η επίδοση γίνεται με απλή άφεση στο εγγεγραμμένο γραφείο χωρίς να λαμβάνει γνώση περί τούτης οποιοδήποτε πρόσωπο αυτής, όπως αξιωματούχος, γραμματέας ή ταμίας, τότε αυτή η επίδοση δεν θεωρείται ορθή και επομένως οι πρόνοιες του άρθρου 372 καθίστανται ανεφάρμοστες. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου και την ένορκη δήλωση επίδοσης ημ. 7.9.18 η επίδοση έγινε αρχικώς στις 5.9.18 με την άφεση του κλητηρίου στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης. Ακολούθησε η έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στη διευθύντρια της Εναγομένης στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 25.10.18 καθότι, όπως αναφέρετο στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, το γραφείο της Εναγομένης ήταν πάντοτε κλειστό και έτσι δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί σε αξιωματούχο της. Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως από τη στιγμή που στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται η δικονομική πρόνοια, ήτοι η Δ.5 θ.7, η οποία αναφέρεται στον τρόπο επίδοσης σε νομικό πρόσωπο και η οποία παραπέμπει αφ΄ εαυτής και στο σχετικό άρθρο του Κεφ. 113, τότε η συμπερίληψη και ρητή αναφορά στο άρθρο 372 δεν ήταν αναγκαία. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση, ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το άρθρο 372 έπρεπε να περιλαμβανόταν στη νομική βάση της Αίτησης, αυτή η παράλειψη αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Θεωρώ πως αυτή η παράλειψη είναι τυπικής μορφής και δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Ενάγουσας η οποία εμφανίστηκε στα πλαίσια της Αίτησης και είχε τη δυνατότητα να προβάλει τις θέσεις της επί του θέματος της επίδοσης. ΙΙ.Β Ορθότητα της επίδοσης Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ημ. 7.9.18 του επιδότη κ. ΜΝ (εφεξής «ο ΜΝ»), η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής έγινε στις 5.9.18 με την άφεση του στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης, στην οδό .... Άλλωστε αυτός ο ισχυρισμός του ΓΣ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση παρέμεινε αναντίλεκτος. Ο βασικός ισχυρισμός του ΘΧ είναι πως η Εναγομένη ουδέποτε έλαβε γνώση της Αγωγής καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, η ΕΠ δεν ήταν διευθύντρια της Εναγομένης και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ήταν σε άλλη διεύθυνση, ήτοι στην οδό .... Προς τούτο παρουσιάζει δύο Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημ. 16.10.19, Τεκμήρια 4 και 5, στα οποία αναγράφεται το ιστορικό των διευθυντών και γραμματέων της Εναγομένης και του εγγεγραμμένου γραφείου της, αντίστοιχα, για την περίοδο μεταξύ 17.6.02 και 16.10.
- Στο Τεκμήριο 4 καταγράφεται ότι η ΕΠ ήταν διευθύντρια από τις 26.2.09 και έπαυσε την 1.9.17 και στο Τεκμήριο 5 καταγράφεται ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης στις 26.2.09 η . και την 1.9.17 η .. Ο ΓΣ επισυνάπτει έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών ημ. 27.7.18, Τεκμήρια 1 και 3, στην οποία φαίνεται η . ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης και η ΕΠ ως διευθύντρια της, με διεύθυνση την .. Επισυνάπτει επίσης ακριβή αντίγραφα των εντύπων ΗΕ4 και ΗΕ2, τα οποία εξασφάλισε από τον Έφορο Εταιρειών στις 5.11.19, όπως επιβεβαιώνεται από τη σχετική σφραγίδα του Εφόρου, Τεκμήρια 9 και
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΓΣ και όπως φαίνεται στα ίδια τα έγγραφα, αυτά φέρουν σφραγίδα παραλαβής από τον Έφορο στις 14.10.
- Το μεν Τεκμήριο 9 αφορά την κοινοποίηση αλλαγής αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και της ΕΠ με ημερομηνία παραίτησης την 1.9.17 και το Τεκμήριο 8 την κοινοποίηση αλλαγής της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης και συγκεκριμένα την . με ημερομηνία αλλαγής την 1.9.
- Με βάση το περιεχόμενο των ίδιων των εγγράφων και τους ισχυρισμούς του ΓΣ οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, προκύπτει πως ουδεμία καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών για αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου και ή διευθυντών έλαβε χώρα από πλευράς και εκ μέρους της Εναγομένης μέχρι και τις 14.10.
- Επομένως, σύμφωνα με τα αρχεία και μητρώα του Εφόρου, κατά τον χρόνο επίδοσης της Αγωγής, ήτοι στις 5.9.18, το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης ήταν στην . και στις 29.10.18 και 2.11.18 η ΕΠ ήταν διευθύντρια της με την ίδια διεύθυνση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως και ο δικηγόρος της Εναγομένης κατά την αγόρευση του αναγνώρισε ότι κατά τη χρονική περίοδο έκδοσης της απόφασης, ήτοι στις 20.12.18, φαινόταν ως εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης η .. Με βάση τον ισχυρισμό εκ μέρους της ίδιας της Ενάγουσας, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας ΧΑ και των σημειώσεων του επιδότη ΜΝ στα πλαίσια της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, η πλευρά της Ενάγουσας δηλώνει και αναγνωρίζει ότι το εγγεγραμμένο γραφείο ήταν πάντοτε κλειστό με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατή η επίδοση σε αξιωματούχο της. Αυτή η τοποθέτηση από μόνη της απολήγει στο ότι η Αγωγή δεν γνωστοποιήθηκε σε οποιοδήποτε πρόσωπο και δη αξιωματούχο της Εναγομένης και σαφώς καθιστά την επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης κακή λόγω της μη συμμόρφωσης με το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος - βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (ανωτέρω). Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και ειδικότερα την ένορκη δήλωση ημ. 4.12.18 της κας ΑΔ εκ μέρους της Ενάγουσας και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημ. 19.12.18 του ΜΝ, η επίδοση έγινε εκ νέου στις 2.11.18 με υποκατάστατη επίδοση δια μέσω της διευθύντριας της Εναγομένης ΕΠ, στην ., με την άφεση του κλητηρίου κάτω από την πόρτα. Ο ισχυρισμός του ΘΧ πως η επίδοση πάσχει καθότι στην ένορκη δήλωση δεν αναγράφεται η διεύθυνση της διευθύντριας ΕΠ δεν ευσταθεί. Κατ΄ αρχάς δεν υπάρχει οτιδήποτε στη Δ.5 θ.7 που να επιβάλλει την αναγραφή στην ένορκη δήλωση επίδοσης της διεύθυνσης του προσώπου στο οποίο έγινε η επίδοση. Η δήλωση ότι η επίδοση έγινε στη διεύθυνση του εν λόγω προσώπου είναι αυτό που απαιτείται και αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση, προς συμμόρφωση και με το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση το οποίο διέτασσε την υποκατάστατη επίδοση στην Εναγομένη μέσω της διευθύντριας της ΕΠ. Άλλωστε, επισημαίνεται ότι η διεύθυνση της ΕΠ αναγράφεται σε δύο ένορκες δηλώσεις εκ μέρους της Ενάγουσας. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του υπό κρίση ζητήματος προσφέρει η υπόθεση Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.
- Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η επίδοση έγινε προς πλήρη συμμόρφωση με το διάταγμα ημ. 29.10.18 για υποκατάστατη επίδοση, το οποίο ρητώς προνοούσε για την άφεση του κλητηρίου κάτω από την πόρτα. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, η διεύθυνση της ΕΠ ήταν η . ούτε και προβλήθηκε ότι η ίδια ουδέποτε έλαβε γνώση της Αγωγής. Αντιθέτως, ο μόνος ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από την Εναγομένη είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΕΠ δεν ήταν πλέον διευθύντρια της Εναγομένης και ότι η εν λόγω διεύθυνση δεν ήταν πλέον η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της. Από τη στιγμή όμως που στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών η ΕΠ φαινόταν ως διευθύντρια της Εναγομένης, τότε ικανοποιούμαι ότι η επίδοση έγινε ορθά και νόμιμα. Εφόσον η Εναγομένη προέβη σε ενέργειες για την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου και των διευθυντών πολύ μεταγενέστερα της επίδοσης της Αγωγής, ήτοι στις 14.10.19, ήτοι πέραν του ενός έτους από την επίδοση, τότε είναι η ίδια η Εναγομένη που επέδειξε αδράνεια στην έγκαιρη αλλαγή αυτών των στοιχείων στο μητρώο του Εφόρου και κυρίως πλήρη αδιαφορία για την παρούσα Αγωγή. Σαφώς και ήταν εις γνώση της πως μέχρι και τις 14.10.19 η ΕΠ φερόταν ως διευθύντρια της Εναγομένης και επομένως ήταν εύλογο και αναμενόμενο πως θα μπορούσε αυτή ακόμα και να λαμβάνει αλληλογραφία ή επίδοση εγγράφων. Με άλλα λόγια, η Εναγομένη επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη δική της παράλειψη έγκαιρης ενημέρωσης της αλλαγής των αξιωματούχων αυτής για να αποδώσει στην ίδια έλλειψη γνώσης της επίδοσης και να αποφύγει τις συνέπειες τέτοιας επίδοσης, καθ΄ ον χρόνο η ίδια επέδειξε αδράνεια και έλλειψη ενδιαφέροντος για το γεγονός ότι η ΕΠ εξακολουθούσε να ήταν διευθύντρια και το εγγεγραμμένο γραφείο της στην οδό .. Εξ ου και ισχυρίζεται ότι έμαθε για την απόφαση μέσω της υπεράσπισης στην Αγωγή 5393/15 (για την οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω) η οποία καταχωρίστηκε στις 10.10.19, Τεκμήριο
- Επιπλέον, θεωρώ βάσιμη τη θέση του ΓΣ πως τεχνηέντως η Εναγομένη επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο περί δήθεν αλλαγής του εγγεγραμμένου γραφείου και των αξιωματούχων της από το 2017, ενόσω ήταν σε γνώση της ότι προέβη στην υποβολή των σχετικών εγγράφων πολύ αργότερα και δη στις 14.10.
- Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι η επίδοση στην ΕΠ έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και είναι καθόλα ορθή και νόμιμη. ΙΙΙ. Δικαιολόγηση Μη Εμφάνισης και Συμπεριφορά Εναγομένης Είναι ισχυρισμός του ΘΧ πως η Ενάγουσα γνώριζε για την εκπροσώπηση της Εναγομένης στην Αγωγή XXXXX/15 και στην Έφεση 31/12 (για την οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω) και δεν ενημέρωσε τον δικηγόρο της για την παρούσα Αγωγή, χαρακτηρίζοντας αυτή τη στάση της ως ανάρμοστη και αντιδεοντολογική. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επίδοση της παρούσας Αγωγής έπρεπε να γίνει με τον δέοντα και ορθό τρόπο και επομένως η Ενάγουσα δεν είχε νομική υποχρέωση να ενημερώσει περί τούτου τον δικηγόρο της Εναγομένης. Εν πάση περιπτώσει η ενημέρωση του δικηγόρου διαδίκου ουδόλως αποτελεί ορθή και καλή επίδοση. Αν η Εναγομένη θεωρεί αυτή τη συμπεριφορά αντιδεοντολογική, τότε θα μπορούσε ενδεχομένως να λάβει άλλα μέτρα ενώπιον του αρμόδιου οργάνου. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, η Εναγομένη προβάλλει ως λόγο για τη μη εμφάνιση της πως κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΕΠ δεν ήταν πλέον διευθύντρια της και το εγγεγραμμένο γραφείο της ήταν πλέον σε άλλη διεύθυνση. Ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της απόφασης μέσω της υπεράσπισης στην Αγωγή XXXXX/
- Η δέουσα επίδοση και η όλη συμπεριφορά της Εναγομένης, όπως επεξηγείται ανωτέρω, και η αδράνεια της να προβεί στην καταχώριση αίτησης παραμερισμού για περίοδο πέραν του ενός έτους, καταδεικνύουν έλλειψη σεβασμού προς τους νόμους και κυρίως τις δικαστικές διαδικασίες. Πέραν του ισχυρισμού περί κακής επίδοσης στη βάση της παύσης της διευθύντριας, ο οποίος και δεν κρίνεται βάσιμος όπως αναφέρεται ανωτέρω, η Εναγομένη δεν προέβαλε οποιονδήποτε άλλο λόγο για την παράλειψη εμφάνισης της και ειδικότερα την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης για πέραν του ενός έτους. Επομένως, με δεδομένη τη διαπίστωση περί καλής επίδοσης, παραμένει πλήρως ανεξήγητη και αδικαιολόγητη αυτή η στάση της Εναγομένης. Σύμφωνα με τη νομολογία και όπως επαναλήφθηκε στην υπόθεση Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 561, ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Jurgen κ.ά. v. Σταυρινού (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό. Επίσης έγινε αναφορά στην υπόθεση Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402 και στη νομική αρχή πως για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Χρυσόδοντας v. Ακουλογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολ. Έφ. Ε10/13, ημ. 6.6.18: «Με βάση τις αρχές της νομολογίας, εάν ένας εναγόμενος επιδείξει αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί μομφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, αποτελεί βάσιμο λόγο για την απόρριψη αιτήματος παραμερισμού απόφασης, έστω και αν έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση (βλ. Phylactou v. Michael και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη, πιο πάνω). Γνώμονας για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η εξισορρόπηση της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του από τη μια και της ανάγκης για τελεσιδικία από την άλλη.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 64: «Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054).» IV. Αποκάλυψη Συζητήσιμης ή Εκ Πρώτης Όψεως Βάσιμης Υπεράσπισης Στην υπόθεση Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Μερκής, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns Limited κ.ά.
(1994)1 A.A.Δ. 736, στην οποία τονίστηκε η μεγάλη σημασία του στοιχείου της αποκάλυψης καλής υπεράσπισης εκ μέρους του αιτητή, το δε βάρος της απόδειξης το φέρει εκείνος, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του, αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή, συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης (βλ. επίσης Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26). Κρίνω επίσης σκόπιμη την παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Γιάγκου κ.ά. v. Φωτίου
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 250 το οποίο περιλαμβάνει μια διαφωτιστική ανάλυση του υπό κρίση ζητήματος: «Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «. ... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και πάλι στην υπόθεση Jurgen κ.ά. v. Σταυρινού (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή γίνεται με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας (The Annual Practice 1970, σελ. 117, παρ. 13/9/4). ΙV.Α Δεδικασμένο Η πρώτη υπεράσπιση η οποία εγείρεται από την Εναγομένη αφορά την ύπαρξη δεδικασμένου. Αποτελεί ισχυρισμό του ΘΧ πως η παρούσα έχει ήδη κριθεί με την απόφαση στην Αγωγή XXXXX/07 ΕΔ Λεμεσού την οποία ήγειρε η Ενάγουσα και αφορούσε ακριβώς τα ίδια επίδικα θέματα, αυτή απορρίφθηκε το 2011, επαναφέρθηκε λίγους μήνες αργότερα ενώ η απόφαση επαναφοράς ακυρώθηκε κατ΄ έφεση στις 11.6.18. Ο ΘΧ επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης της Αγωγής XXXXX/07, το πρακτικό απόρριψης της Αγωγής και την απόφαση στην Έφεση αρ. 31/12, Τεκμήρια 6-8 αντίστοιχα. Με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6-8 διαφαίνεται ότι η Αγωγή XXXXX/07 ηγέρθη από την Ενάγουσα και τη Bieman εναντίον της Εναγομένης με τις ίδιες αξιώσεις ως στην παρούσα, ήτοι Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. Π.Ε. ./07 είναι άκυρο λόγω μη συμμόρφωσης της Εναγομένης με τους όρους αυτού και Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη να διατάσσεται να ενεργήσει για τη διαγραφή του πωλητήριου ή να εξουσιοδοτούνται οι Ενάγουσες να ενεργήσουν οι ίδιες για τη διαγραφή του από το μητρώο του Κτηματολογίου. Και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι το ίδιο με της παρούσας, καθότι γίνεται αναφορά στο πωλητήριο έγγραφο ημ. 26.4.07 το οποίο υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων για την πώληση κτημάτων στην Εναγομένη για το ποσό των €7.5εκ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, η Εναγομένη παρέλειψε να συμμορφωθεί με τον όρο δυνάμει του οποίου θα έπρεπε εντός καθορισμένου χρόνου από την υπογραφή της συμφωνίας να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης εκ €7εκ. και προσέλθει στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, με αποτέλεσμα η συμφωνία αυτομάτως να έχει ακυρωθεί, το δε καταβληθέν ποσό των €500.000 κατακρατείται από τις Ενάγουσες ως αποζημίωση. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, προς τούτο, οι Ενάγουσες με επιστολή τους ημ. 25.7.07 ειδοποίησαν την Εναγομένη όπως καταβάλει το τίμημα αλλιώς η συμφωνία αυτομάτως ακυρώνεται, όπως και έγινε εξ ου και με επιστολή τους ημ. 27.9.07 κάλεσαν την Εναγομένη να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο, κάτι το οποίο η τελευταία παρέλειψε να πράξει. Βάσει του πρακτικού ημ. 15.11.11, ενώ η Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, το Δικαστήριο απέρριψε αυτή λόγω μη προώθησης της από την πλευρά της Ενάγουσας αφού απέρριψε το αίτημα της για αναβολή και δεν ήταν έτοιμη να ξεκινήσει με την ακρόαση. Πράγματι, με την απόφαση ημ. 11.6.18 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση 31/12, η απόφαση ημ. 21.12.11 για την επαναφορά της Αγωγής ακυρώθηκε. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε οποιαδήποτε κατάληξη επί του ζητήματος, θεωρώ ότι η Εναγομένη δεν κατάφερε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση ως προς το δεδικασμένο εν όψει του λόγου απόρριψης που ήταν η μη προώθηση της Αγωγής και της ύπαρξης νομολογίας πως η απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης της δεν δημιουργεί δεδικασμένο εφόσον δεν διαγιγνώσκονται δικαστικά τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κανάρης v. Λοϊζου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 599 και Ραφτόπουλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)4(Α) Α.Α.Δ.
- Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στο σύγγραμμα Res Judicata Spencer Bower and Handley, 4η έκδοση, όπου στις σελ. 19 και 91 αναφέρεται ότι «dismissal for want of prosecution is not a decision on the merits and does not create res judicata». Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης ο αιτητής έχει υποχρέωση να καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση και το Δικαστήριο δεν καλείται να προβεί σε απόφαση επί της ισχυριζόμενης υπεράσπισης του. Ταυτόχρονα όμως, η εγειρόμενη υπεράσπιση θα πρέπει να είναι επαρκής ούτως ώστε να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι η Εναγομένη δεν κατάφερε να καταδείξει ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση ως προς αυτό το ζήτημα. IV.B Κατάχρηση της Διαδικασίας Δεύτερη προβαλλόμενη υπεράσπιση από την Εναγομένη είναι η κατάχρηση της διαδικασίας λόγω του ότι εκκρεμεί η Αγωγή 5393/15 για τα ίδια ζητήματα με την οποία η Εναγομένη ζητά ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Επομένως, είναι η θέση της Εναγομένης πως η Ενάγουσα όφειλε να ακολουθήσει τους δικονομικούς κανόνες και εξουσίες του Δικαστηρίου και αντ΄ αυτού προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας. Ο ΘΧ αποδίδει στην Ενάγουσα προσβλητική και προκλητική συμπεριφορά ως προς το ότι εσκεμμένα απέκρυψε το ιστορικό της Αγωγής 5393/15 εξασφαλίζοντας έτσι την έκδοση απόφασης στην παρούσα Αγωγή. Η ύπαρξη και εκκρεμότητα της εν λόγω Αγωγής αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ως εκ τούτου, είναι κοινώς αποδεκτή η καταχώριση στις 30.12.15 της Αγωγής 5393/15 ΕΔ Λεμεσού από την νυν Εναγομένη ως Ενάγουσα και εναντίον της νυν Ενάγουσας και της Bieman με την οποία ζητείται μεταξύ άλλων Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο ημ. 26.4.07 είναι σε ισχύ και δεσμευτικό για όλους τους διαδίκους, ότι ο τερματισμός είναι παράνομος και ή άκυρος και Διάταγμα για την ειδική εκτέλεση αυτού. Αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΘΧ. Αποτελεί επίσης αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΓΣ, ο οποίος επιβεβαιώνεται και από την ίδια την έκθεση απαίτησης, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΘΧ, πως η εκεί Ενάγουσα καταχώρισε την έκθεση απαίτησης στην εν λόγω Αγωγή στις 11.10.18, ήτοι δύο μήνες μετά την έγερση της παρούσας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης η εκεί Ενάγουσα αποδίδει στις εκεί Εναγόμενες παράλειψη να διευθετήσουν ούτως ώστε να ήταν δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου και η πληρωμή του υπολοίπου και μάλιστα ενώ η εκεί Ενάγουσα μετέβη στο Κτηματολόγιο στις 24.8.07 για να γίνει η μεταβίβαση με την ταυτόχρονη εξόφληση του ποσού, δεν υπήρξε εμφάνιση από τις εκεί Εναγόμενες. Η εκεί Ενάγουσα προβάλλει ισχυρισμούς ότι με επιστολή της ημ. 23.7.07 κάλεσε τις εκεί Εναγόμενες να διευθετήσουν τις εκκρεμότητες για τη μεταβίβαση των ακινήτων και καθορίσουν συνάντηση στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, οι Εναγόμενες απάντησαν με επιστολή τους ημ. 25.7.07 ότι η προθεσμία για πληρωμή έληγε εκείνη τη μέρα και την καλούσαν να καταβάλει το ποσό, ενώ δεν είχαν τερματίσει την ενοικίαση των επίδικων ακινήτων προς τρίτους και δεν ήταν σε θέση να παραδώσουν ελεύθερα τα ακίνητα. Η εκεί Ενάγουσα απάντησε με επιστολή της ημ. 25.7.07 καλώντας τις Εναγόμενες να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο στις 24.8.07 για τη μεταβίβαση εφόσον η Ενάγουσα είχε ήδη βρει αγοραστή και είχε υπογράψει πωλητήριο συμβόλαιο με αυτόν ο οποίος και θα πλήρωνε το υπόλοιπο. Σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης η οποία καταχωρίστηκε στις 10.10.19, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΘΧ, σε αυτή οι εκεί Εναγόμενες αρνούνται τους ισχυρισμούς της εκεί Ενάγουσας και αναφέρουν πως με επιστολή της ημ. 23.7.07 η εκεί Ενάγουσα ζήτησε από αυτές όπως διευθετήσουν τις εκκρεμότητες και καθορίσουν από κοινού ημερομηνία και ώρα για συνάντηση στο Κτηματολόγιο και μεταβίβαση του ακινήτου. Οι Εναγόμενες απάντησαν με επιστολή τους ημ. 25.7.07 στην οποία ανέφεραν πως έλαβαν την επιστολή στις 24.7.07 το απόγευμα και καλούσαν την Ενάγουσα επειγόντως να καταθέσει το εναπομείναν ποσό δυνάμει της συμφωνίας, λέγοντας ότι παράλειψη καταβολής του καθιστά τη συμφωνία αυτομάτως άκυρη, ότι κατακρατούν το ποσό των €500.000 ως αποζημίωση και ότι οι Εναγόμενες ήταν έτοιμες για την άμεση μεταβίβαση. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η ενοικίαση των ακινήτων ήταν σε γνώση της Ενάγουσας η οποία θα επωφελείτο από την είσπραξη των ενοικίων μέχρι την εξασφάλιση άδειας οικοδομής και την έναρξη εργασιών. Είναι ορθή η επισήμανση της Ενάγουσας ότι η καταχώριση της παρούσας Αγωγής προηγήθηκε σχεδόν δύο μήνες της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης στην Αγωγή XXXXX/
- Με άλλα λόγια, είχε καταχωριστεί η Αγωγή XXXXX/15 και εκκρεμούσε από το 2015, όμως δεν προωθείτο και στο μεταξύ η Ενάγουσα επέλεξε να καταχωρίσει την παρούσα Αγωγή. Διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να καταχωρίσει την παρούσα αντί να αναμένει την εξέλιξη της πορείας της Αγωγής XXXXX/15 και να καταχωρίσει εκεί υπεράσπιση και ανταπαίτηση και ότι η έγερση της παρούσας δεν φαίνεται από μόνη της να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει την Ενάγουσα να καταχωρίσει ξεχωριστή Αγωγή με τη σειρά της χωρίς να είχε υποχρέωση να αποκαλύψει την ύπαρξη της Αγωγής XXXXX/
- Άλλωστε υπάρχουν τρόποι χειρισμού αυτής της κατάστασης, όπως ενδεχομένως αίτημα για συνένωση των δύο Αγωγών. Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι με το γεγονός και μόνο της καταχώρισης της παρούσας Αγωγής εναντίον της Εναγομένης, ενόσω εκκρεμούσε η Αγωγή XXXXX/15, διαφαίνεται η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης για κατάχρηση ούτως ώστε να δικαιολογείτο το επανάνοιγμα της υπόθεσης. IV.Γ Παραβίαση συμφωνίας από την Ενάγουσα και Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης Ο ΘΧ ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη έχει ουσιαστική υπεράσπιση παραπέμποντας και υιοθετώντας την έκθεση απαίτησης στην Αγωγή XXXXX/15, Τεκμήριο
- Θεωρώ βάσιμη τη θέση της Ενάγουσας πως η απλή παραπομπή και υιοθέτηση του δικογράφου δεν συνιστά μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει στον βαθμό και για σκοπούς πάντοτε της παρούσας διαδικασίας. Με άλλα λόγια, το δικόγραφο περιέχει μόνο ισχυρισμούς οι οποίοι βεβαίως θα πρέπει να υποστηριχθούν στον απαιτούμενο βαθμό με την απαραίτητη μαρτυρία. Ειδικότερα για σκοπούς της παρούσας η Εναγομένη όφειλε, πέραν της παραπομπής στο δικόγραφο της στην άλλη Αγωγή, να παρουσίαζε εκείνα τα στοιχεία τα οποία τείνουν να καταδείξουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η απλή παρουσίαση και παραπομπή στην άλλη έκθεση απαίτησης και ακόμα το γεγονός της εκκρεμότητας της Αγωγής της δεν ισοδυναμούν με μαρτυρία στα πλαίσια αίτησης και επομένως οι συναφείς ισχυρισμοί του ΘΧ για την ύπαρξη καλής ουσιαστικής υπεράσπισης παραμένουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Σημειώνεται άλλωστε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της Εναγομένης απορρίπτονται στην υπεράσπιση της Ενάγουσας, επομένως τελικώς το Δικαστήριο παραμένει να έχει ενώπιον του μόνο τα εκατέρωθεν δικόγραφα στην άλλη Αγωγή, τα οποία περιέχουν απλά αντικρουόμενους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, χωρίς όμως να έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τούτους. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ.793 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.»» Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης στην Αγωγή XXXXX/07 και τη θέση της Εναγομένης στην Αγωγή XXXXX/15 η Εναγομένη πλήρωσε το ποσό των €500.000 με την υπογραφή της συμφωνίας. Σημειώνεται ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση στην Αγωγή XXXXX/15 ότι με την έκδοση των αποφάσεων στην παρούσα και στην Αγωγή XXXXX/18 η Αγωγή XXXXX/15 κατέστη άνευ αντικειμένου, πλην όμως διαφαίνεται πως η εν λόγω Αγωγή XXXXX/15 περιλαμβάνει και διαζευκτικές αξιώσεις, όπως αξίωση του ποσού των €500.000 και άλλων ποσών τα οποία κατέβαλε για τη χαρτοσήμανση του επίδικου πωλητήριου και του πωλητηρίου στον μεταπωλητή, οι οποίες δεν φαίνεται να είναι άνευ αντικειμένου και δύνανται να εκδικαστούν. Ως εκ τούτου, παρόλο που τυχόν απόρριψη της Αίτησης ενδεχομένως να καθιστά την Αγωγή XXXXX/15 ως προς ένα μέρος της άνευ αντικειμένου, εντούτοις παραμένουν ακόμα αξιώσεις προς εκδίκαση. Ως εκ τούτου, και επί αυτής της βάσης υπεράσπισης το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει ότι έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση εφόσον οι συναφείς ισχυρισμοί της Εναγομένης παρέμειναν παντελώς γενικοί και αόριστοι και δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτών ούτως ώστε το Δικαστήριο να ήταν σε θέση να τους αξιολογήσει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η Εναγομένη κατάφερε να καταδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Συγκεκριμένα, δεν έχει καταδειχθεί ότι έγινε κακή επίδοση και ούτε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης της. Αντιθέτως, η στάση της ισοδυναμεί με προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και αποφυγή των δικών της παραλείψεων. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο