Ivanov κ.α. ν. WCS - Worldwide Corporate Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 862/2019, 16/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 862/2019 Μεταξύ:
- . Ivanov
- City Group Finance Ltd Εναγόντων v.
- WCS - Worldwide Corporate Services Ltd
- . Ζήνωνος Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 6.9.19 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενες - Αιτήτριες: κ. Θ. Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μ. Σιδεράς για Τάσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενες - Αιτήτριες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων όπως παράσχουν ασφάλεια εξόδων ύψους €50.000, με κατάθεση είτε του ποσού στο Δικαστήριο είτε τραπεζικής εγγύησης από Κυπριακή Τράπεζα, καθώς επίσης και διάταγμα αναστολής της διαδικασίας στην εν λόγω Αγωγή μέχρι την παροχή τέτοιας ασφάλειας και απόρριψης της σε περίπτωση που η ασφάλεια δεν παρασχεθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΓΠ (εφεξής «η ΓΠ»), εσωτερική νομική σύμβουλος της Εναγομένης
- Η ΓΠ ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων 1 δεν είναι μόνο Ρώσος αλλά και Τούρκος υπήκοος, μόνιμος και φορολογικός κάτοικος Τουρκίας, και δεν διαθέτει χρηματική ή άλλη μόνιμη περιουσία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει προϊόν εκτέλεσης και ή διατάγματος κατάσχεσης από Κυπριακό Δικαστήριο σε περίπτωση που οι Αιτήτριες πετύχουν στην υπεράσπιση τους. Αποτελεί ισχυρισμό της ΓΠ πως λόγω της πολιτικής κατάστασης μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι Αιτήτριες δεν θα μπορούν να εγγράψουν την όποια απόφαση ενώπιον Τουρκικών Δικαστηρίων για σκοπούς εκτέλεσης. Η ΓΠ αναφέρει επίσης ότι η Ενάγουσα 2 είναι εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, χωρίς περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία, και ότι σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης τους η εκτέλεση της απόφασης εναντίον και των δύο Εναγόντων συνεπάγεται αυξημένα δικηγορικά έξοδα με δικαστικές διαδικασίες σε τρίτες δικαιοδοσίες. Η ΓΠ επεξηγεί γιατί θεωρεί ότι οι Αιτήτριες έχουν καλή, βάσιμη και ουσιαστική υπεράσπιση και επισυνάπτει προσχέδιο καταλόγου εξόδων ως προς το αιτούμενο ύψος της παροχής της ασφάλειας εξόδων. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως:
- Οι Ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή εκβιαστική με σκοπό την άσκηση πίεσης στους Ενάγοντες.
- Η Ενάγουσα 2 είναι αξιόχρεη και ικανή να πληρώσει τυχόν χρέη της. Εν πάση περιπτώσει αποκλειστικός μέτοχος της είναι ο Ενάγων 1 ο οποίος διαθέτει ικανά περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία υπερκαλύπτουν το αιτούμενο ποσό ασφάλειας.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Αιτήτριες δεν διαθέτουν βάσιμη, καλή και ουσιαστική υπεράσπιση.
- Το αιτούμενο ποσό είναι υπερβολικό και αδικαιολόγητα διογκωμένο.
- Ο κατάλογος εξόδων είναι διογκωμένος και μη ορθός.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος των Εναγόντων στη δικαιοσύνη.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη και ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΙΔ (εφεξής «η ΙΔ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή. Η ΙΔ παραδέχεται ότι ο Ενάγων 1 είναι ο πραγματικός και τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας 2 και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση έκδοσης σχετικής διαταγής, το ποσό θα πρέπει να αφορά και τους δύο Ενάγοντες από κοινού και όχι ξεχωριστά. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως οι Αιτήτριες δεν προβάλλουν ισχυρισμό ή μαρτυρία αναφορικά με την ανικανότητα των Εναγόντων να πληρώσουν τυχόν έξοδα και πως ο Ενάγων 1 διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό σε Κυπριακή επενδυτική εταιρεία δυνάμει συμφωνίας, στον οποίο υπάρχει διαθέσιμο ποσό. Σύμφωνα με την ΙΔ, εκείνο το οποίο προβάλλουν οι Αιτήτριες είναι η δυσκολία εκτέλεσης στην Τουρκία και όχι η αδυναμία αποπληρωμής και τέτοιες ανησυχίες για την υπηκοότητα του Ενάγοντος 1 δεν αποτελούν επαρκή λόγο για την επιτυχία της Αίτησης. Ακολούθως η ΙΔ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές. Η Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Ο Ενάγοντας ... ο οποίος διαμένει μόνιμα εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα, έστω και αν διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, καθιερώθηκαν τα κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του θέματος παροχής ασφάλειας εξόδων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την Αγγλική Πρακτική όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th Ed., vol. 37, pp 384-385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο Ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατ' εξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του Ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα) στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του.» Τα κριτήρια που τέθηκαν στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Charalambous-Stejaru v. Iωάννου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 906. Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 633, λέχθηκε ότι όταν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία μπορούν να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου, εκτός αν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Στην εν λόγω υπόθεση τονίζεται περαιτέρω ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής ευχέρειας και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο. Το ύψος του ποσού ασφάλειας εξόδων βρίσκεται στην κρίση του Δικαστηρίου και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Standard Ltd κ.ά. v. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121, τα έξοδα δεν πρέπει να είναι ούτε φανταστικά ούτε καταπιεστικά, με την έννοια ότι απαγορεύουν ουσιαστικά την προσφυγή στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η ασφάλεια που θα διαταχθεί μπορεί να καλύπτει έξοδα που έχουν προκύψει μέχρι τη δεδομένη στιγμή και ακόμα μελλοντικά έξοδα. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Dagher v. Morace
(1985)1 C.L.R. 656. Τέλος, o χρόνος υποβολής τέτοιας αίτησης λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο καθότι, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ld. & Άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1170, δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η καθυστέρηση του διάδικου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, στην οποία βασικά παρατίθενται όλες οι πιο πάνω νομικές αρχές. Στα πλαίσια της Αίτησης δεν αμφισβητείται ότι ο Ενάγων 1 είναι Ρώσος υπήκοος ούτε και ότι παράλληλα είναι Τούρκος υπήκοος, μόνιμος και φορολογικός κάτοικος Τουρκίας. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται από το αντίγραφο του Εντύπου Κοινού Προτύπου Αναφοράς - Φόρμας Αυτοπιστοποίησης ημ. 4.4.19 το οποίο συμπληρώθηκε από τον Ενάγοντα 1 για σκοπούς ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού προς όφελος του στο επενδυτικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ., Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ΓΠ. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η Ενάγουσα 2 είναι ιδιωτική αλλοδαπή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους όπου διατηρεί το εγγεγραμμένο γραφείο της. Ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως οι Αιτήτριες δεν προβάλλουν ισχυρισμό για την ανικανότητα και ή αδυναμία τους να πληρώσουν τυχόν έξοδα δεν κρίνεται βάσιμος. Τέτοιος ισχυρισμός προβάλλεται μέσω της ΓΠ η οποία ρητώς αναφέρει ότι και οι δύο Ενάγοντες δεν διαθέτουν «χρηματική ή άλλη μόνιμη περιουσία εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας (δηλαδή που να μην εξανεμίζεται εύκολα)» και η οποία «θα μπορούσε να αποτελέσει το προϊόν εκτέλεσης και ή διατάγματος κατάσχεσης από Κυπριακό Δικαστήριο» σε περίπτωση επιτυχίας των Αιτητριών στην υπεράσπιση τους. Η μοναδική θέση επί τούτου από τους Ενάγοντες αφορά τον ισχυρισμό περί διατήρησης από τον Ενάγοντα 1 τραπεζικού λογαριασμού στην Κύπρο, και συγκεκριμένα στην επενδυτική εταιρεία ., ο οποίος στις 28.10.19 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο εκ US$269.968,55, ισόποσο σε €245.242,
- Αυτός ο ισχυρισμός ουδόλως αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται από την κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ΙΔ. Σε αυτό το σημείο είναι κατάλληλο να λεχθεί πως ο ισχυρισμός στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων πως ο Ενάγων 1 διαθέτει ακίνητη περιουσία στη Ρωσία δεν αποτελεί μαρτυρία και επομένως δεν λαμβάνεται υπόψιν. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), «η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1884] 28 Ch.D. 232 και In Re Apollinaris Company' s Trade Marks [1891] 1 Ch. 1)». Σαφώς η ύπαρξη χρημάτων σε ένα τραπεζικό λογαριασμό δεν δύναται να θεωρηθεί ως ουσιαστική και μόνιμη περιουσία, λόγω της φύσης της και της ευκολίας διακίνησης και μεταφοράς της, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται πως αυτό το ποσό συνιστά περιουσία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία να είναι εύλογα διαθέσιμη για σκοπούς ενδεχόμενης εκτέλεσης. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της ΓΠ για τη μη ύπαρξη περιουσίας στην Κύπρο «που να μην εξανεμίζεται εύκολα» είναι καθόλα βάσιμος και δεν έχει αντικρουστεί από την πλευρά των Εναγόντων. Ως εκ τούτου, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Ενάγουσα 2 είναι νομικό πρόσωπο με έδρα σε τρίτη δικαιοδοσία και χωρίς περιουσία στην Κύπρο. Ο λόγος ένστασης ότι η Ενάγουσα 2 είναι αξιόχρεη και ικανή να καλύψει τα δικαστικά έξοδα παρέμεινε παντελώς γενικός και ατεκμηρίωτος. Η όποια παραπομπή των Εναγόντων στο άρθρο 328 του περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, (προφανώς εννοείται το άρθρο 382) δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το εν λόγω άρθρο αφορά σε εταιρεία η οποία συστάθηκε και ενεγράφη δυνάμει του Κεφ. 113 και όχι σε αλλοδαπή εταιρεία - βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω). Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Ενάγων 1 έχει διπλή υπηκοότητα, ήτοι είναι Ρώσος και Τούρκος υπήκοος, μόνιμος και φορολογικός κάτοικος Τουρκίας, και η μοναδική περιουσία που διαθέτει στην Κύπρο είναι ένας τραπεζικός λογαριασμός ο οποίος όμως δεν αποτελεί τέτοια σταθερή, μόνιμη ή αμετακίνητη περιουσία η οποία να θεωρείται ικανοποιητική για σκοπούς ενδεχόμενης εκτέλεσης σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον του. Το αναντίλεκτο γεγονός πως ο Ενάγων 1 είναι ο πραγματικός και τελικός δικαιούχος του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας 2 ουδόλως διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, αφού και πάλι η όποια περιουσία καταλήγει να είναι η ιδιοκτησία κινητών αξιών εύκολα μεταβιβάσιμων. Επομένως, θεωρώ ότι στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, υπάρχει τέτοια μαρτυρία η οποία να ικανοποιεί τα κριτήρια που θέτει η νομολογία, και ειδικότερα ότι οι Ενάγοντες είναι αλλοδαποί και δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης για τυχόν κάλυψη των εξόδων των Αιτητριών. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου o Κυρωτικός της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Ν.172/86, το άρθρο 17 του οποίου προνοεί τα εξής: «Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον των δικαστηρίων του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου εμφανίζονται.» Η ισχύς του εν λόγω Νόμου συνεχίζεται και μετά τη δημιουργία της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως διάδοχου κράτους της ΕΣΣΔ, όπως προνοείται στον περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών που υπογράφηκε στη Μόσχα στις 11.10.00 Ν.34(ΙΙΙ)/
- Είναι ορθή η εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητριών πως αυτή η νομοθετική πρόνοια δεν είναι απαγορευτική της έκδοσης διαταγής για ασφάλεια εξόδων εναντίον προσώπου το οποίο διαμένει στη Ρωσία, απλώς απαγορεύει την έκδοση τέτοιας διαταγής στη βάση αποκλειστικά και μόνο του τόπου διαμονής του. Η υπόθεση Romir Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 106 όντως διαφοροποιείται από την υπό κρίση περίπτωση καθότι εκεί το μόνο ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν η συνέχιση ισχύος του άρθρου 17 στη Ρωσική Ομοσπονδία μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, και με τη διαπίστωση της ισχύος αυτού, χωρίς την προβολή οποιουδήποτε άλλου λόγου, το Εφετείο κατέληξε ότι δεν επιτρεπόταν η έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για δικαστικά έξοδα εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτήτριες δεν στηρίζονται στο γεγονός και μόνο πως ο Ενάγων 1 είναι Ρώσος υπήκοος αλλά αντιθέτως επικαλούνται επιπρόσθετο λόγο και ειδικότερα ότι ο Ενάγων 1 έχει και δεύτερη υπηκοότητα, την Τουρκική, με μόνιμη διαμονή στην Τουρκία και με ιδιαίτερα δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την όποια εγγραφή και εκτέλεση απόφασης στην Τουρκία. Από τη στιγμή που ο Ενάγων 1 διαμένει μόνιμα στην Τουρκία όπου δραστηριοποιείται και είναι εγγεγραμμένος για φορολογικούς σκοπούς και δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτός κατέχει περιουσία στη Ρωσία, τότε θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία και δύναται να εκδώσει διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων νοουμένου ότι ικανοποιηθεί πως αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των ενώπιον του τεθέντων στοιχείων. Κατ΄ αρχάς οι Αιτήτριες αναγνωρίζουν πως ο Ενάγων 1 έχει οικονομική υπόσταση και ευρύ φάσμα επιχειρηματικής δραστηριότητας, πλην όμως το ζητούμενο σε τέτοιας φύσης αιτήσεις είναι ακριβώς η δυνατότητα εκτέλεσης της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Οι ισχυρισμοί της ΓΠ αναφορικά με τις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αδυναμία, αν όχι ιδιαίτερη δυσκολία, για εγγραφή και εκτέλεση στην Τουρκία τυχόν απόφασης των Κυπριακών Δικαστηρίων και πάλι παρέμειναν αδιαμφισβήτητες από τους Ενάγοντες. Ειδικότερα, η ΓΠ επισημαίνει · Την εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών από το 1974 · Τη μη αναγνώριση από την Τουρκία της Κυπριακής Δημοκρατίας, των αρχών και των Δικαστηρίων της · Τη μη ύπαρξη ανοικτής διπλωματικής οδού με την Κυπριακή Δημοκρατία · Την έλλειψη σεβασμού σε όποια απόφαση των Κυπριακών Δικαστηρίων · Την αδυναμία εγγραφής και εκτέλεσης απόφασης των Κυπριακών Δικαστηρίων στην Τουρκία. Οι πιο πάνω παράγοντες καταδεικνύουν πως τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των Αιτητριών και εναντίον του Εναγόντος 1 επιβάλλει τη λήψη μέτρων για εγγραφή και εκτέλεση αυτής στην Τουρκία, και επομένως απαιτεί την έναρξη περαιτέρω διαδικασιών σε τρίτη χώρα, την πρόκληση εξόδων και με σοβαρότατη πιθανότητα χωρίς οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ld. & Άλλοι (Αρ. 2) (ανωτέρω) και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Στην Kohn v. Rinson & Stafford (Brod) Ltd. [1947] 2 All E.R. 839 ο δικαστής Denning με τη λιτότητα και πυκνότητα του λόγου που τον χαρακτηρίζει είπε σχετικά: "The law on the matter is plain, that it is in the discretion of the court to order security for costs, but it does so as a matter of course when a plaintiff is out of the jurisdiction and there are no assets of the plaintiff which can be reached within the jurisdiction, the reason being that if a judgment is thereafter obtained by the defendant against the plaintiff for costs such an order cannot be enforced by the direct process of the English court."» Παρόμοια ήταν και η προσέγγιση στην υπόθεση Standard Ltd κ.ά. v. Gold Seal Ship. Co Ltd (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτηση για ασφάλεια εξόδων βάσει του Κανονισμού 185 των Θεσμών Ναυτοδικείου, ο οποίος προσομοιάζει με τη Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και εφαρμόζονται οι ίδιες νομικές αρχές. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Στην υπόθεση Aeronave SPA and Another v. Westland Charters Ltd and Others [1971] 3 All E.R. 531, ο Λόρδος Denning, στη σελ. 533, είπε:- "I agree with the note in the Supreme Court Practice that the rule does give a discretion to the court. In 1894 in Crozat v. Brogden Lopes LJ said that there was an inflexible rule that if a foreigner sued he should give security for costs. But that is putting it too high. It is the usual practice of the courts to make a foreign plaintiff give security for costs. But it does so, as a matter of discretion, because it is just to do so. After all, if the defendant succeeds and gets an order for his costs, it is not right that he should have to go to a foreign country to enforce the order. It is to be noted that Italy is not within the provisions as to the recognition of foreign judgments under the Foreign Judgments (Reciprocal Enforcement) Act
- But even if it were, Kohn v. Rinson & Stafford (Brod) Ltd shows that is not a ground for refusing security. The ordinary rule still remains, that it is a matter of discretion. I certainly did not mean to say anything different in Banque du Rhone SA v. Fuerst Day Lawson Ltd" To απόσπασμα αυτό υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στην υπόθεση Hesham Enterprises v. Ship Rami, (ανωτέρω), και σε άλλες υποθέσεις.» Και στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (ανωτέρω), η οποία υιοθέτησε εκ νέου την Aeronave SPA and Another v. Westland Charters Ltd and Others (ανωτέρω), κρίθηκε πως το γεγονός ότι υπήρχε η δυνατότητα εγγραφής και εκτέλεσης στην Αγγλία τυχόν απόφασης του Κυπριακού Ναυτοδικείου εναντίον της Καθ΄ ης για έξοδα, δεν αποτελούσε λόγο για απόρριψη της αίτησης, διότι η διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης δεν ήταν αυτόματη, αλλά προϋπέθετε παρέμβαση του Αγγλικού Δικαστηρίου και πιθανή διεξαγωγή δίκης στην Αγγλία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν αβέβαιο. Όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο: «Ούτε μου υποδείχθηκε ούτε εγώ γνωρίζω την ύπαρξη οποιασδήποτε διαδικασίας αυτόματης εγγραφής αποφάσεων Κυπριακών Δικαστηρίων στην Αγγλία. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα εγγραφής αποφάσεων Κυπριακών Δικαστηρίων στην Αγγλία, η διαδικασία για την εγγραφή τους επιβάλλει την παρεμβολή Άγγλου δικαστή και την έκδοση δικαστικής διαταγής που δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο διαφωνίας και δίκης μεταξύ των διαδίκων. Πιστεύω ότι ο σκοπός της πρόνοιας του Κανονισμού 185 είναι να απαλλάξει τον επιτυχόντα εναγόμενο από την ταλαιπωρία, την καθυστέρηση και τα έξοδα που συνεπάγεται η προσφυγή σε δικαστήριο εκτός της Κύπρου για την είσπραξη των εξόδων που του έχει επιδικάσει Δικαστήριο στην Κύπρο ενώπιον του οποίου ηγέρθηκε αγωγή εναντίον του από αλλοδαπό ενάγοντα.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές τυγχάνουν εφαρμογής και αναφορικά με την Ενάγουσα 2 η οποία έχει την έδρα της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Σύμφωνα και πάλι με την αναντίλεκτη θέση της ΓΠ, τυχόν αναζήτηση πληρωμής σε εκείνη τη δικαιοδοσία θα προκαλέσει περαιτέρω δυσκολίες στην εκτέλεση της απόφασης και θα αυξήσει δυσανάλογα τα δικηγορικά έξοδα των Αιτητριών αφού θα υποχρεωθούν να προσλάβουν δικηγόρους και κινήσουν δεύτερη δικαστική διαδικασία σε μια δικαιοδοσία στην οποία οι δικαστικές διαμάχες είναι πολύ πιο δαπανηρές. Όσον αφορά τη δύναμη και ισχύ της υπεράσπισης των Αιτητριών, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι Αιτήτριες παραπέμπουν στο περιεχόμενο της υπεράσπισης τους προς υποστήριξη της θέσης ότι έχουν καλή, βάσιμη και ουσιαστική υπεράσπιση. Η Αγωγή αφορά αποζημιώσεις για τη ζημιά που οι Ενάγοντες κατ΄ ισχυρισμόν υπέστησαν συνεπεία της παρεμπόδισης του Ενάγοντος 1 να διαχειρίζεται αποτελεσματικά την Ενάγουσα 2 μέχρι και την παράδοση της στον ίδιο και διάταγμα για την παράδοση του ελέγχου και της διοίκησης της Ενάγουσας 2 στον ίδιο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, στις 7.5.10 οι Ενάγοντες συνήψαν γραπτή συμφωνία με την Εναγομένη 1 για την παροχή διοικητικών υπηρεσιών προς την Ενάγουσα, ενώ περί τον Οκτώβριο του 2010 ο Ενάγων 1, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, έδωσε ρητές οδηγίες στις Εναγόμενες όπως μη δέχονται οδηγίες για μεταβίβαση κεφαλαίων μόνο μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων αλλά θα πρέπει επιπρόσθετα να λαμβάνεται και ρητή τηλεφωνική επιβεβαίωση. Οι Εναγόμενες αναγνώρισαν λήψη και αποδοχή του εν λόγω μηνύματος. Μεταξύ 12.7.17 μέχρι και 25.8.17 οι Εναγόμενες διενήργησαν μεταφορές βάσει μόνο ηλεκτρονικών μηνυμάτων, κατά παράβαση των οδηγιών του Ενάγοντος και ενόσω οι οδηγίες δόθηκαν από τρίτα πρόσωπα τα οποία παραβίασαν τον λογαριασμό και προσποιούμενοι τον Ενάγοντα
- Ο Ενάγων 1 πληροφορήθηκε για τις εν λόγω μεταφορές περί τον Αύγουστο του 2018 καθώς επίσης πως όλα τα κεφάλαια εξαντλήθηκαν και ο λογαριασμός έκλεισε. Συνεπεία αυτών των ενεργειών, περί τον Σεπτέμβριο του 2019 ο Ενάγων 1 ζήτησε από την Εναγομένη 1 τον τερματισμό της συμφωνίας και την παράδοση της διοίκησης της Ενάγουσας 2 σε αυτόν, πλην όμως η Εναγομένη 1 αρνείται να πράξει κάτι τέτοιο ζητώντας εκβιαστικά ως προϋπόθεση για την παράδοση την υπογραφή από τον Ενάγοντα 1 την απαλλαγή της από οποιαδήποτε ευθύνη από τις αμελείς πράξεις της. Έτσι οι Ενάγοντες αποδίδουν στις Εναγόμενες αμέλεια, παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους και παράβαση σύμβασης. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενες εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις, ως προς τη μη νομιμοποίηση του Ενάγοντος 1 να εγείρει την παρούσα Αγωγή και το παράτυπο και άνευ εξουσιοδότησης της έγερσης της Αγωγής από την Ενάγουσα
- Οι Εναγόμενες παραδέχονται τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας παροχής διοικητικών υπηρεσιών πλην όμως ισχυρίζονται ότι το οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μήνυμα απέστειλε ο Ενάγων 1 δεν τροποποίησε τους όρους της συμφωνίας η οποία προνοούσε συγκεκριμένο τρόπο αποστολής ειδοποιήσεων και το οποίο ουδέποτε επιβεβαιώθηκε ότι παραλήφθηκε από τις Εναγόμενες. Ισχυρίζονται ότι οι επίδικες μεταφορές έγιναν κατόπιν εντολών του Ενάγοντος 1 και καλούν τους Ενάγοντες σε απόδειξη του ισχυρισμού περί παραβίασης του λογαριασμού του. Ισχυρίζονται ακόμα πως μόλις πληροφορήθηκαν από τον Ενάγοντα 1 περί της δήθεν παραβίασης, ενημέρωσαν το Τμήμα Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και κάλεσαν τον Ενάγοντα 1 να μεταβεί στην Κύπρο για να δώσει κατάθεση, όμως αυτός ποτέ δεν έπραξε κάτι τέτοιο αλλά ανέφερε ότι θα προέβαινε σε καταγγελία στην Τουρκία. Ισχυρίζονται επίσης πως ενημέρωναν τον Ενάγοντα 1 για κάθε μεταφορά την οποία αυτός με τη σειρά του επιβεβαίωνε κάθε φορά, ενώ ζήτησε τον τερματισμό της συμφωνίας ένα χρόνο αργότερα, Τέλος, ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη 1 ανταποκρίθηκε άμεσα και προέβη στην αλλαγή του αντιπροσώπου της Ενάγουσας 2 στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και αφού ετοίμασε τα έγγραφα για την αλλαγή του παροχέα διοικητικών υπηρεσιών της, κάλεσε τον Ενάγοντα 1 να υπογράψει επιστολή αποδέσμευσης στα πλαίσια τερματισμού της συνεργασίας του με επιφύλαξη ως προς τις απαιτήσεις του και αυτός πάλι παρέλειψε να το πράξει. Αρνούνται οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους τους και αποδίδουν αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια στους Ενάγοντες ως προς την καθυστέρηση αντίληψης της ισχυριζόμενης παραβίασης και παράλειψης του Ενάγοντος 1 να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία, ενώ ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη 2 δεν δύναται να ενάγεται υπό την προσωπική της ιδιότητα εφόσον πάντοτε ενεργούσε υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της Εναγομένης
- Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων 1 νομιμοποιείται να εγείρει την Αγωγή ως ο αποκλειστικός δικαιούχος της Ενάγουσας 2, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και αναφέρουν ότι ο τρόπος παροχής οδηγιών μπορούσε να τροποποιηθεί βάσει της συμφωνίας, η συνέχιση της συνεργασίας τους έγινε χωρίς την παροχή οδηγιών για πληρωμές εφόσον τα χρήματα είχαν εξανεμιστεί και η Εναγομένη 1 πληροφόρησε την Αστυνομία Κύπρου πως έγινε επίσημη καταγγελία της παραβίασης στην Τουρκία με αποτέλεσμα την παύση της διερεύνησης στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτει ακόμα πως οι Εναγόμενες κίνησαν διαδικασία τριτοδιαδίκου εναντίον της Εθνικής Γενικών Ασφαλειών Κύπρου για ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει σύμβασης ασφάλισης για επαγγελματική ευθύνη. Με βάση το περιεχόμενο της Υπεράσπισης των Εναγομένων και κυρίως τη φύση των εγειρόμενων προδικαστικών ενστάσεων και υπερασπίσεων, διαφαίνεται η ύπαρξη καλής, βάσιμης και ουσιαστικής υπεράσπισης τόσο επί νομικών όσο και επί πραγματικών ισχυρισμών που αφορούν μέχρι και τη δυνατότητα έγερσης της Αγωγής. Ο ισχυρισμός της ΙΔ πως υπάρχει παραδοχή από τις Εναγόμενες για τη λήψη και εκτέλεση των οδηγιών χωρίς τη λήψη περαιτέρω μέτρων επειδή δεν υποψιάστηκαν παραβίαση του λογαριασμού, και επομένως παραδοχή για αμέλεια, δεν βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το περιεχόμενο της σχετικής παρ. 16(i) της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω παράγραφο οι Εναγόμενες ισχυρίζονται ότι δεν επέδειξαν αμέλεια ούτε και ότι οι ίδιες έπεσαν θύματα παραβίασης αλλά ενδεχομένως ο Ενάγων 1, ότι ενήργησαν με τη δέουσα επιμέλεια βάσει της πρακτικής, ήτοι των οδηγιών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Ενάγοντος 1, και ότι δεν είχαν κανένα λόγο να υποψιαστούν πως ο λογαριασμός παραβιάστηκε καθότι οι οδηγίες προήλθαν από τον Ενάγοντα
- Ως εκ τούτου, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ικανοποιούμαι ότι οι Ενάγουσες έχουν καταδείξει ότι έχουν καλή, γνήσια και ουσιαστική υπεράσπιση τόσο επί διαδικαστικών όσο και επί ουσιαστικών θεμάτων. Θεωρώ χρήσιμη την παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Porzelack KG v Porzelack (UK) Ltd [1987] 1 All ER 1074: «I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer. The matters urged before me have spread over a fairly wide field. First there have been attempts to go into the likelihood of the plaintiff winning the case or the defendant winning the case, presumably following the note in The Supreme Court Practice 1985 para 23/1-3/2, which says: '. A major matter for consideration is the likelihood of the plaintiff succeeding . ' This is the second occasion recently on which I have had a major hearing on security for costs and in which the parties have sought to investigate in considerable detail the likelihood or otherwise of success in the action. I do not think that is a right course to adopt on an application for security for costs. The decision is necessarily made at an interlocutory stage on inadequate material and without any hearing of the evidence. A detailed examination of the possibilities of success or failure merely blows the case up into a large interlocutory hearing involving great expenditure of both money and time.» Ο χρόνος υποβολής της Αίτησης είναι επίσης παράγοντας ο οποίος συνεκτιμάται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση ή μη της Αίτησης. Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) το Εφετείο ικανοποιήθηκε ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν με εύλογη σπουδή στην υποβολή της αίτησης τους, ενώ στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), σημειώθηκε πως η αίτηση υποβλήθηκε με φαινομενική καθυστέρηση όμως με τις εξηγήσεις που δόθηκαν κρίθηκε τελικώς ότι δεν υπήρχε τέτοια καθυστέρηση που να καθιστούσε καταχρηστική ή απορριπτέα την όλη διαδικασία παροχής ασφάλειας εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 25.4.19 και το τροποποιημένο κλητήριο στις 10.5.
- Οι Εναγόμενες καταχώρισαν εμφάνιση στις 21.5.19, την Υπεράσπιση τους στις 15.7.19 κατόπιν εξασφάλισης διατάγματος για παράταση του χρόνου καταχώρισης αυτής. Ακολούθησε η καταχώριση αίτησης ημ. 25.7.19 για επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου και στις 6.9.19 η υπό κρίση Αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Εναγόμενες επέδειξαν κάθε εύλογη επιμέλεια στην καταχώριση της Υπεράσπισης τους και ακολούθως της παρούσας. Ο λόγος ένστασης πως τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος των Εναγόντων σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και επεξήγηση στην ένορκη δήλωση της ΙΔ. Εν πάση περιπτώσει αυτό το ζήτημα απαντάται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω): «Διατείνεται επίσης η εφεσείουσα ότι τυχόν διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο. Έγινε προς τούτο επίκληση της υπόθεσης Garcia Manibardo v. Spain [2002] 34 E.H.R.R. 6, του ΕΔΑΔ, καθώς και των αναφερομένων στο σύγγραμμα των Clayton and Tomlinson: "The Law of Human Rights", Τόμος 1ος, 2η έκδ.
(2009), όπου στη σελ. 745 μνημονεύεται η απόφαση Nasser v. United Bank of Kuwait [2002] 1 W.L.R. 1868, στην οποία κρίθηκε ότι οι πρόνοιες για την παροχή ασφάλειας εξόδων κατ' έφεση θα πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια. Παρατηρείται ότι οι πιο πάνω αναφορές δεν έχουν οποιαδήποτε εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση. Στη Nasser λέχθηκε ότι η αναγκαιότητα παροχής ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο, ενώ η παραχώρηση άδειας για έφεση έδειχνε τουλάχιστον «a real prospect» για επιτυχία της έφεσης. Στο ισχύον Κυπριακό σύστημα όμως, η παραχώρηση προηγούμενης άδειας για έφεση δεν υφίσταται και έτσι η καταχώρηση της έφεσης από μόνη της δεν είναι και ένδειξη πιθανής επιτυχίας της. Έπειτα, η επιδιωκόμενη παροχή ενός ποσού ύψους €5.000 δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αποτελέσει βάσιμο στοιχείο που κωλύει την πρόσβαση στο Εφετείο, τη στιγμή μάλιστα που η εφεσείουσα διατείνεται, ως υπεδείχθη προηγουμένως, ότι έχει διαθέσιμο ένα ποσό της τάξης των €537.040 γερμανικών μάρκων. Έπεται ότι δεν μπορεί να αποτελεί και λόγο απαγόρευσης πρόσβασης στο Δικαστήριο, η μη συμμόρφωση με τυχόν διαταγή ασφάλειας εξόδων, εφόσον, όπως λέχθηκε και πριν, οι δικονομικές πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμόζονται μόνο προς όφελος της εφεσείουσας με την απρόσκοπτη δυνατότητα καταχώρησης εκ μέρους της έφεσης, αλλά όχι και προς όφελος της εφεσίβλητης ώστε να μην είναι γι' αυτήν λογικό να αναζητήσει ασφάλεια εξόδων. Αναφέρεται δε στο The White Book Service 2006, Civil Procedure Vol. 1, σελ. 633, στα σχόλια της παρ. 25.15.2, (με παραπομπή και στη Nasser), ότι η ορθή προσέγγιση είναι να εξετάζεται κατά πόσον είναι ορθό για ένα εφεσείοντα να προχωρά με την έφεση του, χωρίς να κινδυνεύει να πληρώσει τα έξοδα της άλλης πλευράς σε περίπτωση αποτυχίας. Ούτε συνάγεται ότι η άδεια και μόνο καταχώρησης έφεσης εξουδετερώνει την αναγκαιότητα έκδοσης διαταγής ασφάλειας εξόδων.» Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Studland Holdings Ltd κ.ά. v. Ευσταθίου κ.ά.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Οι καθ' ων η αίτηση εφεσείοντες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν βάσιμα να καταδείξουν ότι η έφεσή τους έχει πιθανότητα επιτυχίας ενώ ο ισχυρισμός τους ότι η έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για έξοδα θα καταστεί εμπόδιο προώθησης της γνήσιας απαίτησης που έχουν κατά των εφεσιβλήτων/αιτητών, παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εφεσείοντες δεν επικαλούνται αδυναμία καταβολής των εξόδων των εφεσιβλήτων/αιτητών σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης οπότε, σε τέτοια περίπτωση θα ανέκυπτε θέμα δικαιώματος πρόσβασης του ατόμου προς τη δικαιοσύνη το οποίο, καθηκόντως θα εξετάζαμε ως συναπτόμενο του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62. Βλ. Continental Ins. Co of Hampshire v. O' Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία, Π.Ε. 11265, ημερ. 21.10.2002 και Θεμιστοκλής Σ. Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ.
- Αντίθετα, από ό,τι εξ αντιδιαστολής προκύπτει από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, φαίνεται πως οι εφεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι αντιμετωπίζουν αδυναμία καταβολής των εξόδων. Το γεγονός ότι το ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας που εκδόθηκε εναντίον των εφεσειόντων και επιστράφηκε ανεκτέλεστο δεν υποδηλώνει άνευ άλλου τινός ότι οι εφεσείοντες αδυνατούν να καταθέσουν ασφάλεια για τα έξοδα. Ενδεχομένως να διαθέτουν πόρους στο εξωτερικό που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το συγκεκριμένο σκοπό. Επί αυτού του θέματος οι εφεσείοντες προτίμησαν τη σιωπή.» Έχοντας υπόψιν το πιο πάνω απόσπασμα, θεωρώ αρκετό να λεχθεί πως από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι φερέγγυοι και μάλιστα έχουν θέσει μαρτυρία περί της ύπαρξης του εν λόγω χρηματικού ποσού σε λογαριασμό του Ενάγοντος 1 στην Κύπρο, τότε δεν τίθεται ζήτημα άρνησης ή παρακώλυσης των Εναγόντων στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε διαταχθεί η παροχή ασφάλειας του αιτούμενου ποσού των €50.
- Η ΓΠ επισυνάπτει προσχέδιο καταλόγου εξόδων, Τεκμήριο 2, στο οποίο φαίνεται ο υπολογισμός των εξόδων στην κλίμακα της Αγωγής €500.000-€2.000.
- Η ΓΠ επεξηγεί πως οι χρεώσεις του καταλόγου έγιναν στη βάση της υπολογιζόμενης έκτασης της μαρτυρίας και της πολυπλοκότητας των νομικών θεμάτων. Ειδικότερα, αναφέρει πως οι Αιτήτριες υπολογίζουν να παρουσιάσουν τέσσερις μάρτυρες, κάποιοι εκ των οποίων ίσως χρειαστούν δύο μέρες, μια για την κυρίως εξέταση και μια για αντεξέταση και επανεξέταση, ενώ κάποιοι θα χρειαστούν πέραν των δύο ημερών καθότι θα ασχοληθούν με ευρύ φάσμα γεγονότων, και αντίστοιχη υπολογίζεται η μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων. Έτσι υπολογίζονται περί τις 15 δικάσιμοι για τη μαρτυρία οκτώ μαρτύρων και δύο δικάσιμοι για τελικές αγορεύσεις, χωρίς τη συμπερίληψη και υπολογισμό εξόδων για εμφανίσεις για οδηγίες στα πλαίσια της Αγωγής. Η ΓΠ εκφράζει τη θέση πως ο κατάλογος είναι συντηρητικός καθότι δεν περιλαμβάνει χρεώσεις οι οποίες στο παρόν στάδιο δεν δύνανται να υπολογιστούν. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), επισημάνθηκε η ορθότητα της επισύναψης καταλόγου εξόδων ο οποίος είναι βοηθητικός για τον υπολογισμό αυτών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους όπως είχε συμβεί στην υπόθεση Dagher a.o. v. Morace a.o.
(1985)1 C.L.R. 656, 665-666, όπου ο αναλυτικός πίνακας που προσφέρθηκε βοήθησε το Δικαστήριο στον υπολογισμό των αναγκαίων εξόδων. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1966, στα σχόλια του αντίστοιχου O.23, r.3, σελ. 510: «It is a great convenience to the Court to be informed what are the estimated costs, and for this purpose a skeleton bill of costs usually affords a ready guide.»» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline (ανωτέρω): «Το ποσό της ασφάλειας, όπως ορθά επισημαίνεται από το δικαστή Μαλαχτό στην υπόθεση Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R. 316, είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. "Ordinarily, the amount to be given for security for costs is the amount which under normal circumstances, such costs are likely to be incurred by the party applying for such order." Ελληνική μετάφραση: "Συνήθως το ποσό το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιρείται την έκδοση της διαταγής." Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια, πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του.» Στην υπόθεση Charalambous-Stejaru v. Iωάννου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι το ποσό της ασφάλειας είναι κατά κανόνα αυτό που κατά λογική πρόβλεψη θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. Σε εκείνη την υπόθεση στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων επισυνάφθηκε προκαταρκτικός κατάλογος στον οποίο περιλαμβάνονταν τα πιθανολογούμενα έξοδα. Το Δικαστήριο θεωρεί βάσιμο τον ισχυρισμό της ΙΔ πως το αιτούμενο ποσό είναι διογκωμένο και αδικαιολόγητο και πως οι 15 ακροαματικές δικάσιμοι είναι υπερβολικές. Ειδικότερα, θεωρώ ότι ο κάθε μάρτυρας δεν χρήζει δύο δικασίμους όπως ούτε και οι αγορεύσεις. Επίσης, η συμπερίληψη στον κατάλογο μιας ενδεχόμενης πρόσθετης αίτησης, τα έξοδα της οποίας ανέρχονται στις €5.000 περίπου, κρίνεται εντελώς θεωρητική και αβάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι το ποσό του συνημμένου καταλόγου εξόδων είναι υπερβολικό και πως το ποσό των €25.000 είναι εύλογο και ικανοποιητικό υπό τις περιστάσεις. Τέλος, υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχει διαφανεί ότι η Αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά, κακόπιστα ή καταπιεστικά. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έγκριση της Αίτησης με τον καθορισμό του ποσού στις €25.
- Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες 1 και 2 διατάσσονται όπως ο καθένας ξεχωριστά παράσχει ασφάλεια εξόδων στις Εναγόμενες για το ποσό των €25.
- Η ασφάλεια εξόδων θα κατατεθεί είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 30 ημερών από σήμερα. Μέχρι την καταβολή του εν λόγω ποσού ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία της παρούσας Αγωγής αναστέλλεται. Αν οποιοσδήποτε των Εναγόντων 1 και 2 παραλείψει να παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η υπόθεση θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον συγκεκριμένο διάδικο, θα θωρείται αυτομάτως απορριφθείσα και οι Εναγόμενες θα δικαιούνται τα έξοδα της Αγωγής όπως θα υπολογιστούν. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Αιτητριών και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων από οποιονδήποτε των Εναγόντων 1 και 2, τότε αμέσως ο Πρωτοκολλητής θα θέσει τον φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου για τον ορισμό αυτής αναφορικά με τον συγκεκριμένο Ενάγοντα από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο