← Κύπρος

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΖΥΜΠΗΛΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1842/2013, 1/6/2020

ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΖΥΜΠΗΛΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1842/2013, 1/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1842/2013 Μεταξύ: XXX ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Ενάγουσα και XXX ΖΥΜΠΗΛΟΣ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 10/02/2020 υπό Ενάγουσα για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 1 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κος Η. Ηλία Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κα Στ. Νικολάου για Georgios E. Konnaris & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της ως ακολούθως: «Α. Όπως μετά την παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαιτήσεως προστεθούν οι πιο κάτω παράγραφοι 13

(1), 13
(2), 13
(3)και 13
(4)ως ακολούθως: 13
(1)Ο εναγόμενος αντί να καταβάλει εις την ενάγουσα το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης ως προεβλέπετο εις την συμφωνία ημερομηνίας 7/8/2009 προχώρησε εις την πώληση της επιχείρησης την οποία διεξήγαγε η εν λόγω εταιρεία εις την οδό XXX XXX αρ. XXX 3041 Λεμεσός έναντι δημοτικής αγοράς σε κάποιο XXX Θεοφάνους και/ή εις τους XXX Θεοφάνους και XXX Θεοφάνους για συνέχιση της διεξαγωγής της εν λόγω επιχείρησης πρακτορείου πώλησης λαχείων και/ή τυχερών παιχνιδιών και αποκόμισε το ποσό των €78000.- περίπου. 13
(2)Η ενάγουσα για την διεξαγωγή της επιχείρησης πρακτορείου υπό την εταιρεία ROADTRIP ENTERRPISES LTD προχώρησε αρχικά με δάνειο από την ΣΠΕ ΜΑΔΑΡΗΣ η οποία εις την συνέχεια μετονομάσθη ΣΠΕ ΟΡΕΙΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑΜΑΣΟΥ του ποσού των €61000.- το οποίο επένδυσε εις την εν λόγω επιχείρηση σχετικών τα οποία παρέμειναν εις τον αγοραστή εναγόμενο με την συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 7/8/2009. 13
(3)Η ενάγουσα μετά την πώληση της εν λόγω επιχείρησης προέβει σε αναδιάρθρωση του χρέους της που αναφέρεται ανωτέρω και λάμβανε από τον εναγόμενο από τις 7/1/2010 έως 7/2/2013 το ποσό των χρεωστικών τόκων από το εν λόγω τραπεζητικό ίδρυμα και/ή τράπεζα και το οποίο το κατέβαλλε εις το εν λόγω τραπεζητικό ίδρυμα και/ή τράπεζα ήτοι 36 δόσεις επί €273.- 13
(4)Η ενάγουσα εξακολουθεί να οφείλει εις τον εν λόγω τραπεζητικό ίδρυμα και/ή τράπεζα περίπου €54000.- πλέον τόκους ποσό το οποίο δεν θα όφειλε εάν ο εναγόμενος εξοφλούσε έγκαιρά και σύμφωνα με τη ν συμφωνία 7/8/2009 κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο προς την ενάγουσα.» Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ.1, 2, 3 και 4 και Δ.48 θ.θ.1-7 και επί της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας κας XXX Αριστείδου στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι λόγω καλής πίστεως λάθους και/ή αβλεψίας και ειδικά μετά την καταχώρηση αγωγής και/ή πρόσφατα έχει διαφανεί και/ή έχει διαπιστώσει ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρθηκαν ουσιαστικά γεγονότα κάποια εκ των οποίων δεν ήταν εξ' υπαρχής εις γνώση της και τα οποία έχει διαπιστωθεί ιδιαίτερα κατά την ακροαματική διαδικασία ότι είναι απαραίτητα και ουσιαστικά γεγονότα για την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνει ότι, συγκεκριμένα δεν έχει αναφερθεί πως η εν λόγω εταιρεία και/ή επιχείρηση έχει πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο κάποιο XXX Θεοφάνους και/ή σε αδειούχους να διεξάγουν την ίδια εργασία και επιχείρηση ονόματι XXX Θεοφάνους και XXX Θεοφάνους έναντι του ποσού των €78.000.- οπού ο Εναγόμενος απεκόμισε αυτό το όφελος. Επίσης δεν έχει αναφερθεί ότι για τη δημιουργία και ίδρυση της εν λόγω εταιρείας και επιχείρησης ROADTRIP ENTERRPISES LTD η ίδια έχει συνάψει δάνειο από την Σ.Π.Ε. ΜΑΔΑΡΗΣ η οποία στη συνέχει μετονομάστηκε σε Σ.Π.Ε. ΟΡΕΙΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑΜΑΣΟΥ ύψους €61.000.- με τόκο 6,5% και το οποίο ποσό έχει επενδυθεί στην εν λόγω εταιρεία και/ή επιχείρηση για αγορά λαχείων και εξοπλισμού της επιχείρησης τα οποία παρέμειναν και πωλήθηκαν στον Εναγόμενο με τη συμφωνία ημερομηνίας 7/8/2009. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι λόγω καλής πίστεως λάθους δεν αναφέρθηκε στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο Εναγόμενος από τις 7/1/2010 έως 7/2/2013 της κατέβαλλε το ποσό των €273.- μηνιαίως που αντιστοιχούσε στους χρεωστικούς τόκους προς το ως άνω αναφερόμενο Τραπεζιτικό Ίδρυμα και/ή Τράπεζα και το οποίο ποσό κατέβαλλε με τη σειρά της στο εν λόγω Τραπεζιτικό Ίδρυμα και/ή Τράπεζα όπου αναγκάστηκε στην πορεία να κάνει αναδιάρθρωση του χρέους της με αποτέλεσμα σήμερα να κινδυνεύει άμεσα η οικία της στην οποία διαμένει με τα παιδιά της λόγω μη καταβολής και/ή πληρωμής κανονικά του χρέους της. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να αναφερθούν ουσιαστικά γεγονότα τα οποία θα παίξουν και/ή παίζουν σημαντικότατο ρόλο και λόγο στην όλη διαδικασία. Δηλώνει ακόμη ότι η τροποποίηση των δικογράφων δεν θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στον Εναγόμενο τουναντίον είναι απαραίτητη για να προχωρήσει ουσιαστικά η σχετική αίτηση. Ενώ σε αντίθετη περίπτωση, υποστηρίζει ότι η ίδια θα επηρεαστεί ως προς την ολοκληρωμένη παρουσίαση της απαίτησης της ενώπιον του Δικαστηρίου και τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα και τυχόν έγκριση της δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στον Εναγόμενο. Ως εκ των ανωτέρω αιτείται την έγκριση της αίτησης και έκδοσης των σχετικών Διαταγμάτων. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης η οποία έχει ως νομική βάση τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Δ.20, Δ.25 θ.θ. 1
(1)
(2)και 3 προ της τροποποιήσεως τους, Δ.48 θ.θ.1 - 9, 11, 12 και 13, τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και συγκεκριμένα το άρθρο 29, το Σύνταγμα και συγκεκριμένα το άρθρο 30, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συγκεκριμένα το άρθρο 6, τις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένσταση εκτίθενται οι ακόλουθοι λόγοι, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
  1. Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με την νομολογία και/ή την Δικαστική πρακτική.
  2. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος τροποποίησης.
  3. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει και/ή υποστηρίζει την αίτηση της Αιτήτριας είναι γενική, ελλιπής, ανεπαρκής και αόριστη, και δεν αποκαλύπτει εύλογη, καλόπιστη και νόμιμη δικαιολογία και γεγονότα που να επιτρέπουν και/ή δικαιολογούν το νόμω και/ή ουσία βάσιμο του αιτήματος του Αιτητή.
  4. Η αιτούμενη τροποποίηση εγείρεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και δεν αποκαλύπτεται δια της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εύλογη αιτία και/ή επαρκής αιτιολογία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
  5. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και δημιουργείται ουσιαστική ανατροπή και καθυστέρηση στην εκδίκαση και περάτωση της υπόθεσης παραβιάζοντας τόσο τα Συνταγματικά όσο και τα Ευρωπαϊκός κατοχυρωμένα δικαιώματα του Αιτητή για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου.
  6. Η προτεινόμενη τροποποίηση αφορά σε γεγονότα που ήταν εις γνώση της Αιτήτριας πριν την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής. 7· Η προτεινόμενη τροποποίηση έρχεται σε αντίθεση με την ήδη δοθείσα μαρτυρία.
  7. Η παρούσα αίτηση είναι και/ή σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου. 9· Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία και/ή ουσιαστική για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων ούτε αναγκαία και/ή απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  8. Τα γεγονότα που προσπαθεί να εισάξει η Αιτήτρια με την υπό κρίση Αίτηση είναι παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και αφορούν χρονική περίοδο η οποία ουδεμία σχέση έχει με την ισχυριζόμενη, από πλευράς Αιτήτριας, παράβαση συμφωνίας.
  9. Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενδέχεται να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία και/ή βλάβη στα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς και/ή κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας XXX Χριστοδουλίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η αιτούμενη θεραπεία θα πρέπει να αποτύχει και να απορριφθεί από το Δικαστήριο καθότι απουσιάζει η παράθεση εκείνων των στοιχείων και γεγονότων που παρέχουν στο Δικαστήριο το απαραίτητο νομιμοποιητικό έρεισμα με το οποίο να δύναται να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση. Αναφέρει, ειδικότερα ότι οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται από την Ενάγουσα για να δικαιολογήσει το αίτημα της δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις εκείνες που το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης αφού τα γεγονότα τα οποία επιθυμεί να εισάξει η Ενάγουσα με την προτεινόμενη τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης προϋπήρχαν της καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 13/05/2013 και η Ενάγουσα δεν δίδει επαρκής αιτιολόγηση για την μη συμπερίληψη τους στην Έκθεση Απαίτησης. Εισηγείται περαιτέρω ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, ως αυτά προκύπτουν από το δικαστηριακό φάκελο, προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα αλλά αντιθέτως αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Είναι η θέση της ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και συγκεκριμένα 6 και πλέον έτη από την καταχώρηση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης της Ενάγουσας. Υποστηρίζει, περαιτέρω ότι η Ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή και προσθήκη νέων ισχυρισμών οι οποίοι ήταν εις γνώση της πριν την καταχώρηση της αγωγής και ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, περί σύναψης δανείου με σκοπό να επενδύσει στην επιχείρηση ROADTRIP ENTERPRISES, είναι η θέση της ότι αποτελούν ισχυρισμούς οι οποίοι αφορούν σε χρονική περίοδο πολύ προγενέστερη των επίδικων θεμάτων και ισχυρισμοί οι οποίου ουδεμία σχέση έχουν με τον Εναγόμενο και ως εκ τούτου κρίνονται άσχετοι. Επιπλέον αναφορικά με τον προτεινόμενο ισχυρισμό περί πώλησης της επιχείρησης σε τρίτο πρόσωπο, αναφέρει ότι είναι ισχυρισμός τον οποίο επικαλείται η Ενάγουσα σε επιστολή της ημερομηνίας 25/02/2011 προς κάποιον XXX Σταύρου η οποία κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2 κατά την ακροαματική διαδικασία, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της Ενάγουσας την 15/01/
  10. Τα εν λόγω γεγονότα σε συνάρτηση με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η ομνύουσα αναφέρει ότι, πλήττουν τη γνησιότητα της πρόθεσης της Ενάγουσας αλλά και την αναγκαιότητα και το βαθμό χρησιμότητας της αιτούμενης τροποποίησης και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Ενάγουσας για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης καθότι οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί είναι αντίθετοι με την μαρτυρία που η Ενάγουσα έδωσε κατά την κυρίως εξέταση της στο Δικαστήριο την 15/01/
  11. Επίσης οι ισχυρισμοί στο σύνολο τους που επιχειρεί η Ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση να προσθέσει, υποστηρίζει ότι είναι άσχετοι με το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής, ήτοι την ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας ημερομηνίας 07/08/
  12. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ενάγουσα προσπαθεί να εισάξει ισχυρισμούς οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με την ήδη δοθείσα μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση της Ενάγουσας, αναφέρει ότι, θα έχει ως αποτέλεσμα να περιπλέξει τα επίδικα θέματα της αγωγής και θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης και ως εκ τούτου εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτρέψει την προσθήκη αυτών των ισχυρισμών. Επιπροσθέτως, είναι θέση της ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της παρούσας αίτησης με αποτέλεσμα να μην προκύπτει καλός λόγος για να επιτραπεί η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Υποστηρίζει ότι υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας και πιο συγκεκριμένα δεν δίδεται καμία δικαιολογία γιατί, είτε δεν αντιλήφθηκε το λάθος η Ενάγουσα ή γιατί καθυστέρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Είναι η θέση της ότι η Ένορκη Δήλωση της κας XXX Αριστείδου που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση είναι γενική, ελλιπής, ανεπαρκής και αόριστη κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη του κάποια γεγονότα και να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα. Επίσης, διατείνεται ότι με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενδέχεται να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία και βλάβη στα δικαιώματα του Εναγομένου και ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς και κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα καθότι τυχόν αποδοχή της αίτησης θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένσταση αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ειδοποίηση ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Νομική Πτυχή Ως προς τη νομική πτυχή του θέματος και πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να τονιστεί πως το ζήτημα της τροποποίησης διέπεται από τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση. Επισημαίνεται ότι ενόψει του ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 13/5/2013 εκδικάζεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.25 που ίσχυαν πριν την 1/1/2015, εφόσον οι πρόνοιες που προέκυψαν με την τροποποίηση της Δ.25 κατά το 2014 και μετέπειτα, εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από την 1/1/2015 και έπειτα. Η Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  13. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Οι νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για τροποποίηση δικογράφων με βάση την πιο πάνω διαταγή έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1E Α.Α.Δ.33, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1Α Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας θεωρώ πως είναι σημαντικά και τα λεχθέντα στης υπόθεσης Χριστοδούλου (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Στρεφόμενη στην υπό εξέταση αίτηση, επισημαίνεται αρχικά πως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 13/5/2013, η υπεράσπιση στις 8/1/2014 και η απάντηση στην υπεράσπιση στις 30/1/
  1. Ακολούθησε ο ορισμός της αγωγής για οδηγίες στις 20/3/2014 όπου δόθηκαν οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Στις 16/4/2014 έγινε η ένορκη δήλωση αποκάλυψης από πλευράς του Εναγόμενου και στις 16/5/2015 έγινε η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από πλευράς της Ενάγουσας. Στη συνέχεια αφού η αγωγή ορίστηκε δύο φορά για Οδηγίες (ήτοι στις16/5/2014 και 24/6/2014) ορίστηκε για Ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες (ήτοι στις 24/2/2015, 27/11/2015, 19/9/2016, 10/2/2017 και 19/9/2017) όπου μετά τον ορισμό της για ακόμη δύο φορές για Οδηγίες (ήτοι στις 2/11/2017 και 21/11/2017) με σκοπό να γίνουν προσπάθειες διευθέτησης, αφού δεν υπήρξε θετική κατάληξη στις προσπάθειες για διευθέτηση η αγωγή ορίστηκε και πάλι για Ακρόαση (ήτοι στις 20/2/2018, 15/11/2018, 10/4/2019 και 15/1/2020) όπου κατά τις 15/1/2020 άρχισε η εκδίκαση της αγωγής. Κατά την πρώτη ακροαματική διαδικασία κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία η Ενάγουσα και αφού ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση της ζητήθηκε αναβολή με σκοπό να προετοιμάσει την αντεξέταση της η συνήγορος του Εναγομένου. Το αίτημα εγκρίθηκε και η αγωγή προγραμματίστηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 28/1/
  2. Αντί όμως η διαδικασία να προχωρήσει την επόμενη δικάσιμο ως ήταν αναμενόμενο, ζητήθηκε αναβολή από πλευράς του συνηγόρου της Ενάγουσας λόγω του ότι ως ανέφερε πρόθεση του ήταν να προχωρήσει στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Στο αίτημα του συνηγόρου της Ενάγουσας δεν υπήρξε ένσταση και έτσι η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση της Ακρόασης στις 11/2/2020 με οδηγίες όπως τυχόν καταχώρηση αίτησης τροποποιήσεις να οριστεί την ίδια ημερομηνία. Στις 10/2/2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Μελετώντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις αρχικά επισημαίνω ότι αυτές δεν αποτελούν νέα βάση αγωγής, ούτε νέα γεγονότα αλλά αντίθετα πιστεύω ότι άπτονται και αφορούν επίδικα θέματα και στην ουσία σχετίζονται με την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θεωρώ ότι συνάδουν με την Έκθεση Απαίτησης και τη βάση αγωγής η οποία περιέχεται σε αυτή και στην οποία οι αξιώσεις της Ενάγουσας στηρίζονται. Με αυτές ουσιαστικά επιδιώκει τη διασαφήνιση και αποκρυστάλλωση των συνεπειών της κατ' ισχυρισμό παραβίασης της συμφωνίας από πλευράς του Εναγομένου και κατά συνεπεία των ζημιών που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί για τις οποίες αξιώνει αποζημιώσεις με την παρούσα αγωγή. Όσον αφορά το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, ότι αυτή καταχωρήθηκε σχεδόν 7 χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται επ' ακριβώς ο χρόνος διαπίστωσης της ανάγκης τροποποίησης. Είναι όμως προφανές πως η ανάγκη για τις τροποποιήσεις αυτές προέκυψαν ουσιαστικά λόγω της παράλειψης συμπερίληψης στην αρχική Έκθεση Απαίτησης και δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της Ενάγουσας πως η παράλειψη αυτή διεπιστώθη κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως τα γεγονότα ήταν εγκαίρως εις γνώσιν της Ενάγουσας και ότι υπό κανονικές περιστάσεις θα μπορούσε εξαρχής να συνταχθεί ορθά η Έκθεση Απαίτησης ή έστω να επιδιώκετο η τροποποίηση αρκετά νωρίτερα αφού όσα επιζητείται να εισαχθούν με την τροποποίηση αφορούν γεγονότα που προφανώς είχαν ήδη λάβει χώρα πριν την έγερση της αγωγής και σίγουρα πριν από το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης και υπό αυτές τις περιστάσεις αδιαμφισβήτητα θα ήταν ορθότερο και πιο επιθυμητό να είχε υποβληθεί ενωρίτερα η αίτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση. Ωστόσο έχοντας υπόψη τη φύση και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων αλλά και τα ήδη καταχωρηθέντα δικόγραφα και ειδικότερα την υπερασπιστική γραμμή που επέλεξε ο Εναγόμενος, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι με τυχόν έγκριση τους θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης. Στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε προηγουμένως συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση, ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω ακόμη και εάν οι παραλείψεις ή οι ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1Γ Α.Α.Δ.2138, παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεση αίτηση εκτενούς τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του Ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στην Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1 A Α.Α.Δ. 543, είναι η στάθμιση όλων αυτών των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεση, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες από πλευράς Ενάγοντα. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των Καθ' ων η αίτηση μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των Αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του Εναγόμενου που αφορούν την εντός ευλόγου χρόνου εκδίκαση της υπόθεσης, στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. Α & G Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Επανερχόμενη στην υπό εξέταση αίτηση, κατ' αρχάς διαπιστώνω ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται κατά την κρίση μου να καλυφθεί πραγματική και σημαντική ανάγκη, ήτοι να συνάδει το δικόγραφο της Ενάγουσας με την προφορική της μαρτυρία. Με άλλα λόγια οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι είναι ουσιαστικοί για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων της Ενάγουσας κατά τρόπο που να συνάδει με την ήδη δοθείσα μαρτυρία της και θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς ενώπιον του, για να μπορέσει έτσι να απονέμει δικαιοσύνη βλ. Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης κ.α.
(1989)1C.L.R. 178 και Περικτιόνη Χρίστου v. Στυλιανού Αζά 1992) 1 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, σημειώνω ότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση το οποίο να καταδεικνύει ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά του Εναγομένου ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επίσης από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα παρέλειψε σκόπιμα είτε να συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο της όσα τώρα ζητεί να συμπεριλάβει είτε να προωθήσει νωρίτερα την αίτηση της. Η ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος από μόνη της, όπως στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες ή παράλληλα διαβήματα προς επίτευξη αλλότριων προς τη δικαστική διαδικασία σκοπών, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση διαδικασίας ή κακή πίστη εκ μέρους της Ενάγουσας. Η ύπαρξη κάποιας καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης από μόνη της δεν κρίνεται ικανή για στοιχειοθέτηση περιφρόνησης της διαδικασίας. Ούτε έχει καταδειχθεί πως είχε οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης της. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω) : «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Στη βάση των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής ευρίσκεται στα αρχικά στάδια, ότι δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση της Ενάγουσας η οποία είναι η πρώτη μάρτυρας από πλευράς της, ότι ο Εναγόμενος δύναται δεόντως να αποζημιωθεί λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής και ούτε μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της απαίτησης αλλά τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για την προώθηση της εκδοχής της Ενάγουσας και επίλυση των ουσιαστικών ζητημάτων, επίσης ότι δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός του Εναγομένου με την έννοια της αλλοίωσης της βάσης της αγωγής της Ενάγουσας και εκτροχιασμού της δίκης, εφόσον τα όσα η πλευρά της Ενάγουσας επιθυμεί να προσθέσει συγκεκριμενοποιούν υφιστάμενες θέσεις της τελευταίας εν σχέση με την αξίωση της για αποζημιώσεις λόγω κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης, και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα οι θέσεις της Ενάγουσας κατά τρόπο συνάδον με την ήδη προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της ανεξήγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της. Ενόψει δε της μη στοιχειοθέτησης συμπεράσματος ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία ή ότι θα προκληθεί στον Εναγόμενο ανεπανόρθωτη βλάβη, καταλήγω ότι στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφος
  2. Α. της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 3 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν, πλέον Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................................... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.