← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Limited ν. ELERI TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 233/2018, 6/3/2020

Hellenic Bank Public Company Limited ν. ELERI TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 233/2018, 6/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 233/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 Και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.224, άρθρο 80 Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Hellenic Bank Public Company Limited Αιτήτρια - Εφεσείουσα και

  1. ELERI TRADING LIMITED
  2. XXXXX JOHN WENDLING
  3. XXXXX ELIZABETH WENDLING Καθ' ων η Αίτηση- Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 06.03.
  4. Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες: κ. Α. Θέμη για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εφεσίβλητους 1: Καμία εμφάνιση. Για Εφεσίβλητους 2 και 3: κ. Θεοδοσίου για ΒΕΛΑΡΗΣ & ΒΕΛΑΡΗΣ ΔΕΠΕ. Για Ενδιαφερόμενο Μέρος-Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας: κ. Α. Μελάς ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Έφεση οι Εφεσείοντες ζητούν την έκδοση (Α) Διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 18.06.2018, (Β) Διατάγματος και/ή Δήλωσης και/ή Απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική η προαναφερόμενη απόφαση ημερομηνίας 18.06.2018, (Γ) Διατάγματος και/ή Δήλωσης και/ή Απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται αντισυνταγματικές και άκυρες οι πρόνοιες των άρθρων 344ΙΗ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στο Ν.9/1965, δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.139(Ι)/2015, ως παραβιάζουσες τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, (Δ) Διατάγματος και/ή Απόφασης και/ή Δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ, ως αυτές ενσωματώθηκαν στο Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015, αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι λόγοι Έφεσης που υποστηρίζουν την έκδοση των προαναφερόμενων αιτούμενων διαταγμάτων συγκλίνουν στις θέσεις ότι, υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα εκ μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ότι αυτός παρέλειψε να εξετάσει τους λόγους Ένστασης των Εφεσειόντων, ότι δια της εφαρμογής των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ παραβιάζονται τα άρθρα 23

(1)
(2)
(4)και 26 του Συντάγματος, ότι παραβιάζονται η συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τα άρθρα 23, 29, 31 και 34 του Ν.9/1965, και πως η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αναιτιολόγητη. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Έφεση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 25.07.2018, της ΜΧΧΧ ΚΧΧΧ, υπάλληλου των APS Debt Servicing Cyprus Ltd οι οποίοι, ως αναφέρεται, ανέλαβαν από 01.07.2017 τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων λογαριασμών των Εφεσειόντων, περιλαμβανομένου του λογαριασμού των Εφεσίβλητων
  1. Η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι μακροσκελής. Κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, πέραν από γεγονότα, περιλαμβάνει νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς σε βαθμό που έχει προσλάβει μορφή αγόρευσης, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν είναι χρήσιμο να αναφερθεί, στο παρόν στάδιο, στις νομικές θέσεις των Εφεσειόντων. Όσον αφορά στα γεγονότα της υπόθεσης γίνεται αναφορά, κατ΄ αρχήν από την ΚΧΧΧΧΧΧΧΧ, στην αλλαγή ονόματος των Εφεσειόντων την 06.06.
  2. Ως περαιτέρω αναφέρεται, οι Εφεσίβλητοι 1 υπήρξαν πελάτες των Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ και οι τελευταίοι παραχώρησαν στους πρώτους διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις. Προς εξασφάλιση των εν λόγω διευκολύνσεων, στις 31.05.1995, οι Εφεσίβλητοι 1 υπέγραψαν την υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 αναφορικά με δύο ακίνητα, τεμάχια ΧΧ0 και ΧΧ1 στη Λεμεσό. Για τις παραχωρηθείσες διευκολύνσεις εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 10.04.1997 εναντίον των Εφεσίβλητων 1, και άλλων προσώπων, για το ποσό των ΛΚ68.804,04 πλέον τόκους από το 1996 μέχρι εξόφλησης, πλέον ΛΚ768,00 έξοδα αγωγής με τόκο 8% από 29.11.1996 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. Το ολικό οφειλόμενο ποσό σήμερα, δυνάμει καταστάσεων λογαριασμού που τηρούν οι Εφεσείοντες, στην βάση της δικαστικής απόφασης, είναι €63.529,
  3. Ως περαιτέρω εξηγείται, από την ενόρκως δηλούσα, περί το έτος 1999 οι Εφεσίβλητοι 1 χωρίς τη συγκατάθεση των Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, κατά παράβαση των όρων της υποθήκης ΥΧΧΧ4/1995, προέβηκαν σε συμφωνία πώλησης με τους Εφεσίβλητους 2 και 3 για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων ή μέρους αυτών. Ακόμη αναφέρεται ότι στις 02.09.2008 το Δικαστήριο, στα πλαίσια της Αίτησης ΧΧ5/2008 Ε.Δ. Λευκωσίας, διέταξε την επικύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 06.08.2008 και της ανάληψης της επιχείρησης όλης της ιδιοκτησίας, του παθητικού και του ενεργητικού της Παγκύπριας Χρηματοδοτήσεως Λτδ από τους Εφεσείοντες. Με τη γνωστοποίηση του γεγονότος στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποιήθηκε η μεταβίβαση από 31.10.2008 των τραπεζικών εργασιών με τη συναφή επιχείρηση και τις εξασφαλίσεις των Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Λτδ προς τους Εφεσείοντες. Κατ΄ επέκταση η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 10.04.1997 υφίσταται προς όφελος των Εφεσειόντων, η δε υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 καθώς και το MEMO ΕΒΧΧ0/2010 (το οποίο κατατέθηκε από τους Εφεσείοντες σε σχέση με τη δικαστική απόφαση) αποτελούν ιδιοκτησία των Εφεσειόντων, και εμφαίνονται ως επιβαρύνσεις σε σχετικό πιστοποιητικό έρευνας. Οι τίτλοι των ενυπόθηκων ακινήτων εκσυγχρονίστηκαν και προέκυψαν ως τεμάχια ΧΧ6 και ΧΧ
  4. Το 2004 οι Εφεσείοντες καταχώρισαν αίτηση στο Κτηματολόγιο για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποία έλαβε αριθμό ΑΝΠΧΧ3/
  5. Την 14.05.2018 στάλθηκε στους Εφεσείοντες, από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού, Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ» δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Ν.9/
  6. Με την εν λόγω Ειδοποίηση οι Εφεσείοντες ενημερώθηκαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου προτίθετο να προχωρήσει, κατόπιν αίτησης των Εφεσίβλητων 2 και 3, στη μεταβίβαση των ενυπόθηκων ακινήτων επ΄ονόματι των τελευταίων, ως εγκλωβισμένων αγοραστών, ακυρώνοντας την υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 η οποία ήταν προγενέστερη της αίτησης, ΑΕΑ206/2016, των Εφεσίβλητων 2 και
  7. Οι Εφεσείοντες υπέβαλαν στις 31.05.2018 ένσταση στην προαναφερόμενη πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, προτάσσοντας συγκεκριμένους λόγους ένστασης, οι οποίοι περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού απάντησε στους Εφεσείοντες, με επιστολή του ημερομηνίας 18.06.2018, απορρίπτοντας την ένσταση τους, ενημερώνοντας ότι θα προχωρούσε στην εξάλειψη της υποθήκης ΥΧΧΧ4/1995 και την απαλλαγή του ΜΕΜΟ ΧΧ0/2010 αλλά και στη μεταβίβαση των ενυπόθηκων ακινήτων επ΄ονόματι των αγοραστών, -Εφεσίβλητων 2 και 3 - εκτός και αν προσκομιζόταν διάταγμα δικαστηρίου το οποίο να διέταζε διαφορετικά, εξ΄ ου και καταχωρήθηκε η παρούσα Έφεση. Τέλος αναφέρεται από την ενόρκως δηλούσα ότι τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα εκτιμήθηκαν την 05.09.2014 από ιδιώτη εκτιμητή ως έχοντα αξία €450.000,00, ενώ σε πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου ημερομηνίας 01.01.2013 εκτιμούνται για το ποσό των €335.300,
  8. Ενάντια στην παρούσα Έφεση καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης από τους Εφεσιβλήτους 2 και 3 καθώς και από το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από τους Εφεσίβλητους 2 και 3 συνοψίζονται στις θέσεις ότι, η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι νόμιμη και συνταγματική, ότι οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 δικαιούνται σε εγγραφή των επίδικων ακινήτων επ΄ ονόματι τους διότι εξόφλησαν το τίμημα πώλησης, ότι η Έφεση είναι παράτυπη, ελλειπής και/ή έχει λανθασμένο νομικό και/ή δικονομικό υπόβαθρο και/ή τύπο, ότι η εγγραφή επ΄ ονόματι των Εφεσιβλήτων 2 και 3 συνάδει με το δίκαιο της επιείκειας, ότι οι Εφεσείοντες μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση σε περίπτωση που θεωρούν ότι υπέστηκαν ζημιά, και πως οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 απολαμβάνουν των ίδιων συνταγματικών δικαιωμάτων και προστασίας και δεν μπορούν να τεθούν σε υποδεέστερη θέση από τους Εφεσείοντες. Η ένσταση των Εφεσίβλητων 2 και 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου ΣΧΧΧ ΚΧΧΧ, συνεργάτη των δικηγορών των Εφεσίβλητων 2 και
  9. Ως αυτός εξηγεί προβαίνει στην ένορκη δήλωση επειδή οι Εφεσίβλητοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Η ουσία των λεγομένων του έγκειται στο ότι οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 αγόρασαν τα επίδικα ακίνητα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.02.1999, κατέβαλαν δε πλήρως το συμφωνημένο τίμημα πώλησης προς τους Εφεσίβλητους
  10. Ακολούθως στις 23.04.1999 το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο ως ΠΩΕΧΧ3/1999, οι δε Εφεσίβλητοι 2 και 3 εξασφάλισαν άδεια για να είναι ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι των επίδικων ακινήτων από το Υπουργείο Εσωτερικών την 11.06.
  11. Περαιτέρω γίνεται αναφορά από τον ενόρκως δηλούντα σε απόφαση που οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 εξασφάλισαν εναντίον των Εφεσίβλητων 1, στις 05.07.2005, στα πλαίσια της αγωγής ΧΧΧ6/2004 Ε.Δ. Λεμεσού, ωστόσο απέτυχε αίτηση παρακοής εναντίον των Εφεσίβλητων 1 ώστε να συμμορφωθούν με διάταγμα μεταβίβασης, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση. Ακολούθως οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 ως «εγκλωβισμένοι αγοραστές» καταχώρισαν αίτηση στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στο όνομα τους και παρ΄ ότι υπήρξε ένσταση από τους Εφεσείοντες ο Διευθυντής του Κτηματολογίου αποφάσισε να προχωρήσει σε μεταβίβαση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από το Ενδιαφερόμενο Μέρος συνίστανται στις θέσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη, ορθή και αιτιολογημένη αλλά και σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/1965, ότι είναι προϊόν ενδελεχούς και ολοκληρωμένης έρευνας, ότι η υποθήκη και το ΜΕΜΟ δεν αποτελούν περιουσιακά στοιχεία που τυγχάνουν της προστασίας του άρθρου 23 του Συντάγματος, σε περίπτωση δε που κριθεί ότι αποτελούν τέτοιο δικαίωμα η τυχόν επέμβαση στο εν λόγω δικαίωμα γίνεται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό, ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποτελούσε επέμβαση στο δικαίωμα των Εφεσίβλητων 2 και 3 - αγοραστών-, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος, ότι οι πρόνοιες των άρθρων 441Η-44ΚΖ είναι συνταγματικές και πως η απουσία πρόνοιας, στο Ν.139(Ι)/2015, για καταβολή τυχόν αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν καθιστά το νόμο αντισυνταγματικό. Οι λόγοι Ένστασης του Ενδιαφερόμενου Μέρους υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧΧ ΣΧΧΧΧΧ, κτηματολογικού λειτουργού, ο οποίος πρώτιστα αναφέρεται στην κατάθεση στο Κτηματολόγιο, στις 23.04.1999, από τους Εφεσίβλητους 2 και 3 της σύμβασης πώλησης για αγορά κατοικίας η οποία ανεγέρθηκε στα τεμάχια ΧΧ0 και ΧΧ1, στον ΧΧΧ ΧΧΧ, στη Λεμεσό, τα οποία τεμάχια σήμερα, βάσει νέων σχεδίων, έχουν αριθμούς Χ/ΧΧ8 και Χ/ΧΧ6 αντίστοιχα, και είναι εγγεγραμμένα στην πωλήτρια εταιρεία-Εφεσίβλητους
  12. Κατόπιν αίτησης τους οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 αιτήθηκαν την εγγραφή των δύο τεμαχίων επ΄ονόματι τους, ως εγκλωβισμένοι αγοραστές σύμφωνα με το Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Ν.139(Ι)/2015, προσκομίζοντας απόδειξη εξόφλησης του τιμήματος. Στη συνέχεια στάλθηκε στους Εφεσίβλητους 2 και 3 επιστολή για να προσκομίσουν βεβαιώσεις καταβολής φόρων, τις οποίες προσκόμισαν. Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας για να εγγραφούν τα επίδικα ακίνητα επ΄ ονόματι των Εφεσίβλητων 2 και 3, στάλθηκαν, ως εκ τούτου, επιστολές προς τους Εφεσείοντες, καθότι υπήρχαν προς όφελος τους εμπράγματα βάρη, ήτοι η υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 και το ΜΕΜΟ ΧΧ0/
  13. Οι Εφεσείοντες υπέβαλαν ένσταση και με επιστολή ημερομηνίας 18.06.2018 - προσβαλλόμενη απόφαση - απορρίφθηκε η ένσταση των Εφεσειόντων. Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας Έφεσης διεξάχθηκε στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους Εφεσίβλητους 2 και 3 και το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις πολύ βοηθητικές, στοχευμένες και επιμελημένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των προαναφερόμενων διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των τελευταίων, στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την αποδοχή των εκατέρωθεν εκδοχών. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη. Το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου και θα τις αξιολογήσει, στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της Έφεσης, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Νομική Πτυχή Διαφαίνεται μέσα από την Έφεση, τις Ενστάσεις και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων όλων των διαδίκων, πως επίκεντρο των νομικών διατάξεων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, αποτελούν τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ ειδικότερα τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 139 (Ι)/2015 και τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Κρίνεται ως εκ τούτου χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια αυτούσιες οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων. Άρθρο 44 44ΙΘ .-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) .............................., (γ) .............................. (δ) ...............................
(2).............................. Άρθρο 44Κ .-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΔ», με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ο αγοραστής έχει καταβάλει μέρος του τιμήματος πώλησης και για το υπόλοιπο αυτού έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβληθεί εντός της προθεσμίας που απαιτείται σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, το υπόλοιπο αυτό καταβάλλεται στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό.
(3)Αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την πλήρη υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1), σε περίπτωση κατά την οποία- (α) Δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Άρθρο 44ΚΒ .-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης. Άρθρο 23 Συντάγματος:
  1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  4. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου. Άρθρο 26 του Συντάγματος: «
  5. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  6. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως. Ακολουθεί στη συνέχεια παραπομπή σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία ερμηνεύθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Κρίνεται χρήσιμη η παράθεση αποσπασμάτων από την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 3/2016 ημερομηνίας 16.03.2017, στην οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η πρόνοια του άρθρου 3 του Περί της Ρύθμισης των Αναδιαρθρώσεων Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου του 2016, με την οποία επηρεάζονταν υφιστάμενα περιουσιακά δικαιώματα. Αναφέρθηκε ότι: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).» Περαιτέρω στην υπόθεση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801 λέχθηκαν τα εξής: «Βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 A.A.Δ. 85. Όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση μας (σελ. 102): «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρησή της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή.» Σε άλλο σημείο της απόφασης εξηγείται ότι, (σελ. 103): «Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας οποτεδήποτε καθιστούν τη γη αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου προορίζεται.» Όπως επισημάναμε στην ίδια απόφαση Δημητριάδη, (ανωτέρω), οι σχετικές με την ιδιοκτησία, διατάξεις του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ταυτίζονται στην ουσία με τις πρόνοιες του Άρθρου 23.1.» Στην υπόθεση Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, κ.α. συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 740/11 κ.α. ημερομηνίας 07.10.2014 διατυπώνονται με κάθε περιεκτικότητα και λεπτομέρεια οι διάφοροι παράμετροι διέπουν την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 23 του Συντάγματος. Σχετικά αποσπάσματα παρατίθενται στη συνέχεια: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 δεν είναι απόλυτο αλλά καθορίζεται και ρυθμίζεται από σχετικούς νόμους αναφορικά με αστικά δικαιώματα σε περιουσία. Στερήσεις ή περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορούν να επιβληθούν εκτός όπως προβλέπεται από το Άρθρο 23 (Άρθρο 23.2). Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί, με Νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο». .......................... « Η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Πιτσιλλίδης και Άλλοι ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7, είναι καθοδηγητική αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εξετάζονται με βάση τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων όπως έχουν τεθεί στην θεμελιακή απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός εάν αποφασιστεί το αντίθετο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός εάν είναι αντισυνταγματική πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή ακόμα τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν ένα νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. Στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315 τονίστηκε ότι η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση του κατά πόσον οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα. ........................... «Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση». ............................. «Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στις Υποθέσεις 1480/11 κ.α., Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014)». Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7 τονίστηκε ότι: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTΟ
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δήμοσιο συμφέρον γενικά.» Αξιολόγηση εκδοχών και ευρήματα Ως προς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνεται πως από τη μελέτη των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν, από όλες τις πλευρές ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι για πολύ σημαντικά και καθοριστικά γεγονότα αυτής δεν υπάρχει διάσταση. Ειδικότερα είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός η ύπαρξη της υποθήκης ΥΧΧΧ4/1995 προς όφελος των Εφεσειόντων, παραχωρηθείσα από τους Εφεσίβλητους 1, για τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα καθώς και η έναρξη διαδικασίας κατόπιν αίτησης των Εφεσίβλητων 2 και 3 στο Κτηματολόγιο, για μεταβίβαση των εν λόγων ακινήτων επ' ονόματι τους, στη βάση του ότι το πωλητήριο έγγραφο το οποίο αυτοί σύναψαν με τους Εφεσίβλητους 1 κατατέθηκε στις 23.04.1999, χωρίς όμως τη γνώση των Εφεσειόντων ως προς τη σύναψη του, κάτι τέτοιο άλλωστε δεν ισχυρίζονται οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 ή το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Εν' όψει των πιο πάνω και με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία διαπιστώνεται πως, τα ουσιώδη γεγονότα που διέπουν την παρούσα Έφεση είναι πως την 31.05.1995 παραχωρήθηκε από τους Εφεσίβλητους 1 η υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 η οποία εξασφάλιζε υποχρεώσεις αυτών προς όφελος των Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, στα δικαιώματα των οποίων υποκαταστάθηκαν οι Εφεσείοντες, και εγγράφηκε στα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα των Εφεσίβλητων 1, ήτοι τεμάχια ΧΧ6 και ΧΧ8 στον ΧΧΧ ΧΧΧ στη Λεμεσό. Οι Εφεσίβλητοι 1 οφείλουν στους Εφεσείοντες, δυνάμει υπολοίπου από δικαστική απόφαση, το ποσό των €63.529.20, πλέον τόκους. Οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 το 2016 με αίτηση τους, η οποία υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, ζήτησαν να εγγραφούν στο όνομα τους τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα, δυνάμει σύμβασης πώλησης που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, με αριθμό ΠΩΕ ΧΧ3/1999, συναφθείσας μεταξύ τους και των Εφεσίβλητων
  1. Το τίμημα πώλησης είναι εξοφλημένο. Εκ μέρους των Εφεσίβλητων 2 και 3 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού βεβαίωση καταβολής όλων των σχετικών φόρων. Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου για να κινήσει ο Διευθυντής την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, για μεταβίβαση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, επ' ονόματι των Εφεσίβλητων 2 και
  2. Στη συνέχεια, ετοιμάστηκε έκθεση λεπτομερειών των ενυπόθηκων ακινήτων, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στάλθηκε ως εκ τούτου ειδοποίηση στους Εφεσείοντες καθ΄ ότι υπήρχαν προς όφελος τους εμπράγματα βάρη, επί των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, ήτοι η υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 και το ΜΕΜΟ ΧΧ0/
  3. Οι Εφεσείοντες υπέβαλαν ένσταση προς το Διευθυντή του Κτηματολογίου ο οποίος με ειδοποίηση του ημερομηνίας 18.06.2018 - προσβαλλόμενη απόφαση - απέρριψε την ένσταση των Εφεσειόντων, διατυπώνοντας την πρόθεση του να προχωρήσει με τη μεταβίβαση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων επ΄ ονόματι των Εφεσίβλητων 2 και 3, αγοραστών, εκτός αν προσκομιζόταν εντός 30 ημερών διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει διαφορετικά. Η προσβαλλόμενη απόφαση παραλήφθηκε από τους Εφεσείοντες στις 29.06.
  4. Η αγοραία αξία των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, σύμφωνα με εκτίμηση ιδιώτη, ήταν το 2014 €450.000,00 και η αξία τους σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου το 2013 είναι €335.300,
  5. Διαπιστώνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία ότι οι Εφεσίβλητοι 1 έχουν άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί η υποθήκη ΥΧΧΧ4/
  6. Διαπιστώνεται επίσης ότι το πωλητήριο έγγραφο, ΠΩΕ ΧΧ3/1999, κατατεθειμένο την 23.04.1999 προς όφελος των Εφεσίβλητων 2 και 3, είναι μεταγενέστερο από την ΥΧΧΧ4/1995, που παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους Εφεσίβλητους 1 και η οποία μέχρι σήμερα είναι κατατεθημένη προς όφελος των Εφεσειόντων. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Προέχει πριν από την εξέταση της ουσίας της Έφεσης όπως το Δικαστήριο αποφανθεί κατά πόσο αυτή είναι εμπρόθεσμη. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν. 9/1965η προθεσμία καταχώρισης έφεσης είναι οι 30 ημέρες από την κοινοποίηση Ειδοποίησης, στην προκειμένη περίπτωση της Ειδοποίησης ημερομηνίας 18.06.2018 με την οποία, αφού απορρίφθηκε προηγουμένως ένσταση των Εφεσειόντων, εκδηλώθηκε η πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προβεί στη μεταβίβαση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων επ' ονόματι των Εφεσίβλητων 2 και
  7. Η εν λόγω ειδοποίηση παραλήφθηκε, σύμφωνα με την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία, στις 29.06.
  8. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα Έφεση καταχωρήθηκε στις 25.07.2018 αυτή κρίνεται εμπρόθεσμη. Εν' όψει των ζητημάτων περί αντισυνταγματικότητας που ηγέρθηκαν στη δίκη, το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως αποφανθεί πρώτιστα επί αυτών, καθ' ότι η τυχόν αποδοχή των θέσεων των Εφεσειόντων που αφορούν στα αιτούμενα διατάγματα Β, Γ και Δ αυτόματα συνεπάγεται και την αποδοχή του αιτούμενου διατάγματος Α. Για τα θέματα αντισυνταγματικότητας τα οποία εγείρονται από τους Εφεσείοντες το Δικαστήριο αρκείται κατ' αρχήν να παραπέμψει στην υπόθεση INVESTYLIA LTD v. E. & Π. ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ ΛΤΔ,
(2004)1 ΑΑΔ 1872 όπου επαναβεβαιώθηκε πως: «Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της σχετικής εισήγησης. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Ο διάδικος ο οποίος προβάλλει τη σχετική εισήγηση φέρει το βάρος αποδείξεώς της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπό εξέταση υπόθεση οι εφεσείοντες, οι οποίοι δεν πρόβαλαν θέμα αντισυνταγματικότητας, όπως επιβαλλόταν, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν σοβαρό κώλυμα στην εξέταση της επιχειρηματολογίας τους για την αντισυνταγματικότητα των νόμων, κατ' έφεση.» Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνεται πως τα όσα επιχειρήματα και εισηγήσεις αναπτύσσονται στο γραπτό κείμενο αγόρευσης των Εφεσειόντων, περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ-ΚΖ του Ν.9/1965, ως συγκρουόμενων με το άρθρο 25 του Συντάγματος, δεν μπορούν να εξετασθούν καθ' ότι ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο, ως αυτό καθορίζεται από τη νομολογία ( βλέπε Ιnvestylia, ανωτέρω), αφού καμία αναφορά στους λόγους Έφεσης ή σε αιτιολογία αυτών διατυπώνεται αναφορικά με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Διαπιστώνεται ταυτόχρονα ότι τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας με αναφορά στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος εγείρονται στην Έφεση εξειδικευμένα και κατ' επέκταση σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο νομιμοποιείται να τα εξετάσει. Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα των ευρημάτων, νομικών διατάξεων και προαναφερόμενης νομολογίας που τις έχει ερμηνεύσει, κρίνεται πως οι εισηγήσεις των συνηγόρων των Εφεσειόντων βρίσκουν έρεισμα στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τα υπό συζήτηση ζητήματα. Ό,τι είναι σημαντικό να αναφερθεί εξ' αρχής είναι πως η εγγραφή υποθήκης, αναμφίβολα συνιστά περιουσιακό στοιχείο για το πρόσωπο φυσικό ή νομικό προς όφελος του οποίου παραχωρείται ως εξασφάλιση. Ο δε όρος ιδιοκτησία επί του άρθρου 23 του Συντάγματος είναι ορθό να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει και τα δικαιώματα που απορρέουν από σύμβαση υποθήκης. Προκύπτει ακόμη ότι προβάλλει εμφανής η σύγκρουση των υφιστάμενων δικαιωμάτων των Εφεσειόντων με το δικαίωμα των Εφεσίβλητων 2 και 3. Και τα δύο είναι εμπράγματα εν' όψει της κατάθεσης του πωλητηρίου από τους Εφεσίβλητους 2 και 3 στο Κτηματολόγιο. Επισημαίνεται ωστόσο παράλληλα ότι μεταξύ Εφεσειόντων και αγοραστών - Εφεσίβλητων 2 και 3 δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση. Υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται πως με τη θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ και την εφαρμογή αυτών, με την Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού, ημερομηνίας 18.06.2018, με την οποία αυτός θα προχωρήσει στη μεταβίβαση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων επ' ονόματι των Εφεσίβλητων 2 και 3, η υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995 θα καταστεί άνευ αντικειμένου για τους Εφεσείοντες, εξ' αιτίας της εξ' ολοκλήρου κατάργησης της και συνεπακόλουθα στέρησης περιουσιακών δικαιωμάτων των Εφεσειόντων. Η εν λόγω ενέργεια του Διευθυντή δε συνιστά περιορισμό στα δικαιώματα των Εφεσειόντων, τα οποία προέρχονται από αυτήν. Συνεπώς προκαλείται παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου στο άρθρο 23 του Συντάγματος δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Το πότε και πως καταργούνται οι πρόνοιες μίας σύμβασης είναι ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται από το δίκαιο των συμβάσεων, είτε με καταγγελία της σύμβασης ή εκ συμφώνου με αμοιβαία πρόθεση προς τούτο, εκτός αν υπάρχει ακυρότητα λόγω παρανομίας ή αν σύμβαση αντίκεται στη δημόσια πολιτική, ζητήματα βέβαια που σημειωτέο κρίνονται και αποφασίζονται από τα Δικαστήρια. Κατ' επέκταση με την παρέμβαση στα ήδη υφιστάμενα δικαιώματα των Εφεσειόντων, όπως αυτά δημιουργήθηκαν με τη σύμβαση υποθήκης ΥΧΧΧ4/1995, προκαλείται παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, ο δε τρόπος παρέμβασης είναι τέτοιος που ολοκληρωτικά αντικαθιστά την ελεύθερη βούληση των Εφεσειόντων και δε συνιστά είδος περιορισμού. Κρίνεται πως στην προσπάθεια του ο νομοθέτης με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ να προστατέψει ή να ρυθμίσει προβλήματα που δημιουργήθηκαν σε μια ομάδα πολιτών - «εγκλωβισμένων αγοραστών» - ως είχε κάθε δικαίωμα βέβαια αλλά και υποχρέωση, διαφαίνεται ότι δε διατήρησε τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ισορροπίες μεταξύ υφιστάμενων δικαιωμάτων τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα. Προβληματίστηκε το Δικαστήριο με τη θεσπισθείσα πρόνοια στο άρθρο 44ΚΒ ως προς το κατά πόσο με την εναλλακτική επιλογή η οποία δίδεται στους Εφεσείοντες, για εγγραφή υποθήκης σε άλλο ακίνητο των πωλητών, ενδεχομένως να μην προκύπτει ευθεία και ολοκληρωτική κατάργηση της σύμβασης υποθήκης. Η πλευρά των Εφεσίβλητων 2 και 3 εισηγείται ότι έστω και εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί τη θέση για περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος των Εφεσειόντων, το Δικαστήριο δε βρίσκεται ενώπιον άμεσης παραβίασης των συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 23 του συντάγματος, καθότι το δικαίωμα για αποζημίωση ενδεχομένως μπορεί να καθοριστεί από Δικαστήριο, κάτι που δεν έπραξαν οι Εφεσείοντες. Η εισήγηση δε γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται καθ' ότι πρόκειται για σαφή κατάργηση, άμεση και πλήρη επέμβαση στο πυρήνα των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εφεσειόντων, ως αποφασίστηκε ήδη. Ούτως ή άλλως αποτελεί εύρημα ότι οι Εφεσίβλητοι 1 δεν έχουν άλλο ακίνητο ελεύθερο από εμπράγματα βάρη ώστε να μεταφέρουν οι Εφεσείοντες την υποθήκη ΥΧΧΧ4/1995, χωρίς να επηρεσθούν τα υφιστάμενα δικαιώματα τους. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 όπως προστέθηκαν με το Νόμο 139
(1)/2015, με τις οποίες παρέχεται εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να προβεί σε μεταβίβαση των επίδικων ενυπόθηκων ακίνητων στο όνομα των Εφεσίβλητων 2 και 3 παρά την ύπαρξη της υποθήκης ΥΧΧΧ4/1995, η οποία εγγράφηκε προγενέστερα από την κατάθεση στο Κτηματολόγιο του πωλητηρίου με το οποίο αυτά αγοράστηκαν, και λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερόμενων, με δεδομένο δε και ότι, ως διαφαίνεται, οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων συγκεκριμένης ομάδας πολιτών - «εγκλωβισμένων αγοραστών» -, καταργώντας ταυτόχρονα υφιστάμενα δικαιώματα των Εφεσειόντων, κρίνεται ότι αυτές δεν συνάδουν με τις πρόνοιες των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος και τις ασφαλιστικές δικλείδες που τέθηκαν από αυτά, αναφορικά με τις περιπτώσεις όπου σκοπείται η στέρηση ή ο περιορισμός περιουσιακού δικαιώματος ή επέμβασης στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Κρίνονται ως εκ τούτου αντισυνταγματικές καθ' ότι συγκρούονται και κατ' επέκταση απάδουν από τις διατάξεις των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Συνακόλουθα η Ειδοποίηση ημερομηνίας 18.06.2018 την οποία παρέλαβαν οι Εφεσείοντες από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού στις 29.06.2018 κρίνεται άκυρη. Η Έφεση επιτυγχάνει στη βάση των αιτούμενων διαταγμάτων Β, Γ και Δ της Έφεσης, κατ΄επέκταση και το αιτούμενο διάταγμα ως η Παράγραφος Α. Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων και εναντίον των Εφεσίβλητων 2 και 3 αλλά και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.