ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4794/2012, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4794/2012 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Εναγόντων ΚΑΙ
- xxxxxxx xxxxxx ΑΡΓΥΡΟΥ
- xxxxxx ΑΡΓΥΡΟΥ
- xxxxxxx xxxxxxxx ΑΡΓΥΡΟΥ
- xxxxx ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 30.04.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Γ. Πότσης με κα Η. Λαμπριανού για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Α. Δημητρίου για κ. Α. Θ. Μαθηκολώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση αφορά σε κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενα χρηματικά ποσά, ειδικότερα (α) €280.402,22 πλέον τόκους, οφειλόμενο από παραχώρηση δανείου στον Εναγόμενο 1 το οποίο εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 (β) €1.637,43 πλέον τόκους, οφειλόμενο από λογαριασμό πιστωτικής κάρτας προς τον Εναγόμενο 1 με αριθμό xxx xxx xxx xx11 και (γ) €6.736,57 πλέον τόκους, οφειλόμενο από επίσης λογαριασμό πιστωτικής κάρτας παραχωρηθείσα στον Εναγόμενο 1 με αριθμό xxx xxx xxx xx
- Επιπλέον ζητούνται αναγνωριστικές αποφάσεις και διατάγματα εφαρμογής δύο συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων δύο ενοικιαστηρίων εγγράφων και μίας ασφάλειας ζωής, που κατ΄ ισχυρισμό παραχωρήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 προς τους Ενάγοντες ως εξασφαλίσεις για το δάνειο και τις πιστωτικές κάρτες, καθώς επίσης ζητείται διάταγμα, εναντίον της Εναγόμενης 3, για εκποίηση της υποθήκης Υxxxx/2006 και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/xxx, τεμάχιο x2, το οποίο βρίσκεται στον xxxx xxxxx, Λεμεσού, πλέον έξοδα και τόκους επ΄αυτών, μέχρι εξόφλησης. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όροι όλων των επίδικων συμφωνιών, εάν ήθελε αυτοί αποδειχθούν, είναι αόριστοι, άκυροι, ανεφάρμοστοι και καταχρηστικοί. Ως προς τη σύμβαση εγγύησης η Εναγόμενη 2 αποδέχεται ότι υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης πλην όμως ισχυρίζεται ότι η εγγύηση είναι άκυρη και ανεφάρμοστη. Ομοίως και για την επίδικη υποθήκη οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη και θα πρέπει να εξαλειφθεί, διότι καταρτίστηκε ή εγγράφηκε κατά παράβαση των προνοιών του Ν.9/
- Γενικότερα οι Εναγόμενοι αρνούνται τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους αξιώνοντας ταυτόχρονα την απόρριψη της αγωγής. Τέλος οι Εναγόμενοι εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν (α) Δήλωση ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη και (β) διάταγμα το οποίο να διατάσσει την ακύρωση και/ή εξάλειψη της επίδικης υποθήκης, πλέον έξοδα ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες απορρίπτουν τις υπερασπίσεις που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, όπως και την Ανταπαίτηση αυτών, της οποίας ζητούν την απόρριψη. Διευκρινίζουν δε περαιτέρω ότι κατά ή περί τις 29.03.2013 οι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ανέλαβαν ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες των Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, σύμφωνα με σχετικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και στη βάση του Ν.17(Ι)/
- Προσαχθείσα μαρτυρία: Μοναδικός μάρτυρας - στο εξής ΜΕ - για την απαίτηση των Εναγόντων, αλλά και μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση, κατέθεσε ο Γρηγόρης Γρηγορίου, νυν υπάλληλος των Εναγόντων ο οποίος ασκεί καθήκοντα λειτουργού είσπραξης χρεών. Ως εξήγησε μετά τον τερματισμό του λογαριασμού του επίδικου δανείου ο φάκελος διαβιβάστηκε στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών, οπότε δόθηκαν οδηγίες για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγόμενων. Αναφέρθηκε κατ΄ αρχήν ο ΜΕ στο ιστορικό αλλαγής ονομάτων των Εναγόντων αλλά και στο γεγονός ότι, δυνάμει της νομοθεσίας Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/2013, στις 29.03.2013, οι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ανέλαβαν τις εργασίες των Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Περαιτέρω ο ΜΕ αναφέρθηκε, στη μαρτυρία του, στη γραπτή συμφωνία στεγαστικού δανείου, ημερομηνίας 19.12.2006, που συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, με χορήγηση, από τους πρώτους προς τον τελευταίο, δανείου ύψους ΛΚ150.000,00, το οποίο θα πληρωνόταν με 300 δόσεις. Αναφέρθηκε δε ο ΜΕ σε επιμέρους όρους της εν λόγω συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 2, σύμφωνα με τον ΜΕ, εξέφρασε γραπτώς την πρόθεση της να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, ως αυτές προκύπτουν από το εν λόγω δάνειο, οπότε αυτή, στις 19.12.2006, υπέγραψε σχετική γραπτή εγγύηση μέχρι του ποσού των ΛΚ150.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 με Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου, ημερομηνίας 22.12.2006, παρείχε περαιτέρω εξασφάλιση προς τους Ενάγοντες, αναφορικά με τις τότε υφιστάμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του, υποθηκεύοντας το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2/xxx, τεμάχιο xx2, στον Άγιο Νεκτάριο Λεμεσού, με αριθμό Εγγραφής Υποθήκης Υxxx/2006 μέχρι του ποσού των ΛΚ150.000,00 πλέον τόκο 6,25% ετησίως από 22.12.2006 μέχρι εξόφλησης. Το ενυπόθηκο ακίνητο στη συνέχεια, ήτοι στις 05.08.2010, με τη γνώση και συγκατάθεση των Εναγόντων, μεταβιβάστηκε στο όνομα της Εναγόμενης
- Η συγκατάθεση των Εναγόντων δόθηκε υπό τον όρο ότι το ενυπόθηκο ακίνητο θα συνέχιζε να υπόκειται στην προς όφελος τους υποθήκη και ότι τα δικαιώματα τους ως ενυπόθηκων δανειστών θα συνέχιζαν να υφίστανται. Τη συγκατάθεση της για την εν λόγω μεταβίβαση έδωσε γραπτώς και η Εναγόμενη
- Επίσης η Εναγόμενη 3 με έγγραφο εγγύησης, ημερομηνίας 31.03.2010, εγγυήθηκε αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 έναντι των Εναγόντων, μέχρι του ποσού των €250.000,00, αναφορικά με το επίδικο δάνειο του Εναγόμενου
- Πέραν των προαναφερόμενων εξασφαλίσεων ο ΜΕ αναφέρθηκε και σε δύο συμφωνίες ημερομηνίας 19.12.2006, με τις οποίες ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του που απέρρεαν από δύο Ενοικιαστήρια Έγγραφα, σχετιζόμενα με δύο ακίνητα του, το ένα ευρισκόμενο στην οδό xxxxxx xxxxxx και xxxxxx xxxxxx στη Λεμεσό, το οποίο ενοικιαζόταν ήδη στην Εναγόμενη 2 προς ΛΚ1300,00 μηνιαίως, και το άλλο ακίνητο ευρισκόμενο στον xxxx, Λεμεσού, το οποίο ενοικιαζόταν ήδη από το 2002 στην Εναγόμενη 4 προς ΛΚ400,00 μηνιαίως. Αναπόσπαστο μέρος των προαναφερόμενων συμφωνιών εκχώρησης αποτελούσαν και γραπτές ειδοποιήσεις ημερομηνίας 19.12.2006 που δόθηκαν στις Εναγόμενες 2 και 4, δια των οποίων οι τελευταίες εξουσιοδοτήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 να καταθέτουν τα ποσά των ενοικίων σε συγκεκριμένο λογαριασμό των Εναγόντων. Κατά παράβαση όμως των συμφωνηθέντων ούτε οι Εναγόμενος 1 αλλά ούτε και οι Εναγόμενες 2 και 4 κατέθεσαν οποιοδήποτε ποσό από τα ενοίκια σε λογαριασμό που καθορίστηκε από τους Ενάγοντες. Ως περαιτέρω εξήγησε ο ΜΕ1, λόγω του ότι ο λογαριασμός δανείου του Εναγόμενου 1 παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων, οι Ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 30.05.2011, τον κάλεσαν να πληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21 ημέρων. Με ξεχωριστές επιστολές ημερομηνίας 30.05.2011, οι Ενάγοντες πληροφόρησαν, για τις καθυστερήσεις, και τις Εναγόμενες 2 και 3, καλώντας αυτές να συμμορφωθούν με τις αντίστοιχες συμβατικές υποχρεώσεις τους, ως αυτές προέκυπταν από τις συμφωνίες εγγύησης και υποθήκης που παραχώρησαν προς όφελος των Εναγόντων. Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε με την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 30.05.2011, οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς αυτόν, ημερομηνίας 11.07.2011, τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου καθώς και τη σχετική συμφωνία δανείου, καλώντας τον να πληρώσει όλα τα οφειλόμενα ποσά. Με ξεχωριστές επιστολές, ημερομηνίας 11.07.2011, οι Ενάγοντες πληροφόρησαν και τις Εναγόμενες 2 και 3 για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, και τις κάλεσαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι εν λόγω επιστολές στάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο. Αναφέρθηκε ο ΜΕ και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ταχυδρόμηση των προαναφερόμενων επιστολών στον Εναγόμενο 1, στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, και στις Εναγόμενες 2 και 3 στις διευθύνσεις που αυτές δήλωσαν στις συμφωνίες που υπέγραψαν. Μετά από έρευνα που ο ΜΕ διεξήγαγε προσωπικά στο φάκελο της υπόθεσης των Εναγόντων δήλωσε ότι οι προαναφερόμενες επιστολές αποστάλθηκαν και δεν έχουν επιστραφεί. Βεβαίωσε επίσης ο ΜΕ ότι όλες οι καταχωρίσεις στους λογαριασμούς του Εναγόμενου 1 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Popular Bank Public Co Ltd μέχρι τις 28.03.2013, ενώ από τις 29.03.2013 μέχρι την κατάθεση τους έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Έχει δε ο ίδιος προσωπικά ελέγξει τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε, και αφορούν στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1, με την αρχική καταχώριση στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας και έχει διαπιστώσει ότι είναι ορθές. Εξήγησε ακόμη πως μαζί με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων των Popular Bank Public Co Ltd μεταφέρθηκε στους Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και το ηλεκτρονικό αρχείο αυτών στο οποίο καταχωρίστηκαν όλες οι πράξεις που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς. Τέλος ο ΜΕ παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμών για τους επίδικους λογαριασμούς του Εναγόμενου 1, καθώς επίσης αναδομημένους λογαριασμούς, τους οποίους ο ίδιος ετοίμασε, αφού αφαίρεσε όλους τους τόκους υπερημερίας από 20.12.2006 μέχρι την 11.07.2011 οπότε τερματίστηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, και βεβαίωσε ότι δεν υπάρχει σ΄ αυτούς χρέωση οποιουδήποτε ποσού ή ποσοστού τόκου υπερημερίας ή έξοδα. Χρεώθηκαν ωστόσο τόκοι υπερημερίας από την ημερομηνία τερματισμού και έπειτα με βάση το μειωμένο ποσοστό που ανέρχεται σε 2%. Εξήγησε δε ο ΜΕ τις στήλες και το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου σε διαφορετικές περιόδους, λαμβάνοντας υπόψη και τις δημοσιεύσεις στον τύπο που γίνονταν κατά καιρούς τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού για το επίδικο δάνειο τα υπόλοιπα έχουν ως εξής: €347.427.71 πλέον τόκους 5% επί του ποσού €343.894,55 από 14.09.2019 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, ποσά τα οποία αξιώνονται από τους Ενάγοντες. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα επιχειρήματα τους μέσω γραπτών κειμένων, τα οποία παρέδωσαν στο Δικαστήριο στην προσπάθεια τους να το βοηθήσουν προκειμένου να αποφανθεί επί της παρούσας διαφοράς. Η βοήθεια αφορούσε στην ανάλυση της μαρτυρίας αλλά των επίδικων νομικών ζητημάτων με παραπομπή σε σχετικές αποφάσεις. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη αλλά ούτε και απαραίτητη. Το Δικαστήριο διατηρεί τις θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων κατά νου, έχει προβεί στην αξιολόγηση τους, και θα κάνει μνεία σ΄ αυτά στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, το μοναδικό μάρτυρα που παρουσίασαν οι Ενάγοντες (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του διενεργείται έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων του μάρτυρα, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχε να αντιληφθεί τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχε να θυμάται τα όσα κατέθεσε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, την ύπαρξη υπερβολών ή μη ή αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων του στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα, που προφανώς, ενέχει κινδύνους και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε ενδέχεται το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα όταν βρίσκεται στο εδώλιο να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Στην περίπτωση του ΜΕ, όπου πρόκειται για υπάλληλο των Εναγόντων, το Δικαστήριο αντιμετώπισε τη μαρτυρία του με προσοχή και επιφυλακτικότητα για το λόγο ότι αυτός προφανώς συνδέεται, λόγω της εργασιακής του σχέσης, με τους Ενάγοντες. Το γεγονός βέβαια αυτό από μόνο του δεν συνηγορεί εξ αντικειμένου σε συμπέρασμα ότι ο ΜΕ είναι αναξιόπιστος. Συνεπώς επιβάλλεται αυξημένη προσοχή ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο ΜΕ κατέθεσε με μόνο γνώμονα την παράθεση της αλήθειας ή παρεισέφρησαν στη μαρτυρία του στοιχεία προερχόμενα από πρόθεση εξυπηρέτησης των συμφερόντων των Εναγόντων δια της προβολής αναληθών γεγονότων. Διαφαίνεται πως αυτός κλήθηκε ως μάρτυρας λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση κατά τον τρόπο που αυτός εξήγησε, ειδικότερα λόγω των καθηκόντων του στο τμήμα εισπράξεων χρεών. Η εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο για τον ΜΕ είναι ότι αυτός απέδωσε την πραγματικότητα όπως αυτή προκύπτει μέσα από τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του και από ιδία γνώση, χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από οποιοδήποτε κίνητρο ξένο προς την αλήθεια των γεγονότων, παρά μόνο τα εξέθεσε όπως τα αντιλήφθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Αναφέρθηκε με σαφή και θετικό τρόπο σε οτιδήποτε γνώριζε. Δεν δικαιολογείται, κατά το Δικαστήριο, αμφιβολία ότι αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, κυρίως δεν διαπιστώθηκε διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές στα ερωτήματα που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Παρατηρείται ακόμη ότι μέσα από την αντεξέταση του ουδεμία αντίφαση προέκυψε, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει ακλόνητη και συνεπής. Λαμβανομένης υπόψη και της απουσίας οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγόμενων, το Δικαστήριο δεν έχει υπόβαθρο ώστε να προβεί σε συλλογισμούς αμφισβήτησης των λεγομένων του ΜΕ ή τυχόν στοιχεία κλονισμού της μαρτυρίας του η οποία είχε και λογική συνοχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων. Επισημαίνεται δε πως η μαρτυρία του ΜΕ ως προς την ταχυδρόμηση των επιστολών, προειδοποιητικής και τερματισμού Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα και ότι αυτές δεν επιστράφηκαν, δεν έτυχε καμίας αντεξέτασης. Είναι γεγονός βέβαια ότι με συγκεκριμένες υποβολές αμφισβητήθηκε μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ, ωστόσο για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια δεν δικαιολογείται η ανατροπή των όσων ο ΜΕ κατέθεσε στην κύρια εξέταση του. Πιο συγκεκριμένα, υποβλήθηκε στο ΜΕ ότι το τεκμήριο «Ι» προς Αναγνώριση αποτελεί τροποποιητική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων κάτι που αυτός απέρριψε κατηγορηματικά. Σημειώνεται άλλωστε πως ουδείς εκ των Εναγομένων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει την υποβληθείσα στον ΜΕ θέση. Εξάλλου ούτε και στην Υπεράσπιση δικογραφήθηκε τέτοια θέση. Υποβλήθηκε ακόμη στον ΜΕ ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν μετέβαλλε, ως όφειλε, με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι με το οποίο ο ΜΕ επίσης διαφώνησε. Ό,τι παρατηρείται αναφορικά με την εν λόγω υποβολή είναι πως πρόκειται για προώθηση μίας γενικής και αόριστης θέσης εκ μέρους των Εναγόμενων, αφού δεν συνοδεύτηκε με οποιαδήποτε υπόδειξη επί των καταστάσεων λογαριασμού και με αναφορά σε όρο της επίδικης σύμβασης δανείου. Τέλος υποβλήθηκε στον ΜΕ ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 23 - αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού - είναι λανθασμένο ωστόσο δεν εξηγήθηκε στον ΜΕ, ο οποίος απέρριψε τη θέση, γιατί είναι λανθασμένο το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και σε τι συνίσταται το λάθος. Ούτε και υποδείχθηκε στον ΜΕ οτιδήποτε ως αντισυμβατικό ή παράνομο στις καταχωρίσεις που το προειρημένο τεκμήριο περιλαμβάνει. Εν΄ όψει όλων των πραναφερόμενων το Δικαστήριο χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό κρίνει τον ΜΕ αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αδιαμφισβήτητα γεγονότα διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα αγωγή, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Την 19.12.2006 συμφωνήθηκε γραπτώς - βλέπε Τεκμήριο 4 - κατόπιν σχετικής αίτησης, η παραχώρηση στεγαστικού δανείου από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 1, με εξασφαλίσεις την εκχώρηση εκ μέρους του Εναγόμενου 1 δύο Ενοικιαστηρίων Εγγράφων και την προσωπική εγγύηση της Εναγόμενης 2, ημερομηνίας 19.12.2006, ύψους ΛΚ150.000,00 - τεκμήριο 9 - και με επιπρόσθετη εξασφάλιση την εγγραφή της υποθήκης Υxxxx/2006 - Τεκμήριο 10 - για το ποσό των ΛΚ150.000,00, πλέον τόκο 6,25% από τον Εναγόμενο
- Είναι αποδεκτά γεγονότα από τους Εναγόμενους η σύναψη των προαναφερόμενων συμφωνών και ότι το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σε λογαριασμό του Εναγόμενου
- Το δάνειο ήταν πληρωτέο δια 300 δόσεων ύψους ΛΚ557,30 μηνιαίως για τις πρώτες 24 δόσεις αρχομένων από 14.01.2007 και ύψους ΛΚ1.018,58 μηνιαίως για τις υπόλοιπες 276 δόσεις για την περίοδο 14.01.2009 μέχρι την εξόφληση που η αναμενόμενη ημερομηνία ήταν η 14.12.
- Οι δύο συμφωνίες ημερομηνίας 19.12.2006 - Τεκμήρια 17 και 18 - με τις οποίες ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του που απέρρεαν από δύο Ενοικιαστήρια Έγγραφα, σχετίζονται με δύο ακίνητα του, το ένα ευρισκόμενο στην οδό xxxxxxx xxxxxx και xxxxxx xxxxxx στη Λεμεσό, το οποίο ενοικιαζόταν ήδη στην Εναγόμενη 2 προς ΛΚ1300,00 μηνιαίως, και το άλλο ακίνητο ευρισκόμενο στον xxx, Λεμεσού, το οποίο ενοικιαζόταν ήδη από το 2002 στην Εναγόμενη 4 προς ΛΚ400,00 μηνιαίως. Αναπόσπαστο μέρος των προαναφερόμενων συμφωνιών εκχώρησης αποτελούσαν και γραπτές ειδοποιήσεις ημερομηνίας 19.12.2006 που δόθηκαν στις Εναγόμενες 2 και 4, δια των οποίων οι τελευταίες εξουσιοδοτήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 να καταθέτουν τα ποσά των ενοικίων σε συγκεκριμένο λογαριασμό των Εναγόντων. Κατά παράβαση όμως των συμφωνηθέντων ούτε ο Εναγόμενος 1 αλλά ούτε και οι Εναγόμενες 2 και 4 κατέθεσαν οποιοδήποτε ποσό από τα ενοίκια σε λογαριασμό που καθορίστηκε από τους Ενάγοντες. Στις 05.08.2010 με τη γνώση και συγκατάθεση των Εναγόντων ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε το ενυπόθηκο ακίνητο, στο οποίο αφορά η υποθήκη Υxxx/2006, επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3, η οποία αποδέχθηκε τη μεταβίβαση, καθώς επίσης είχε παραχωρήσει στις 31.03.2010 γραπτή εγγύηση - Τεκμήριο 16 - για τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 έναντι των Εναγόντων ύψους €250.000,00 πλέον τόκους. Για τη εν λόγω μεταβίβαση ενημερώθηκε γραπτώς - Τεκμήριο 12 - και έδωσε τη συγκατάθεση της η Εναγόμενη
- Λόγω μη αποπληρωμής του δανείου σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ημερομηνίας 19.12.2006, οι Marfin Popular Bank Public Co Ltd οι οποίοι μετονομάστηκαν σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, οι οποίοι υποκαταστάθηκαν από τους Ενάγοντες, απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές, ημερομηνίας 30.05.2011 - Τεκμήριο 19 - στους Εναγόμενους 1 (πρωτοφειλέτη), 2 και 3 (ως εγγυητριών αλλά και της Εναγόμενης 3 και ως ενυπόθηκου οφειλέτη) πλην όμως αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Ακολούθως οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή, ημερομηνίας 11.07.2011 - Τεκμήριο 20 - τερματισμού της συμφωνίας δανείου και του σχετικού λογαριασμού προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 με την οποία απαίτησαν από αυτούς την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου, προερχόμενου από το επίδικο δάνειο, ήτοι ποσού €250.991,47 πλέον τόκο 14% από 11.07.
- (Στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά και στις δύο πιστωτικές κάρτες για τις οποίες όμως εγκαταλείφθηκαν, από τους Ενάγοντες, οι σχετικές αξιώσεις). Οι εν λόγω επιστολές οι οποίες ταχυδρομήθηκαν στις διευθύνσεις που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έδωσαν στους Ενάγοντες δεν επιστράφηκαν. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 21 από το οποίο ο ΜΕ ετοίμασε αναδομημένους λογαριασμούς, Τεκμήριο
- Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτικής φύσεως, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες να αποδείξουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, καθώς και στους Εναγόμενους να αποδείξουν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης τους καθώς και την Ανταπαίτηση τους η οποία συνεκδικάστηκε με την αγωγή. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Η φύση της παρούσας υπόθεσης και το αντικείμενο της, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και όπως αυτή έχει εξελιχθεί κατά τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, απαιτεί όπως οι Ενάγοντες αποδείξουν, προκειμένου να επιτύχουν στην απαίτηση τους, ότι:
(1)Συνάφθηκε μεταξύ Εναγόντων και του Εναγόμενου 1 έγκυρη συμφωνία δανείου.
(2)Ότι καταβλήθηκε, εκταμιεύθηκε το ποσό του δανείου προς τον Εναγόμενο 1.
(3)Συνάφθηκε σύμβαση εγγύησης μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 2 και 3 για τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 ως αυτές απορρέουν από τη συμφωνία δανείου.
(4)Υπήρξε παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου και συνεπώς ήταν δικαιολογημένος ο τερματισμός της.
(5)Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ειδοποιήθηκαν για την μη πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων και τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου.
(6)Ότι υπάρχει χρέος οφειλόμενο από τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τις Εναγόμενες 2 και 3 ως εγγυητριών δυνάμει των συμβάσεων εγγύησης αλλά και σύμβασης υποθήκης (από Εναγόμενη 3) προς τους Ενάγοντες και το ύψος αυτού, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου. Από την άλλη πλευρά οι Εναγόμενοι οφείλουν, και έχουν το βάρος να αποδείξουν, ως προς την Ανταπαίτηση τους, ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη. Κατά την αξιολογική του κρίση το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τις θέσεις των Εναγόμενων τις οποίες προβάλλουν προκειμένου να αναχαιτήσουν την αιτούμενη έκδοση απόφασης και αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον τους, λαμβανομένων υπόψη των δικογραφημένων ισχυρισμών τους, αλλά και των εισηγήσεων τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ειδικότερα, (α) ότι δεν αποδείχθηκε η μεταφορά ή η αντιγραφή του ηλεκτρονικού βιβλίου της Λαϊκής Τράπεζας στους Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως εκ τούτου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23 είναι λανθασμένο (β) ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη καθότι παραβιάζει το άρθρο 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 και ότι παραβιάζεται το δόγμα Equity of Redemption (γ) ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκποίησης εναντίον της Εναγόμενης 3, διότι οι Ενάγοντες - Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - δεν είναι το νομικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εγγράφηκε η εν λόγω υποθήκη και (δ) ότι η Εναγόμενη 2 απαλλάχθηκε από εγγυήτρια διότι δεν ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για την μη πληρωμή τουλάχιστον 3 δόσεων από τον Εναγόμενο 1 και τούτο κατά παράβαση των άρθρων12 του Ν.197(Ι)/2003 και του άρθρου 97 Κεφ.
- Κύριο υπόβαθρο που διέπει τη σχέση των διαδίκων στην παρούσα ακρόαση είναι οι όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 19.12.2006 - Τεκμήριο 4 - αλλά και των υπόλοιπων συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, 2 και
- Στο παρόν στάδιο κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων και το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την ανακάλυψη της πρόθεσης των μερών η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίστανται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλέπε υπόθεση Σ. Οικονόμου κ.ά. ν. Γ. Α. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Επιπρόσθετα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Θ. Λαζούρας ν. Κ. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Επίσης παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Marcou ν. Theothorou
(1984)1 C.L.R. 635 όπου τονίστηκε η αρχή πως δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Με αναφορά στα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί, ή αν οι Εναγόμενοι στοιχειοθέτησαν την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα, κρίνεται πως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει,
(1)τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας δανείου μεταξύ αυτών και του Εναγόμενου
- Σημειώνεται ότι η υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας είναι αποδεκτή (βλέπε παράγραφο 16 της Υπεράσπισης). Οι όροι της συμφωνίας είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
- Απέδειξαν
(2)οι Ενάγοντες ότι το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σε λογαριασμό του Εναγόμενου 1, άλλωστε το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Εν πάση όμως περιπτώσει σημειώνεται πως οι Εναγόμενοι δεν εγείρουν στην Υπεράσπιση τους ζήτημα περί μη εκταμίευσης του δανείου. Επιπλέον σχετικό είναι και το Τεκμήριο 3 - έντυπο για την επιταγή αξίας ΛΚ150.000,00 η οποία αφορούσε στην εξόφληση υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς την Ελληνική Τράπεζα. Αναφορικά με το τρίτο
(3)ζήτημα ομοίως κρίνεται ότι αποδείχθηκε επαρκώς πως οι Εναγόμενες 2 και 3 υπέγραψαν έγκυρες συμφωνίες εγγύησης, ως προς τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 έναντι των Εναγόντων, σχετικά είναι τα τεκμήρια 9 και
- Όσον αφορά στους όρους των εν λόγω εγγυήσεων σημειώνεται η απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη θέσης, εκ μέρους της Υπεράσπισης, η οποία να απαλλάσσει ή να αποδεσμεύει τις Εναγόμενες 2 και 3 από τις υποχρεώσεις τους και ειδικότερα για την κάλυψη μέχρι του ποσού των ΛΚ150.000,00 (σε Ευρώ 256.290,22), πλέον τόκους και έξοδα στην περίπτωση της Εναγόμενης 2 και €250.000,00 στην περίπτωση της Εναγόμενης
- Δεν παραγνωρίστηκε η θέση της Εναγόμενης 2 ότι αυτή απαλλάχθηκε της ευθύνης από την εγγύηση της λόγω παράβασης των διατάξεων των άρθρων 12 του Ν.197(Ι)/2013 και 97 του ΚΕΦ.149, καθ΄ ότι οι Ενάγοντες δεν την ενημέρωναν για την μη καταβολή των δόσεων από τον Εναγόμενο
- Το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει τη σχετική θέση και εισήγηση πλην όμως την απορρίπτει. H Εναγόμενη 2 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο για να αποδείξει, δυνάμει του άρθρου 12
(3)(α) (β) του Ν.197(Ι)/2003 ότι (α) συνεπεία της μη ενημέρωσης παραβλάφθηκε η τελική της ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη και (β) ουδέποτε κατήγγειλε τη σύμβαση εγγύησης ως άκυρη εξαιτίας παράβασης ουσιώδους όρου αυτής από τους Ενάγοντες. Επιπλέον κρίνεται ότι η συσταθείσα υποθήκη Υxxx/2006 μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 22.12.2006, παρέμεινε σε ισχύ παρά τη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου προς την Εναγόμενη 3, το έτος 2010, καθώς αυτό έγινε με τη συγκατάθεση των Εναγόντων και Εναγόμενου 1 χωρίς να ακυρωθεί η ισχύς της. Μέσα από το τεκμήριο 24 το οποίο υπογράφτηκε μεταξύ των Εναγόντων και Εναγόμενου 1 δεν προκύπτει πρόθεση ή συμφωνία ακύρωσης της εν λόγω υποθήκης, η δε Εναγόμενη 3 αποδέχθηκε μεταβίβαση χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ή ένσταση, γνωρίζοντας περί της προειρημένης υποθήκης που ήταν εγγεγραμμένη στο ακίνητο το οποίο θα μεταβιβαζόταν στο όνομα της. Καμία άλλωστε μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη αντίθετης θέσης. Σε κάθε περίπτωση, δια του τεκμηρίου 11, του οποίου το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε, οι Ενάγοντες διαφαίνεται πως διαφύλαξαν πλήρως τα δικαιώματα τους που απορρέουν από την εν λόγω υποθήκη, αποστέλλοντας γραπτώς προς το Κτηματολόγιο Λεμεσού, την επιβεβαίωση ουσιαστικά της συνέχισης της επιβάρυνσης επί του ενυπόθηκου ακινήτου. Όσον αφορά στο τέταρτο
(4)ζήτημα, κατά πόσο υπήρξε παράβαση των όρων αποπληρωμής του δανείου, η μαρτυρία των Εναγόντων προβάλλει πλήρως ικανοποιητική, οι δε Εναγόμενοι δεν την αντέκρουσαν, ούτε και υποβλήθηκε οτιδήποτε προς αμφισβήτηση της εν λόγω μαρτυρίας. Σημειώνεται εξάλλου πως ούτε στην Υπεράσπιση τους εγείρεται ισχυρισμός περί πληρωμής οποτεδήποτε όλων των οφειλόμενων δόσεων. Κατ' επέκταση αποδείχθηκε ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ήταν δικαιολογημένος στη βάση συμβατικού δικαιώματος των Εναγόντων. Οι επιστολές - Τεκμήρια 19 και 20 - περιλαμβανομένης της επιστολής τερματισμού - έχουν ως παραλήπτες τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 με συγκεκριμένη διεύθυνση, η οποία ως προκύπτει, δόθηκε από αυτούς προς τους Ενάγοντες διαμέσου των συμφωνιών που αυτοί σύναψαν, ειδικότερα των Τεκμηρίων 4, 9, 10 και 16. Συνακόλουθα, δεδομένης της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ, ότι οι επιστολές - Τεκμήρια 19 και 20 - ταχυδρομήθηκαν, και δεν επιστράφηκαν στους Ενάγοντες - βλέπε ως σχετικά τα νομολογηθέντα στην υπόθεση ALPHA BANK CYPRUS LTD v. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α. ημερομηνίας 02.10.2015, Πολιτική Έφεση 84/2009, κρίνεται ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη του όρου 27
(2)(α) των Γενικών Όρων και Κανονισμών - Τεκμήριο 3 - (σε συσχετισμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 στο οποίο δηλώνεται από τον Εναγόμενο 1 ότι παρέλαβε τους εν λόγω Όρους και Κανονισμούς και ότι αυτοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου) στον οποίο προνοείται ότι: «Η Τράπεζα θα επικοινωνεί με τον Πελάτη στην τελευταία του γνωστή ταχυδρομική και/ή ηλεκτρονική διεύθυνση και η ημερομηνία επικοινωνίας θα θεωρείται η ημερομηνία αποστολής της». Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 ειδοποίησε ή γνωστοποίησε στους Ενάγοντες άλλη διεύθυνση του από αυτήν που έδωσε στα πλαίσια σύνταξης και υπογραφής των σχετικών εγγράφων και συμφωνιών. Σε ό,τι αφορά στον τερματισμό ακόμη κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στα όσα διατύπωσε το Εφετείο, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, όπου ανατρέποντας πρωτόδικη απόφαση αποφάνθηκε ότι: «Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εντελώς λανθασμένη. Από τη μαρτυρία του υπαλλήλου της εφεσείουσας τράπεζας προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού είχαν αποσταλεί τόσο στην εφεσίβλητη εταιρεία όσο και στους εφεσίβλητους 2 και 3 και η μάρτυς κατέθεσε τα αντίγραφα των επιστολών τα οποία βρίσκονταν στο φάκελο της εφεσείουσας τράπεζας. Τα αρχικά έγγραφα σημείωσε η μάρτυς βρίσκονταν στην κατοχή των εφεσίβλητων. Προς τούτο σημειώνεται η παντελής έλλειψη αντεξέτασης της μάρτυρος αν πραγματικά οι πιο πάνω επιστολές είχαν αποσταλεί και, επιπρόσθετα, σημειώνεται η έλλειψη οποιασδήποτε ένστασης για την κατάθεσή της. Η πιο πάνω μαρτυρία της μάρτυρος υποδηλεί ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν. (Βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Από τη μαρτυρία της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας και την χωρίς ένσταση κατάθεση τους, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί νόμιμα.» Υπενθυμίζεται πως ο ΜΕ δεν αντεξετάστηκε και ούτε αμφισβητήθηκε ότι στάλθηκαν ταχυδρομικώς οι επιστολές - Τεκμήρια 19 και 20 - προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αντίγραφα οποίων κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλυτικής σημασίας κρίνονται δε και τα όσα αναφέρθηκαν, πολύ πρόσφατα, από το Εφετείο στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013 ημερομηνίας 03.12.2019 όπου για παρόμοιο ζήτημα, μεταξύ άλλων αναφέρθηκε πως: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029)». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεδομένης της καθυστέρησης και μη πληρωμής δόσεων η οποία συνιστά παράβαση της συμφωνίας, δεν αφήνουν οποιοδήποτε περιθώριο για αποδοχή της θέσης περί μη νόμιμου τερματισμού. Εν' όψει των προαναφερόμενων αποδείχθηκε
(5)ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος και συμβατικά ορθός. Περαιτέρω αποδείχθηκε
(6)ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό εκ μέρους των Εναγόμενων 1, 2 και 3 προς τους Ενάγοντες. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 23, το οποίο συνιστά κατάσταση αναδομημένου λογαριασμού της συμφωνίας του επίδικου δανείου, υποδεικνύεται το χρεωστικό υπόλοιπο. Σημειώνεται πως δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23 αναφορικά με οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί πιστό αντίγραφο των καταχωρημένων πράξεων του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, τόσο της Marfin Popular Bank Public Co Ltd όσο και των Εναγόντων. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολιτική Έφεση αρ. 294/2012 ημερομηνίας 18.06.2019 όπου μεταξύ άλλων αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού στη βάση της οποίας Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι, «το πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α17 δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9, τηρούσε όλα τα εχέγγυα της νομοθεσίας και επιβεβαίωσε τη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού ως μέρους των τραπεζικών εργασιών οι οποίες τηρούνταν αδιαλείπτως και συστηματικά σε ηλεκτρονική μορφή, τηρώντας αρχείο της κίνησης του λογαριασμού και που είχε ελεγχθεί δεόντως από τη ΜΕ1». Συνακόλουθα το Δικαστήριο, στην παρούσα υπόθεση όπου τόσο το Τεκμήριο 21, το οποίο συνοδεύεται από το σχετικό πιστοποιητικό του άρθρου 35 του Κεφ. 9, όσο και το Τεκμήριο 23 δεν έτυχαν αμφισβήτησης, αποδέχεται ως αληθή τα όσα περιγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 23, που είναι οι αναδομημένοι λογαριασμοί, και αποδέχεται πλήρως ότι το περιεχόμενο της, ειδικότερα οι καταχωρήσεις - χρεώσεις - επ΄ αυτής συνάδουν με τους συμβατικούς όρους της επίδικης συμφωνίας. Συνεπώς αποδείχθηκε η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες. Όσον αφορά στον ισχυρισμό της Υπεράσπισης, περί παραβίασης του δικαιώματος - δυνατότητας εξόφλησης της επίδικης υποθήκης, έχει αξιολογηθεί πλην όμως κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις και τα γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση δεν δύναται να γίνει αποδεκτός. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη λόγω μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/1965. Κύρια επιχειρηματολογία, η οποία υποστηρίχθηκε με παραπομπές σε αγγλική νομολογία, είναι πως το περιεχόμενο της επίδικης υποθήκης δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του ποσού και του τόκου και κατ΄ επέκταση την άσκηση του εξ επιεικείας δικαιώματος - Right of Redemption - για επανάκτηση της περιουσίας του ιδιοκτήτη. Η τράπεζα, συνεχίζει η εισήγηση, θα έπρεπε να τηρεί ξεχωριστό λογαριασμό για το επιτόκιο που προνοείται στις συμφωνίες και δηλώσεις υποθήκευσης, ώστε να δύναται ο ιδιοκτήτης ανά πάσα στιγμή να εξασκήσει το δικαίωμα του για ανάκτηση της περιουσίας του. Η προαναφερόμενη εισήγηση, ως έχει αναφερθεί, έχει αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και δεν γίνεται αποδεκτή. Κατ' αρχήν επισημαίνεται πως η αγγλική νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων δεν έχει ερμηνεύσει ή αποφανθεί επί όρου όμοιου σε περιεχόμενο με κάποιο συγκεκριμένο όρο της επίδικης υποθήκης, εν πάση περιπτώσει αποφάνθηκε επί γεγονότων διαφορετικών από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατά δεύτερο λόγο κανένα περιεχόμενο ή όρος της σύμβασης δανείου αντιμάχεται ή συγκρούεται με το περιεχόμενο της σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ούτως ώστε να μην είναι δυνατό να υπολογισθεί ή να καθορισθεί το χρηματικό ποσό οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες. Οι υποχρεώσεις που εξασφαλίστηκαν με την επίδικη υποθήκη αφορούν στο επίδικο δάνειο. Το πληρωτέο ποσό πλέον τόκο 6,25% είναι σαφώς καθορισμένο και συνεπώς δύναται να υπολογισθεί. Επιπλέον δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε όρος επί της επίδικης υποθήκης του οποίου το περιεχόμενο να είναι τέτοιο το οποίο να εμπόδιζε τον Εναγόμενο 1, αν αυτός ήταν ικανός να εξοφλήσει το χρέος, να ζητούσε την εξάλειψη ή την απαλλαγή της επίδικης υποθήκης και τούτο να μην είναι εφικτό. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα που αφορά στην εν λόγω εισήγηση είναι και θεωρητικό, αφού ουδέποτε υπήρξε δηλωμένη πρόθεση εκ μέρους του Εναγόμενου 1 ή της Εναγόμενης 3 για πληρωμή του εξασφαλισμένου χρέους ή αποτάθηκαν προς τους Ενάγοντες για να πληρώσουν το χρέος, ζητώντας απαλλαγή ή εξάλειψη της επίδικης υποθήκης και οι τελευταίοι να αρνήθηκαν να το πράξουν ή να διαφάνηκε αδυναμία υπολογισμού ή και διαφωνία ως προς τον καθορισμό του ενυπόθηκου χρέους. Ο Εναγόμενος 1 άλλωστε από το 2010 έχει μεταβιβάσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην Εναγόμενη 3 και δεν είναι πλέον ενυπόθηκος οφειλέτης. Τέλος αναφορικά με τη θέση της Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες δε νομιμοποιούνται να ζητούν την εκποίηση της επίδικης υποθήκης, επειδή δεν εγγράφηκε προς όφελος τους στο Κτηματολόγιο, ομοίως απορρίπτεται, δεδομένων αφενός των προλεγόμενων γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά τη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου επ΄ονόματι της Εναγόμενης 3, αφετέρου λόγω της ισχύς και εφαρμογής του άρθρου 28 του Ν.17(Ι)/2013 το οποίο καλύπτει το ζήτημα. Κλείνοντας την παρούσα απόφαση το Δικαστήριο επιθυμεί να παρατηρήσει πως η μη προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγόμενων αν και ήταν απόλυτο δικαίωμά τους, ταυτόχρονα έχει σημασία αρνητική στη στοιχειοθέτηση των υπερασπίσεων τους ή της Ανταπαίτησης τους. Συνακόλουθα δε όλων των προαναφερόμενων κρίνεται πως καμία υπεράσπιση από τις προβαλλόμενες δύναται να επιτύχει αλλά και η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Εν΄ όψει όλων των προαναφερόμενων και με δεδομένη την εγκατάλειψη της αξίωσης για τις πιστωτικές κάρτες που δικογραφούνται, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 για το ποσό των Eυρώ 347.427,71 με τόκο 5% επί ποσού €343.894,55 από 14.09.2019 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα και/ή αναγνωριστική απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ως οι παράγραφοι Δ (α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ) και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4 ως οι παράγραφοι Ε (α) (β) (γ) (δ) (ε) και (στ), πλέον διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 3 ως η παράγραφος Γ (α) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της δίκης, τόσο για την αγωγή όσο και για την ανταπαίτηση, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγόμενων πλέον νόμιμο τόκο επί αυτών μέχρι εξόφλησης. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο