ΑΤΤΙΠΑ ν. ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Αρ. Αγωγής: 4035/2012, 17/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4035/2012 Μεταξύ: xxxxx ΑΤΤΙΠΑ Ενάγοντα ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Εναγόμενος Ως Ετροποποιήθη Δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13/12/2013 xxxxx ΑΤΤΙΠΑ Ενάγοντα ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ Εναγόμενος Ημερομηνία: 17.07.2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Πιτσιλλίδου για κ. Ιωάννη Μιχαλάκη Για τον Εναγόμενο: κ. Χρ. Π. Σάββα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει, ως διατυπώνεται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την έκδοση διατάγματος και/ή απόφασης με την οποία να αποφασίζεται (α) ότι η επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 13.06.2012, την οποία του απέστειλε ο Εναγόμενος, αναφορικά με τη σύμβαση που οι διάδικοι σύναψαν στις 16.11.2004, είναι άκυρη παράνομη και άνευ αποτελέσματος και (β) να αποφασίζεται ότι η σύμβαση μίσθωσης, ημερομηνίας 16.11.2004, η οποία συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων, είναι έγκυρη και σε ισχύ, πλέον (γ) έξοδα αγωγής. Η εκδοχή του Ενάγοντα, ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης η οποία στηρίζει τις πιο πάνω αξιούμενες θεραπείες, έγκειται στους ισχυρισμούς ότι αυτός στις 04.11.2002 σύναψε, με τον Εναγόμενο, γραπτή σύμβαση, για περίοδο 3 ετών με αυτόματη ανανέωση από χρόνο σε χρόνο, αναφορικά με τεμάχιο γης, ευρισκόμενο στην xxx xxxxx Λεμεσού με μηνιαίο μίσθωμα ΛΚ100,
- Για λόγους που δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, είναι δε παραδεκτό, συνάφθηκε στις 16.11.2004 δεύτερη συμφωνία με ίδιους όρους, στην οποία συμπεριλήφθηκαν και άλλα τεμάχια που ευρίσκονται πλησίον του τεμαχίου που αφορά η πρώτη σύμβαση, και το μηνιαίο ενοίκιο καθορίστηκε σε ΛΚ183,
- Σκοπός του Ενάγοντα ήταν, επί των επίδικων τεμαχίων, η ανέγερση Πρότυπου Αθλητιατρικού Εργομετρικού Κέντρου. Στις 16.02.2000 είχε συσταθεί η εταιρεία PRO FIT SPORTS MANAGEMENT LTD - στο εξής η PRO FIT - με τον Ενάγοντα να είναι διευθυντής και κάτοχος του 50% του κεφαλαίου της. Στις 02.12.2002 ο Ενάγοντας σύναψε συμφωνία με την PRO FIT, για να διαχειρίζεται αυτή το Αθλητιατρικό Κέντρο, το οποίο θα ανεγειρόταν στα επίδικα τεμάχια που μίσθωσε ο Ενάγοντας, ο οποίος πήρε έγκριση από την Πολεοδομία και ανήγειρε, εντός των επίδικων τεμαχίων που μίσθωσε από τον Εναγόμενο, Αθλητιατρικό Κέντρο αξίας €500.000,00 περίπου. Η ανέγερση του εν λόγω κέντρου ολοκληρώθηκε περί το έτος
- Ακολούθησε στην πορεία, περί το 2010, διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας PRO FIT, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αφού αυτή όφειλε πληρωμές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και άλλους πιστωτές, ύψους €250.000,00 περίπου. Στις 13.06.2012 ο Εναγόμενος απέστειλε στον Ενάγοντα συστημένη επιστολή με την οποία τερμάτιζε τη σύμβαση ημερομηνίας 16.11.2004, με τη δικαιολογία ότι (α) ο Ενάγοντας παραβίασε το άρθρο 4 (ε) της σύμβασης, καθ΄ ότι εκχώρησε τα δικαιώματα του στην εταιρεία PRO FIT και (β) ότι το 50% των μετοχών της προειρημένης εταιρείας κατέχεται από μη εκτοπισθέντες, δίδοντας του προθεσμία 15 ημερών. Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι η επιστολή τερματισμού παραλήφθηκε από αυτόν μέσα Ιουλίου. Είναι ακόμη ισχυρισμός ότι ήταν σε γνώση του Εναγόμενου η παραχώρηση δικαιωμάτων του Ενάγοντα προς στην εταιρεία PRO FIT. Τέλος ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι περιήλθε σε γνώση του ότι γίνονταν διαβουλεύσεις μεταξύ του Εναγόμενου και τρίτου προσώπου ώστε να αφαιρεθεί η κατοχή των επίδικων τεμαχίων από τον Ενάγοντα και να δοθεί σε τρίτους. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται τη δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αγνοεί την ημερομηνία σύστασης της εταιρείας PRO FIT, της οποίας τον έλεγχο δεν είχε ο Ενάγοντας αφού κατείχε μόνο το 50% του μετοχικού κεφαλαίου και το υπόλοιπο 50% κατεχόταν από πρόσωπα μη πρόσφυγες και/ή άγνωστα στον Εναγόμενο πρόσωπα, ο δε Ενάγοντας δεν ήταν ο μοναδικός διευθυντής, και ως εκ τούτου υπήρξε παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Ισχυρίζεται επίσης ο Εναγόμενος ότι κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης ο Ενάγοντας επέτρεψε την κατασκευή υποστατικού εντός των επίδικων τεμαχίων, παραβιάζοντας εντολές της Πολεοδομίας. Η σύμβαση μίσθωσης συνάφθηκε με τον Ενάγοντα, ως φυσικό πρόσωπο, συνεπώς η πράξη του να παραχωρήσει τη διαχείριση του Αθλητιατρικού Κέντρου σε νομικό πρόσωπο ήταν παράνομη, ως αντισυμβατική, καθ΄ ότι η παραχώρηση της μίσθωσης δόθηκε στον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως πρόσφυγα. Καμία δε έγκριση υπήρξε εκ μέρους του Εναγόμενου αναφορικά με την προαναφερόμενη παραχώρηση δικαιωμάτων προς την εταιρεία PRO FIT. Σε κάθε περίπτωση η ενέργεια του Ενάγοντα συνιστά υπομίσθωση και/ή εκχώρηση και/ή υπενοικίαση και/ή παραχώρηση άδειας χρήσης, κατά παράβαση του όρου 4(ε) της επίδικης σύμβασης. Ακόμη ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι του δεν γνώριζαν για τις ενέργειες του Ενάγοντα, αλλά και πως ουδέποτε έδωσε στον Ενάγοντα προφορική έγκριση. Έστω δε και αν ήθελε όμως αποδειχθεί ότι δόθηκε τέτοια προφορική έγκριση από υπάλληλους ή αντιπροσώπους του Εναγόμενου, δεν πρόκειται περί νόμιμης διοικητικής πράξης η οποία εν πάση περιπτώσει δεν τον δεσμεύει. Ως προς την ημερομηνία ταχυδρόμησης της επιστολής τερματισμού, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτή ήταν η 18η Ιουνίου
- Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αφενός λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Ενάγοντα η επιστολή τερματισμού της σύμβασης ημερομηνίας 16.11.2004 ήταν νόμιμη, όπως και ο τερματισμός, αφετέρου πρόκειται για διοικητική πράξη, κατ΄ εκτέλεση καθήκοντος αρμόδιου διοικητικού οργάνου, και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε νομικό έλεγχο υπό του παρόντος δικαστηρίου. Τέλος ο Εναγόμενος παραθέτοντας την εκδοχή του, ως διατυπώθηκε ανωτέρω συνοπτικά, εγείρει Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει (α) διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ως νομικά ισχυρός ο τερματισμός της συμφωνίας ημερομηνίας 16.11.2004 (β) διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να κηρύσσεται η επίδικη σύμβαση ημερομηνίας 16.11.2004 άκυρη και/ή διαρρηχθείσα και/ή τερματισθείσα λόγω παραβίασης των όρων αυτής (γ) διάταγμα εναντίον του Ενάγοντα για ανάκτηση κατοχής του επίδικου τεμαχίου, (δ) διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Ενάγοντας και/ή εκπρόσωποι του και/ή υπηρέτες του να εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των επίδικων τεμαχίων στον Εναγόμενο και/ή στην κατάσταση που θα ήταν αν τηρούνταν οι όροι της επίδικης συμφωνίας, οι όροι πολεοδομίας και χωροταξίας καθώς και οι όροι της υπουργικής εντολής 2/92, σε καμία δε περίπτωση στην παρούσα μορφή, (ε) διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Ενάγοντας όπως εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη την κατοχή των επίδικων τεμαχίων στον Εναγόμενο εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και/ή της απόφασης (στ) διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται και να παρεμποδίζεται ο Ενάγοντας και/ή εκπρόσωπος και/ή εξαρτώμενος και/ή υπηρέτης αυτού να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στα επίδικα τεμάχια και (ζ) πραγματικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο πλέον έξοδα. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγοντας εμμένει στην εκδοχή του και ισχυρίζεται πως δεν υπήρξε υπενοικίαση, αλλά μόνο διαχείριση εκ μέρους της εταιρείας PRO FIT, γίνονταν δε πληρωμές εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας προς τον Εναγόμενο, υπήρξε δε και αλληλογραφία, ως εκ τούτου ο Εναγόμενος γνώριζε περί των ενεργειών της εταιρείας PRO FIT και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Επιπλέον όταν εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας PRO FIT η συμφωνία μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και του Ενάγοντα έπαυσε να ισχύει και η κατοχή του ακινήτου παρέμενε στον Ενάγοντα. Ως έγινε γνωστό στον Ενάγοντα αργότερα, ο Εναγόμενος έδωσε τη συγκατάθεση του για επανασύνδεση στο Αθλητιατρικό Κέντρο, του ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο είχε αποκοπεί από την ΑΗΚ λόγω μη πληρωμής, στην εταιρεία F.S.M. LTD στις 16.05.2012 με επιστολή του, οπότε ουσιαστικά ο Εναγόμενος είχε δώσει την κατοχή των επίδικων τεμαχίων, σε τρίτα, ξένα και/ή άγνωστα προς τον Ενάγοντα πρόσωπα παραβιάζοντας αυτός τη συμφωνία. Τέλος ο Εναγόμενος επιφυλάσσει τα δικαιώματα του για τις πράξεις του Εναγόμενου σε σχέση με την εταιρεία F.S.M. LTD. Προσαχθείσα Μαρτυρία Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είναι κάτοικος xxxxxx, ιατρός και εκτοπισμένος από τη xxxxxx. Την 04.11.2002 σύναψε, ως μισθωτής, γραπτή σύμβαση μίσθωσης με τον Εναγόμενο ως εκμισθωτή. Η εν λόγω σύμβαση αφορούσε μίσθωση ακινήτου, τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, για περίοδο 3 χρόνων από 11.11.2002 μέχρι 31.10.2005 με μηνιαίο μίσθωμα ΛΚ100,
- Η μίσθωση θα ανανεωνόταν αυτόματα από χρόνο σε χρόνο κατά τη λήξη της. Σκοπός του Ενάγοντα ήταν να ανεγείρει, στο χώρο που μίσθωσε, αθλητικό κέντρο επιστημονικής υποστήριξης. Για το λόγο αυτό αποτάθηκε στην Πολεοδομία Λεμεσού για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση λυόμενου κτηρίου, πρότυπου αθλητιατρικού κέντρου. Παρ΄ ότι η άδεια εγκρίθηκε κάποιοι όροι αυτής επέβαλλαν όπως το τεμάχιο που ο Ενάγοντας μίσθωσε να ήταν μεγαλύτερο σε έκταση. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Ενάγοντας υπέγραψε νέα σύμβαση μίσθωσης με τον Εναγόμενο στις 16.11.2004, πάλι για περίοδο 3 χρόνων και αυτόματη ανανέωση με μηνιαίο μίσθωμα ΛΚ183,00 όπου με την εν λόγω σύμβαση συμπεριλήφθηκαν επιπρόσθετα τεμάχια γης πάλι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας. Εφόσον ο Ενάγοντας ήταν μέτοχος και διευθυντής στην εταιρεία PRO FIT SPORT MANAGEMENT LTD και κατείχε το 50% των μετοχών είχε συνάψει συμφωνία με την εν λόγω εταιρεία, στις 02.12.2002, όπως η εταιρεία αυτή διαχειρίζεται το Αθλητιατρικό Κέντρο το οποίο θα ανεγειρόταν στα τεμάχια που μίσθωσε. Ως δήλωσε ο Ενάγοντας, σκοπός της συμφωνίας του, ημερομηνίας 02.12.2002, με την εταιρεία PRO FIT δεν ήταν σε καμία περίπτωση η υπενοικίαση του τουρκοκυπριακού ακινήτου αλλά μόνο η διαχείριση της επιχείρησης. Συνεχίζοντας την υποστήριξη της εκδοχής του ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι αφού εκδόθηκε η άδεια οικοδομής αυτός προχώρησε στην ανέγερση του αθλητιατρικού κέντρου το οποίο ολοκληρώθηκε το 2004 με αρχές του 2005, και το οποίο στοίχισε περίπου €500.000,
- Οι προαναφερόμενες ενέργειες του ήταν γνωστές στον Εναγόμενο καθ΄ ότι ήταν οι ίδιοι οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι του Εναγόμενου που έδωσαν προφορικά την έγκριση τους για τη συμμετοχή του Ενάγοντα στην εταιρεία PRO FIT, νοουμένου ότι αυτός θα έπρεπε να ήταν διευθυντής και μέτοχος κατά 50% ως εκτοπισμένος που είναι. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι στις 20.12.2010 εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας PRO FIT διάταγμα εκκαθάρισης. Περαιτέρω ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στην επιστολή ημερομηνίας 13.06.2012 την οποία του απέστειλε ο Εναγόμενος τερματίζοντας την επίδικη σύμβαση ημερομηνίας 16.11.
- Με την επιστολή ο Εναγόμενος επικαλέστηκε την παραβίαση του άρθρου 4(ε) της σύμβασης, επί τω ότι ο Ενάγοντας εκχώρησε τα δικαιώματα του στην εταιρεία PRO FIT και επίσης ότι το υπόλοιπο 50% των μετοχών της προαναφερόμενης εταιρείας κατεχόταν από δύο μη εκτοπισμένα πρόσωπα, οπότε του δόθηκε προθεσμία 15 ημερών για σκοπούς τερματισμού. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από τον Ενάγοντα περί τα μέσα Ιουλίου, ωστόσο πριν την παραλαβή της, ο Ενάγοντας είχε συνάντηση με υπάλληλους και/ή αντιπρόσωπους των Εναγόμενων δύο φορές, στη Λευκωσία, για να συζητήσουν τις διαφορές που υπήρξαν μεταξύ των μετόχων της εταιρείας PRO FIT, με σκοπό να ξεπεραστούν οποιαδήποτε προβλήματα υπήρχαν στην εταιρεία, χωρίς όμως να του αναφερθεί οτιδήποτε περί τερματισμού της σύμβασης, παρ΄ ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για τη συμφωνία ημερομηνίας 02.12.2002, όλες δε οι πληρωμές προς τον Εναγόμενο γίνονταν από την εταιρεία PRO FIT. Υπήρξε δε και αλληλογραφία της εν λόγω εταιρείας προς τον Εναγόμενο, ο οποίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την εμπλοκή της προειρημένης εταιρείας. Στην πορεία και κατά τη διαχείριση της επιχείρησης, ως εξήγησε ο Ενάγοντας δημιουργήθηκαν διάφορα χρέη, μεταξύ άλλων, προς την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου η οποία απέκοψε το ηλεκτρικό ρεύμα και έτσι δεν μπορούσε να λειτουργήσει η επιχείρηση. Ο Εναγόμενος με βεβαίωση του ημερομηνίας 16.05.2012, και τούτο πριν την επιστολή τερματισμού, συγκατατέθηκε για επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος προς την εταιρεία F.S.M. LTD. Τότε ο Ενάγοντας αποτάθηκε στις Τουρκοκυπριακές Υπηρεσίες για να μάθει ποιος έδωσε τη συγκατάθεση για επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος ωστόσο οι αντιπρόσωποι του Εναγόμενου δήλωσαν άγνοια. Ακολούθως όμως περιέπεσε στην αντίληψη του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος έδωσε τη συγκατάθεση του για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος προς την εταιρεία F.S.M. LTD. Στην ουσία όμως ως δήλωσε ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος έδωσε την κατοχή του επίδικου ακινήτου σε τρίτα, ξένα και άγνωστα πρόσωπα πριν την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13.06.
- Η προαναφερόμενη ενέργεια του Εναγόμενου ήταν παράνομη και/ή άκυρη και χωρίς νομικό έρεισμα. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος παράκαμψε τον Επίσημο Παραλήπτη που ήταν προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας PRO FIT, επιτρέποντας τη διαχείριση της επιχείρησης του επί του επίδικου ακινήτου σε εταιρεία όπου οι διευθυντές της όσο και οι μέτοχοι της δεν έχουν προσφυγική ιδιότητα. Τέλος ο Ενάγοντας έκανε αναφορά στο γεγονός ότι περιήλθε σε γνώση του ότι μεταξύ του Εναγόμενου και τρίτων προσώπων γίνονταν διαβουλεύσεις για να του αφαιρεθούν τα επίδικα ακίνητα και να δοθούν σε τρίτους. Ως κατηγορηματικά δήλωσε σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα στην αγωγή διατάγματα αυτός θα υποστεί ζημιά πέραν των €500.000,00 που αντιπροσωπεύουν την αξία του Αθλητιατρικού Κέντρου που ανήγειρε στα επίδικα ακίνητα. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης - στο εξής ΜΥ - κατέθεσε ο Αxxxxxx Κxxxxxx ο οποίος εργάζεται στην υπηρεσία του Εναγόμενου, στο Επαρχιακό Κλιμάκιο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών, το οποίο είναι τμήμα της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού. Έχει στη φύλαξη του ως ανέφερε το σχετικό φάκελο που αφορά στην υπόθεση και τα συγκεκριμένα επίδικα ακίνητα. Αναφέρθηκε στο ιστορικό του πρώτου αιτήματος του Ενάγοντα για ενοικίαση τουρκοκυπριακής περιουσίας για δημιουργία Αθλητιατρικού Κέντρου καθώς και σε σχετικά πρακτικά συνεδρίας τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Στη βάση του πρώτου αιτήματος του Ενάγοντα ο Εναγόμενος δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 04.11.2002, παραχώρησε στον Ενάγοντα το τεμάχιο xx6, που είναι τουρκοκυπριακή ιδιοκτησία, με σκοπό την κατασκευή υποστατικών με λυόμενου τύπου υλικά, για χρήση ως Αθλητιατρικό Κέντρο με ενοίκιο ΛΚ100,00 μηνιαίως για τρία χρόνια από 01.11.2002-31.10.
- Στη συνέχεια ο Ενάγοντας υπέβαλε δεύτερο αίτημα προς τον Εναγόμενο ζητώντας την παραχώρηση επιπλέον έκτασης ώστε να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών από το Δήμο Λεμεσού. Ο Εναγόμενος ενέκρινε και το δεύτερο αίτημα του Ενάγοντα, με σχετικά πρακτικά ημερομηνίας 02.12.2003, οπότε προέκυψε δεύτερη συμφωνία ημερομηνίας 16.11.2004 με την οποία παραχωρήθηκε επιπλέον χώρος προς τον Ενάγοντα για σκοπούς της κατασκευής Αθλητιατρικού Κέντρου, με αυξημένο ενοίκιο αυτή τη φορά ΛΚ183,00 μηνιαίως. Οι υπόλοιποι όροι παρέμειναν οι ίδιοι. Ως υπέδειξε ο ΜΥ παρά τα συμφωνηθέντα αλλά και πριν υπογραφτεί η δεύτερη συμφωνία, ημερομηνίας 16.11.2004, ο Ενάγοντας κατά παράβαση του άρθρου 4(ε) της πρώτης συμφωνίας, ημερομηνίας 04.11.2002, στις 02.12.2002 είχε συνάψει συμφωνία με την εταιρεία PRO FIT SPORTS MANAGEMENT LTD στην οποία εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του που απέκτησε από τη συμφωνία που σύναψε με τον Εναγόμενο, δηλαδή τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώτης συμφωνίας, ωστόσο η πράξη του αυτή αντίκειται στο νόμο, καθ΄ ότι ο Ενάγοντας ως συμβατικός εταίρος είχε μετοχική ισοψηφία με τους υπόλοιπους εταίρους του, οι οποίοι είναι μη πρόσφυγες αλλά και αυτός δεν κατέχει ισχύ πλειοψηφικού μετοχικού μεριδίου στην εταιρία PRO FIT. Επίσης ο Ενάγοντας δεν έχει ούτε τον απόλυτο διευθυντικό έλεγχο της εταιρίας PRO FIT αφού είναι ένας εκ των διευθυντών αυτής. Όταν διαγνώστηκαν από την υπηρεσία του Εναγόμενου οι πιο πάνω αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες του Ενάγοντα στάλθηκε προς αυτόν επιστολή ημερομηνίας 13.06.2012, με την οποία ενημερώθηκε σχετικά και του δόθηκε περίοδος 15 ημερών για τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 16.11.
- Η προαναφερόμενη επιστολή στάλθηκε στον Ενάγοντα στις 18.06.2012 συστημένη. Διευκρίνισε ο ΜΥ πως επειδή ο Ενάγοντας δεν είναι ο μοναδικός διευθυντής στην εταιρία PRO FIT ακόμη και να μην υπήρχε ο όρος 4(ε) της συμφωνίας των διαδίκων πάλι δεν έχει δικαίωμα διατήρησης των υποστατικών. Αποδέχθηκε ωστόσο ο ΜΥ ότι σε κάποια χρονική στιγμή η υπηρεσία του Εναγόμενου με επιστολή της, ημερομηνίας 16.05.2012, δεν έφερε ένσταση στην επανασύνδεση της ηλεκτρικής παροχής, στο επίδικο ακίνητο, στο όνομα της εταιρίας F.S.M. LTD, ως μια πράξη εξυπηρέτησης για ανθρωπιστικές ανάγκες και καλόπιστα, χωρίς δεσμευτικό νόημα ή υποχρέωση έναντι της εν λόγω εταιρίας ή της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Εν πάση περιπτώσει η πράξη αυτή του Εναγόμενου, ως ανεξάρτητη ενέργεια, δεν επέφερε κανένα επηρεασμό στο νομικό καθεστώς της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο ως κατ' εξοχήν αρμόδιο όργανο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε, με κάθε δυνατή προσοχή, τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στη δίκη, ειδικότερα τον τρόπο κατάθεσης και την όλη συμπεριφορά τους ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται για τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη τυχόν υπερβολών, την ύπαρξη αντιφάσεων ή μη, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή το αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους. Στη Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά». Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελεί μάρτυρας ο οποίος διέπεται, λόγω του χαρακτήρα του, από επιπολαιότητα η οποία δεν του επιτρέπει να εντείνει τη μνήμη του και δεν καταβάλλει προσπάθεια για ορθή ανάπλαση των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων είναι επισφαλής. Αναφορικά με τον ΜΕ, Ενάγοντα, αναπόφευκτα η μαρτυρία του επιβάλλεται να συγκριθεί και αντιπαρατεθεί με τη μαρτυρία του ΜΥ, ενόψει του ότι επί των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης, τουλάχιστον σε ικανό μέρος αυτών, η μαρτυρία τους προβάλλει συγκρουόμενη, και ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό καθοριστική στην εκδοχή που οι διάδικοι προωθούν. Οφείλει το Δικαστήριο να επισημάνει εξ αρχής ότι η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων αντικρίστηκε με την αναγκαία επιφυλακτικότητα και προσοχή, δεδομένου ότι ο Ενάγοντας ως διάδικος έχει κάθε λόγο να υποστηρίξει με τη μαρτυρία του τη δικογραφημένη εκδοχή του, η επιτυχία της οποίας θα επιφέρει ανάλογα και όφελος προς αυτόν. Ταυτόχρονα ο ΜΥ είναι υπάλληλος στο τμήμα και την υπηρεσία που ελέγχει ο Εναγόμενος, και έχει και αυτός κάθε λόγο να επιτύχει η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, αλλά έχει και λόγο να υπερασπιστεί τις ενέργειες του ως εμπλεκόμενος στην υπόθεση, αφού αποδίδονται από τον Ενάγοντα ευθύνες και αντισυμβατική συμπεριφορά στον Εναγόμενο. Ο ΜΥ φαίνεται είχε ρόλο, είναι το πρόσωπο που έχει άλλωστε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης. Βέβαια αν το όποιο όφελος σχετίζεται με τη δικαίωση των θέσεων των διάδικων, κατόπιν αξιολογικής κρίσης του Δικαστηρίου, αυτό είναι θεμιτό και αναμενόμενο, ούτως ή άλλως ένας εκ των δύο διαδίκων θα επιτύχει τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό αν όχι πλήρως, στην εκδοχή του. Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες σκέψεις και κατευθυντήριες γραμμές καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας των Ενάγοντα και ΜΥ, αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, το Δικαστήριο έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα, γενικότερα η εκδοχή του, είναι ορθό και δίκαιο να γίνει αποδεκτή. Σε ότι αφορά στη γενική εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο αυτή ήταν θετική αφού απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές αποδεχόμενος, κατά την αντεξέταση, αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του, παραμένοντας όμως σταθερός στην εκδοχή γεγονότων που παρουσίασε κατά την κύρια εξέταση. Η ουσία της δικής του εκδοχής, χωρίς να αγνοεί ή να παραγνωρίζει το περιεχόμενο των συμφωνιών που υπέγραψε, είναι πως ο Εναγόμενος γνώριζε και συναίνεσε ώστε ο Ενάγοντας να παραχωρήσει δικαίωμα χρήσης - εκμετάλλευσης στην εταιρία PRO FIT, επί του επίδικου ακινήτου, παρ΄ ότι η συμφωνία μίσθωσης ήταν προσωπικά μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου. Προς τούτο ο Ενάγοντας επικαλέστηκε συνάντηση του το 2004 με την τότε Διευθύντρια των Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, η οποία έλαβε γνώση για τη συμφωνία του Ενάγοντα με την εταιρία PRO FIT, χωρίς να αντιδράσει. Ακολούθησε εκτέλεση των συμφωνιών, με πληρωμή του ενοικίου και με διαχείριση του επίδικου υποστατικού από την εταιρεία PRO FIT μέχρι το 2010, οπότε η εν λόγω εταιρία τέθηκε υπό εκκαθάριση, λόγω χρεών, προς επίλυση δε των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν εξ΄ αιτίας αυτού του γεγονότος έγινε δύο φορές συνάντηση στη Λευκωσία με εκπρόσωπους των Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών χωρίς πάλι να τεθεί ζήτημα προς τον Ενάγοντα για παραβίαση της επίδικης συμφωνίας. Επισημαίνεται πως η εν λόγω μαρτυρία δεν αντικρούστηκε κατάλληλα, ο δε ΜΥ αφ΄ ενός δεν εξέφρασε αντίθετη εκδοχή επί των πιο πάνω αναφερόμενων γεγονότων, αφ΄ ετέρου δεν ήταν παρών σε καμία από τις προαναφερόμενες συναντήσεις. Άλλωστε οι συνθήκες τερματισμού της επίδικης σύμβασης, βασιζόμενου στο ότι ο Ενάγοντας δεν διαχειριζόταν προσωπικά το επίδικο υποστατικό, αλλά παραχώρησε δικαίωμα χρήσης ή το υπενοικίασε στην εταιρία PRO FIT, με αναφορές στο μετοχικό της κεφάλαιο και διευθυντές, αποτελεί επιπρόσθετη, σοβαρή ένδειξη, αν όχι και απόδειξη, ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για το γεγονός αυτό πολύ νωρίτερα από το
- Σε κάθε περίπτωση η τοποθέτηση του ΜΥ ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε περί της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και PRO FIT πριν το 2012, που στάλθηκε η επιστολή τερματισμού, δεν γίνεται αποδεκτή αφού η απλή τοποθέτηση του ΜΥ ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε περί του εν λόγω γεγονότος δεν είναι πειστική, ελλείψει αναφοράς λεπτομερειών και συνθηκών που οδήγησαν σε γνώση του Εναγόμενου για πρώτη φορά το 2012, ως είναι ο ισχυρισμός, ότι ο Ενάγοντας είχε υπενοικιάσει ή παραχωρήσει άδεια χρήσης σε τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου παραβίασε τον όρο 4(ε) της επίδικης σύμβασης. Παρεμβάλλει δε χρήσιμο να επισημανθεί και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εταιρεία PRO FIT είχε τεθεί υπό εκκαθάριση από το 2010, συνεπώς το 2012 δεν διαχειριζόταν το επίδικο υποστατικό στο οποίο πάλι αδιαμφισβήτητα είχε ήδη αποκοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα και γι΄ αυτό τον Μάιο του 2012 ο Εναγόμενος έδωσε τη συγκατάθεση του - βλέπε τεκμήριο 10 - ώστε να παραχωρηθεί χρήση του επίδικου υποστατικού στην εταιρεία F.S.M LTD. Δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό , υπό τέτοιες περιστάσεις και γεγονότα, ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε περί της παραχώρησης δικαιώματος χρήσης από τον Ενάγοντα σε τρίτο πρόσωπο. Εντελώς ακατανόητη κρίνεται η μαρτυρία του ΜΥ όπου ενώ από τη μια αναγνωρίζει ότι ο μόνος δικαιούχος κατοχής του επίδικου υποστατικού είναι, στη βάση της επίδικης σύμβασης ημερομηνίας 16.11.2004, ο Ενάγοντας, όμως από την άλλη επιχείρησε να δικαιολογήσει τη συγκατάθεση του Εναγόμενου να παραχωρηθεί ηλεκτρικό ρεύμα στην εταιρία F.S.M. LTD, λέγοντας ότι αυτό έγινε για ανθρωπιστικούς λόγους, και τούτο βέβαια έγινε πριν τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας, χωρίς η Υπηρεσία Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών να επιχειρήσει επικοινωνία με τον αντισυμβαλλόμενο της, τον Ενάγοντα. Προφανώς ήταν υπό αυτές τις ενέργειες, βάσιμες οι υποψίες του Ενάγοντα ότι επιχειρήθηκε η παράκαμψή του με σκοπό να δοθεί το επίδικο ακίνητο προς εκμετάλλευση από τρίτα πρόσωπα που δεν ήταν πρόσφυγες. Εν' όψει των προαναφερομένων το Δικαστήριο φρονεί πως θα ήταν ακροσφαλές και εν πάση περιπτώσει αδικαιολόγητο να αποδεχθεί τη μαρτυρία και την εκδοχή που ο ΜΥ παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, και ειδικότερα ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε πριν το 2012 περί της συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ του Ενάγοντα και της εταιρίας PRO FIT και πως η τελευταία διαχειριζόταν το επίδικο υποστατικό. Η οχύρωση του Εναγόμενου πίσω από τη νομική θέση ότι αυτό που έγινε ήταν παράνομο, είτε κατά παράβαση του όρου 4(ε) της επίδικης συμφωνίας, είτε επειδή ο Ενάγοντας δεν κατείχε τον πλήρη έλεγχο της εταιρίας PRO FIT δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού πρόκειται για νομική θέση ανεξάρτητη από τα γεγονότα. Διαπιστώθηκε επίσης ότι όταν ο ΜΥ ρωτήθηκε γιατί δεν αντιμετωπίστηκε και η περίπτωση του Ενάγοντα κατά τον ίδιο τρόπο, για ανθρωπιστικούς λόγους, αφού ο τελευταίος είχε δαπανήσει ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά για την ανέγερση του επίδικου υποστατικού, αρκέστηκε να απαντήσει, αποφεύγοντας να δώσει κάποια πειστική εξήγηση, ότι ο τερματισμός έγινε επειδή ο Ενάγοντας παραβίασε το άρθρο 4(ε) της επίδικης συμφωνία, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι το 2012 δεν υπήρχε χρήση του επίδικου ακινήτου από την εταιρεία PRO FIT λόγω του ότι αυτή τέθηκε υπό εκκαθάριση από το
- Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως αυτά διατυπώνονται στη συνέχεια. Ο Ενάγοντας είναι κάτοικος xxxxxxxx, ιατρός και εκτοπισμένος από τη xxx. Την 04.11.2002 σύναψε ως μισθωτής γραπτή σύμβαση μίσθωσης με τον Εναγόμενο ως εκμισθωτή. Η εν λόγω σύμβαση αφορούσε μίσθωση ακινήτου, τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, για περίοδο 3 χρόνων από 01.11.2002 μέχρι 31.10.2005 με μηνιαίο μίσθωμα ΛΚ100,
- Η μίσθωση θα ανανεωνόταν αυτόματα από χρόνο σε χρόνο κατά τη λήξη της. Σκοπός του Ενάγοντα ήταν να ανεγείρει, στο χώρο που μίσθωσε, αθλητικό κέντρο επιστημονικής υποστήριξης. Για το λόγο αυτό αποτάθηκε στην Πολεοδομία Λεμεσού για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση λυόμενου κτηρίου, Πρότυπου Αθλητιατρικού Κέντρου, η οποία εγκρίθηκε πλην όμως κάποιοι όροι της άδειας επέβαλλαν όπως το τεμάχιο που ο Ενάγοντας μίσθωσε να ήταν μεγαλύτερο σε έκταση. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Ενάγοντας υπέγραψε νέα σύμβαση μίσθωσης με τον Εναγόμενο στις 16.11.2004, πάλι για περίοδο 3 χρόνων και αυτόματη ανανέωση με μηνιαίο μίσθωμα ΛΚ183,00, οπότε με την εν λόγω σύμβαση συμπεριλήφθηκε επιπρόσθετο τεμάχιο γης πάλι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας. Ο Ενάγοντας ήταν μέτοχος και διευθυντής στην εταιρία PRO FIT SPORT MANAGEMENT LTD και κατείχε το 50% των μετοχών, είχε συνάψει δε συμφωνία με την εν λόγω εταιρία, στις 02.12.2002, όπως η εταιρία αυτή διαχειρίζεται το Αθλητιατρικό Κέντρο το οποίο θα ανεγειρόταν στα τεμάχια που μίσθωσε. Το γεγονός αυτό γνωστοποιήθηκε προφορικά στην εκπρόσωπο του Εναγόμενου, Διευθύντρια Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, την 16.11.2004 όταν υπογράφηκε η δεύτερη σύμβαση. Ουδεμία αντίδραση υπήρξε εκ μέρους της εκπροσώπου του Εναγόμενου. Αφού εκδόθηκε η άδεια οικοδομής ο Ενάγοντας προχώρησε στην ανέγερση του Αθλητιατρικού Κέντρου το οποίο ολοκληρώθηκε το 2004 με αρχές του
- Η χρήση και διαχείριση του αθλητιατρικού κέντρου έγινε από την εταιρεία PRO FIT μέχρι το 2010, οπότε αυτή τέθηκε υπό εκκαθάριση λόγω χρεών, κατ΄ επέκταση η εν λόγω εταιρεία έπαυσε να έχει την κατοχή και διαχείριση του επίδικου ακινήτου, το οποίο κατείχε πλέον, χωρίς βέβαια να διαχειρίζεται ή να δραστηριοποιείται σε αυτό, ο Ενάγοντας, αφού δεν υπήρχε ηλεκτροδότηση καθ΄ ότι το ρεύμα ήταν απλήρωτο. Τον Μάιο του 2012 ο Εναγόμενος έδωσε γραπτή συγκατάθεση - τεκμήριο 10 - προς την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ώστε να επανασυνδεθεί το ηλεκτρικό ρεύμα, στο επίδικο υποστατικό, και να υπάρξει χρήση αυτού από την εταιρεία F.S.M. LTD στην οποία ο Ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον αλλά ούτε και γνώριζε κατά τον χρόνο εκείνο περί του γεγονότος. Τον Ιούνιο του 2012 ο Εναγόμενος απέστειλε στον Ενάγοντα επιστολή τερματισμού - τεκμήρια 9 και 14 - με την οποία του τερμάτισε τη συμφωνία ημερομηνίας 16.11.2004, στη βάση του ισχυρισμού ότι αυτός παραβίασε τον όρο 4(ε) της συμφωνίας, ήτοι ότι εκχώρησε, χωρίς τη συγκατάθεση του Εναγόμενου, δικαίωμα χρήσης του επίδικου υποστατικού σε τρίτα πρόσωπα, ήτοι στην εταιρία PRO FIT SPORTS MANAGEMENT LTD, στην οποία είναι μέτοχος κατά 50% ενώ το υπόλοιπο ποσοστό κατέχεται από μη πρόσφυγες, οπότε του δόθηκε προθεσμία 15 ημερών για σκοπούς τερματισμού. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από τον Ενάγοντα περί τα μέσα Ιουλίου. Στις 20.12.2010 είχε εκδοθεί εναντίον της εταιρίας PRO FIT διάταγμα εκκαθάρισης. Υπήρξε δε και αλληλογραφία της εταιρίας PRO FIT προς τον Εναγόμενο, ο οποίος ενώ γνώριζε ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την εμπλοκή της προειρημένης εταιρίας στο επίδικο ακίνητο. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλέπε υπόθεση ΜΑΡΣΕΛ ν. ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ 1858). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Ταυτόχρονα και ο Εναγόμενος έχει το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς και τις δικογραφημένες θέσεις που προβάλλει ως προς τις αξιώσεις του στην Ανταπαίτηση του. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Αναμφίβολα η διαφωνία των διάδικων και οι αξιώσεις τους έχουν ως κύριο έρεισμα τη σύμβαση μίσθωσης ημερομηνίας 16.11.1004 - Τεκμήριο 5 - και την επιστολή τερματισμού αυτής, ημερομηνίας 13.06.2012 - Τεκμήρια 9 και 16 - σε συνυφασμό βέβαια με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας μέχρι τον τερματισμό της από τον Εναγόμενο το 2012. Κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων και το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την ανακάλυψη - εύρεση της πρόθεσης των μερών, η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται, ως έχει νομολογηθεί, η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλέπε υπόθεση Σ. Οικονόμου κ.ά. ν. Γ. Α. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Επιπρόσθετα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Θ. Λαζούρας ν. Κ. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 όπου επαναλήφθηκε η αρχή ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Ως επίσης παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Marcou v. Theothorou
(1984)1 C.L.R. 635 όπου τονίστηκε η αρχή πως είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Στην παρούσα υπόθεση, όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και τα ευρήματα, εγείρεται θέμα μη νόμιμου τερματισμού παρά την ύπαρξη του όρου 4(ε) της επίδικης συμφωνίας. Πυρήνας της εκδοχής του Ενάγοντα είναι πως ο Εναγόμενος γνώριζε και έδωσε τη συγκατάθεση του από την αρχή της συμφωνίας τους, που συνάφθηκε την 16.11.2004, αποδεχόμενος το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε συνάψει συμφωνία με την εταιρία PRO FIT η οποία θα διαχειριζόταν το αθλητιατρικό κέντρο, το οποίο ο Ενάγοντας θα ανήγειρε, και πως στη συνέχεια κατά τη διαχείριση του εν λόγω κέντρου από την προαναφερόμενη εταιρία ο Εναγόμενος ουδέποτε αντέδρασε, ως εκ τούτου δεν είναι δίκαιο να επικαλείται ο Εναγόμενος την πρόνοια 4(ε) της επίδικης συμφωνίας την οποία, με τη συμπεριφορά του εγκατέλειψε παραιτούμενος έτσι του συμβατικού δικαιώματος του για τερματισμό της συμφωνίας, επί τη βάση του ότι το επίδικο υποστατικό δεν χρησιμοποιούνταν από αυτόν προσωπικά. Προκύπτει συνεπώς το εύλογο ερώτημα κατά πόσο τα ευρήματα του Δικαστηρίου δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση κωλύματος εξ΄ αιτίας συμπεριφοράς εκ μέρους του Εναγόμενου ο οποίος φάνηκε, πως, παρ΄ ότι υπήρχε ρητός όρος με τον οποίο απαγορευόταν η εκχώρηση των συμβατικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα ή η παραχώρηση χρήσης του επίδικου υποστατικού σε τρίτο πρόσωπο, όταν αυτό έγινε αποδέχθηκε το γεγονός από την αρχή και για σειρά ετών στη συνέχεια. Είναι χρήσιμο στο παρόν στάδιο πριν την εξαγωγή του ζητούμενου συμπεράσματος και απόφανσης του Δικαστηρίου επί του υπό συζήτηση προειρημένου ερωτήματος, να γίνει παραπομπή, προς περαιτέρω και καλύτερη κατανόηση του ζητήματος, σε σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου v Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 127 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το εξ επιεικείας κώλυμα, που περιλαμβάνει και το κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct), εγείρεται ως αποτέλεσμα κάποιας αναληθούς παράστασης γεγονότος, είτε αυτή είναι δόλια ή όχι. Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής είναι (α) η ύπαρξη παράστασης γεγονότος, (β) το μη αμφιλεγόμενο της παράστασης, (γ) η ύπαρξη πρόθεσης ή συμπεριφοράς που να εγείρει ένεκα αυτής τεκμήριο ότι το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η παράσταση επρόκειτο να ενεργήσει θεωρώντας την ως ορθή, (δ) η ύπαρξη ενέργειας με βάση την παράσταση εκ μέρους του προσώπου που εγείρει το θέμα και (ε) το γεγονός ότι οι ανακριβείς δηλώσεις ή αμέλεια πρέπει να ήταν η άμεση αιτία της απώλειας ή τους λάθους που προκάλεσε τη ζημιά (Phipson on Evidence 14η Έκδοση, παράγραφοι 6 - 16, σελ. 106 και Ηadji Yiannis v. The Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Η εφαρμογή της αρχής του εξ επιεικείας κωλύματος (equitable estoppel) στην Κύπρο έχει υιοθετηθεί από σωρεία αποφάσεων και έχει λεχθεί πως οι κανόνες της επιείκειας εφαρμόζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60). (Δέστε, μεταξύ άλλων, Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542). Περαιτέρω, ο Πικής, Δ., (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εξ επιεικείας κώλυμα στη Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου (πιο πάνω): «At one time the view prevailed that for the promisee to rely successfully on promissory estoppel, he had to establish suffering detriment as a result of acting upon the representations of the promisor. Τhat is no longer the case and the proof of detriment as such, is not regarded as indispensable for the application of equitable estoppel. The basis of the doctrine has been broadened; all that the promisee need establish, is that it would be inequitable for the promisor to insist, in view of his representations by word or conduct, on the enforcement of his strict legal rights." Σε μετάφραση: «Κάποτε επικρατούσε η άποψη ότι, για να βασιστεί επιτυχώς σε εξ υποσχέσεως κώλυμα εκείνος προς τον οποίο διδόταν η υπόσχεση, έπρεπε να αποδείξει ότι υπέστη ζημία ως αποτέλεσμα ενέργειας βασισμένης στις παραστάσεις του υποσχόμενου. Αυτό δεν ισχύει πιά και η απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς δε θεωρείται απαραίτητη για την εφαρμογή του εξ επιεικείας κωλύματος. Η βάση της αρχής έχει διευρυνθεί· πρέπει μόνο ν' αποδειχθεί ότι θα ήταν άδικο για τον υποσχόμενο να επιμένει, ενόψει των παραστάσεών του με λέξεις ή συμπεριφορά, στην εφαρμογή των αυστηρών νομικών του δικαιωμάτων.» Συναφή με τα όσα περιβάλλουν την εκδοχή του Ενάγοντα αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι αποτελούν και τα νομολογηθέντα επί της έννοιας της παραίτησης από άσκηση δικαιώματος (waiver), ζήτημα το οποίο απασχόλησε στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ Πολ. Έφεση ΑΡ. 8/2009 ημερομηνίας 31.03.2016, όπου μεταξύ άλλων διατυπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η συγκεκριμένη περίπτωση παραίτησης (waiver) αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, πέμπτη έκδοση, τόμος 47
(2014), στις σελίδες 224 έως 225, παράγραφος 250, ως εξής:- "A person who is entitled to rely on a stipulation, existing for his benefit alone, in a contract or of a statutory provision, may waive it, and allow the contract or transaction to proceed as though the stipulation or provision did not exist." Το πιο πάνω απόσπασμα, εμφανίζεται στην τρίτη έκδοση της πιο πάνω νομικής σειράς, στον τόμο 14, παράγραφο 637, και παρατίθεται επιδοκιμαστικά στην υπόθεση Banning v Wright, πιο πάνω, στη σελίδα 998. Συνεχίζει δε η παράγραφος 250, σε σχέση με το είδος, ανωτέρω, της παραίτησης, με τα εξής:- "Waiver of this kind depends upon consent, and the fact that the other party has acted on it is sufficient consideration. Where the waiver is not express, it may be implied from conduct which is inconsistent with the continuance of the right, ..." Επομένως, για την παραίτηση από δικαίωμα, όπως το υπό αναφορά, χρειάζεται η συγκατάθεση του δικαιούχου αυτού. Δυνατό δε αυτή, αν δε διατυπώνεται ρητώς, να διαπιστώνεται συνεπεία κάποιας συμπεριφοράς του, η οποία είναι αντίθετη προς τη συνέχιση του δικαιώματος. Για υποστήριξη της θέσης αυτής, γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα στην παλαιά υπόθεση Selwyn v. Garfit
(1888)38 Ch.D. 273, όπου, στη σελίδα 284, σε απάντηση του ερωτήματος:"What is a waiver?" αναφέρονται, σχετικά, και τα εξής: "Delay is not waiver. Inaction is not waiver, though it may be evidence of waiver. Waiver is consent to dispense with notice."Στην περίπτωση εκείνη, το δικαίωμα συνίστατο σε ειδοποίηση για πληρωμή ενυπόθηκου δανείου, η οποία περιλαμβανόταν σε σχετική σύμβαση. Υποστήριξη στη θέση, ανωτέρω, παρέχει και η απόφαση στην υπόθεση Louis Tourist v. Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ. 98. Αφορούσε περίπτωση στην οποία η εφεσίβλητη είχε υποβάλει την παραίτησή της από την υπηρεσία της εφεσείουσας. Αυτή δε, όταν, ακολούθως, αιτήθηκε, δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου του 1967, (Ν. 24/1967), δικαστικώς αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, βρέθηκε αντιμέτωπη με την υπεράσπιση ότι, ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς της, είχε παραιτηθεί (waive) του εν λόγω δικαιώματος. Η πιο πάνω υπεράσπιση απορρίφθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατʼ έφεση, με την παρατήρηση, στο τελευταίο στάδιο, στη σελίδα 103, ότι: «Απεμπόληση δικαιώματος (waiver) μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου μόνο εφόσον αυτή υποδηλώνει αναμφισβήτητα (unequivocally) εγκατάλειψη του δικαιώματος.» Από τη χρήση της λέξης «αναμφισβήτητα», στο απόσπασμα ανωτέρω, προκύπτει, σαφώς, ότι η βεβαιότητα, με την οποία πρέπει να διαπιστώνεται η παραίτηση δικαιώματος (waiver), δεν μπορεί να είναι ολιγότερη του επιπέδου της συγκατάθεσης». Περαιτέρω πολύ ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά κρίνονται τα όσα πραγματεύεται ο συγγραφέας του συγγράμματος ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, Τόμος Α εκδόσεις 2014, Πολύβιος Πολυβίου στη σελίδα 219 όπου αναλύεται το ζήτημα του κωλύματος εξ υποσχέσεως καταλήγοντας ως ακολούθως: «Όπως θα παρατηρηθεί, υπάρχουν διάφοροι τρόποι διατύπωσης τόσο του εξ υποσχέσεως κωλύματος όσο και των προϋποθέσεων ενεργοποίησής του. Ορισμένοι Δικαστές το θεωρούν ως συγκεκριμένο μέρος του δικαίου της επιείκειας, το οποίο θα πρέπει να τυγχάνει επίκλησης με τρόπο προσεκτικό, για να μην τεθούν σε κίνδυνο άλλες παραδοσιακές αρχές και νομικές κατηγορίες του κοινοδικαίου. Άλλοι διατυπώνουν την ευρύτερη προσέγγιση ότι το εξ υποσχέσεως κώλυμα είναι «βασικός κανόνας της δικαιοσύνης» που έχει υιοθετηθεί με σκοπό τη σύζευξη νόμου αφενός και δικαιοσύνης αφετέρου. Κατά συνέπεια, το εξ υποσχέσεως κώλυμα ενεργοποιείται όποτε είναι άδικο για ένα μέρος να επιμένει στα νομικά δικαιώματά του και εφαρμόζεται για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Οι περισσότεροι όμως Δικαστές, χωρίς να αμφισβητούν τη θεωρητική και ιστορική προέλευση του εξ υποσχέσεως κωλύματος, διατυπώνουν το αξίωμα στο πλαίσιο αρχών και κριτηρίων (όχι πάντοτε διατυπωμένων με λεπτομέρεια ή με ιδιαίτερα συγκεκριμένο τρόπο), με σκοπό να μην τεθούν σε κίνδυνο η προβλεψιμότητα και η βεβαιότητα του δικαίου, στο μέτρο φυσικά του δυνατού. Οι Δικαστές Denning και Πικής ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που προτιμούν την ευρύτερη διατύπωση, και που δεν διστάζουν όχι μόνο να συνδέσουν αλλά και να εφαρμόσουν το εξ υποσχέσεως κώλυμα στο πλαίσιο γενικών αρχών δικαίου και επιείκειας, με βασικό γνώμονα το τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Αυτή η προσέγγιση προκύπτει σαφώς από την υπόθεση Stylianou v. Papakleovoulou, πιο πάνω. Με βάση το πιο πάνω απόσπασμα, που σίγουρα αντιπροσωπεύει την προσέγγιση του Κυπριακού δικαίου στα υπό κρίση θέματα, θα πρέπει να προβούμε σε κάποιες παρατηρήσεις: · Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν υιοθετήσει την θεώρηση και μεθοδολογία του Δικαστή Denning, ότι δηλαδή το εξ υποσχέσεως κώλυμα και ιδιαίτερα το εξ υποσχέσεως περιουσιακό κώλυμα δεν πρέπει να περιορίζονται σε νομικά στεγανά ή σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Βασίζονται σε γενικές αρχές δικαίου και επιείκειας και θα πρέπει να εφαρμόζονται ανάλογα. · Χωρίς να συζητείται ρητά η χρήση των πιο πάνω κωλυμάτων ως πηγών αγωγίμων δικαιωμάτων, και παρά το ότι η διαμόρφωση των νομικών αυτών εννοιών έχει ως κύριο σκοπό την παροχή υπεράσπισης σε κάποιο πρόσωπο που έχει ενεργήσει με βάση τις ενέργειες, πράξεις και συμπεριφορά του άλλου προσώπου (υπό συνθήκες που η παραγνώρισή τους θα ήταν άδικη), πιο ενεργός επίκληση των πιο πάνω αρχών όχι μόνο δεν αποκλείεται αλλά θα πρέπει να αναμένεται, όταν φυσικά προκύψουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ενόψει της σαφούς υιοθέτησης της προσέγγισης Denning από το Κυπριακό Ανώτατο Δικαστήριο. · Εκεί που στοιχειοθετούνται ο προϋποθέσεις για ενεργοποίηση και εφαρμογή των πιο πάνω κωλυμάτων (εξ υποσχέσεως και περιουσιακού), το Δικαστήριο διατηρεί ευρύτατη εξουσία για την απόδοση εκείνης της θεραπείας με την οποία θα επιτευχθεί δικαιοσύνη μεταξύ των μερών». Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Παρ΄ ότι δεν τέθηκε ζήτημα ως προς την αναγκαιότητα ή μη δικογράφησης του υπό συζήτηση κωλύματος κρίνεται χρήσιμο να γίνει μνεία στην υπόθεση Ιωάννου Γιαννάκης v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1522 όπου αποφασίστηκε ότι «Η μη συμπερίληψη του κανόνα του κωλύματος στη σχετική δικογραφία δεν αποστερεί από την Εφεσίβλητη το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά το ακροαματικό στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία δικαιολογούν την παροχή θεραπείας» με παραπομπή στην υπόθεση Stylianou v Papacleovoulou
(1982)1 CLR 542. Μέσα από τη μαρτυρία που προσάχθηκε στο Δικαστήριο αλλά και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς διαπιστώνεται πως εγείρεται θέμα κωλύματος εξ υποσχέσεως εκ μέρους του Εναγόμενου. Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχοντας κατά νου τα ευρήματα επί των γεγονότων, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει στον απαιτούμενο βαθμό για τη δικαιότητα της εκδοχής του. Συνάγεται ξεκάθαρα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα ότι ο Ενάγοντας παρ΄ ότι φαίνεται να παραβίασε τυπικά τον όρο 4(ε) της επίδικης συμφωνίας, καθ΄ ότι παραχώρησε τα δικαιώματα του σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εταιρία PRO FIT αυτός ενέργησε στη βάση της αποδοχής του Εναγόμενου ο οποίος δια της συμπεριφοράς του αποδέχθηκε και συγκατατέθηκε στο γεγονός, παραιτούμενος ουσιαστικά από την ισχύ ή εφαρμογή της εν λόγω συμβατικής πρόνοιας, ενώ ταυτόχρονα ο Ενάγοντας στηριζόμενος στην εν λόγω συμπεριφορά του Εναγόμενου, που από την αρχή αποδέχθηκε την παραχώρηση του επίδικου υποστατικού σε τρίτο πρόσωπο, προχώρησε σε επένδυση αρκετών χιλιάδων ευρώ η οποία ως προνοείται στη σύμβαση θα παραμείνει μετά τη λήξη της στον Εναγόμενο. Κρίνεται υπο τις δεδομένες περιστάσεις και γεγονότα που περιβάλλουν την παρόυσα υπόθεση πως θα ήταν άδικο για τον Ενάγοντα, να κριθεί ως νόμιμος ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης όταν για αρκετά χρόνια ο Εναγόμενος, ιδιαίτερα όταν από την αρχή της επίδικης σύμβασης με τη συμπεριφορά του κατέστησε ανενεργό τον όρο 4(ε), παραιτούμενος ουσιαστικά απο το συμβατικό του δικαίωμα να διεκδικήσει τερματισμό και καταγγελία της επίδικης σύμβασης επικαλούμενος την υπενοικίαση ή παραχώρηση άδειας χρήσης σε τρίτο πρόσωπο. Επισημαίνεται και το γεγονός πως κατά το χρόνο του τερματισμού, τον Ιούνιο του 2012, δεν γινόταν χρήση του επίδικου υποστατικού από τρίτο πρόσωπο, ειδικότερα την εταιρία PRO FIT, ο δε νόμιμος και αποκλειστικός κάτοχος του επίδικου υποστατικού ήταν ο Ενάγοντας. Η όλη συμπεριφορά του Εναγόμενου υποδηλώνει χωρίς αμφιβολία εγκατάλειψη του συμβατικού του δικαιώματος ως αυτό προνοήθηκε στον όρο 4(ε) της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω κρίνεται πως ούτε ο λόγος τερματισμού που αναφέρεται στη μετοχική συμμετοχή του Ενάγοντα στην εταιρεία PRO FIT είναι δυνατό να γίνει αποδεκτός, ως ικανός για νόμιμο τερματισμό, καθ΄ ότι κρίνεται πως κάτι τέτοιο αφορά στις περιπτώσεις - βλέπε άρθρο 8 του Ν.139/1991 - όπου νομικό πρόσωπο συμβάλλεται απ΄ ευθείας με τον Εναγόμενο. Συνεπώς δεν είναι η παρούσα περίπτωση κατάλληλη όπου εφαρμόζεται τέτοια πρόνοια, αφού ο Εναγόμενος δεν αποδέχεται ότι συμβλήθηκε με την εταιρεία PRO FIT. Παρέμεινε βέβαια ενώπιον του Δικαστηρίου το ερώτημα γιατί δεν τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση με βάση τη μη πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων, αφού ως είναι κοινό έδαφος ο Ενάγοντας δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα ενοίκια μετά το 2010, ωστόσο το θέμα αυτό επειδή δεν είναι επίδικο το Δικαστήριο δεν έχει το αναγκαίο έρεισμα και δε νομιμοποιείται να το εξετάσει περαιτέρω. Πριν το Δικαστήριο ολοκληρώσει την απόφασή του, κρίνει ορθό, εν συντομία, να αποφανθεί και επί του ισχυρισμού του Εναγόμενου, ο οποίος προβάλλει τη θέση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης καθ΄ ότι, ως εισηγείται, πρόκειται για διοικητικής φύσεως διαφορά. Το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει τη θέση και κρίνει πως αυτή είναι ανεδαφική. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποδηλώνουν ότι πρόκειται για διαφορά που δημιουργήθηκε από ιδιωτική συμφωνία μεταξύ των διάδικων και ως εκ τούτου η εν λόγω θέση του Εναγόμενου απορρίπτεται. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, η αγωγή του Ενάγοντα επιτυγχάνει, ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του Εναγόμενου, δια της επιστολής ημερομηνίας 13.06.2012, δεν κρίνεται νόμιμος αλλά άδικος υπό τις περιστάσεις, ως εκ τούτου η επίδικη σύμβαση ημερομηνίας 16.11.2004 παραμένει σε ισχύ, κατ' επέκταση ο Ενάγοντας δικαιούται θεραπείες ως η Έκθεση Απαίτησης του παράγραφος Α και Β. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση, στηριζόμενο το Δικαστήριο στα ευρήματα και προηγούμενα συμπεράσματα του, τα οποία είναι άμεσα συνυφασμένα με αυτή, κρίνει ότι η Ανταπαίτηση δεν δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα τόσο στην Αγωγή όσο και στην Ανταπαίτηση επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο