ΤΥΡΡΗ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 89/11, 10/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 89/11 Μεταξύ: χχχχχχ ΤΥΡΡΗ Ενάγοντα - και -
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- Κ. Μ. KARAVELAS CONSTRUCTIONS LIMITED
- χχχχχχχχχχχχχχ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- χχχχχχχχχχχχχχ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενων --------------------- Ημερομηνία: 10.09.2020 Για Ενάγοντα: κ. Π. Κ. Οικονόμου Για Εναγόμενο 1: Καμιά εμφάνιση Για Εναγόμενο 2: κ. Κ. M. Χατζηπιέρας Για Εναγόμενο 3: κα Θ. Χαραλάμπους για ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 4: προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του Ενάγοντα αφορά στη διεκδίκηση ειδικών ζημιών και γενικών αποζημιώσεων, λόγω σωματικών βλαβών που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη εξαιτίας ατυχήματος, το οποίο συνέβη την 07.01.2009 ενώ εργαζόταν σε υπό ανέγερση οικοδομή. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, επί της Έκθεσης Απαίτησης, αυτός εργαζόταν ως εργάτης κατασκευής καλουπιών, στις υπηρεσίες των Εναγόμενων 1, σε κατασκευαστικές εργασίες του σκελετού της υπό ανέγερση κατοικίας του Εναγόμενου 3 σε χωριό της Επαρχίας Λεμεσού. Την κατασκευή των καλουπιών είχαν αναλάβει υπεργολαβικά από τους Εναγόμενους 2 και/ή τον Εναγόμενο 3 οι Εναγόμενοι
- Οι Εναγόμενοι 2 ενάγονται ως κατασκευαστική εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή της κατοικίας του Εναγόμενου 3 (ιδιοκτήτη). Η επίβλεψη της υπό ανέγερση κατοικίας ανατέθηκε, από τον Εναγόμενο 3, στον Εναγόμενο 4 ως αρχιτέκτονα και/ή πολιτικό μηχανικό και/ή ως το άτομο που είχε αναλάβει την ευθύνη για τον έλεγχο των εργασιών και εφαρμογή των κανονισμών ασφαλείας για την εκτέλεση του έργου. Ειδικότερα, ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, κατ΄ εντολή των Εναγόμενων 1, και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, δόθηκαν οδηγίες και εντολή στον Ενάγοντα να προβεί σε τοποθέτηση και στερέωση καλουπιών στην υπό ανέγερση κατοικία του Εναγόμενου
- Ο Ενάγοντας στην προσπάθεια του να μεταφέρει και/ή να τοποθετήσει ένα πλακάζ πάνω στην πλάκα της οικοδομής έχασε την ισορροπία του και έπεσε από ύψος 7 μέτρων περίπου, σε ανώμαλο έδαφος, με αποτέλεσμα να κτυπήσει σε διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν και να υποστεί βαριές σωματικές βλάβες, απώλειες, μόνιμη ανικανότητα, μελλοντική στέρηση απόλαυσης της ζωής, έξοδα, ζημιές, πόνους και ταλαιπωρία. Παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης λεπτομέρειες αμέλειας για όλους τους Εναγόμενους, στη βάση των οποίων ο Ενάγοντας τους θεωρεί υπεύθυνους για το ατύχημα του. Παρατίθενται επίσης λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που, κατ΄ ισχυρισμό, ο Ενάγοντας υπέστη καθώς και λεπτομέρειες ειδικών ζημιών. Οι Εναγόμενοι 1 δεν εκπροσωπήθηκαν στην ακροαματική διαδικασία. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 παραδέχονται ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοτοδούμενος στις υπηρεσίες των Εναγόμενων 1, πλην όμως αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα με τους οποίους αυτός τους αποδίδει ευθύνη για το ατύχημα που ο τελευταίος υπέστη. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι δυνάμει γραπτής προσφοράς τους προς τον Εναγόμενο 3, ιδιοκτήτη της υπό ανέγερση οικίας, ημερομηνίας 19.05.2008, η οποία έγινε αποδεκτή από τον τελευταίο και επήλθε συμφωνία, οι Εναγόμενοι 2 ανέλαβαν «τα εργατικά (μόνο) για τοποθέτηση και στρώσιμο μπετόν μέχρι τον σκελετό της διώροφης κατοικίας» του Εναγόμενου 3 και τίποτα περισσότερο. Η αγορά του μπετόν θα γινόταν, και έγινε, απευθείας από τον Εναγόμενο
- Ουδέποτε υπήρξαν οι Εναγόμενοι 2, ως «εργολάβος» υπό άλλη ιδιότητα, πλην της πιο πάνω αναφερόμενης. Την κατασκευή δε των καλουπιών ανέλαβαν, μετά από συμφωνία με τον Εναγόμενο 3, οι Εναγόμενοι 1 και/ή ο Mχχχχχχ Πχχχχχχ, τον οποίο σύστησε στον Εναγόμενο 3 ο Κ. Κχχχχχχχχ, διευθυντής των Εναγόμενων
- Την τοποθέτηση σιδήρου, ανέλαβε, μετά από συμφωνία με τον Εναγόμενο 3, άλλο πρόσωπο, ονόματι Μχχχχχχ Νχχχχχ, τον οποίο σύστησε στον Εναγόμενο 3, Μχχχχχχ Πχχχχχχχ. Οι Εναγόμενοι 1, και ο Μχχχχχ Νχχχχχ, πληρώνονταν απευθείας από τον Εναγόμενο 3 και οι Εναγόμενοι 2 ουδεμία σχέση είχαν με τις εργασίες που οι Εναγόμενοι 1 εκτελούσαν στην οικοδομή. Ως γενικότερη τοποθέτηση οι Εναγόμενοι 2 αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 3 τους ανέθεσε την κατασκευή ολόκληρης της κατοικίας του και ότι αυτοί υπήρξαν ο εργολάβος του έργου. Καθήκοντα και υποχρεώσεις για ασφαλές σύστημα εργασίας, σύμφωνα με τους Εναγόμενους 2, είχαν οι Εναγόμενοι 1 που ήταν ο εργοδότης του Ενάγοντα. Αποκλειστική δε ευθύνη, κατά τους Εναγόμενους 2, είχαν οι Εναγόμενοι 1 και/ή ο Εναγόμενος 3 και/ή ο Εναγόμενος
- Προσθέτουν ακόμη πως οι Εναγόμενοι 1 και 3 κατηγορήθηκαν ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού για αμέλεια και/ή αμελείς πράξεις και παραλείψεις που συνέτειναν στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος οι οποίοι παραδέχθηκαν ενοχή. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι 2, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 παραδεχόμενοι ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, έδωσαν ρητή και/ή σιωπηρή συγκατάθεση και/ή την έγκριση τους σε ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία ήταν συμβεβλημένοι, για κάλυψη της ευθύνης τους ως εργοδότες για το επίδικο ατύχημα, οπότε ο Ενάγοντας πληρώθηκε το ποσό των €85.000,00 προς ικανοποίηση των σωματικών βλαβών που υπέστη. Ο Εναγόμενος 3 με την Υπεράσπιση του αποδέχεται κατ΄ αρχήν ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν, την 07.01.2009, στην υπό ανέγερση κατοικία του, υπό την εργοδότηση των Εναγόμενων 1, οι οποίοι είχαν αναλάβει τις κατασκευαστικές εργασίες του σκελετού της εν λόγω κατοικίας. Αρνείται ωστόσο ότι αυτός είχε υποχρέωση να παρέχει στον Ενάγοντα ασφαλές μέρος και μέσα εργασίας ή καθήκον να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφάλεια του Ενάγοντα. Ισχυρίζεται άλλωστε πως ουδεμία συμφωνία είχε με τον Ενάγοντα, και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 δεν ήταν αντιπρόσωποι ή υπηρέτες του, αλλά ήταν ανεξάρτητοι, τρίτοι, εργολάβοι οι οποίοι προσλήφθηκαν για τη διεκπεραίωση ενός συγκεκριμένου έργου και λόγω των ιδιαίτερων δεξιοτήτων και γνώσεων τις οποίες κατείχαν ενώ ο Εναγόμενος 3 δεν είχε. Επιπλέον ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας όφειλε και ο ίδιος να πάρει προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, κανένας δε κίνδυνος υπήρχε τον οποίο γνώριζε ο Εναγόμενος 3 ή όφειλε να γνωρίζει, και όμως παρέλειψε να πάρει μέτρα για την ασφάλεια του Ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος 3 δεν είχε ούτε τις γνώσεις ούτε τα προσόντα για να ελέγξει τις εργασίες του Ενάγοντα ή των Εναγόμενων 1, 2 και
- Γενικότερα και όσον αφορά στην ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, ο Εναγόμενος 3 θωρεί υπεύθυνο τον Ενάγοντα και παραθέτει στην Υπεράσπιση του σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 4 στη δική του Υπεράσπιση ομοίως απορρίπτει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα με τους οποίους του αποδίδεται ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Παραδέχεται ότι είναι αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός και ότι του ανατέθηκε, από τον Εναγόμενο 3, η εκπόνηση αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης για την ανέγερση μίας κατοικίας σε χωριό της Επαρχίας Λεμεσού, καθώς επίσης η επίβλεψη των εργασιών αναφορικά με την ποιότητα της κατασκευής. Ουδέποτε όμως του ανατέθηκε η επίβλεψη ευθύνης ή υποχρέωση για τον έλεγχο και εφαρμογή των κανονισμών ασφαλείας για την εκτέλεση του έργου και/ή στο χώρο του εργοταξίου. Την ευθύνη, ως είναι ο ισχυρισμός του, για την εφαρμογή των κανονισμών ασφάλειας ως προς τη εκτέλεση του έργου είχαν οι Εναγόμενοι 1, ως εργοδότης του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι 2 ως εργολάβος του έργου αλλά και ο Εναγόμενος 3 ως ο ιδιοκτήτης της οικοδομής. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι επιθεωρούσε την οικοδομή του Εναγόμενου 3, περιοδικά, για τον ποιοτικό έλεγχο των εργασιών και την πρόοδο τους, οι δε εργασίες προχωρούσαν με αργό ρυθμό, ενώ κατά τις περιοδικές του επισκέψεις ουδέποτε συνάντησε τον Ενάγοντα ή τους Εναγόμενους 1 καθ΄ότι δεν διεξάγονταν, κατά το χρόνο των επισκέψεων, εργασίες κατασκευής καλουπιών. Ουδέποτε ενημερώθηκε από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αλλά ούτε και από το Γραφείο Εργασίας, για το ατύχημα που υπέστη ο Ενάγοντας. Τέλος ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι σε επίσκεψη του για τον έλεγχο των θεμελίων του υπογείου, των τοιχωμάτων του υπογείου, της βάσης του ισόγειου και της πλάκας ορόφου μαζί με τις κολώνες ορόφου, υπενθύμισε και υπέδειξε στους Εναγόμενους 2 και 3 την υποχρέωση να τοποθετήσουν τις απαραίτητες σκαλωσιές για την ασφαλή συνέχιση του έργου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα κατέθεσαν τρεις
(3)μάρτυρες - στο εξής ΜΕ - και πέντε
(5)μάρτυρες για τις υπερασπίσεις όλων των Εναγόμενων - στο εξής ΜΥ. ΜΕ1 κατέθεσε ο Γχχχχχ Πχχχχχ, εργαζόμενος στο τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας στη Λεμεσό. Αναφέρθηκε κατ΄ αρχήν σε τηλεφωνική κλήση που είχε περί τις 11:15 της 07.01.2009 όπου πληροφορήθηκε για το επίδικο ατύχημα σε υπό ανέγερση οικοδομή. Μετέβηκε στο χώρο του ατυχήματος περί τις 13:
- Στη σκηνή ήταν παρών ο Μχχχχχ Πχχχχ, εργολάβος καλουπιών και εργοδότης του Ενάγοντα, ο Κ. Μ. Κχχχχχ, διευθυντής των Εναγόμενων 2, κάποιος αστυνόμος και ένας αλλοδαπός υπάλληλος του Μ. Πχχχχχ. Υπήρχε ταμπέλλα - πινακίδα που έδειχνε ως εργολήπτη του έργου την εταιρεία Μ.Κ. KARAVELLAS CONSTRUCTIONS. Ετοίμασε σχετική έκθεση - Τεκμήριο 1 - την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ως περαιτέρω ανέφερε η ανεγειρόμενη διώροφη οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο καλουπώματος της οροφής της ταράτσας. Οι εργασίες, όταν πήγε, εκτελούνταν στο δεύτερο όροφο, εκεί εργαζόταν, ως έμαθε, και ο Ενάγοντας. Διαπίστωσε ο Μ.Ε.1 ότι δεν υπήρχαν μέτρα προστασίας, αλλά ούτε και στο έδαφος οτιδήποτε προστατευτικό σε περίπτωση πτώσης. Γενικά υπήρχαν κάποια μέτρα προστασίας όχι όμως στο σημείο όπου εργαζόταν ο Ενάγοντας. Εξήγησε δε τη σημασία των σκαλωσιών και την αναγκαιότητα τους, ώστε ένας εργάτης να εργάζεται με ασφάλεια, όταν η εργασία είναι σε ύψος πάνω από 2 μέτρα. Ο Ενάγοντας εργαζόταν σε ύψος περί τα 6.40 μέτρα, θα έπρεπε συνεπώς να είχαν στηθεί σκαλωσιές στο μέρος όπου εργαζόταν ο Ενάγοντας, καθώς επίσης θα μπορούσαν να του είχαν δοθεί ζώνες ασφάλειας. Η μέριμνα για τέτοια μέτρα ασφάλειας συνήθως είναι ευθύνη του κυρίως εργολάβου. Από την έρευνα που διεξήγαγε ο Μ.Ε.1 θεωρεί πως δεν επιδείχθηκε από τον εργολήπτη του έργου, αρχιτέκτονα ή ιδιοκτήτη οικοδομής εύλογη φροντίδα για ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του Ενάγοντα. Ανέφερε ακόμη ο ΜΕ1 ότι δεν υποβλήθηκε στο Τμήμα όπου εργάζεται σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας από τον κύριο εργολάβο του έργου. Δεν υπήρχε επίσης σχέδιο διαχείρισης κινδύνου για το οποίο ευθύνη έχει ο κάθε εργοδότης. Τέλος δεν υπήρξε γνωστοποίηση εργοταξίου από τον κυρίως εργολάβο. Παρουσίασε επίσης ο ΜΕ1 τις καταθέσεις - Τεκμήρια 4 έως 7 - τις οποίες έλαβε από τους εμπλεκόμενους στα πλαίσια της διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος. Κατά τον ΜΕ1 ο κάτοχος του εργοταξίου ήταν ο ιδιοκτήτης της κατοικίας. Παρ΄ ότι υπήρχε πινακίδα, ως εργολήπτη του έργου, από την εταιρεία KARAVELAS προβάλει ερώτημα, κατά το Μ.Ε.1, αν αυτή είχε αναλάβει ολόκληρο το έργο ή παρέμενε στον ιδιοκτήτη της κατοικίας να διορίζει υπεργολάβους και να τους πληρώνει ο ίδιος. Από τη διερεύνηση της υπόθεσης κατέληξε ο ΜΕ1 ότι ο υπεύθυνος του εργοταξίου ήταν ο ιδιοκτήτης - Εναγόμενος 3 - ο οποίος είχε τον έλεγχο του εργοταξίου. Αναφέρθηκε τέλος ο ΜΕ1 στο γεγονός ότι λήφθηκαν δικαστικά μέτρα εναντίον του Μχχχχχχχ Πχχχχχχ και Χχχχχχχχχχχ Χχχχχχχ - Εναγόμενου 3 - οι οποίοι παραδέχθηκαν ενοχή και τιμωρήθηκαν. ΜΕ2 κατέθεσε ο XXXXX Τύρρης - Ενάγοντας - ο οποίος μέσα από τη γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 9 - εξέθεσε την εκδοχή του, τόσο ως προς τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέστη το επίδικο ατύχημα αλλά και τις συνέπειες του τραυματισμού του. Προκύπτει από το Τεκμήριο 9 ότι ο Ενάγοντας κατά την 07.01.2009 ήταν 21 ετών, χωρίς προβλήματα υγείας και εργαζόταν με εβδομαδιαίο μισθό €370,00, ως εργάτης κατασκευής καλουπιών, εργοδοτούμενος στην υπηρεσία των Εναγόμενων 1, οι οποίοι είχαν αναλάβει υπεργολαβικά από τους Εναγόμενους 2 την κατασκευή των καλουπιών σε υπό ανέγερση κατοικία του Εναγόμενου
- Όταν έγινε το επίδικο ατύχημα εργαζόταν στις κατασκευαστικές εργασίες του σκελετού της υπό ανέγερση κατοικίας. Είναι η εκδοχή του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 3 ανέθεσε την κατασκευή της κατοικίας του στους Εναγόμενους 2 και την επίβλεψη στον Εναγόμενο 4 ο οποίος είχε αναλάβει την ευθύνη για την εφαρμογή των κανονισμών ασφάλειας, ενώ ο Εναγόμενος 3 βρισκόταν πολύ συχνά στο εργοτάξιο και έδινε οδηγίες. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας μαρτύρησε ότι την 07.01.2009 του δόθηκαν οδηγίες και εντολή από τους Εναγόμενους 1 να προβεί στην τοποθέτηση και στερέωση καλουπιών στην οροφή της υπό ανέγερση κατοικίας. Στην προσπάθεια του να μεταφέρει και να τοποθετήσει ένα πλακάζ πάνω στην πλάκα της οικοδομής έπεσε από ύψος 6,50-7 μέτρων περίπου, σε ανώμαλο έδαφος, κτύπησε στο έδαφος όπου υπήρχαν πολλά αντικείμενα οπότε υπέστη βαριές σωματικές βλάβες, απώλειες, μόνιμη ανικανότητα, παραπληγία και μελλοντική στέρηση της απόλαυσης της ζωής, έξοδα, πόνους και ταλαιπωρίες. Στο σημείο όπου έπεσε δεν υπήρχαν μέτρα προστασίας από πτώσεις, όπως σκαλωσιές, εκτός από ένα σημείο στη βόρεια πλευρά της οικοδομής, ούτε ικριώματα υπήρχαν, δηλαδή δάπεδα προστασίας περιμετρικά της οικοδομής, καθώς επίσης ούτε κάγκελα και δίκτυα. Δεν του δόθηκε ζώνη ασφάλειας. Αναφέρθηκε ακόμη, στη γραπτή του δήλωση, στις λεπτομέρειες αμέλειας με τις οποίες αποδίδει ευθύνη για το ατύχημα καθώς και λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών. Ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του, ο Ενάγοντας χρειάζεται κινησιοθεραπεία για όλη του τη ζωή, απώλεσε κάθε χαρά και άνεση ζωής ή απόλαυση αλλά και την ικανότητα να εργαστεί και να έχει απολαβές ή γενικότερα πηγή εισοδήματος. Υπάρχει εν πάση περιπτώσει κίνδυνος να χειροτερεύσει η κατάσταση της υγείας του και χρειάζεται συχνή παρακολούθηση. Έχει γίνει άλλος άνθρωπος, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, με πολλά ψυχολογικά προβλήματα χωρίς προσωπική και κοινωνική ζωή, αφού έχει αποκοπεί από τον κοινωνικό περίγυρο, είναι μελαγχολικός και εσωστρεφής. Πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι εισέπραξε από τη Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, στην οποία ήταν ασφαλισμένοι οι Εναγόμενοι 1, το ποσό των €85.430,00 με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του για περαιτέρω αποζημιώσεις από όλους τους Εναγόμενους. ΜΕ3 ήταν η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Αχχχχ Σχχχχχχ, η οποία κατέθεσε πρακτικά της ποινικής υπόθεσης 1078/2009 - τεκμήρια 17 έως 19 - και επιβεβαίωσε ότι το αναφερόμενο ως τεκμήριο 1 επί του Τεκμηρίου 19 στην παρούσα υπόθεση είναι το ίδιο με το τεκμήριο 1 της παρούσας υπόθεσης. Παρουσίασε επίσης έγγραφο ειδοποίησης ατυχήματος το οποίο βρισκόταν στο φάκελο της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης ως Τεκμήριο
- ΜΥ1 κατέθεσε ο Κχχχχχ Κχχχχχχ, διευθυντής στην εταιρεία Κ.Μ. KARAVELAS CONSTRUCTIONS LTD, Εναγόμενοι
- Υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του την κατάθεση - τεκμήριο 7 - την οποία έδωσε στο λειτουργό του Γραφείου Εργασίας κατά τη διερεύνηση από τον τελευταίο του επίδικου ατυχήματος. Η εκδοχή των γεγονότων την οποία παρουσίασε συνίσταται στο ότι ο Εναγόμενος 3, ιδιοκτήτης της ανεγειρόμενης οικοδομής στην οποία έγινε το ατύχημα, τον φώναξε και του είπε ότι ήθελε να ξεκινήσει μία οικοδομή μέχρι την ολοκλήρωση του σκελετού για να δει μέχρι που θα έφταναν τα χρήματά του. Τον ρώτησε επίσης για καλουψιή και ο ΜΥ1 του σύστησε τον Μ. Πχχχχχχ, ο οποίος έκανε προσφορά και την πήρε στον ΜΥ1 σε φάκελο, ο τελευταίος χωρίς να ανοίξει το φάκελο τον παρέδωσε στον Εναγόμενο 3, ο οποίος του είπε να αναλάβει το στρώσιμο του μπετόν, το οποίο θα αγόραζε ο ίδιος και αυτός θα πήγαινε μόνο για να το τοποθετήσει. Για το λόγο αυτό έδωσε στον Εναγόμενο 3 προσφορά - τεκμήριο 8 - μόνο για τα εργατικά ως προς το στρώσιμο του μπετόν. Όσον αφορά στο τεκμήριο 3, που είναι η προσφορά του καλουψιή, δεν γνώριζε το λόγο που σ΄ αυτήν αναγραφόταν το όνομα του. Ο ΜΥ1 ανέφερε ακόμη πως για τις εργασίες που έγιναν πριν πάει αυτός να δουλέψει στην οικοδομή, όπως εκσκαφή, τοποθέτηση σωλήνων ηλεκτρολόγου και αποχετεύσεις υδραυλικού ή και αρχιτεκτονικά σχέδια, δεν είχε κάποια εξουσία ή έλεγχο, αφού τους ανθρώπους αυτούς τους είχε διορίσει και πλήρωνε ο Εναγόμενος
- Σε ότι αφορά στα κιγκλιδώματα που τοποθετήθηκαν στην οικοδομή τα είχε τοποθετήσει αυτός για προστασία του ώστε να μην έχει κάποιος δικαίωμα ή να μπορεί να εισέλθει μέσα στο μπετόν. Σε ό,τι αφορά στην τοποθέτηση σκαλωσιών που υπήρχαν σε ένα μέρος τις είχε τοποθετήσει ο Μ. Πχχχχχχχ ο οποίος του ζήτησε μετά το επίδικο ατύχημα να τον βοηθήσει στην τοποθέτηση, επειδή δεν είχε προσωπικό λόγω του ότι είχε κτυπήσει ο Ενάγοντας. Αντίγραφο της προσφοράς που έδωσε στον Εναγόμενο 3 έδωσε και στον επιθεωρητή του Γραφείου Εργασίας. Σε ότι αφορά στην πινακίδα της εταιρείας του, η οποία βρισκόταν τοποθετημένη στο χώρο της υπό ανέγερση οικοδομής, δήλωσε ότι είναι συνήθεια του να τοποθετεί την πινακίδα αλλά για σκοπούς διαφημιστικούς, ανεξάρτητα αν αναλαμβάνει ολόκληρη την οικοδομή ή μέρος αυτής. Ήταν εν πάση περιπτώσει η θέση του ότι δεν ανέλαβε την ανέγερση ολόκληρης της οικοδομής και δεν ήταν ο εργολάβος του έργου. Για τις εργασίες που τον αφορούσαν καλυπτόταν από ασφαλιστικό συμβόλαιο. ΜΥ2 κατέθεσε ο Χχχχχχχχ Χχχχχχχχχχχ - Εναγόμενος 3 - παραθέτοντας τη δική του εκδοχή γεγονότων που σχετίζονται με το επίδικο ατύχημα. Ως έχει δηλώσει είναι κηπουρός και δεν έχει γνώσεις οικοδομικών εργασιών ή εργολάβου οικοδομών ή οικοδόμου. Επειδή ήθελε να ανεγείρει μία οικοδομή σε χωρίο της Επαρχίας Λεμεσού, επισκέφθηκε αρχιτέκτονα - τον Εναγόμενο 4 - ο οποίος του ετοίμασε σχέδια και του ανέφερε ότι θα έπρεπε να προσλάβει αδειούχο εργολάβο, ο οποίος να περιφράξει το χώρο και να τοποθετήσει την πινακίδα του. Βρήκε τον Κ. Κχχχχχχχ και συμφώνησαν να αναλάβει αυτός τις εργασίες και ο Εναγόμενος 4 θα ήταν ο επιβλέπων μηχανικός. Εργολάβος του έργου ήταν η εταιρεία KARAVELAS. Τους Εναγόμενους 1 δεν τους γνώριζε, τους συνέστησε σε αυτόν (Εναγόμενο 3) ο Μ. Κχχχχχχχ και του πρότεινε να του ζητήσουν προσφορά για τα καλούπια την οποία αφού ετοίμασε ο διευθυντής των Εναγομένων 1 την έδωσε στον Μ. Κχχχχχχ, ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στον Εναγόμενο
- Η προσφορά ήταν στο όνομα του εργολάβου. Την πληρωμή των Εναγόμενων 1 την έκανε ο Εναγόμενος 3 μετά που το ζήτησε ο Μ. Κχχχχχχχ, ώστε να τον πληρώσει ξεχωριστά και ο τελευταίος θα τον χρέωνε στο τέλος, επρόκειτο για προφορική συμφωνία. Οι Εναγόμενοι 1, εργοδότες του Ενάγοντα, ουδέποτε του ζήτησαν να τοποθετήσει σκαλωσιές αλλά ούτε και ο Ενάγοντας, τον οποίο είδε μία ή δύο φορές στο χώρο ανέγερσης της οικοδομής, του ανέφερε ότι δεν τηρούνταν στο εργοτάξιο οι κανόνες ασφάλειας. Αναγνώρισε ο Εναγόμενος 3 το τεκμήριο 21 ως την προσφορά που του έδωσε ο Μ. Κχχχχχχχχχ. Εξήγησε πως αρχικά δεν είχε δει την ημερομηνία που αναγραφόταν, όταν όμως την είδε υπέγραψε και έθεσε την πραγματική ημερομηνία με δικά του γράμματα θέτοντας την ημερομηνία που την παράλαβε και έθεσε την υπογραφή του. Άλλος υπεργολάβος που εργάστηκε στην οικοδομή ήταν ο σιδεράς τον οποίο συνέστησε ο Μ. Κχχχχχχχ. Επίσης ο Κ. Κχχχχχχχ του είπε και έκανε ασφάλεια - τεκμήριο 22 - ως ιδιοκτήτης του έργου. Δεν ειδοποίησε το Γραφείο Εργασίας για το επίδικο ατύχημα διότι δεν γνώριζε περί τέτοιας υποχρέωσης του. Το έργο ολοκληρώθηκε από τους Εναγόμενους 2 τους οποίους πλήρωσε, ως φαίνεται στα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις - τεκμήριο 23 - τα οποία παρουσίασε. Ήταν καταληκτικά η θέση του Εναγόμενου 3 ότι οι Εναγόμενοι 2 ανέλαβαν από την αρχή να ανεγείρουν την κατοικία του, και αυτοί ήταν ο εργολάβος του έργου. Δεν γνώριζε αν αυτοί κατείχαν άδεια εργολάβου, όταν ρώτησε όμως τον Εναγόμενο 4 αυτός του ανέφερε ότι γνώριζε πως επρόκειτο για αδειούχο εργολάβο. Για το επίδικο ατύχημα έλαβε πληροφόρηση από τον Κ. Κχχχχχ ο οποίος του ανέφερε ότι κτύπησε κάποιος υπάλληλος του καλουψιή. ΜΥ3 μαρτύρησε ο Μχχχχχ Πχχχχχχ, κληθείς από τον Εναγόμενο 3, πρόκειται για τον διευθυντή των Εναγόμενων 1, οι οποίοι ήταν και ο εργοδότης του Ενάγοντα. Η δική του εκδοχή ως προς τις συνθήκες που ανέλαβε τις εργασίες καλουπιών στην επίδικη οικοδομή είναι πως αυτός δεν γνωριζόταν με τον Εναγόμενο 3 αλλά με τον Κ. Κχχχχχχ. Αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως την προσφορά που έδωσε στους Εναγόμενους 2 αφού προηγουμένως ο Κ. Κχχχχχχχχ του πήρε τα σχέδια της οικοδομής και αυτός ετοίμασε τη σχετική προσφορά. Για την εκτέλεση των εργασιών λάμβανε οδηγίες από τον Κ. Κχχχχχ ο οποίος ήταν ο εργολάβος του έργου και που συντόνιζε τις εργασίες. Όταν ζήτησε λεφτά από τον εργολάβο ο τελευταίος του έδωσε επιταγή του ιδιοκτήτη - Εναγόμενου
- Η εργασία που αυτός ανέλαβε να κάνει στην επίδικη κατοικία ήταν η κατασκευή του ξυλότυπου μόνο. Ο Κ. Κχχχχχχ επισκεπτόταν συχνά την οικοδομή. Αποδέχθηκε ότι στο σημείο όπου εργαζόταν ο Ενάγοντας δεν υπήρχαν σκαλωσιές αλλά ούτε και δίκτυα προστασίας, ήταν όμως η θέση του πως αυτά ήταν ευθύνη του εργολάβου. Κατά το ατύχημα ήταν παρών στο χώρο της οικοδομής, αυτός είχε δώσει οδηγίες στον Ενάγοντα όσον αφορά στον ξυλότυπο. Σε κάποια στιγμή επρόκειτο να τοποθετήσει ο Ενάγοντας ένα πλακάζ και όταν έσκυψε έχασε την ισορροπία του, τράβηξε το πλακάζ, έγειρε όμως πίσω και έπεσε από τον πρώτο όροφο. Παρ΄ ότι δεν υπήρχαν προστατευτικά μέτρα άρχισε τις εργασίες σκεπτόμενος ότι θα υπήρχαν θέματα παύσης πληρωμών. Ζήτησε από τον Ενάγοντα να διεκπεραιώσει τη συγκεκριμένη εργασία αλλά δεν τον υποχρέωσε. Ο ίδιος δεν φρόντισε να δώσει στον Ενάγοντα κράνος ή ζώνη ασφάλειας, θεώρησε ότι αυτό ήταν υποχρέωση του εργολάβου. Τον Εναγόμενο 3 - ιδιοκτήτη της οικοδομής - τον είδε μόνο μία φορά στο χώρο του εργοταξίου, και ουδέποτε έδωσε σ΄ αυτόν οδηγίες ως προς τη διεξαγωγή των εργασιών. ΜΥ4 κατέθεσε ο Χχχχχχ Αχχχχχ - Εναγόμενος 4 - πρόκειται, ως είναι κοινώς παραδεκτό για τον διορισμένο αρχιτέκτονα και επιβλέποντα μηχανικό του επίδικου έργου. Δίδει μέσα από τη γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 30 - τη δική του εκδοχή ως προς την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα την οποία του αποδίδει ο Ενάγοντας. Πυρήνας της εκδοχής του ήταν πως υπήρχε εργολάβος στο επίδικο έργο, ήταν οι Εναγόμενοι
- Αυτούς υπέδειξε ο ιδιοκτήτης του έργου και ο εργολάβος τοποθέτησε την πινακίδα του. Υπήρχαν ωστόσο και υπεργολάβοι. Ο Εναγόμενος 3 και ιδιοκτήτης του έργου του ανέθεσε να ετοιμάσει αρχιτεκτονικά σχέδια και στατική μελέτη για την επίδικη κατοικία, και έτσι έπραξε. Δεν του ανέθεσε όμως να ετοιμάσει Σχέδια Ασφάλειας και Υγείας της οικοδομής. Προειδοποίησε ωστόσο τον Εναγόμενο 3 ότι αυτός που θα αναλάμβανε το έργο θα έπρεπε να ήταν αδειούχος εργολάβος και να γίνουν οι αναγκαίες ασφάλειες του έργου. Όταν ο Εναγόμενος 3 τον ενημέρωσε ότι διόρισε εργολάβο του έργου τους Εναγόμενους 2 αυτός γνώριζε από άλλα εργοτάξια ότι επρόκειτο για αδειούχο εργολάβο. Επίσης ο Εναγόμενος 3 του ανέφερε ότι η θυγατέρα του και σύζυγος της είναι δικηγόροι και θα αναλάμβαναν το θέμα των ασφαλειών. Ακολούθως έδωσε οδηγίες στον ιδιοκτήτη - Εναγόμενο 3 - και τον εργολάβο - Εναγόμενους 2 - να τον ενημερώσουν όταν θα ήταν έτοιμος ο οπλισμός των ξυλότυπων και πως η τοποθέτηση του μπετόν θα εκτελούνταν μόνο αφού πρώτα αυτός θα έκανε τον έλεγχο. Πριν το ατύχημα είχε επισκεφθεί συνολικά τέσσερις φορές την επίδικη οικοδομή και υπενθύμισε αλλά και υπέδειξε στον Εναγόμενο 3 και τον εργολάβο, για λόγους ασφάλειας, την υποχρέωση τους να τοποθετήσουν σκαλωσιές για τη συνέχιση της οικοδομής με ασφάλεια. Κατά τις επισκέψεις του στην επίδικη οικοδομή ουδέποτε συνάντησε τον Ενάγοντα και τον εργοδότη του. Κατά την πρώτη του επίσκεψη παρόντες ήταν το συνεργείο σιδεράδων, ο ιδιοκτήτης και ο εργολάβος Κ. Κχχχχχ. Στις επόμενες επισκέψεις ήταν παρόντες ο ιδιοκτήτης και ο εργολάβος. Για το επίδικο ατύχημα δεν ενημερώθηκε από τους υπόλοιπους Εναγόμενους αλλά εκ των υστέρων από τρίτο πρόσωπο. Επισκέφθηκε αργότερα την οικοδομή και τράβηξε φωτογραφίες. ΜΥ5 παρουσιάστηκε η Χχχχχ Μχχχχ, τεχνικός στο γραφείο του Συμβουλίου Εργοληπτών που αποτελεί ημικρατικό οργανισμό με έδρα τη Λευκωσία. Το έτος 2008 ήταν τεχνικός στη Λεμεσό και δύο φορές την εβδομάδα επισκεπτόταν εργοτάξια. Αναφέρθηκε στην υποχρέωση εγγεγραμμένων εργοληπτών για γνωστοποίηση, με σχετικό έντυπο, για την έναρξη εργασιών σε ανεγειρόμενη οικοδομή. Τέτοια υποχρέωση το 2008 για γνωστοποίηση δεν είχε ο αρχιτέκτονας του έργου αλλά ούτε και ο ιδιοκτήτης. Για το επίδικο έργο έγινε γνωστοποίηση από τους Εναγόμενους 2 ότι ήταν ο εργολήπτης που ανέλαβε κάποιες εργασίες. Μετά το πέρας της προσκόμισης της μαρτυρίας από τους διάδικους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των τελευταίων έθεσαν γραπτώς τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου - γραπτές αγορεύσεις, - αναπτύσσοντας τα επιχειρήματα και τις εισηγήσεις τους προκειμένου να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεων τους. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις των διαδίκων, δεν κρίνει απαραίτητο να τις επαναλάβει. Θα αναφερθεί όμως σε αυτές σε κατοπινό στάδιο και στο βαθμό που θα κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασής του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο ως κατ' εξοχήν αρμόδιο όργανο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε, με κάθε δυνατή προσοχή, τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στη δίκη, μεταξύ άλλων τον τρόπο κατάθεσης και την όλη συμπεριφορά τους ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται για τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη τυχόν υπερβολών, την ύπαρξη αντιφάσεων ή μη, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή το αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους. Στη Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη ετυμηγορία κρίνοντας ως μη ικανοποιητική την εν λόγω αιτιολογία και επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά». Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι ενδέχεται να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελεί μάρτυρας ο οποίος διέπεται, λόγω του χαρακτήρα του, από επιπολαιότητα η οποία δεν του επιτρέπει να εντείνει τη μνήμη του και δεν καταβάλλει προσπάθεια για ορθή ανάπλαση των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων είναι επισφαλής. Είναι επίσης χρήσιμο να επισημανθεί στο στάδιο αυτό πως είναι νομολογημένο (βλέπε υπόθεση Π. Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633) ότι τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να δεχθούν μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψουν ένα άλλο μέρος της, νοουμένου όμως ότι πρόκειται για περίπτωση αξιόπιστου μάρτυρα. Προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, τη μαρτυρία που ακούστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και από τις εισηγήσεις όλων των συνηγόρων των διάδικων, ότι επιβάλλεται αυξημένη προσοχή και επιμέλεια στο έργο της αξιολόγησης των μαρτύρων, από πλευράς Δικαστηρίου, ειδικότερα για τους Μ.Ε.2 (Ενάγοντας), τον Μ.Υ.1 (διευθυντής των Εναγόμενων 2), τον Μ.Υ.2 (Εναγόμενος 3), τον Μ.Υ.3 (διευθυντής των Εναγόμενων 1) και Μ.Υ.4 (Εναγόμενος 4). Αυτό διότι, ως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι εν λόγω μάρτυρες έχουν άμεσο και ζωτικό συμφέρον από την έκβαση και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης, ενώ ταυτόχρονα εμπλέκονται στην εξέλιξη γεγονότων τα οποία είναι άκρως σημαντικά και καθοριστικά για την υπόθεση. Δεδομένων όλων των προαναφερόμενων αλλά και αναφορών από τους μάρτυρες της υπόθεσης σε έννοιες, όπως «ανάδοχος», «κύριος εργολάβος», «εργολάβος», «κύριος του έργου», «μελετητής», «συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου» και «υπεργολάβος» αλλά και λόγω της φύσης της υπόθεσης, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τα πραγματικά γεγονότα, ως αυτά έχουν ακουσθεί στο Δικαστήριο, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια συγκεκριμένες πρόνοιες του άρθρου 2 της Κ.Δ.Π. 172/2002 (Οι Περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) Κανονισμοί του 2002) οι οποίες προβλέπουν τα ακόλουθα: Άρθρο 2 Κ.Δ.Π. 172/2002 «2. Στους παρόντες Κανονισμούς, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια— «ανάδοχος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου· .................................. «εργολάβος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματος του· .................................. «κύριος του έργου» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται ένα έργο· «μελετητής» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου ή τον εργολάβο ή τον υπεργολάβο και εκπονεί τη μελέτη ολόκληρου του έργου ή μέρους του έργου (τμήματος). .................................. «συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και αν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου αναθέτει, κατά την εκτέλεση του έργου, την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του Κανονισμού 9 των παρόντων Κανονισμών «υπεργολάβος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με εργολάβο ή άλλο υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματος του.» Ό,τι αξίζει να σημειωθεί σ΄ αυτό το στάδιο είναι πως ο όρος «κύριος εργολάβος», στον οποίο έγινε πολλές φορές αναφορά από τους μάρτυρες, και τους συνηγόρους των διαδίκων, δεν συναντάται στους πιο πάνω Κανονισμούς και βέβαια ούτε και στο Ν.89(Ι)/1996, δυνάμει του οποίου εκδόθηκαν οι προαναφερόμενοι Κανονισμοί. Αρχίζοντας το έργο της αξιολόγησης από τον Μ.Ε.2, τον Ενάγοντα, κρίνεται ότι αυτός υπήρξε θετικός και κατηγορηματικός στην εκδοχή του, τόσο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το επίδικο ατύχημα όσο και για τις συνέπειες του τραυματισμού του. Υπήρξε συνεπής, κυρίως αυθόρμητος στη μαρτυρία του, ως αυτή συμπληρώθηκε από την αντεξέταση στην οποία τον υπέβαλαν οι συνήγοροι των Εναγόμενων. Δεν διαπιστώνεται κάποια αντίφαση άξια κλονισμού της αξιοπιστίας του. Σε γενικές γραμμές η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα, παρουσίαζε συμπαγή εικόνα. Ήταν συνεπής απαντώντας ευθέως και χωρίς περιστροφές. Υπήρξε δε πλήρως αποκαλυπτικός και με σταθερότητα ως προς τη διαμόρφωση του τρόπου ζωής του μετά από το επίδικο ατύχημα αλλά και με οτιδήποτε σχετίζεται με τις απαιτήσεις του. Το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του, πλην των αναφορών του ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν ο εργολάβος για όλη την οικοδομή, όπως άφησε να νοηθεί, και τούτο επειδή και αυτός, όπως και άλλα πρόσωπα ως θα διαφανεί στη συνέχεια, σχημάτισε λανθασμένα τέτοια αντίληψη στο μυαλό του, λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 2 είχαν τοποθετήσει την πινακίδα τους ως εργολήπτης. Η μαρτυρία του άλλωστε πως οι Εναγόμενοι 2 συντόνιζαν τις εργασίες στην οικοδομή δεν συνοδεύθηκε από συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες να αποδεικνύουν ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε, κυρίως δεν μνημονεύθηκαν ενέργειες που υποδηλώνουν ότι οι Εναγόμενοι 2 είχαν τον έλεγχο επί των εργασιών του ξυλότυπου, παρ΄ ότι την κατασκευή την ανέλαβαν οι Εναγόμενοι
- Δεν γίνεται επίσης αποδεκτή οποιαδήποτε αναφορά του η οποία σχετίζεται με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου και που εκφεύγει των γεγονότων. Ο Μ.Ε.1 ομοίως άφησε καλή εντύπωση, ειδικότερα ως μάρτυρας ο οποίος μετέφερε στο Δικαστήριο ό,τι προέκυψε από τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και περιήλθε σε γνώση του, λόγω της ιδιότητας του ως επιθεωρητής στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Πρόκειται για άτομο που δεν διαφάνηκε να έχει συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης ή κάποια σχέση με οποιοδήποτε από τους διάδικους, ώστε να επιβάλλεται αυξημένη προσοχή στην αξιολόγηση του, ως προς αυτή την παράμετρο, χωρίς βέβαια το γεγονός αυτό να ατονεί το αυτονόητο καθήκον του Δικαστηρίου για ορθή αξιολόγηση. Διαπιστώνεται κατ' αρχήν πως δεν εντοπίζονται στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν τον κλονισμό της αξιοπιστίας του, υπήρξε αταλάντευτος κατά την αντεξέταση που υποβλήθηκε από τους συνηγόρους όλων των Εναγόμενων. Άλλωστε δεν υποβλήθηκε εισήγηση πως με τα λεγόμενα του είχε πρόθεση να υποβοηθήσει οποιοδήποτε διάδικο εξαιτίας κάποιου ξένου προς την αλήθεια κινήτρου. Δεν παραγνωρίζονται οι υποβολές που έγιναν προς τον Μ.Ε.1, από τη συνήγορο του Εναγόμενου 3, περί λανθασμένης διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος, ωστόσο, έστω και αν γίνονταν κάποιες περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους του Μ.Ε.1, όπως η διερεύνηση κατά πόσο υπήρχε επιβλέπων μηχανικός, ώστε να δώσει και αυτός τη δική του εκδοχή ή να διαφωτίσει τον Μ.Ε.1 περαιτέρω, που ίσως θα συμπλήρωνε την εικόνα της διερεύνησης, δεν κρίνεται πως είναι δικαιολογημένο η παράλειψη αυτή να επηρεάσει την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της έρευνας του Μ.Ε.
- Αν κάποιος θα νομιμοποιούταν να έχει παράπονο από αυτή την παράλειψη είναι ο Εναγόμενος 4 που ήταν ο επιβλέπων μηχανικός και όχι ο Εναγόμενος 3, η πλευρά του οποίου δεν έπεισε το Δικαστήριο πως η διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος έγινε κατά τρόπο που αυτός στερήθηκε κάποιου δικαιώματος ή ότι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ψευδή στοιχεία σε βάρος των δικαιωμάτων του. Θα μπορούσε επίσης ο Μ.Ε.1 να είχε διερευνήσει κατά πόσο οι εργολάβοι του έργου είχαν ειδοποιήσει πριν την έναρξη των εργασιών το Συμβούλιο Εργοληπτών όπου ενδεχομένως να αντλούσε κάποια στοιχεία. Εν πάση περιπτώσει και αυτή του η παράλειψη δεν φαίνεται να είχε ως κίνητρο την υποβοήθηση κάποιου εκ των εμπλεκόμενων. Κατά συνέπεια των πιο πάνω ο Μ.Ε.1 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο βαθμό βέβαια που αυτή αφορά γεγονότα, περιλαμβανομένης και της γνώμης του σε ό,τι αυτή σχετίζεται με την ασφάλεια στην υπό ανέγερση οικοδομή, όχι όμως οποιαδήποτε αναφορά του που σχετίζεται με τα τελικά συμπεράσματα στα οποία καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο. Μ.Υ.3 ήταν ο διευθυντής των Εναγόμενων 1, ο οποίος δεν άφησε καλή ή θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης δεν υπήρξε σταθερή και συνεπής. Η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε είχε ως αποτέλεσμα να κλονίσει τη σχετικά θετική εικόνα την οποία παρουσιάζει η μαρτυρία του κατά την κύρια εξέταση. Σε αρκετές δε περιπτώσεις ο μάρτυρας, όπως ομολογούν τα πρακτικά της υπόθεσης, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει επ΄ ακριβώς και επικαλέστηκε την έλλειψη μνήμης, διαφάνηκε ωστόσο πως σε κάποιες άλλες περιπτώσεις είχε πολύ καλή μνήμη που ως φαίνεται ήταν επιλεκτική. Πρόκειται, ως επίσης διαφάνηκε, για έξυπνο άτομο και δεν γίνεται αποδεκτή η εξήγηση που αυτός έδωσε, τελώντας υπό νευρικότητα, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Δεν πρέπει να λησμονείται άλλωστε πως παρότι οι Εναγόμενοι 1, των οποίων ο Μ.Υ.3 είναι ο διευθυντής, έχουν αποδεχθεί ευθύνη για το επίδικο ατύχημα εξού και καταβλήθηκε ήδη το ποσό των €85.000,00 περίπου στον Ενάγοντα, από την ασφαλιστική εταιρεία με την οποία είχαν συμβληθεί ως εργοδότες του Ενάγοντα, είναι όμως εύκολα αντιληπτό πως η παρούσα απόφαση, λόγω του ύψους των αξιώσεων του Ενάγοντα, ενδέχεται να επηρεάσει περαιτέρω τα συμφέροντα των Εναγόμενων
- Αυτή την έγνοια κρίνεται πως διατηρούσε έντονα στο μυαλό του ο Μ.Υ.3 και γι΄ αυτό κατέθεσε με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Προσπάθεια του κρίνεται πως ήταν να επιρριφθούν ευθύνες και σε άλλα πρόσωπα προκειμένου να πληρώσουν για ό,τι περισσότερο απαιτηθεί. Εκδήλωση αυτής του της προσπάθειας αποτελεί η δήλωση του πως η εταιρεία του για ό,τι ευθύνεται πλήρωσε υπονοώντας πως δεν θα πρέπει να πληρώσει για οτιδήποτε επιπλέον. Συναφής με τα προλεγόμενα κρίνεται η θέση του ότι η εταιρεία του, παρ΄ ότι ήταν ο εργοδότης του Ενάγοντα, δεν είχε υποχρέωση για να τοποθετήσει σκαλωσιές στην υπό ανέγερση οικοδομή, κατά την εκτέλεση κατασκευής καλουπιών, αλλά ήταν υποχρέωση του εργολάβου, ως ανέφερε, εννοώντας τους Εναγόμενους 2, τους οποίους βέβαια θεώρησε ως εργολάβους του έργου και τούτο μόνο κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού σε κανένα στάδιο προγενέστερα εκφράστηκε με τέτοια βεβαιότητα. Ενδεικτική της έλλειψης βεβαιότητας ως προς το υπό συζήτηση θέμα είναι η αναφορά του Μ.Υ.3 επί του τεκμηρίου 4 - κατάθεση του - την οποία έδωσε στον Επιθεωρητή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας στις 21.01.2009, λίγες μέρες μετά το επίδικο ατύχημα - όπου επί λέξει αναφέρει «Από τον τρόπο που γίνονταν οι εργασίες και από την τοποθέτηση της ταπέλλας του εργολάβου έχω την άποψη ότι ο Καραβέλλας ήταν ο εργολάβος για την οικοδομή που ανεγειρόταν». Η αβεβαιότητα είναι εμφανής, η γενική επίκληση για τον τρόπο που γίνονταν οι εργασίες αλλά και η τοποθέτηση της πινακίδας από μόνη της δεν κρίνονται ικανοποιητικά στοιχεία, ούτως ή άλλως, αφού το καθοριστικότερο στοιχείο για να κριθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν ο εργολάβος για τον ξυλότυπο, ή και για τον ξυλότυπο, είναι η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των Εναγόμενων 1 ως υπεργολάβου, και Εναγόμενων 2 ως εργολάβου (βλέπε άρθρο 2 για τον ορισμό «υπεργολάβος» στην Κ.Δ.Π. 178/2002) για την κατασκευή των καλουπιών, ωστόσο καμία μαρτυρία προσφέρθηκε με σαφήνεια για τέτοια συμφωνία, σημειωτέον, από κανένα διάδικο ή μάρτυρα. Συνεπώς η θέση του Μ.Υ.3 ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν ο εργολάβος του έργου, περιλαμβανομένων των εργασιών για τον ξυλότυπο, δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή. Κατ΄ επέκταση η γενικότερη θέση του Μ.Υ.3 ότι υπήρχε εργολάβος όλης της οικοδομής και πως αυτός ήταν οι Εναγόμενοι 2 απορρίπτεται. Ούτως ή άλλως είναι κοινό έδαφος ότι ο ιδιοκτήτης - κύριος του έργου - και Εναγόμενος 3 είχε προβεί, με επιλογή δική του, σε διορισμό και άλλων εργολάβων για ξεχωριστά τμήματα της οικοδομής, όπως ήταν ο υδραυλικός και ο ηλεκτρολόγος. Ο Μ.Υ.1, διευθυντής των Εναγόμενων 2, παρουσίασε την εκδοχή του με συνέπεια και σε αρμονία με όσα από την αρχή έθεσε ενώπιον του Επιθεωρητή Εργασίας, δίνοντας εξηγήσεις οι οποίες συνάδουν με την κοινή λογική. Παρ΄ ότι η μαρτυρία του πως αυτός δεν γνώριζε το λόγο για τον οποίο στην προσφορά που έδωσαν οι Εναγόμενοι 1, για το ξυλότυπο - καλούπια - αναφορικά με την επίδικη οικοδομή, αναγραφόταν το όνομα του, προβλημάτισε το Δικαστήριο, δεδομένων των εισηγήσεων που προωθήθηκαν από τους συνηγόρους του Ενάγοντα και Εναγόμενου 3, κρίνεται πως αυτό το στοιχείο από μόνο του ούτως ή άλλως δεν είναι ικανό για να ανατρέψει την εκδοχή του Μ.Υ.1 ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν εργολάβος μόνο για τα εργατικά και το στρώσιμο του μπετόν μέχρι το σκελετό της οικοδομής, ως φαίνεται στα Τεκμήρια 8 και
- Η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Υ.1 ότι δεν είχε δει την προσφορά ενωρίτερα, διότι την παρέλαβε σε κλειστό φάκελο, και έτσι την παρέδωσε στον Εναγόμενο 3, κρίνεται υπό τις περιστάσεις πειστική, άλλωστε ο Εναγόμενος 3 δεν απέκλεισε το γεγονός να του παρέδωσε ο Μ.Υ.1 την προσφορά σε κλειστό φάκελο, ως επίσης, ο Μ.Υ.3 αποδέχθηκε ότι έτσι του έδωσε ο Μ.Υ.1 την προσφορά, σε κλειστό φάκελο. Το γεγονός ότι ο Μ.Υ.3, ως είναι κοινώς αποδεκτό, δεν γνωριζόταν από πριν με τον Εναγόμενο 3, δεν εξυπακούει ότι οι Εναγόμενοι 2 συμφώνησαν με τους Εναγόμενους 1, ως υπεργολάβο, για τον ξυλότυπο της υπό ανέγερση οικοδομής, εξάλλου ουδείς, περιλαμβανομένου και του Εναγόμενου 3, μαρτύρησε επαρκώς και ξεκάθαρα ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και των Εναγόμενων 2 για τη συγκεκριμένη εργασία. Κατ΄ επέκταση εύλογα υπό τις περιστάσεις η εκδοχή του Μ.Υ.1, ότι αυτός απλά συνέστησε στον Εναγόμενο 3 τους Εναγόμενους 1 - μέσω του διευθυντή τους Μχχχχ Πχχχχχ - και ότι μεσολάβησε ώστε να αναλάβουν οι Εναγόμενοι 1 την κατασκευή του ξυλότυπου, δικαιολογείται να γίνει αποδεκτή, κυρίως, ελλείψει άλλων στοιχείων τα οποία να δικαιολογούν εύρημα ότι υπήρξε αρχικά συμφωνία μεταξύ των Εναγόμενων 2, ως εργολάβου, με τον Εναγόμενο 3, ιδιοκτήτη του έργου, για εργασίες που περιλάμβαναν και τον ξυλότυπο και στη συνέχεια συμφωνία μεταξύ των Εναγόμενων 2, ως εργολάβου, με τους Εναγόμενους 1, ως υπεργολάβο. Υπό τις πιο πάνω επισημάνσεις και αξιολόγηση δεν γίνεται αποδεκτή η εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν ο «κύριος εργολάβος» του έργου, επειδή τοποθέτησαν την πινακίδα τους ως εργολήπτες και περίφραξαν το χώρο, καθ΄ ότι τέτοιες ενέργειες δεν αντιμάχονται την εκδοχή που παρουσίασε ο Μ.Υ.1, και δη ότι η περίφραξη τοποθετήθηκε για προστασία των δικών του εργασιών, ήτοι για να μην εισέλθει κάποιος μετά το στρώσιμο του μπετόν. Επίσης παρ΄ ότι η αναφορά του Μ.Υ.1, πως την πινακίδα τοποθέτησε και για διαφημιστικούς σκοπούς ενδεχομένως να δημιουργεί κάποια ερωτηματικά, ως προς την πειστικότητα της, η πράξη αυτή ήταν υποχρέωση του από το Νόμο, ως εργολήπτης (βλέπε σχετικό ορισμό στο άρθρο 2 και άρθρο 37 του Ν.29(Ι)/2001) έστω μόνο των εργατικών. Παρά τα πιο πάνω δεν γίνεται βέβαια αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι αυτός έδωσε την προσφορά, Τεκμήριο 8, στον Εναγόμενο 3 κατά την ημερομηνία που αυτή φέρει. Πιο πειστική ήταν η μαρτυρία που έδωσε ο Εναγόμενος 3 προσκομίζοντας το Τεκμήριο
- Παρά ταύτα η ενέργεια αυτή του Μ.Υ.1 κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια πράξη προερχόμενη από ανησυχία ή φόβο λόγω του επίδικου ατυχήματος και αποσκοπούσε στην διασφάλιση και επισφράγιση των όσων είχε ήδη συμφωνήσει, δεν αλλοίωσε όμως οτιδήποτε, εξάλλου ο Εναγόμενος 3, και το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του επί της ουσίας των αντικρουόμενων εκδοχών, παρ΄ ότι του παρουσιάστηκε η εν λόγω προσφορά μετά το επίδικο ατύχημα, αποδέχθηκε το περιεχόμενο της χωρίς επιφύλαξη, και το μόνο που τον απασχόλησε, και ενήργησε ανάλογα, ήταν η ημερομηνία που έλαβε γνώση του εγγράφου - προσφοράς. Κατά την προφορική του δε μαρτυρία, ο Εναγόμενος 3, δεν κατέθεσε πως είχε συμφωνήσει με τους Εναγόμενους 2 για άλλες εργασίες, και δεν εξειδίκευσε αυτές, πέραν από αυτές που αναγράφονται στο Τεκμήριο 8 ή 21, όμως για κάποιο πειστικό λόγο δεν έθεσε τέτοιο θέμα όταν του παρουσίασε ο Μ.Υ.1 την προσφορά. Εν πάση περιπτώσει εν τέλει αυτές τις εργασίες πλήρωσε, αναφορικά με την α΄ φάση του έργου, στους Εναγόμενους 2, με μια μικρή διαφορά €250,00 (βλέπε Τεκμήριο 23). Συνεπώς η θέση του Εναγόμενου 3, ότι συμφώνησε με τον Μ.Υ.1 τις εργασίες μέχρι το σκελετό, εννοώντας ότι οι Εναγόμενοι 2 ανέλαβαν και τις εργασίες του ξυλότυπου, υπό αυτές τις περιστάσεις αλλά και για τους λόγους που θα εξηγηθούν κατά την αξιολόγηση του Εναγόμενου 3, πιο κάτω, δεν γίνεται αποδεκτή. Επιπρόσθετα των πιο πάνω σημειώνεται πως η θέση, τόσο του Ενάγοντα αλλά και του διευθυντή των Εναγόμενων 1, όπως και των Εναγόμενων 3 και 4, ότι ο Μ.Υ.1 συντόνιζε τις εργασίες στην υπό ανέγερση οικοδομή, δεν υποστηρίχθηκε από συγκεκριμένη μαρτυρία, ειδικότερα δεν αναφέρθηκαν συγκεκριμένες εργασίες όπου ο Μ.Υ.1 ενήργησε ως εργολάβος που είχε την ευθύνη εκτέλεσης εργασιών πέραν από το στρώσιμο του μπετόν. Η λογική υπαγορεύει πως κάποιου είδους επικοινωνία επιβαλλόταν να υπάρχει μεταξύ του Μ.Υ.1 και των υπόλοιπων εργολάβων που δούλευαν στην υπό ανέγερση οικοδομή, ωστόσο αυτή η επικοινωνία ή συνεννόηση δεν είναι αρκετή για εξαγωγή συμπεράσματος ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν ο εργολάβος και για τον ξυλότυπο και πως οι Εναγόμενοι 1 ήταν υπεργολάβος τους. Συνακόλουθα των πιο πάνω το Δικαστήριο αποδέχεται την εκδοχή που ο Μ.Υ.1 υποστήριξε και δη πως οι Εναγόμενοι 2 ήταν εργολάβος στην υπό ανέγερση οικοδομή μόνο για τα εργατικά που σχετίζονταν με την στρώση του μπετόν, μέχρι τον σκελετό της οικοδομής του Εναγόμενου 3, και σε καμία περίπτωση ο εργολάβος αναφορικά και με τα καλουπώματα - ξυλότυπο - της οικοδομής. Ο Μ.Υ.2, Εναγόμενος 3, κρίνεται πως επιχείρησε, δίδοντας εξηγήσεις μη ικανές να γίνουν αποδεκτές, να απαλλαχθεί από τυχόν ευθύνη του για το επίδικο ατύχημα, παρουσιάζοντας την εκδοχή του κατά τέτοιο τρόπο η οποία παρουσιάζει αδυναμίες, ξεκινώντας και αυτός από τη λανθασμένη αντίληψη ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν υπεύθυνοι για οτιδήποτε αφορούσε στην υπό ανέγερση οικοδομή, παρ΄ ότι όμως δεν έκανε τέτοια συμφωνία μαζί τους. Στην κατάθεση του - Τεκμήριο 6 - λέγει, αναφορικά με το θέμα της εκτέλεσης του έργου, πως συμφώνησε με τον εργολάβο όπως ο τελευταίος «αναλάβει τη σκελέτωση και τις εργασίες μέχρι τη σκελέτωση». Ό,τι επισημαίνεται κατ΄ αρχήν είναι πως δεν γίνεται από τον Εναγόμενο 3 ειδική μνεία όσον αφορά στην κατασκευή του ξυλότυπου αλλά ούτε για τις εργασίες του σιδερά. Προκύπτει συνεπώς ασάφεια κατά πόσο σε αυτή τη συμφωνία περιλαμβανόταν και η ανάληψη της κατασκευής του ξυλότυπου ή των εργασιών του σιδερά εκ μέρους των Εναγόμενων 2, είτε απευθείας είτε μέσω υπεργολάβου. Στην ασάφεια αυτή προσθέτουν, και μάλλον οδηγούν προς την αντίθετη κατεύθυνση με ότι ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε ως εκδοχή του,
(1)το γεγονός ότι, όπως ο Εναγόμενος 3 μαρτύρησε, όταν του παρουσιάστηκε η προσφορά - Τεκμήριο 21 - από τον Μ.Υ.1 και επί της οποίας τοποθέτησε την υπογραφή του και την ημερομηνία που υπέγραψε, και παρ΄ ότι αυτό συνέβη μετά το επίδικο ατύχημα, δεν αντέδρασε στο περιεχόμενο της εν λόγω προσφοράς, επί της οποίας ξεκάθαρα προκύπτει πως αποδέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι 2 ανέλαβαν εργασίες μόνο για τα εργατικά στρώσης του μπετόν, ούτε βέβαια την πρόβαλε προς τον Επιθεωρητή του Γραφείου Εργασίας _ Μ.Ε.1 - όταν έδωσε κατάθεση,
(2)όταν ο Εναγόμενος 3 στις 20.01.2009 έδωσε την κατάθεση του - Τεκμήριο 6 - στον Επιθεωρητή Εργασίας επί λέξει είπε, αναφερόμενος στον Κχχχχ Κχχχχχχ - Μ.Υ.1 - ως εργολάβο τα ακόλουθα: «του ζήτησα να μου βρει καλουψιή, επήραμε προσφορές και επιλέξαμε το Μχχχχ Πχχχχχ τον οποίο γνώριζε ο εργολάβος από προηγούμενες δουλειές που έκαναν μαζί. Η προσφορά για το ξυλότυπο έγινε στο όνομα του εργολάβου. Τον εργολάβο καλουπιών ανέλαβα να τον πληρώνω εγώ όπως και την αγορά όλων των απαιτούμενων υλικών.» Το αμέσως προαναφερόμενο λεκτικό ουδόλως επιτρέπει την αποδοχή της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος
- Αντίθετα κρίνεται πως επιβεβαιώνει την εκδοχή που ο Μ.Υ.1 παρουσίασε, και δη πως η ανάμιξη του τελευταίου στο θέμα της κατασκευής των καλουπιών ήταν να συστήσει, στον Εναγόμενο 3, τον Μχχχχχ Πχχχχχ και την εταιρεία του ουσιαστικά, ως καλουψιή. Υποβλήθηκε προσφορά και εν τέλει οι Εναγόμενοι 1 ανέλαβαν τις εργασίες του ξυλότυπου. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά ο Εναγόμενος 3 δεν θα είχε λόγο, ούτε δικαίωμα, να δει και να επιλέξει τον καλουψιή αφού αυτός θα ήταν υπεργολάβος των Εναγόμενων 2, οι οποίοι με τη σειρά τους δεν θα είχαν υποχρέωση να γνωστοποιήσουν στον Εναγόμενο 3 τις προσφορές που θα έπαιρναν και ούτε βέβαια να πάρουν έγκριση από αυτόν. Συνεπώς το γεγονός ότι στην προσφορά - Τεκμήριο 3 - που ετοίμασαν οι Εναγόμενοι 1 αναγραφόταν το όνομα του Μ.Υ.1, υπό τις περιστάσεις κρίνεται ότι έχει ουδέτερη σημασία. Τέλος κρίνεται ως γενική και μη πειστική η μαρτυρία του Εναγόμενου 3 πως ο Μ.Υ.1 του είχε πει ότι θα τον χρέωνε στο τέλος, χωρίς αυτή η θέση του να συνοδεύεται από εξειδικευμένες χρεώσεις, στις οποίες εν πάση περιπτώσει ούτε έκανε μνεία, αλλά ούτε και ανέφερε ότι θα χρεωνόταν συγκεκριμένο ποσό ή ποσοστό, πέραν από τις χρεώσεις που σχετίζονται με το στρώσιμο του μπετόν, ή έστω κατά προσέγγιση ένα ποσό. Ο Μ.Υ.4, Εναγόμενος 4, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του παρέμεινε αταλάντευτη, καθ΄ όλα ξεκάθαρη και σταθερή μέχρι το τέλος της, παρά τη σθεναρή αντεξέταση που έτυχε από τους συνηγόρους των υπόλοιπων διάδικων. Δεν διαπιστώνεται να συντρέχουν στοιχεία μαρτυρίας τα οποία να συγκρούονται είτε με την κοινή λογική είτε με οποιαδήποτε αναντίλεκτη μαρτυρία, τα οποία να είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Υπήρξε κατηγορηματικός στις τοποθετήσεις του απαντώντας ευθέως και χωρίς περιστροφές. Το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του, ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Βέβαια, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του, προερχόμενη από λανθασμένη άποψη, που σχημάτισε, ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν ο εργολάβος του έργου, υπονοώντας όλου του έργου, καθ΄ ότι, αφ΄ ενός δεν είχε ο ίδιος ελέγξει αν προηγήθηκε ανάλογη συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου 3 και των Εναγόμενων 2, αφετέρου γνώριζε ότι ήδη για μέρος των εργασιών στην οικοδομή ανέλαβε ο Εναγόμενος 3 να διορίζει δικούς του εργολάβους, όπως έπραξε στις εργασίες υδραυλικού, ηλεκτρολόγου και διαμόρφωσης του οικοπέδου με χωματουργικές εργασίες. Προφανώς και αυτός λανθασμένα, απομονώνοντας το γεγονός της τοποθέτησης πινακίδας εργολήπτη από τους Εναγόμενους 2 ή και πιθανότατα λόγω αναφοράς από τον Εναγόμενο 3 ότι διόρισε εργολάβο για το έργο, θεώρησε ότι ήταν αρκετό πως για οτιδήποτε συνέβαινε στο έργο είχαν ευθύνη οι Εναγόμενοι
- Τελειώνοντας την αξιολόγηση, σημειώνεται πως η μαρτυρία της Μ.Υ.5 γίνεται αποδεκτή αφού πρόκειται για άτομο το οποίο δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στα γεγονότα ή συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Εξάλλου ούτε της υποβλήθηκε οτιδήποτε το αντίθετο. Η επιχειρηματολογία που σχετίζεται με τη μαρτυρία της, προερχόμενη από το συνήγορο των Εναγόμενων 2, αφορά στη βαρύτητα και όχι στην αξιοπιστία της μάρτυρος. Εισηγείται ο συνήγορος των Εναγόμενων 2 ότι η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος είναι εξ ακοής, προερχόμενη από έγγραφο το οποίο δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και συνεπώς δεν θα πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε αξία σε αυτή. Διαπιστώνεται κατ΄ αρχήν πως είναι γεγονός, ξεκάθαρο, ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.5, το περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στο ότι οι Εναγόμενοι 2 γνωστοποίησαν προς το Συμβούλιο Εργοληπτών την έναρξη εργασιών για το επίδικο έργο, εξού και δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή στους Εναγόμενους 2, είναι εξ ακοής μαρτυρία. Το Δικαστήριο παρότι πρόκειται για τέτοια μαρτυρία την αποδέχεται στηριζόμενο στο γεγονός ότι το πρόσωπο που την προσκόμισε είναι ανεξάρτητος, αξιόπιστος μάρτυρας, αλλά και στο ότι η μαρτυρία αυτή επιβεβαιώθηκε έμμεσα από τον Μ.Ε.1, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος από το Δικαστήριο, σημειωτέον οι Εναγόμενοι 2 δεν αμφισβήτησαν την αξιοπιστία του, ο οποίος κατέθεσε ότι οι Εναγόμενοι 2 είχαν τοποθετήσει την πινακίδα τους ως εργολήπτης στο έργο. Τα αμέσως προλεγόμενα βέβαια δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα προγενέστερα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, περί του κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 ήταν ή όχι ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, καθ΄ ότι η Μ.Υ.5 ανέφερε σαφώς πως η γνωστοποίηση αφορούσε στο ότι οι Εναγόμενοι 2 ήταν εργολήπτες για κάποιες εργασίες, έστω χωρίς να τις κατονομάσει, υπονοώντας ότι δεν ήταν για ολόκληρο το έργο, γεγονός που ούτως ή άλλως προκύπτει σαφέστατα ενώπιον του Δικαστηρίου, αφ΄ ής στιγμής ο Εναγόμενος 3 διόρισε από μόνος του υδραυλικό και ηλεκτρολόγο χωρίς να χρειάστηκε η έγκριση ή συνεννόηση με τους Εναγόμενους
- Ευρήματα Δικαστηρίου: Ενόψει της προηγηθείσας αξιολόγησης και της αναντίλεκτης μαρτυρίας το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως αυτά διατυπώνονται στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος 3 είναι ιδιοκτήτης ενός ακινήτου σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού. Περί το έτος 2008 αποφάσισε όπως ανεγείρει μία κατοικία στο εν λόγω ακίνητο. Ζήτησε από τον Εναγόμενο 4 να εκπονήσει σχετική μελέτη για αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια. Ο Εναγόμενος 4 ως αρχιτέκτονας, μηχανικός ετοίμασε τα προαναφερόμενα σχέδια. Τα σχέδια περιλάμβαναν και όροφο. Στη συνέχεια από μόνος του ο Εναγόμενος 3 μερίμνησε ώστε να καθαριστεί το ακίνητο του από τρίτο άτομο το οποίο προέβη σε χωματουργικές εργασίες. Διόρισε επίσης υδραυλικό και ηλεκτρολόγο. Τις εργασίες κατασκευής του ξυλότυπου στην οικοδομή ανέλαβαν οι Εναγόμενοι 1 με την επιλογή και την έγκριση του Εναγόμενου 3, κατόπιν προηγούμενης σύστασης του Μ.Υ.1 - διευθυντή των Εναγόμενων 2 - ο οποίος αφού παρέλαβε σε κλειστό φάκελο σχετική προσφορά - Τεκμήριο 3 - από τον Μ.Υ.3 την παρέδωσε στον Εναγόμενο
- Ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 1 κατέστηκαν ο εργολάβος για τα καλούπια - ξυλότυπο. Στη βάση προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Εναγόμενου 3 και των Εναγόμενων 2 συμφωνήθηκε όπως οι τελευταίοι ενεργούν ως εργολάβος αναφορικά με το στρώσιμο του μπετόν μέχρι την ολοκλήρωση του σκελετού της οικοδομής, περιλαμβανομένης της πλάκας του ορόφου. Περί τον Ιούνιο-Ιούλιο του 2008 άρχισαν οι εργασίες, με τους Εναγόμενους 1 να προχωρούν στην κατασκευή του ξυλότυπου, με τη συμμετοχή σιδερά, κάποιου Μχχχχχχ Νχχχχχχ ο οποίος εκτέλεσε τις εργασίες του σιδερένιου οπλισμού. Τον Μχχχχχ Πχχχχχχ για τα καλούπια πλήρωσε ο Εναγόμενος
- Στις 07.01.2009, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα του 2008, οπότε οι εργασίες είχαν διακοπεί, άρχισαν ξανά για το καλούπωμα της πλάκας στον όροφο. Οι Εναγόμενοι 1, ως εργολάβος των εργασιών καλουπώματος και εργοδότης του Ενάγοντα, προχώρησαν στην τοποθέτηση πλακάζ για το καλούπωμα της πλάκας. Προς το τέλος της ολοκλήρωσης της εν λόγω εργασίας ο Ενάγοντας ο οποίος εργαζόταν ως καλουψιής, με ελάχιστη εμπειρία, εργοδοτούμενος των Εναγόμενων 1, στην παρουσία του Μ.Υ.3 διευθυντή των τελευταίων και κατόπιν οδηγιών του, επιχείρησε να τοποθετήσει ένα πλακάζ στην άκρια της πλάκας, ωστόσο στην προσπάθεια του αυτή έπεσε στο έδαφος από τον όροφο που βρισκόταν και από ύψος 6,40 μ.. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας οπότε στη σκηνή του ατυχήματος, μεταξύ άλλων, μετέβηκε ο Επιθεωρητής Εργασίας, Μ.Ε.1, ο οποίος πήρε σχετικές πληροφορίες και προχώρησε σε διερεύνηση των συνθηκών που προκάλεσαν το επίδικο ατύχημα. Έλαβε επίσης στη συνέχεια καταθέσεις από εμπλεκόμενα με την υπόθεση πρόσωπα και ετοίμασε σχετική έκθεση - Τεκμήριο 1 - σύμφωνα με την οποία οι διαπιστώσεις του Μ.Ε.1, οι οποίες σημειωτέον δεν αμφισβητήθηκαν, συνίστανται στο ότι
(1)στο σημείο όπου έπεσε ο Ενάγοντας όπως και στην υπόλοιπη οικοδομή δεν υπήρχαν μέτρα προστασίας από πτώσεις, όπως σκαλωσιές, εκτός από ένα σημείο μόνο, στη βόρεια πλευρά της οικοδομής,
(2)στο σημείο που υποδείχθηκε στον Μ.Ε.1 ότι έπεσε ο Ενάγοντας υπήρχε σωρός από καρφοβελόνες, που σύμφωνα με τις πληροφορίες έπεσαν από τον Ενάγοντα,
(3)τα πατώματα ήταν αρκετά καθαρά και δεν υπήρχαν άχρηστα υλικά,
(4)ο εργοδότης παρουσίασε πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης εργοδότη με τη Λαϊκή Ασφαλιστική για 1 πρόσωπο με ημερομηνία λήξης στις 15.03.2009,
(5)δεν υπήρχε Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας ούτε και Σύστημα Διαχείρισης Κινδύνων,
(6)δεν είχε σταλεί η εκ των προτέρων γνωστοποίηση εργοταξίου στα γραφεία του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, και
(7)δεν ορίστηκε συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας. Αποτέλεσμα της πτώσης του Ενάγοντα, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του στη σπονδυλική στήλη. Ειδικότερα, υπέστη ασταθές κάταγμα Θ.9-Θ.10 με σοβαρό τραυματισμό στο νωτιαίο μυελό και πλήρη παραπληγία. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και στη συνέχεια στο Αχίλλειο Ιατρικό Κέντρο όπου χειρουργήθηκε. Του έγινε αποσυμπίεση και σταθεροποίηση. Δεκατρείς μήνες μετά τον τραυματισμό του, ήτοι στις 17.02.2010, η κατάσταση του δεν είχε αλλάξει, παρέμεινε παραπληγία και σπαστικότητα καθώς επίσης διαταραχές στη λειτουργία των οργάνων της λεκάνης. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό και τη γνώμη του Δρ. Μ. Σχχχχχ - Τεκμήριο 11 - πρόκειται για μόνιμα προβλήματα. Σημειώνεται πως το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 11, τα οποία υποστηρίζουν τα αμέσως προαναφερθέντα για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα, δηλώθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτά γεγονότα. Περαιτέρω εξαιτίας του πιο πάνω τραυματισμού του ο Ενάγοντας δεν εργάστηκε ξανά μετά το επίδικο ατύχημα. Κατά την εργοδότηση του στους Εναγόμενους 1 είχε μισθό €370,00 εβδομαδιαίως. Του καταβάλλεται σήμερα από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επίδομα ύψους €1.130,00 μηνιαίως. Λόγω του τραυματισμού του ο Ενάγοντας έχει καταστεί παραπληγικός και θα χρειάζεται κινησιοθεραπεία για το υπόλοιπο της ζωής του - Τεκμήριο 12 - είναι δε ανίκανος σήμερα να εξασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε κατά το επίδικο ατύχημα ή άλλη χειρονακτική εργασία. Παρ΄ ότι αναζήτησε εργασία δεν βρήκε μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου δεν έχει εισοδήματα εκτός από το επίδομα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης λόγω του τραυματισμού του ο Ενάγοντας, ηλικίας 21 ετών κατά το επίδικο ατύχημα ταλαιπωρήθηκε από πόνους και η μόνιμη αναπηρία του δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα, εξαιτίας και της διαμόρφωσης και αλλαγής του τρόπου ζωής του στερούμενος χαρές, απολαύσεις και ανέσεις της ζωής. Για να αποκτήσει παιδί απαιτείται εξωσωματική επέμβαση η οποία απαιτεί μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο δεν διαθέτει. Μία με δύο φορές την εβδομάδα τον τελευταίο καιρό επισκέπτεται ψυχολόγο για στήριξη λόγω των διαφόρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Προς αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε κινησιοθεραπείες από 06.10.2009 μέχρι 10.09.2013 και πλήρωσε το ποσό των €46.200,00. Πλήρωσε επίσης το ποσό των €5.369,79 ως έξοδα του Δρα Α. Πχχχχχχχ, €600,00 έξοδα του ιατρού Μ. Σχχχχχχ και το ποσό των €26.509,37 ως έξοδα στο Αχίλλειο Νοσοκομείο, ποσά για τα οποία δεν αντεξετάστηκε ο Ενάγοντας. Πριν το επίδικο ατύχημα ο Ενάγοντας ασχολείτο με το καράτε, την κολύμβηση και το μποξ καθώς επίσης διαφήμιζε ρούχα για κάποιο φίλο του, δραστηριότητες τις οποίες δεν μπορεί πλέον να κάνει. Σήμερα ο Ενάγοντας εφόσον δεν βρήκε εργασία να απασχολείται συνεχίζει κινησιοθεραπείες και γυμνάζεται, από τη μέση και πάνω, συμμετέχει δε σε αγώνες άρσης βαρών σε πάγκο, προκειμένου να περνά το χρόνο του, αντιμετωπίζοντας έτσι με αισιοδοξία τη ζωή. Περνά επίσης αρκετό χρόνο σε πλυντήριο αυτοκινήτων που ανήκει στη μητέρα του πίνοντας καφέ και βλέποντας φίλους και γνωστούς. Μπορεί να οδηγεί αυτοκίνητο και ευελπιστεί πως αν μπορέσει και ολοκληρώσει τις σπουδές που άρχισε (διοίκηση επιχειρήσεων) τις οποίες άφησε στο μέσο λόγω οικονομικών δυσκολιών θα βρει κάποια γραφειακή εργασία ώστε να απασχολείται, ωστόσο από τις προσπάθειες του προκύπτει ότι οι πιθανότητες είναι πολύ μικρές, λόγω των προβλημάτων υγείας του και συνεπώς είναι σήμερα ανίκανος για εργασία. Επειδή οι Εναγόμενοι 1, εργοδότες του Ενάγοντα κατά το επίδικο ατύχημα, ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστική εταιρεία, καταβλήθηκε στον τελευταίο το ποσό των €85.430,00 - βλέπε Τεκμήριο 16 - και αυτός επιφύλαξε τα δικαιώματα του για διεκδίκηση περαιτέρω αποζημιώσεων. Νομική Πτυχή: Κρίνεται χρήσιμο στο στάδιο αυτό όπως παρατεθεί στη συνέχεια το περιεχόμενο των άρθρων 13 και 15 του Ν.89(Ι)/1996 (Ο Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμος) καθώς και του ορισμού «εργολήπτης» όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.29(Ι)/2001 (Ο Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμος). Άρθρο 13 Ν.89(Ι)/1996 «13.-
(1)Κάθε εργoδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ: Νοείται ότι ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα οφειλόμενα σε ξένες προς αυτόν, ανώμαλες και απρόβλεπτες συνθήκες, ή σε έκτακτα γεγονότα, οι συνέπειες των οποίων δε θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί παρόλη την επιδειχθείσα επιμέλεια.
(2)Χωρίς επηρεασμό της γεvικότητας τωv υπoχρεώσεωv τoυ, πoυ αvαφέρovται στo εδάφιo
(1), oι υπoχρεώσεις κάθε εργoδότη επεκτείvovται ώστε vα περιλαμβάvoυv τα ακόλoυθα- (α) τηv παρoχή και διατήρηση εγκαταστάσεωv, συστημάτωv και μεθόδωv εργασίας τα oπoία vα είvαι ασφαλή και χωρίς κιvδύvoυς για τηv υγεία, (β) τις διευθετήσεις πoυ διασφαλίζoυv τηv ασφάλεια και τηv απoυσία κιvδύvωv για τηv υγεία σε σχέση με τηv χρήση, χειρισμό, απoθήκευση και μεταφoρά αvτικειμέvωv και oυσιώv, (γ) τηv παρoχή, τέτoιωv πληρoφoριώv, oδηγιώv, εκπαίδευσης και επιτήρησης για τηv διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ, (δ) την παροχή και τη διατήρηση oπoιωvδήπoτε χώρωv εργασίας πoυ είvαι κάτω από τov έλεγχo τoυ, συμπεριλαμβαvoμέvωv και τωv μέσωv πρoσπέλασης και εξόδoυ, σε κατάσταση πoυ vα είvαι ασφαλείς και χωρίς κιvδύvoυς για τηv υγεία, (ε) τηv παρoχή και διατήρηση περιβάλλovτoς εργασίας για τoυς εργoδoτoυμέvoυς τoυ, τo oπoίo είvαι ασφαλές, χωρίς κιvδύvoυς για τηv υγεία και επαρκές όσov αφoρά τις διευκoλύvσεις και διευθετήσεις για τηv ευημερία τoυς στηv εργασία. (στ)(
- i)τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων του, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης, εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων (
- ii)την επίβλεψη της ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων του ή και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή από τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του· (iii) την προσαρμογή των μέτρων αυτών ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και την επιδίωξη της βελτίωσης των υφιστάμενων καταστάσεων· (ζ) την παροχή στους αντιπροσώπους ασφάλειας επαρκούς απαλλαγής από την εργασία χωρίς μισθολογική απώλεια, καθώς και των αναγκαίων μέσων προκειμένου να μπορούν να εκπληρώσουν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.
(3)Ο εργoδότης εφαρμόζει τα μέτρα πoυ πρoβλέπovται στον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού ακoλoυθώvτας τις πιo κάτω γεvικές αρχές πρόληψης: (α) απoφυγή τωv κιvδύvωv (β) εκτίμηση τωv κιvδύvωv πoυ δεv μπoρoύv vα απoφευχθoύv (γ) καταπoλέμηση τωv κιvδύvωv στηv πηγή τoυς (δ) πρoσαρμoγή της εργασίας στov άvθρωπo, ειδικότερα όσov αφoρά τη διαμόρφωση τωv θέσεωv εργασίας καθώς και τηv επιλoγή τωv εξoπλισμώv εργασίας και τωv μεθόδωv εργασίας και παραγωγής προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία. (ε) παρακoλoύθηση της εξέλιξης της τεχvoλoγίας (στ) αvτικατάσταση τoυ επικίvδυvoυ από τo μη επικίvδυvo ή τo λιγότερo επικίvδυvo (ζ) Ανάπτυξη μιας ενιαίας και συνολικής πολιτικής πρόληψης, η οποία να καλύπτει την τεχνολογία, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και την επίδραση των παραγόντων που συνδέονται με το εργασιακό περιβάλλον (η) πρoτεραιότητα στη λήψη μέτρωv oμαδικής πρoστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατoμικής πρoστασίας (θ) παρoχή τωv κατάλληλωv oδηγιώv στα πρόσωπα στην εργασία.
(4)Κάθε εργoδότης πρέπει vα λαμβάvει τα αvαγκαία μέτρα ώστε o εξoπλισμός εργασίας, oι μηχαvές, τα μηχαvήματα, oι συσκευές, και τα εργαλεία πoυ τίθεvται στη διάθεση τωv πρoσώπωv στηv εργασία, vα είvαι, κατάλληλα για τηv πρoς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα πρoσαρμoσμέvα πρoς τo σκoπό αυτό, έτσι ώστε vα διασφαλίζεται η ασφάλεια και υγεία τωv πρoσώπωv στηv εργασία, κατά τηv χρησιμoπoίηση τoυς.
(5)................................
(6)................................
(7)................................
(8)................................
(9)................................
(10)................................
(11)................................
(12)................................
(13)................................
(14)................................
(15)................................
(16)................................
(17)................................
(18)...............................» Άρθρο 15 Ν.89(Ι)/1996 «15.-
(1)Κάθε εργoδoτoύμεvo πρόσωπo εφόσov ευρίσκεται στηv εργασία, πρέπει vα: (α) Λαμβάvει εύλoγη φρovτίδα για τηv ασφάλεια και υγεία τoυ καθώς και τωv άλλωv πρoσώπωv πoυ μπoρεί vα επηρεάζovται από πράξεις ή παραλείψεις τoυ όταv βρίσκεται στηv εργασία. (β) συvεργάζεται με τov εργoδότη στηv εκτέλεση κάθε καθήκovτoς ή υπoχρέωσης πoυ επιβάλλεται σ' αυτόv σύμφωvα με τov παρόvτα Νόμo. (γ) χρησιμoπoιεί τov πρoστατευτικό εξoπλισμό ή ιματισμό πoυ παρέχεται από τov εργoδότη σύμφωvα με τις διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ.
(2)Καvέvα πρόσωπo δεv πρέπει εσκεμμέvα ή απερίσκεπτα vα κάvει κακή χρήση ή vα επεμβαίvει αυθαίρετα σε oτιδήπoτε πoυ παρέχεται για τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία τoυ ιδίoυ ή άλλωv πρoσώπωv στηv εργασία.
(3)[Διαγράφηκε].» Άρθρο 2 Ν.29(Ι)/2001 «.................................. «Εργολήπτης» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει κατ΄ επάγγελμα την εκτέλεση ή εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο (περιλαμβανομένης της ανάληψης μόνο των εργατικών) έναντι καθορισμένου ποσού ή ποσοστιαίας αμοιβής ή έναντι οποιουδήποτε άλλου ανταλλάγματος πλην μισθού ή για δική του εκμετάλλευση ή για άλλης μορφής χρήση ή σκοπό. ...................................» Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται από τα άρθρα 51 και 57 του Κεφ. 148. Όσον αφορά την εξέταση και διακρίβωση του κατά πόσο υπήρξε αμέλεια κατ΄ αρχήν και έπειτα συντρέχουσα αμέλεια έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Μακρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ. 1013, σελ. 1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 51, 57, 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 Αll E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Mirafloresand the Abadese
(1967)1 All E.R. 672, 777, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν το ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα ...» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρονται τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια [Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215].» Ειδικότερα όσον αφορά στην υποχρέωση για παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας, γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις Γεωπαν ΚΟ ΛΤΔ ν. Αδελφοί Λευκαρίτη Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1879 και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Σταύρου Στυλιανού κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 στις οποίες τονίζεται η ανάγκη όπως ο εργοδότης επιδεικνύει προς τον εργοδοτούμενο την εύλογη φροντίδα για προμήθεια ασφαλούς εξοπλισμού και ασφαλούς συστήματος εργασίας. Στην υπόθεση Διονύσης Κυριάκου ν. Caramontani Bros Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 219 αποφασίστηκε ότι το καθήκον του εργοδότη, για παροχή ασφαλούς τόπου ή ασφαλούς συστήματος εργασίας, απέναντι στους υπαλλήλους του είναι απόλυτο και πως στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, το καθήκον του εργοδότη να προσφέρει και να διατηρεί ασφαλή χώρο χωρίς κινδύνους, για τους εργοδοτούμενους του, πρέπει να ασκείται ανεξάρτητα από το αν οι κίνδυνοι μπορούν να προβλεφθούν ή όχι. Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΑΓΝΟΥ ν. ALCO FILTERS (CYPRUS) LTD
(2002)1Β Α.Α.Δ. 918 αναφέρθηκε ότι, η παραβίαση από πλευράς των εργοδοτών του καθήκοντος επιμέλειας, δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Κρίθηκε πως παρόλο που ο κίνδυνος ήταν απομακρυσμένος ήταν όμως υπαρκτός και επομένως εγειρόταν καθήκον του εργοδότη προς αποτροπή του. Ο εργοδότης παρέλειψε να πάρει τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα, εκθέτοντας τον εργοδοτούμενο του σε αχρείαστο κίνδυνο γεγονός που κρίθηκε ότι στοιχειοθετούσε την ευθύνη του αποκλειστικά για το ατύχημα. Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή εκτός από την ιδιότητα του εργοδότη, στρέφεται εναντίον των Εναγόμενων 1 και ως υπεργολάβου αλλά και των Εναγόμενων 2 ως εργολάβου καθώς, και εναντίον του ιδιοκτήτη του έργου, Εναγόμενου 3, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια οι πρόνοιες του άρθρου 11 της Κ.Δ.Π. 172/2002 (Οι Περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) Κανονισμοί του 2002) όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «11.—
(1)Κατά την εκτέλεση του έργου οι προβλεπόμενες στο άρθρο 13 του Νόμου υποχρεώσεις των εργοδοτών, περιλαμβανομένων των γενικών αρχών πρόληψης, βάσει των οποίων οι εργοδότες στα πλαίσια των ευθυνών τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων, εφαρμόζονται κυρίως όσον αφορά— (α) Τη διατήρηση του εργοταξίου σε ικανοποιητική κατάσταση από άποψη τάξης και υγιεινής· (β) την επιλογή της τοποθέτησης των θέσεων εργασίας, ενόψει των συνθηκών πρόσβασης στις θέσεις αυτές, καθώς και τον καθορισμό των οδών ή ζωνών μετακίνησης ή κυκλοφορίας· (γ) τις συνθήκες μεταφοράς των διάφορων υλικών (δ) την τακτική συντήρηση, τον έλεγχο πριν από την έναρξη της λειτουργίας και τον περιοδικό έλεγχο των εγκαταστάσεων και των μηχανικών διατάξεων, ώστε να αποφεύγονται οι ατέλειες που θα μπορούσαν να βλάψουν την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων (ε) την οριοθέτηση και τη διευθέτηση των ζωνών αποθήκευσης και εναπόθεσης των διάφορων υλικών, ειδικότερα εφόσον πρόκειται για επικίνδυνα υλικά ή ουσίες· (στ) τις συνθήκες αποκομιδής των επικίνδυνων υλικών που χρησιμοποιήθηκαν (ζ) την αποθήκευση και τη διάθεση ή την αποκομιδή των απορριμμάτων και των άχρηστων υλικών, (η) την αναπροσαρμογή, ανάλογα με την πορεία των εργασιών στο εργοτάξιο, της πραγματικής διάρκειας για τα διάφορα είδη ή στάδια εργασίας· (θ) τη συνεργασία μεταξύ των εργοδοτών και των αυτοεργοδοτουμένων (ι) τις αλληλεπιδράσεις με δραστηριότητες εκμετάλλευσης στο χώρο μέσα ή κοντά στον οποίο έχει εγκατασταθεί το εργοτάξιο.
(2)Τηρουμένων των προνοιών της παραγράφου
(3)του παρόντος Κανονισμού, για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των Κανονισμών 9 και 10 των παρόντων Κανονισμών, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι— (α) Λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV των παρόντων Κανονισμών, ιδίως κατά την εφαρμογή της παραγράφου
(1)του παρόντος Κανονισμού· και (β) λαμβάνουν υπόψη τις υποδείξεις των συντονιστών για θέματα ασφάλειας και υγείας.
(3)(α) Ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφάλειας που προβλέπονται στις παραγράφους
(1)και
(2)του παρόντος Κανονισμού, τα οποία αφορούν ολόκληρο το έργο. (β) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει, πριν από την ανάληψη των εργασιών τμήματος του έργου από εργολάβο ή υπεργολάβο και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στις παραγράφους
(1)και
(2)του παρόντος Κανονισμού, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήμα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής. (γ) Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στις παραγράφους
(1)και
(2)του παρόντος Κανονισμού, τα οποία αφορούν το τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους.» (Η προβολή με έντονα γράμματα έγινε από το Δικαστήριο) Ευθύνη:- Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει στοιχειοθετήσει ευθύνη για το επίδικο ατύχημα το οποίο του συνέβη, στις 07.01.2009, ξεχωριστά για έναν έκαστον των Εναγόμενων. Λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά νομολογηθέντα και τις υποχρεώσεις εργοδότη όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1996 καθώς και τα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι οι Εναγόμενοι 1, αφ΄ ενός ως εργοδότης του Ενάγοντα, αφ΄ ετέρου ως εργολάβος για τις εργασίες των καλουπιών, όπου εργαζόταν ο Ενάγοντας, φέρουν ευθύνη για το επίδικο ατύχημα που αυτός υπέστη για τους πιο κάτω λόγους: (α) Παρέλειψαν να παρέχουν στον Ενάγοντα ασφαλές σύστημα εργασίας, ειδικότερα του έδωσαν οδηγίες να εργαστεί στον όροφο της πλάκας της υπό ανέγερση επίδικης οικοδομής, χωρίς να τοποθετήσουν ικριώματα ή προστατευτικά δίκτυα ή να τον προμηθεύσουν με οποιοδήποτε εξοπλισμό ο οποίος να τον προστατεύσει από πτώση, αφού εργαζόταν σε ύψος πέραν των 2 μέτρων, ήτοι σε ύψος 6.40 μέτρα και παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι επρόκειτο για άπειρο καλουψιή. (β) Ο κίνδυνος ήταν καθόλα προβλεπτός για τους Εναγόμενους 1, οι οποίοι στην παρουσία του διευθυντή τους, ο οποίος εργαζόταν μαζί με τον Ενάγοντα, τον αγνόησαν πλήρως και έδωσαν οδηγίες στον Ενάγοντα να εργαστεί σε επικίνδυνο χώρο. (γ) Ο τρόπος εργασίας του Ενάγοντα ήταν ο μόνος για να εκτελέσει την εργασία του, κατ΄ εντολή των εργοδοτών του και στην παρουσία του διευθυντή των Εναγόμενων 1, χωρίς να του παράσχουν εναλλακτικό τρόπο εργασίας πιο ασφαλή ή να του δώσουν έστω κάποια προειδοποίηση. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικνύουν πως καμία πράξη πρόληψης του καθ΄ όλα προβλεπτού κινδύνου υπήρξε εκ μέρους των Εναγόμενων 1, παραβιάζοντας έτσι τις υποχρεώσεις τους έναντι του Ενάγοντα όπως αυτές προνοούνται στο άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1996 και στο άρθρο 11 των σχετικών Κανονισμών - Κ.Δ.Π.172/2002. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 2, έχοντας κατά νου τα ευρήματα, προκύπτει ότι αυτοί δεν ήταν ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ότι δεν σύναψαν συμφωνία υπεργολαβίας με τον εργοδότη του Ενάγοντα, παρά μόνο ήταν ένας ανεξάρτητος εργολάβος για συγκεκριμένες εργασίες που δεν σχετίζονταν με την κατασκευή του ξυλότυπου στις οποίες εργαζόταν ο Ενάγοντας, και ούτε ασκούσαν κάποιο έλεγχο επί των εργασιών με τις οποίες ασχολούνταν ο Ενάγοντας, αλλά ούτε και ο χώρος - τόπος - εργασίας του Ενάγοντα βρισκόταν υπό τον έλεγχο τους (βλέπε σχετική καθοδήγηση στην υπόθεση D & G IGOS SICAPI LTD v. 1. D. & G. PRODUCTS LTD κ.ά.
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2315). Συνακόλουθα εξάγεται το συμπέρασμα πως οι Εναγόμενοι 2 δεν παραβίασαν κάποιο καθήκον επιμέλειας ως προς την ασφάλεια του Ενάγοντα, ειδικότερα δεν παραβίασαν πρόνοιες και υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1986 ή του άρθρου 11 των Κανονισμών του 2002 (Κ.Δ.Π.172/2002), κατ΄ επέκταση δεν παραβίασαν ούτε κάποιο καθήκον επιμέλειας ή φροντίδας για την ασφάλεια του Ενάγοντα. Κρίνεται πως ενόψει των προαναφερόμενων το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να επιρρίψει οποιαδήποτε ευθύνη σε αυτούς για το επίδικο ατύχημα. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 επίσης κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να αποδώσει ευθύνη σε αυτόν, για το επίδικο ατύχημα, καθότι δεν ήταν ο εργοδότης του Ενάγοντα, δεν είχε συμβληθεί μαζί του, συνεπώς δεν όφειλε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας για την ασφάλεια εργοδοτούμενου, έστω και αν η υπό ανέγερση οικοδομή ήταν για λογαριασμό του. Δεν παραβίασε κάποιο καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα, ως ιδιοκτήτης του έργου. Δεν παραγνωρίστηκε πως ο Εναγόμενος 3 δεν όρισε συντονιστή για θέματα Ασφάλειας και Υγείας κατά την εκτέλεση των εργασιών ή ότι δεν υπήρχε σύστημα διαχείρισης κινδύνου στην οικοδομή. Τα προαναφερόμενα στοιχεία διαφαίνεται πως από μόνα τους δεν είναι ικανά για να στοιχειοθετήσουν την έννοια της αμέλειας και ειδικότερα το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των εν λόγω παραλείψεων του Εναγόμενου 3 με το αποτέλεσμα που ήταν ο τραυματισμός του Ενάγοντα. Καθ΄ όλα συναφές και καθοριστικό κρίνεται το περιεχόμενο του άρθρου 11
(3)(β) (ανωτέρω) της Κ.Δ.Π.172/2002, το οποίο έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθ΄ ότι οι εργασίες στις οποίες συμμετείχε ο Ενάγοντας αφορούσαν τμήμα των εργασιών που ανέλαβαν οι Εναγόμενοι 1, εργοδότες του, αλλά και ταυτόχρονα εργολάβος των εργασιών του ξυλότυπου, ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 3 δεν όφειλε να τηρεί μέτρα ασφάλειας στο τμήμα εργασιών που ανέλαβαν οι Εναγόμενοι 1. Είναι προφανές πως ο νομοθέτης θέλησε να οριοθετήσει και διαχωρίσει την ευθύνη των ιδιοκτητών από τους εργοδότες, εργολάβους και υπεργολάβους θεσμοθετώντας υποχρεώσεις των ιδιοκτητών για τήρηση μέτρων ασφάλειας στις περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει εργολάβος ή υπεργολάβος, είτε ολόκληρου του έργου είτε μέρος αυτού. Εν πάση περιπτώσει οι γενικότερες υποχρεώσεις για διορισμό συντονιστή για θέματα ασφάλειας από τον ιδιοκτήτη, όταν δεν ορίζεται εργολάβος για ολόκληρο το έργο, δεν είναι ασύνδετες με το πνεύμα του άρθρου 11
(3)(β) των Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 172/2002). Τέλος αναφορικά με τον Εναγόμενο 4 ομοίως κρίνεται πως ούτε αυτός παραβίασε κάποιο καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα, αφού δεν ήταν ο εργοδότης του, είτε είχε κάποια άλλη υποχρέωση στην υπό ανέγερση οικοδομή για θέματα ασφάλειας. Ήταν ο επιβλέπων μηχανικός για την ποιότητα των εργασιών σε ότι αφορά την ειδικότητα του και όχι της ασφάλειας των εργασιών και των εργοδοτούμενων στην οικοδομή από άλλα πρόσωπα. Βέβαια όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Π.Γ. ΛΑΠΠΑΣ ν. Α. Ν. ΠΑΦΙΤΗΣ κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 «Δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει ως θέμα νόμου, την ύπαρξη ευθύνης του αρχιτέκτονα και έναντι τρίτων». Παράλληλα όμως στην ίδια υπόθεση διατυπώθηκε πως: «Το καθήκον επιμέλειας, και συνεπώς η ίδια αμέλεια ως αστικό αδίκημα, δεν εξετάζεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην ορισμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά, εν προκειμένω τον τραυματισμό. Ποιά θα ήταν η κατάσταση αν οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν απαίτηση από τους ιδιοκτήτες της κατοικίας με τους οποίους είχαν συμβληθεί ή από τρίτους, άσχετους προς το έργο της τοποθέτησης του αρνητικού οπλισμού και της αφαίρεσης των υποστυλωμάτων και των καλουπιών, είναι ζήτημα που εκφεύγει των ορίων της αντιδικίας στην παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση Florida Hotels PtY Ltd αφορούσε σε αξίωση αυτής της φύσης και από αυτή την άποψη επίσης διαφοροποιείται. Είναι όμως αποκαλυπτικητής ανάγκης, αν πρόκειται να θεμελιωθεί αυτοτελής ευθύνη του αρχιτέκτονα έναντι τρίτου, έξω δηλαδή από όσα συνδέονται προς τη συμβατική ευθύνη έναντι του ιδιοκτήτη του κτιρίου, να θεμελιώνεται η "εγγύτητά" του (proximity) προς τον αρχιτέκτονα.» Υπενθυμίζεται πως ο Εναγόμενος 4 δεν είχε καν επισκεφθεί την υπό ανέγερση οικοδομή κατά το χρόνο - την ημέρα - που άρχισαν οι εργασίες της πλάκας του ορόφου, συνεπώς δεν είχε περιέλθει οποιοσδήποτε κίνδυνος στην αντίληψη του πλην όμως παρέλειψε να προβεί σε σχετικές υποδείξεις. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να στοιχειοθετήσει ότι ο Εναγόμενος 4 είχε υποχρέωση επίδειξης επιμέλειας και φροντίδας για την ασφάλεια του Ενάγοντα στο χώρο εργασίας του. Συντρέχουσα αμέλεια:- Παράλληλα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση στο παρόν στάδιο, στη βάση των ευρημάτων του, να εξετάσει αν τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν επίρριψη συντρέχουσας αμέλειας στον Ενάγοντα. Ό,τι παρατηρείται κατ΄ αρχήν, είναι πως ο ίδιος ο Ενάγοντας μέσα από τη μαρτυρία του αποδέχθηκε ότι το εγχείρημα του να εργαστεί στο συγκεκριμένο χώρο, όπου έγινε το επίδικο ατύχημα, ήταν επικίνδυνο, ωστόσο παράβλεψε τον κίνδυνο και συνέχισε να εργάζεται. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η εξήγηση που έδωσε για την επιλογή του είναι ικανή να τον απαλλάξει από ευθύνη. Πρόβαλε τη θέση πως επέλεξε να εργαστεί στον επικίνδυνο χώρο και με τον επικίνδυνο τρόπο ουσιαστικά καθότι του είχαν δοθεί σχετικές εντολές και οδηγίες από τον εργοδότη του, ο οποίος βρισκόταν μαζί του και εργαζόταν στον ίδιο χώρο. Το γεγονός αυτό όμως κρίνεται πως δεν τον απαλλάσσει της ευθύνης και των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το άρθρο 15 του Ν.85(Ι).1996, προκειμένου να λάμβανε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια του, αφού είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο, και όφειλε να αρνηθεί να εκτελέσει επικίνδυνη εργασία. Δεν έθεσε άλλωστε θέμα άρνησης να εργαστεί και να του ειπώθηκε ότι θα έχανε την εργασία του, οπότε θα είχε βρεθεί σε δίλημμα. Το ότι ο Ενάγοντας μαρτύρησε πως αν αρνείτο, ως αυτός πιστεύει, θα τον απέλυε ο εργοδότης του, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη του. Ενόψει των προλεγόμενων, κρίνεται ότι ο κίνδυνος για τον Ενάγοντα ήταν καθ΄ όλα προβλεπτός και προφανώς άμεσα αντιληπτός για την ασφάλεια του, ως ο ίδιος κατέθεσε, πλην όμως επέλεξε να εργαστεί κάτω από επικίνδυνες συνθήκες εργασίας, αδιαφορώντας και ο ίδιος για την ασφάλεια του. Συνακόλουθα των προαναφερθέντων κρίνεται ότι ο Ενάγοντας είναι υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας για το επίδικο ατύχημα το οποίο του συνέβη. Βέβαια οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση δικαιολογούν συμπέρασμα πως η ευθύνη του Ενάγοντα είναι κατά πολύ μικρότερη από αυτή του εργοδότη του, ο οποίος επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια του εργαζόμενου του, ο δε τελευταίος ήταν άπειρος καλουψιής. Κατ΄ επέκταση κρίνεται δίκαιο όπως η ευθύνη του Ενάγοντα καθοριστεί σε ποσοστό 15% και των Εναγόμενων 1 σε 85%. Ενόψει των πιο πάνω και στη βάση απόδειξης ευθύνης για το επίδικο ατύχημα εκ μέρους των εργοδοτών του Ενάγοντα και εργολάβου για τις εργασίες καλουπώματος της υπό ανέγερση επίδικης οικοδομής, Εναγόμενων 1, επιβάλλεται ο καθορισμός αποζημιώσεων προς όφελος του Ενάγοντα στο πλαίσιο των αξιώσεων του ως αυτές προσδιορίζονται στην έκθεση απαίτησης του. Ειδικές ζημιές:- Σύμφωνα με νομολογιακές αρχές οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρότατα. Βλέπε υπόθεση Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239. Περαιτέρω στην υπόθεση Α. Μιχαηλίδη ν. Α. Δημοσθένους Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ στη σελίδα 674 αναφέρθηκε ότι: «Είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τους εφεσίβλητους να την αντικρούσουν». Προχωρώντας στην εξέταση και επιδίκαση των ειδικών ζημιών του Ενάγοντα, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αρχών αλλά και των συγκεκριμένων κονδυλίων, όπως αυτά ζητούνται στην έκθεση απαίτησης, σε συνυφασμό με την αποδεκτή μαρτυρία, αποφασίζονται τα πιο κάτω: Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών στην Έκθεση Απαίτησης διεκδικούνται τα ακόλουθα: (α) Έξοδα Δρα Αχχχχχ Πχχχχχχχ ύψους €5.369,79 Το εν λόγω κονδύλι εγκρίνεται ως αναγκαίο για την αντιμετώπιση του τραυματισμού του Ενάγοντα με τη χειρουργική επέμβαση την οποία διενήργησε ο Δρας Α. Πχχχχχ με σχετικό τιμολόγιο (βλέπε Τεκμήριο 14). (β) Έξοδα Δρα Μχχχχ Σχχχχχ ύψους €600,00 Επίσης το εν λόγω κονδύλι εγκρίνεται ως δικαιολογημένο αφού αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, για το λόγο που εξηγήθηκε, ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Δρα Μ. Σχχχχχ το ποσό των €600,
- (γ) Έξοδα Αχίλλειου Νοσοκομείου ύψους €26.509,37 Το εν λόγω κονδύλι επίσης εγκρίνεται ως δικαιολογημένο αφού σχετίζεται με τα έξοδα αποκατάστασης της υγείας του Ενάγοντα εξαιτίας του επίδικου τραυματισμού του (βλέπε Τεκμήριο 13). (δ) Έξοδα κινησιοθεραπείας και φυσιοθεραπείας ύψους €46.200,00 Το εν λόγω ποσό ομοίως εγκρίνεται ως δικαιολογημένο δυνάμει των όσων έχουν διατυπωθεί στην ενότητα «Ευρήματα» της παρούσας απόφασης (βλέπε και Τεκμήριο 12). (ε) Απώλεια εισοδήματος €370,00 εβδομαδιαίως από την ημερομηνία τραυματισμού, 07.01.2009, μέχρι την έκδοση απόφασης 10.09.2020, ήτοι €370,00 επί 654 εβδομάδες (56 εβδομάδες το έτος επί 11 έτη - 11 χ 56 = 616 πλέον 38 εβδομάδες του δωδέκατου έτους = 654 εβδομάδες) Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα προκύπτει πως ο Ενάγοντας θα είχε συνολικό εισόδημα ύψους €241.980,00 (654 εβδομάδες χ €370,00 ωστόσο αφαιρείται (α) το ποσό των €150.290,00 προερχόμενο από 133 μήνες (11 χρόνια και 1 μήνας από 01.08.2009 μέχρι 10.09.2020 αφού μέχρι 31.07.2009 πληρώθηκε επίδομα σωματικής βλάβης) επί €1.130,00 ευρώ τα οποία εισέπραξε από επίδομα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και (β) το ποσό των €2.565,64 το οποίο του πληρώθηκε ως επίδομα σωματικής βλάβης από την ημερομηνία ατυχήματος μέχρι 31.07.2009 (βλέπε Τεκμήριο 15). Συνακόλουθα η πραγματική του ζημιά ως απώλεια εισοδημάτων μέχρι την απόφαση ανέρχεται στο ποσό των €89.424,36, ως αυτό προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού των €152.555,64 (€150.290,00 και €2.265,64) από το ποσό των €241.980,
- Συνεπώς το συνολικό ποσό το οποίο εγκρίνεται ως δικαιολογημένο και εύλογο υπό τις περιστάσεις για τις ειδικές ζημιές του Ενάγοντα συμποσούται σε €168.103,52 (€5.369,79 + €600,00 + €26.509,37 + €46.200,00 + €89.424,36). Γενικές αποζημιώσεις:- Προχωρώντας στον καθορισμό του ποσού των γενικών αποζημιώσεων γίνεται παραπομπή κατ' αρχήν στην υπόθεση Fysko Constructing Co Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 1014, όπου στη σελίδα 1028 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν και να καθοδηγούν τα Δικαστήρια κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων: «Βρίσκουμε τις αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων συμπυκνωμένες στη σελίδα 793 της απόφασης του Δικαστή Πική στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 CLR
- Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγήσαντα. ..................................... ................................... Η αναφορά μας στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν παραλείπαμε να σημειώσουμε τη διαπίστωση ως προς τη σταθερή τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που εθεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν, έτσι που, όπως επιγραμματικά παρατηρήθηκε, αν η απόδοση μας στα ελληνικά είναι ορθή, να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας. Τελικά, θα πρέπει να προσθέσουμε πως σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες όπως μπορούν να εξακριβωθούν με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων, ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές, σε περιπτώσεις αυτής της φύσης, θα μπορούσε να είναι βοηθητικές [Polykarpou v. Adamou (ανωτέρω)].» Μελετώντας τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει τάση για αύξηση στα ποσά των αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες και τον ανθρώπινο πόνο. Είναι σαφές ωστόσο ότι τα Δικαστήρια, κατά την επιδίκαση αποζημιώσεων, θα πρέπει να έχουν γνώμονα τους τη δίκαιη και εύλογη αποκατάσταση και όχι την τιμωρία ή την υπερβολή. Περαιτέρω, συνάγεται από τη νομολογία πως δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Οι άλλες αποφάσεις παρέχουν βέβαια γενική καθοδήγηση. Αναζητώντας νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τον καθορισμό γενικών αποζημιώσεων με παρόμοια ή ίδια τραύματα εντοπίστηκε και αναφέρεται ενδεικτικά η πιο κάτω νομολογία. Στην υπόθεση D & G IGOS SICAPI LTD v.
- D. & G. PRODUCTS LTD κ.ά. (ανωτέρω) ο Εφεσείοντας (στην Πολιτική Έφεση 23/2008) υπέστη όχι ακριβώς ίδιους με τον Ενάγοντα τραυματισμούς είχε όμως παρόμοιες συνέπειες και προφανώς κάπως σοβαρότερες, δεδομένου ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν στοιχεία ότι ο Ενάγοντας αδυνατεί πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί ή να εκπληρώνει τις καθημερινές του ανάγκες πλήρως. Επρόκειτο για πάλι πολύ νεαρό άτομο, 20 ετών, και το Εφετείο αύξησε το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν πρωτόδικα, από Λ.Κ.120.000,00 σε Λ.Κ.250.000,00 (€427,150,00). Δεν παραγνωρίζεται ωστόσο και θα ληφθεί υπόψη, ότι η προαναφερθείσα υπόθεση αποφασίστηκε προ 8 σχεδόν ετών, γεγονός που έχει τη σημασία του. Η μείωση της αξίας του χρήματος είναι δεδομένη. Λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τα τραύματα του Ενάγοντα και όλη την πορεία αυτών μέχρι σήμερα, όπως αυτά περιγράφονται στα ευρήματα, τον πόνο και την ταλαιπωρία την οποία αυτός υπέστη από τη χειρουργική επέμβαση, τη φυσιοθεραπεία στην οποία υποβλήθηκε και συνεχίζει προκειμένου να διατηρήσει τη φυσική του κατάσταση, καθώς και την ταλαιπωρία που θα υφίσταται για το υπόλοιπο της ζωής του, αφού πρόκειται για μόνιμη βλάβη, το ότι ήταν ηλικίας 21 ετών περίπου κατά το επίδικο ατύχημα και 32 ετών σήμερα, αφετέρου το γεγονός ότι του έχουν παραμείνει μόνιμα κατάλοιπα από τον τραυματισμό, στερούμενος των απολαύσεων της ζωής, τα δε όνειρα του προφανώς έχουν μεταβληθεί δραματικά, δεν μπορεί πλέον να ασχοληθεί με τις δραστηριότητες που ασχολείτο, και οτιδήποτε άλλο έχει αποτελέσει μέρος των ευρημάτων, κρίνεται ότι το ποσό των €400.000,00, είναι εύλογο και δίκαιο ως αποζημίωση για τις σωματικές του βλάβες, σε επίπεδο πλήρους ευθύνης. Δεδομένου ότι ο Ενάγοντας κατέστη πλήρως ανίκανος για εργασία επιβάλλεται ο καθορισμός και υπολογισμός της ζημιάς του όσον αφορά την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων. Έχοντας κατά νου αφ΄ ενός την ηλικία του Ενάγοντα, αφετέρου το γεγονός ότι είχε συγκεκριμένο μισθό, κρίνεται λαμβανομένων υπόψη των νομολογηθέντων στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1718, ότι υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε αυτό να επιλέξει τη μέθοδο συντελεστή με πολλαπλασιαστή τον οποίο καθορίζει στον αριθμό
- Συνεπώς το ποσό της απώλειας των μελλοντικών του απολαβών του Ενάγοντα καθορίζεται από το ποσό των €310.800,00 (56 εβδομάδες ετησίως χ €370,00 = €20.720,00 επί 15 χρόνια = €310.800,00) αφαιρουμένου ωστόσο του ποσού των €1.130,00 ως μηνιαίο επίδομα από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις επί 12 μήνες, οπότε προκύπτει ποσό €13.560,00 ετησίως το οποίο επί 15 χρόνια έχει ως αποτέλεσμα το ποσό των €203.400,
- Συνεπώς ως μελλοντική υπολογιζόμενη απώλεια εισοδημάτων επιδικάζεται το ποσό των €107.400,00 (€310.800,00 - €203.400,00). Όσον αφορά στην αξίωση για επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις έχοντας κατά νου τη σχετική νομολογία (βλέπε υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. ν. Κουρέα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1833) η οποία ασχολήθηκε με το εν λόγω ζήτημα, κρίνεται πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, ειδικότερα με βάση τα ποσοστά ευθύνης των Εναγόμενων 1 και τη συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα, ο τελευταίος δικαιούται σε απόφαση για τα πιο πάνω ποσά αφαιρουμένων (α) του ποσοστού ευθύνης 15% και (β) του ποσού των €85.430,00 το οποίο εισέπραξε από την ασφάλεια των Εναγόμενων 1. Εκδίδεται κατ΄ επέκταση απόφαση προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1: (α) Για το ποσό των €254.570,00 (€400.000,00 μείον €60.000,00 (15% συντρέχουσα αμέλεια) και μείον €85.430,00 που εισέπραξε από ασφάλεια = €254.570,00) ως γενικές αποζημιώσεις πλέον τόκο 5,5% από 07.01.2009 (ημερομηνία ατυχήματος) μέχρι εξόφλησης. (β) Για το ποσό των €142.888,00 (€168.103,52 μείον €25.215,52 (15% για συντρέχουσα αμέλεια) = €142.888,00) ως ειδικές ζημιές, πλέον τόκο 5,5% από την ημερομηνία ατυχήματος μέχρι εξόφλησης. (γ) Για το ποσό των €91.290,00 (€107.400,00 μείον 15% συντρέχουσα αμέλεια) ως απώλεια μελλοντικών απολαβών. (δ) Περαιτέρω, επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, στην ανάλογη κλίμακα, και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή απορρίπτεται εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 4 με έξοδα προς όφελος των Εναγόμενων 3 και 4 και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καμιά διαταγή για έξοδα ως προς τους Εναγόμενους 2 καθ΄ ότι δεν διεκδικούν έξοδα με δήλωση του συνηγόρου τους (βλέπε γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων 2). (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ/ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο