← Κύπρος

S & A CONSTANTINOU LTD ν. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 2958/12, 20/10/2020

S & A CONSTANTINOU LTD ν. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 2958/12, 20/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2958/12 Μεταξύ: S & A CONSTANTINOU LTD Εναγόντων - και - ΧΧΧΧΧΧ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ Εναγόμενου --------------------- Ημερομηνία: 20.10.2020 Για Ενάγοντες: κ. Χρίστος Χριστοφόρου για ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Κ. Ν. Θεοδωρίδης για ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ & ΣΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση αφορά αξίωση, εναντίον του Εναγόμενου, για ποσό €293.879,45 ως ποσό το οποίο αποτελεί τη ζημιά των Εναγόντων, η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά της πραγματικής αξίας ακινήτου τους και το ποσό της πώλησης του προς τους MARFIN POPULAR BANK CO LTD, εξαιτίας ενεργειών του Εναγόμενου, διορισμένου δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αγωγής χχχ3/2004 Ε.Δ. Λεμεσού, Διαχειριστή/Παραλήπτη των Εναγόντων, στη βάση Ομολόγου Επιβάρυνσης το οποίο ενεγράφη προς όφελος των Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, μέχρι του ποσού των €50.000,

  1. Πιο συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος, υπό την ιδιότητα που αναφέρθηκε πιο πάνω, ενήργησε κατά παράβαση διατάγματος του Δικαστηρίου, σύναψε συμφωνία με τους Marfin Popular Bank Co Ltd για πώληση του μοναδικού ακινήτου τους, επί του οποίου αυτοί διεξήγαγαν τις εργασίες τους, παρακάμπτοντας άλλους πιστωτές, όπως το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, το ταμείο προνοίας και το ταμείο Φ.Π.Α.. Η πώληση του ακινήτου διενεργήθηκε στις 08.03.2007 για το ποσό των €461.322,38 (Λ.Κ.270.000,00) ενώ η πραγματική αξία του ανερχόταν σε €755.201,83 (Λ.Κ.442.000,00). Η αγωγή χχχ3/2004 ολοκληρώθηκε στις 29.07.2009 με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης προς όφελος των Λαϊκή Φάκτορς Λτδ και εναντίον των Εναγόντων, ο δε Εναγόμενος όφειλε, ως εκ τούτου, να αποστείλει σχετική γνωστοποίηση στον Έφορο Εταιρειών αλλά και να παραδώσει όλα τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων στους διευθυντές τους, αναφορικά με τις δραστηριότητες του από 26.04.2004 που διορίστηκε μέχρι τις 20.07.2009 που εκδόθηκε η τελική απόφαση στην αγωγή χχχ3/
  2. Ο Εναγόμενος ωστόσο μέχρι σήμερα δεν απέστειλε τη σχετική γνωστοποίηση παύσης του διορισμού του στον Έφορο Εταιρειών, ούτε έχει παραδώσει τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων στους διευθυντές αυτών, εξού και αξιώνεται η διαγραφή του Εναγόμενου από τα μητρώα το Εφόρου Εταιρειών ως Διαχειριστή/Παραλήπτη των Εναγόντων (αξίωση Β επί της Έκθεσης Απαίτησης), καθώς και σχετικό διάταγμα για παράδοση στους Ενάγοντες των βιβλίων που ο Εναγόμενος τηρούσε (αξίωση Γ επί της Έκθεσης Απαίτησης). Τέλος αξιώνονται τόκοι και έξοδα. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος απορρίπτει την εκδοχή των Εναγόντων και ισχυρίζεται κατ΄ αρχήν ότι οι τελευταίοι, όπως και ο διευθυντής τους, Σχχχχχχ Κχχχχχχχ, αρνούνταν να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30.06.2004, το οποίο εκδόθηκε στην αγωγή χχχ3/2004 και συμμορφώθηκαν μόνο όταν καταδικάστηκαν από το Δικαστήριο σε παρακοή διατάγματος, παρ΄ ότι ο Εναγόμενος είχε νόμιμα διοριστεί Διαχειριστής/Παραλήπτης των Εναγόντων από τον Απρίλιο του
  3. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ως Διαχειριστής/Παραλήπτης των Εναγόντων ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και των όρων του Ομολόγου Επιβάρυνσης, ημερομηνίας 20.08.2002, και σε καμία περίπτωση κατά παράβαση του Διατάγματος ημερομηνίας 27.04.2004 ή αυθαίρετα. Σε καμία περίπτωση είχε σκοπό να καταδολιεύσει την περιουσία των Εναγόντων ή να αποκομίσει προσωρινά οφέλη και/ή ενεργούσε σε άγνοια των Εναγόντων αλλά ούτε παρέκαμψε τους πιστωτές των Εναγόντων. Όλα δε τα ποσά που είσπραξε και όλες οι πληρωμές που έκανε ως Διαχειριστής/Παραλήπτης των Εναγόντων, παρουσιάζονται σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε για το σκοπό αυτό. Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι από το διορισμό του μέχρι το 2006 συγκάλεσε όλους τους πιστωτές των Εναγόντων και προέβη σε διακανονισμούς για την πληρωμή και εξόφληση των οφειλών των Εναγόντων, συνεχίζοντας δε να πληρώνει και το προσωπικό αυτών. Ως προς την ακίνητη περιουσία των Εναγόντων, το μοναδικό τους ακίνητο, με αριθμό εγγραφής Cχχ0, Φ/Σχ. LIVχχχχχ, τεμάχιο χχ6, στην ενορία χχχχχ χχχχχχχχ, στη Λεμεσό, ήταν βεβαρημένο με αριθμό υποθηκών προς όφελος των Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Εισηγήθηκε την πώληση του με σκοπό την προστασία των συμφερόντων των Εναγόντων και να πληρωθούν τα χρέη που υπήρχαν. Κατόπιν οδηγιών αρχικά έλαβε σχετική εκτίμηση την 23.05.2005 με αγοραία αξία Λ.Κ.300.000,00 και καταναγκαστική αξία Λ.Κ.240.00,00, στη συνέχεια ζήτησε υποβολή προσφορών, με δημοσίευση στον καθημερινό τύπο, για πώληση του ακινήτου και οι μόνοι που ενδιαφέρθηκαν ήταν οι Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, υποβάλλοντας προσφορά Λ.Κ.270.000,00, νοουμένου ότι το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν στο όνομα τους ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση. Ζήτησε δεύτερη εκτίμηση, το 2007, με την οποία η αξία του ακινήτου καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.331.000,00 και η καταναγκαστική αξία σε Λ.Κ.260.000,
  4. Προχώρησε δε στην πώληση του ακινήτου για το ποσό των Λ.Κ.270.000,00 ενώ ταυτόχρονα είχε λάβει γραπτές διαβεβαιώσεις και/ή δεσμεύσεις τόσο από τους Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ όσο και από τους Λαϊκή Φάκτορς Λτδ ότι έκαστη εξ αυτών θα αποκόψει τουλάχιστον ποσό Λ.Κ.30.000,00 από τα χρέη των Εναγόντων, από τους τόκους τους οποίους τους είχαν χρεώσει. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως απέστειλε όλες τις σχετικές γνωστοποιήσεις και έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών, πλην όμως ο τελευταίος αμέλησε και/ή αρνήθηκε να τερματίσει τα καθήκοντα και τις εξουσίες του ως Διαχειριστή/Παραλήπτη. Με την Απάντηση τους οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που διατυπώνονται επί της Υπεράσπισης του Εναγόμενου και τον καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του, εν πάση περιπτώσει ισχυρίζονται πως ο Εναγόμενος ενήργησε όχι προς προστασία των Εναγόντων ή των Λαϊκή Φάκτορ Λτδ αλλά προς όφελος τρίτων προσώπων, και δεν έδωσε λογαριασμούς και/ή αποδείξεις στους Ενάγοντες για τις πράξεις του. Εν πάση περιπτώσει τα δικαιώματα του Εναγόμενου ως Διαχειριστή/Παραλήπτη δυνάμει του Ομολόγου Επιβάρυνσης ήταν για εξασφάλιση μέχρι του ποσού των Λ.Κ.50.000,00, ενώ παράλληλα αυτός χωρίς να αναμένει την έκβαση της υπόθεσης στην αγωγή χχχ3/04 προχώρησε στην πώληση του ακινήτου τους. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος κακώς δεν έλεγξε αν οφειλόταν πραγματικά το ποσό που απαιτούσε η Λαϊκή Τράπεζα από τους Ενάγοντες. Για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων κατέθεσαν έξι

(6)μάρτυρες - στο εξής Μ.Ε. - και για τη στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών της Υπεράσπισης κατέθεσαν δύο
(2)μάρτυρες - στο εξής Μ.Υ. Προσαχθείσα μαρτυρία: Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Σχχχχχχ Κχχχχχχχ, εκ των διευθυντών των Εναγόντων, ο οποίος ανέφερε ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Έκανε αρχικά αναφορά στο διορισμό του Εναγόμενου ως Διαχειριστή/Παραλήπτη των Εναγόντων, δυνάμει Ομολόγου Επιβάρυνσης ημερομηνίας 20.08.2002, το οποίο παραχωρήθηκε στους Λαϊκή Φάκτορ Λτδ. Αναφέρθηκε επίσης σε προσωρινό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής χχχ3/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δυνάμει του οποίου επιτρεπόταν στον Εναγόμενο να λάβει κατοχή του ενεργητικού των Εναγόντων και να ενεργεί στη βάση των προνοιών του Ομολόγου Επιβάρυνσης. Διατύπωσε ο διευθυντής των Εναγόντων τη θέση ότι ο Εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση του προαναφερόμενου διατάγματος αλλά και των προνοιών του Ομολόγου Επιβάρυνσης. Ειδικότερα ότι ενήργησε αυθαίρετα με σκοπό τη καταδολίευση της περιουσίας των Εναγόντων και με σκοπό την αποκόμιση προσωπικού οφέλους και σε πλήρη άγνοια των Εναγόντων, αλλά και χωρίς να προστατεύσει τα συμφέροντα των Λαϊκή Φάκτορς Λτδ σύναψε συμφωνία με τους Marfin Popular Bank Co Ltd για πώληση του μοναδικού ακινήτου των Εναγόντων, στο οποίο αυτοί διεξήγαγαν τις εργασίες τους. Επιπλέον ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος παράκαμψε άλλους πιστωτές, όπως το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, το ταμείο προνοίας και το ταμείο Φ.Π.Α. Η πώληση του ακινήτου έγινε στις 08.03.2007 για το ποσό των Λ.Κ.270.000,00 ενώ η πραγματική αξία του ήταν Λ.Κ.442.000,
  1. Ως εκ τούτου έχει προκληθεί ζημιά στους Ενάγοντες ύψους Λ.Κ.172.000,00 (€293.879,45) το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά της πραγματικής αξίας του ακινήτου με το ποσό της πώλησης του. Επιπρόσθετα ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως ο Εναγόμενος προέβη στην πώληση του προαναφερόμενου ακινήτου χωρίς να αναμένει την έκβαση της αγωγής χχχ3/2004 Ε.Δ. Λεμεσού και χωρίς να ελέγξει σε ποιο ποσό ήταν υποχρεωμένοι οι Ενάγοντες να πληρώσουν τους Λαϊκή Φάκτορς Λτδ. Η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην αγωγή χχχ3/2004 ήταν για το ποσό των €50.000,00 προς όφελος των Λαϊκή Φάκτορς Λτδ πλέον δικηγορικά έξοδα τα οποία οι Ενάγοντες πληρώνουν ανελλιπώς. Μ.Ε.2 κατέθεσε η Έχχχχχ Μχχχχχχχ, Κτηματολογικός Λειτουργός, εργαζόμενη από το 2004 στον Κλάδο Μεταβιβάσεων του Κτηματολογίου Λεμεσού. Παρουσίασε και κατέθεσε το Τεκμήριο 11 το οποίο συνιστά τα έγγραφα που συμπληρώθηκαν και βάση των οποίων έγινε η πράξη πώλησης του επίδικου ακινήτου. Διευκρίνισε ότι το ποσό των Λ.Κ.270.000,00 που δηλώθηκε ως αξία του ακινήτου δεν έγινε αποδεκτό για σκοπούς πληρωμής τελών και για το σκοπό αυτό το ακίνητο εκτιμήθηκε σε Λ.Κ.300.000,
  2. Αποδέχθηκε επίσης ότι μέσα από τα έγγραφα του Τεκμηρίου 11 προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο επιβαρυνόταν με έξι υποθήκες και ένα memo, δεν γνώριζε όμως προς όφελος ποιου είχαν εγγραφεί οι υποθήκες αλλά ούτε και τα ποσά που ήταν εξασφαλισμένα. Κατά τη μεταβίβαση οι υποθήκες και το memo εξαλείφθηκαν αφού είχαν εξοφληθεί οι δικαιούχοι αυτών. Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Άχχχχχ Αχχχχχχχ, εκτιμητής ακινήτων, ο οποίος αναφέρθηκε και εξήγησε το περιεχόμενο δύο εκτιμήσεων του, που αφορούν στo έτος 2007, η μια κατά την 30.04.2007 και η άλλη ετοιμασθείσα την 13.11.2018, για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου κατά την 28.02.2007, - Τεκμήρια 12 και 14 - τις οποίες ετοίμασε αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Το 2003 είχε γίνει από αυτόν εκτίμηση για το ίδιο ακίνητο, για σκοπούς δανειοδότησης του ιδιοκτήτη κατ΄ εντολή των Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. Κατά την προφορική του μαρτυρία κατέθεσε ότι χρησιμοποίησε και στις δύο εκτιμήσεις - Τεκμήρια 12 και 14 - τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης ως προς την αξία του οικοπέδου, ενώ ως προς τα κτίρια, τη μέθοδο κόστους κατασκευής, η οποία, ως εξήγησε, αντιπροσωπεύει το αποσβεσμένο κόστος αντικατάστασης του κτιρίου. Κατάληξη ήταν πως, η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και στις δύο περιπτώσεις ήταν €442.000,
  3. Εξήγησε περαιτέρω ότι η εκτίμηση του, Τεκμήριο 14, έγινε προς διόρθωση προηγούμενης εκτίμησης του - Τεκμήριο 13 - η οποία παραδόθηκε στους Ενάγοντες χωρίς να ελεγχθεί πλήρως και η οποία παρουσιάζει κάποιες ανάγκες διόρθωσης, γι΄ αυτό ετοίμασε το Τεκμήριο 14, χωρίς όμως να αλλάζει η αγοραία αξία του ακινήτου. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο της εκτίμησης που έχει ετοιμασθεί από τον εκτιμητή (Μ.Υ.2), από τον οποίο ζήτησε ο Εναγόμενος να του δώσει την αξία του επίδικου ακινήτου, εξέφρασε την άποψη πως δεν ήταν ορθή διότι ο ίδιος έχει εκτιμήσει το ακίνητο ετοιμάζοντας τη δική του έκθεση για άλλο ποσό, ενώ όσον αφορά στο ποσό των Λ.Κ.300.000,00 που εκτίμησε το Κτηματολόγιο το επίδικο ακίνητο για σκοπούς τελών, υπέδειξε ότι το Κτηματολόγιο σπάνια επισκέπτεται τα ακίνητα επομένως δεν παρέχεται ευχέρεια για την πραγματική εικόνα που αυτά παρουσιάζουν. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Κχχχχχχ Εχχχχχχχ, Λειτουργός Εσωτερικών Προσόδων Α΄ στο Τμήμα Φορολογίας. Κατέθεσε δήλωση - Τεκμήριο 15 - η οποία αφορά στη συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου το έτος
  4. Η μαρτυρία του συνίσταται στο ότι, από τα έγγραφα που στάλθηκαν από το Κτηματολόγιο προς το τμήμα που αυτός εργάζεται, υπήρχε διαφορά μεταξύ της δηλωθείσας αξίας πώλησης και της αγοραίας αξίας για σκοπούς υπολογισμού των τελών από το Κτηματολόγιο, γι΄ αυτό και πληρώθηκε φορολογία επί του ποσού των Λ.Κ.300.000,00 ως την υπολόγισε το Κτηματολόγιο, αντί επί των Λ.Κ.270.000,00 που ήταν η τιμή πώλησης. Μ.Ε.5 κατέθεσε η Μχχχχ Εχχχχχχ, εργαζόμενη στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Κτηματολογίου Λεμεσού. Ως ανέφερε ζητήθηκε από τον Κλάδο Μεταβιβάσεων του Κτηματολογίου Λεμεσού να δοθεί εκτίμηση για την αξία του επίδικου ακινήτου κατά την 28.02.
  5. Η εκτίμηση για το επίδικο ακίνητο, για σκοπούς είσπραξης δικαιωμάτων, δεν έγινε από την ίδια αλλά από άλλο υπάλληλο του Κτηματολογίου. Ως φαίνεται, από έγγραφα που της υποδείχθηκαν, το συγκεκριμένο ακίνητο έχει υπόγειο χώρο 256 τ.μ., μεσοπάτωμα 28 τ.μ., 62 τ.μ. ισόγειο κατάστημα με 68 τ.μ. μεσοπάτωμα και 105 τ.μ. ισόγειο κατάστημα με 62 τ.μ. μεσοπάτωμα. Μ.Ε.6 κατέθεσε η Γχχχχ Ιχχχχχ, υπάλληλος στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Μαρτύρησε ότι οι Ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο του Εφόρου και ως εμφαίνεται σ΄ αυτό διορίστηκε Διαχειριστής/Παραλήπτης για την περιουσία τους, από κατόχους Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Ο Διαχειριστής/Παραλήπτης που διορίστηκε υπέβαλε τη φόρμα Η.Ε.38 για να παυθεί αλλά δεν έγινε αποδεκτή από το Τμήμα του Εφόρου και επιστράφηκε, διότι υπήρχαν λάθη σε προγενέστερα έγραφα (Η.Ε.37 και Η.Ε.39) που έπρεπε να καταχωριστούν και μέχρι σήμερα παραμένουν σε εκκρεμότητα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Εναγόμενος, ο οποίος υπερασπίστηκε όλων των ενεργειών που έκανε αναφορικά με τη διαχείριση των Εναγόντων. Αρνήθηκε ότι ενήργησε αντίθετα με τους όρους του Ομολόγου, δυνάμει του οποίου διορίστηκε Διαχειριστής/Παραλήπτης των Εναγόντων, ή ότι ενήργησε αντίθετα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.04.
  6. Ως εξήγησε προέβη στην πώληση του ακινήτου των Εναγόντων επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος πληρωμής των χρεών που αυτοί είχαν, αφού ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση. Διάφορες εισηγήσεις που έκανε ο διευθυντής των Εναγόντων - Μ.Ε.1 - δεν μπορούσαν να δώσουν λύση στο πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας. Εν πάση περιπτώσει οι απαιτήσεις των εξασφαλισμένων πιστωτών - αυτών που ήταν πιστωτές με εξασφάλιση υποθήκης - ήταν πολύ μεγαλύτερες, οπότε και αν ακόμη το ακίνητο πωλείτο σε μεγαλύτερη τιμή τα χρέη δεν θα εξοφλούνταν, επομένως ούτε οι Ενάγοντες θα έπαιρναν χρήματα από υπόλοιπο της αξίας του ακινήτου. Η ενέργεια του να πωλήσει το ακίνητο έγινε κατόπιν δημοσιεύσεων σε εφημερίδες και ουδείς επέδειξε ενδιαφέρον πλην των Marfin Popular Bank Co Ltd. Οι Ενάγοντες δεν του υπέδειξαν κάποιον ενδιαφερόμενο ο οποίος να υπέβαλε σοβαρή πρόταση. Επίσης, ο Εναγόμενος ανάφερε ότι προσπάθησε και εξασφάλισε αφαιρέσεις τόκων ύψους Λ.Κ.30.000,00 προς όφελος των Εναγόντων για απαιτήσεις που είχαν εναντίον τους οι Laiki Factors Ltd (κάτοχοι του Ομολόγου) και οι Marfin Popular Bank Co Ltd, πριν δώσει την έγκριση του για πώληση στους τελευταίους του επίδικου ακινήτου, που ήταν και οι μόνοι προσφοροδότες. Ο λόγος που εν τέλει οι Laiki Factors Λτδ δεν πήραν χρήματα από την πώληση του επίδικου ακινήτου ήταν επειδή το προϊόν της πώλησης ήταν μικρότερο από τα χρέη των εξασφαλισμένων πιστωτών - ενυπόθηκων δανειστών - και ο κάτοχος ομολόγου - Laiki Factors Ltd - ακολουθούσε ως προς τη σειρά ικανοποίησης. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Λχχχχ Κχχχχχχχχχχ, εκτιμητής. Είναι το πρόσωπο που ο Εναγόμενος ζήτησε να του ετοιμάσει τα έτη 2005 και 2007 εκτίμηση για την αγοραία αξία του επίδικου ακίνητου για σκοπούς πώλησης του. Αναφέρθηκε ο μάρτυρας στις δύο εκτιμήσεις - Τεκμήρια 39 και 34 - που ετοίμασε κατ΄ εντολή του Εναγόμενου. Ήταν βέβαιος ο μάρτυρας ότι στηρίχθηκε και στις δύο περιπτώσεις σε συγκριτικές πωλήσεις πριν καθορίσει την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, ωστόσο λόγω της παρόδου του χρόνου δεν είχε στοιχεία αυτών των πωλήσεων για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Εξήγησε περαιτέρω πως ο λόγος που δεν γίνεται αναφορά περί των συγκριτικών πωλήσεων που έλαβε υπόψη του, στις δύο εκθέσεις του, είναι επειδή κατά τα έτη που ετοιμάστηκαν οι εκτιμήσεις δεν ήταν υποχρεωτικό, από σχετικό εγχειρίδιο, να επισυνάπτεται πίνακας συγκριτικών πωλήσεων. Η συγκριτική μέθοδος υιοθετήθηκε από αυτόν τόσο για τη γη - οικόπεδο - όσο και για τα κτίρια. Επισήμανε πως κατά τα έτη 2005 και 2007 τα δεδομένα της αγοράς ήταν τα ίδια. Το επίδικο ακίνητο βρισκόταν σε οικιστική περιοχή με εργαστήριο ειδών ένδυσης και ήταν δύσκολο να πωληθεί. Η αγοραία αξία που έδωσε για το επίδικο ακίνητο για το έτος 2005 ήταν Λ.Κ.300.000,00 και για το έτος 2007 ήταν Λ.Κ.331.000,
  7. Ήταν κατηγορηματικός ο μάρτυρας ότι το εγχειρίδιο του Royal Institution of Chartered Surveyors, του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι ξεκάθαρο πως το κόστος κατασκευής κτιρίου δεν λαμβάνεται υπόψη για την αγοραία αξία του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων ανέπτυξαν τα επιχειρήματα τους, μέσω γραπτών κειμένων, τα οποία παρέδωσαν στο Δικαστήριο, στην προσπάθεια τους να το βοηθήσουν προκειμένου να αποφανθεί επί της παρούσας διαφοράς. Η βοήθεια όντως και η συνδρομή τους προβάλλει πλήρως παραγωγική, αφορούσε τόσο σε ανάλυση της μαρτυρίας αλλά και σε παραπομπή επί σχετικών αυθεντιών. Επανάληψη ωστόσο των προωθημένων θέσεων των διάδικων δε κρίνεται χρήσιμη αλλά ούτε και απαραίτητη στο παρόν στάδιο. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προωθήθηκαν ενώπιον του, θα προβεί σε αξιολόγηση τους στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του, δεδομένης και της εγκατάλειψης, κατά τις αγορεύεις, της αξίωσης Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, όλους τους μάρτυρες που παρουσίασαν οι διάδικοι (βλέπε ως σχετική την υπόθεση Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργείται έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια ή μη των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη ή αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως, η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα που προφανώς ενέχει κινδύνους, και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατά την αξιολόγηση μαρτύρων, σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς μάρτυρα, το Εφετείο επισήμανε πως «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.» Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα όταν βρίσκεται στο εδώλιο να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό, χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση αποτελούν μάρτυρες οι οποίοι διέπονται, λόγω του χαρακτήρα τους, από επιπολαιότητα η οποία δεν τους επιτρέπει να εντείνουν τη μνήμη τους και δεν καταβάλλουν προσπάθεια για ορθή αντίληψη των συμβάντων. Στις πλείστες περιπτώσεις η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων προβάλλει επισφαλής. Έχοντας ως γνώμονα τις προαναφερόμενες νουθεσίες και κριτήρια αξιολόγησης το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Ο Μ.Ε.1, διευθυντής των Εναγόντων, δεν άφησε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν ήταν τέτοιας ποιότητας που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να την αποδεχθεί. Κατ΄ αρχήν διαφάνηκε ότι δεν είχε σωστή αντίληψη του περιεχομένου και της σημασίας των διαφόρων εγγράφων τα οποία διέπουν τη διαφορά των Εναγόντων με τον Εναγόμενο. Ειδικότερα έχει συνδέσει την εκδοχή του, προβάλλοντας τη θέση ότι ο Εναγόμενος κακώς πώλησε το ακίνητο των Εναγόντων, με την άποψη ότι το Ομόλογο Επιβάρυνσης ήταν μόνο για Λ.Κ.50.000,00 ενώ η αξία του ακινήτου ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ό,τι όμως σχετίζεται με το ποσό των Λ.Κ.50.000,00 είναι το δικαίωμα των Laiki Factors Ltd να διορίσουν Διαχειριστή/Παραλήπτη σε περίπτωση που οι απαιτήσεις τους εναντίον των Εναγόντων ξεπερνούσαν το εν λόγω ποσό και όχι βέβαια με οτιδήποτε άλλο, άλλωστε είναι σχετικοί οι όροι 2 και 7 του Ομολόγου Επιβάρυνσης - Τεκμήριο 2 - όπου προνοείται ρητά αφενός ότι, το ολικό οφειλόμενο ποσό από τους Ενάγοντες δεν θα υπερβαίνει τις Λ.Κ.50.000,00, αφετέρου ότι το Ομόλογο αφορούσε ολόκληρη την επιχείρηση των Εναγόντων και την περιουσία τους, οποιασδήποτε μορφής, και δεν περιοριζόταν σε μέρος αυτής. Περαιτέρω διαπιστώνεται πως η μαρτυρία - θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος δεν ενήργησε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.04.2004, και στη βάση των όρων του Ομολόγου, παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη ενέργεια η οποία να συγκρούεται με το περιεχόμενο των δύο προαναφερόμενων εγγράφων. Επισημαίνεται πως, ειδικότερα για το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.04.2004, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 30.06.2004 - Τεκμήρια 7 και 8 - το περιεχόμενο του δεν δημιούργησε υποχρεώσεις στον Εναγόμενο, αλλά αφορούσε απαγορεύσεις στους Ενάγοντες, οι οποίοι εμπόδιζαν τον Εναγόμενο να ασκήσει τα καθήκοντα του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης αμέσως μετά τον διορισμό του. Επιπλέον, ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε ότι, κατά ή μετά την πώληση του ακινήτου των Εναγόντων, ο Εναγόμενος ενήργησε για ίδιον όφελος αλλά και προς όφελος των Marfin Popular Bank Co Ltd, χωρίς ωστόσο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε συγκεκριμένο υπόβαθρο, είτε γεγονότων είτε θέσεων, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο προβληματισμού προς την κατεύθυνση των ισχυρισμών του, ως εκ τούτου παρέμειναν και αυτές οι αναφορές του αθεμελίωτες και αστήρικτες. Επίσης ο Μ.Ε.1, έκανε μνεία πως ο Εναγόμενος ενήργησε με τρόπο που παράκαμψε άλλους πιστωτές, όπως το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Ταμείο προνοίας και Τμήμα Φ.Π.Α. ωστόσο χωρίς πάλι να θέσει στοιχεία πειστικά, για την ακρίβεια κανένα στοιχείο έθεσε, με αποτέλεσμα η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο είναι πως σχημάτισε μια λανθασμένη εικόνα στο μυαλό του προερχόμενη από τη διαφωνία του να πωληθεί το μοναδικό ακίνητο των Εναγόντων, αφαιρώντας ταυτόχρονα τη νηφαλιότητα να αντικρίσει ευθέως την πραγματικότητα, ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να επιβιώσουν λόγω των οικονομικών δυσκολιών που είχαν και πως ο Εναγόμενος όφειλε να ενεργήσει χωρίς συναισθηματισμούς, στη βάση των εξουσιών που είχε δυνάμει του Ομολόγου, μεταξύ αυτών και η πώληση του ακινήτου των Εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, συναφώς προς τα προαναφερόμενα, παρατηρείται πως καμία αναφορά έγινε εκ μέρους του Μ.Ε.1 πως, όταν συζητήθηκε η πώληση του ακινήτου των Εναγόντων, αυτός έθεσε υπόψη του Εναγόμενου την ύπαρξη εκτίμησης για μεγαλύτερη αξία του ακινήτου από αυτήν που ο Εναγόμενος είχε εξασφαλίσει από τον Μ.Υ.2, γεγονός που συνάδει ότι είναι εκ των υστέρων που δημιουργήθηκε η άποψη του για πώληση του επίδικου ακινήτου σε χαμηλότερη τιμή από την πραγματική αγοραία αξία. Τέλος ενώ ο Μ.Ε.1 παραπονείται για την πώληση του ακινήτου των Εναγόντων, δεν φαίνεται να εισηγήθηκε στον Εναγόμενο, αλλά ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου, πώς ήταν δυνατό, αν δεν πωλούνταν το ακίνητο, να αντιμετωπισθούν τα χρέη που υπήρχαν και τα οποία δεν αμφισβητούνται, ενόψει της κατάστασης περιουσιακών στοιχείων - Τεκμήριο 21 - που οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον Εναγόμενο ως Διαχειριστή/Παραλήπτη αυτών, αλλά και των υποθηκών που υπήρχαν, καθώς επίσης και του memo στη ΣΠΕ Κυπερούντας ενώ παράλληλα έτρεχαν οι τόκοι των χρεών. Οι Μ.Ε.2, 4, 5 και 6 είναι πρόσωπα τα οποία δεν έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης, εργάζονται σε κρατικά τμήματα, η δε μαρτυρία τους δεν είναι καθοριστικής σημασίας στην εκδοχή που ο κάθε διάδικος προβάλλει. Σημειώνεται η απουσία αμφισβήτησης, κατά την αντεξέταση, των λεγομένων τους, πλείστα εκ των οποίων προκύπτουν από έγγραφα που κατατέθηκαν στα τμήματα που εργάζονται. Δεν διαπιστώνονται αντιφάσεις στη μαρτυρία τους και ως εκ τούτου το Δικαστήριο τους κρίνει αξιόπιστους και χωρίς ενδοιασμό αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Οι Μ.Ε.3 και Μ.Υ.2 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες εκτιμητές. Κρίνεται επιβεβλημένο όπως η μαρτυρία τους τύχει αλληλοσύγκρισης και κοινής αξιολόγησης, ενόψει του ότι η γνώμη και τα συμπεράσματα τους αφορούν στο ίδιο αντικείμενο. Κρίνεται κατ΄ αρχήν χρήσιμο όπως γίνει μνεία στις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων στη βάση των οποίων και το παρόν Δικαστήριο έχει διενεργήσει την αξιολόγηση τους. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746 αναφέρθηκε πως: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται πως: «Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic ν. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Επισημαίνεται βέβαια ότι η εξ' ακοής μαρτυρία είναι πλέον αποδεκτή και εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να αποφανθεί αν θα την κρίνει αξιόπιστη, και κατ' επέκταση να της αποδώσει την πρέπουσα βαρύτητα. Σε πιο πρόσφατη νομολογία, στην υπόθεση Ανδρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 162/2014 ημερομηνίας 02.05.2017, επαναλήφθηκαν επί της ουσίας τους οι καθοδηγητικές γραμμές επί των οποίων εδράζεται η αξιολόγηση πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων. Λέχθηκε ότι: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162).» Το Δικαστήριο σημειώνει εξ' αρχής πως, αναφορικά με τα προσόντα και τις γνώσεις, γενικότερα την εμπειρογνωμοσύνη για την οποία κλήθηκαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες να καταθέσουν, δεν διατηρεί επιφυλάξεις, άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν προς τούτο, συνεπώς και οι δύο τους μπορούσαν να προβούν σε εκτίμηση του επίδικου ακινήτου. Όσον αφορά στην εμπειρία των ΜΕ3 και ΜΥ2 εμφανώς αποκαλύφθηκε αυτή μέσα από τη μαρτυρία τους, στοιχείο συνυφασμένο με τα γενικότερα προσόντα ως προς την άσκηση του επαγγέλματος τους, συνεπώς θα συνεκτιμηθεί και αυτή μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που θα συνθέσουν την αξιοπιστία της γνώμης τους. Συνεπώς το αποτέλεσμα και η καταληκτική τους γνώμη, ως προς το αντικείμενο που κατέθεσαν, θα αξιολογηθεί έχοντας κατά νου και τα προλεγόμενα αλλά και τα υπόλοιπα στοιχεία που συντέλεσαν στη διαμόρφωση της γνώμης τους. Υπενθυμίζεται ότι κατόπιν σχετικής επίσκεψης στο επίδικο ακίνητο, οι ΜΕ3 και ΜΥ2 ετοίμασαν εκθέσεις εκτίμησης, στις οποίες διατυπώνουν το σκεπτικό και την κατάληξη τους, τα οποία παρουσίασαν και υποστήριξαν κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Εφ' όσον και οι δύο τους επισκέφθηκαν το επίδικο ακίνητο, πριν εκφράσουν τη γνώμη τους γραπτώς, το Δικαστήριο κρίνει πως νομιμοποιείται να αποδεχθεί τους εν λόγω μάρτυρες, και έτσι τους αποδέχεται, ως πραγματογνώμονες, εμπειρογνώμονες. Ό,τι συνεπώς απομένει είναι η εξέταση και αξιολόγηση των συμπερασμάτων των Μ.Ε.3 και Μ.Υ.2 και αν αυτοί έπεισαν το Δικαστήριο για την αποδοχή τους. Υπενθυμίζεται πως στην υπόθεση Vassilico Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 CLR 389 αναφέρθηκε πως αφενός το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα επιστημονικά κριτήρια ώστε να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, και να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να εκδώσει τη δική του ανεξάρτητη απόφαση, εφαρμόζοντας τα εν λόγω κριτήρια στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιον του, αφετέρου, ο Δικαστής δεν δεσμεύεται να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα ακόμα και αν δεν αμφισβητηθούν, αφού οι διάδικοι επιζητούν την απόφαση Δικαστηρίου και όχι μία τυχόν διφορούμενη τοποθέτηση ενός εμπειρογνώμονα. Εξετάζοντας επί της ουσίας τη μαρτυρία τους, παρατηρείται ότι ο Μ.Υ.2 δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία για συγκριτικές πωλήσεις που έλαβε υπόψη. Δεν αμφισβητείται η αξιοπιστία του μάρτυρα, ότι έλαβε υπόψη τέτοια στοιχεία, ό,τι όμως επισημαίνεται, ως καθοριστικής σημασίας αδυναμία στην αποδοχή της γνώμης του, έστω αν η υπόλοιπη μαρτυρία του γίνει αποδεκτή, είναι το γεγονός ότι η γνώμη του διέπεται από την ύπαρξη κενού το οποίο δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να επιβεβαιώσει αν όντως αυτή είναι το προϊόν ορθής εκτίμησης και αξιολόγησης των δεδομένων που είχε ενώπιον του. Συνεπώς αν και πρόκειται για άτομο που άφησε την εντύπωση αξιόπιστου μάρτυρα, η γνώμη του, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, στερείται του απαραίτητου υποβάθρου και δεν δύναται να αξιολογηθεί ορθά και κατ΄ επέκταση ούτε και να γίνει αποδεκτή. Αναφορικά με τον Μ.Ε.3 διαφαίνεται πως προέβη σε βάθος μελέτη για το αντικείμενο της μαρτυρίας του, ωστόσο παρουσιάζεται και εδώ η απουσία παράθεσης συγκριτικών πωλήσεων επί της εκτίμησης του η οποία ετοιμάστηκε το 2007 - Τεκμήριο
  1. Παρ΄ ότι διαφαίνεται πως σε σύγκριση με τον Μ.Υ.2 ο Μ.Ε.3 ετοιμάζοντας την εκτίμηση του το 2018 - Τεκμήριο 14 - επισύναψε πίνακα συγκριτικών πωλήσεων, για τους λόγους που αναφέρονται στη συνέχεια η αγοραία αξία που έδωσε για το επίδικο ακίνητο κατά τον Φεβρουάριο του 2007 δεν γίνεται αποδεκτή: Ενώ πρόβαλε τη θέση ότι και στις δύο εκτιμήσεις του - Τεκμήρια 12 και 14 - έλαβε υπόψη τις ίδιες μεθόδους εκτίμησης, ήτοι τη συγκριτική και τη μέθοδο του κόστους κατασκευής του κτιρίου, και για τους λόγους που εξήγησε η τιμή προέκυπτε ίδια και στις δύο περιπτώσεις, διαπιστώνεται ότι στο Τεκμήριο 12 δεν γίνεται αναφορά στη μέθοδο του κόστους κατασκευής αλλά μόνο στη συγκριτική μέθοδο και χωρίς αναλυτικό πίνακα συγκριτικών πωλήσεων, ενώ για πρώτη φορά κάνει αναφορά σε μέθοδο κόστους κατασκευής το 2018, το Νοέμβριο, επί του Τεκμηρίου 14, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες και ερωτηματικά ως προς το χρόνο της εισαγωγής της μεθόδου του κόστους κατασκευής, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι εισάχθηκε από την αρχή στο σκεπτικό του η μέθοδος κόστους κατασκευής, αλλά τούτο έγινε στην πορεία με σκοπό να επιτευχθεί προσαρμογή με το τελικό ποσό αφού, η επιλογή της συγκριτικής μεθόδου από μόνη της δεν προσέφερε αυτή τη δυνατότητα. Δεν δόθηκε πειστική εξήγηση γιατί δεν γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 12 περί της μεθόδου του κόστους κατασκευής η οποία ούτως ή άλλως δεν αναλύεται όπως συνέβη στην περίπτωση του Τεκμηρίου 14, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου. Διαφαίνεται ξεκάθαρα, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, ότι η μόνη μέθοδος στην οποία στηρίχθηκε ο Μ.Ε.3 ήταν η συγκριτική. Επί της ουσίας της η μέθοδος του κόστους κατασκευής, ανεξάρτητα αν προσφέρεται ως η ορθότερη ή όχι σε τέτοιες περιπτώσεις, ως είναι η παρούσα, για διαχωρισμό της αξίας της γης από τα κτίρια, και όχι μόνο η συγκριτική μέθοδος, τόσο για τη γη όσο και για τα κτίρια, παρουσιάζει την αδυναμία ως προς την τελική κατάληξη στην αγοραία αξία, καθ΄ ότι ο Μ.Ε.3, εν τέλει, δεν έλαβε υπόψη του το πραγματικό κόστος κατασκευής του επίδικου ακινήτου αλλά το κόστος κατασκευής που ίσχυε για ανέγερση γενικά των κτιρίων κατά το έτος κατασκευής του επίδικου, με βάση τα στοιχεία που δίδονται από το Τμήμα Στατιστικής Υπηρεσίας της Κύπρου. Προφανώς η κατασκευή, και κατ΄ επέκταση το κόστος κατασκευής ενός κτιρίου διαφέρει από κτίριο σε κτίριο για πολλούς λόγους, που σχετίζονται μεταξύ άλλων με την ποιότητα των υλικών και με τις χρεώσεις των εργασιών - εργατικών. Επομένως ελλείψει μαρτυρίας για το πραγματικό κόστος κατασκευής του επίδικου ακινήτου κρίνεται ότι απουσιάζει μέρος της «εξίσωσης» ώστε να εξαχθεί, αφού ελεγχθεί, το ορθό αποτέλεσμα της μελέτης του Μ.Ε.
  2. Όσον αφορά δε στα εμβαδά των χώρων του επίδικου ακινήτου παρουσιάζεται διαφορά σε σύγκριση με ό,τι αναφέρεται στα έγγραφα του Κτηματολογίου. Η επιλογή του Μ.Ε.3 να καταγράψει τα εμβαδά από τα αρχιτεκτονικά σχέδια χωρίς να μετρήσει επί τόπου το εμβαδόν, με κάθε σεβασμό στην άποψη του ότι η εμβαδομέτρηση με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια είναι πιο ασφαλής και ότι παρέχει περισσότερη ακρίβεια, δεν γίνεται αποδεκτή. Εφ΄ όσον διαπιστώθηκε η διαφορά ως προς το εμβαδό, από τις καταχωρίσεις στο Κτηματολόγιο και τα αρχιτεκτονικά σχέδια, η ασφαλέστερη επιλογή ήταν η επί τόπου εμβαδομέτρηση. Συναφές στοιχείο με την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου είναι και το γεγονός ότι αυτό δεν ανεγέρθηκε με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια και χρησιμοποιούνταν παράνομα, ως εργαστήριο ειδών ένδυσης, σε οικιστική ζώνη - περιοχή, εξού και ως ο Εναγόμενος κατέθεσε, χωρίς να αμφισβητηθεί, επιβάλλονταν συχνά πρόστιμα στους Ενάγοντες. Τα εν λόγω στοιχεία, ως η κοινή λογική υπαγορεύει, δεν μπορούν να μην έχουν επίδραση στην αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, ωστόσο δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη από τον Μ.Ε.3, και βεβαίως δεν είναι άσχετα με την ανεύρεση αγοραστή. Συνακόλουθα των πιο πάνω λεχθέντων κρίνεται ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εμπειρογνώμονα της ποιότητας εκείνης που να ικανοποιεί ότι μια εκ των δύο καταλήξεων, των δύο εκτιμήσεων, ήταν ορθή και ότι απέδωσε την πραγματική αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου. Ο Εναγόμενος υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου διαφωτιστικός ως προς τις ενέργειες του μετά που ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας των Εναγόντων και εξήγησε πειστικά γιατί οδηγήθηκε στην πώληση του επίδικου ακινήτου των Εναγόντων. Ειδικότερα αναφέρθηκε στην ύπαρξη των χρεών με εξασφαλισμένους πιστωτές, τα οποία, λόγω έλλειψης ρευστότητας των Εναγόντων δεν μπορούσαν να εξοφληθούν παρά μόνο με την πώληση το επίδικου ακινήτου, διαφορετικά θα έτρεχαν οι τόκοι και θα αυξανόταν το χρέος. Ακολούθησε τη διαδικασία δημοσιεύσεων για την πώληση και ως διαφάνηκε μόνο ένας προσφοροδότης υπήρξε, οι Marfin Popular Bank Co Ltd ο οποίοι εν τέλει αγόρασαν το ακίνητο. Σημειώνεται πως στη προσφερόμενη μαρτυρία του Εναγόμενου δεν υπήρξε αντίλογος, αφού καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου παρουσιάστηκε από τους Ενάγοντες. Διαπιστώνεται ότι ο Εναγόμενος είχε πλήρη αντίληψη της ευθύνης του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης των Εναγόντων, αναφέρθηκε σε ενέργειες που έκανε για αναζήτηση λύσεων προκειμένου να αποφευχθεί η πώληση του επίδικου ακινήτου, ωστόσο, φάνηκε πως η επιλογή της πώλησης ήταν μονόδρομος. Άλλωστε καμία εισήγηση υπήρξε στον Εναγόμενο, από τους Ενάγοντες είτε κατά το χρόνο που αυτός διερευνούσε το ενδεχόμενο πώλησης του ακινήτου, αλλά ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου προωθήθηκε τέτοια μαρτυρία η οποία να αποτελούσε εφικτή επιλογή διάσωσης των Εναγόντων χωρίς την πώληση του ακινήτου τους. Η μαρτυρία του Εναγόμενου ήταν από κάθε άποψη σαφής και συγκεκριμένη και με συνεκτικότητα επί των επίδικων θεμάτων, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία στην εκδοχή του, ως εκ τούτου το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του. Ευρήματα: Λαμβάνοντας υπόψη την προηγηθείσα αξιολόγηση το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως θα διατυπωθούν στη συνέχεια. Μεταξύ των Εναγόντων και των Laiki Factors Ltd συμφωνήθηκε η παροχή προς τους Ενάγοντες χρηματοδοτικών υπηρεσιών, φάκτορινγκ, με σχετική συμφωνία ημερομηνίας 10.05.
  3. Ως εξασφάλιση μεταξύ των Εναγόντων και των Laiki Factors Ltd, συμφωνήθηκε, την 20.08.2002, η έκδοση Ομολόγου Επιβάρυνσης - Τεκμήριο 2 αντίγραφο της συμφωνίας Ομολόγου Επιβάρυνσης. Το 2004 οι Laiki Factors Ltd ασκώντας τα δικαιώματα τους, απορρέοντα από τη συμφωνία Ομολόγου, διόρισαν τον Εναγόμενο ως Διαχειριστή/Παραλήπτη της περιουσίας των Εναγόντων. Μετά το διορισμό του ο Εναγόμενος ειδοποίησε για το γεγονός τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, μετά δε που του δόθηκαν στοιχεία από τους Ενάγοντες - Τεκμήριο 21 η κατάσταση περιουσιακών στοιχείων - και αφού ανέλαβε τη διαχείριση των Εναγόντων διαπίστωσε ότι αυτοί είχαν αδυναμία εξόφλησης των χρεών τους, οπότε έκρινε ως σωστή και μόνη επιλογή την πώληση του μοναδικού τους ακινήτου, αφού προηγουμένως έθεσε αγγελίες - Τεκμήριο 30 - σε τρεις εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας και καθημερινής έκδοσης, ζητώντας προσφορές. Καμιά επίσημη προσφορά υπήρξε ή ενδιαφέρον για αγορά του επίδικου ακινήτου προς τον Εναγόμενο εκτός από το ενδιαφέρον που επέδειξαν οι Marfin Popular Bank Co Ltd, οι οποίοι προσέφεραν το ποσό των Λ.Κ.270.000,
  4. Ο Εναγόμενος ζήτησε εκτίμηση για το ακίνητο τόσο το 2005 όσο και το 2007 και του δόθηκε από τον Μ.Υ.2, εκτιμητή, ως αγοραία αξία του ακινήτου το ποσό των Λ.Κ.300.000,00 για το έτος 2005 και Λ.Κ.331.000,00 για το έτος
  5. Μη έχοντας άλλη προσφορά και με δεδομένη την αδυναμία εξόφλησης των χρεών από τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος προχώρησε στις 28.02.2007 στην πώληση του επίδικου ακινήτου προς τους Marfin Popular Bank Co Ltd για το ποσό των Λ.Κ.270.000,00, αφού προηγουμένως εξασφάλισε αφαίρεση του ποσού Λ.Κ.30.000,00 σε απαιτήσεις των Marfin Popular Bank Co Ltd και Λ.Κ.30.000,00 σε απαιτήσεις των Laiki Factors Ltd που υπήρχαν εναντίον των Εναγόντων - βλέπε ως σχετικά τα Τεκμήρια 32 και
  6. Κατά την πράξη πώλησης του επίδικου ακινήτου διαπιστώθηκε ότι το Κτηματολόγιο για σκοπούς καθορισμού τελών είχε εκτιμήσει το επίδικο ακίνητο για Λ.Κ.300.000,00 οπότε πληρώθηκε φόρος σ΄ αυτό το ποσό. Από το προϊόν της πώλησης του επίδικου ακινήτου ο Εναγόμενος κατέβαλε, κατά σειρά προτεραιότητας, ως είχε υποχρέωση, ποσό Λ.Κ.224.000,00 προς τους Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ για σκοπούς εξάλειψης υποθηκών επί του επίδικου ακινήτου, ποσό Λ.Κ.39.000,00 προς το Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων για φορολογικές υποχρεώσεις των Εναγόντων, ποσό Λ.Κ.2.770,89 προς το Δήμο Λεμεσού, ποσό Λ.Κ.1.997,47 προς το ΣΑΛΑ (Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λεμεσού-Αμαθούντας), Λ.Κ.334.98 για δημοτικούς φόρους και ποσό Λ.Κ.7.000,00 προς τη ΣΠΕ Κυπερούντας για εξάλειψη memo. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε ο Εναγόμενος για την ύπαρξη των σχετιζόμενων με τα προαναφερόμενα ποσά υποχρεώσεων και οφειλών των Εναγόντων. Προφανώς επειδή τα πληρωμένα ποσά υπερβαίνουν το ποσό των Λ.Κ.270.000,00 προέρχονται και από άλλες πηγές εισοδημάτων των Εναγόντων, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Νομική Πτυχή Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτικής φύσεως, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Οι Ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό αυτής, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Η φύση της παρούσας υπόθεσης και το αντικείμενο της, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, και όπως αυτή έχει εξελιχθεί κατά τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένης και της ξεκάθαρης διατύπωσης, επί της Απαίτησης, ότι η αξίωση των Εναγόντων δεν στηρίζεται σε αμέλεια του Εναγόμενου και ούτε δίδονται άλλωστε σχετικές λεπτομέρειες, απαιτεί όπως οι Ενάγοντες, προκειμένου να επιτύχουν στην Απαίτηση τους, αποδείξουν ότι ο Εναγόμενος, πρώτο, παραβίασε το περιεχόμενο του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 27.04.2004, το οποίο κατέστη οριστικό στις 30.06.2004, δεύτερο, ότι παραβίασε όρους, ή ενήργησε αντίθετα με αυτούς, του Ομολόγου Επιβάρυνσης, και τρίτο ότι εξαιτίας της επιλογής του να πωλήσει το επίδικο ακίνητο προέκυψε ζημιά στους Ενάγοντες από τη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και της αγοραίας αξίας του ακινήτου των Εναγόντων. Κρίνεται χρήσιμο στη συνέχεια να παρατεθούν κάποιοι εκ των όρων του Ομολόγου Επιβάρυνσης: «.....................................
  7. Νοείται ότι το ολικό ποσό, εκτός αν η Φάκτορς εγκρίνει σε οποιοδήποτε χρόνο ή χρόνους μεγαλύτερο ποσό, το οποίο σε οποιοδήποτε χρόνο και από καιρό σε καιρό παραμένει οφειλόμενο από την Εταιρεία στην Φάκτορς σε οποιοδήποτε χρόνο δε θα υπερβαίνει το ποσό των Πενήντα Χιλιάδων Λιρών Μόνο (ΛΚ50.000) επιπλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα δικαιώματα, πάνω στο ποσό αυτό, μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση, όπως επίσης και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή έξοδα και δαπάνες. .....................................
  8. ................................. Εννοείται πάντα ότι το ποσό που εξασφαλίζεται με το Ομόλογο αυτό δε Θα υπερβαίνει το συνολικό ποσό των Πενήντα Χιλιάδων Λιρών Μόνο (ΛΚ50.000) ως κεφάλαιο, πλέον των τόκων, προμηθειών, εξόδων και άλλων δαπανών πάνω σ΄ αυτό το κεφάλαιο. ....................................
  9. Ο Παραλήπτης και Διαχειριστής, που διορίστηκε, όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα είναι αντιπρόσωπος της Εταιρείας, η οποία θα είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως επίσης και για την αμοιβή του και αυτός θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες του Παραλήπτη/Διαχειριστή και να κάμνει όλα όσα ο Παραλήπτης/Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται και μπορεί να κάμνει και το οποίο θεωρείται αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας ή θεωρείται σχετικό ή συντελεστικό για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των πιο κάτω: α. Να λαμβάνει κατοχή και να ρευστοποιεί και να εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού και για το σκοπό αυτό να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας, όπως θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. β. Να διεξάγει ή να συντελεί ώστε να διεξάγεται η εργασία της Εταιρείας και να συνάπτει δάνεια εξασφαλίζοντάς τα με ολόκληρο ή με οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού. γ. Να πωλεί, ή να ενοικιάζει, ή να συντελεί ώστε να πωληθεί ή να ενοικιαστεί οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού ή με άλλο τρόπο να το διαθέτει και με τέτοιους όρους, όπως θα θεωρήσει ότι συμφέρουν για την Φάκτορς. δ. Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς, τους οποίους θα θεωρήσει ότι συμφέρουν. ε. Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε επισκευές, βελτιώσεις και ασφαλίσεις του πιο πάνω ενεργητικού ή οποιουδήποτε μέρους του, που θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. στ. Να προβαίνει σε κλήσεις είτε με όρους, είτε χωρίς όρους, προς τα μέλη της Εταιρείας, για την καταβολή μέρους ή ολόκληρου του κεφαλαίου που δεν έχει κληθεί, έχοντας τις ίδιες εξουσίες για το σκοπό αυτό, για την επιβολή της πληρωμής οποιασδήποτε κλήσης που έγινε, τις οποίες οι κανονισμοί της Εταιρείας παραχωρούν στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της, με τον αποκλεισμό της εξουσίας για το σκοπό αυτό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας.
  10. Όλα τα ποσά που θα εισπραχθούν από τον Παραλήπτη και Διαχειριστή, αφού γίνει πρόβλεψη για όλα τα έξοδα και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε στη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας, ή για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση ολόκληρου ή οποιουδήποτε μέρους του πιο πάνω ενεργητικού, να διατίθενται ως εξής: ΠΡΩΤΟ: Αν ο Παραλήπτης και Διαχειριστής το επιθυμεί, αλλά όχι διαφορετικά, για την πληρωμή των ενοικίων, τελών, φόρων και εξόδων που αφορούν οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία της Εταιρείας, όπως επίσης και των ασφαλίστρων πυρκαγιάς και οποιασδήποτε άλλης ασφάλειας της περιουσίας αυτής και των εξόδων για την εκτέλεση οποιωνδήποτε επιδιορθώσεων ή αντικαταστάσεων. ΔΕΥΤΕΡΟ: Για την πληρωμή όλων των εξόδων και δαπανών που σχετίζονται με το διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή και την ενάσκηση από αυτόν όλων ή οποιωνδήποτε από τις πιο πάνω εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης και εύλογης αμοιβής του Παραλήπτη και Διαχειριστή. ΤΡΙΤΟ: Για την εξόφληση ή τη μερική εξόφληση προς την Φάκτορς, των δεδουλευμένων και μη πληρωμένων τόκων, οι οποίοι οφείλονται αναφορικά προς και σύμφωνα προς τις υποχρεώσεις οι οποίες οφείλονται ή εξασφαλίζονται σύμφωνα με το Ομόλογο αυτό. ΤΕΤΑΡΤΟ: Για την εξόφληση ή μερική εξόφληση προς την Φάκτορς όλων των υποχρεώσεων και/ή ποσών τα οποία οφείλονται ή εξασφαλίζονται σύμφωνα με το Ομόλογο και ΠΕΜΠΤΟ: Οποιοδήποτε περίσσευμα θα πληρώνεται στην Εταιρεία. ...................................» Όσον αφορά στο περιεχόμενο του διατάγματος ημερομηνίας 27.04.2004 - Τεκμήριο 7 - που εκδόθηκε στην αγωγή χχχ3/2004 Ε.Δ. Λεμεσού, είναι αρκετό να αναφερθεί ότι αυτό αφορά σε αγωγή που καταχωρίστηκε από τους Λαϊκή Φάκτορς Λτδ εναντίον των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση και των διευθυντών
(2)τους, λόγω της μη συνεργασίας τους με τον Εναγόμενο, ως Διααχειριστή/Παραλήπτη και με αυτό δημιουργήθηκαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις στους Ενάγοντες και στους διευθυντές τους ώστε να μην εμποδίζεται ο Εναγόμενος να ασκήσει τα καθήκοντα του δυνάμει του Ομολόγου. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Έχοντας διεξέλθει τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Εναγόντων η οποία να αποδεικνύει:
(1)ότι αυτοί ήταν σε θέση να εξοφλήσουν τα χρέη και τις απαιτήσεις των εξασφαλισμένων πιστωτών χωρίς να πωληθεί το επίδικο ακίνητο, το δε προϊόν της πώλησης, ως διαφάνηκε, δεν ήταν αρκετό για την εξόφληση εξ΄ ου και μετά την πώληση εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόντων, στα πλαίσια της αγωγής χχχ3/2004 του Ε.Δ. Λεμεσού - Τεκμήριο 9.
(2)ότι ο Εναγόμενος πώλησε το επίδικο ακίνητο σε χαμηλότερη από την πραγματική του αξία. Δεν παραγνωρίζεται ότι η εκτίμηση που αυτός έλαβε από τον Μ.Υ.2 ομιλούσε περί των ποσών Λ.Κ.300.000,00 και Λ.Κ.331.000.00 ωστόσο δεν είχε υποβληθεί καλύτερη προσφορά, πέραν της προσφοράς των Marfin Popular Bank Co Ltd, που ήταν η μοναδική προσφορά και εν πάση περιπτώσει εξασφάλισε την αφαίρεση τόκων ύψους Λ.Κ.30.000,00 από τις απαιτήσεις των Laiki Factors Ltd και Λ.Κ.30.000,00 των Marfin Popular Bank Co Ltd, έναντι των οφειλόμενων από τους Ενάγοντες ποσών, γεγονός που ήταν προς όφελος τους και αντανακλά σε ενέργεια καλής και σωστής διαχείρισης.
(3)ότι Εναγόμενος παραβίασε συγκεκριμένο όρο του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης δυνάμει του οποίου αυτός διορίστηκε Διαχειριστής/Παραλήπτης σε βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων.
(4)ότι ο Εναγόμενος παραβίασε συγκεκριμένο όρο του διατάγματος ημερομηνίας 27.04.2004. Κλείνοντας την παρούσα απόφαση κρίνεται χρήσιμο να επισημανθεί, ως προς τη γενικότερη θέση των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος δεν ενήργησε προς το συμφέρον των Laiki Factors Ltd που τον διόρισαν ως Διαχειριστή/Παραλήπτη και προς όφελος τους, πως μαρτυρία για τέτοιο παράπονο, εκ μέρους του κατόχου του Ομόλογου τουλάχιστον ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν τέθηκε. Τα άρθρα 89 και 300 του Κεφ. 113 προνοούν μεταξύ άλλων και τη σειρά προτεραιότητας στην ικανοποίηση των πιστωτών, δεν υποδείχθηκε εν τέλει από τους Ενάγοντες ποιού πιστωτή παραβιάστηκε το δικαίωμα ικανοποίησης, εν πάση δε περιπτώσει αν αυτό ήθελε συμβεί ο Διαχειριστής/Παραλήπτης είναι υπόλογος σε αδικημένο πιστωτή όχι στους Ενάγοντες (βλέπε ως σχετικά τα όσα παρατίθενται στο σύγγραμμα Kerr on the Law and Practice as to Receivers, 15η έκδοση, Sweet & Maxwell, 1978, σελίδα 317). Το αγώγιμο δικαίωμα όμως των Εναγόντων δεν περιλαμβάνει τέτοια βάση αγωγής. Προκύπτει επίσης ως συναφές το ερώτημα, προς τι η επιλογή του Εναγόμενου να πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε χαμηλότερη τιμή, αν μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερο ποσό όπου ενδεχομένως θα παρέμεναν χρήματα για να πληρωθούν οι Laiki Factors Ltd, οι οποίοι δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό λόγω του ότι προηγούνταν άλλοι ενυπόθηκοι πιστωτές και λόγω εγγραφής δικαστικής απόφασης (memo). Το γεγονός ότι οι Laiki Factors Ltd και οι Marfin Popular Bank Co Ltd ανήκαν στον ίδιο Όμιλο δεν αποτελεί ικανό στοιχείο για απόδειξη των θέσεων των Εναγόντων. Η λύση έναντι της πραγματικότητας που είχαν και όφειλαν να αντιμετωπίσουν οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος ως Διαχειριστής/Παραλήπτης αυτών δεν φαίνεται να μπορούσε να δοθεί χωρίς την πώληση του επίδικου ακινήτου. Τα προαναφερόμενα ουδόλως υπονοούν ότι ο Εναγόμενος είχε δικαίωμα να πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε οποιαδήποτε τιμή, ωστόσο ως διαφαίνεται οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ήταν το 2007 Λ.Κ.442.000,00, συνεπώς ο ισχυρισμός τους για πρόκληση ζημιάς σε αυτούς δεν αποδείχθηκε. Το βάρος απόδειξης είχαν οι Ενάγοντες. Από την άλλη ο Εναγόμενος ζήτησε εκτίμηση και του δόθηκε η αγοραία αξία του ακινήτου, έστω και αν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αυτή, έχοντας υπόψη αυτήν προχώρησε, υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, στην πώληση, αφού οι τόκοι των χρεών έτρεχαν. Ακόμη, η εκτίμηση του Κτηματολογίου, έστω για σκοπούς τελών, ήταν πολύ κοντά στην εκτίμηση που του δόθηκε συνεπώς δεν είχε κάποιο λόγο να υποψιαστεί ότι ενδεχομένως η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου να ήταν πιο ψηλή ή κατά πολύ πιο ψηλή. Εν πάση όμως περιπτώσει υπενθυμίζεται πως η βάση της αγωγής των Εναγόντων δεν ήταν η αμέλεια του Εναγόμενου, συνεπώς περαιτέρω ενασχόληση με παρόμοιους προβληματισμούς θα είναι άνευ αντικειμένου για την παρούσα διαφορά. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, ως τους διατύπωσαν στην Έκθεση Απαίτησης, και ως εκ τούτου η αγωγή τους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Κατ΄ επέκταση η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων και προς όφελος του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.