← Κύπρος

TYULENEV κ.α. ν. GONCHAR κ.α., Αρ. Αγωγής: 2911/2019, 29/7/2020

TYULENEV κ.α. ν. GONCHAR κ.α., Αρ. Αγωγής: 2911/2019, 29/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2911/2019

  1. XXX TYULENEV
  2. NINFA HOLDING LTD Ενάγοντες και
  3. XXX GONCHAR
  4. PARALLEL NOMINEES CYPRUS LTD
  5. PARALLEL MANAGEMENT LTD
  6. EΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΚΑΙ ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Εναγόμενοι Ημερομηνία:29 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα 2/ αιτητή:O κ. Π. Γεωργίου για LEFKOS CLERIDES & SONS LLC Για τον καθ' ου η αίτηση αρ. 4: Η κα Θ. Αριστείδου και ο κ. Π. Παυλίδης για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για αντεξέταση ενόρκου δηλούσας) Για μια πλήρη εικόνα της υπόθεσης και για σκοπούς κατανόησης της, θεωρώ πρέπον να καταγράψω τη μέχρι τούδε πορεία της υπόθεσης όπως αυτή επηρεάζει τον εναγόμενο αρ. 4/ καθ' ου η αίτηση αρ. 4 Έφορο Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (στη συνέχεια «ο καθ' ου η αίτηση αρ.4»). Εναντίον του καθ' ου η αίτηση αρ. 4 έχει εκδοθεί την 18.05.2020 μονομερώς διάταγμα σε αίτηση των εναγόντων/ αιτητών (στη συνέχεια «ο αιτητής») με ημερομηνία 14.05.2020 με το οποίο διατάσσεται να αποδεχθεί και να αναγνωρίσει ως ισχύοντα και νόμιμα τα δικαιώματα των σημερινών μετόχων της ενάγουσας εταιρείας, σύμφωνα με ήδη εκδοθέντα απόλυτα διατάγματα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και του Καταστατικού της εταιρείας, μέχρι της πλήρους εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης διάταγμα με το οποίο διατασσόταν να αποδεχθεί και να προωθήσει όλες τις αποφάσεις (resolutions) των Ειδικών και Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας που έχουν καταχωρηθεί και θα καταχωρούνται στο μέλλον στο Γραφείο του σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και του Καταστατικού της Εταιρείας μέχρι της πλήρους εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Όταν επιδόθηκε το ως άνω διάταγμα στον υπό αναφορά καθ' ου η αίτηση αρ.4, αυτός καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί στις 24.06.2020 την οποία υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η Βοηθός Εξεταστή στο Γραφείο του καθ' ου η αίτηση αρ. 4, κα XXX Ιωάννου. Τώρα, με την υπό κρίση αίτηση του οι αιτητής, αιτείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η παρουσία της ως άνω ενόρκως δηλούσας κας Ιωάννου για την αντεξέταση της επί των παραγράφων 1, 2, 8, 9, 10, 11, 13, 17, 18, 19, 20, 21 και 22 της ένορκης της δήλωσης κατά την ακρόαση της ως άνω αίτησης και/ή σε οιανδήποτε άλλη δικάσιμο και/ή ημερομηνία. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.30, Δ.38, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1, 2

(1)
(3)3, 4, 5, 6, 7, 9, 10 - 13 και Δ.57, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο συνεργάτης δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τον ενάγοντα/ αιτητή κ. XXX κ. XXX Γεωργίου, ο οποίος εκτός από την εξουσιοδότηση την οποία δηλώνει πως έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση, αναφέρει τα εξής επί της ουσίας σε σχέση με την ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (παρατίθενται αυτολεξεί): «
  1. Συγκεκριμένα, οι δικηγόροι του Ενάγοντα - Αιτητή μετά που ανέγνωσαν το περιεχόμενο της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης της κυρίας XXX Ιωάννου ημερ. 23/06/2020 διαπίστωσαν την ανάγκη για αντεξέταση τής κυρίας XXX Ιωάννου, ενόρκως δηλούσας εκ μέρους του Εναγομένου 4 - Καθ' ου η αίτηση, στις παραγράφους 1,2,8,9,10,11,12,13,17,18,19,20,21 και 22 επί των πιο κάτω σημείων : (Α) Παράγραφοι 1 και 2: Εν σχέσει με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα τής ενόρκως δηλούσας και την ειδική γνώση και αρμοδιότητα που έχει για να επιληφθεί και να δώσει γνώμη για τα επίδικα θέματα. (Β) Παράγραφοι 8,9,10,11,12,13, Εν σχέσει με την ορθότητα των γεγονότων που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους . (Γ) Παράγραφοι 17,18 και 20: Εν σχέσει με τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που αναφέρει στις εν λόγω παραγράφους, συγκεκριμένα. Εγείρει το θέμα η κυρία Ιωάννου στις παραγράφους 17 και 18 αναφορικά με την αίτηση του αιτητή ημερομηνίας 04/03/2020 για αντικατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας NINFA HOLDING LTD (παράγραφος 17 της Ένορκης Δήλωσης της ημερ. 23/06/2020) και ισχυρίζεται, ότι τα «ψηφίσματα της εταιρείας NINFA HOLDING LTD , που αφορούν τις εν λόγω αλλαγές, δεν συνοδεύονται από την απαραίτητη βεβαίωση του Γραμματέα η οποία θα πρέπει να υπογράφεται σε αυτή τη περίπτωση τόσο από τον παραιτηθέντα γραμματέα αλλά και από τον νέο γραμματέα». (Δ) Περαιτέρω στις παραγράφους 19,20,21 και 22 τής Ένορκης της Δήλωσης η κυρία XXX Ιωάννου ισχυρίζεται ότι «από τον Μάρτιο του 2013, η βεβαίωση του Γραμματέα απαιτείται ως απαραίτητο συνοδευτικό έγγραφο των εντύπων ΗΕ4, ΗΕ57 και ΗΕ2». και ο Αιτητής δεν την είχε επισυνάψει στα πιο πάνω έντυπα στην αίτηση ημερ. 4/3/2020 που καταχώρησε στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών (Καθ' ου η Αίτηση), για αντικατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας NINFA, και ως εκ τούτου η καταχώρηση ήταν ελλιπής και επομένως, ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε υποχρέωση να την προωθήσει συμμορφούμενος με το διάταγμα του Δικαστηρίου.
  2. Όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγόντων - Αιτητών 1 και 2, οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι ανυπόστατοι και μέσω της αντεξέτασης θα διαφανεί ότι δεν έχουν κανένα πραγματικό η νομικό έρεισμα.
  3. Οπως με πληροφορούν περαιτέρω, οι δικηγόροι του Ενάγοντα - Αιτητού το αίτημα του Αιτητή είναι στενά συνυφασμένο με τη δέουσα εξάσκηση του δικαιώματος του για αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ως κατοχυρώνεται υπό του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση A. Panayides Contracting Ltd. ν. Χαραλάμπους
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 416, στις σελ. 453 και 454 η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου ασχολήθηκε με το θέμα του συνταγματικού δικαιώματος ακρόασης που διασφαλίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και η, κατ' αντιστοιχία, εφαρμογή της ιδίας αρχής στο Άρθρο 6
(1)και 6
(3)(δ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν. 39/62)όπου διασφαλίζεται το γνωστό δικαίωμα για «δίκαιη δίκη». Στην ιδία υπόθεση και συγκεκριμένα στη σελ. 455, σημειώνεται ότι σε συνάρτηση με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη βρίσκεται και το δικαίωμα του κάθε διάδικου να αντεξετάσει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον του και αυτό είναι συνυφασμένο με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Και σημειώνεται: «Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του Άρθρου 30.3(γ) του Συντάγματος». Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν. 14/1960)άρθρο 31 και άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4,5,6,7 και 9, επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.39 Θ.1, Δ.48 ΘΘ 1, 2, 3, 4 και 9, Δ.5 και Δ.64, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις Αρχές της Επιείκειας και Φυσικής Δικαιοσύνης, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση: «
  1. Η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αστήρικτη.
  2. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομοθεσία ή/και νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Η αίτηση των Εναγόντων δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε καλό λόγο και/ή εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή κωλύονται και/ή εμποδίζονται από το να διεκδικούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  5. Η σκοπούμενη αντεξέταση της κας Ιωάννου XXX δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και/ή δεν θα προσφέρει και/ή δεν μπορεί να αποκρυσταλλώσει και/ή να διασαφηνίσει τα επίδικα ζητήματα της ένστασης ημερ. 24/06/2020, και/ή ενδιάμεσης αίτησης των Εναγόντων ημερ. 14/05/2020, στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η ένσταση η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας. Ιωάννου XXX.
  6. Τα ιδιαίτερα περιστατικά και/ή περιστάσεις της υπόθεσης και/ή της αίτησης δεν συνηγορούν υπέρ της έγκρισης της αίτησης για αντεξέταση και/ή της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  7. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να αποφασίσει τα επίδικα ζητήματα της αίτησης ή/και της ένστασης και/ή η παρούσα αίτηση και/ή σκοπούμενη αντεξέταση γίνεται με σκοπό την καθυστέρηση και/ή θα προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία.
  8. Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας.
  9. Η αίτηση των Αιτητών είναι γενική και/ή αόριστη και αντίθετη με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες και τη νομολογία, εφόσον με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση.
  10. Η αντεξέταση για τα θέματα που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση δεν είναι απαραίτητη και/ή δεν επιτρέπεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας έκδοσης ή διατήρησης προσωρινών διαταγμάτων.
  11. Η επιδίωξη αντεξέτασης για τα θέματα που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση, περιλαμβανομένων των περιστάσεων και/ή συνθηκών και/ή των ισχυριζόμενων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας XXX Ιωάννου, αποτελούν ισχυρισμούς οι οποίοι άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και/ή τους οποίους το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει σε αυτό το στάδιο και/ή θα οδηγούσαν και/ή ενέπλεκαν το Δικαστήριο σε προκαταρκτική εκδίκαση της υπόθεσης, γεγονός νομολογιακά ανεπίτρεπτο.
  12. Δεν δύναται η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια έκδοσης ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων επί οποιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων και/ή προς τον σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου ούτε και μπορεί να γίνει έλεγχος της αξιοπιστίας του στο στάδιο αυτό.
  13. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της έκδοσης ή της διατήρησης προσωρινού διατάγματος θα ενασχοληθεί με τη διαπίστωση της τήρησης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 χωρίς να υπεισέρχεται αφού δεν του επιτρέπεται, στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς. Το έργο τούτο επιτελείται κατά την ακρόαση της αγωγής όταν αποφασίζονται τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η δικηγόρος κα XXX Γεωργίου, η οποία εργάζεται στο γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας Λεμεσού και η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη των φακέλων που τηρούνται στη Νομική Υπηρεσία, όσο και από ενημέρωση τής οποίας έτυχε από τους συναδέλφους της οι οποίοι έχουν τον χειρισμό της ως άνω υπόθεσης. Αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης και δηλώνει ότι έχει διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει εκφράζει τη διαφωνία της με το περιεχόμενο τους και απορρίπτει τους λόγους των οποίων γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση της. Υποστηρίζει ότι η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν βρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Επιπλέον, δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για την έκδοση Διατάγματος αντεξέτασης. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι ο αιτητής απέτυχε να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εξαιρετική περίσταση έτσι που να καθίσταται αναγκαία η αντεξέταση. Περαιτέρω, δεν συντρέχει και/ή δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πάσχει λόγω γενικότητας και/ή αοριστίας και/ή δεν καταφαίνεται και/ή τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα για αντεξέταση. Παρόλο ότι ο αιτητής καθορίζει τα σημεία επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση, τα οποία μάλιστα αφορούν στην ουσία όλη την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννου, δεν εξειδικεύει και επεξηγεί ως οι Διατάξεις και Κανονισμοί, τους λόγους για τους οποίους αυτή ζητείται. Δεν αποκαλύπτει και δεν επικαλείται οποιεσδήποτε ειδικές ή εξαιρετικές περιστάσεις στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αλλά ούτε παρουσιάζει δικαίωμα για αντεξέταση επί της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 23.06.
  14. Η γενική και αόριστη αναφορά, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, δεν αποδεικνύει οποιοδήποτε εξαιρετικό λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, όπως αυτό έχει νομολογιακά καθοριστεί. Στη συνέχεια υποστηρίζει τα ακόλουθα τα οποία παρατίθενται αυτούσια λόγω της σημασίας τους: «
  15. Η παρούσα Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. XXX Γεωργίου και σε αυτή οι αιτητές επιθυμούν την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας κας XXX Ιωάννου, σε σωρεία θεμάτων που αφορούν την ουσία της αγωγής και των διαφορών μεταξύ των μερών, και αφορούν αντικρουόμενες θέσεις και ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, τους οποίους το Δικαστήριο δεν δύναται και δεν θα εξετάσει στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση ή διατήρηση των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων. Δεν διευκρινίζεται γιατί είναι αναγκαίο να επιτραπεί η αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων, το μόνο που αναφέρεται είναι ότι οι αιτητές επιθυμούν την αντεξέταση καθότι ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, επιθυμούν να αντεξετάσουν επί της ορθότητας των γεγονότων. Τα εν λόγω γεγονότα επί των οποίων οι Ενάγοντες, επιθυμούν να αντεξετάσουν άπτονται επί νομικών σημείων και υπεισέρχονται στην ουσία της Αγωγής η οποία δεν δύναται να ακουστεί στο παρών στάδιο, αλλά κατά την ακρόαση της Αγωγής.
  16. Η επιδιωκόμενη αντεξέταση υπό τις περιστάσεις σχετίζεται με την αξιοπιστία και/ή την αλήθεια των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση μαρτυρίας και όχι η αποσαφήνιση των θέσεων των μερών. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται ευθαρσώς και από την γενικότητα και/ή αοριστία της παρούσας αίτησης καθότι σε καμία περίπτωση δεν ζητούν διευκρινίσεις σε ασαφή θέση και/ή σε ένα κατ' ισχυρισμό ασαφές γεγονός.
  17. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, μέσω της ένορκης δήλωσης τόσο των Αιτητών ημερομηνίας 14/05/2020 όσο και της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 4 και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει ημερομηνίας 24/06/2020 και των επισυνημμένων σε αυτήν τεκμηρίων, αρκετή μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πρόκειται μόνο να προσκομίσει εκ νέου μαρτυρία η οποία ήδη τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 23/06/2020 και η οποία βρίσκεται πλέον στην κρίση του Δικαστηρίου.
  18. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της έκδοσης ή της διατήρησης συντηρητικών διαταγμάτων θα ενασχοληθεί με τη διαπίστωση της τήρησης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60και δεν θα υπεισέλθει, ούτε βεβαίως κάτι τέτοιο επιτρέπεται, στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εφόσον αυτό το έργο επιτελείται κατά την ακρόαση της αγωγής όταν αποφασίζονται τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων.
  19. Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου βάσιμους λόγους για τους οποίους η παρούσα υπόθεση να εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ: Το ζήτημα της αντεξέτασης μαρτύρων σε ενδιάμεσες διαδικασίες ρυθμίζεται από την Διαταγή 48, Θεσμός 4
(2)και την Διαταγή 39, Θεσμός 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η Διαταγή 48, Θεσμός 4
(2)προβλέπει: «...Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η Διαταγή 39, Θεσμός 1 προβλέπει: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Από τις πιο πάνω πρόνοιες, καθώς επίσης και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει με σαφήνεια ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, νοουμένου ότι καταδεικνύονται οι εξαιρετικές περιστάσεις που επιβάλλουν την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, σε συνάρτηση πάντοτε με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υπόθεσης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου [2008] 1 Α.Α.Δ. 280). Αρκούντως διαφωτιστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ. 1) [2004] 1 Α.Α.Δ 1660, στην οποία ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Καλλής, απέρριψε αίτημα αντεξέτασης ενόρκως δηλούσας, παρόλο που δεν υπήρχε ένσταση από τους Καθ' ων η Αίτηση. Τόνισε δε ότι το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον Θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων, για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία, καθώς και ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η Αίτηση για αντεξέταση «περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων». Περαιτέρω, όσον αφορά το εύρος της επιδιωκόμενης αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα σε ενδιάμεσες διαδικασίες, οι κατευθυντήριες γραμμές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν νομολογιακά, επιτάσσουν ότι στην Αίτηση για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης, πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένες παράγραφοι και/ή σημεία επί των οποίων θα αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, καθώς και ότι οι παράγραφοι και/ή τα σημεία αυτά πρέπει να είναι περιορισμένα. Σε αντίθετη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροπής της ενδιάμεσης διαδικασίας από την ορθή της διάσταση και μετατροπής της σε δίκη επί της ουσίας. Σχετικά είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (κ. Ν. Γερολέμου, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ ν. Ιωάννη Μαύρου, Αρ. Γενικής Αίτησης 773/2014, ημερομηνίας 07.10.2015 τα οποία υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Τα θέματα για τα οποία μπορεί να αντεξεταστεί ένας ενόρκως δηλούντας θα πρέπει να είναι καθορισμένα, περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις ανάγκες της διαδικασίας. Επομένως, η παραχώρηση άδειας ή έκδοση διατάγματος, για αντεξέταση ή μη, θα πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με την αναγκαιότητα και τη φύση της διαδικασίας, δηλαδή εδώ της αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Σε καμία περίπτωση η αντεξέταση δεν θα πρέπει να εκτείνεται για οποιοδήποτε ζήτημα υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση, όπως προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, ή με σκοπό την εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση της γενικότερης αξιοπιστίας ενός ενόρκως δηλούντος ή την ενίσχυση της αξιοπιστίας άλλου. Σχετική είναι η απόφαση, αν και πρωτόδικη, του πρώην Δικαστή κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην αγωγή 7123/08, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου. Η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης πρέπει να επιτρέπεται σε θέματα μόνο που είναι αναγκαία για την επίλυση του ουσιαστικού ζητήματος της εκάστοτε αίτησης. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται σε επουσιώδη θέματα ή που δεν σχετίζονται με την κυρίως αίτηση, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί η ενδιάμεση διαδικασία σε κύρια δίκη. Για να επιτύχει ένας Αιτητής που ζητεί την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης, θα πρέπει να διαφανεί ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης είναι αναγκαίο και χρειάζεται να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλούντας με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. ....... Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να ασκεί τη διακριτική ευχέρειά του και εκεί μόνο όπου φαίνεται ότι είναι αναγκαίο τούτο, με σκοπό να αποφασιστούν τα επίδικα ζητήματα στην κυρίως αίτηση». Και πιο κάτω: «Η προσπάθεια που καταβλήθηκε εκ μέρους του δικηγόρου του Αιτητή, στην παρούσα αίτηση, να περιορίσει τούτο, το αιτούμενο δηλαδή διάταγμα, στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5, δεν διασώζει το γενικό πλαίσιο που ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αφού αυτές οι παράγραφοι είναι, θα έλεγα, και ολόκληρη η ουσία ολόκληρης της ένορκης δήλωσης. Η επίκληση ότι υπάρχει καλός λόγος, χωρίς να εξηγείται ποιος είναι αυτός, και ότι θα πληγεί ανεπανόρθωτα το δικαίωμά του για παρουσίαση της υπόθεσης, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε το συγκεκριμένο, αλλά απλά να παραπέμπεται το Δικαστήριο στη διαφωνία ή και στη διαφορά περί των γεγονότων ή θεμάτων που φαίνονται από τις ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης, ακριβώς δείχνει και την πορεία που το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει και να αποκλείσει τούτο, αφού είναι αναμενόμενο να υπάρξει αμφισβήτηση, με την ένσταση, ισχυρισμών ή θέσεων της άλλης πλευράς, που άλλωστε δεν αποτελεί το λόγο για έκδοση διατάγματος για αντεξέταση. Είναι η αναγκαιότητα που προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που θα πρέπει να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο στην έκδοση ή μη ενός διατάγματος». Σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση, το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τους παράγοντες κατά πόσον η αιτούμενη και/ή επιδιωκόμενη αντεξέταση σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της κυρίως και/ή της υπό κρίση αίτησης αλλά και κατά πόσον αυτή κρίνεται και/ή καθίσταται αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια εξετάζεται τι περισσότερο έχει να προσφέρει στην διαδικασία και στην όσο το δυνατόν πιο δίκαιη και/ή ορθή εκδίκαση της υπόθεσης η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εάν η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας εν προκειμένω, δεν πρόκειται να προσφέρει οτιδήποτε στη διαδικασία, παρά μόνο επανάληψη θέσεων και ισχυρισμών και μάλλον θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας επιφέροντας περαιτέρω και/ή αχρείαστη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, προς αποφυγή της οποίας ο νομοθέτης προέβη στην τροποποίηση της Δ.48 θ.4
(2)το 1999, το δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της μη έκδοσης του διατάγματος αντεξέτασης και της απόρριψης της σχετικής αίτησης. Περαιτέρω καθίσταται σαφές ότι μόνο η αμφισβήτηση γεγονότων και/ή ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα του οποίου ζητείται αντεξέταση, ή η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, δεν συνιστά, συμφώνως της νομολογίας, «καλό λόγο» και κατά συνέπεια δεν πληρείται μια εκ των βασικών προϋποθέσεων έκδοσης του εν λόγω διατάγματος αντεξέτασης, δηλαδή η ύπαρξη καλού λόγου, το βάρος απόδειξης του οποίου φέρει ασφαλώς ο αιτητής. Νοείται ότι ούτε η γενική και αόριστη εκδήλωση επιθυμίας αντεξέτασης δεν αποτελεί από μόνη της ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής αιτείται την αντεξέταση της κας Ιωάννου, η οποία συνοδεύει την ένσταση του καθ' ου η αίτηση 4 στα πλαίσια της αίτησης των εκδοθέντων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 14.05.2020, χωρίς να εξειδικεύεται και/ή να επεξηγείται καθ' οιονδήποτε τρόπο επί ποιων συγκεκριμένων σημείων των εν λόγω παραγράφων θα αντεξεταστεί η ενόρκως δηλούσα στην περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. O αιτητής καθορίζει μεν τις παραγράφους επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση - οι οποίες μάλιστα αφορούν στην ουσία όλη την ένορκη δήλωση -, αλλά δεν εξειδικεύουν τους λόγους για τους οποίους αυτή ζητείται. Η γενική και αόριστη αναφορά, στις παραγράφους που ο αιτητής επιθυμεί να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα, χωρίς να διευκρινίζονται τα συγκεκριμένα θέματα ή σημεία επί των οποίων ο αιτητής επιθυμεί να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα δεν είναι αρκετή σύμφωνα με την νομολογία, για την έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης. Ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι επιθυμεί να αντεξετάσει επί της ορθότητας των γεγονότων χωρίς πάλι να διευκρινίζει επί ποιων γεγονότων αξιώνει τη διαπίστωση της ορθότητας τους. Η κα Ιωάννου όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της αποτελούν τα πραγματικά και/ή καταγεγραμμένα περιστατικά της υπόθεσης και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί του αιτητή απορρίπτονται ως αβάσιμοι και/ή ανυπόστατοι και/ή ανεδαφικοί. Το γεγονός δε ότι ο αιτητής δεν παρέχει τις αναγκαίες εξηγήσεις ούτε εξειδικεύει και/ή προσδιορίζει και/ή αποδεικνύει τον λόγο και δη τον καλό λόγο για τον οποίο αιτείται την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, ως καθιερώνεται νομολογιακά, καθιστά κατά την κρίση μου την αίτηση απορριπτέα. Ειδικότερα ως προς τις παρ. 1 και 2 όπου η κα Ιωάννου αναφέρεται στην ιδιότητα υπό την οποία ορκίζεται και την εξουσιοδότηση της προς τούτο, δεν βλέπω σε τι μπορεί να συνίσταται η αντεξέταση της. Ο αιτητής για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της υποστηρίζει ότι θα την αντεξετάσει για τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της και την «ειδική γνώση της» για να δώσει γνώμη για τα επίδικα θέματα. Παρατηρώ ότι η ενόρκως δηλούσα δεν επικαλείται τέτοια «ειδική γνώση» αλλά υποστηρίζει ότι η όποια γνώση της προέρχεται από τη μελέτη του φακέλου της εταιρείας και τα έγγραφα που είναι κατατεθειμένα σε αυτόν όσα δε εκ των οποίων κρίνει ως αναγκαία για την υποστήριξη της ένστασης τα επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της το περιεχόμενο των οποίων είναι αυτόδηλο και δεν χρειάζεται οποιασδήποτε περαιτέρω επεξήγησης. Οτιδήποτε άλλο είναι οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και είναι ζήτημα αγόρευσης και όχι μαρτυρίας. Σε σχέση με τις παρ. 8,9,10,11,12 και 13 της ένορκης δήλωσης της κας Ιωάννου επί του περιεχομένου των οποίων και πάλι επιζητείται η αντεξέταση της, ως δικαιολογία δίδεται η διαπίστωση της ορθότητας των γεγονότων στα οποία η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά. Τα γεγονότα όμως αυτά είναι όπως αντικατοπτρίζονται από τον φάκελο της εταιρείας τον οποίο αρμοδίως τηρεί στο γραφείο του ο καθ' ου η αίτηση αρ.4. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Μάλιστα γι' αυτά κατατίθενται και τα σχετικά έντυπα ως τεκμήρια. Χωρίς να διευκρινίζεται επί ποιου γεγονότος θα επικεντρωθεί η αντεξέταση θεωρώ ότι ξεφεύγει από τον σκοπό που έχει καθορίσει η νομολογία μας. Επομένως απορρίπτεται το αίτημα και ως προς αυτές τις παραγράφους. Στην ένορκη δήλωση του κ. Γεωργίου ημερ. 29.06.2020, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 (Γ) και (Δ), αναγράφονται αποσπασματικά μέρη από την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννου ημερ. 23.06.2020, χωρίς ο αιτητής να εξειδικεύει ή συγκεκριμενοποιεί τα σημεία επί των οποίων επιθυμεί να αντεξετάσει και ειδικότερα δεν αποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους ζητεί την αντεξέταση των εν λόγω παραγράφων. Καταδεικνύεται ουσιαστικά ότι σκοπός της επιδιωκόμενης αντεξέτασης είναι να πληγεί η αξιοπιστία της ενόρκως δηλούσας, πράγμα ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας ενδιάμεσης διαδικασίας. Η ενόρκως δηλούσα εξηγεί ευθαρσώς τη νενομισμένη διαδικασία που ακολουθείται στο Τμήμα της για όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις και τίποτε άλλο και ως εκ τούτου δεν βρίσκω λόγο για ποια περαιτέρω ζητήματα θα μπορούσε να ερωτηθεί. Γι' αυτούς τους λόγους κρίνω ότι οι ως άνω παράγραφοι δεν χρίζουν αντεξέτασης επί οποιουδήποτε σημείου τους και ως εκ τούτου απορρίπτεται το αίτημα και ως προς αυτές τις παραγράφους. Επιπλέον των όσων ήδη έχω καταγράψει πιο πάνω, δεν έχει καταδειχθεί μέσα από την επίδικη αίτηση, ούτε την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε εκείνες τις σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις, ούτε ότι η αιτούμενη αντεξέταση κρίνεται και/ή καθίσταται πρόδηλα αναγκαία υπό τις περιστάσεις, ώστε να δικαιολογείται το δικαστήριο, συμφώνως των αρχών της νομολογίας που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Επιπροσθέτως των ανωτέρω κρίνω ότι το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί και για το λόγο ότι το εύρος της επιδιωκόμενης αντεξέτασης με την αναφορά και μόνο στις παραγράφους επί του περιεχομένου των οποίων εκφράζεται η επιθυμία να γίνει αντεξέταση, είναι όπως κρίνω αχρείαστα εκτεταμένο και αόριστο. Ουσιαστικά, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο αιτητής επιδιώκει να αντεξετάσει, όχι για να διευκρινίσει κάποιο πολύ συγκεκριμένο και περιορισμένο θέμα ή ισχυρισμό, όπως άλλωστε νομολογιακά υποδεικνύεται ότι είναι ο σκοπός της αντεξέτασης στα πλαίσια της Δ.39, αλλά εφ' όλης της ύλης, μετατρέποντας μία διαδικασία την οποία ο νομοθέτης επέλεξε να γίνεται με ένορκες δηλώσεις, σε πλήρη ακροαματική διαδικασία. Ούτε η απλή αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης, σχετικά με τις οποίες ζητείται η αντεξέταση, αλλάζει τα πράγματα, δεδομένου ότι οι εν λόγω παράγραφοι αποτελούν αφενός το σύνολο σχεδόν της ενόρκου δηλώσεως και αφετέρου τις κύριες και/ή ουσιώδεις παραγράφους αυτής, οι οποίες άπτονται και/ή αφορούν στην ουσία της υπόθεσης. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι το δικαστήριο, κατά την εξέταση της έκδοσης ή της διατήρησης προσωρινών διαταγμάτων, θα το απασχολήσει η διαπίστωση αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60και δεν θα υπεισέλθει - ούτε βεβαίως κάτι τέτοιο επιτρέπεται - στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εφόσον αυτό το έργο επιτελείται κατά την ακρόαση της αγωγής όταν αποφασίζονται τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας καταλήγω ότι η αιτούμενη αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας δεν πρόκειται να προσφέρει οτιδήποτε περισσότερο στην διαδικασία ούτε δύναται να συμβάλει με οποιονδήποτε τρόπο στην δίκαιη εξέταση της αίτησης για έκδοση ή διατήρηση των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων. Ο αιτητής επί της ουσίας επιζητεί να αντεξεταστεί η κα Ιωάννου επί του συνόλου σχεδόν του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της, ευρισκόμενος σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ορίζει η σχετική νομολογία και το γεγονός ότι δεν εξειδικεύει τον λόγο και δη τον καλό λόγο για τον οποίον ζητεί την εν λόγω αντεξέταση στα πλαίσια της παρούσης ενδιάμεσης διαδικασίας, αλλά ούτε εκείνες τις σπάνιες και εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες συνηγορούν υπέρ της αναγκαιότητας της αιτούμενης αντεξέτασης, καθιστούν κατά την αντίληψη μου την υπό εξέταση αίτηση πάσχουσα νομικώς και/ή είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αστήρικτη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τέλος, κρίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης όχι μόνον δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ως η νομολογία επιβάλλει, αλλά αντίθετα θα εκτρέψει την διαδικασία από την ορθή της διάσταση, μετατρέποντας ανεπίτρεπτα την εκδίκαση ενός προσωρινού διατάγματος σε δίκη επί της ουσίας και αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην άσκοπη ανάλωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και/ή σε κατάχρηση διαδικασίας. Από την άλλη κρίνω ότι κανένα συνταγματικό δικαίωμα του αιτητή δεν παραβιάζεται και ούτε στερείται του δικαιώματος του να τύχει δίκαιης δίκης. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτω την αίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή στην παρούσα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.