← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 335/2009, 10/7/2020

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 335/2009, 10/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 335/2009 Σε ότι αφορά τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν.22/85)και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς. Και σε ότι αφορά την Διαιτησία Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτητών και

  1. XXX ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
  2. XXX ΠΟΤΑΜΙΤΗ
  3. XXX ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
  4. XXX ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
  5. XXX ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ Καθ' ων η αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 10 Iουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Μαστορούδης για Ντίνος Μαστορούδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Κούρτελλος για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε προφορικό αίτημα για απόσυρση άνευ βλάβης αίτησης για παροχή άδειας για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης λόγω παρέλευσης δέκα

(10)ετών από την ημερομηνία εγγραφής της) Mε μονομερή αίτηση τους οι Αιτητές αιτήθηκαν άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να τους επιτραπεί να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Η αίτηση κατέστη αναγκαία λόγω παρέλευσης δέκα
(10)ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος του Δικαστηρίου με ημερομηνία 25.09.2009 με το οποίο εγγράφηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης η Διαιτητική Απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στις 14.09.
  1. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.12 Θ.8, Δ.40 Θ.8 και Δ.48 Θ.Θ.1,2,3 και
  2. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα XXX Αγά. Δηλώνει ότι εργάζεται στο Δικαστηριακό Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (η οποία όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση είναι η διάδοχη εταιρεία στη διαχείριση του λογαριασμού των Καθ' ων η Αίτηση που διατηρούσαν στους Αιτητές). Δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εφόσον γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά από τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και λαμβάνοντας νομική συμβουλή από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν στην παρούσα τους Αιτητές. Αναφέρεται στην επίδικη διαφορά παραθέτοντας λεπτομέρειες και επισυνάπτοντας τα σχετικά έγγραφα που κρίνονται ως αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας ως τεκμήρια. Αναφέρεται στα της υπογραφής Γραμματίου δυνάμει του οποίου το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ είχε παραχωρήσει δάνειο ύψους Λ.Κ.180.000,00 στους Καθ' ων η Αίτηση και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση του τρόπου πληρωμής του χρέους τους. Οι Αιτητές πράγματι συγκατατίθεντο και/ή τους παραχωρούσαν τον απαιτούμενο χρόνο προς διευθέτηση της πληρωμής του χρέους τους ως ο ισχυρισμός της. Αφού κάνει αναφορά σε διάφορα επισυμβάντα στο μεταξύ γεγονότα ή και ενέργειες από της εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης, καταλήγει ισχυριζόμενη ότι οι μακροχρόνιες προσπάθειες των διαδίκων για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για σκοπούς διευθέτησης της οφειλής των Καθ' ων η Αίτηση άρχισε να διαφαίνεται πρόσφατα ότι δεν θα είχαν επιτυχή κατάληξη. Έτσι κρίθηκε πλέον ανάγκη, για την είσπραξη του λαβείν τους, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 20.03.2020 και ακολούθως την 1.06.2020 οπότε και εμφανίστηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση ζητώντας άδεια να ενστούν στην αίτηση. Προς τούτο δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και ορίστηκε για οδηγίες την 30.06.2020 και μέχρι τότε να καταχωρείτο η ένσταση. Κατ' εκείνη την ημερομηνία ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών υπέβαλε προφορικά αίτημα για παραχώρηση άδειας για απόσυρση της αίτησης «άνευ βλάβης και με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματος τους για καταχώρηση νέας» όπως ήταν η διατύπωση που χρησιμοποίησε. Η πρόθεση τους αυτή είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως στους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση με αποτέλεσμα να ανταλλαχθεί μεταξύ τους αλληλογραφία η οποία και κοινοποιήθηκε προς ενημέρωση και στο Δικαστήριο η οποία καταχωρίστηκε στο φάκελο της υπόθεσης. Στο ως άνω αίτημα υπήρξε σφοδρή αντίδραση εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Το ζήτημα τέθηκε ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσια η σχετική τοποθέτηση με διευκρινήσεις που δόθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους μετά από παρεμβάσεις του Δικαστηρίου σε κάποια σημεία): «. στο αίτημα έτσι όπως τίθεται προφορικά φέρω εκ προοιμίου ένσταση. Έχει δοθεί η θέση μας και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η ένσταση έχει δύο σκέλη αφενός δικονομικά δηλαδή θεωρούμε στο στάδιο που βρίσκεται σήμερα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας έτσι όπως οριοθετείται από τη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προκειμένου προς απόσυρση αιτήματος ή διακοπή διαδικασίας κατ' αρχή είναι αναγκαία η άδεια του σεβαστού Δικαστηρίου. Η όλη λογική της Δ.15 είναι για να αποτραπεί κατάχρηση της διαδικασίας και αφετέρου να προστατευθεί το άλλο διάδικο μέρος από την τυχόν απόκτηση τακτικού ή άλλου πλεονεκτήματος το οποίο σιωπηρά επιδιώκει το μέρος που αποσκοπεί στην απόσυρση ή διακοπή της διαδικασίας. Το ένα σκέλος είναι δικονομικό υπό την έννοια ότι δεν είναι αυτός ο σωστός δικονομικά τρόπος να υποβληθεί το συγκεκριμένο αίτημα. Όταν είχαμε προσεγγιστεί από τους συναδέλφους δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είχαμε εκφράσει τη θέση ότι έχουν κάθε δικαίωμα να προωθήσουν αυτό το αίτημα πλην πρέπει να το κάνουν όπως προνοεί η Δ.15 με αίτηση δια κλήσεως. Η αναφορά σε αίτηση δια κλήσεως ως του ενδεδειγμένου δικονομικά τρόπου συνδέεται με το άλλο σκέλος δηλαδή το ουσιαστικό σκέλος της ένστασης. Να θυμίσω ότι η συγκεκριμένη αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και κατά την εμφάνιση των μερών την 1.6.2020 εμείς είχαμε λάβει γνώση για τη διαδικασία συνεπεία έρευνας στο δικαστικό φάκελο. Κατά την εμφάνιση των μερών κατά την 1.6.2020 η άλλη πλευρά είχε ζητήσει διάταγμα ως η αίτηση. Το μονομερές του διαβήματος, η σπουδή ακόμα και στην παρουσία μας αποδεικνύει τη σπουδή της άλλης πλευράς και το ζήλο τους να μας φιμώσουν και να μην ακουστούμε. Το σεβαστό Δικαστήριο ενόψει της παρουσίας μας και των εισηγήσεων έδωσε οδηγίες όπως καταχωρήσουμε ένσταση, ένσταση την οποία δεν καταχωρήσαμε ενόψει αυτού του ζητήματος που ανέκυψε άρα η θέση μας είναι ότι θα πρέπει να προωθήσουν τέτοιο αίτημα για διακοπή ή απόσυρση με τρόπο ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην πλευρά μας να εκθέσουμε πλήρως τις απόψεις μας. Ως δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση δεν μπορούμε να είμαστε μάρτυρες. Συνεπώς η προώθηση αίτησης και κατά συνέπεια η δυνατότητα καταχώρησης ένστασης θα δώσει τη δυνατότητα και στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση να εισαγάγουν το μαρτυρικό υλικό το σχετικό ώστε να έχει τη δυνατότητα το σεβαστό Δικαστήριο να μορφώσει συνολική άποψη. Αυτή τη στιγμή ό,τι υπάρχει στο φάκελο από την αρχή της διαδικασίας από τότε που καταχωρήθηκε η αίτηση είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Με την κίνηση που κάνουν οι αιτητές συνοπτικά σπρώχνουν το Δικαστήριο να ατενίσει μόνο την κορυφή αυτού. Είχα κάνει αναφορά και γι' αυτό προσδοκούμε να εισαγάγουμε και το μαρτυρικό υλικό ότι η επίμαχη απόφαση του 2009 δεν μπορούσε να εκδοθεί ποτέ και δεν θα μπορούσε να εκδοθεί αν το Δικαστήριο γνώριζε ότι υπήρχε εναντίον των ιδίων προσώπων για το ίδιο θέμα άλλη απόφαση του
  3. Πουθενά στο φάκελο δεν υπάρχει. Δικαστήριο:- Η οποία προωθήθηκε με μέτρα εκτέλεσης; Κος Κούρτελλος:- Μάλιστα και έχουμε όλο το υλικό. Κατά το πώς βόλευε τους αιτητές έπαιζαν με δύο ταμπλό πότε του 2007 πότε του
  4. Η μόνη διαφορά ότι στα πλαίσια της γενικής αίτησης του 2007 η εκδοθείσα απόφαση αφορούσε και τους πέντε καθ΄ ων η αίτηση. Άλλο γεγονός που προσδοκούμε να θέσουμε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η παρενέργεια που έχει σε ενεστώτα χρόνο η διαδικασία. Δικαστήριο:- Η εγγραφή της απόφασης δεν έγινε και για τους πέντε; Κος Κούρτελλος:- Στην προκειμένη για τους τρεις. Σ' αυτή χωρίς να γνωρίζουν οι καθ' ων η αίτηση τους έσυραν και έβγαλαν απόφαση. Στα χρόνια που ακολουθούν υπάρχουν εγγραφές επιβαρύνσεων στα πλαίσια της διαδικασίας του 2009, εγγραφή επιβαρύνσεων του 2007, στην πορεία μάλιστα από τους ίδιους δικηγόρους για τους οποίους κινήθηκε και διαδικασία στο πειθαρχικό σώμα των δικηγόρων. Σε ενεστώτα χρόνο παρενεργεί η εξέλιξη της παρούσας με άλλη εκκρεμή αγωγή πάλι ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τρίτη υπόθεση, πληθώρα επιδίκων θεμάτων, μεταξύ των επίδικων θεμάτων και το κύρος της συγκεκριμένης απόφασης γι' αυτό μιλώ για κορυφή του παγόβουνου και όσα έχω αναφέρει είναι απλώς πτυχή των συναφών περιστατικών. Εδώ την 1.6.2020 ζητούσαν έκδοση διατάγματος ως η αίτηση δηλαδή ανανέωση ισχύος της απόφασης του 2009 στη βάση του ότι έχει εκπνεύσει η ισχύς της εντός του 2019, πριν δύο μέρες, μόλις λάβαμε ειδοποίηση ότι η θέση τους πλέον είναι ότι είναι δωδεκαετούς ισχύος. Αυτή η απόφαση είναι ζόμπι. Η θέση τους είναι ότι αφενός 1.6.2020 ζητούσαν ανανέωση ισχύος και 20 μέρες μετά λέουν ότι εκπνέει το
  5. Αν συμβιβάζεται αυτή η θέση πώς είναι δυνατόν να ζητούν έκδοση διατάγματος για μια απόφαση που 20 μέρες μετά αφενός ισχυρίζεσαι ότι εκπνέει η ισχύς της το 2021; Αυτά που αναφέρω είναι νύξεις. Ακριβώς αυτό ζητούμε, τη δυνατότητα να ακουστούμε, να λάβει γνώση για όλα τα σχετικά το Δικαστήριο ώστε να μορφώσει άποψη. Επ' ουδενί η πλευρά μας δεν μπορεί να δεχτεί είτε δικονομικά είτε με όρους ουσιαστικού δικαίου την άνευ βλάβης απόσυρση. Θα ήταν νομικά οξύμωρο τη στιγμή που δήλωναν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή η απόφαση ουδέποτε θα έπρεπε να είχε εκδοθεί δηλαδή αναφέρομαι σε κατάχρηση διαδικασίας εν αγνοία του Δικαστηρίου κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το γνωρίζουν πολύ καλά και οι αιτητές και οι δικηγόροι τους και σπρώχνουν αυτή τη στιγμή το Δικαστήριο να διακόψει τη διαδικασία και να παραχωρήσει δυνατότητα να επανακάμψουν με διάβημα στο μέλλον που να αναβιώνει αυτή την απόφαση. Σε όλες τις διαδικασίες γνωρίζουμε τι γίνεται και τι έπρατταν παράλληλα και το αποσιωπούν. Να αναφερθώ για την αίτηση τη συγκεκριμένη. Αναφέρονται αθώα στο γεγονός ότι δεν έκαμαν οποιοδήποτε διάβημα τόσα χρόνια οι αιτητές γιατί γίνονταν διαπραγματεύσεις. Η απάντηση είναι ότι ουδεμία διαπραγμάτευση έγινε. Διαπραγμάτευση γίνεται μεταξύ δύο που διαλέγονται και ακούει ο ένας τον άλλο. Δεν υπάρχει καμιά διαδικασία στη διαδικασία του 2007 - στη διαδικασία που ακολούθησε στα πλαίσια της διαδικασίας του
  6. Δεν υπάρχει καν αναφορά ότι σε χρόνο που είχαν ισχυριστεί ότι εξέπνευσε η συγκεκριμένη απόφαση του 2009, που ήταν το βασικό επιχείρημα, να αρνούνται να μας ακούσουν, είχαν στείλει ειδοποίηση τύπου Ι βάσει της δικαστικής απόφασης του
  7. Οι ενέργειες τους νομικά είναι άθλιες και των πελατών και των δικηγόρων που την χειρίζονται. Δεν δίνουν δεκάρα για τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από τους αριθμούς όχι με όρους ηθικής. Σε όλα τα διαβήματα η παράκληση μου ήταν μια: Εφαρμόστε το νόμο και τις νόμιμες ενέργειες όχι στρεβλωτικά προς το νόμο. Η παράκληση μου είναι να δρομολογηθεί με τέτοιο τρόπο η διαδικασία που και το αίτημα της άλλης πλευράς να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά τον δικονομικά ενδεδειγμένο τρόπο αλλά να διασωθεί και το δικαίωμα της πλευράς μας να ακουστεί και να προστατευθεί συγχρόνως η διαδικασία του Δικαστηρίου με την παροχή της δυνατότητας να εκτεθούν όλα τα γεγονότα στην κρίση του Δικαστηρίου. Δικαστήριο:- Αν αποσυρθεί ανεπιφύλακτα δεν θα είχατε πρόβλημα; Κος Κούρτελλος:- Τους το είχα προτείνει μαζί και με συνολική πρόταση για λύση όλων των διαφορών». Περαιτέρω οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν και παρέδωσαν και γραπτό κείμενο με τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα και σχετική πρωτόδικη απόφαση. Η αγόρευση τους όπως δηλώθηκε συνίστατο στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν ως πιο πάνω. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, απαντώντας στα πιο πάνω ανέφερε ότι το αίτημα τους έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου επί του παρόντος καθώς με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό κανονισμό του 2020 ο οποίος τροποποίησε τον Κανονισμό 8 της Διαταγής 40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από τις 27.03.2020 (ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας), ο χρόνος ισχύος των Δικαστικών Αποφάσεων και Διαταγμάτων έχει επεκταθεί από τα 10 χρόνια στα 12 χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος, προς υποστήριξη περαιτέρω του αιτήματος του παρέπεμψε σε σχετική νομολογία (βλ. Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.,
(1996)3 ΑΑΔ 323) όπου τονίζεται η γενική αρχή του δικονομικού δικαίου ότι οι τροποποιήσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν αναδρομική ισχύ στην οποία αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: «η αναδρομικότητα τροποποιήσεων των θεσμών επιφέρει μεταξύ άλλων και την αναβίωση δικαστικών μέτρων τα οποία έχουν ατονίσει ή εκπνεύσει». Επομένως, σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρων των Αιτητών, είναι προφανές ότι η εγγραφή της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης η οποία ενεγράφη με διάταγμα του Δικαστηρίου στις 25.09.2009 ευρίσκεται σε ισχύ μέχρι την 25.09.2021 ήτοι για χρονική περίοδο 12 χρόνων από την ημερομηνία έκδοσης του. Περαιτέρω ως προς τη θέση ότι θα έπρεπε για την υποβολή του αιτήματος για απόσυρση της υπό κρίση Ενδιάμεσης Αίτησης να καταχωρούσαν γραπτή αίτηση διά κλήσεως με βάση τη Διαταγή 15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, θέση τους είναι - ερμηνεύοντας τη νομολογία και το λεκτικό της Διαταγής 15 -, ότι ξεκάθαρα αυτή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις Αγωγής ή Εναρκτήριας Αίτησης και δεν τυγχάνει εφαρμογής στη περίπτωση Ενδιάμεσων Αιτήσεων όπως είναι η παρούσα. Έχω μελετήσει τις αποφάσεις και τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Το πρωταρχικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Διαταγή 15 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση καθώς δεν πρόκειται περί Αγωγής ή Εναρκτήριας Αίτησης αλλά Ενδιάμεσης Αίτησης. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως καταγράφηκαν πιο πάνω η εκφρασθείσα πρόθεση απόσυρσης της αίτησης άνευ βλάβης με προφορικό διάβημα προσέκρουσε σε αντίδραση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι όπως έθεσαν το ζήτημα πέραν της δικονομικής πτυχής που ενέχει, ότι δηλαδή δεν μπορεί να τεθεί ένα τέτοιο αίτημα δεδομένης της ένστασης τους προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επιθυμούν επιπλέον να παρουσιάσουν υπό μορφή μαρτυρίας, την οποία θα πρέπει να λάβει υπόψη το δικαστήριο τους ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους αντιδρούν στην «άνευ βλάβης» απόσυρση της αίτησης αποφασίζοντας αν θα εγκρίνει ή όχι το αίτημα και παράσχει τη σχετική άδεια. Η παράταση του χρόνου ισχύος μιας δικαστικής απόφασης στα 12 χρόνια αντί των 10 που στο μεταξύ προνοείται, σύμφωνα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020 που τέθηκε στο μεταξύ σε ισχύ μόλις την 27.03.2020 - μετά που είχε καταχωριστεί η παρούσα -, έστω και αν έχει αναδρομική ισχύ, κατά την αντίληψη μου δεν ενέχει οποιανδήποτε επίδραση στην αίτηση και πώς αυτή θα πρέπει να αντιμετωπισθεί, εφόσον αφενός αυτή ακόμα και στην περίπτωση που η διαιτητική απόφαση θα είναι σε ισχύ μέχρι την 25.09.2021 οι Αιτητές δεν εμποδίζονταν να είχαν καταχωρήσει την αίτηση τους προηγουμένως και να ζητούσαν την άδεια εκτέλεσης της για περαιτέρω χρονική περίοδο, επομένως με αυτά τα δεδομένα δεν θεωρείται πρόωρη ούτε και άνευ αντικειμένου η αίτηση και αφετέρου συνάγεται ότι με την «άνευ βλάβης» απόσυρση της καθίσταται φανερή η πρόθεση των Αιτητών να επανέλθουν σε μεταγενέστερο στάδιο με παρόμοιο αίτημα, αν στο μεταξύ δεν ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση τους. Και είναι εδώ ακριβώς που επί της ουσίας τίθεται ζήτημα από την άλλη πλευρά, ότι δηλαδή επηρεάζονται τα δικαιώματα τους τα οποία επιθυμούν να θέσουν υπόψιν του δικαστηρίου τώρα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης με σκοπό τη διασφάλιση τους. Από την άλλη θα έλεγα ότι αν επιτρεπόταν η απόσυρση της αίτησης «άνευ βλάβης και με δικαίωμα καταχώρησης νέας» σε αυτό το στάδιο, με ζωντανή την προοπτική καταχώρησης σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα νέας αίτησης, θα απέληγε σε καταχρηστική άσκηση δικονομικών δυνατοτήτων. Θα μετέθετε δηλαδή το όλο ζήτημα στο σύντομο μέλλον. Η Διαταγή 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Θ.Θ.1-3) είναι σχετικοί για το υπό κρίση ζήτημα. Προνοούνται τα ακόλουθα: «
  1. The plaintiff may, at any time before the receipt of the defendant's defence, or after the receipt of the defendant's pleaded defence before taking any other proceeding in the action (save any interlocutory application), by notice in writing, wholly discontinue his action against all or any of the defendants or withdraw any part or parts off his alleged cause of complaint, and thereupon he shall pay such defendant's costs of the action, or if the action be not wholly discontinued, the costs occasioned by the matter so withdrawn. Such costs shall be taxed, and such discontinuance or withdrawal, as the case may be, shall not be a defence to any subsequent action. Save as in this Rule otherwise provided, it shall not be competent for the plaintiff to withdraw the record or discontinue the action without leave of the Court or a Judge, but the Court or a Judge may, before or at or after the hearing or trial, upon such terms as to costs, and as to any other action, and otherwise as may be just, order the action to be discontinued, or any part of the alleged cause of complaint to be struck out. The Court or a Judge may, in like manner and with the like discretion as to terms, upon the application of a defendant, order the whole or any part of his alleged grounds of defence or counter-claim to be withdrawn or struck out, but it shall not be competent to a defendant to withdraw his defence or any part thereof, without such leave.
  2. When a cause has been set down or fixed for trial, it may be withdrawn by either plaintiff or defendant, upon producing to the Registrar a consent in writing signed by the parties.
  3. Any defendant may have judgment for the costs of the action if it is wholly discontinued against him, or for the costs occasioned by the matter withdrawn, if the action be not wholly discontinued». . Σε μετάφραση: 1.Ο Ενάγοντας μπορεί, οιανδήποτε στιγμή προτού πάρει την υπεράσπιση του Εναγόμενου ή μετά την παραλαβή της προτού κάμει οιανδήποτε άλλη διαδικασία στην αγωγή (εκτός από ενδιάμεση αίτηση) δια γραπτής ειδοποίησης να διακόψει πλήρως την αγωγή εναντίον όλων ή μερικών από της Εναγόμενους ή να αποσύρει οιονδήποτε μέρος ή μέρη της ισχυριζόμενης αιτίας παραπόνου και να καταβάλει τα έξοδα του Εναγόμενου στην αγωγή και αν η αγωγή δεν αποσυρθεί ολόκληρη, τα έξοδα που προέκυψαν από το ζήτημα που αποσύρεται. Τα τοιαύτα έξοδα θα πρέπει να ψηφιστούν (Taxet) και η τέτοια διακοπή ή απόσυρση ανάλογα με την περίπτωση δεν θα είναι υπεράσπιση για οιανδήποτε άλλη υποκατάστατη αγωγή που θα κινηθεί. Τηρουμένων των άλλων προνοιών του κανονισμού αυτού, δεν θα είναι δυνατόν για τον Ενάγοντα να αποσύρει τον φάκελλο ή να διακόψει την αγωγή χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστού αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί πριν ή μετά την ακρόαση ή δίκη, υπό τέτοιους όρους ως της τα έξοδα και σχετικά με οιανδήποτε άλλη αγωγή, και γενικά της κρίνει δίκαιο, να διατάξει της η αγωγή διακοπεί, ή οιοδήποτε μέρος της ισχυριζόμενης αιτίας παραπόνου διαγραφεί. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής κατά τον ίδιο τρόπο, και με της της όρους, κατόπιν αιτήσεως υπό Εναγόμενου μπορεί να διατάξει της ολόκληρο ή μέρος των ισχυριζόμενων σημείων της υπεράσπισης ή ανταπαίτησης του αποσυρθεί ή διαγραφεί αλλά δεν θα είναι δυνατόν για ένα Εναγόμενο να αποσύρει την υπεράσπισή του ή μέρος της χωρίς άδεια. 2.Όταν ένα θέμα έχει τεθεί ή ορισθεί για ακρόαση μπορεί να αποσυρθεί είτε από τον Ενάγοντα είτε από τον Εναγόμενο, αφού προσαχθεί στον Πρωτοκολλητή γραπτή συγκατάθεση από τα μέρη. 3.Οιοσδήποτε Εναγόμενος μπορεί να ζητήσει απόφαση για τα έξοδα της αγωγής αν διεκόπει καθ' ολοκληρία εναντίον του ή για τα έξοδα που προκλήθηκαν από το ζήτημα που απεσύρθει αν η αγωγή δεν διεκόπει καθ' ολοκληρία». . Συνοψίζοντας τις πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής και όπως αυτές έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία μας, προκύπτει ότι ο ενάγων ή ο αιτητής στην περίπτωση μιας εναρκτήριας αίτησης, έχει το δικαίωμα να διακόψει την αγωγή ή την αίτηση αντίστοιχα, χωρίς να απαιτείται η εξασφάλιση σχετικής άδειας από το Δικαστήριο, προτού ο εναγόμενος καταχωρίσει υπεράσπιση ή στην περίπτωση που καταχωρηθεί υπεράσπιση προτού ληφθεί οποιοδήποτε περαιτέρω διάβημα. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα του αντιδίκου του και με βάση τη Δ.15 δεν εμποδίζεται να προχωρήσει στην καταχώριση νέας αγωγής (εδώ νέας αίτησης). Στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων αποφασίσει να διακόψει την αγωγή σε κατοπινό στάδιο, τότε απαιτείται σχετική άδεια από το δικαστήριο άλλως πως δημιουργείται δεδικασμένο. Η Δ.15 διέπει τα της διακοπής αγωγής τόσο πριν την καταχώρηση υπεράσπισης όσο και μετά, αλλά οπωσδήποτε πριν διενεργηθεί άλλο διαδικαστικό διάβημα ο ενάγων μπορεί να διακόψει την αγωγή χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Αν όμως η διαδικασία προχωρήσει ή αν ο εναγόμενος αποκτήσει πλεονέκτημα από τη διαδικασία, αποστέρηση του οποίου θα ήταν άδικη, ο ενάγων δεν είναι πλέον απόλυτος dominus litis (βλ. Eleftheriades v. Cyprus Hotels,
(1985)1 CLR 677). Απαιτείται άδεια του δικαστηρίου ώστε να διασφαλίζεται ότι ο ενάγων δεν επιδιώκει τακτικό πλεονέκτημα. Η πρακτική σημασία της άδειας είναι ότι εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρησης νέας αγωγής (βλ. Πατσαλίδης v. Δίσπυρου κ.ά.,
(2006)1 ΑΑΔ 17). Κατά τα άλλα θα επιτραπεί η διακοπή, εφόσον δεν είναι επιθυμητό να υποχρεωθεί ο ενάγων να συνεχίσει τη διαδικασία παρά τη θέλησή του (βλ. Kypreos v.Kypreos
(1984)1 CLR 565). Αυτά ασφαλώς ισχύουν στην περίπτωση που ο ενάγων δίνει μονομερώς ειδοποίηση διακοπής δυνάμει της Δ.15 Θ.1. Όταν όμως καταχωρείται από κοινού γραπτή συναίνεση υπογεγραμμένη από τους διαδίκους, όπως προβλέπεται από τις πρόνοιες της Δ.12 Θ.2, το θέμα λήγει χωρίς το Δικαστήριο να έχει επί τούτου διακριτική ευχέρεια (βλ. Eleftheriades, ανωτέρω, σελ. 688). Έτσι αν οι διάδικοι ακολουθήσουν τις πρόνοιες της Δ.15 Θ.2, δεν τίθεται θέμα άδειας από το Δικαστήριο. Αν ο συνήγορος του εναγόμενου δεν έχει ένσταση, το αποτέλεσμα είναι κατ' ουσία, το ίδιο. Ο σκοπός της Δ.15 Θ.1 σε συνδυασμό με την δυνατότητα που παρέχει η Δ.15 Θ.2 υποδηλώνουν ότι το ζήτημα της διακοπής εξετάζεται σε σχέση με τον ενάγοντα και τον εναγόμενο στον οποίο αφορά η διακοπή. Σύμφωνα περαιτέρω με τη νομολογία μας αποτελεί προνόμιο του ενάγοντα όποτε επιθυμεί να διακόψει την αγωγή του. Μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι το δικαίωμα αυτό ασκείται καταχρηστικά ή όπου με το διάβημα δύναται να αποκομίσει δικονομικό πλεονέκτημα ο ενάγων εις βάρος του εναγόμενου, δύναται το Δικαστήριο να μην επιτρέψει τη διακοπή της αγωγής (βλ. Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, Πατσαλίδης v. Δίσπυρου κ.ά. (ανωτέρω), Kypreos v. Kypreos (ανωτέρω) και Γαβριήλ κ.ά.v. Αγαπίου
(1998)1 ΑΑΔ 1868). Η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.15 Θ.1 να διακόπτει μια αγωγή, είναι διακριτική και ασκείται δικαστικά. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι όντως ευρεία με την έννοια της έκδοσης τόσο της διαταγής διακοπής όσο και κάτω από ποιους όρους θα επιτευχθεί η δίκαιη για τους διαδίκους διακοπή. Στο βιβλίο Atkin's Court Forms Vol. 15 καταγράφονται τα ακόλουθα: «The court has, of course, a wide discretion as to whether or not it should make the order sought and so upon what terms. Thus the court will not exercise its discretion so as to prejudice the respondent to the application or to take away from him any advantage to which he is fairly and reasonably entitled». (βλ. επίσης στον Halsbury's Laws of England Vol.37 par.802,806). Στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 675-676): «To ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos ν. Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades ν. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677. Με τη θέσπισή της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενό της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39». Εν κατακλείδι στην υπόθεση Πατσαλίδης v. Δίσπυρου κ.ά. (ανωτέρω), λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Η Δ.15,Θ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, ενδεχομένως, υπό ποίους όρους ή όχι». Στη Διαταγή 1 Θ. 2 δίδεται ο ακόλουθος ορισμός της λέξης (action) αγωγής: «action» means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or Rules of court;» Σε μετάφραση: «Αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που καθορίζεται με οποιονδήποτε Νόμο ή Κανονισμούς δικαστηρίου». Παρόμοια είναι η ερμηνεία που δίδεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960). Οι πρόνοιες της Δ.15 ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω και η σχετική νομολογία επί του θέματος και το γεγονός ότι όταν η κυρίως αίτηση είναι εναρκτήρια (originating summons) για σκοπούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών εμπίπτει στην έννοια του όρου αγωγή και συνεπώς οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Limited
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 1978). Στην υπόθεση Ιωακείμ κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (Aρ. 1)
(2003)1 ΑΑΔ 198 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd,
(2002)1 AAΔ σελ. 1140, κρίθηκε ότι απόφαση που λήφθηκε σε αγωγή κατ' επίκληση και εφαρμογή των διατάξεων της Διαταγής 18 είναι ενδιάμεση. Ο λόγος γι' αυτό είναι ότι η σχετική αίτηση "μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα είτε τη διεκπεραίωση της αγωγής είτε τη συνέχιση της". Επομένως ο χρόνος υποβολής έφεσης περιορίζεται στις 14 ημέρες. Προτού καταλήξει, το Εφετείο αναφέρθηκε στην υπόθεση White ν. Brunton [1984] 2 All E.R. 606. Tο οριστικό κριτήριο που έθεσε η απόφαση, μετά από μια αντιφατική νομολογία, για τη διάκριση μεταξύ ενδιάμεσης απόφασης (ή διατάγματος) και τελικής είναι το αποκληθέν application approach και όχι το order approach, που ίσχυε μέχρι τότε. Δηλαδή το επίκεντρο είναι η φύση της αίτησης και όχι η φύση αυτού τούτου του διατάγματος. Αναλύοντας την White ν. Brunton στην Wilfrid Wortham κ.ά. ν. Ντίνας Κώστα Τσίμον κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442, ο Κωνσταντινίδης, Δ. τονίζει ότι: "Με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία εξηγείται πως, όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα, εκείνο που μετρά είναι όχι αυτή καθ΄εαυτή η φύση του διατάγματος που εκδόθηκε αλλά η αίτηση ή η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε. Για το συζητούμενο σκοπό, τελικό είναι το διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης ή διαδικασίας που θα απέληγε σε τελική επίλυση του επίδικου θέματος, όποιος από τους διαδίκους και αν κέρδιζε". Στην Σπηταλιώτης, ανωτέρω, η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης σε πρωτογενή αίτηση των εφεσειόντων καταχωρήθηκε σε 36 ημέρες. Γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτή ήταν ενδιάμεση ή τελική απόφαση. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση που δίνει το βάρος στη φύση της αίτησης (application approach), το Δικαστήριο θεώρησε την απόφαση τελικής μορφής και την έφεση εμπρόθεσμη. Με την ίδια ευκαιρία υπογράμμισε - και αναφέρθηκε σε προηγούμενο - ότι η πρωτογενής αίτηση, για τους σκοπούς της Διαταγής 35, θεσμός 2, "ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών". Ας λεχθεί εδώ ότι ο όρος "αγωγή" δεν περιορίζεται στη διαδικασία που ξεκινά με κλητήριο ένταλμα. Η έννοια έχει ευρύτερο νοηματικό περιεχόμενο. Η υπόθεση Μιχαλάκης Κιταλίδης, είναι ακόμη πιο κοντά στην κρινόμενη. Από τη σκοπιά που θα εξηγήσουμε. Επρόκειτο για αίτηση σε αγωγή από εξ αποφάσεως δανειστή. Ζήτησε διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων κατατεθειμένων στην εφεσίβλητη Τράπεζα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η αίτηση ήταν ενδιάμεση και για τους λόγους που έδωσε την απέρριψε. Το ερώτημα, όπως το έθεσε ο Γαβριηλίδης Δ, που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, ήταν: "Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων (σημ. των δικαιοδοτικών διατάξεων του άρθρ. 22 του ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα "που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής" ή όχι [(άρθρ. 22
(4)(β)]. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια". Το δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση για κατάσχεση, όπως και κάθε άλλη αίτηση με βάση τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, "είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση". Τη γνώμη του βάσισε στις αποφάσεις Pilavachi & Co., Ltd. ν. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-operative Bank v. C.Y.E.M.S.
(1984)1 C.L.R.
  1. Tελικά, επειδή το ζήτημα συσχετιζόταν με τη δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή, το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε επανεκδίκαση από δικαστήριο που είχε δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται υποθέσεων, η αξία του αντικειμένου των οποίων, υπερέβαινε τις £25.
  2. Κατά τη γνώμη μας η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Και για την οποία ισχύει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης των έξι εβδομάδων. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών». Καταλήγω στη βάση των πιο πάνω ότι και η υπό κρίση αίτηση εμπίπτει στον ως άνω ορισμό της αγωγής. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο ενάγων, ο αιτητής εδώ, χρειάζεται άδεια για να διακόψει την αίτηση του και εφόσον υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά θα πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Το αίτημα δε με το οποίο ο ενάγων/αιτητής ζητά άδεια από το Δικαστήριο για να ανακαλέσει - αποσύρει την αγωγή/ αίτηση του θα πρέπει, όπως κρίνω, να προσλάβει τη μορφή γραπτής αίτησης διά κλήσεως. Αυτά συνάδουν και με τη Διαταγή 48 Θ. 9 (f) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όπου μια τέτοια αίτηση αν και μπορεί να μη συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αυτή θα πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και ως τέτοια θα πρέπει να λαμβάνει γραπτό χαρακτήρα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στο ερώτημα επομένως κατά πόσο, ενόψει των πιο πάνω γεγονότων, θα μπορούσε να δοθεί κατά τον τρόπο που υποβλήθηκε - προφορικά και όχι με γραπτή αίτηση -, άδεια απόσυρσης της αίτησης «άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Αιτητών με δικαίωμα καταχώρισης νέας», χωρίς την δυνατότητα της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση να προβάλουν την ένσταση τους κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, ήτοι με καταχώρηση Ειδοποίησης Περί της Πρόθεσης τους να Ενστούν, η απάντηση που δίδω είναι ότι δεν μπορεί να εξεταστεί υπό τις περιστάσεις με προφορικό αίτημα όπως υποβλήθηκε. Εάν οι Αιτητές εξακολουθούν να επιθυμούν σε απόσυρση της αίτησης τους «άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους για καταχώρηση νέας αίτησης» κρίνω ότι το αίτημα τους θα πρέπει να υποβληθεί γραπτώς. Προς τούτο παρέχεται χρόνος 20 ημερών από σήμερα για να το πράξουν και ακολούθως περαιτέρω χρόνος 45 ημερών στους Καθ' ων η Αίτηση για την καταχώρηση της ένστασης τους, διαφορετικά το προφορικό αίτημα για την άνευ βλάβης απόσυρση της αίτησης θα απορριφθεί αυτόματα με την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας. Σε τέτοια περίπτωση παρέχεται χρόνος μέχρι την 18.09.2020 για καταχώρηση της ένστασης στην αίτηση για παροχή άδειας εκτέλεσης στους Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται για οδηγίες. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.