Pencilia Holdings Ltd ν. Glidefern Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2081/2013, 29/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2081/2013 Μεταξύ: Pencilia Holdings Ltd Ενάγουσας v. 1. Glidefern Ltd 2. Rayhill Ltd 3. . Δημητριάδου Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 26.11.19 για πώληση μετοχών Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Παστού για Μυροφόρα Α. Παστού ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: (
- i)Πώλησης όλων και ή μέρους των μετοχών που κατέχει η Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση (Rayhill) στην Εναγομένη 1 (Glidefern), ήτοι 5,000 μετοχές Τάξεως Β ονομαστικής αξίας €1,71 εκάστη, με σκοπό την εξασφάλιση και ή ικανοποίηση του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού στην Αιτήτρια δυνάμει της απόφασης ημ. 24.4.19. (
- ii)Διορισμού του κ. ΣΣ ως παραλήπτη των μετοχών της Rayhill με σκοπό να διαθέσει και ή πωλήσει αυτές, κατόπιν γραπτών οδηγιών από την Αιτήτρια καλώντας τον να προχωρήσει με πώληση αυτών, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κανονισμό 34 του Καταστατικού της Glidefern, προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. (iii) Καθορισμού της διαδικασίας πώλησης και της αμοιβής του Παραλήπτη. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή βασίζεται, περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας ΔΧΔ (ΔΔ), διευθύντριας της Αιτήτριας, καθώς επίσης και στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην ένορκη της δήλωση η ΔΔ αναφέρεται στην έκδοση της απόφασης υπέρ της και εναντίον της Rayhill, στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος ημ. 21.6.19 των υπό κρίση μετοχών καθώς επίσης και στο ύψος του οφειλόμενου ποσού προς αυτή. Ακολούθως αναφέρει ότι δεν υπάρχουν άλλα άμεσα κατεχόμενα περιουσιακά στοιχεία της Rayhill στην Κύπρο και περιγράφει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Καταστατικό της Glidefern, η οποία θα πρέπει να ακολουθηθεί από τον παραλήπτη για την πώληση των υπό κρίση μετοχών. Τέλος, επισυνάπτει συγκατάθεση του προτεινόμενου παραλήπτη με την οποία αυτός δηλώνει ότι είναι Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και συγκατατίθεται στον διορισμό του. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6
(3)του Ν.31(Ι)/
- Οι αιτούμενες θεραπείες αντιφάσκουν με τις προηγούμενες αιτούμενες θεραπείες και ή είναι αβάσιμες και ή απαράδεκτες.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πώλησης όλων και ή μέρους των υπό κρίση μετοχών θα προκαλέσει ιδιαίτερα ανατρεπτική αλλαγή της περιουσίας με συνέπειες μη αναστρέψιμες από την εκτέλεση ή υλοποίηση του διατάγματος.
- Εφόσον έχει εκδοθεί επιβαρυντικό διάταγμα επί των μετοχών, θα μπορούσαν να διαταχθούν από το Δικαστήριο λιγότερο επαχθή μέτρα και ή καθόλου ούτως ώστε το εξ αποφάσεως χρέος να πληρωθεί από μελλοντικά μερίσματα κερδών.
- Η Αιτήτρια εσκεμμένα και κακόπιστα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
- Η Rayhill θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά με τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η οποία θα την οδηγήσει σε πτώχευση.
- Η Αίτηση δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα, και δη στους μετόχους της Rayhill.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε ανατροπή της επιχειρησιακής εικόνας και λειτουργίας της Rayhill με αρνητικό αποτέλεσμα στους ιδιοκτήτες της και σε τρίτους.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων συνιστά υπέρμετρο μέτρο εκτέλεσης κυρίως ενόψει του μεριδίου ιδιοκτησίας.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στους μετόχους της Rayhill και ειδικότερα στον κ. AL, μέτοχο της Erin.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι άκρως περιοριστικά και δραστικά. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΕΑ (ΕΑ), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τη Rayhill. Η ΕΑ αναφέρεται στη δομή της Rayhill και της Εναγομένης 1 και στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των διευθυντών της Rayhill. Ακολούθως αναφέρεται και αυτή με τη σειρά της στο επιβαρυντικό διάταγμα και στις πρόνοιες του Καταστατικού της Rayhill, και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ι. Νομική Πτυχή Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92 ο οποίος προνοεί για την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων (άρθρο 3) και διαταγμάτων πώλησης των υπό επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης (άρθρο 6). Η διαδικασία που προβλέπεται στον Ν.31(Ι)/92 είναι μια ιδιάζουσα διαδικασία η οποία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ικανοποίηση όλου ή μέρους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 3 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς διάταγμα επιβάρυνσης, το οποίο αφού επιδοθεί στον οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο, δύναται να ακυρωθεί ή διαφοροποιηθεί από το Δικαστήριο κατόπιν σχετικής αίτησης από οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο. Ακολούθως στα πλαίσια ξεχωριστής μεταγενέστερης αίτησης, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα πώλησης. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 δεν ορίζεται επιστρεπτέο αλλά είναι τελικό και ορίζεται για επίδοση, με τη δυνατότητα ακύρωσης ή διαφοροποίησης του και διέπεται από τις πρόνοιες του ίδιου του Νόμου. Όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα Διατάγματα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, σελ. 319-320, ο Ν.31(Ι)/92προνοεί την έκδοση δύο ειδών επιβαρυντικών διαταγμάτων, τα τελικά δυνάμει του άρθρου 3 και τα προσωρινά δυνάμει του άρθρου
- Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων ενώ τα δεύτερα εκδίδονται εκκρεμούσης της Αγωγής και διέπονται από τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου αλλά και των άρθρων 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60και τη σχετική νομολογία. Αυτά λέχθηκαν και στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της North Financial Overseas Corp., Πολ. Αίτ. 57/16, ημ. 8.6.16 και Αναφορικά με την Αίτηση του Συνεργατικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2090, στις οποίες τονίστηκε το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του Ν.31(Ι)/92. Στην τελευταία υπόθεση γίνεται παραπομπή και στην υπόθεση Ψάλτης v. Χ΄΄Λοή
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1454. Τόσο το άρθρο 3 όσο και το άρθρο 6 αναφέρονται ρητώς στα όσα θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο πριν προχωρήσει στην έκδοση του αντίστοιχου διατάγματος. Το άρθρο 3 του Ν.31(Ι)/92 που αφορά σε τελικά διατάγματα επιβάρυνσης προβλέπει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4).
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του Άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.» Με βάση το εν λόγω άρθρο, ο αιτών το επιβαρυντικό διάταγμα θα πρέπει να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής ενώ η περιουσία η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τέτοιου διατάγματος συμπεριλαμβάνει και μετοχές εταιρειών δεόντως εγγεγραμμένων στην Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 4, την ερμηνεία του όρου «ομόλογα» στο άρθρο 2 και την υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1463. Το άρθρο 6 το οποίο αφορά σε διατάγματα πώλησης περιουσιακών στοιχείων προνοεί τα εξής: «6.-
(1)Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους τους οποίους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι διάδικοι.
(3)Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτηση για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος δύναται, αν αυτό περιλαμβάνεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εκδίδεται το επιβαρυντικό διάταγμα και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι πρόνοιες των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευόμενου με διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.» ΙΙ. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Αποτελεί λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα Αίτηση. Από τη στιγμή που η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε δια κλήσεως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς της Αιτήτριας. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι είναι στις μονομερείς αιτήσεις που ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 816 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 1895, το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν καταχωρίστηκε μονομερώς. Αντιθέτως, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αυτή επιδόθηκε σε διάφορα πρόσωπα εκ των οποίων μόνο η Rayhill επέλεξε να εμφανιστεί στα πλαίσια αυτής και καταχώρισε ένσταση παρουσιάζοντας και τις δικές της θέσεις. Επομένως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο έχει ενώπιον του και θα εξετάσει τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών. Εν πάση περιπτώσει, στην ένορκη δήλωση της ΕΑ που συνοδεύει την ένσταση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον συγκεκριμένο λόγο ένστασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό δεν έχουν αποκαλυφθεί. Ούτε και στην αγόρευση της δικηγόρου της Rayhill δεν αναπτύσσεται αυτός ο λόγος ένστασης, παρά μόνο γίνεται μια γενική αναφορά στη νομολογία επί του θέματος, και επομένως θεωρώ ότι αυτός δεν προωθείται και έχει εγκαταλειφθεί. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι τα γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν δεν αποκαλύφθηκαν από την Αιτήτρια αφορούν στη δομή των εταιρειών και στις διαφορές μεταξύ των διευθυντών αυτών, όπως θα εκτεθούν κατωτέρω, αυτά που αφορούν στη δομή της Rayhill έχουν αποκαλυφθεί ενώ τα υπόλοιπα δεν ενέχουν οποιαδήποτε σημασία και δεν αφορούν στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Επιπλέον, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη γεγονότα προς υποστήριξη αυτής εφόσον σε αυτή αποκαλύπτονται το ιστορικό της διαδικασίας της υπό κρίση Αγωγής καθώς επίσης και όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη δομή της Rayhill, το Καταστατικό της Glidefern και για τη μη ύπαρξη άλλης περιουσίας της τελευταίας στην Κύπρο. IΙΙ. Ιστορικό Διαδικασίας - Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και με βάση το περιεχόμενο του φακέλου και τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: 1) Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΔΔ, η Αιτήτρια είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε την 1.6.11 και είναι δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας με το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λεμεσό. 2) Με βάση τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, η Rayhill είναι ιδιωτική εταιρεία η οποία συστάθηκε στις 24.9.04 και είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, της οποίας μέτοχοι είναι κατά το 60% η Erin Resources S.A. και 40% η Prime International Alliance Inc, ιδιωτική εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΕΑ, ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Erin είναι ο κ. AL ενώ άγνωστος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Prime. 3) Με βάση τους κοινούς ισχυρισμούς των δύο πλευρών, η Rayhill κατέχει το 50% της Glidefern ενώ το υπόλοιπο 50% κατέχει η Αιτήτρια η οποία μέχρι και το 2011 ονομαζόταν Pico. H Glidefern είναι ιδιωτική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Το ονομαστικό εκδοθέν κεφάλαιο της είναι €17.100 διαιρεμένο σε 5,000 μετοχές Τάξεως Α και 10,000 μετοχές Τάξεως Β αξίας εκ €1,71 εκάστη. Η Rayhill κατέχει 5,000 συνήθεις μετοχές Τάξεως Β και η Αιτήτρια 5,000 μετοχές Τάξεως Α. Σχετική ηλεκτρονική έρευνα από το σύστημα του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ΔΔ. 4) Σύμφωνα με τον φάκελο, στα πλαίσια της Αγωγής, οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 αποσύρθηκαν από δικηγόροι τους κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στις 28.11.17 και η Αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον του Εναγομένου 3 στις 6.3.
- Λόγω της μη εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 και αφού το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για απόδειξη εναντίον τους, στις 24.4.19 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, μεταξύ άλλων, για αποζημιώσεις ύψους US$950.000 πλέον δικηγορικά έξοδα. Η απόφαση επισυνάπτεται και ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ΔΔ. 5) Με βάση τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΔΔ, στις 9.1.13 η Rayhill καταχώρισε την Αγωγή υπ΄ αρ. 60/13 ΕΔ Λεμεσού εναντίον 15 εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια, και πέτυχε την έκδοση μονομερούς διατάγματος και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την παροχή εγγύησης ύψους €150.
- Οι δικηγόροι οι οποίοι τότε εκπροσωπούσαν τη Rayhill προέβησαν σε ενέργειες για την κατάθεση τραπεζικής εγγύησης ημ. 14.1.
- Η Αγωγή απορρίφθηκε χωρίς να επιστραφεί η εγγυητική. Στις 24.4.19 οι δικηγόροι της Rayhill καταχώρισαν δια κλήσεως αίτηση για παρέμβαση τους στην Αγωγή 60/13 για επιστροφή της εγγυητικής στη βάση του ότι αυτοί είχαν παύσει να εκπροσωπούν τη Rayhill πριν την απόρριψη της Αγωγής και το ποσό της εγγυητικής ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομα τους ενώ ισχυρίζονται ότι έχουν να λάβουν και τα δικηγορικά τους έξοδα. Μετά την έγκριση της αίτησης παρέμβασης, στις 3.10.19 οι δικηγόροι της Rayhill καταχώρισαν αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής. Η αίτηση για παρέμβαση και η αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής με συνημμένη την εγγυητική επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 5 και 6 στην ένορκη δήλωση της ΔΔ. Η αίτηση εκκρεμεί και η εγγυητική δεν έχει ακόμα επιστραφεί και τα χρήματα βρίσκονται σε λογαριασμό στη Eurobank. 6) Σύμφωνα με τον φάκελο της παρούσας και τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΔΔ, στις 19.9.19 η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου αναφορικά με το εν λόγω χρηματικό ποσό το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο προς όφελος της Rayhill. Η ΔΔ επισυνάπτει εκ νέου αντίγραφο της αίτησης, Τεκμήριο
- Η ΔΔ ισχυρίζεται ότι παρόλο που δεν είχαν μέχρι τότε καταχωριστεί ενστάσεις στην εν λόγω αίτηση, οι δικηγόροι της Αιτήτριας είχαν πληροφορηθεί ότι οι δικηγόροι της Rayhill ισχυρίζονται πως τα χρήματα δεν ανήκουν στη Rayhill αλλά σε κάποιον κ. L ο οποίος τους έστειλε τα χρήματα για σκοπούς έκδοσης της εγγυητικής. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τον φάκελο, στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 19.9.19, το Δικαστήριο εξέδωσε κάποια διατάγματα μονομερώς ενώ διέταξε την επίδοση του υπόλοιπου μέρους της αίτησης. Στις 13.1.20 οι ίδιοι δικηγόροι καταχώρισαν ένσταση εκ μέρους της Rayhill, ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι η τελευταία δεν ήταν η δικαιούχος των χρημάτων. Τελικώς, στις 11.5.20 ο δικηγόρος της Αιτήτριας, κατόπιν μελέτης της ένστασης, ζήτησε άδεια για απόσυρση της αίτησης με τη δήλωση ότι η Αιτήτρια δεν έχει απαίτηση επί του εν λόγω ποσού. Ως εκ τούτου η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε και το διάταγμα ακυρώθηκε. 7) Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου και όπως αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός, η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση ημ. 11.6.19 δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο στις 21.6.19 εξέδωσε διάταγμα επιβάρυνσης των υπό κρίση μετοχών, συμπεριλαμβανομένων μερισμάτων, με οδηγίες όπως αυτό επιδοθεί στη Rayhill, στη Glidefern και στον Έφορο Εταιρειών. Με βάση τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΔΔ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, το διάταγμα επιβάρυνσης επιδόθηκε στις 5.7.19 στις δύο προαναφερόμενες εταιρείες και στις 2.7.19 στον Έφορο. Οι ένορκες δηλώσεις του επιδότη επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα πάντα με τον φάκελο, δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα από πλευράς των εταιρειών και δη για ακύρωση του διατάγματος επιβάρυνσης και το επόμενο διάβημα προέρχεται και πάλι από την Αιτήτρια με την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. 8) Η υπό κρίση Αίτηση επιδόθηκε στη Rayhill, στη Glidefern και στον Έφορο, και μόνο η Rayhill εμφανίστηκε και καταχώρισε ένσταση. 9) Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτος ο ισχυρισμός της ΔΔ πως η Rayhill δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και ότι δεν υπάρχουν άλλα άμεσα κατεχόμενα περιουσιακά στοιχεία της στην Κύπρο. IV. Εξέταση Αίτησης Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, προκύπτει χωρίς δυσκολία πως η Αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και η Rayhill εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 24.4.
- Ο ισχυρισμός του δικηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευση του ότι δεν καταχωρίστηκε οποιαδήποτε αίτηση παραμερισμού της εν λόγω απόφασης επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου. Η δικηγόρος της Rayhill στην αγόρευση της αναφέρεται σε άσκηση έφεσης κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 15.6.
- Τέτοια απόφαση δεν εντοπίζεται στον φάκελο της υπό κρίση Αγωγής και εν πάση περιπτώσει σαφώς και δεν αφορά την τελική απόφαση ημ. 24.4.19, επομένως είναι βάσιμη και η θέση του δικηγόρου της Αιτήτριας ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εν πάση περιπτώσει η εκτέλεση αυτής δεν έχει ανασταλεί. Επομένως, η εν λόγω απόφαση εξακολουθεί να υπόκειται σε εκτέλεση και εξακολουθεί να είναι οφειλόμενο ολόκληρο το ποσό αυτής πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Είναι επίσης σαφές ότι το διάταγμα πώλησης ζητείται για τον σκοπό εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι η Rayhill είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια 5,000 μετοχών Τάξεως Β στη Glidefern. Οι μετοχές σε ιδιωτική εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία συνιστούν περιουσία η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο διατάγματος επιβάρυνσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.31(Ι)/
- Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως δεν κρίνεται βάσιμη η θέση της δικηγόρου της Rayhill ότι η νομική βάση της Αίτησης πάσχει λόγω παράλειψης αναφοράς στο άρθρο 2 του Ν.31(Ι)/92, καθότι αυτό αναφέρεται ρητώς και περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Από τη στιγμή που έχει ήδη εκδοθεί επιβαρυντικό διάταγμα αναφορικά με τις υπό κρίση μετοχές και παρά την επίδοση αυτού στα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση του, τότε αυτό παραμένει σε ισχύ και δεν δύναται να αποτελέσει εκ νέου αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της Rayhill πως το διάταγμα επιβάρυνσης δεν επιδόθηκε στους μετόχους αυτής δεν έχει θέση και δεν δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Ν.31(Ι)/92, από τη στιγμή που έχει εκδοθεί επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ, τότε το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης πώλησης οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των συμβούλων της εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων τα οποία δυνατόν να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση και διάθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αίτηση απευθύνετο προς τη Rayhill, η οποία είναι η εξ αποφάσεως οφειλέτης και κάτοχος των μετοχών των οποίων ζητείται η πώληση, προς τη Glidefern, της οποίας επιχειρείται η πώληση των μετοχών καθώς επίσης και προς τον Έφορο Εταιρειών. Έχει ήδη λεχθεί ότι η Αίτηση επιδόθηκε σε αυτούς οι οποίοι είτε κατονομάζονται ρητώς στο άρθρο 6 του Νόμου είτε συνιστούν ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Ο ισχυρισμός της ΕΑ πως η Αίτηση δεν επιδόθηκε στους μετόχους της Rayhill και συγκεκριμένα στην Erin και ή στον τελικό δικαιούχο αυτής, τον κ. L, δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του ίδιου του άρθρου καθότι δεν θεωρείται ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Θεωρώ ότι οι μέτοχοι, ασχέτως αν αυτοί είναι μέτοχοι πλειοψηφίας ή μειοψηφίας, δεν αποτελούν πρόσωπα τα οποία θα έπρεπε να λάμβαναν γνώση για την υπό κρίση Αίτηση. Ο Έφορος Εταιρειών και η Glidefern επέλεξαν να μην εμφανιστούν, ενώ εκ μέρους της Rayhill αρχικώς εμφανιζόταν ο μοναδικός διευθυντής της, κ. ΑΑ, και τελικώς διορίστηκε και εμφανίστηκε το δικηγορικό γραφείο Μ. Παστού, το οποίο αρχικώς παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο εκ μέρους του δικαιούχου της μετόχου της Rayhill (Erin) κ. L. Επομένως, ανεξαρτήτως της θέσης του Δικαστηρίου ότι η Αίτηση επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, διαφαίνεται ότι τελικώς έλαβε γνώση της Αίτησης και ο τελικός δικαιούχος της Erin, κ. L, και εμμέσως και η μέτοχος της Rayhill, Erin. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι καταχωρίστηκε ένσταση εκ μέρους της Rayhill, χωρίς όμως η Erin και ή ο κ. L να αιτηθούν να παρέμβουν και λάβουν μέρος στην υπό κρίση διαδικασία. Η ΕΑ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των μετόχων της Rayhill ως προς τον διορισμό διευθυντών. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στις 28.4.05 η Erin υπέγραψε συμφωνία μετόχων για τη διαχείριση της Rayhill και της Glidefern, σύμφωνα με τις οποίες η Erin και η Prime θα συμμετείχαν από κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη Rayhill ενώ η Rayhill και η Αιτήτρια θα συμμετείχαν από κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τη Glidefern. Όπως αναφέρει η ΕΑ, η συμφωνία όριζε ότι η Rayhill θα είχε δύο διευθυντές, οι οποίοι θα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα, ο ένας της Erin και ο άλλος της Prime, και όλες οι αποφάσεις των διευθυντών θα λαμβάνονταν με ομόφωνη απόφαση και καθοδήγηση των μετόχων της Rayhill, ήτοι της Erin και της Prime. Η Rayhill είχε αρχικώς δύο διευθυντές, την κα ΜΓ και τον κ. ΑΑ, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα, η μεν πρώτη της Erin και ο δεύτερος της Prime. Κατά τον Ιανουάριο του 2017, η κα Γ παραιτήθηκε και ενώ η Erin πρότεινε διευθύντρια, η Prime αρνείται να την αποδεχθεί, χρησιμοποιώντας καταχρηστικά τον όρο της συμφωνίας μετόχων περί ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων. Όπως αναφέρει η ΕΑ, η Erin επιδιώκει να διορίσει διευθυντή για να εκπροσωπεί τα δικά της συμφέροντα αλλά η Prime αρνείται τον διορισμό δεύτερου διευθυντή, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δραστηριότητας και υπεράσπισης των συμφερόντων της Rayhill. Η Rayhill δεν δέχθηκε ούτε τον διορισμό του κ. L ως διευθυντή, και επομένως, σύμφωνα με την ΕΑ, φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση παραμερισμού της Erin από τα τεκταινόμενα της Rayhill. Τέλος, η ΕΑ παραπέμπει στους Κανονισμούς 2.1 και 2.2 του Καταστατικού της Rayhill, το οποίο και επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ως Τεκμήριο Α, δυνάμει του οποίου οι αποφάσεις για τις εργασίες της εταιρείας λαμβάνονται από κοινού από τους μετόχους της, ήτοι τις εταιρείες Erin και Prime, ενώ ο κάθε διευθυντής θα έχει μια συμφωνία διαχείρισης με την οποία αναλαμβάνει να ενεργεί σύμφωνα με κοινές γραπτές οδηγίες και των δύο μετόχων της Rayhill. Σημειώνεται πως το Δικαστήριο αδυνατεί να εντοπίσει αυτούς τους Κανονισμούς στο συνημμένο στην ένορκη της δήλωση Καταστατικό. Είναι σαφές πως αυτά τα γεγονότα δεν αφορούν την υπό κρίση Αίτηση, αντικείμενο της οποίας είναι η πώληση των μετοχών οι οποίες έχουν ήδη επιβαρυνθεί σύμφωνα με προγενέστερο διάταγμα του Δικαστηρίου. Η υπογραφή της συμφωνίας μετόχων και οι όποιες διαφορές μεταξύ αυτών δεν έχουν θέση στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τους όποιους ισχυρισμούς περί αποκλεισμού της Erin στις εργασίες και διεύθυνση της Rayhill, με την άρνηση διορισμού διευθυντή ο οποίος θα διασφαλίζει τα συμφέροντας της, έχει διαφανεί ότι τελικώς η Rayhill έχει διορίσει και εκπροσωπείται από το δικηγορικό γραφείο το οποίο αρχικώς παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του κ. L. Άλλωστε, αφενός η ίδια η εταιρεία Rayhill λαμβάνει μέρος στη διαδικασία μετά την καταχώριση ένστασης και επομένως οι θέσεις της έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου σε αυτό το στάδιο για σκοπούς εξέτασης αίτησης για πώληση των μετοχών, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση του συμφέροντος που οποιοδήποτε πρόσωπο δυνατόν να έχει επί της υπό κρίση περιουσίας ή δυνατόν να επηρεάζεται από την πώληση. Η Rayhill είναι η εξ αποφάσεως χρεώστης η οποία εξακολουθεί να οφείλει το συνολικό ποσό της απόφασης. Ο ισχυρισμός της ΔΔ πως η Rayhill δεν κατέχει άλλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως δεν έχει αντικρουστεί από τη Rayhill. Ο λόγος ένστασης πως η Rayhill θα μπορούσε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος από τα μελλοντικά μερίσματα κερδών στη Glidefern και όχι μέσω πώλησης των μετοχών, παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος, εφόσον ουδεμία αναφορά ή επεξήγηση γίνεται σε αυτόν στην ένορκη δήλωση της ΕΑ. Με άλλα λόγια, αυτός ο λόγος παρέμεινε παντελώς γενικός και ατεκμηρίωτος καθότι δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία π.χ. ως προς τον χρόνο πληρωμής μερισμάτων και το πιθανό ύψος του ποσού αυτών ούτως ώστε το Δικαστήριο να ήταν σε θέση να αποφασίσει κατά πόσο αυτή η μέθοδος θα ικανοποιούσε το χρέος χωρίς την ανάγκη πώλησης των μετοχών. Σημειώνω ότι στην αγόρευση της η δικηγόρος της Rayhill παρέπεμψε στην ένορκη δήλωση του καθ΄ ου ημ. 17.10.16, στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη περιουσίας η οποία θα μπορούσε να επιβαρυνθεί για σκοπούς αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, και μάλιστα λέει «είτε στο παρόν στάδιο είτε αμέσως μετά την τυχόν απόρριψη της έφεσης κατά της απόφασης ημ. 15.6.16». Ούτε και αυτή η ένορκη δήλωση εντοπίζεται στον φάκελο της υπό κρίση Αγωγής. Εν πάση περιπτώσει οι θέσεις δικηγόρου στην αγόρευση του δεν αποτελούν βέβαια μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει η ένορκη δήλωση ημ. 17.10.16, η οποία συνοδεύει την ένσταση σε άλλη αίτηση, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς και ή παραπομπής στην ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση και ειδικότερα δεν έχει υποστηριχθεί ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση περιέχονται και στην ένορκη δήλωση ημ. 17.10.
- Επομένως η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας ένστασης και δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο που έχει εν προκειμένω σημασία είναι ότι και ολόκληρο το ποσό της ρευστοποιηθείσας κινητής περιουσίας της πρωτοφειλέτιδας να λογιζόταν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, θα παρέμενε απλήρωτο το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος του. Η όποια δε προοπτική ικανοποίησης από την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας στο μέλλον, δεν θα μπορούσε να επιδράσει ανασταλτικά στο δικαίωμα της εφεσίβλητης, εξ αποφάσεως πιστώτριας, να εισπράξει όσο είναι λογικά δυνατό πιο σύντομα και πιο πολύ έναντι του χρέους. Όπως ήδη αναφέραμε, η εφεσίβλητη διατηρούσε δυνατότητα να στραφεί προς οποιονδήποτε από τους οφειλέτες. Η κίνηση της εφεσίβλητης προς τις μετοχές της εφεσείουσας δεν θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί είτε αχρείαστη είτε καταπιεστική. Ούτε και μας φαίνεται να προκύπτει εξ αντικειμένου κακοβουλία. Η πρόνοια στο άρθρο 3
(2)(α) του νόμου αποβλέπει ακριβώς στην εξουδετέρωση αυτών των δύο κινδύνων. Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει ο,τιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, απόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα, για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη, κατά τη γνώμη μας, το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση διά κλήσεως· θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς.» Η ίδια γενικότητα και αοριστία παρατηρείται και για τις θέσεις ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει μη αναστρέψιμες συνέπειες στη λειτουργία της Rayhill, ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή που θα οδηγήσει στην πτώχευση της, δυσμενή επηρεασμό στους μετόχους της, αρνητικό αποτέλεσμα στους ιδιοκτήτες της και σε τρίτους, άδικα αποτελέσματα στη Rayhill και σε τρίτα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και τεράστια οικονομική ζημιά στον κ. L ως μέτοχο της Erin. Αυτοί οι λόγοι ένστασης παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι από την ΕΑ. Με άλλα λόγια, η Rayhill δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ή να τείνει να καταδείξει το βάσιμο αυτών των λόγων ένστασης. Αντιθέτως, η ΕΑ αρκείται απλώς σε γενικούς ισχυρισμούς χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση ή παροχή στοιχείων προς υποστήριξη αυτών. Βασικά εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι η απλή προβολή ισχυρισμών χωρίς όμως αυτοί να συνοδεύονται από στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν το βάσιμο αυτών των ισχυρισμών. Συγκεκριμένα η ΕΑ αναφέρει ότι · οι μέτοχοι της Rayhill θα επηρεαστούν από την πώληση (παρ. 21) · η εμπλοκή τρίτου προσώπου ξένου (παραλήπτη των μετοχών) προς την εταιρεία και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες της, αν δεν ήταν καταστροφική, σίγουρα θα επηρέαζε δυσμενώς την εταιρεία, την εργασία και λειτουργία της (παρ. 22) · η διάθεση ή πώληση περιουσιακών της στοιχείων θα συνιστούσε απαγόρευση της λειτουργίας της (παρ. 23). Εκτός του ότι αυτοί οι ισχυρισμοί παρέμειναν ατεκμηρίωτοι, παρατηρείται και μια αντίφαση μεταξύ των λόγων ένστασης και των ισχυρισμών της ΕΑ καθότι ενώ στους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά σε πτώχευση της Rayhill, η ΕΑ αναφέρεται σε καταστροφικές συνέπειες ως μια πιθανότητα. Θεωρώ ότι ισχύουν κατ΄ αντιστοιχία τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω), η οποία βεβαίως αφορούσε επιβαρυντικό διάταγμα, σύμφωνα με την οποία εναπόκειτο στη Rayhill να προσκομίσει τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν αρνητικό επηρεασμό από τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πώλησης και δεν είναι αρκετή η απλή επίκληση τέτοιου ισχυρισμού. Ο ισχυρισμός της δικηγόρου της Rayhill στην αγόρευση της πως οι μετοχές της Rayhill είναι ειδικού χαρακτήρα και πως αυτές μπορούν να κατέχονται μόνο από αδειούχους γιατρούς οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα, ενώ πρέπει να υπάρχει και ίση κατοχή μετοχών, ουδόλως βρίσκει έρεισμα στο Καταστατικό της, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της ΕΑ. Άλλωστε, σύμφωνα με το Ιδρυτικό Έγγραφο της, η εταιρεία ασχολείται με επενδύσεις και εμπορικής φύσης εργασίες. Εν πάση περιπτώσει τονίζεται ότι αντικείμενο της παρούσας Αίτησης είναι η πώληση μετοχών της Glidefern τις οποίες κατέχει η Rayhill. Είναι γεγονός ότι το Καταστατικό της εταιρείας Glidefern, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της ΔΔ, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία σε περίπτωση πώλησης μετοχών της, και συγκεκριμένα στον Καν.
- Αυτό άλλωστε ζητείται και από την Αιτήτρια η οποία περιγράφει με λεπτομέρεια (στην ένορκη δήλωση της ΔΔ) την ακολουθητέα δυνάμει του Καν. 34 διαδικασία πώλησης σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα πώλησης. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση πώλησης ο Καν. 34 δίδει προτεραιότητα δικαιώματος αγοράς στους υπόλοιπους μετόχους της εταιρείας, πλην της Rayhill, και μόνο σε περίπτωση άρνησης αγοράς εντός της καθορισμένης προθεσμίας, σε οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο. Επομένως, και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού και την εκεί προβλεπόμενη διαδικασία πώλησης των μετοχών της Glidefern, δεν φαίνεται να προκύπτει οποιοδήποτε κώλυμα ή πρόβλημα στην έκδοση διατάγματος πώλησης των υπό κρίση μετοχών. Μάλιστα, από τη στιγμή που με την έκδοση του διατάγματος πώλησης θα τεθεί όρος όπως ακολουθηθεί η διαδικασία πώλησης σύμφωνα με το Καταστατικό της εταιρείας, τότε δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων των μετόχων της Glidefern. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να συνηγορεί υπέρ της άρνησης έκδοσης διατάγματος πώλησης. Υπό το φως των δεδομένων της υπό κρίση Αίτησης, δεν έχει διαφανεί ότι η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και ή καταχρηστικά. Αντιθέτως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε σε μια γνήσια προσπάθεια της Αιτήτριας να εισπράξει το λαβείν της δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Η Αιτήτρια ζητεί τον διορισμό παραλήπτη προς τον σκοπό πώλησης των υπό κρίση μετοχών και την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού. Ο διορισμός παραλήπτη προς τον σκοπό αυτό προβλέπεται από το άρθρο 7 του Ν.31(Ι)/
- Δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε λόγος ένστασης και ή ισχυρισμός ως προς το ζήτημα του διορισμού παραλήπτη και επομένως θεωρώ δικαιολογημένο το αίτημα πώλησης μέσω παραλήπτη και μάλιστα ακολουθώντας τη διαδικασία πώλησης υπό τον όρο τήρησης των όρων του Καταστατικού της εταιρείας σε σχέση με την καθοριζόμενη εκεί διαδικασία πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Βεβαίωσης - Συγκατάθεσης του, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της ΔΔ, ο κ. Σ αναφέρει ότι είναι αδειούχος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και ότι συγκατατίθεται και είναι πρόθυμος, ικανός και έτοιμος να διοριστεί ως παραλήπτης και να προβεί σε πώληση σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Με βάση την ιδιότητα του, τη συγκατάθεση του και κυρίως την εκεί εκφρασθείσα αναγνώριση ότι το καθήκον του είναι να ενεργεί ως ανεξάρτητος αξιωματούχος διορισμένος από το Δικαστήριο, καθώς επίσης και τη μη ύπαρξη ένστασης για το πρόσωπο του, θεωρώ αυτόν ως κατάλληλο για διορισμό. Ανάμεσα στα αιτητικά, περιλαμβάνεται και διάταγμα για την πώληση των μετοχών από τον Παραλήπτη κατόπιν γραπτών οδηγιών από την Ενάγουσα - Αιτήτρια, κάτι το οποίο θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται να εγκριθεί καθότι δεν προβλέπεται στο Καταστατικό και επιπλέον η διαδικασία θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα και όχι κατόπιν οδηγιών και κατ΄ επιλογή της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. V. Κατάληξη Ως εκ τούτου εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: (i) Διάταγμα πώλησης δυνάμει του άρθρου 6 του Ν.31(Ι)/92 όλων και ή μέρους των μετοχών που κατέχει η Εναγομένη 2 Rayhill Ltd στην Εναγομένη 1 Glidefern Ltd, ήτοι 5,000 μετοχές Τάξεως Β ονομαστικής αξίας €1,71 εκάστη, με σκοπό την εξασφάλιση και ικανοποίηση της πληρωμής του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού των US$950.000 στην Ενάγουσα δυνάμει της απόφασης ημ. 24.4.
- (ii) Διάταγμα διορισμού του κ. ΣΣ ως Παραλήπτη για σκοπούς πώλησης και ή διάθεσης των ως άνω μετοχών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καν. 34 του Καταστατικού της Glidefern Ltd. (iii) Διάταγμα με το οποίο να περιέρχονται οι μετοχές καθώς επίσης και όλα τα δικαιώματα και ή προνόμια αυτών, στην κατοχή και ή προστασία του Παραλήπτη, μέχρις ότου ο Παραλήπτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (iv) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται ο Έφορος Εταιρειών και ή η Glidefern Ltd όπως καταχωρίσουν στα μητρώα τους το όνομα του Παραλήπτη ως μετόχου της εν λόγω εταιρείας, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη των μετοχών εντός 20 ημερών από της επίδοσης του παρόντος. (v) Διάταγμα με το οποίο ο Παραλήπτης διατάσσεται να διαθέσει και ή πωλήσει τις μετοχές βάσει της διαδικασίας όπως αυτή προβλέπεται στον Καν. 34 του Καταστατικού της Glidefern Ltd. (vi) Διάταγμα με το οποίο η αμοιβή του Παραλήπτη καθορίζεται σε €350 ανά ώρα. (vii) Διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ότι σε περίπτωση συμμετοχής της Pencilia Holdings Ltd στη διαδικασία που προβλέπεται από τον Καν. 34 του Καταστατικού, και πώλησης των μετοχών σε αυτή, επιτρέπεται στον Παραλήπτη να αποδεχθεί τον συμψηφισμό του εξ αποφάσεως χρέους της Rayhill Ltd έναντι του τιμήματος πώλησης των μετοχών. (viii) Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ότι σε περίπτωση πώλησης των μετοχών, σύμφωνα πάντοτε με τον Καν. 34 του Καταστατικού, το εισπραχθέν ποσό διανεμηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7
(5)του Ν.31(Ι)/92. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης 2 - Καθ΄ ης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο