← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Χριστοδουλίδη κ.α., Συνενωμένες Αγωγές 5345/11 και 4897/11, 21/7/2020

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Χριστοδουλίδη κ.α., Συνενωμένες Αγωγές 5345/11 και 4897/11, 21/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές 5345/11 και 4897/11 Αρ. Αγωγής: 5345/11 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσας v. 1. . Χριστοδουλίδη 2. . Χριστοδουλίδου 3. E. Volou Estates Ltd Εναγομένων και βάσει ειδοποιήσεως εξαγοράς (άρθρο 18

(4)του Ν.169(Ι)/15) Αρ. Αγωγής: 5345/11 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας v.
  1. . Χριστοδουλίδη
  2. . Χριστοδουλίδου
  3. E. Volou Estates Ltd Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 4897/11 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσας v.
  4. . Χριστοδουλίδη
  5. . Χριστοδουλίδου
  6. E. Volou Estates Ltd Εναγομένων και βάσει ειδοποιήσεως εξαγοράς (άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15) Αρ. Αγωγής: 4897/11 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας v. 1. . Χριστοδουλίδη 2. . Χριστοδουλίδου 3. E. Volou Estates Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 14.7.20 από Εναγόμενους 1-3 για παράταση του χρόνου ή για άδεια καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-3 - Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Χατζηχαραλάμπους με κα Μ. Δαμιανού για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1-3 - Αιτητές ζητούν: (
  1. i)Διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης μέχρι και τις 10.7.20, ημερομηνία κατά την οποία καταχώρισαν την περαιτέρω υπεράσπιση τους και βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου για γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής τους υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε αυτή να θεωρηθεί εμπρόθεσμη και νομότυπη. (
  2. ii)Διαζευκτικά διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία αναφορικά με το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της περαιτέρω υπεράσπισης η οποία καταχωρίστηκε στις 10.7.20 δυνάμει της Δ.64 και της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. (iii) Περαιτέρω και ή διαζευκτικά, διάταγμα για παράταση του χρόνου καταχώρισης της περαιτέρω υπεράσπισης για γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23 θ.2 για πέντε μέρες από την έκδοση του διατάγματος. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή και εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3. Η Εναγομένη 2 αναφέρεται στη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας και σε σχέδιο διακανονισμού ημ. 23.5.19 μεταξύ αυτής και της εταιρείας Gordian Holdings Ltd για πώληση από την πρώτη προς τη δεύτερη αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων, εγγυήσεων και υποθηκών. Η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την Ενάγουσα, το σχέδιο επικυρώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 23.5.19 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 ΕΔ Λευκωσίας, Τεκμήριο 1. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν γνώση είτε της Αίτησης 372/19 είτε του διατάγματος παρά μόνο μετά την έναρξη της ακρόασης στις ως άνω Αγωγές στις 24.10.19 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος της Ενάγουσας, κ. ΔΤ, ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι επιδόθηκε στον δικηγόρο των Εναγομένων ειδοποίηση αντικατάστασης της Ενάγουσας η οποία (ειδοποίηση), κατά την ίδια, ουδέποτε επιδόθηκε στον δικηγόρο τους ή και στους ίδιους τους Εναγόμενους. Επιπλέον, η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει απόδειξη ότι τα επίδικα δάνεια, οι εξασφαλίσεις και οι υποθήκες έχουν μεταβιβαστεί στη Gordian, και εν πάση περιπτώσει τυχόν τέτοια μεταβίβαση αντίκειται στις πρόνοιες του Ν.169(Ι)/15, καθώς επίσης και ότι αυτή η μεταβίβαση αντίκεται στις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ισχυρίζεται επίσης ότι βάσει πληροφοριών στο διαδίκτυο, η Gordian αγόρασε τα δάνεια στο 18-20% της αξίας τους, ενώ οι Εναγόμενοι το 2018 υπέβαλαν πρόταση για εξαγορά των δανείων τους σε μεγαλύτερο ποσοστό, πρόταση στην οποία η Ενάγουσα ουδέποτε απάντησε. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, τα πιο πάνω συνιστούν νέες υπερασπίσεις όπως αυτές έχουν συνταχθεί και καταχωριστεί στις 10.7.20. Η Εναγομένη 2 αναφέρει ακόμα ότι μετά την έναρξη της ακρόασης, έγιναν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης των Αγωγών και έτσι δόθηκε έμφαση στην εξώδικη διευθέτηση αντί στα νομικά σημεία αυτών. Λόγω και της πανδημίας και της αδυναμίας έλευσης στην Κύπρο των επενδυτών οι οποίοι θα υλοποιούσαν τις προκαταρκτικές συζητήσεις των μερών με την πληρωμή ποσού εκ €150.000 μέχρι τα τέλη Ιουλίου, επηρεάστηκε η δυνατότητα των Εναγομένων να καταχωρίσουν εμπρόθεσμα την περαιτέρω υπεράσπιση τους. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, οι νέες υπερασπίσεις αφορούν ουσιώδη ζητήματα, αντισυνταγματικότητας και παραβίασης νόμου, και θα πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να τις προβάλουν ειδικότερα εφόσον η ακρόαση βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 2. Οι Αιτητές δεν λέγουν την αλήθεια και παραπλανούν το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα. 3. Η διαγωγή των Αιτητών αποτελεί κατάφορη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Καθ΄ ης. 4. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. 5. Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα με σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση των Αγωγών. 6. Η παρατυπία δεν είναι θεραπεύσιμη στο παρόν στάδιο. 7. Τα θέματα τα οποία επιδιώκεται να προστεθούν με την περαιτέρω υπεράσπιση δεν αποτελούν θέματα υπεράσπισης και δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. 8. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΤ (εφεξής «ο ΔΤ»), Λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και από τις 18.1.20 εργοδοτούμενου στη Gordian. Και ο ΔΤ με τη σειρά του αναφέρεται στο διάταγμα Δικαστηρίου ημ. 23.5.19 με το οποίο επικυρώθηκε το σχέδιο διακανονισμού με ισχύ από τις 30.5.19. Σύμφωνα με τον ΔΤ και κατόπιν ελέγχου, οι επίδικες συμβάσεις, εξασφαλίσεις και υποθήκες έχουν μεταβιβαστεί στη Gordian και αποτελούν μέρος του διατάγματος. Ο ΔΤ απορρίπτει τις θέσεις της Εναγομένης 2 και επιπλέον ισχυρίζεται ότι τα όσα αυτή προβάλλει δεν στοιχειοθετούν υπεράσπιση αλλά θα έπρεπε να εγερθούν στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 και ότι υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης ακόμα και από την ημερομηνία της μαρτυρίας του τον Οκτώβριο του 2019. Ο ΔΤ ισχυρίζεται ότι στάληκαν επιστολές ημ. 30.10.18 προς τους Αιτητές για την πρόθεση πώλησης των επίδικων διευκολύνσεων και ακολούθως επιστολές ημ. 31.5.19 goodbye και hello αντίστοιχα από την Τράπεζα Κύπρου και από τη Gordian, και οι Αιτητές δεν έπραξαν οτιδήποτε έκτοτε. Επίσης ο ΔΤ αναφέρει ότι από το 2018 οι Αιτητές γνώριζαν την πρόθεση μεταβίβασης των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων και μάλιστα σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, ενώ γνώριζαν για τη μεταβίβαση και στα πλαίσια των συναντήσεων και διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών. Σύμφωνα με τον ΔΤ, οι Αιτητές μπορούσαν να καταχωρίσουν έγκαιρα την περαιτέρω υπεράσπιση τους ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε διαβουλεύσεων και επιπλέον από τον Ιούνιο του 2019 μέχρι και σήμερα όλα τα έγγραφα τα οποία οι Αιτητές καταχώρισαν στον φάκελο και αντάλλαξαν μεταξύ των διαδίκων καταδεικνύουν την αποδοχή εκ μέρους τους της ύπαρξης της Gordian. Τέλος ο ΔΤ επαναλαμβάνει και αναλύει τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι η Αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την καθυστέρηση στην συνέχιση της διαδικασίας. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας εκατέρωθεν τις θέσεις τους. Το ζήτημα της καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης διέπεται από τη Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα εξής: «Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim arises after defence to the counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same.» Οι πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής είναι σαφείς ως προς το ότι, στις περιπτώσεις που προκύπτουν νέα γεγονότα τα οποία αποτελούν τη βάση και το αντικείμενο υπεράσπισης, η καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης επιτρέπεται εντός 15 ημερών χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ενώ μεταγενέστερα της εν λόγω προθεσμίας μόνο κατόπιν άδειας. Το κρίσιμο χρονικό σημείο για την προθεσμία είναι ο χρόνος κατά τον οποίο προέκυψαν αυτά τα γεγονότα και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά περιήλθαν σε γνώση του διαδίκου. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς την εν λόγω δικονομική πρόνοια προσφέρουν οι υποθέσεις Famiro Spinning Company Ltd v. Ami Knitting and Clothing Industries Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 741 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο λόγος ένστασης πως δεν επισυνάπτεται προσχέδιο της περαιτέρω υπεράσπισης δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτου καθότι στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, προσδιορίζονται οι νέες υπερασπίσεις τις οποίες οι Αιτητές επιθυμούν να προβάλουν, και ειδικότερα στις παρ. 10-16, ήτοι · Ουδέποτε επιδόθηκε στον δικηγόρο τους ή στους ίδιους σχετική ειδοποίηση δυνάμει της οποίας η Τράπεζα Κύπρου αντικαταστάθηκε από τη Gordian ως Ενάγουσα. · Η πώληση και μεταβίβαση των επίδικων δανείων και εξασφαλίσεων δεν είναι νόμιμη βάσει του Ν.169(Ι)/15 καθότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης τους το συνολικό υπόλοιπο τους δεν υπερέβαινε το €1εκ. · Η απαίτηση της Ενάγουσας ξεπερνά τα €2.5εκ. και επομένως ουδέποτε η Gordian κατέστη δικαιούχος και ιδιοκτήτης των εν λόγω δανείων. · Η πώληση προσκρούει στο άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του αντισυμβαλλόμενου, ήτοι των Αιτητών ως δανειοληπτών. · Δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά και δεν υπάρχει απόδειξη ότι το σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian περιλάμβανε τα επίδικα δάνεια. · Όπως αναφέρεται στο διαδίκτυο, η Gordian αγόρασε τα δάνεια στο 18-20% της αξίας τους και το 2018 οι Αιτητές υπέβαλαν πρόταση εξαγοράς τους η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το πιο πάνω ποσοστό. Η Gordian ουδέποτε απάντησε στην πρόταση και κακώς δεν την έκανε αποδεκτή πριν προχωρήσει στην πώληση των επίδικων δανείων. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Εναγομένης 2, και όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν περαιτέρω υπεράσπιση στις 10.7.20 και την υπό κρίση Αίτηση στις 14.7.
  2. Οι πρόνοιες της Δ.23 θ.2 δεν αφήνουν αμφιβολία πως από τη στιγμή που η περαιτέρω υπεράσπιση αφορά σε γεγονότα τα οποία προέκυψαν στις 23.5.19 με την έκδοση του διατάγματος στην Αίτηση 372/19, τότε αυτή θα μπορούσε να καταχωριστεί είτε εντός 15 ημερών από τότε είτε μετά μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, χωρίς την οποία δεν δύναται να θεωρηθεί ως νομότυπα καταχωρισθείσα. Εξ ου και προφανώς τα πρώτα αιτητικά της Αίτησης αφορούν στη διόρθωση της εκπρόθεσμης καταχώρισης της περαιτέρω υπεράσπισης, την οποία οι Αιτητές θεωρούν ως απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη ενώ η Καθ΄ ης έχει την αντίθετη άποψη. Πριν την τροποποίηση της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Δικαστήρια προέβαιναν στη διάκριση μεταξύ άκυρης και απλά παράτυπης διαδικασίας. Με την τροποποίηση της Δ.64 μέσω του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, επήλθε η κατάργηση αυτής της διάκρισης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (ανωτέρω), οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες παρέλειψαν να στηρίξουν την αίτηση παρακοής στο άρθρο 42 του Ν.14/60 ενώ περιέλαβαν στη νομική βάση αυτής τη Δ.42Α. Το Εφετείο επισήμανε ότι το άρθρο 42 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας και η Δ.42Α το δικονομικό δίκαιο, και επικαλούμενο την υπόθεση Μαχλουζαρίδης και το επιτακτικό λεκτικό της Δ.48 θ.1, θεώρησε ότι η επίκληση του άρθρου 42 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης. Το Εφετείο έθεσε τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 θ.
  3. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ακολουθεί πως η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  4. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  5. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  6. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  7. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  8. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  9. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".» Τελικώς αποφασίστηκε ότι η εν λόγω παράλειψη ήταν παρατυπία η οποία μπορούσε να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  10. Το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν υπέστη δυσμενή επηρεασμό καθότι έλαβε μέρος στη διαδικασία χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 356, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.10, περιέχει επίσης χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου .. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. ..» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Η εν λόγω δικονομική πρόνοια έτυχε εξέτασης και στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Ε21/13, ημ. 11.11.15, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Στην υπόθεση Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. Inc.
(2010)1 ΑΑΔ 1395, όπου εξετάστηκε η εμβέλεια της Δ.64, αναφέρονται τα εξής, στη σελίδα 1399: «Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298, η παρατυπία υπάρχει μέχρι την άρσή της και η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Διαταγή, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, ώστε να μη θεωρείται άκυρο (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815).» (Οι σημάνσεις είναι δικές μας.) . Και αυτό γιατί, όπως τονίστηκε από τη νομολογία (πιο πάνω), η Δ.64 δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο δίδει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου, στις περιπτώσεις εκείνες που είναι θεραπεύσιμες. υπόθεση να μην μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι η Δ.64 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Όμως, θεωρώ ότι από τη στιγμή που απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για την εκπρόθεσμη καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης, τότε η καταχωρισθείσα περαιτέρω υπεράσπιση χωρίς άδεια δεν αποτελεί νομότυπη υπεράσπιση ούτως ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο να την καταστήσει νομότυπη. Με άλλα λόγια, η περαιτέρω υπεράσπιση η οποία φαίνεται να καταχωρίστηκε στις 10.7.20 δεν αποτελεί υπεράσπιση και δεν λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο ούτως ώστε να δύναται αυτό (το Δικαστήριο) να καταστήσει αυτή νομότυπο δικόγραφο με τη μεταγενέστερη έκδοση διατάγματος. Βασικά δεν νοείται πρώτα η καταχώριση εκπρόθεσμης υπεράσπισης και εκ των υστέρων να ζητείται άδεια για θεραπεία της ισχυριζόμενης παρατυπίας, αλλά οι Αιτητές όφειλαν να καταχωρούσαν ταυτόχρονα την αίτηση και την περαιτέρω υπεράσπιση τους, κάτι το οποίο σαφώς δεν έχει γίνει. Αυτή η προσέγγιση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στα όσα κατ΄ αντιστοιχία ισχύουν αναφορικά με την Δ.25 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την εκπρόθεσμη καταχώριση τροποποιημένου δικογράφου, παρόλο που εκεί γίνεται ρητή αναφορά στην ακυρότητα του δικογράφου. Η εν λόγω δικονομική πρόνοια αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην προαναφερόμενη υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (ανωτέρω) από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Στην υπόθεση Σακκούλα υιοθετήθηκαν οι αποφάσεις στις υποθέσεις Λυσάνδρου ν. Σχίζα κ.ά.
(1979)1 ΑΑΔ 267 και Ευαγόρου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση Ευαγόρου γίνεται παραπομπή στις πρόνοιες της Δ.25 θ.2 ως παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο. Βέβαια, οι πιο πάνω υποθέσεις αποφασίστηκαν πριν την τροποποίηση της Δ.
  2. . Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η Δ.64 θ.1 τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα, όπου ρητά αναφέρεται στο διαδικαστικό κανονισμό ότι, με την παράλειψη καταχώρησης τροποποιημένου δικογράφου εντός του προκαθορισμένου χρόνου, το διάταγμα καθίσταται ipso facto άκυρο. . Η παράλειψη συμμόρφωσης με το χρόνο που καθόρισε το Δικαστήριο για την τροποποίηση του δικογράφου καθιστά το διάταγμα ipso facto άκυρο, όπως ρητά αναφέρεται στο διαδικαστικό κανονισμό. Ο ίδιος ο διαδικαστικός κανονισμός, βέβαια, εξαιρεί την περίπτωση όπου ο χρόνος παρατείνεται από το Δικαστήριο. Με βάση τη νομολογία που παραθέσαμε πιο πάνω, η παράταση του καθορισμένου από το Δικαστήριο ή τους θεσμούς χρόνου θα πρέπει να γίνει πριν την εκπνοή του. Μετά την εκπνοή του χρόνου το διάταγμα καθίσταται ipso facto άκυρο. Η εμβέλεια της Δ.64 δε θεωρούμε ότι μπορεί να οδηγήσει σε αναβίωση ενός τέτοιου διατάγματος. Και αυτό γιατί, όπως τονίστηκε από τη νομολογία (πιο πάνω), η Δ.64 δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο δίδει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου, στις περιπτώσεις εκείνες που είναι θεραπεύσιμες. Εδώ, δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, καθότι με την εκπνοή του χρόνου, όπως ρητά αναφέρεται στον ίδιο το διαδικαστικό κανονισμό, το διάταγμα καθίσταται ipso facto άκυρο και, επομένως, εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση του δικογράφου (βλ. Lysandrou v. Schiza & Another
(1976)1 CLR 267). Η πρόνοια αυτή του συγκεκριμένου διαδικαστικού κανονισμού είναι που διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από άλλες, όπως ήταν η περίπτωση που εξετάστηκε στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2), πιο πάνω. Εκεί υπήρχε μεν επιτακτική ανάγκη με βάση τη Δ.2 θ.10 να καθοριστεί η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούσε η αγωγή, όμως, δεν υπήρχε πρόνοια πανομοιότυπη με αυτή της Δ.25 θ.2, έτσι ώστε τα αποφασισθέντα σ' εκείνη την υπόθεση να μην μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το γεγονός ότι, μετά και την πρόσφατη τροποποίηση της Δ.25, η εν λόγω πρόνοια εξακολουθεί να υφίσταται.» Κατ΄ αναλογία θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Δ.23 θ.2 δίδει το δικαίωμα αυτόματης καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης εντός της καθορισμένης προθεσμίας και παράλληλα διατηρεί το δικαίωμα καταχώρισης εκπρόθεσμης περαιτέρω υπεράσπισης μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι ο Θεσμός προνοεί για τη δυνατότητα καταχώρισης εκπρόθεσμης περαιτέρω υπεράσπισης καταδεικνύει ακριβώς ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση χωρίς άδεια είναι άκυρη και ανύπαρκτη. Εκείνο το οποίο βασικά παρατηρείται είναι ότι η καταχωρισθείσα περαιτέρω υπεράσπιση θεωρείται ως ανύπαρκτη, κάτι το οποίο δεν αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη, δηλαδή δεν υπάρχει η δυνατότητα αναβίωσης εγγράφου το οποίο θεωρείται άκυρο κατά τον χρόνο καταχώρισης του, εφόσον εν πάση περιπτώσει προβλέπεται από την ίδια τη δικονομική πρόνοια (Δ.23 θ.2) η δυνατότητα λήψης άδειας για καταχώριση αυτής μετά την προβλεπόμενη προθεσμία. Επομένως, θεωρώ ότι η καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης εκτός της προβλεπόμενης προθεσμίας δεν αποτελεί απλή παρατυπία αλλά οδηγεί σε άκυρη και ανύπαρκτη υπεράσπιση και ότι οι Αιτητές όφειλαν να περιοριστούν σε καταχώριση αίτησης με την οποία να ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρίσουν περαιτέρω υπεράσπιση. Αυτό καλύπτεται από το τρίτο αιτητικό της Αίτησης το οποίο δύναται να τύχει εξέτασης. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το κρίσιμο χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να μετρά η προθεσμία είναι όταν προέκυψαν τα γεγονότα και όχι η λήψη γνώσης γι΄ αυτά από τους Αιτητές. Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2 πως ουδέποτε οι Αιτητές έλαβαν γνώση της διαδικασίας πώλησης και του σχεδίου διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian αντικρούεται από τον ΔΤ ο οποίος δηλώνει ότι στάληκαν σχετικές επιστολές προς τους Αιτητές ημ. 30.10.18 και 31.5.19. Ακολούθησε η έκδοση του διατάγματος ημ. 23.5.19 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 ΕΔ Λευκωσίας. Επίσης, ακολούθησε η καταχώριση στις 20.6.19 ειδοποίησης αντικατάστασης της Τράπεζας Κύπρου με τη Gordian, η οποία και πάλι σύμφωνα με τη θέση του ΔΤ επιδόθηκε στον δικηγόρο των Αιτητών παρά τη θέση της Εναγομένης 2 ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση αυτής. Ως εκ τούτου, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τα γεγονότα βασικά προέκυψαν από τις 30.10.08 όταν για πρώτη φορά οι Αιτητές πληροφορήθηκαν για την προτιθέμενη πώληση από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Gordian με την πρώτη επιστολή της Τράπεζας Κύπρου και επιπλέον με τη δεύτερη επιστολή ημ. 31.5.19, και σίγουρα το αργότερο στις 23.5.19 με την έκδοση πλέον του διατάγματος επικύρωσης του σχεδίου διακανονισμού. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα γεγονότα προέκυψαν από τις 23.5.19, τότε και πάλι παρουσιάζεται μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της περαιτέρω υπεράσπισης. Μάλιστα, είναι άξιον απορίας γιατί ενώ οι Αιτητές γνώριζαν γι΄ αυτά τα γεγονότα και μάλιστα θεωρούσαν πως αυτά αποτελούσαν σοβαρή βάση της περαιτέρω υπεράσπισης, να μην καταχωρούσαν περαιτέρω υπεράσπιση πριν καν την έναρξη της ακρόασης των Αγωγών. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο να αναφέρω ότι δεν υιοθετώ τον ισχυρισμό του ΔΤ πως οι Αιτητές με τη συμπεριφορά τους αποδέχθηκαν και αναγνώρισαν την αλλαγή της Ενάγουσας μέσω της καταχώρισης εγγράφων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, το μοναδικό έγγραφο το οποίο οι Αιτητές καταχώρισαν μετά την ειδοποίηση αλλαγής, είναι μετά και την έναρξη της ακρόασης στις 22.11.19, επιπρόσθετη ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Εναγομένης 2, για όλους τους Εναγόμενους, η οποία εξακολουθεί να φέρει τον τίτλο μόνο με την αναγραφή της Τράπεζας Κύπρου ως Ενάγουσας, ενώ μόνο η περαιτέρω υπεράσπιση και η υπό κρίση Αίτηση φέρουν τον ορθό τίτλο με την αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου με τη Gordian ως Ενάγουσας. Παρά ταύτα σημειώνεται απλώς πως οι Αιτητές επικαλούνται διαβουλεύσεις τους με την Ενάγουσα, μετά την έναρξη της ακρόασης των Αγωγών, κάτι από το οποίο εύλογα συνάγεται ότι αυτές θα πρέπει να λάμβαναν χώρα με τη Gordian και επομένως η μεταβίβαση των επίδικων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων ως επίσης και η αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου με τη Gordian ήταν αναμφίβολα σε γνώση των Αιτητών από τότε. Ο ισχυρισμός των Αιτητών πως έμαθαν για πρώτη φορά για το ζήτημα από τον ΔΤ στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει ο κρίσιμος χρόνος προσμετρά από τις 23.5.19 και η Εναγομένη 2 δεν προβάλλει οποιαδήποτε βάσιμη εξήγηση για την παράλειψη έγκαιρης καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης από τότε. Όμως ακόμα και να ίσχυε ότι ο κρίσιμος χρόνος μετρά από τις 24.10.19, θεωρώ ότι ο προβαλλόμενος λόγος για την παράλειψη έγκαιρης καταχώρισης περαιτέρω υπεράσπισης και κυρίως για την καταχώριση αυτής με τόση μεγάλη καθυστέρηση δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία. Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2 ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις, πλην όμως αυτό ουδόλως αποτελεί επαρκή λόγο για τη μη καταχώριση έγκαιρης περαιτέρω υπεράσπισης, ούτως ώστε αυτή να υπάρχει σε περίπτωση μη υλοποίησης των συζητήσεων οι οποίες μάλιστα λάμβαναν χώρα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Με άλλα λόγια, η επιλογή αψήφησης, παραγνώρισης και μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς και τις προβλεπόμενες προθεσμίες για την υποβολή και προώθηση μιας τόσο σοβαρής, κατά τους Αιτητές, υπεράσπισης λόγω των διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών, δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για την παράλειψη λήψης των δεόντων και ορθών δικονομικών και νομικών ενεργειών προς προάσπιση των δικαιωμάτων των Αιτητών, ειδικότερα εφόσον είχε ήδη ξεκινήσει η ακρόαση των Αγωγών. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η θέση της Εναγομένης 2 ότι η τρίτη Αγωγή 4599/11 (η οποία ήταν χαμηλότερης κλίμακας) η οποία ήταν συνενωμένη με τις παρούσες έχει διευθετηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης των Αγωγών. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το ότι από τη στιγμή που οι δύο πλευρές συζητούσαν και δεν είχαν καταλήξει και για τις υπό κρίση Αγωγές, τότε οι Αιτητές θα έπρεπε να είχαν ταυτόχρονα διασφαλίσει τα δικαιώματα τους και να καταχωρούσαν την περαιτέρω υπεράσπιση τους έγκαιρα. Ούτε και η δικαιολογία πως μεσολάβησε η πανδημία και η λήψη εκτάκτων μέτρων για τη λειτουργία των Δικαστηρίων βρίσκει έρεισμα στην καθυστέρηση υποβολής της Αίτησης, καθότι η πανδημία βασικά αφορούσε και επηρέασε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, από τις αρχές Μαρτίου μέχρι και τις αρχές Μάϊου του 2020, ήτοι δύο μήνες από τους συνολικά εννέα από τη μαρτυρία του ΔΤ και μόνο εντός αυτού του χρονικού διαστήματος δεν ήταν δυνατή η καταχώριση. Θεωρώ ότι ισχύουν κατ΄ αναλογία οι νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων ως προς το ότι θα πρέπει να προβάλλεται επαρκής εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης και ότι όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Θεωρώ όμως ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται καθότι σε αυτή όχι μόνο δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε βάσιμη και επαρκής δικαιολογία για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση αλλά και γιατί οι Αιτητές συνειδητά και κατ΄ επιλογή επέδειξαν αδιαφορία για τη διαδικασία στις Αγωγές, σε βαθμό που τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά της Ενάγουσας η οποία αναμένει την ολοκλήρωση των Αγωγών της. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν αναπόφευκτα στη διαπίστωση πως τυχόν έγκριση της Αίτησης οδηγεί σε εκτροχιασμό από τα θέσμια της δίκης, την ανάγκη διεξαγωγής αυτής σε εύλογο χρόνο και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Σχετικό είναι το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Η πιο πρόσφατη υπόθεση Δημητρίου v. Cyprus Popular Bank Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 151/16, ημ. 6.7.18, στην οποία αναφέρθηκε ο δικηγόρος των Αιτητών, βασικά επαναλαμβάνει τις πιο πάνω νομικές αρχές και σημειώνεται ότι και εκεί το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για τη μη έγκριση της αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ικανοποιητικούς και βάσιμους λόγους για να τους επιτραπεί η καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης. Η όλη στάση και συμπεριφορά τους καταδεικνύει παραγνώριση των δικαστικών διαδικασιών και συνειδητή επιλογή παράλειψης διασφάλισης των δικαιωμάτων τους και ως εκ τούτου η Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να αναφέρω ότι ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση της περαιτέρω υπεράσπισης αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί με τη Δ.64, και πάλι η τόσο μεγάλη ανεξήγητη καθυστέρηση και το γεγονός ότι η ακρόαση των Αγωγών έχει ήδη αρχίσει με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος της Ενάγουσας θα οδηγούσε και πάλι στη μη έγκριση των πρώτων αιτητικών της Αίτησης. Τυχόν έγκριση αυτών θα οδηγούσε και σε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της Ενάγουσας η οποία αναμένει την εκδίκαση των Αγωγών από το 2011. Τέλος, θεωρώ ότι ούτε και η επίκληση της Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, βοηθά τους Αιτητές ως προς την προώθηση και έγκριση του αιτήματος τους. Η Δ.57 θ.2 δίδει ευχέρεια στο Δικαστήριο να δώσει παράταση της προβλεπόμενης στους Θεσμούς προθεσμίας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λυσιώτη v. Δημοκρατίας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 364: «Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από την Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. Έχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία μας. Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: 1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108) 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257).» Στην ίδια υπόθεση τονίζεται επίσης το δικαίωμα ακρόασης σε εύλογο χρόνο το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984). Αντιστοίχως και στην προκειμένη περίπτωση η αδράνεια που επέδειξαν οι Αιτητές ως προς την καταχώριση περαιτέρω υπεράσπισης και η μη επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για άδεια για καταχώριση αυτής οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι τυχόν έγκριση της Αίτηση δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και θα υπονόμευε την ταχεία απονομή αυτής. Για όλους τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αίτηση δεν δύναται να πετύχει ως προς οποιοδήποτε των αιτητικών της. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και των θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1-3 - Αιτητών αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας των Αγωγών. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.