Φραντζής υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/ διαχειριστής της περιουσίας της LINMAR REAL ESTATES LTD κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής:5878/2012, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:5878/2012 Μεταξύ: 1. LINMAR REAL ESTATES LTD 2. ΧΧΧ Μιχαηλίδης Εναγόντων και 1. ΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ 2. ΧΧΧ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΟΥ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημ. 05.12.2017 Μεταξύ: 1. ΧΧΧ Φραντζής υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/ διαχειριστής της περιουσίας της LINMAR REAL ESTATES LTD 2. ΧΧΧ Μιχαηλίδης Εναγόντων και 1. ΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ 2. ΧΧΧ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Ο κ. Π. Καϊκης για κ.Χρ. Χριστοφόρου Για Εναγόμενο 1: Ο κ. Χρ. Χατζηστερκώτης και η κα E. Χατζηστερκώτη για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: Η κα Σ. Καρακατσάνη για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 1 αποζημιώσεις για το ποσό των €107.386,67σ. λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων που αφορούν το διαμέρισμα αρ. XXXXX (XXXXX) στον XXXXX όροφο, με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης ενός καλυμμένου χώρου στάθμευσης αρ. 29 επί της πολυκατοικίας «XXXXX» με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ του Σχ. ΧΧΧ, τμήμα ΧΧΧ επί του τεμαχίου ΧΧΧ, τοποθεσία Κοκκινόγια, Λούρες, στον XXXXX Λεμεσού (στη συνέχεια «το διαμέρισμα»). Διαζευκτικά αξιώνουν το ποσό €96.178,07σ. συμπεριλαμβανομένου του ποσού των €3.417,20σ. για την αγορά και εγκατάσταση των φωτιστικών στο διαμέρισμα και το οποίο ποσό προκύπτει από την αξία του διαμερίσματος κατά το μήνα Δεκέμβριο 2007 που είναι ο ουσιώδης χρόνος που ο Εναγόμενος 1 και ο Ενάγων 2 συμφώνησαν μεταξύ τους την αγορά του διαμερίσματος από τον προηγούμενο δικαιούχο του και την πώληση του σε τρίτο πρόσωπο, οπότε και θα μοιράζονταν το καθαρό κέρδος. Αξιώνει περαιτέρω διάταγμα επικύρωσης ως έγκυρης και δεσμευτικής ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος 2 και εναγόμενου 1 του Δεκεμβρίου 2007, διάταγμα για τη διαγραφή και/ή απόσυρση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 28.12.2007 από το Κτηματολόγιο που αφορά το διαμέρισμα και επίσης τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις εναντίον της εναγόμενης 2 για το ποσό των €107.386,67σ. ή το ποσό των €96.178,07σ. όπως αναφέρεται πιο πάνω, καθώς ως Πιστοποιών Υπάλληλος πιστοποίησε την 1.08.2011 την υπογραφή του ενάγοντος 2 χωρίς να είναι παρών και χωρίς να τον γνωρίζει λόγω συμπαιγνίας και/ή σε πλήρη συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1, ώστε να δοθεί νομική υπόσταση στο έγγραφο της 28.12.2007 με αποτέλεσμα ο ενάγων 2 να υποστεί τις ως άνω ζημιές. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος 1 απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, προβάλλοντας τις δικές του θέσεις επί των επίδικων θεμάτων και ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες 1 και 2 διατάγματα ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας και διαζευκτικά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και έξοδα. Οι δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου 1 μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (
- i)Ουδέποτε συνάφθηκε, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, μεταξύ του Εναγόμενου 1 και του Ενάγοντος 2 προφορική συμφωνία όπως αγοράσουν μαζί το διαμέρισμα από τον δικαιούχο αυτού ΧΧΧ H.A. KHAJAH, δυνάμει συμφωνίας με ημερομηνία 10.07.1986, και ακολούθως να το πωλήσουν σε τρίτο και να μοιραστούν εξίσου το καθαρό κέρδος από την πώληση. (
- ii)Οι επιστολές με ημερομηνία Ιούνιος 2008 και 19.06.2009 δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τής κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορικής συμφωνίας αλλά έγιναν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Εναγόμενου 1 στα πλαίσια συζητήσεων μεταξύ συγγενών και μετά από πίεση που δεχόταν ο Εναγόμενος 1 από τον Ενάγοντα 2 και την κόρη του τελευταίου και σύζυγο του Εναγόμενου 1, ως εκ τούτου δε δεσμεύουν τα μέρη και σε καμία περίπτωση δεσμεύουν τον Εναγόμενο 1. (iii) Εφόσον δε συνάφθηκε η ισχυριζόμενη από τους Ενάγοντες προφορική συμφωνία, καμία παράβαση συμφωνίας δεν έγινε από τον Εναγόμενο 1 και κατ' επέκταση καμία ζημιά δεν έχουν υποστεί οι Ενάγοντες. (
- iv)Η μοναδική, νομικά έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία για το επίδικο διαμέρισμα είναι η συμφωνία με ημερομηνία 28.12.2007, που είχε συναφθεί μεταξύ του δικαιούχου του διαμερίσματος ΧΧΧ H.A. KHAJAH/ «Πωλητή» και του Εναγόμενου 1/ «Αγοραστή», την οποία προσυπέγραψαν οι Ενάγοντες, την οποία ο Εναγόμενος 1 μπορούσε να καταθέσει στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και δυνάμει αυτής είχε το δικαίωμα να εγγραφεί και να αξιώνει όπως εγγραφεί ως ο απόλυτος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, όπως και έπραξε. (
- v)Η κατάθεση στο Κτηματολόγιο του αγοραπωλητηρίου ημερομηνίας 10.07.1986 με αρ. ΠΩΕΧΧΧ και του αγοραπωλητηρίου/ εκχωρητηρίου με ημερομηνία 28.12.2007 με αρ. ΧΧΧ έγινε νομότυπα. (
- vi)Οι Ενάγοντες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις των Εναγόντων προς αυτόν ότι θα του μεταβίβαζαν το διαμέρισμα ελεύθερο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, δεν το έπραξαν ή παρέλειψαν ή αρνήθηκαν να το πράξουν κατά παράβαση της συμφωνίας με ημερομηνία 28.12.2007 προς ζημία του Εναγόμενου 1. (vii) Οι Ενάγοντες εμποδίζονται ένεκα νομικού κωλύματος και/ ή εξ υποσχέσεως κωλύματος και/ ή κωλύματος συμπεριφοράς και/ ή παραστάσεων και/ ή λόγω εγγράφων και/ ή άλλως πως να ισχυρίζονται και να αξιώνουν ως η Έκθεση Απαιτήσεως τους εναντίον του Εναγόμενου 1. (viii) Ανταπαιτητικά ο εναγόμενος 1 αξιώνει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας της 28.12.2007 και διάταγμα για την μεταβίβαση επ' ονόματι του τού διαμερίσματος και διαζευκτικά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 οι Ενάγοντες στην ουσία απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 στο βαθμό που αυτές συγκρούονται με τις δικές τους δικογραφημένες θέσεις, τις οποίες και επαναλαμβάνουν. Από πλευράς της η Εναγόμενη 2 στην Υπεράσπιση της απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί συμπαιγνίας της με τον Εναγόμενο 1 προβάλλοντας σχετικές προδικαστικές ενστάσεις ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και καμιά αξίωση των Εναγόντων δεν δικαιολογείται εναντίον της. Οι Ενάγοντες στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 2 απορρίπτουν τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει ως αβάσιμες και ανεδαφικές και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους της Έκθεσης Απαιτήσεως. Μετά την καταχώρηση των αρχικών δικογράφων ο τίτλος της αγωγής με σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου τροποποιήθηκε και το όνομα της Ενάγουσας 1 αντικαταστάθηκε από το όνομα του Παραλήπτη/ Διαχειριστή της περιουσίας της. Μελετώντας τα δικόγραφα, σύνοψη των οποίων επιχείρησα πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι κάποια ζητήματα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ως τέτοια καταγράφονται τα ακόλουθα: 1. Κατά τον επίδικο χρόνο, η Ενάγουσα 1, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας επί της οποίας ευρίσκεται το διαμέρισμα. 2. Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Ενάγων 2 ήταν διευθυντής της Ενάγουσας 1 και πεθερός του Εναγόμενου 1. 3. Το ως άνω διαμέρισμα πωλήθηκε από την Ενάγουσα 1 στον ΧΧΧ H.A. KHAJAH από το KUWAIT δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 10.07.1986 έναντι τιμήματος Λ.Κ.40.000,00 αλλά δε μεταβιβάστηκε σε αυτόν, καθότι δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα. 4. Συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007 συνάφθηκε μεταξύ του Εναγόμενου 1 ως «αγοραστή» και του ΧΧΧ H.A. KHAJAH δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του ως «πωλητή», δυνάμει της οποίας ο ΧΧΧ H.A. KHAJAH πώλησε στον Εναγόμενο 1 το επίδικο διαμέρισμα έναντι του ποσού των Λ.Κ.34.000,00 εκχωρώντας σε αυτόν όλα τα δικαιώματά του επί του διαμερίσματος βάσει της συμφωνίας ημερομηνίας 10.07.1986, με την πλήρη γνώση και συναίνεση των Εναγόντων, οι οποίοι προσυπέγραψαν τη συμφωνία δια του διευθυντή τους, Ενάγοντος 2. Με την υπογραφή της συμφωνίας και την ταυτόχρονη καταβολή του τιμήματος, ο Εναγόμενος 1 έλαβε την κατοχή του διαμερίσματος. 5. Ο Εναγόμενος 1 απέστειλε προς τον Ενάγοντα 2 δύο επιστολές ημερομηνίας Ιούνιος 2008 και 19.06.2009 αντίστοιχα. 6. Ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο διαμέρισμα εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2009. 7. Απεστάλησαν δύο επιστολές των δικηγόρων του Εναγόμενου 1, κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Σία ημερομηνίας 3.09.2010 και κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ ημερομηνίας 31.10.2011, προς την Ενάγουσα 1, καλώντας την τελευταία όπως προβεί σε μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του Εναγόμενου 1, ως του μοναδικού δικαιούχου προς εγγραφή ως απόλυτος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007. 8. Πιστοποιημένο αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 28.12.2007 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης με αριθμό ΧΧΧ δυνάμει των προνοιών του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο (Ν. 81(Ι)/2011). Σύμφωνα με βασική αρχή της νομολογίας μας τα επίδικα ζητήματα μιας υπόθεσης προκύπτουν από τα δικόγραφα αυτής. Στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd),
(1991)1 A.A.Δ. 24 χαρακτηριστικά αναφέρονται τα εξής: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Από τα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ξεκάθαρα ότι τόσο οι Ενάγοντες όσο και ο Εναγόμενος 1 επικαλούνται ο καθένας παράβαση αντίστοιχων συμφωνιών. Οι μεν Ενάγοντες προφορική συμφωνία χωρίς όμως να αρνούνται και την υπογραφή γραπτής συμφωνίας την οποία επικαλείται ο Εναγόμενος 1. Στη βάση αυτών των συμφωνιών αξιώνουν διατάγματα ειδικής εκτέλεσης και/ ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτούς. Από την άλλη, η πλευρά της Εναγόμενης 2, αρνείται όσα της καταλογίζουν οι Ενάγοντες και αντιτείνει ότι ουδέποτε ενήργησε σε συμπαιγνία με τον Εναγόμενο 1 και ότι δεν δικαιολογείται καμιά αξίωση εναντίον της εφόσον δεν αναγνωρίζει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Προσπάθεια μου στη συνέχεια είναι να παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία που παρατέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αναδεικνύοντας από αυτή όσα σημεία επηρεάζουν τα επίδικα ζητήματα, διεργασία η οποία σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή που διέπει την υπόθεση θα με οδηγήσει στα συμπεράσματα μου. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον Ενάγοντα 2 και τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την πλευρά των Εναγόντων όπως και τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 2 στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. (όπως ήταν τότε), πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (Αντωνίου v. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής». Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Έχοντας υπ' όψιν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, θα λάβω υπόψη περαιτέρω την ύπαρξη ή παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας με γνώμονα το γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. Hajigeorgiou and Another and the Attorney General of the Republic,
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει την προσοχή ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ' εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης που έχει η κάθε πλευρά να αποσείσε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 814). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή παραθέτοντας σχετική νομολογία και αυθεντίες. Ο Ενάγων 2 (ΜΕ1), κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), και απάντησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις κατά την κυρίως εξέταση του επαναλαμβάνοντας στην ουσία το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, πλην των όσων ανέφερε προφορικά κατέθεσε και τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 - 13 τα οποία θα τύχουν ιδιαίτερης μνείας κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει: - Τεκμήριο 1: Αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα της Ενάγουσας 1 με ημερομηνία έκδοσης 27.04.
- - Τεκμήριο 2: Αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με ημερομηνία 10.07.1986 για το επίδικο διαμέρισμα μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του ΧΧΧ H.A. KHAJAH από το KUWAIT. - Τεκμήριο 3: Αντίγραφο της συμφωνίας πώλησης / εκχώρησης δικαιωμάτων με ημερομηνία 28.12.2007 για το επίδικο διαμέρισμα μεταξύ του ΧΧΧ H.A. KHAJAH και του Εναγόμενου 1 την οποία προσυπέγραψε η Ενάγουσα 1 δια του διευθυντή της Ενάγοντος
- - Τεκμήριο 4: Πρωτότυπο χειρόγραφης επιστολής του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα 2 με ημερομηνία Ιούνιος
- - Τεκμήριο 5: Πρωτότυπο χειρόγραφης επιστολής του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα 2 με ημερομηνία 19.06.
- - Τεκμήριο 6: Αντίγραφο χειρόγραφης επιστολής του Ενάγοντος 2 προς τον Εναγόμενο 1 με ημερομηνία 21.06.
- - Τεκμήριο 7: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 3.09.2010 από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1, κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Σία, προς την Ενάγουσα
- - Τεκμήριο 8: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 3.11.2010 από τους δικηγόρους της Ενάγουσας 1 κ. Χρίστο Χριστοφόρου προς τον Εναγόμενο
- - Τεκμήριο 9: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 31.10.2011 από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1 κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ, προς την Ενάγουσα
- - Τεκμήριο 10: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 10.11.2011 από τους δικηγόρους της Ενάγουσας 1 κ. XXXXX Χριστοφόρου προς τον Εναγόμενο
- - Τεκμήριο 11: Αντίγραφο εκτίμησης της αγοραίας αξίας του επίδικου διαμερίσματος για τις ημερομηνίες 1.12.2007 και 24.01.
- - Τεκμήριο 12: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 29.11.2012 των δικηγόρων του Εναγόμενου 1, κ.κ. Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνέταιροι, προς την Ενάγουσα
- - Τεκμήριο 13: Αντίγραφο πιστοποιημένης συμφωνίας πώλησης/ εκχώρησης δικαιωμάτων ημερομηνίας 28.12.
- Προσπάθεια των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εναγόμενου 1 στα πλαίσια της αντεξέτασης τους ήταν να αναδείξουν τις αντιφάσεις μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών και των ισχυρισμών του στη γραπτή του δήλωση και ειδικότερα της θέσης του σχετικά με την ύπαρξη της επίδικης προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος 2 και του Εναγόμενου 1 όπως και σύγκρουσης τους με το περιεχόμενο τεκμηρίων τα οποία ο ίδιος ο Ενάγων 2 κατέθεσε προς επίρρωση των ισχυρισμών του και άλλων εγγράφων που του υποδείχθηκαν. Ξεκινώντας από το Τεκμ. 3, τη Συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007, τη σύναψη της οποίας παραδέχθηκε, όπως και το γεγονός ότι την προσυπέγραψε εκ μέρους της Ενάγουσας 1, τέθηκε στον ΜΕ1 το ερώτημα όταν είχε κατ' ισχυρισμό του συμφωνήσει με τον Εναγόμενο 1 να αγοράσουν το διαμέρισμα από κοινού από τον τότε δικαιούχο του, γιατί ως μοναδικός «αγοραστής» φέρεται μόνον ο Εναγόμενος 1 και γιατί δε συνεισέφερε και ο ίδιος οικονομικά στην αγορά του διαμερίσματος, γεγονός το οποίο επίσης παραδέχεται. Ο Ενάγων 2 (ΜΕ1), απάντησε ότι έτσι είχαν συμφωνήσει με τον Εναγόμενο 1, δήλωση η οποία δεν υποστηρίζεται από τη δικογραφημένη και εκ της γραπτής δήλωσής του θέσης περί «από κοινού αγοράς του διαμερίσματος». Πρόσθεσε ότι, όταν ο δικαιούχος του διαμερίσματος ήρθε και του ζήτησε τα χρήματα που πλήρωσε για το διαμέρισμα, διότι δεν είχαν εκδοθεί τίτλοι και γι΄αυτό το διαμέρισμα δεν είχε μεταβιβαστεί στο όνομά του, ο ίδιος δεν είχε το ποσό των Λ.Κ.34.000,00 και γι' αυτό ζήτησε από την κόρη του και γυναίκα του Εναγόμενου 1 να δώσουν τα χρήματα αυτοί και ακολούθως να πωλήσουν όλοι μαζί το διαμέρισμα, όταν βγουν οι τίτλοι, και να μοιραστούν τα κέρδη, δήλωση η οποία επίσης συγκρούεται με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων και με τη θέση που υιοθετεί ο Ενάγων 2 στη γραπτή του δήλωση ότι η προφορική συμφωνία του ήταν με τον Εναγόμενο 1 και μόνον. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι στη συμφωνία με ημερομηνία 28.12.2007 ο ίδιος συνεισέφερε το διαμέρισμα, γιατί ως διευθυντής της Ενάγουσας 1 είχε το δικαίωμα να το πωλήσει, απάντηση, όμως, που προσκρούει στον αναμφισβήτητο γεγονός, ότι δικαιούχος του διαμερίσματος κατά τον χρόνο αγοράς του από τον Εναγόμενο 1 δεν ήταν οι Ενάγοντες αλλά ο ΧΧΧ H.A. KHAJAH δυνάμει της Συμφωνίας με ημερομηνία 10.07.1986 (Τεκμ. 2), όπως καθορίζεται και στη συμφωνία με ημερομηνία 28.12.2007 (Τεκμ. 3). Επιπρόσθετα, ένα καίριο σημείο σύγκρουσης μεταξύ της κατ' ισχυρισμό του ΜΕ1 προφορικής συμφωνίας του με τον Εναγόμενο 1 και του Τεκμ. 3, αναδείχθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από τη δικηγόρο της Εναγόμενης
- Ο ΜΕ 1 αντεξεταζόμενος παραπέμφθηκε στην παράγραφο 14 του Τεκμ. 4 στην οποία γινόταν η ακόλουθη πρόνοια: «
- It is also hereby declared by all parties signing this document that all previous agreements / claims / court decisions related to this flat / involved parties are hereby canceled and all the claims among them are settled». Στη βάση της πιο πάνω πρόνοιας υποβλήθηκε στον ΜΕ1 η θέση ότι, ακόμη και αν υπήρχε προγενέστερη οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου 1 όπως υποστήριζε, αυτή ακυρώθηκε, θέση με την οποία διαφώνησε αν και συγκρούεται με τον πιο πάνω γραπτό όρο μεταγενέστερης συμφωνίας την οποία παραδέχθηκε ότι προσυπέγραψε. Ούτε ως προς τον χρόνο σύναψης της κατ' ισχυρισμό του προφορικής συμφωνίας ο ΜΕ1 ήταν σε θέση να απαντήσει θετικά ή με ακρίβεια. Ανέφερε διάφορες ημερομηνίες, αν και στην Έκθεση Απαίτησης και στη γραπτή του δήλωση καταγράφεται ως ημερομηνία σύναψης «Δεκέμβριος του 2007». Ο ΜΕ1 παραπέμφθηκε, επίσης, σε συγκεκριμένα σημεία των επιστολών με ημερομηνίες αντίστοιχα Ιούνιος 2008 και 19.06.2009 (Τεκμ. 4 και 5), και του υποβλήθηκε ότι το περιεχόμενο τους δε συμφωνεί με τη θέση του ότι οι εν λόγω επιστολές επιβεβαιώνουν την κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα, υποδείχθηκαν στον ΜΕ1 ως σημεία διαφοροποίησης, αφενός οι προϋποθέσεις τις οποίες έθεταν οι δύο επιστολές, με πρώτη την έκδοση τίτλων και δεύτερη την πώληση («σε διάστημα 2 χρόνια» από την ημερομηνία αγοράς σύμφωνα το Τεκμ. 3 και «σύντομα μετά την έκδοση τίτλου» σύμφωνα με το Τεκμ. 4) και τρίτο την ύπαρξη καθαρού κέρδους, και αφετέρου η εισήγηση για διαμοιρασμό του καθαρού κέρδους από την πώληση του διαμερίσματος μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της κόρης του Ενάγοντος 2 σύμφωνα με το Τεκμ. 5, υποβολές τις οποίες ο ΜΕ1 αρνήθηκε. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του τού υποδείχθηκε η επιστολή με ημερομηνία 10.10.2012 η οποία κατατέθηκε αργότερα ως Τεκμ. 27 εφόσον ο ενάγων 2 αρνήθηκε να την αναγνωρίσει ισχυριζόμενος ότι πρώτη φορά την έβλεπε, η οποία αποστάλθηκε από το λογιστή του κ. XXXXX Νεοφύτου προς τον Εναγόμενο 1 κατ' εντολή του ΜΕ1, στον οποίο και κοινοποιήθηκε, ο σκοπός της οποίας διαφαίνεται από την πρώτη παράγραφο αυτής, την οποία ως εκ της σημασίας της την καταγράφω αυτούσια: «Έχουμε μαζί με τον κ. ΧΧΧ Μιχαηλίδη επανεξετάσει προσεκτικά τις οφειλές προς την Εταιρεία LINMAR REAL ESTATES LTD, του διαμερίσματος με αρ. θύρας XXXXX στο συγκρότημα πολυκατοικιών «XXXXX» Μπλοκ 'Α' και με εντολή του ιδίου σας αποστέλλουμε τη πιο κάτω κατάσταση των οφειλών του ως άνω διαμερίσματος με την εξόφληση των οποίων θα καταστεί δυνατή η μεταβίβαση». Στο Τεκμ. 27 γίνεται αναφορά σε οφειλόμενα ποσά προς την Ενάγουσα 1 σε σχέση με φόρους, τέλη και έξοδα για το επίδικο διαμέρισμα, με την εξόφληση των οποίων θα καθίστατο δυνατή η μεταβίβαση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο
- Δεν αναφέρεται καμία αξίωση των Εναγόντων δυνάμει άλλης συμφωνίας πέραν της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), για την οποία γίνεται λόγος στην προτελευταία παράγραφο του Τεκμ. 27: «Σημειώστε, επίσης, ότι η Εταιρεία LINMAR δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής φόρου, που πιθανόν να προκύψει αναφορικά με την συμφωνία που υπέγραψε η Εταιρεία μαζί σας και με τον πρώτο αγοραστή». Όταν ο ΜΕ 1 ρωτήθηκε για την πιο πάνω αναφορά και του υποβλήθηκε ότι δεν υπήρχε καμία άλλη αξίωση έναντι του Εναγόμενου 1, απάντησε ότι δε θυμάται αυτή την επιστολή και ότι πιθανό να ήταν ο Εναγόμενος 1 ο οποίος ζήτησε από τον λογιστή να του τη στείλει. Κάτι ασφαλώς που αντικρούεται από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμ.
- Κρίνω ότι η ως άνω επιστολή (Τεκμ. 27), είναι πολύ σημαντική, διότι έχει συνταχθεί από τους λογιστές των Εναγόντων κατ' εντολή των τελευταίων ή του Ενάγοντος 2, δια του οποίου καθορίζονταν οι όροι και/ ή αξιώσεις αυτών, προκειμένου να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα στον Εναγόμενο
- Το ότι αυτή η επιστολή συντάχθηκε κατόπιν συνεννόησης του Λογιστή που την συνέταξε όπως ρητά καταγράφεται σε αυτή δεν έχω καμιά αμφιβολία και η μη αναγνώριση της και όσα ανέφερε περί αυτής ο ΜΕ1 ότι δήθεν θα συντάχθηκε μετά από συνεννόηση του Εναγόμενου 1 με τον Λογιστή δεν γίνονται αποδεκτά. Τουναντίον η τοποθέτηση του ΜΕ1 επί του εγγράφου αυτού επέτεινε την αντίληψη μου ότι δεν ήταν ειλικρινής. Μεταξύ των αξιώσεων αυτών δεν υπάρχει καμία απαίτηση δυνάμει της ισχυριζόμενης υπό των Εναγόντων προφορικής συμφωνίας. Εάν υπήρχαν τέτοιες αξιώσεις, εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί οι λογιστές των Εναγόντων δεν τις προέβαλαν στον Εναγόμενο 1 με την ως άνω επιστολή (Τεκμ. 27); Το περιεχόμενο του Τεκμ. 27 σε συνδυασμό ασφαλώς με άλλη μαρτυρία, στην οποία έκανα ήδη αναφορά πιο πάνω, όπως ήταν η Συμφωνία (Τεκμ. 3), με οδηγεί στο εύλογο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1 όπως είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων. Εάν δε υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια προγενέστερη συμφωνία, με το Τεκμ.3 ακυρώθηκε όπως ρητά προνοείται σε αυτή. Η αντίληψη που αποκόμισα σε σχέση με την ειλικρίνεια του Ενάγοντος 2 (ΜΕ1), είναι πτωχή. Η μαρτυρία του ελέγχεται ποικιλοτρόπως ως προς την αλήθεια της. Ήδη αναφέρθηκα πιο πάνω σε σημεία της τα οποία με οδηγούν στην απόρριψη της ως μη ειλικρινούς μαρτυρίας και μη συνάδουσας με τα έγγραφα - τεκμήρια που κατατέθηκαν ακόμα και από τον ίδιο και δη τις επιστολές (Τεκμ. 4 και 5) τις οποίες επικαλείται προς απόδειξη της ισχυριζόμενης εκ μέρους του προφορικής συμφωνίας για τις οποίες θα κάμω και στη συνέχεια εκτενέστερη αναφορά. Ο κ. ΧΧΧ Lopandin (ΜΕ2), είναι ο πρώην ενοικιαστής του διαμερίσματος το οποίο το ενοικίαζε από τους Ενάγοντες και στο οποίο διέμενε από τις αρχές του 2000 μέχρι τα τέλη του 2005, οπότε αγόρασε σπίτι, συνέχισε όμως να ενοικιάζει το διαμέρισμα μέχρι τον Οκτώβριο του
- Ανέφερε ότι το 2004/2005 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το διαμέρισμα αλλά δεν είχε τίτλο. Περί τον Απρίλιο-Ιούνιο 2009 συζήτησαν με τον Ενάγοντα 2 και συμφώνησαν την αγοραπωλησία του διαμερίσματος περίπου στις €300,
- Ο ίδιος είχε τα χρήματα αλλά ο Ενάγων 2 του έλεγε να περιμένει, διότι, εξ όσων είχε καταλάβει, είχε συνέταιρο. Συνέχιζε να ενδιαφέρεται να αγοράσει το διαμέρισμα για την κόρη του μέχρι το 2011, οπότε αγόρασε ένα χωράφι. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται η διαφορά που υπάρχει ως προς τον χρόνο των διαπραγματεύσεων για το διαμέρισμα ανάμεσα στη μαρτυρία του Ενάγοντος 2 (ΜΕ1), ο οποίος αντεξεταζόμενος για τις ημερομηνίες που λήφθηκαν υπόψη για την Εκτίμηση (Τεκμ. 11), ήτοι την 1.12.2007 και την 24.01.2013, τις συνέδεσε με το χρόνο που βρήκε αγοραστή για το διαμέρισμα για €300.000,00 και του ΜΕ2, ο οποίος τοποθέτησε χρονικά τις συζητήσεις μέχρι και το 2009 και το ενδιαφέρον μέχρι το 2011 οπότε και έπαψε να τον ενδιαφέρει. Ως προς αυτό το ζήτημα η σχετικότητα της μαρτυρίας του τίθεται εν αμφιβόλω και καθίσταται επισφαλής. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 του τέθηκε η ερώτηση αν γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος. Απάντησε ότι αρχικά ιδιοκτήτης ήταν κάποιος Άραβας μέσω κάποιου αντιπροσώπου του αλλά στη συνέχεια ο Ενάγων 2 του είπε ότι το διαμέρισμα του είχε επιστραφεί. Αφού του υποδείχθηκε το πιστοποιημένο αντίγραφο της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 13), και του υποβλήθηκε ότι, δυνάμει του εν λόγω εγγράφου, ιδιοκτήτης και αρμόδιο πρόσωπο να διαπραγματευτεί την πώληση του διαμερίσματος ήταν μόνο ο Εναγόμενος 1 και όχι οι Ενάγοντες, οι οποίοι προσυπέγραψαν την εν λόγω συμφωνία, ερωτήθηκε αν γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, αν διαπραγματεύτηκε ποτέ μαζί του για το διαμέρισμα και αν ο Ενάγων 2 του έδειξε τη Συμφωνία (Τεκμ. 13), με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Δεδομένης της δήλωσης του ΜΕ2, ότι διαπραγματευόταν αποκλειστικά με τον Ενάγοντα 2 την αγορά του διαμερίσματος, επειδή θεωρούσε τους Ενάγοντες δικαιούχους αυτού ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα, η κατάθεση του ΜΕ2 θεωρώ ότι αποδυναμώνει παρά ενισχύει τη θέση των Εναγόντων περί δήθεν ύπαρξης προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο 1 για από κοινού πώληση του διαμερίσματος, συνομολογηθείσας στη βάση της εμπιστοσύνης, ως είναι η θέση των Εναγόντων. Περαιτέρω, με βάση τα λεγόμενά του δημιουργείται εύλογα η απορία την οποία επισημαίνουν και οι συνήγοροι του εναγόμενου 1 στην αγόρευση τους, γιατί εφόσον ο ΜΕ2 ενδιαφερόταν από το 2004/2005 να αγοράσει το διαμέρισμα, ο Ενάγων 2 δεν προώθησε την πώληση του διαμερίσματος τον Δεκέμβριο του 2007 στον ΜΕ2 και έσπευσε να προσυπογράψει μια Συμφωνία (Τεκμ. 3), ή νωρίτερα απευθείας στον ΜΕ 2 κατά τρόπον που θα επέλυε και τις οικονομικές διαφορές των Εναγόντων με τον τότε δικαιούχο του διαμερίσματος, χωρίς την εμπλοκή του Εναγόμενου 1; Το τίμημα που συζητούσαν ήταν τέτοιο που θα μπορούσε να επιλύσει τα όποια οικονομικά προβλήματα αντιμετώπιζαν τότε οι Ενάγοντες. Βρίσκω ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν καθοδηγημένη και αποσκοπούσε να βοηθήσει τους Ενάγοντες. Ένα τέτοιο ενδιαφέρον για αγορά του διαμερίσματος και με τα κεφάλαια προς τούτο διαθέσιμα όπως πολύ πρόθυμα ανέφερε ο ΜΕ2 δεν αντέχει στη λογική γιατί να μη γινόταν η πράξη τότε που υπήρχε και η οικονομική ανάγκη των εναγόντων. Πρόκειται για εύλογο ερώτημα το οποίο καθιστά τη μαρτυρία των ΜΕ 1 και 2 σε σχέση με το ενδιαφέρον που επιδεικνυόταν για την αγορά του από τον ΜΕ ακροσφαλή, μη πειστική και αστήριχτη η οποία πόρρω απέχει και από αυτή τη ίδια την λογική. Ο κ. ΧΧΧ Ευσταθίου (ΜΕ3), είναι εκτιμητής ακινήτων του οποίου τα προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν. Στα πλαίσια της κύριας εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Εκτίμησης (Τεκμ. 11), σε σχέση με την αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος κατά την 1.12.2007 για €281.000,00 και κατά την 24.01.2013 για €246.000,00 έκθεση, την οποία συνέταξε ο ίδιος βάσει στοιχείων από το πιστοποιητικό εγγραφής του διαμερίσματος και χωρίς να εισέλθει εντός του διαμερίσματος, κατόπιν οδηγιών από τους δικηγόρους των Εναγόντων για σκοπούς του Δικαστηρίου, όπως ανέφερε. Πρόθεση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 ήταν να αναδείξει τα επισφαλή σημεία της μεθόδου εκπόνησης της Εκτίμησης του και κατ' επέκταση των συμπερασμάτων της. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε στο μάρτυρα η αντίφαση σε σχέση με τον τρόπο διενέργειας της εκτίμησης, ως αυτός περιγράφεται στο Τεκμ. 11, ήτοι ότι το εξεταζόμενο ακίνητο επιθεωρήθηκε εσωτερικά σε συγκεκριμένη ημερομηνία ήτοι την 22.01.2013, με ό,τι κατέθεσε στο δικαστήριο, ότι δηλαδή δεν εισήλθε στο διαμέρισμα. Ο μάρτυρας απάντησε ότι παρατήρησε την ποιότητα των υλικών από την είσοδο του διαμερίσματος και έχοντας την κάτοψη αυτού δε χρειαζόταν κάτι άλλο για την εκτίμηση, γιατί, ακόμη και αλλαγές να έγιναν, η τιμή δε θα άλλαζε. Και αυτή η δήλωση αναιρείται από το Τεκμ. 11 όπου στις σελίδες 10 και 11 προβάλλονται πίνακες συγκριτικών πωλήσεων για τις ημερομηνίες 1.12.2007 και 24.01.2013 αντίστοιχα. Στις παρατηρήσεις κάτω από κάθε πίνακα αναφέρεται ότι οι συγκριτικές πωλήσεις έχουν τύχει αύξησης 20% της αξίας λόγω της ανακαίνισης του επίδικου διαμερίσματος. Στο μάρτυρα υποβλήθηκε ακόμη ότι δεν ακολουθήθηκε ορθός τρόπος εκτίμησης όχι μόνο γιατί δεν έγινε εσωτερική επιθεώρηση του διαμερίσματος αλλά και γιατί η εκτίμηση βασίστηκε σε συγκριτικές πωλήσεις, μέθοδο για την οποία και ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δε συνηθίζεται. Η μαρτυρία του μάρτυρος αυτού τελικά ενόψει των ευρημάτων μου επί της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας από τους ενάγοντες ενέχει μόνο περιθωριακή ή καθόλου σημασία ως προς τα επίδικα ζητήματα. Η κα ΧΧΧ Παπαγεωργίου (ΜΕ4), Κτηματολογικός Γραφέας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στον Κλάδο Αναγκαστικών Μεταβιβάσεων, κατέθεσε αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου με ημερομηνία 10.07.1986, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 2.08.2011 με αρ. ΠΩΕ ΧΧΧ ως Τεκμ. 14 και αντίγραφο της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 2.08.2011 με αρ. ΧΧΧ (Τεκμ. 15). Εξήγησε η μάρτυς ότι τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν με βάση τη νέα νομοθεσία, ήτοι τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο (Ν. 81(Ι)/2011), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.08.2011 και δυνάμει των προνοιών του άρθρου 16 του Νόμου αυτού επιτρεπόταν πλέον η εκπρόθεσμη κατάθεση πωλητηρίων και συμβάσεων εκχώρησης με παράταση 6 μηνών από την ισχύ του νόμου, ενώ πριν το Κτηματολόγιο δεχόταν μόνο την εκπρόθεσμη κατάθεση πωλητηρίων δυνάμει των προνοιών του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
- Πρόσθεσε ότι σύμφωνα με εσωτερικές οδηγίες και την πρακτική του Κτηματολογίου, η κατάθεση πωλητηρίων γινόταν δεκτή, εφόσον αυτά ήταν υπογεγραμμένα από τα μέρη, ενώ για τις συμβάσεις εκχώρησης έπρεπε επιπρόσθετα να υπάρχει και πιστοποίηση των υπογραφών. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Κτηματολόγιο δέχτηκε την κατάθεση των δύο ανωτέρω εγγράφων μετά την εξακρίβωση ότι υπάρχουν οι υπογραφές των μερών, και μάλιστα πρωτότυπες υπογραφές, χωρίς αυτό να είναι προαπαιτούμενο βάσει του νόμου και της πρακτικής που ακολουθούσαν, και ότι στη σύμβαση εκχώρησης οι υπογραφές ήταν πιστοποιημένες. Η μάρτυς αυτή (ΜΕ4), επιβεβαίωσε από την μια το νόμιμο δικαίωμα του Εναγόμενου 1 για κατάθεση της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) το 2011, παρά το πέρας τεσσάρων χρόνων από την υπογραφή αυτής και από την άλλη την ανεπιφύλακτη αποδοχή από το Κτηματολόγιο κατάθεσης του Εγγράφου (Τεκμ. 13), για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Κατά την αντεξέταση της τής υποβλήθηκε ότι από τον τίτλο της Συμφωνίας ημερομηνίας 27.12.2007 (Τεκμ. 15), «CONTRACT OF SALE/ TRANSFER OF RIGHTS», προκύπτει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν αμιγώς μία συμφωνία εκχώρησης αλλά και μία σύμβαση πώλησης. Η μάρτυς παραδέχθηκε ότι μόνο η φράση «TRANSFER OF RIGHTS» στον τίτλο δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για εκχωρητήριο. Ερωτηθείσα αν, δεδομένου ότι το έγγραφο ημερομηνίας 28.12.2007 ήταν Αγοραπωλητήριο και όχι Εκχωρητήριο οπότε το Κτηματολόγιο θα το δεχόταν χωρίς την πιστοποίηση των υπογραφών από Πιστοποιών Υπάλληλο η ΜΕ4 απάντησε με τη φράση «ίσως, ναι». Η τελευταία απάντηση της δημιούργησε πράγματι αμφιβολίες για το αν τελικά ήταν αναγκαία η πιστοποίηση του Εγγράφου (Τεκμ. 3), πριν την κατάθεσή του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της πιο πάνω μάρτυρος ως αντικειμενικής και ανεξάρτητης εφόσον βασιζόταν στα επίσημα αρχεία που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Η μαρτυρία της ανέδειξε κάποια αμφιβολία κατά πόσο απαιτείτο η πιστοποίηση από Πιστοποιών Υπάλληλο της Συμφωνίας (Τεκμ.3) για να γινόταν αποδεκτή η κατάθεση της για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Επομένως εφόσον σε αυτό αποσκοπούσε η μαρτυρία της ΜΕ4 κρίνω ότι με την μη σαφή εντέλει τοποθέτηση της ως προς το ζήτημα αυτό δεν επετεύχθη το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα από την παρουσία της από πλευράς των Εναγόντων. Η μάρτυς είναι γεγονός ότι άφησε ανοιχτό το ζήτημα. Για το ζήτημα δε αυτό οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η Συμφωνία (Τεκμ.3) θα μπορούσε να γινόταν δεκτή και χωρίς την ανάγκη πιστοποίησης των υπογραφών των συμβαλλομένων. Νομοθετική πρόβλεψη εν προκειμένω δεν τέθηκε υπ' όψιν μου ούτε και υπάρχει ανατρέχοντας στις πρόνοιες του Άρθρου 3 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος (Ν.81(Ι)/2011για τις διατυπώσεις που απαιτούνται για την κατάθεση τους. Η δε ενδεχόμενη πρακτική που ακολουθούσε το Κτηματολόγιο από μόνη της, χωρίς νομοθετική πρόβλεψη και πάλι δεν αναιρεί την δυνατότητα που υπήρχε κατάθεσης της χωρίς πιστοποίηση. Επομένως, ακόμα και παράτυπη να ήταν η πιστοποίηση δεν θα επιδρούσε στο αποτέλεσμα. Έτσι δεν μπορούν να κριθούν ως παράτυπα ή παράνομα όσα επακολούθησαν της κατάθεσης της Συμφωνίας κατά τον τρόπο που έγινε. Για το ζήτημα θα επανέλθω όταν θα εξετάσω τη μαρτυρία της Εναγόμενης
- Ο κ. ΧΧΧ GHABRA (ΜΕ5), ενεργούσε ως Πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του αρχικού αγοραστή ΧΧΧ H.A. KHAJAH από το KUWAIT. Ο τελευταίος ήταν ο δικαιούχος του επίδικου διαμερίσματος δυνάμει της Συμφωνίας με ημερομηνία 10.07.1986 (Τεκμ. 2), δια πληρεξουσίου, ώστε να υπογράψει εκ μέρους του ΧΧΧ H.A. KHAJAH σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος με τον Εναγόμενο 1, με τον οποίο τον έφερε σε επαφή ο Ενάγων
- Η σύμβαση πώλησης έγινε με την απαραίτητη συναίνεση της Ενάγουσας 1 εταιρείας δια της υπογραφής του Ενάγοντος 2 διευθυντή της, καθότι, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, η Ενάγουσα 1 ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλου του ακινήτου, εντός του οποίου βρισκόταν το διαμέρισμα και δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ5 παραδέχτηκε ότι αγοραστής του διαμερίσματος ήταν ο Εναγόμενος 1, ο οποίος και κατέβαλε το τίμημα πώλησης και δήλωσε ότι δε γνωρίζει για οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος 2 και του Εναγόμενου 1 σε σχέση με το διαμέρισμα. Επίσης, αν και αρνήθηκε ότι η πιστοποίηση της υπογραφής του έγινε στην παρουσία του, αναγνώρισε την υπογραφή του και τις υπογραφές των υπόλοιπων μερών επί του Τεκμ.
- Η μαρτυρία του ως άνω μάρτυρος δεν προσέφερε οτιδήποτε στην υπόθεση. Η άρνηση εκ μέρους του ότι η πιστοποίηση της υπογραφής του από την Εναγόμενη 2, ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν ενέχει πλέον οποιαδήποτε σημασία. O Εναγόμενος 1 του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β' ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, απαντώντας και σε διευκρινιστικές ερωτήσεις κατάθεσε 20 έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ.16 - 35 ως ακολούθως: - Τεκμήριο 16: Αντίγραφο Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού του επίδικου διαμερίσματος- έρευνα για τυχόν εμπράγματα βάρη με λεπτομέρειες στο διαμέρισμα με ημερομηνία 13.11.
- - Τεκμήριο 17: Δέσμη αντιγράφων αποδείξεων εξόδων τα οποία πλήρωσε ο Εναγόμενος 1 σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα, αποτελούμενη από 68 σελίδες. - Τεκμήριο 18: Ειδοποίηση του Κτηματολογίου προς την Ενάγουσα 1 για την μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του κ. ΧΧΧ Αναστασιάδη. - Τεκμήριο 19: Αντίγραφο Αίτησης/ Έφεσης αρ. XXXXX/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με ημερομηνία 13.06.
- - Τεκμήριο 20: Αντίγραφο Μονομερούς Αίτησης με ημερομηνία 13.06.2017 στην Αίτηση/ Έφεση αρ. XXXXX/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. - Τεκμήριο 21: Αντίγραφο Ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης με ημερ. 13.07.2017 που καταχωρήθηκε από τον ΧΧΧ Αναστασιάδη στη Μονομερή Αίτηση με ημερομηνία 13.06.2017 στην Αίτηση /Έφεση αρ. XXXXX/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. - Τεκμήριο 22: Αντίγραφο Απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με ημερομηνία 16.12.2001 στην Αγωγή Αρ. XXXXX/
- - Τεκμήριο 23: Αντίγραφο απόδειξης έκδοσης τραπεζικής επιταγής από τη ΣΠΕ Στροβόλου με αριθμό XXXXX3344 ποσού των Λ.Κ.34.000,
- - Τεκμήριο 24: Αντίγραφο απόδειξης εξόφλησης του τιμήματος πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, υπογεγραμμένη από τον ΧΧΧ M. Al - Ghabra ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ΧΧΧ H.A. Khajah. - Τεκμήριο 25: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 28.12.2007 από Εναγόμενο 1 προς ΧΧΧ Lopandin. - Τεκμήριο 26: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 20.07.2012 από τον Εναγόμενο 1 προς τον Ενάγοντα
- - Τεκμήριο 27: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 10.10.2012 από H.N. NEO- AUDIT SERVICES LTD προς Εναγόμενο 1 (αρχικά τεκμήριο προς αναγνώριση Α). - Τεκμήριο 28: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 18.12.2012 του ΧΧΧ Αναστασιάδη προς H.N. NEO- AUDIT SERVICES LTD. - Τεκμήριο 29: Αντίγραφο Ειδοποίησης Υποβολής Ένστασης σε Μεταβίβαση Ακινήτου με ημερομηνία 11.11.2015 από το Κτηματολόγιο Λεμεσού προς την Ενάγουσα
- - Τεκμήριο 30: Αντίγραφο επιστολής από το Δικηγορικό Γραφείο κ. Χρίστου Χριστοφόρου με ημερομηνία 9.12.2015 προς το Κτηματολόγιο Λεμεσού. - Τεκμήριο 31: Αντίγραφο επιστολής από το Δικηγορικό Γραφείο κ. Χρίστου Χριστοφόρου με ημερομηνία 5.04.2017 προς το Κτηματολόγιο Λεμεσού. - Τεκμήριο 32: Αντίγραφο απαντητικής επιστολής με ημερομηνία 26.04.2017 από το Κτηματολόγιο Λεμεσού προς το Δικηγορικό Γραφείο κ. Χρίστου Χριστοφόρου αναφορικά με την επιστολή με ημερομηνία 5.04.
- - Τεκμήριο 33: Αντίγραφο επιστολής με ημερομηνία 27.04.2017 από τον κ. ΧΧΧ Φραντζή, Διαχειριστή της Ενάγουσας 1, προς το Κτηματολόγιο Λεμεσού. - Τεκμήριο 34: Αντίγραφο απαντητικής επιστολής με ημερομηνία 3.05.2017 από το Κτηματολόγιο Λεμεσού προς τον κ. ΧΧΧ Φραντζή, Διαχειριστή της Ενάγουσας 1 αναφορικά με την επιστολή με ημερομηνία 27.04.
- - Τεκμήριο 35: Αντίγραφο πτυχιακού διπλώματος του Εναγόμενου 1 από το 'THE CITY UNIVERSITY LONDON. Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα δυνάμει της συμφωνίας με ημερομηνία 28.12.2007 (Τεκμ. 3), για να βοηθήσει τον Ενάγοντα 2 πεθερό του, κατόπιν παράκλησης του τελευταίου και της κόρης του, διότι ο Ενάγων 2 δεχόταν απειλές λόγω οικονομικών διαφορών σε σχέση με το διαμέρισμα, ως φαίνεται από τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 16.12.2001 (Τεκμ. 22), και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Τη συμφωνία (Τεκμ. 3) υπέγραψαν ο ΧΧΧ H.A. Khajah δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του ως ο «Πωλητής», ο ίδιος ως ο «Αγοραστής» και η Ενάγουσα 1 δια του Ενάγοντος 2 διευθυντή της ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλου του ακινήτου συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου διαμερίσματος, για το οποίο δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος, ως προκύπτει και από τις μαρτυρίες του Ενάγοντος 2 και του ΜΕ
- Με την υπογραφή της συμφωνίας, όλα τα δικαιώματα του ως άνω ΧΧΧ H.A. KHAJAH σε σχέση με το διαμέρισμα δυνάμει της Συμφωνίας με ημερομηνία 10.07.1986 (Τεκμ. 2), εκχωρήθηκαν στον Εναγόμενο 1 εν γνώσει και με την ενυπόγραφη συγκατάθεση των Εναγόντων 1 και
- Με την ταυτόχρονη πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης, προς απόδειξη της οποίας ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε τα Τεκμ. 23-24, έλαβε την κατοχή του διαμερίσματος, ως φαίνεται και από το Τεκμ. 25, ήτοι επιστολή του Εναγόμενου 1 προς το ΜΕ2/ ενοικιαστή του διαμερίσματος ίδιας ημερομηνίας με το Τεκμ. 3, δια της οποίας του γνωστοποιούσε ότι είναι ο νέος ιδιοκτήτης, τεκμήριο το οποίο, αν και κλονίζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΕ2 ότι θεωρούσε δικαιούχους του διαμερίσματος τους Ενάγοντες, δεν αμφισβητήθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης. Ο Εναγόμενος 1, περαιτέρω, αρνήθηκε την ύπαρξη της επίδικης προφορικής συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι, εάν υπήρχε τέτοια συμφωνία, ούτε ο ίδιος, πόσο μάλλον ο Ενάγων 2 θα υπέγραφαν τη συμφωνία (Τεκμ. 3), η παράγραφος 14 της οποίας προνοεί για ακύρωση οποιωνδήποτε προγενέστερων συμφωνιών. Κατ' επέκταση απέρριψε την κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων παράβαση συμφωνίας και την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημιάς. Τόνισε ότι η μοναδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι η συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), η οποία είχε παραβιαστεί από τους Ενάγοντες προς ζημιά του Εναγόμενου 1, ο οποίος επωμίστηκε όλα τα έξοδα που αφορούσαν το διαμέρισμα (Τεκμ. 17). Για τις επιστολές (Τεκμ. 4 και 5), ο Εναγόμενος 1 εξήγησε ότι συντάχθηκαν λόγω πιέσεων από τον Ενάγοντα 2 μέσω της κόρης και της αδελφής του και αφορούσαν σκέψεις σε φιλικό πλαίσιο χωρίς δέσμευση υπό σωρευτικές προϋποθέσεις, οι οποίες ουδέποτε πληρούνταν στο σύνολό τους, και χωρίς σημείο επαφής με αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση να συνιστούν επιβεβαίωση της επίδικης προφορικής συμφωνίας. Ο μάρτυς ακολούθως, περιέγραψε τις ενέργειες, στις οποίες προέβη μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του διαμερίσματος για εγγραφή του διαμερίσματος στο όνομα του, ήτοι στις επανειλημμένες οχλήσεις προς τους Ενάγοντες με τις επιστολές (Τεκμ. 7, 9, 12 και 26), στην κατάθεση του Τεκμ. 13 στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, τις δεσμεύσεις των Εναγόντων για μεταβίβαση με ειδική μνεία στο Τεκμ. 27 επιστολή με ημερομηνία 10.10.2012 από τους λογιστές των Εναγόντων και στην απαντητική επιστολή με ημερομηνία 18.10.2012 (Τεκμ. 28), παρά τις οποίες οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν στη μεταβίβαση του ακινήτου μέχρι την καταχώρηση της αγωγής (Πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13.11.2012 (Τεκμ. 16), στην αίτηση αρ. ΧΧΧ στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού (Τεκμ. 29-34) και την Αίτηση / Έφεση Αρ. XXXXX/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμ. 18-21), η οποία εν τέλει αποσύρθηκε από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1, γεγονότα τα οποία αφενός επιβεβαιώνουν τα νόμιμα δικαιώματά του Εναγόμενου 1 επί του επίδικου διαμερίσματος δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 και αφετέρου εμποδίζουν τους Ενάγοντες να αξιώνουν εναντίον του ως η αγωγή τους. Ο Εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3). Επέμεινε στη θέση την οποία υιοθέτησε στη γραπτή του δήλωση για τις πιέσεις που δέχθηκε από τον Ενάγοντα 2, να αγοράσει το διαμέρισμα από τον τότε δικαιούχο του, απαλλάσσοντας με τον τρόπο αυτό τους Ενάγοντες από την οφειλή τους έναντι του ΧΧΧ H.A. KHAJAH, ένεκα της οποίας ο Ενάγων 2 δεχόταν απειλές, σε συνδυασμό με το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε τότε ο Ενάγων
- Μετά από διαπραγματεύσεις με τον αντιπρόσωπο του ΧΧΧ H.A. KHAJAH, ως κατέθεσε και ο ΜΕ5, υπέγραψε το Έγγραφο (Τεκμ. 3) με τα υπόλοιπα μέρη, αναγνωρίζοντας τις υπογραφές επί του εγγράφου. Το διαμέρισμα το αγόρασε εξοφλώντας το τίμημα πώλησης με δάνειο. Σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε, πριν τη σύναψη της Συμφωνίας (Τεκμ. 3), ότι δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα και ως εκ τούτου έπρεπε να συγκατατεθεί η Ενάγουσα 1 για την πώληση του διαμερίσματος, ο Εναγόμενος 1 απάντησε ότι πληροφορήθηκε για το ζήτημα του τίτλου αλλά έλαβε τη διαβεβαίωση από τον Ενάγοντα 2 ότι είχε συμφωνήσει με τη Λαϊκή Τράπεζα να απελευθερώσει το διαμέρισμα από την υποθήκη και ότι ανά πάσα στιγμή ήταν σε θέση να του το μεταβιβάσει. Σε σχέση με την αναγκαιότητα συγκατάθεσης της Ενάγουσας 1, δήλωσε ότι δεν το γνώριζε, εφόσον αγόραζε το διαμέρισμα από τρίτο, αλλά ότι η ουσία είναι ότι οι Ενάγοντες προσυπέγραψαν τη Συμφωνία. Αντεξεταζόμενος, περαιτέρω, επί του όρου 14 της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), ο Εναγόμενος 1 δήλωσε ότι η συγκεκριμένη πρόνοια είναι σαφής και «καθάριζε το τραπέζι» όπως είπε χαρακτηριστικά από οποιεσδήποτε προηγούμενες απαιτήσεις σε σχέση με το διαμέρισμα, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 16.12.2001 (Τεκμ. 22), και των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 σε σχέση με το διαμέρισμα προ της υπογραφής του Τεκμ. 3, τα οποία αδικαιολόγητα αξίωνε η Ενάγουσα 1 από τον ίδιο δια της επιστολής των λογιστών της (Τεκμ. 27). Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν καταχώρησε τη συμφωνία με ημερομηνία 28.12.2007 στο Κτηματολόγιο, όταν αυτή υπογράφτηκε, εξήγησε ότι δεν πρόλαβε, διότι αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας συνόδευσε τον Ενάγοντα 2 για τρεις μήνες στο εξωτερικό, όπου υποβλήθηκε σε θεραπεία για το πρόβλημα υγείας του, και, όταν επέστρεψε στην Κύπρο, η προθεσμία κατάθεσης είχε εκπνεύσει. Παρόλα αυτά, πίστεψε ότι δε θα υπάρχει πρόβλημα, εφόσον η Ενάγουσα 1 συγκατατέθηκε και ο Ενάγων 2 ήταν πεθερός του. Κατέθεσε στο Κτηματολόγιο το έγγραφο το 2011, όταν ο νόμος επέτρεπε την εκπρόθεσμη καταχώρηση, ως δήλωσε και η υπάλληλος του Κτηματολογίου. Σε υποβολή ότι ο λόγος για τη μη κατάθεση του εγγράφου κατά το χρόνο υπογραφής του ήταν η ύπαρξη της επίδικης προφορικής συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε κατηγορηματικά την οιανδήποτε συζήτηση ή συμφωνία ότι το διαμέρισμα ανήκει εν μέρει σε άλλο πρόσωπο εκτός από τον ίδιο, ο οποίος πλήρωσε το τίμημα αυτού. Αντεξεταζόμενος επί του Τεκμ. 13, ο Εναγόμενος 1 δήλωσε ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν παρόντες κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, ως κατέθεσαν ο Ενάγων 2 και ο ΜΕ
- Σε σχέση με την πιστοποίηση του εγγράφου (Τεκμ. 3), δήλωσε ότι, όταν πήγε στο Κτηματολόγιο να το καταθέσει, η υπάλληλος του είπε ότι, αν και δεν υπήρχε κάποια εκκρεμότητα, θα ήταν καλύτερα η συμφωνία (Τεκμ. 3), να σφραγιστεί πριν κατατεθεί, δήλωση η οποία συμφωνεί με την κατάθεση της ΜΕ4/ αρμόδιας υπαλλήλου του Κτηματολογίου. Τότε ήταν που προσέγγισε τυχαία την Εναγόμενη 2, πιστοποιούσα υπάλληλο, ενώπιον της οποίας επιβεβαίωσε την υπογραφή του αλλά δε θυμόταν κατά πόσο, όταν ήταν ο ίδιος εκεί, ήταν και οι υπόλοιποι προσυπογράφοντες το εγγράφο. Η αντεξέταση περιστράφηκε και γύρω από τις επιστολές (Τεκμ. 4 - 6), στόχος της οποίας ήταν να υποβάλει στον Εναγόμενο 1 τη θέση των Εναγόντων, ότι οι επιστολές αυτές επιβεβαιώνουν την επίδικη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ότι ήταν δεσμευτικές και ότι οι Ενάγοντες βασίστηκαν σε αυτές. Ο Εναγόμενος 1 ενέμεινε στις δικογραφημένες θέσεις του και στο περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης ότι οι επιστολές αυτές απεστάλησαν μετά από πιέσεις και εισηγήσεις της κόρης και της αδελφής του Ενάγοντος 2, παραπέμποντας σχετικά στην πρώτη παράγραφο του Τεκμ. 4: «αποφάσισα να σου γράψω αυτήν την επιστολή μετά από κουβέντες που είχα με την ΧΧΧ» Πρόσθεσε ότι από το λεκτικό των επιστολών (Τεκμ. 4 και 5) προκύπτει το φιλικό πνεύμα αυτών. Τόνισε ότι οι εν λόγω επιστολές περιείχαν δηλώσεις για το τι «θα» έκανε «ο ίδιος» με το διαμέρισμα, εφόσον πληρούνταν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ήτοι η έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα, η εύρεση αγοραστή και η ύπαρξη καθαρού κέρδους από την πώληση. Ως εκ τούτου, αναφορικά με το Τεκμ. 4, εφόσον δεν είχαν εκδοθεί τίτλοι, ούτε ο ίδιος θα προχωρούσε με την εισήγηση περί πώλησης του διαμερίσματος και διανομής του καθαρού κέρδους εξίσου με τον Ενάγοντα
- Σε σχέση με το Τεκμ. 5, εφόσον ο Ενάγων 2 με την επιστολή (Τεκμ. 6), αρνήθηκε να πάρει η κόρη του το μισό μερίδιο του καθαρού κέρδους, δεν είχε συμφωνηθεί τίποτα μεταξύ τους. Επίσης, η εκ του Τεκμ. 6 δήλωση του Ενάγοντος 2 ότι βρήκε αγοραστή για το διαμέρισμα για €300.000,00 μία μέρα μετά την επιστολή (Τεκμ. 5), του δημιούργησε υποψίες για δολοπλοκία σε βάρος του, κάτι το οποίο δε γνώριζε και δεν πίστευε, όταν έστειλε τις επιστολές (Τεκμ. 4 και 5). Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την έκδοση τίτλου του διαμερίσματος, ο Εναγόμενος 1 επέρριψε ευθύνες στους Ενάγοντες για κωλυσιεργία στη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων τους με τη Λαϊκή Τράπεζα, ώστε να απελευθερωθεί το διαμέρισμα. Πρόσθεσε ότι ο τίτλος εκδόθηκε στο όνομα της Ενάγουσας 1, ώστε ο Ενάγων 2 να τον εκβιάζει με τη μεταβίβαση του τίτλου, για να του αποσπάσει χρήματα, όπως είχε ξανακάνει. Σε σχέση με το Τεκμ. 27, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 η θέση ότι ο ίδιος αποτάθηκε στους λογιστές των Εναγόντων, για να μάθει ποια θα ήταν τα έξοδα για τη μεταβίβαση, οι οποίοι απάντησαν δια της εν λόγω επιστολής. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε, υιοθετώντας τη δικογραφημένη και εκ της γραπτής του δήλωσης θέση ότι αυτός προσεγγίστηκε από τους λογιστές των Εναγόντων, οι οποίοι δια της επιστολής αυτής του προέβαλαν τις αξιώσεις της Ενάγουσας 1, προκειμένου να προχωρήσουν στη μεταβίβαση, εκ των οποίων υπήρχαν αξιώσεις σε σχέση με προ της Συμφωνίας (Τεκμ. 3), υποχρεώσεις της Ενάγουσας 1, τις οποίες ο ίδιος δεν ήταν υποχρεωμένος να ικανοποιήσει. Περαιτέρω, η αντεξέταση στόχευσε χωρίς αποτέλεσμα όμως όπως κρίνω, να αμφισβητήσει ότι το Τεκμ. 17 αφορά αποδείξεις εξόδων που επωμίστηκε ο Εναγόμενος 1 για το διαμέρισμα από την αγορά του διαμερίσματος δυνάμει της υπογραφής του Τεκμ. 3 μέχρι τη μεταβίβαση αυτού στο όνομα του Εναγόμενου
- Το Τεκμ. 17 συνιστά μια απόδειξη ότι η μοναδική έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν η συμφωνία (Τεκμ. 3), σύμφωνα με την οποία τα έξοδα του διαμερίσματος έπρεπε να επωμιστεί ο Εναγόμενος 1 ως ο αγοραστής που έλαβε την κατοχή του διαμερίσματος. Επίσης, καταδεικνύει τις ειδικές ζημιές, που υπέστη ο Εναγόμενος 1 μέχρι τη μεταβίβαση του διαμερίσματος λόγω της παράβασης της ως άνω συμφωνίας από τους Ενάγοντες δια της άρνησής τους να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα στο Εναγόμενο 1 ελεύθερο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, ως είχαν δεσμευτεί προσυπογράφοντας το Τεκμ.
- Ο εναγόμενος 1 κρίνεται ως ειλικρινής μάρτυρας . Εξέθεσε όλη την εκδοχή του με ειρμό και συνοχή. Η μαρτυρία του είναι και πειστική καθώς συνάδει με τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια και τα οποία κρίνω ότι επιβεβαιώνουν την εκδοχή του. Πλήν του σημείου όπου εξήγησε πως φρόντισε να γίνει η πιστοποίηση των υπογραφών επί του Τεκμ. 3 όπου είναι γεγονός ότι υπήρξε κάποια σύγχυση την οποία αποδίδω στην πάροδο του χρόνου έκτοτε, η υπόλοιπη μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και σε αυτή κρίνω ότι μπορώ να στηριχθώ και να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου. Η Εναγόμενη 2 κα ΧΧΧ Φασουλιώτου (ΜΥ2), η οποία ασκεί τα καθήκοντα της Πιστοποιούσας Υπαλλήλου, ήταν αυτή η οποία πιστοποίησε τις υπογραφές επί του Τεκμ. 3, τόσο στα πλαίσια της κύριας εξέτασης της όσο και αντεξεταζόμενη υιοθέτησε τη δικογραφημένη θέση της, ότι κακώς κατέστη διάδικος στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά διαφορές μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, για τις οποίες δε γνώριζε τίποτα. Κατέθεσε ότι ο Εναγόμενος 1 την 1.08.2011 την πήρε τηλέφωνο, για να πιστοποιήσει το Τεκμ. 3, ότι οι τρεις προσυπογράφοντες του εγγράφου, τους οποίους πρώτη φορά έβλεπε και δε γνώριζε από προηγουμένως, τη συνάντησαν διαδοχικά και ξεχωριστά στο Κτηματολόγιο, πρώτα ο Εναγόμενος 1, στη συνέχεια ο Ενάγων 2 και τέλος ο ΜΕ5, όπου αναγνώρισαν έκαστος την υπογραφή του, και τέλος ότι, όταν η ίδια πιστοποίησε το έγγραφο, το παρέδωσε στον Εναγόμενο
- Η πλευρά των εναγόντων κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης 2 (ΜΥ2), δεν αμφισβήτησε τις υπογραφές επί της συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), για τη γνησιότητα των οποίων έγινε παραδοχή από τους Ενάγοντες, ως αναφέρεται και σε άλλα σημεία της παρούσας. Αμφισβήτησε όμως το νομότυπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά την πιστοποίηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Οι Ενάγοντες καταλογίζουν στον Εναγόμενο 1 παράβαση της κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος 2 και Εναγόμενου 1 για από κοινού αγορά του επίδικου διαμερίσματος από τον τότε δικαιούχο αυτού, πώλησή του σε τρίτο και εξίσου διαμοιρασμό του καθαρού κέρδους. Ο Εναγόμενος 1 από την άλλη καταλογίζει στους Ενάγοντες παράβαση της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), δια της οποίας αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα από τον τότε δικαιούχο αυτής με τη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας 1, εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας όλου του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο διαμέρισμα, για το οποίο εκκρεμούσε η έκδοση ξεχωριστού τίτλου, δια του διευθυντή της, Ενάγοντος
- Σύμφωνα με το άρθρο 37
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «37
(1). Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους [.]» Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει παράβαση συμφωνίας, πρέπει πρώτα να εξακριβωθεί αν υπάρχει δεσμευτική υπόσχεση μεταξύ των διαδίκων, όπου αυτή αμφισβητείται. Εφόσον η Συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3) δεν αμφισβητείται, αυτό που απομένει είναι η διαπίστωση κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορική συμφωνία. Προϋποθέσεις συνομολόγησης νομικά έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας α. Προσφορά - Αποδοχή - Αντιπαροχή Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149): «10.-
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Με βάση την ως άνω νομοθετική ρύθμιση οι παράγοντες που καθορίζουν την ύπαρξη έγκυρης και νομικά εκτελεστής σύμβασης είναι: (α) Η ελεύθερη συναίνεση των μερών, (β) η δικαιοπρακτική ικανότητα των μερών, (γ) η ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής, (δ) να μη χαρακτηρίζεται άκυρη από το Νόμο. Για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις: (α) Η πρόταση ή προσφορά, (β) Η αποδοχή της πρότασης, που καθιστά την πρόταση υπόσχεση και (γ) η αντιπαροχή. Το σύνολο των υποσχέσεων οι οποίες συνιστούν αντιπαροχή μεταξύ τους είναι συμφωνία [Άρθρο 2
(2)(ε)]. Πέραν αυτών των βασικών προϋποθέσεων απαιτείται και η δικαιοπρακτική βούληση δηλαδή η πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης (intention to create legal relations). Κατά το άρθρο 2
(2)(α) του Νόμου, πρόταση ή προσφορά υπάρχει όταν: «(α) πρόσωπο το οποίο δηλώνει σε άλλο τη βούληση του για πράξη ή αποχή, με σκοπό να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του άλλου στην πράξη αυτή ή αποχή, θεωρείται ότι προβαίνει σε πρόταση.» Με άλλα λόγια, για να υπάρξει σύμβαση, πρέπει ένα πρόσωπο να εκφράζει στο δεύτερο πρόσωπο τη βούλησή του να συνομολογήσει σύμβαση με αυτό δια σαφούς πρότασης. Σε περίπτωση αποδοχής της πρότασης του πρώτου προσώπου από το δεύτερο, τηρουμένων συγκεκριμένων προϋποθέσεων, δημιουργείται μεταξύ τους νομικά έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία. Κατά το άρθρο 2
(2)(β) του Νόμου: «(β) η πρόταση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δηλώσει τη συγκατάθεση του σε αυτή. Η πρόταση όταν γίνει αποδεκτή, καθίσταται υπόσχεση~» Εξετάζοντας την αποδεκτή μαρτυρία κρίνω ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει πρόταση των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1 πριν τη Συμφωνία (Τεκμ. 3), με σκοπό την από κοινού αγορά και πώληση του επίδικου διαμερίσματος και το διαμοιρασμό του καθαρού κέρδους και αποδοχή της πρότασης αυτής από τον Εναγόμενο 1 με αποτέλεσμα τη σύναψη της επίδικης προφορικής συμφωνίας. Κοινό τόπο στις μαρτυρίες του Ενάγοντος 2 και του Εναγόμενου 1 αποτέλεσε ότι, πριν την υπογραφή του Τεκμ. 3, οι Ενάγοντες είχαν οικονομικές διαφορές με τον τότε δικαιούχο του επίδικου διαμερίσματος, ΧΧΧ H.A. KHAJAH, επειδή δεν είχε εκδοθεί τίτλος για το διαμέρισμα και δεν είχε γίνει η μεταβίβαση του. Ο Ενάγων 2, ως η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 όπως ανέφερα πιο πάνω αποδέχομαι, αλλά και από δικές του έμμεσες παραδοχές, δεχόταν πιέσεις και απειλές από τον ως άνω ΧΧΧ H.A. KHAJAH, ο οποίος αξίωνε την επιστροφή των χρημάτων που πλήρωσε για το διαμέρισμα δυνάμει δικαστικής απόφασης (Τεκμ. 22), οπότε ο Ενάγων 2 αποτάθηκε στον Εναγόμενο 1, ζητώντας του να ξεπληρώσει το χρέος των Εναγόντων προς τον ως άνω ΧΧΧ H.A. KHAJAH. Ακολούθως, ο Εναγόμενος 1 και ο ΜΕ5/ αντιπρόσωπος δια πληρεξουσίου του ΧΧΧ H.A. KHAJAH, ως προκύπτει από τις μαρτυρίες τους, ενεπλάκησαν σε διαπραγματεύσεις με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας δια της οποίας ο Εναγόμενος 1 θα αγόραζε το διαμέρισμα από τον τότε δικαιούχο του, ΧΧΧ H.A. KHAJAH, απαλλάσσοντας με τον τρόπο αυτό τους Ενάγοντες από το χρέος τους προς αυτόν, όπως και έγινε. Θα πρέπει να εξεταστεί αν οι Ενάγοντες, οι οποίοι φέρουν το βάρος απόδειξης της επίδικης προφορικής συμφωνίας, κατόρθωσαν να αποδείξουν την ύπαρξη αντιπαροχής σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)(δ) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «(δ) όταν, με απαίτηση του οφειλέτη, ο δανειστής ή οποιοσδήποτε τρίτος προέβη ή προβαίνει ή υπόσχεται να προβεί σε πράξη ή αποχή, η πράξη αυτή ή αποχή καλείται "αντιπαροχή" για την υπόσχεση~» Όπως επεξηγείται στο νομικό σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», σ.150, η αντιπαροχή έχει την έννοια της «συναλλαγής» ήτοι: «η πράξη ή αποχή από πράξη, ή η υπόσχεση πράξης ή αποχής είναι το τίμημα που καταβάλλει κάποιος για να έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει και να εξασφαλίσει τη δικαστική εκτέλεση κάποιας υπόσχεσης που δίδεται σε αντάλλαγμα». Αντεξεταζόμενος ο Ενάγων 2 παραδέχτηκε ότι, σε σχέση με τη δήθεν προφορική συμφωνία για την από κοινού με τον Εναγόμενο 1 αγορά του διαμερίσματος από τον τότε δικαιούχο αυτού, δε συνέβαλε καθόλου στην καταβολή του τιμήματος πώλησης αλλά, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε «έβαζε το διαμέρισμα, διότι ήταν ιδιοκτήτης και μπορούσε να το πουλήσει». Η ως άνω δήλωση κρίνω ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς το επίδικο διαμέρισμα δεν ανήκε κατά τον χρόνο σύναψης της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) στους Ενάγοντες, για να είναι σε θέση να το πουλήσουν. Η Ενάγουσα 1 ήταν μεν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλου του ακινήτου, εντός του οποίου βρισκόταν το επίδικο διαμέρισμα, αλλά δεν ήταν δικαιούχος του διαμερίσματος, καθότι αυτό πωλήθηκε από την Ενάγουσα 1 δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 10.07.1986 (Τεκμ. 2) στο ΧΧΧ H.A. KHAJAH. Βάσει του Τεκμ. 2, οι Ενάγοντες ήταν εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχοι του διαμερίσματος προς όφελος του δικαιούχου/ αγοραστή αυτού, ΧΧΧ H.A. KHAJAH μέχρι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα αυτού (Βλ. Τσαγγάρη Ανδρέας Ι. ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 47, St. George's Car Hire Ltd κ.ά. ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. ά.
(2006)1 ΑΑΔ 472). Αφ' ης στιγμής οι Ενάγοντες πώλησαν το επίδικο διαμέρισμα στο ΧΧΧ H.A. KHAJAH και έλαβαν το τίμημα πώλησης δυνάμει του Τεκμ. 2, δεν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα επί του διαμερίσματος αλλά την υποχρέωση να το μεταβιβάσουν στο δικαιούχο αυτού, ΧΧΧ H.A. KHAJAH, και ακολούθως στον Εναγόμενο 1, ο οποίος αγόρασε το διαμέρισμα και στον οποίο εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα του ΧΧΧ H.A. KHAJAH δυνάμει του Τεκμ. 3, που συνυπέγραψαν οι Ενάγοντες, ως όφειλαν. Περαιτέρω, η ρηθείσα δήλωση του Ενάγοντος 2 είναι αντιφατική, καθότι εισηγείται ότι, βάσει της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας οι Ενάγοντες ήταν ταυτόχρονα αγοραστές και ιδιοκτήτες του διαμερίσματος. Γιατί να συμφωνήσει κάποιος με τρίτο πρόσωπο να αγοράσουν από κοινού ακίνητο το οποίο ήδη του ανήκει; Το λογικό είναι να επιθυμεί κάποιος να αγοράσει κάτι, το οποίο δεν του ανήκει, που για τους Ενάγοντες ήταν τα δικαιώματα επί του διαμερίσματος, τα οποία είχαν πωλήσει δια του Τεκμ. 2 στον ΧΧΧ H.A. KHAJAH. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, οι Ενάγοντες θα έπρεπε να συνεισφέρουν χρηματικά ή άλλως πως στο τίμημα πώλησης, για να μπορούν να επικαλούνται τη σύναψη νομικά έγκυρης και εκτελεστής συμφωνίας με τον Εναγόμενο 1 με σκοπό την από κοινού αγορά του διαμερίσματος από τον ως άνω ΧΧΧ H.A. KHAJAH. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από την ως άνω δήλωση του Ενάγοντος 2, είναι ότι, κατά τους Ενάγοντες, η συνεισφορά τους στην από κοινού με τον Εναγόμενο 1 αγορά του διαμερίσματος ήταν η έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα και η συναίνεσή τους στην πώληση και τη μεταβίβασή του σε τρίτο αγοραστή, κάτι το οποίο συνιστά καθαρό εκβιασμό και παράνομη αντιπαροχή, θέση την οποία προέβαλε ο Εναγόμενος 1 αντεξεταζόμενος, καθότι δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα στον Εναγόμενο 1, ο οποίος κατέστη δικαιούχος προς εγγραφή αυτού δια του εγγράφου (Τεκμ. 3), το οποίο προσυπέγραψαν οι Ενάγοντες με πλήρη γνώση και αποδοχή του περιεχομένου του. Κατά το άρθρο 25
(1)του Νόμου: «25.-
(1)Συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη, εκτός αν- (α) καταρτιστεί γραπτώς και υπογραφτεί από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής και συνάπτεται λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ των μερών, οι οποίοι έχουν στενή συγγένεια μεταξύ τους~ ή εκτός αν (β) είναι υπόσχεση αποζημίωσης, εν όλω ή εν μέρει, προσώπου το οποίο ήδη έπραξε κάτι εκούσια για τον οφειλέτη ή έπραξε κάτι το οποίο ο οφειλέτης θα μπορούσε νομικά να υποχρεωθεί να πράξει~ ή εκτός αν (γ) είναι υπόσχεση, που παρέχεται γραπτώς και υπογράφεται από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής, για ολική ή μερική καταβολή χρέους, την καταβολή του οποίου ο πιστωτής θα μπορούσε να επιβάλει ελλείψει οποιουδήποτε νόμου που ισχύει εκάστοτε και αφορά την παραγραφή. Σε κάθε τέτοια περίπτωση η συμφωνία συνιστά σύμβαση». Σύμφωνα με την ως άνω νομοθετική διάταξη, ακόμη και να υπήρχε η κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορική συμφωνία, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε κατηγορηματικά, θέση την οποία αποδέχομαι, η συμφωνία αυτή θα ήταν άκυρη ελλείψει αντιπαροχής και εφόσον δεν εμπίπτει σε καμία από τις τρεις επιφυλάξεις του άρθρου 25
(1). Δικαιοπρακτική βούληση - Μαχητό τεκμήριο μη δικαιοπρακτικής βούλησης σε οικογενειακής/ φιλικής φύσεως διευθετήσεις Πέραν των προαναφερόμενων θεμελιωδών προϋποθέσεων για την ύπαρξη σύμβασης, ήτοι της πρότασης, αποδοχής και αντιπαροχής, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν και την ύπαρξη δικαιοπρακτικής βούλησης. Οι Ενάγοντες στηρίζουν τη θέση τους περί συνομολόγησης της επίδικης προφορικής συμφωνίας στο περιεχόμενο των επιστολών (Τεκμ. 4 - 6), οι οποίες ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων μετά την υπογραφής της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) και, κατά τους Ενάγοντες, συνιστούν επιβεβαίωση της προ του Εγγράφου (Τεκμ. 3) επίδικης προφορικής συμφωνίας, προς υλοποίηση της οποίας συνομολογήθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3). Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε, ισχυρισμό τον οποίο αποδέχομαι, ότι οι επιστολές (Τεκμ. 4 και 5) ήταν προϊόν πιέσεων και/ ή εισηγήσεων που δέχθηκε ο ίδιος από την κόρη και αδελφή του Ενάγοντος 2 και αφορούν σκέψεις σε φιλικό πλαίσιο μεταξύ συγγενών χωρίς δέσμευση, υπό σωρευτικές προϋποθέσεις, οι οποίες ουδέποτε πληρούνταν στο σύνολό τους, και χωρίς σημείο επαφής με αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση να συνιστούν επιβεβαίωση της επίδικης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Καίριο ερώτημα είναι κατά πόσο από τις επιστολές (Τεκμ. 4 - 6), συνάγεται το στοιχείο της δικαιοπρακτικής βούλησης μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τη σύναψη της ισχυριζόμενης από τους Ενάγοντες προφορικής συμφωνίας, ενόψει και του ότι οι διάδικοι ήταν κατά τον επίδικο χρόνο συγγενείς. Βασική υπόθεση σε σχέση με οικογενειακές και φιλικές συνεννοήσεις και διευθετήσεις είναι η αγγλική υπόθεση Balfour v. Balfour [1919] 2 KB 571, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «It is necessary to remember that there are agreements between parties which do not result in contracts within the meaning of that term in our law. The ordinary example is where two parties agree to take a walk together or where there is an offer and an acceptance of hospitality. Nobody would suggest in ordinary circumstances that those arrangements result in what we know as a contract [.]. They are not contracts because the parties did not intend that they should be attended by legal consequences». Στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», σ.245, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με ερμηνεία της υπόθεσης Balfour από μεταγενέστερη νομολογία, όταν υπάρχει συμφωνία μεταξύ συγγενών, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι τα μέρη δεν έχουν την πρόθεση ή βούληση να συνομολογήσουν νομικά δεσμευτική σύμβαση, τεκμήριο το οποίο ανατρέπεται, εάν ο παραπονούμενος αποδείξει την ύπαρξη δικαιοπρακτικής βούλησης βάσει των συγκεκριμένων γεγονότων και χαρακτηριστικών στοιχείων της υπόθεσης. Σε δύο περιπτώσεις τέτοιας φύσης διευθετήσεων το δικαστήριο κρίνει ότι δεν ισχύει το τεκμήριο της μη πρόθεσης συνομολόγησης συμβατικών σχέσεων, η πρώτη είναι όταν η διευθέτηση δεν αφορά οικογενειακά αλλά επαγγελματικά / επιχειρησιακά ζητήματα και η δεύτερη όταν ένα από τα δύο μέρη έχει βασιστεί στην υπόσχεση του άλλου, αλλοιώνοντας της θέση του προς το χειρότερο (Βλ. Parker v. Clark [1960] 1 WLR 286, Γρηγορίου Παυλίνα ν. Νικόλα Γαβριήλ Γρηγορίου κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 2263 Tanner v. Tanner [1975] 3 All E.R. 776). Δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου 1, την οποία υποστήριξε με πρωτογενή μαρτυρία επί των γεγονότων της υπόθεσης, είναι ότι οι επιστολές (Τεκμ. 4 και 5) εμπίπτουν στη σφαίρα των οικογενειακών/ φιλικών διευθετήσεων, σε σχέση με τις οποίες δημιουργείται το ρηθέν μαχητό τεκμήριο της μη δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παραδεκτό γεγονός αποτελεί ότι ο Ενάγων 2 και ο Εναγόμενος 1 ήταν συγγενείς, ήτοι πεθερός και γαμπρός. Αυτό προκύπτει και από το περιεχόμενο των επιστολών και δικαιολογεί τον φιλικό τους τόνο. Σχετικές είναι οι οικείες προσφωνήσεις και επιφωνήσεις των επιστολών στα ακόλουθα χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Τεκμ. 4: «Κατ' αρχάς θέλω να σου πω ότι, η σχέση μου με την ΧΧΧ είναι σταθερή και σοβαρή, και έτσι θα μείνει. Γι' αυτό, και το γεγονός ότι εγώ δεν έχω επιζώντα, εσύ θα είσαι ο 'παπάς' μας και επιθυμούμε πάντα να έχουμε αυτή την ωραία σχέση μαζί σου. [.] Ελπίζω να βρεθούμε σύντομα». Περαιτέρω, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 αλλά και από τα ίδια τα Τεκμ. 4 - 5, επρόκειτο για επιστολές οι οποίες συντάχθηκαν μετά από παρότρυνση της κόρης του Ενάγοντος
- Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από το Τεκμ. 4, η οποία ξεκινάει ως εξής: «Αγαπητέ μου ΧΧΧ, αποφάσισα να σου γράψω αυτήν την επιστολή μετά από κουβέντες που είχα με την ΧΧΧ». Το τεκμήριο της μη πρόθεσης συνομολόγησης συμβατικών σχέσεων, είτε όταν η διευθέτηση δεν αφορά οικογενειακά αλλά επαγγελματικά/ επιχειρησιακά ζητήματα είτε όταν ένα από τα δύο μέρη έχει βασιστεί στην υπόσχεση του άλλου, αλλοιώνοντας της θέση του προς το χειρότερο. Μια επαγγελματική/ επιχειρηματική συναλλαγή αφενός αποσκοπεί καθαρά στο κέρδος. Τι είδους συμφέρουσα επαγγελματική/ επιχειρηματική συναλλαγή μπορούσε να έχει ο Εναγόμενος 1 με τον Ενάγοντα 2 με σκοπό την πώληση του διαμερίσματος, εφόσον το διαμέρισμα ούτε κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 ούτε μετά ανήκε στην Ενάγουσα 1 εταιρεία πόσο μάλλον στον Ενάγοντα 2 διευθυντή της. Εάν υφίστατο τέτοια συναλλαγή υπό αυτά τα δεδομένα, ο Εναγόμενος 1 μάλλον ζημίωνε, καθότι, ενώ ήταν ο απόλυτος δικαιούχος του διαμερίσματος, του οποίου το τίμημα κατέβαλε εξολοκλήρου ο ίδιος και μάλιστα μέσω δανεισμού, ως κατέθεσε και ως φαίνεται από το Τεκμ. 23, θα μοιραζόταν τυχόν καθαρό κέρδος της πώλησης αυτού με τον Ενάγοντα 2, ο οποίος κατά παραδοχή του δε συνεισέφερε καθόλου στην αγορά του διαμερίσματος; Αφετέρου, δεδομένου ότι το διαμέρισμα δεν ανήκε στον Ενάγοντα 2, ότι δε συνεισέφερε στην αγορά αυτού και ότι είχε την υποχρέωση ως διευθυντής της Ενάγουσας 1 να μεριμνήσει για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα και ακολούθως να το μεταβιβάσει στο δικαιούχο του, Εναγόμενο 1, δυνάμει του Τεκμ. 3, δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα ότι ο Ενάγων 2, βασιζόμενος σε υπόσχεση του Εναγόμενου 1, αλλοίωσε τη θέση του προς το χειρότερο. Προβλήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων η θέση ότι οι εν λόγω επιστολές συνιστούν επιβεβαίωση της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Από το ίδιο το περιεχόμενο τους, αποσπάσματα των οποίων παραθέτω στη συνέχεια δεν προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην επιστολή (Τεκμ. 4) καταγράφονται από τον Εναγόμενο 1 τα ακόλουθα: «Όσον αφορά το διαμέρισμα 105 θα το χειριστώ ως εξής. [.] Η προσπάθειά σου στην πώληση θα είναι ευπρόσδεκτη.» Η επιλογή του α΄ προσώπου του ρήματος «θα χειριστώ» δεν είναι τυχαία και επιβεβαιώνει αφενός ότι το διαμέρισμα ανήκει εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο 1 και αφετέρου ότι ο τρόπος με τον οποίο «θα χειριστεί» το διαμέρισμα είναι το αποτέλεσμα μονομερών σκέψεων και αποφάσεων και όχι κοινής συνεννόησης με τον Ενάγοντα 2, η οποία μάλιστα προηγήθηκε της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3). Επίσης, η φράση «θα είναι ευπρόσδεκτη» υποδηλώνει ότι την τελική απόφαση κατά πόσο και σε ποιον θα πουλιόταν το διαμέρισμα θα την έπαιρνε ο Εναγόμενος 1, κάτι το οποίο με τη σειρά του επιβεβαιώνει ότι ο Ενάγων 2 δεν είχε κανένα δικαίωμα επί του διαμερίσματος και ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων δεσμευτική συμφωνία. Σημαντικό όμως είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το Τεκμ. 4: «Με την προϋπόθεση ότι μπορεί να ολοκληρωθεί η πώλησης σε διάστημα 2 χρόνια από την ημερομηνία αγοράς, και βγουν τίτλοι κανονικοί, τότε: Θα πάρω εγώ τα εξής ποσά που έχουν γίνει μέχρι σήμερα [.]» Το υπόλοιπο ΚΑΘΑΡΟ κέρδος να διανεμηθεί σε ίσα ποσά προσωπικά σε εμένα και εσένα». Ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιεί μέλλοντα χρόνο και υπό την αίρεση εκπλήρωσης σωρευτικά κάποιων προϋποθέσεων υπό τη σωρευτική εκπλήρωση των οποίων εξαρτάται και η σκέψη του περί εξίσου διανομής του κέρδους από την πώληση του διαμερίσματος με τον Ενάγοντα 2:
- ολοκλήρωση της πώλησης εντός δύο χρόνων από την ημερομηνία αγοράς,
- έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα,
- καθαρό κέρδος από την πώληση, μετά την αφαίρεση συγκεκριμένων ποσών. Επομένως στη βάση των πιο πάνω η επιστολή (Τεκμ.4) ουδόλως συνιστά επιβεβαίωση της κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων επίδικης προφορικής συμφωνίας αλλά μονομερών σκέψεων του Εναγόμενου 1, οι οποίες έγιναν μετά την υπογραφή της Συμφωνίας (Τεκμ.3) και ανεξάρτητα από αυτήν, κατόπιν παροτρύνσεων της κόρης του Ενάγοντος
- Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν προκύπτει από την μαρτυρία ότι ο Ενάγων 2 μετά τη λήψη της επιστολής (Τεκμ. 4) απάντησε σε αυτή. Σε σχέση με την επιστολή (Τεκμ. 5), σύμφωνα με τη μαρτυρία συντάχθηκε και αποστάλθηκε από τον Εναγόμενο 1 στον Ενάγοντα 2 μετά την έκδοση τίτλου για το διαμέρισμα τον Απρίλιο του 2009 στο όνομα της Ενάγουσας
- Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ότι και η εν λόγω επιστολή ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων της κόρης του Ενάγοντος 2 με σκοπό την εξομάλυνση των σχέσεων του με τον Ενάγοντα 2 ενόψει του επικείμενου γάμου τους, θέση την οποία και αποδέχομαι. Στην επιστολή (Τεκμ.5) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αγαπητέ μου ΧΧΧ, Θα ήθελα με αυτήν την επιστολή να επιβεβαιώσω και γραπτώς την προφορική μας συμφωνία σχετικά με το διαμ. 105 στην Λεμεσό. Όπως ήταν και η δική σου εισήγηση, πρόθεσή μου να πωληθεί το διαμέρισμα σύντομα μετά την έκδοση τίτλου και αφού αφαιρεθούν τα ποσά, όπως αναγράφονται στην επιστολή μου Ιούνιος 2008 και τυχών άλλα έξοδα που θα προκύψουν βάσει αποδείξεων το καθαρό κέρδος που θα προκύψει θα μοιραστεί σε δύο ίσα μέρη εκ των οποίων το ένα θα δωθεί και μετά από δική σου εισήγηση στην κόρη σου ΧΧΧ. Με εκτίμηση και αγάπη ΧΧΧ Αναστασιάδης» Είναι εμφανές ότι το περιεχόμενο του Τεκμ. 5 διαφοροποιείται σημαντικά από αυτό του Τεκμ.
- Στο Τεκμ. 5 επαναλαμβάνονται μεν οι προϋποθέσεις του Τεκμ. 4, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, όμως η θέση που προβάλλεται αφορά στη διανομή τυχόν καθαρού κέρδους από την πώληση του διαμερίσματος μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της κόρης του Ενάγοντος
- Με αυτό το δεδομένο η αναφορά στην πρώτη παράγραφο του Τεκμ. 5 περί «γραπτής επιβεβαίωσης της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας» γίνεται απόλυτα ξεκάθαρη. Η επιστολή (Τεκμ. 5) δε συνιστούσε την επιβεβαίωση της κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορικής συμφωνίας ούτε της διευθέτησης που εισηγήθηκε ο Εναγόμενος 1 στην επιστολή (Τεκμ.4) αλλά μίας νέας διευθέτησης, η οποία προέκυψε μετά την επιστολή (Τεκμ.4). Ας μη διαφεύγει το γεγονός ότι οι δύο ως άνω επιστολές είναι μεταγενέστερες της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) και δεν έχουν καμία σχέση με αυτή καθώς και ότι αφορούσαν μια οικογενειακή/ φιλική διευθέτηση, η οποία καλύπτεται από το πέπλο του ρηθέντος μαχητού τεκμηρίου της μη δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεγονός ότι πρόκειται για μία οικογενειακή διευθέτηση και όχι μια δεσμευτική συμφωνία προκύπτει αβίαστα από το Τεκμ. 5, όπου γίνεται εισήγηση ότι το καθαρό κέρδος θα μοιραζόταν εξίσου ανάμεσα στον Εναγόμενο 1 και στη μέλλουσα σύζυγό του και κόρη του Ενάγοντος 2 και μάλιστα κατόπιν «και δικής του εισήγησης». Με την λέξη «και» να υποδηλώνει ότι αυτή η διευθέτηση ήταν εισήγηση και άλλου προσώπου εκτός του Ενάγοντος 2 και αυτό το πρόσωπο, ως υποδείχθηκε από τον Εναγόμενο 1 κατά την αντεξέτασή του, ήταν η κόρη του Ενάγοντος 2, η οποία διαμεσολαβούσε μεταξύ τους. Η συγκεκριμένη διευθέτηση, όπως και το Τεκμ. 4, δεν έχει καθόλου επαγγελματικό/ επιχειρηματικό χαρακτήρα ούτε συνιστά το αποτέλεσμα υπόσχεσης του Εναγόμενου 1, βασιζόμενος στην οποία ο Ενάγων 2 αλλοίωσε τη θέση του προς το χειρότερο. Βάσει των ανωτέρω, είναι φανερόν ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν ανατρέψει το τεκμήριο περί μη ύπαρξης δικαιοπρακτικής βούλησης η οποία να προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών (Τεκμ. 4 - 5), οι οποίες αφορούν σε οικογενειακές/ φιλικές συζητήσεις και διευθετήσεις και άρα δεν έχουν αποδείξει ότι όντως αμφότερες πλευρές επιθυμούσαν τη συνομολόγηση δεσμευτικής μεταξύ τους συμφωνίας με σκοπό τη συνιδιοκτησία και συνεκμετάλλευση του επίδικου διαμερίσματος. Περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούν οι Ενάγοντες να προβάλουν και να χρησιμοποιήσουν τα Τεκμ. 4 και 5, ότι δηλαδή αφορούσε την υλοποίηση της προφορικής τους Συμφωνίας, κρίνεται ως αδόκιμος και πράγματι ως αντισυμβατικός επικαλούμενοι ταυτόχρονα και τη Συμφωνία (Τεκμ.3). Προκύπτει όμως με σαφήνεια και καθαρότητα από το περιεχόμενο της ότι ο σκοπός της ήταν η αγορά του διαμερίσματος και/ ή η εκχώρηση των δικαιωμάτων επ' αυτού του τότε δικαιούχου του διαμερίσματος, που δεν ήταν οι Ενάγοντες, στον Εναγόμενο 1 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, το οποίο ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε. Υπάρχει ευρεία νομολογία επί του θέματος της ερμηνείας εγγράφου ή γραπτής συμφωνίας, το κεντρικό νόημα της οποίας απολήγει στο ότι ένα έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το περιεχόμενό του και όχι βάσει εξωγενούς μαρτυρίας, δια της οποίας επιχειρείται να διαφοροποιηθεί και/ ή αντικρουστεί όρος αυτού, ο οποίος με μία απλή ανάγνωση είναι σαφής (Βλ. Marketventures Ltd ν. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 ΑΑΔ 383, Πόκουρου Δημοσθένης Xριστοδούλου κ.ά. ν. Aνδρέα Kώστα
(1998)1 ΑΑΔ 1618). Στη Συμφωνία (Τεκμ. 3) δεν αναφέρεται οποιουδήποτε είδους συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των Εναγόντων και/ ή ειδικότερα του Ενάγοντος
- Εφόσον το περιεχόμενο του Τεκμ. 3 είναι σαφές και η υπογραφή αυτού δεν αμφισβητείται, οι ισχυρισμοί και αιτιάσεις των Εναγόντων, ως προκύπτουν από τα δικόγραφα και ως έχουν προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τις επιστολές (Τεκμ. 4 και 5), ήτοι ότι επιβεβαιώνουν την κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορική συμφωνία, προς υλοποίηση της οποίας υπογράφτηκε η Συμφωνία (Τεκμ. 3), καταρρίπτονται από μόνες τους. Εξετάζοντας όμως το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκμ.6), που ήταν απαντητική επιστολή του Ενάγοντος 2 στην επιστολή του Εναγόμενου 1 (Τεκμ. 5), επισημαίνεται ότι σε αυτή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, άμεση ή έμμεση, που να συνηγορεί υπέρ της θέσης των Εναγόντων ότι συνιστά επιβεβαίωση κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας, προς υλοποίηση της οποίας υπογράφτηκε η Συμφωνία (Τεκμ. 3). Αντίθετα, στην πρώτη παράγραφο διευκρινίζεται ότι η εν λόγω επιστολή αναφέρεται στις Επιστολές (Τεκμ. 4 και 5), οι οποίες ασφαλώς και δεν επιβεβαιώνουν οποιανδήποτε προφορική συμφωνία ούτε σχετίζονται με τη Συμφωνία (Τεκμ. 3), δια της οποίας ο Εναγόμενος 1 κατέστη απόλυτος δικαιούχος του διαμερίσματος, αλλά ήταν το προϊόν μεταγενέστερων του Τεκμ. 3 σκέψεων του Εναγόμενου 1 για μια φιλικού/ οικογενειακού χαρακτήρα διευθέτηση μεταξύ πεθερού και γαμπρού. Το περιεχόμενο της δεύτερης παραγράφου του Τεκμ. 6 δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά. Με δεδομένο ότι αποτελούσε απάντηση στην επιστολή (Τεκμ. 5) μόλις δύο μέρες μετά, και ενώ δεν προκύπτει από το Τεκμ.5 ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε οτιδήποτε για ενδιαφερόμενους αγοραστές για το διαμέρισμα, πώς είναι δυνατόν ο Ενάγων 2 δια του Τεκμ. 6 να αναφέρεται σε «έτοιμους πελάτες» να αγοράσουν το διαμέρισμα έναντι €300.000=, για τους οποίους μάλιστα είχε ενημερώσει προφορικά τον Εναγόμενο 1; Είναι δε γι' αυτό τον λόγο που ο Εναγόμενος 1 αντεξεταζόμενος, κατέθεσε ότι η ως άνω δήλωση του Ενάγοντος 2 του δημιούργησε καχυποψίες. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντος 2 και του ΜΕ2 οι «έτοιμοι πελάτες» είναι ο ΜΕ2 / ενοικιαστής του διαμερίσματος, ο οποίος κατέθεσε ότι από το 2004/2005-2011 διαπραγματευόταν την αγορά του διαμερίσματος με τον Ενάγοντα 2, καθότι θεωρούσε ιδιοκτήτες του διαμερίσματος τους Ενάγοντες. Όμως η ως άνω δήλωση συγκρούεται με το Τεκμ. 25, το οποίο κατέθεσε ο Εναγόμενος 1 και αποτελεί επιστολή ίδιας ημερομηνίας με το Τεκμ. 3, την οποία απέστειλε ο Εναγόμενος 1 στο ΜΕ2, για να τον ενημερώσει ότι είναι ο νέος ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος, προς συμμόρφωση με τον όρο 10 της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ.3). Άρα, πώς είναι δυνατόν ο ΜΕ2, από την 27.12.2007 μέχρι το 2011, να μη γνώριζε ότι δικαιούχος του διαμερίσματος ήταν ο Εναγόμενος 1, ώστε να διαπραγματευτεί με τον ίδιο την αγοραπωλησία του διαμερίσματος, εάν όντως ήθελε να το αγοράσει; Αν μη τι άλλο δεικνύει απόκρυψη αυτού του γεγονότος από τον Ενάγοντα 2 ο οποίος διαπραγματευόταν ένα ξένο ακίνητο παρουσιάζοντας το ως δικό του. Αποδέχομαι σ' αυτό το σημείο τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ότι δήθεν ο Ενάγων 2 ασκούσε πίεση για να του παραδώσει άμεσα το κλειδί του διαμερίσματος, ώστε να το δείξει δήθεν σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, προκειμένου «να μην τους χάσουν», θέση η οποία προσκρούει και στη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος κατέθεσε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το διαμέρισμα μέχρι το
- Στην τρίτη παράγραφο του ίδιου τεκμηρίου, ο Ενάγων 2 προτείνει εναλλακτικά στον Εναγόμενο 1, εάν επιθυμεί να κρατήσει ο ίδιος το διαμέρισμα, να του καταβάλει το ποσό των €107.386,67 και να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά, που επιβαρύνουν το διαμέρισμα, ώστε να συγκατατεθούν οι Ενάγοντες να του μεταβιβάσουν το διαμέρισμα. Με την ως άνω εισήγηση ο Ενάγων 2 ουσιαστικά προβάλλει τον εαυτό του και την Ενάγουσα 1 ως κατά ½ ιδιοκτήτες του διαμερίσματος, οι οποίοι ζητούν από τον Εναγόμενο 1 συνιδιοκτήτη να εξαγοράσει το μερίδιό τους επί του διαμερίσματος, προκειμένου να συγκατατεθούν να του μεταβιβάσουν όλο το διαμέρισμα ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες. Η θέση όμως αυτή στερείται νομικού ερείσματος, καθότι κανένα δικαίωμα δεν είχαν οι Ενάγοντες επί του διαμερίσματος. Το διαμέρισμα πουλήθηκε δια της Συμφωνίας (Τεκμ.2) στον ΧΧΧ H.A. KHAJAH, ο οποίος ακολούθως το πούλησε στον Εναγόμενο 1 δια της Συμφωνίας (Τεκμ. 3), συμφωνία την οποία οι Ενάγοντες συνυπέγραψαν, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ως απόλυτο δικαιούχο του διαμερίσματος τον Εναγόμενο
- Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες, μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα, ήταν μόνο ονομαστικά εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχοι αυτού προς όφελος του Εναγόμενου 1 και δεν είχαν κανένα δικαίωμα επί του διαμερίσματος αλλά την υποχρέωση να το μεταβιβάσουν στο δικαιούχο αυτού, ο οποίος, μετά την υπογραφή του Τεκμ. 3, ήταν ο Εναγόμενος
- Με αυτό το δεδομένο, η ως άνω δήλωση συνιστά επιβεβαίωση της θέσης του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες χρησιμοποιούσαν εκβιαστικά το ζήτημα της μεταβίβασης του τίτλου του διαμερίσματος στο όνομα του Εναγόμενου 1 με σκοπό να αποσπάσουν από αυτόν χρήματα, ως κατέθεσε αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 1, ο οποίος δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή, καθότι του φαινόταν αδιανόητο να πληρώσει εκ νέου για ένα διαμέρισμα, το οποίο αγόρασε από τον πρώην δικαιούχο αυτού και πλέον του ανήκε. Στην τέταρτη παράγραφο της επιστολής (Τεκμ. 6), ο Ενάγων 2 απέρριψε την εισήγηση του Εναγόμενου 1 στο Τεκμ. 5 για διαμοιρασμό του καθαρού κέρδους από την πώληση του διαμερίσματος μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της κόρης του όπως και το ότι επρόκειτο για εισήγηση του ίδιου. Από τη δήλωση αυτή του Ενάγοντος 2 είναι εμφανές ότι οι θέσεις αμφότερων των πλευρών δεν είχαν κανένα σημείο επαφής και ως εκ τούτου καμία συμφωνία δεν προέκυψε μεταξύ τους, ούτε φιλική πόσο μάλλον νομικά δεσμευτική. Καταλήγω επί του ζητήματος αυτού ότι οι επιστολές (Τεκμ. 4 και 5) δεν αποτελούν επιβεβαίωση της επίδικης προφορικής συμφωνίας ούτε σχετίζονται με τη Συμφωνία (Τεκμ. 3) αλλά είναι το αποτέλεσμα σκέψεων του Εναγόμενου 1, μεταγενέστερων του Τεκμ. 3 και κατόπιν πιέσεων της κόρης του Ενάγοντος 2 για μια φιλική/ οικογενειακή διευθέτηση υπό προϋποθέσεις που ουδέποτε πληρούνταν σωρευτικά, σκέψεων οι οποίες παρέμειναν σκέψεις, καθότι δε συνέκλιναν με τις θέσεις του Ενάγοντος 2, ως εκτέθηκαν στο Τεκμ.
- Επομένως, η ανάλυση της μαρτυρίας ως προς το ζήτημα που προβάλλει η πλευρά των Εναγόντων περί παράβασης προφορικής συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε τέτοια νομικά έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία και επομένως δεν μπορεί να υπήρξε παράβαση μιας ανύπαρκτης συμφωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης». Σύμφωνα με την ως άνω νομοθετική διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση αποζημιώσεων ένεκα παράβασης συμφωνίας είναι πρώτον η απόδειξη της κατ' ισχυρισμό παράβασης. Εφόσον, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας και άρα τη δήθεν παράβαση αυτής, δε νομιμοποιούνται να αξιώνουν αποζημιώσεις έναντι του Εναγόμενου 1. Οι Ενάγοντες ούτως ή άλλως δεν έχουν στοιχειοθετήσει ούτε ότι έχουν υποστεί την κατ' ισχυρισμό τους ζημιά ένεκα της δήθεν παράβασης της επίδικης προφορικής συμφωνίας τους με τον Εναγόμενο 1, που, επίσης, συνιστά βασική προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεων και τούτο καθότι: α. Από τη μαρτυρία προκύπτει αβίαστα ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, οι Ενάγοντες ούτε δικαιούχοι ήταν του διαμερίσματος ούτε συνεισέφεραν οποιοδήποτε ποσό για την αγορά αυτού από τον ΧΧΧ H.A. KHAJAH. Άρα, οι Ενάγοντες κανένα ποσό δεν απώλεσαν, επειδή δήθεν ο Εναγόμενος 1 παρέβηκε τη δήθεν μεταξύ τους προφορική συμφωνία για πώληση του διαμερίσματος και διαμοιρασμό του καθαρού κέρδους. β. Είναι θεμελιώδης αρχή της νομολογίας ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στη δικογραφία και να αποδεικνύονται αυστηρά με μαρτυρία (Βλ. Σολέας Στέφανος ν. Xρυστάλλας Σολέα,
(1999)1 ΑΑΔ 904, Μιχαήλ Βάσω ν. Ανδρέα Ονουφρίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1349, Δημητρίου Στέλιος ν. Μαρίνας Α. Ιωάννου κ.ά.,
(2003)1 ΑΑΔ 274). Οι Ενάγοντες λανθασμένα δικογραφούν και επιχειρούν να αποδείξουν τη δήθεν ζημιά τους ύψους €107,386.67σ. βάσει του περιεχομένου της επιστολής (Τεκμ.6) , καθότι, σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα μου, η εν λόγω επιστολή ουδόλως συνιστά επιβεβαίωση της επίδικης προφορικής συμφωνίας. Εξίσου λανθασμένα, οι Ενάγοντες διαζευκτικά δικογραφούν και επιχειρούν να αποδείξουν τη δήθεν ζημιά τους ύψους €96.178,07σ. βάσει εκτίμησης της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος την 1 Δεκεμβρίου 2007, ήτοι τον χρόνο της δήθεν σύναψης της επίδικης προφορικής συμφωνίας και όχι της δήθεν παράβασης αυτής από τον Εναγόμενο 1, ως θα έπρεπε. Εφόσον η αξίωση αποζημιώσεων ένεκα παράβασης συμφωνίας προϋποθέτει την απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επίδικης παράβασης συμφωνίας και της κατ' ισχυρισμό ζημιάς (Βλ. Chitty on Contracts, Vol. I, 31η έκδοση, σ.1796), η ζημιά πρέπει να υπολογίζεται κατά το χρόνο της παράβασης και όχι σε χρόνο πριν τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ως την παρούσα περίπτωση. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες προσκόμισαν μαρτυρία (Τεκμ. 11) και για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος κατά την 24.01.2013, ήτοι περί τον ένα μήνα μετά την καταχώρηση της αγωγής, είναι άνευ σημασίας, καθότι δεν υποστηρίζεται από τη δικογραφία (Βλ. Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 A.A.Δ. 24). Περαιτέρω, οι Ενάγοντες απέτυχαν και να αποδείξουν με την κατάλληλη μαρτυρία την κατ' ισχυρισμό ζημιά, που έχουν υποστεί. Η εκτίμηση (Τεκμ. 11), την οποία παρουσίασαν οι Ενάγοντες για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ3 δεν γίνεται αποδεκτή λόγω της λανθασμένης μεθοδολογίας που ακολούθησε κατά τη διενέργεια της. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Νικόλα ν. Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 2141 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο Διευθυντής όπως ανέφερε στην επιστολή ημερ. 17.9.92, κατέληξε στην επίδικη απόφαση με βάση τα στοιχεία που είχε στα χέρια του και που αφορούσαν πωλήσεις άλλων παρομοίων κτημάτων στην περιοχή κατά το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα, καθώς επίσης και άλλους παράγοντες που κατά τη γνώμη του επηρεάζουν την αγοραία αξία της ιδιοκτησίας. Ο Διευθυντής δεν εξειδίκευσε τους παράγοντες αυτούς και από πουθενά δεν προκύπτει ότι τα στοιχεία και οι παράγοντες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην λήψη της απόφασής του υποστυλώνονται από το περιεχόμενο της Έκθεσης Εκτίμησης. Εφόσον οι ακριβείς παράγοντες δεν αποκαλύπτονται, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναφερθεί σ' αυτούς για να διαπιστώσει αν ήταν λογικά εφικτό για τον Έφορο να καταλήξει στην επίδικη απόφαση». Βρίσκω επομένως ότι η μοναδική έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και Εναγόμενου 1 σε σχέση με το διαμέρισμα είναι η Συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), την οποία η Ενάγουσα 1 προσυπέγραψε δια του Ενάγοντος 2 διευθυντή της, δεσμευόμενη προς τον Εναγόμενο 1 για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα και τη μεταβίβαση αυτού στο όνομά του, και την οποία έχουν παραβεί οι Ενάγοντες αρνούμενοι και/ ή παραλείποντας τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του Εναγόμενου 1 ελεύθερου από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. Κώλυμα (Estoppel) Η συνομολόγηση και το περιεχόμενο της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ.3) δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες, οι οποίοι παραδέχονται ότι την προσυπέγραψαν, δεσμεύονται από αυτή και κατ' επέκταση κωλύονται (are estopped) να προβάλλουν τη θέση ότι το Τεκμ. 3 υπογράφτηκε μόνο προς υλοποίηση άλλης συμφωνίας, ήτοι της επίδικης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Μια σύντομη ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας του κανόνα του κωλύματος (estoppel), διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση Παπακόκκινου Bερεγγάρια Π. κ.ά. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 ΑΑΔ 2398, από την οποία άντλησε καθοδήγηση και μεταγενέστερη νομολογία (Βλ. Iωάννου Γιαννάκης ν. Oργανισμού Xρηματοδοτήσεως Tράπεζας Kύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1522, Bογαζιανός Πραξιτέλης και Άλλοι ν. Tράπεζα Kύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 253) το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε τον κανόνα του κωλύματος (estoppel) ως εξής: «Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed), και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais).» Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα Στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16
(2), παράγραφος 1011, κάτω από την υπότιτλο "Estoppel by deed may arise from statement of fact or creation of legal estate" αναφέρονται τα εξής: «Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Εstoppel by deed) περιλαμβάνει δύο ξεχωριστές αλλά συναρτημένες έννοιες:
- κώλυμα με δήλωση γεγονότων σε έγγραφο και
- κώλυμα που ανακύπτει από τη δημιουργία νομικής σχέσης σε έγγραφο. [.] κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα αποτελεί επίσημο κώλυμα, που προκύπτει από την ίδια την ανακολουθία, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί επιζήμια απόδοση πίστης, η δε κατάσταση αντίληψης των μερών γενικά δεν έχει σημασία». Στην υπόθεση Νίκη Ορφανίδη ν. Ανδρέα Ορφανίδη,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1889 αναφέρθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι "Estoppels by deed" είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος είναι θεμελιωμένος επί της αρχής ότι μια επίσημη και σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει (Greer and Another v. Kettle [1938] A.C. 156, 171 (H.L.). Βλ. και Phipson on Evidence, 14η έκ., παραγ. 6-08). Το επίδικο έγγραφο στην παρούσα υπόθεση δεν έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη. Δεν είναι επομένως «συμφωνία» ή «έγγραφο» (deed) εντός της έννοιας των σχετικών όρων.» Στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989 αναφέρθηκαν τα εξής, τα οποία υιοθετήθηκαν και από μεταγενέστερη νομολογία (Βλ. Γεώργιος Διονά ν.
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας,
- Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ., ECLI:CY:AD:2016:A250, ECLI:CY:AD:2016:A250, Πολ.έφ. 182/11, ημερ. 24.5.2016, Κώστας Γρηγορίου κα 80 ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κα, ECLI:CY:AD:2016:A251, ECLI:CY:AD:2016:A251, Π.Ε 204/11 ημερ. 24/5/2016.): «Το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές και αναφέρεται σε απαλλαγή και τελεσίδικη αποδέσμευση των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή αγωγές ή δικαστικές ή άλλες διαδικασίες και διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης, που ο εφεσείων είχε ή δυνατόν να είχε σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της εταιρείας και λόγω ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία ή υπόθεση, μέχρι και της ημερομηνίας του εγγράφου. Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.
- Έτσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C.1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του». Απαύγασμα της ως άνω νομολογίας σχετικά με το κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα είναι ότι, εφόσον: (α) το έγγραφο να έχει υπογραφτεί και από τα δύο μέρη, και (β) το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές, η δήλωση εντός του εγγράφου είναι δεσμευτική και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, υπό την έννοια ότι διάδικος που υπέγραψε το έγγραφο εμποδίζεται εκ των υστέρων να ισχυριστεί ότι το περιεχόμενό του δεν είναι ορθό ή να αρνηθεί την ευθύνη του δυνάμει αυτού. Δεδομένου ότι η υπογραφή της Συμφωνίας (Τεκμ.3) συνιστά κοινή παραδοχή αμφότερων πλευρών, προχωρώ με τη ενδελεχή εξέταση του περιεχομένου του. Προκύπτει ότι η ως άνω Συμφωνία υπογράφτηκε από τον ΧΧΧ H.A. KHAJAH δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του ως «Πωλητή» και τον Εναγόμενο 1 ως «Αγοραστή» με σκοπό την πώληση του επίδικου διαμερίσματος, ελεύθερου από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος (Βλ. όρους 1, 11 και 13), έναντι του τιμήματος των 34,000 Λ.Κ (Βλ. όρο 2). Με την υπογραφή της συμφωνίας και την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, ο «Αγοραστής» παρέδιδε την απόλυτη ιδιοκτησία και την κατοχή του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 και έκαστη πλευρά δεν είχε καμία περαιτέρω απαίτηση από την άλλη πλευρά (Βλ. όρους 3, 4 και 6). Ο Εναγόμενος 1, επίσης, αναλάμβανε να πληρώσει υποχρεώσεις και έξοδα βάσει της σχετικής νομοθεσίας, τέλη και φόρους καθώς και τα νομικά έξοδα σύνταξης της εν λόγω συμφωνίας (Βλ. όρους 4 και 5). Στο προοίμιο της Συμφωνίας δηλώνεται ρητά ότι ο «Πωλητής» αγόρασε το διαμέρισμα από την Ενάγουσα 1 δυνάμει της Συμφωνίας (Τεκμ. 2), η οποία επισυνάφθηκε στη Συμφωνία (Τεκμ. 3) ως "Παράρτημα Α / Annex A", το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας/ Τεκμ. 3 (Βλ. όρο 8 της Συμφωνίας). Επίσης, ο όρος 12 της Συμφωνίας προνοεί ως ακολούθως: «12.This agreement is made in full knowledge and consent of Linmar Real Estates Ltd and this is hereby denoted by their stamp and counter signature». Σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο, η Συμφωνία (Τεκμ. 3), καταρτίστηκε με την πλήρη γνώση και συναίνεση της Ενάγουσας 1, η οποία προς τούτο έθεσε τη σφραγίδα της και την προσυπέγραψε. Με βάση τα ως άνω και σε συνδυασμό με το παραδεκτό γεγονός ότι, κατά το χρόνο υπογραφής του Τεκμ. 3, δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλου του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβανόταν το διαμέρισμα, ήταν η Ενάγουσα 1 εταιρεία, γίνεται αντιληπτό ότι ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε απαραίτητο η Ενάγουσα 1 να προσυπογράψει την εν λόγω συμφωνία ήταν η διατήρηση της δέσμευσής της προς τον νέο δικαιούχο του διαμερίσματος, Εναγόμενο 1, για έκδοση ξεχωριστού τίτλου του διαμερίσματος και εγγραφή αυτού στο όνομά του, δέσμευση την οποία αρχικά ανέλαβε έναντι του ΧΧΧ H.A. KHAJAH δυνάμει του Τεκμ.
- Ως φαίνεται από τον όρο 7 της Συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 αναγνωρίζεται ως ο απόλυτος δικαιούχος του διαμερίσματος, το οποίο θα εγγραφεί στο όνομά του ως ο απόλυτος ιδιοκτήτης: «
- The Purchaser buys the whole share of the above Apartment and will be registered in his name as a sole owner». Δια της σφραγίδας και υπογραφής τους επί του Τεκμ. 3, οι Ενάγοντες: (α) επιβεβαίωναν ότι ο Εναγόμενος 1 αγόραζε το επίδικο διαμέρισμα όχι από τους ίδιους αλλά από τον προαναφερόμενο δικαιούχο του, (β) αναγνώριζαν το δικαίωμα του Εναγόμενου 1 όπως το διαμέρισμα εγγραφεί εξολοκλήρου στο όνομά του ελεύθερο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, (γ) ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες όλου του ακινήτου συμπεριλαμβανομένου του διαμερίσματος το οποίο δεν είχε ξεχωριστό τίτλο, δεσμεύονταν έναντι του Εναγόμενου 1 να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο και να του μεταβιβάσουν το διαμέρισμα, και (δ) δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αξίωση έναντι του Εναγόμενου
- Είναι δε σημαντικός ο όρος 14 της Συμφωνίας, δια του οποίου με την υπογραφή της, ακυρώνονται όλες οι προηγούμενες συμφωνίες/ αξιώσεις/ δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με το διαμέρισμα και τα εμπλεκόμενα μέρη και όλες οι απαιτήσεις μεταξύ τους θεωρούνται διευθετηθείσες: «
- It is also hereby declared by all parties signing this document that all previous agreements / claims / court decisions related to this flat / involved parties are hereby canceled and all the claims among them are settled». Εάν υπήρχε η κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορική συμφωνία, προς υλοποίηση της οποίας και μόνο υπέγραψαν τη Συμφωνία (Τεκμ. 3), γιατί οι Ενάγοντες ακολούθως υπέγραψαν τη Συμφωνία (Τεκμ. 3) με πλήρη γνώση και συναίνεση επί του περιεχομένου αυτής, η οποία συμφωνία ρητά ακυρώνει οποιεσδήποτε προγενέστερες συμφωνίες; Δια της ως άνω πρόνοιας ακυρώνονταν οποιεσδήποτε προηγούμενες απαιτήσεις σε σχέση με το διαμέρισμα, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 16.12.2001 (Τεκμ. 22), και των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 σε σχέση με το διαμέρισμα προ της υπογραφής του Τεκμ. 3, τα οποία αδικαιολόγητα αξίωνε η Ενάγουσα 1 από τον Εναγόμενο 1 δια της επιστολής των λογιστών της (Τεκμ. 27), ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στο χρέος προς τη Λαϊκή Τράπεζα με σκοπό την αποδέσμευση του διαμερίσματος από την υποθήκη, δεδομένων των όρων 1, 11 και 13 του Τεκμ.
- Ειδική μνεία γίνεται στον όρο 11, σύμφωνα με τον οποίο: «
- Both Parties are aware that the Land on which this apartment is built has a mortgage and neither of the parties has a responsibility on this matter. In case and problem arises in the future the responsibility rests solely on Linmar Real Estates Ltd». Καταλήγω ως προς το ζήτημα αυτό ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να επικαλούνται την ύπαρξη άλλης νομικά έγκυρης και δεσμευτικής προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, προς υλοποίηση της οποίας υπέγραψαν τη Συμφωνία (Τεκμ. 3). Επίσης, βάσει της δέσμευσης που ανέλαβαν έναντι του Εναγόμενου 1, υπογράφοντας τη Συμφωνία (Τεκμ.3) για μεταβίβαση του διαμερίσματος ελεύθερου από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, οι Ενάγοντες κωλύονταν να αξιώνουν από τον Εναγόμενο 1 οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση, ως έκαναν δια της επιστολής τους (Τεκμ. 6), ή για την απελευθέρωση του διαμερίσματος από την υποθήκη που βάραινε ολόκληρο το ακίνητο προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας ως έκαναν δια της επιστολής (Τεκμ. 27). Ακόμη, οι Ενάγοντες δεσμεύονται από το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκμ. 27) , η οποία, ως φαίνεται και από το ίδιο το έγγραφο, συντάχθηκε από τους λογιστές των Εναγόντων κατ' εντολή και σε συνεννόηση με τον Ενάγοντα 2 με σκοπό να κοινοποιήσουν στον Εναγόμενο 1 εξαντλητικά τις αξιώσεις των Εναγόντων έναντι του Εναγόμενου 1 σε σχέση με το διαμέρισμα, ώστε, εάν αυτές ικανοποιούνταν, οι Ενάγοντες θα μεταβίβαζαν το διαμέρισμα στον Εναγόμενο
- Στις αξιώσεις των Εναγόντων δεν περιλαμβανόταν καμία αξίωση δυνάμει οποιασδήποτε προφορικής συμφωνίας τους με τον Εναγόμενο 1 ως προωθούν δια της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, η μοναδική αναφορά σε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν η Συμφωνία (Τεκμ.3): «Σημειώστε, επίσης, ότι η Εταιρεία LINMAR δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής φόρου, που πιθανόν να προκύψει αναφορικά με την συμφωνία που υπέγραψε η Εταιρεία μαζί σας και με τον πρώτο αγοραστή». Εφόσον οι Ενάγοντες εξουσιοδότησαν τους λογιστές τους ως είναι εύρημα μου να αποστείλουν την επιστολή (Τεκμ. 27) στον Εναγόμενο 1, το περιεχόμενο του οποίου τους ήταν γνωστό, καθότι διαμορφώθηκε από τους ίδιους σε συνεννόηση με τους λογιστές τους και εφόσον δια του Τεκμ. 27 δεν προβάλλουν καμία αξίωση δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας πέραν του Τεκμ. 3, κωλύονται εκ των υστέρων να αξιώνουν ως η αγωγή τους δυνάμει της επίδικης προφορικής συμφωνίας. Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς Οι Ενάγοντες κωλύονται όμως και λόγω συμπεριφοράς να αξιώνουν ως η αγωγή τους δυνάμει ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας. Στην υπόθεση Παπακόκκινου Bερεγγάρια Π. κ.ά. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 ΑΑΔ 2398 αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή". (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32). Tο Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soαnes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος». Στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 127 το Ανώτατο Δικαστήριο εκτέθηκαν με σαφήνεια οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς: «Το εξ επιεικείας κώλυμα, που περιλαμβάνει και το κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct), εγείρεται ως αποτέλεσμα κάποιας αναληθούς παράστασης γεγονότος, είτε αυτή είναι δόλια ή όχι. Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής είναι (α) η ύπαρξη παράστασης γεγονότος, (β) το μη αμφιλεγόμενο της παράστασης, (γ) η ύπαρξη πρόθεσης ή συμπεριφοράς που να εγείρει ένεκα αυτής τεκμήριο ότι το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η παράσταση επρόκειτο να ενεργήσει θεωρώντας την ως ορθή, (δ) η ύπαρξη ενέργειας με βάση την παράσταση εκ μέρους του προσώπου που εγείρει το θέμα και (ε) το γεγονός ότι οι ανακριβείς δηλώσεις ή αμέλεια πρέπει να ήταν η άμεση αιτία της απώλειας ή τους λάθους που προκάλεσε τη ζημιά (Phipson on Evidence 14η Έκδοση, παράγραφοι 6 - 16, σελ. 106 και Ηadji Yiannis v. The Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Η εφαρμογή της αρχής του εξ επιεικείας κωλύματος (equitable estoppel) στην Κύπρο έχει υιοθετηθεί από σωρεία αποφάσεων και έχει λεχθεί πως οι κανόνες της επιείκειας εφαρμόζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60). (Δέστε, μεταξύ άλλων, Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542). Περαιτέρω, ο Πικής, Δ., (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εξ επιεικείας κώλυμα στη Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου (πιο πάνω): «At one time the view prevailed that for the promisee to rely successfully on promissory estoppel, he had to establish suffering detriment as a result of acting upon the representations of the promisor. Τhat is no longer the case and the proof of detriment as such, is not regarded as indispensable for the application of equitable estoppel. The basis of the doctrine has been broadened; all that the promisee need establish, is that it would be inequitable for the promisor to insist, in view of his representations by word or conduct, on the enforcement of his strict legal rights." Σε μετάφραση: «Κάποτε επικρατούσε η άποψη ότι, για να βασιστεί επιτυχώς σε εξ υποσχέσεως κώλυμα εκείνος προς τον οποίο διδόταν η υπόσχεση, έπρεπε να αποδείξει ότι υπέστη ζημία ως αποτέλεσμα ενέργειας βασισμένης στις παραστάσεις του υποσχόμενου. Αυτό δεν ισχύει πιά και η απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς δε θεωρείται απαραίτητη για την εφαρμογή του εξ επιεικείας κωλύματος. Η βάση της αρχής έχει διευρυνθεί· πρέπει μόνο ν' αποδειχθεί ότι θα ήταν άδικο για τον υποσχόμενο να επιμένει, ενόψει των παραστάσεών του με λέξεις ή συμπεριφορά, στην εφαρμογή των αυστηρών νομικών του δικαιωμάτων». Ειδικότερα για το κώλυμα λόγω παραστάσεων, όταν ένα πρόσωπο με λόγια ή συμπεριφορά προβαίνει σε διαβεβαίωση για γεγονός με απώτερο σκοπό να επηρεάσει άλλον ή διαφοροποιήσει τη θέση του προς βλάβη του και το άλλο πρόσωπο πραγματικά διαφοροποιεί τη θέση του, τότε το πρόσωπο εμποδίζεται να αρνηθεί τη διαβεβαίωση που είχε δώσει (Hopwood v. Brown
(1955)1 All ER 550). Η παράσταση πρέπει να αναφέρεται σε υφιστάμενο ή γεγονός που έχει παρέλθει (Jordan v. Money
(1854)5 ΗLC 185 και George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 CLR 87), να είναι σαφής (Παναγή v. Αρτεμίου
(1976)3 JSC 510) και να μην αναφέρεται σε μελλοντική συμπεριφορά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522, 1527, 1528 και ΤJS Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ 108,
- Όλες οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με τη νομολογία, προκειμένου να ενεργοποιείται ο κανόνας σε σχέση με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς και ειδικότερα το κώλυμα λόγω παραστάσεων, μπορούν να ανιχνευθούν στη συμπεριφορά και παραστάσεις των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1 με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να κωλύονται να αξιώνουν ως η αγωγή τους εναντίον του. Παραδεκτό γεγονός συνιστά η Συμφωνία (Τεκμ. 2), δια της οποίας οι Ενάγοντες πούλησαν στο ΧΧΧ H.A. KHAJAH το διαμέρισμα, λαμβάνοντας το τίμημα πώλησης, και άρα ότι, κατά τον επίδικο χρόνο οι Ενάγοντες δεν ήταν ιδιοκτήτες / δικαιούχοι του διαμερίσματος. Επίσης, αποδείχθηκε από τη μαρτυρία ότι, επειδή οι Ενάγοντες παράβηκαν τη Συμφωνία (Τεκμ.2), καθότι δεν εξέδωσαν ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα και δεν το μεταβίβασαν στο δικαιούχο αυτού, ΧΧΧ H.A. KHAJAH, ο τελευταίος αξίωσε επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για το διαμέρισμα τόσο δυνάμει δικαστικής απόφασης προς όφελός του και εις βάρος των Εναγόντων (Τεκμ. 22), όσο και ασκώντας πιέσεις στον Ενάγοντα 2, ο οποίος με τη σειρά του κατόρθωσε να πείσει τον Εναγόμενο 1 να αναλάβει την αποπληρωμή του ρηθέντος χρέος των Εναγόντων, αγοράζοντας το επίδικο διαμέρισμα από τον δικαιούχο του. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αναμφισβήτητα γεγονότα σχετικά με τη συμπεριφορά και τις παραστάσεις των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1, βάσει των οποίων παραστάσεων ο Εναγόμενος 1 πίστεψε ότι θα βοηθούσε τον μέλλοντα πεθερό του και την εταιρεία του να απαλλαγούν από τις πιέσεις του ως άνω ΧΧΧ H.A. KHAJAH, αγοράζοντας το επίδικο διαμέρισμα από τον τελευταίο, και ακολούθως στη βάση αυτής της πεποίθησης δανείστηκε χρήματα και υπέγραψε τη Συμφωνία (Τεκμ.3), δια της οποίας αγόρασε το διαμέρισμα από το δικαιούχο αυτού με την πλήρη γνώση και συναίνεση των Εναγόντων, οι τελευταίοι κωλύονται να επικαλούνται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας, την οποία δήθεν σύναψαν με τον Εναγόμενο 1 ως ιδιοκτήτες του διαμερίσματος και να αξιώνουν ως η αγωγή τους δυνάμει αυτής. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 έχει καταθέσει μαρτυρία, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες, σχετικά με την αίτηση αρ. ΑΕΑ ΧΧΧ στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού (Τεκμ. 29-34) δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)ως τροποποιήθηκε σχετικά με τους «Εγκλωβισμένους Αγοραστές» και την Αίτηση / Έφεση Αρ. XXXXX/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμήρια 18-21), η οποία εν τέλει αποσύρθηκε από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο
- Εφόσον οι Ενάγοντες με τη συμπεριφορά τους στα πλαίσια της ρηθείσας διαδικασίας στην ουσία αποδέχτηκαν τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 δια της διαδικασίας των «Εγκλωβισμένων Αγοραστών», αφετηρία και προϋπόθεση της οποίας είναι η κατάθεση αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, κωλύονται δια της παρούσας αγωγής να αμφισβητούν το νόμιμο και έγκυρο της κατάθεσης της Συμφωνίας (Τεκμ.3), στο Κτηματολόγιο και να αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 1 την απόσυρση της Συμφωνίας (Τεκμ.3) από το Κτηματολόγιο, την πώληση του διαμερίσματος και την υλοποίηση ισχυριζόμενης εκ μέρους τους προφορικής συμφωνίας. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 Ο Εναγόμενος 1 διά της ανταπαίτησης του αξιώνει εναντίον των Εναγόντων διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 και/ ή διάταγμα μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος στο όνομά του και διαζευκτικά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ειδικές αποζημιώσεις ύψους 34,000 Λ.Κ. (€58092,44), ως το ποσό το οποίο κατέβαλε ο Εναγόμενος 1 για την αγορά του διαμερίσματος, πλέον τόκους από την 28.12.2007 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον την υπεραξία του εν λόγω διαμερίσματος πλέον το ποσό των €80,000 για έξοδα που πλήρωσε ο Εναγόμενος 1 για το επίδικο διαμέρισμα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, ήτοι τα Τεκμ.18-21 και 29-34 καθώς και την κατάθεση του Εναγόμενου 1 επ' αυτών, και ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, το ζήτημα της μεταβίβασης του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2007 με αρ. ΧΧΧ σε σχέση με το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 10.07.1986 με αρ. ΠΩΕ ΧΧΧ έχει επιλυθεί από το Κτηματολόγιο στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. ΑΕΑ ΧΧΧ. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν καταγραφεί αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι πλέον η Ανταπαίτηση δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι Αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 2: Πολύ σύντομα θα με απασχολήσει και το ζήτημα των αξιώσεων των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 2 ενόψει ειδικότερα του ευρήματος μου, όπως το κατέγραψα πιο πάνω, ότι δεν απαιτείτο η πιστοποίηση του Τεκμ. 3 από Πιστοποιών Υπάλληλο για την κατάθεση του για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Η νομοθετική διάταξη που διέπει το ζήτημα είναι το άρθρο 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ. 39 όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο το οποίο προνοούσε τα ακόλουθα: «Κανένας πιστοποιών υπάλληλος δεν πιστοποιεί οποιαδήποτε υπογραφή ή σφραγίδα εκτός αν - (α) η υπογραφή ή σφραγίδα τίθεται στο έγγραφο στην παρουσία του· και (β) το πρόσωπο το οποίο υπογράφει ή σφραγίζει το έγγραφο είναι προσωπικά γνωστό στον πιστοποιούντα υπάλληλο ή η ταυτότητά του επιβεβαιώνεται από δυο πρόσωπα που είναι προσωπικά γνωστά στον πιστοποιούντα υπάλληλο, τα οποία υπογράφουν το έγγραφο ως μάρτυρες της σφραγίδας ή της υπογραφής του προσώπου που σφραγίζει ή υπογράφει· και (γ) το έγγραφο είναι χαρτοσημασμένο κανονικά με βεβαίωση σύμφωνα με το Στοιχείο 33 του Πρώτου Παραρτήματος των περί Χαρτοσήμων Νόμων 1963 έως 1972». Όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Αντωνίου v. Χριστοδούλου,
(2003)1(Α) ΑΑΔ σελ.183 είναι απόλυτα σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Παραθέτω το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση αυτή για να καταδειχθεί η νομική αντίκριση του ζητήματος. «Σε συμφωνία με τις εισηγήσεις της εφεσίβλητης, θεωρούμε απολύτως ορθή την ερμηνευτική προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Είναι συναφώς ορθή η επισήμανση πως αν επρόκειτο να ήταν αρκετός ο έλεγχος ενός δελτίου, ως δελτίου ταυτότητας, θα ήταν αχρείαστος ο ίδιος ο θεσμός του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Η απαίτηση για πιστοποίηση από πιστοποιούντα υπάλληλο δεν τίθεται επειδή αυτός είναι σε θέση καλύτερη από άλλους να διαβάζει τα στοιχεία από ένα δελτίο ή να αντιπαραβάλλει εικόνες. Και η περίπτωση των κτηματολογικών λειτουργών ή οποιουδήποτε άλλου του οποίου το καθήκον δεν υπόκειται σε τέτοιες ρυθμίσεις, είναι διαφορετική. Αποκτά η πιστοποίηση του πιστοποιούντος υπαλλήλου τη σημασία που της αποδίδεται ενόψει των εχέγγυων, των ατομικών που συνυπολογίζονται για το διορισμό τους και των διαδικαστικών που τίθενται, ώστε πράγματι να εξυπηρετείται η ασφάλεια των συναλλαγών. Ο Νόμος είναι καθαρός και όσα προτείνει ο εφεσείων δεν χωρούν στο σαφές του νόημα και στην πρόθεση του νομοθέτη όπως αυτό ευθέως την αποκαλύπτει. Υιοθέτησή τους δε, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη προσθήκη ή αλλοίωση. Για να πιστοποιηθεί η υπογραφή από πιστοποιούντα υπάλληλο, ο υπογράφων θα πρέπει να είναι ήδη προσωπικά γνωστός του και αυτό δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με το δελτίο ταυτότητάς του. Ο Νόμος αναφέρεται σε προσωπική γνωριμία προϋπάρχουσα και όχι, βέβαια, που πραγματοποιείται με σύσταση τη στιγμή της υπογραφής. Ελλείπουσας αυτής της προϋπόθεσης, η εναλλακτική λύση μπορεί να προέλθει με την επιβεβαίωση της ταυτότητας του υπογράφοντος από δυο άλλα προσώπα, προσωπικά γνωστών, βεβαίως με την πιο πάνω έννοια, στον πιστοποιούντα υπάλληλο. Ο εφεσείων πιστοποίησε την υπογραφή προσωπικά άγνωστού του χωρίς να χρησιμοποιήσει την εναλλακτική μέθοδο και σαφώς παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον του. Επομένως, ήταν ορθή η κατάληξη στην οποία άχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο που, όπως ήδη σημειώσαμε, περιλαμβάνει, αντίθετα προς ό,τι αντιλήφθηκε ο εφεσείων, εύρημα τόσο για παράβαση θέσμιου καθήκοντος όσο και για αμέλεια. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την άποψη του εφεσείοντα, πως δεν αρκούσε η απόδειξη της παράβασης του θέσμιου καθήκοντος, που δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερη απαίτηση για κακή πίστη, ανεντιμότητα ή οτιδήποτε άλλο. Η αναφορά στην Επίσημος Παραλήπτης (ανωτέρω) σε βαριά αμέλεια που άγγιζε τα όρια του δόλου, ήταν απλώς προσδιοριστική της συμπεριφοράς του πιστοποιούντος υπαλλήλου σε εκείνη την περίπτωση. Ενώ, στο πλαίσιό της εξετάστηκε και η εισήγηση πως δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου έναντι πιστοποιούντος υπαλλήλου για παράβαση του καθήκοντός του, όπως του το επιβάλλει ακριβώς το άρθρο 7 του Νόμου. Εισήγηση, παρεμβάλλουμε, που περιλήφθηκε και εν προκειμένω στους λόγους έφεσης αλλά δεν προωθήθηκε με το περίγραμμα της αγόρευσης ή κατά την ακρόαση. Με παραπομπή και στην προηγούμενη νομολογία, με την απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής Χρυσοστομής, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: "Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου και με την κατάληξη ότι ο εφεσείων 2 αθέτησε το θέσμιο καθήκον που είχε έναντι των εφεσιβλήτων και ότι οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν την αγωγή τους και να διεκδικήσουν από αυτόν αποζημιώσεις"». Τα ως άνω με οδηγούν ότι είναι λανθασμένη η προσέγγιση της Εναγόμενης 2 ότι όταν πιστοποίησε την Συμφωνία (Τεκμ.3), τήρησε τις προϋποθέσεις που η ίδια η νομοθεσία θέτει. Αν και εκ του αποτελέσματος τελικά το γεγονός αυτό δεν ενέχει οποιανδήποτε σημασία στην έκβαση της υπόθεσης και επομένως και ως προς τις αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον της, οι οποίες και παραμένουν χωρίς έρεισμα, αυτή η ενέργεια της θα έχει καταλυτική σημασία ως προς τα έξοδα σε σχέση με τους Ενάγοντες. Το ουσιαστικό ζήτημα που εξετάστηκε σε σχέση με τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 είναι το ως άνω και δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της εφόσον δεν έχουν οποιανδήποτε σημασία. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Συνοψίζοντας, καταλήγω στα πιο κάτω συμπεράσματα:
- Οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη της επίδικης προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο 1, καθότι δεν απέδειξαν τις βασικές προϋποθέσεις συνομολόγησης νομικά έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας, ήτοι την πρόταση, την αποδοχή και την αντιπαροχή.
- Δεδομένης της συγγένειας μεταξύ των διαδίκων, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι η συμφωνία η οποία αναφέρεται στις Επιστολές / Τεκμ. 4-6 συνιστούσε οικογενειακή / φιλική διευθέτηση μεταξύ συγγενών χωρίς τη βούληση σύναψης δεσμευτικής σύμβασης συνιδιοκτησίας και συνεκμετάλλευσης του διαμερίσματος, ως εισηγούνται οι Ενάγοντες, τεκμήριο το οποίο οι Ενάγοντες δεν έχουν κατορθώσει να ανατρέψουν επικαλούμενοι το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών.
- Οι επιστολές (Τεκμ. 4 και 5) δεν αποτελούν επιβεβαίωση της επίδικης προφορικής συμφωνίας ούτε σχετίζονται με τη Συμφωνία (Τεκμ. 3), αλλά είναι το αποτέλεσμα μεταγενέστερων του Τεκμ. 3 και κατόπιν πιέσεων της κόρης του Ενάγοντος 2 σκέψεων του Εναγόμενου 1 για μια φιλική/ οικογενειακή διευθέτηση υπό προϋποθέσεις που ουδέποτε πληρούνταν σωρευτικά, οι οποίες παρέμειναν σκέψεις, καθότι δε συνέκλιναν με τις θέσεις του Ενάγοντος 2, ως εκτέθηκαν δια του Τεκμ.
- Στη Συμφωνία (Τεκμ. 3), δεν αναφέρεται οποιουδήποτε είδους συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των Εναγόντων και/ ή του Ενάγοντος
- Εφόσον το περιεχόμενο του Τεκμ. 3 είναι σαφές και δεν αμφισβητείται, οι ισχυρισμοί και αιτιάσεις των Εναγόντων, ως προκύπτουν από τα δικόγραφα και ως έχουν προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τις επιστολές (Τεκμ. 4 και 5), ήτοι ότι επιβεβαιώνουν την κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων προφορική συμφωνία, προς υλοποίηση της οποίας υπογράφτηκε η Συμφωνία (Τεκμ. 3), καταρρίπτονται από μόνες τους.
- Εφόσον, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τη δικογραφημένη θέση τους περί συνομολόγησης της επίδικης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, στην οποία στηρίζουν και τις αξιώσεις τους έναντι του Εναγόμενου 1, δεν αποδεικνύεται καμία παράβαση συμφωνίας από τον Εναγόμενο 1 και κατ' επέκταση καμία ζημιά των Εναγόντων ένεκα της κατ' ισχυρισμόν αυτών παράβασης συμφωνίας. Εκ του περισσού επισημαίνεται ότι οι Ενάγοντες, επίσης, δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν υποστεί την κατ' ισχυρισμό των ιδίων ζημιά ένεκα της δήθεν παράβασης της επίδικης προφορικής συμφωνίας τους με τον Εναγόμενο
- Αντίθετα, η μοναδική έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το διαμέρισμα είναι η Συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2007 (Τεκμ. 3), την οποία η Ενάγουσα 1 προσυπέγραψε δια του Ενάγοντος 2 διευθυντή της, δεσμευόμενη προς τον Εναγόμενο 1 για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα και τη μεταβίβαση αυτού στο όνομα του Εναγόμενου 1, και την οποία παρέβηκαν οι Ενάγοντες αρνούμενοι και/ ή παραλείποντας τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του Εναγόμενου 1 ελεύθερου από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος.
- Οι Ενάγοντες, εφόσον αναμφισβήτητα προσυπέγραψαν τη Συμφωνία (Τεκμ. 3), και εξουσιοδότησαν και συνέβαλαν στη σύνταξη της επιστολής (Τεκμ. 27), προς τον Εναγόμενο 1 σχετικά με τις αξιώσεις τους, προκειμένου να του μεταβιβάσουν το διαμέρισμα, καμία εκ των οποίων δεν αφορά στην επίδικη προφορική συμφωνία, κωλύονται λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (estopped by deed) να επικαλούνται την ύπαρξη άλλης νομικά έγκυρης και δεσμευτικής προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, προς υλοποίηση της οποίας υπέγραψαν τη Συμφωνία (Τεκμ. 3), και να αξιώνουν δυνάμει αυτής ως η αγωγή τους.
- Οι Ενάγοντες, ένεκα συμπεριφοράς και παραστάσεων τους προς τον Εναγόμενο 1 προ και μετά της υπογραφής της Συμφωνίας (Τεκμ. 3), δια των οποίων δημιούργησαν στον Εναγόμενο 1 την πεποίθηση ότι δεν αξιώνουν οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα, κωλύονται να επικαλούνται την ύπαρξη της επίδικης προφορικής συμφωνίας και να αξιώνουν ως η αγωγή τους εναντίον του Εναγόμενου 1 δυνάμει αυτής.
- Εφόσον οι Ενάγοντες με τη συμπεριφορά και τις παραστάσεις τους στα πλαίσια της Αίτησης / Έφεσης Αρ. XXXXX/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε σχέση με την αίτηση αρ. ΑΕΑ ΧΧΧ στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στην ουσία αποδέχτηκαν τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 δια της διαδικασίας των «Εγκλωβισμένων Αγοραστών», αφετηρία και προϋπόθεση της οποίας είναι η κατάθεση αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, κωλύονται δια της παρούσας αγωγής να αμφισβητούν το νόμιμο και έγκυρο της κατάθεσης της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) στο Κτηματολόγιο και να αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 1 την απόσυρση της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) από το Κτηματολόγιο, την πώληση του διαμερίσματος και την υλοποίηση της επίδικης προφορικής συμφωνίας, ως παραδέχτηκε ξεκάθαρα ο Ενάγων 2 αντεξεταζόμενος.
- Παρόλο ότι η πιστοποίηση των υπογραφών επί της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) ήταν παράτυπη όπως αποφάνθηκα πιο πάνω, ενόψει του ότι ήταν εύρημα μου ότι αυτή θα μπορούσε να είχε κατατεθεί για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο χωρίς την πιστοποίηση των υπογραφών της από Πιστοποιών Υπάλληλο κρίνω ότι το γεγονός της κατάθεσης της δεν προκάλεσε οποιανδήποτε βλάβη στα συμφέροντα των Εναγόντων και έτσι οι αξιώσεις τους εναντίον της Εναγόμενης 2 δεν έχουν στοιχειοθετηθεί και απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω να απορρίψω τις αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον των Εναγόντων επίσης απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 1