← Κύπρος

CAC Coral Ltd ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Dillow Grace Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1087/2012, 3

CAC Coral Ltd ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Dillow Grace Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1087/2012, 3/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1087/2012 Μεταξύ: CAC Coral Ltd ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων v. 1. Dillow Grace Trading Ltd 2. Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd 3. XXXXX Khanin Ilyich Εναγομένων Αίτηση Εναγoμένων 2 ημ. 9.6.20 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2 - Αιτητές: κ. Φ. Σωφρονίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Κακουλλή με κ. Γ. Αντωνίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της Αγωγής αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και το πέρας της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 2 - Αιτητές καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούν άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά βασικά την προσθήκη των ακόλουθων ισχυρισμών: (
  2. i)Με βάση τη σχετική συμφωνία εγγύησης ημ. 9.5.08 η οποία νομίμως υπεγράφη από τους Εναγόμενους 2 και ή την επιστολή προσφοράς ημ. 9.5.08 προς τους Εναγόμενους 1, οι Εναγόμενοι 2 απαλλάσσονταν αυτόματα από τη δοθείσα εγγύηση με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για την επίδικη κατοικία και την εγγραφή Α΄ υποθήκης για το υπόλοιπο του δανείου. (
  3. ii)Στις 4.11.10 το Κτηματολόγιο Λεμεσού εξέδωσε ξεχωριστό τίτλο για την επίδικη κατοικία και ταυτόχρονα ενεγράφησαν οι σχετικές υποθήκες επί του ξεχωριστού τίτλου ως είχε συμφωνηθεί, επομένως οι Ενάγοντες παρεμποδίζονται από του να εγείρουν την παρούσα Αγωγή και ή έχουν απαλλαγεί από την εγγύηση, ουδεμία ευθύνη έχουν για πληρωμή οποιουδήποτε υπολοίπου και η συμφωνία εγγύησης ημ. 9.5.08 έπαυσε να ισχύει και δημιουργεί έννομα αποτελέσματα από τις 4.11.10. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΚ (εφεξής «ο ΧΚ»), διευθυντή των Εναγομένων 2 - Αιτητών. Ο ΧΚ αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας και στους λόγους που οδήγησαν στην καταχώριση της Αίτησης και ισχυρίζεται ότι η Αίτηση γίνεται καλόπιστα, αφορά βασικά ένα μόνο σημείο, ήτοι τη συμφωνία εγγύησης και δύναται να εγκριθεί εφόσον οι Ενάγοντες μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 2. Όλοι οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και δεν δικαιολογούν την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. 3. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Εναγόντων και θα οδηγήσει σε καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής. 4. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. 5. Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν ήταν γνωστά εξ αρχής στους Αιτητές και η ελλιπής και ή ανεπαρκής επικοινωνία και ή συνεργασία με τους δικηγόρους τους δεν αποτελεί καλό λόγο για την έγκριση της Αίτησης. 6. Η προτεινόμενη τροποποίηση μεταβάλλει ριζικά την Υπεράσπιση και εισάγει εντελώς νέα βάση Υπεράσπισης χωρίς να δοθεί η αναγκαία αιτιολόγηση ως προς τούτο. 7. Η σκοπούμενη τροποποίηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΜ (εφεξής «ο ΜΜ»), ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Απαιτήσεων της Υπηρεσίας Λεμεσού - Πάφου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Ο ΜΜ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και παραπέμπει επίσης στην καταχώριση προγενέστερης αίτησης ημ. 3.9.18 για την τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 2 από τους τότε δικηγόρους τους Κ. Μελά & Συνεργάτες, η οποία τελικώς αποσύρθηκε και στην οποία δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στους ισχυρισμούς οι οποίοι επιδιώκονται να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων δυνάμει της παλαιάς Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Παραπέμπω επίσης εκ νέου στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, όπου υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 13.3.
  1. Με αυτή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον και των τριών Εναγομένων το ποσό των €899.037,03 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου ημ. 9.5.08 η οποία συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημ. 9.5.08 από τους Εναγόμενους 2 και
  2. Αξιώνουν επίσης διατάγματα εκποίησης τεσσάρων υποθηκών τις οποίες παραχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 (αρχικώς τις είχε παραχωρήσει η εταιρεία Sunsmile προς τους Ενάγοντες και πριν την καταχώριση της Αγωγής τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στους Εναγόμενους 2 με τις υποθήκες) καθώς επίσης και διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για την αναγνώριση εκχώρησης στους Ενάγοντες των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημ. 24.3.08 μεταξύ τους δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημ. 9.5.
  3. Σύμφωνα με τον φάκελο και όπως αναφέρει ο ΧΚ, οι Εναγόμενοι 2 διόρισαν ως δικηγόρους τους το γραφείο Λ. Παπαφιλίππου & Σια οι οποίοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 3.4.12 και Υπεράσπιση στις 13.9.
  4. Με βάση το περιεχόμενο της Υπεράσπισης, σε αυτή υπάρχει παραδοχή ως προς την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης ημ. 9.5.08, πλην όμως προβάλλεται ισχυρισμός πως αυτή (η εγγύηση) δεν είναι έγκυρη και δεσμευτική καθότι δεν υπήρχε η δέουσα εξουσιοδότηση για την υπογραφή της. Περαιτέρω προβάλλεται ισχυρισμός ότι το έγγραφο εγγύησης υπεγράφη ως αποτέλεσμα οικονομικής πίεσης, και παρατίθενται λεπτομέρειες, ως επίσης και ισχυρισμός πως οι Εναγόμενοι 2 έχουν απαλλαγεί αυτής λόγω του ότι δεν συμφώνησαν να δεσμεύονται από τυχόν παράταση χρόνου αποπληρωμής του δανείου και ή τροποποίηση της συμφωνίας δανείου. Είναι σαφές, όπως άλλωστε ρητώς αναγνωρίζεται από τον ΧΚ, πως οι Εναγόμενοι 2 γνώριζαν εξ αρχής για το έγγραφο εγγύησης ημ. 9.5.08, εξ ου και ο ΧΚ ισχυρίζεται ότι αναφέρθηκε στη φύση αυτού και στα όσα επιχειρείται να προστεθούν με την προτεινόμενη τροποποίηση σε συνάντηση με τους τότε δικηγόρους τους για την προετοιμασία της Υπεράσπισης τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε τερματισμό της σύμβασης δανείου με επιστολή ημ. 3.1.12, οι Εναγόμενοι 2 στην Υπεράσπιση τους αρνούνται λήψη τέτοιας επιστολής, όμως γεγονός παραμένει ότι η ισχυριζόμενη έκδοση ξεχωριστού τίτλου προηγήθηκε της καταχώρισης της Αγωγής. Ειδικότερα, ο ΧΚ ισχυρίζεται ότι ανέφερε στους δικηγόρους τους όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι η συμφωνία εγγύησης ημ. 9.5.08 (την οποία υπέγραψε με τους Ενάγοντες) ήταν σύμφωνη με την πρακτική που ακολουθούσαν οι Εναγόμενοι 2 σε περιπτώσεις πώλησης οικιών και διαμερισμάτων σε πελάτες για τα οποία δεν είχαν κατά τον χρόνο πώλησης ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας, οπόταν ο πελάτης έπρεπε να πάρει δάνειο για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς έναντι της υποθήκευσης του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της γης που αντιστοιχούσε στην πωληθείσα οικία και ταυτόχρονα οι Εναγόμενοι 2 εγγυούνταν τις υποχρεώσεις των πελατών τους προς την τράπεζα μέχρι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και την εγγραφή των σχετικών υποθηκών επί του ξεχωριστού τίτλου. Ο ΧΚ ισχυρίζεται ότι επιπρόσθετα ανέφερε πως η σύμβαση εγγύησης την οποία υπέγραψε μαζί με την επιστολή προσφοράς ρητώς προνοούσαν ότι με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και την εγγραφή των υποθηκών επί αυτού η εγγύηση των Εναγομένων 2 έπαυε να ισχύει. Μάλιστα, ο ΧΚ επισυνάπτει αντίγραφα της συμφωνίας εγγύησης και της επιστολής προσφοράς, Τεκμήριο 2, τα οποία έχει στην κατοχή του. Ο ΧΚ συνεχίζει λέγοντας ότι μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης τους, είχε συνάντηση με τους δικηγόρους τους οι οποίοι του είπαν ότι είχαν ετοιμάσει την Υπεράσπιση στη βάση των όσων είχαν συζητήσει και δεν χρειάζονταν διευκρίνιση ούτε και την έστειλαν στον ΧΚ για έλεγχο. Σύμφωνα πάντα με τον ΧΚ, έκτοτε αυτός δεν είχε οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση από τους δικηγόρους τους μέχρι και τον Μάιο του 2017 όταν υπήρξαν διαφορές μαζί τους και τελικώς στις 15.6.17 διόρισαν ως νέους δικηγόρους το γραφείο Φ. Α. Σωφρονίου ΔΕΠΕ. Αυτοί οι ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου από τον οποίο προκύπτει πως στις 26.5.17 οι τότε δικηγόροι των Εναγομένων 2 αποσύρθηκαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και πράγματι στις 15.6.17 καταχωρίστηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από το γραφείο Φ. Α. Σωφρονίου. Ο ΧΚ ισχυρίζεται ότι τον Οκτώβριο του 2017 διορίστηκε Παραλήπτης-Διαχειριστής των Εναγομένων 2 ο οποίος και εξουσιοδότησε το γραφείο Φ. Α. Σωφρονίου να συνεχίσει να εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 2 ενώ ο ίδιος (ο ΧΚ) δεν είχε οποιαδήποτε επαφή πλέον με το εν λόγω γραφείο. Είναι όντως εύστοχη και βάσιμη η θέση της δικηγόρου των Εναγόντων πως ενώ ο ΧΚ προέβη σε διορισμό νέων δικηγόρων εκ μέρους των Εναγομένων 2, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ως προς τις επικοινωνίες μεταξύ τους, οι οποίες προφανώς και έλαβαν χώρα για σκοπούς διορισμού και ενημέρωσης τους, για το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 2017 όταν ακόμα οι Εναγόμενοι 2 δεν είχαν τεθεί υπό διαχείριση. Σύμφωνα με τον ΧΚ, αμέσως μετά τον διορισμό του Παραλήπτη-Διαχειριστή, υπήρξαν αρκετά προβλήματα και διαφορές μεταξύ τους με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 2 να διορίσουν το δικηγορικό γραφείο Κ. Μελά για να τους εκπροσωπεί, το οποίο και καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης για αυτούς, και από τον Οκτώβριο του 2017 να επέλθει ρήξη τόσο με τον Παραλήπτη όσο και με το γραφείο Φ. Σωφρονίου και, κατόπιν προτροπής των δικηγόρων τους, έκτοτε να μην έχει οποιαδήποτε επαφή εξ ου και δεν λάμβανε γνώση και ενημέρωση για τις δικαστικές διαδικασίες. Παρόλο που ο ΧΚ τοποθετεί την εμφάνιση των νέων δικηγόρων και τη ρήξη των σχέσεων κατά τον Οκτώβριο του 2017, εντούτοις σημειώνεται ότι είναι στις 10.8.18 που σύμφωνα με τον φάκελο καταχωρίστηκε άλλη ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου των Εναγομένων 2, ήτοι των Κ. Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Ακολούθως ο ΧΚ αναφέρεται σε αίτηση ενώπιον Δικαστηρίου για ακύρωση του διορισμού του Παραλήπτη, (την οποία καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 μέσω των δικηγόρων Κ. Μελά και η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο) και σε νέα προτροπή των δικηγόρων τους βάσει της οποίας στις 10.3.20 επικοινώνησε με τον Παραλήπτη και ζήτησε λεπτομερή ενημέρωση για τις υποθέσεις των Εναγομένων
  5. Ο Παραλήπτης τον ενημέρωσε γενικά και του ανέφερε ότι ο κ. Φ. Σωφρονίου θα επικοινωνούσε μαζί του για να συναντηθούν και να τον ενημερώσει ο ίδιος λεπτομερώς για τις δικαστικές υποθέσεις τις οποίες χειριζόταν για λογαριασμό των Εναγομένων
  6. Στις 12.3.20 ο κ. Σωφρονίου επικοινώνησε με τον ΧΚ και διευθέτησαν συνάντηση για τις 16.3.20, η οποία όμως δεν έγινε λόγω της πανδημίας και λόγω του ότι ο ΧΚ ανήκει στις ευπαθείς ομάδες. Τελικώς η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 25.5.20 οπότε ο ΧΚ συνειδητοποίησε ότι οι ως άνω προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση και έτσι έχρηζε τροποποίησης. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η διαφωνία αναφορικά με τον διορισμό του Παραλήπτη και η συνακόλουθη προτροπή από το δικηγορικό γραφείο Κ. Μελά να μην έχει επαφή με το δικηγορικό γραφείο Φ. Σωφρονίου ουδόλως αποτελεί βάσιμη δικαιολογία για την παρατηρηθείσα έλλειψη επικοινωνίας και ενημέρωσης για τις δικαστικές υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούσαν εναντίον των Εναγομένων 2 και ήταν εις πλήρη γνώση του ΧΚ. Ανεξαρτήτως των όποιων διαφωνιών μεταξύ τους και των όποιων μέτρων είχαν ληφθεί για ακύρωση του διορισμού του, σαφώς ο διορισμός του Παραλήπτη, ενόσω αυτός ήταν σε ισχύ, είχε ως συνέπεια και την εξουσία να εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 2, διορίζει δικηγόρο και δίνει οδηγίες σε αυτόν για τον χειρισμό των υποθέσεων εναντίον τους. Ως εκ τούτου, η στάση του ΧΚ δεν αποτελεί βάσιμη και εύλογη δικαιολογία για την έλλειψη ενημέρωσης για την πορεία της παρούσας Αγωγής αλλά αντιθέτως καταδεικνύει παντελή και συνειδητή παύση της όποιας επικοινωνίας και επαφής με τον Παραλήπτη και συνακόλουθα απουσία ενημέρωσης για τις δικαστικές υποθέσεις. Μάλιστα, ο ΧΚ δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία αναφορικά με το χρονικό διάστημα μεταξύ της απόσυρσης του γραφείου Κ. Μελά μέχρι και τον Μάρτιο του 2020 όταν ο ΧΚ αποφάσισε να ενδιαφερθεί για την Αγωγή. Με άλλα λόγια, από την απόσυρση του γραφείου Κ. Μελά είχαν περάσει ακόμα περίπου 15 μήνες χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τη συνέχιση της ίδιας στάσης από τον ΧΚ. Επιπλέον, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι ένα μόνο μήνα μετά την καταχώριση ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου για τους Εναγομένους 2 από το γραφείο Κ. Μελά, στις 3.9.18 το εν λόγω γραφείο καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης των Εναγομένων
  7. Σε αυτή ζητείτο η προσθήκη, μεταξύ άλλων, των ακόλουθων ισχυρισμών: α. Oι επίδικες συμφωνίες ήταν αποτέλεσμα παραπλάνησης και απόκρυψης γεγονότων από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους
  8. β. Τα έγγραφα εγγύησης και υποθήκης είναι άκυρα καθότι υπεγράφησαν χωρίς την ελεύθερη βούληση και συναίνεση και ή προειδοποίηση και ή αποκάλυψη των υποχρεώσεων των Εναγομένων 2 αφού οι Ενάγοντες παρουσίασαν το έγγραφο υποθήκης ως ένα τυπικό έγγραφο χωρίς να τους δώσουν την ευκαιρία να διαβάσουν τους όρους του. γ. Οι Ενάγοντες ανέφεραν στους Εναγόμενους 2 ότι η εγγύηση τους ήταν μόνο για να εκδοθούν οι τίτλοι της οικίας. δ. Οι Ενάγοντες ενήργησαν με απατηλό και ή παραπλανητικό τρόπο εφόσον δεν εξήγησαν στους Εναγόμενους 2 τη σημασία των εγγράφων υποθήκης και εγγύησης. ε. Αυτές υπεγράφησαν κατόπιν ψευδών παραστάσεων ως προς τη συνέπεια της υπογραφής των Εναγομένων 2 και ή την τελική συνεισφορά τους προς εξόφληση της σύμβασης πίστωσης. στ. Είναι προϊόν αθέμιτης ψυχικής πίεσης και οικονομικού εξαναγκασμού. ζ. Οι όροι είναι άκυροι και ή ακυρώσιμοι γιατί είναι ετεροβαρείς και ή ιδιαίτερα επαχθείς και ή αντίκεινται στους κανόνες των συναλλακτικών ηθών και ή στους κανόνες επιείκειας. η. Οι όροι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ή αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους δημιουργώντας οικονομική ανισότητα μεταξύ των διαδίκων. θ. Οι ρήτρες δεν έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια και ή είναι καταχρηστικές. Οι Εναγόμενοι 2 επιχειρούσαν επίσης να προσθέσουν και άλλους ισχυρισμούς αναφορικά με τις υποθήκες και τη συμφωνία δανείου, καθώς επίσης και να εγείρουν Ανταπαίτηση με αξιώσεις για την ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών με αποτέλεσμα την απαλλαγή των Εναγομένων 2 από τις συμφωνίες εγγύησης, υποθήκης και ή εκχώρησης δικαιωμάτων, για ακύρωση των υποθηκών λόγω δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και για αποζημιώσεις. Δεν μου διαφεύγει ότι η αίτηση εκείνη συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του κ. ΑΚ (εφεξής «ο ΑΚ»), διευθυντή των Εναγομένων 2, στην οποία ισχυρίζετο ότι κατόπιν μελέτης της υπόθεσης και των εγγράφων η δικηγόρος του γραφείου Κ. Μελά που ανέλαβε τον χειρισμό της Υπεράσπισης τους είχε εισηγηθεί ότι θα πρέπει να γίνει η αιτούμενη τροποποίηση για να περιληφθούν ισχυρισμοί αναφορικά με τις υποθήκες και Ανταπαίτηση. Οι ισχυρισμοί στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων 2 πως οι Εναγόμενοι 2 ουδέποτε έλαβαν γνώση ή ενημερώθηκαν για την καταχώριση τέτοιας αίτησης η οποία κατά τους ίδιους εν πάση περιπτώσει συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ΑΚ ο οποίος δεν είχε υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης και δεν γνώριζε τα γεγονότα, δεν αποτελούν μαρτυρία στα πλαίσια της Αίτησης και δεν λαμβάνονται υπόψιν. Εν πάση περιπτώσει, αξίζει να σημειωθεί ότι η αίτηση είχε καταχωριστεί από το ίδιο νομικό πρόσωπο, τους Εναγόμενους 2, και ο ισχυρισμός του δικηγόρου δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση καθότι η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε προερχόταν μεν από άλλο αξιωματούχο και διευθυντή της εταιρείας ο οποίος όμως είχε δηλώσει ότι ενημερώθηκε από τους δικηγόρους τους για την ανάγκη τροποποίησης και επομένως προφανώς και είχε ενημερωθεί και γνώριζε τι ακριβώς υπέγραφε και για ποιον σκοπό. Παρόλο που τελικώς αυτή η αίτηση αποσύρθηκε στις 26.9.18 άνευ βλάβης με δήλωση εκ μέρους των Εναγομένων 2 πως αυτό έγινε μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα της εκπροσώπησης τους, εντούτοις γεγονός παραμένει πως μετά τον διορισμό από τον ΧΚ του γραφείου Κ. Μελά για να εκπροσωπήσει τους Εναγόμενους 2, ανεξαρτήτως της ταυτόχρονης εκπροσώπησης τους από το γραφείο Φ. Σωφρονίου, οι Εναγόμενοι 2 επιχείρησαν την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους αφότου βεβαίως είχαν συνομιλήσει με τους δικηγόρους τους. Είναι όντως αξιοσημείωτο πως οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούσαν και τη συμφωνία εγγύησης και μάλιστα με ρητή αναφορά στο ότι η εγγύηση αφορούσε μόνο την έκδοση τίτλων της οικίας. Αυτό ακριβώς το ζήτημα αποτελεί και το κύριο και ουσιώδες αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι η φύση της συμφωνίας εγγύησης και ο χρονικός προσδιορισμός της ισχύος της. Επομένως, διαφαίνεται χωρίς δυσκολία πως και η προηγούμενη αίτηση αφορούσε, ως προς ένα σκέλος της, το ίδιο αντικείμενο και δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ως προς την παράλειψη συμπερίληψης των σημερινών ισχυρισμών στην παλαιότερη αίτηση. Αντί αυτού οι Εναγόμενοι 2 επιλέγουν να μην προβούν σε οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή, δημιουργώντας έτσι αναπάντητα ερωτήματα και κενά ως προς την παράλειψη συμπερίληψης των αιτούμενων τροποποιήσεων σε εκείνη την αίτηση. Εδώ αξίζει να υπομνησθεί ότι η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως τελικώς, προφανώς μετά την απόρριψη της αίτησης για ακύρωση του διορισμού του Παραλήπτη, στις 26.11.18, το γραφείο Κ. Μελάς απέσυρε άνευ βλάβης την εμφάνιση του με επιφύλαξη καταχώρισης νέας σε περίπτωση ανάκλησης του διορισμού του. Ακολούθησε ειδοποίηση υποκατάστασης Εναγόντων ημ. 5.2.19 και τελικώς αίτηση ημ. 26.6.19 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης κυρίως αναφορικά με τη διάσπαση των υποθηκών κατόπιν της μεταβίβασης πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα στους Ενάγοντες. Με τη σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων 2, η αίτηση εγκρίθηκε, τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 22.10.19 και τροποποιημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 στις 6.2.20. Είναι γεγονός ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση είχε βασικά το ίδιο περιεχόμενο με την αρχική Υπεράσπιση, πλην όμως αυτή ήταν ακόμα μια ευκαιρία για τους Εναγόμενους 2 να έβλεπαν ξανά την Υπεράσπιση τους και ενδεχομένως να διαπίστωναν και οι ίδιοι την ανάγκη για τροποποίηση της. Τελικώς η ακρόαση της Αγωγής ξεκίνησε για τους Εναγόμενους 2 στις 5.3.20 με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος για τους Ενάγοντες, του ΜΜ ο οποίος κατέθεσε μεταξύ άλλων τη συμφωνία εγγύησης και την επιστολή προσφοράς. Η Αγωγή ορίστηκε για συνέχιση στις 11.3.20 και αναβλήθηκε για τις 23.3.20 όταν και μεσολάβησε η πανδημία, εξ ου και τελικώς ορίστηκε για συνέχιση την 1.6.20, όταν υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τους Εναγόμενους 2 με σκοπό την καταχώριση αίτησης τροποποίησης. Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως η αρχική παράλειψη συμπερίληψης των προτεινόμενων ισχυρισμών αποδίδεται σε αμέλεια και ή λάθος των αρχικών δικηγόρων των Εναγομένων 2, πλην όμως αργότερα και ειδικά μετά την αλλαγή αυτών και τον διορισμό άλλων δικηγόρων, ήτοι του γραφείου Φ. Σωφρονίου και ταυτόχρονα του γραφείου Κ. Μελά, παρατηρείται αφενός ανεξήγητη συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγομένων 2 σε σχέση με τον νέο δικηγόρο τους κ. Φ. Σωφρονίου τον οποίο οι ίδιοι επέλεξαν και διόρισαν και προφανώς συζήτησαν για την υπόθεση και αφετέρου παντελής, ηθελημένη και ενσυνείδητη έλλειψη ενδιαφέροντος και επικοινωνίας με τον συγκεκριμένο δικηγόρο από το χρονικό σημείο διορισμού του Παραλήπτη ο οποίος μάλιστα εξουσιοδότησε τον ίδιο δικηγόρο να εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 2 στην Αγωγή. Επιπλέον, ενόσω οι Εναγόμενοι 2 διόρισαν δικό τους δικηγόρο, στα πλαίσια αμφισβήτησης της νομιμότητας του διορισμού του Παραλήπτη, τον οποίο σαφώς και ενημέρωσαν για την υπόθεση, προέβησαν σε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης τους στην οποία μάλιστα αναφέρονται στην ισχύ της συμφωνίας εγγύησης και ρητώς στο ζήτημα της έκδοσης του ξεχωριστού τίτλου για την επίδικη οικία. Επομένως, αυτό το θέμα ήταν όχι μόνο εξαρχής γνωστό στους Εναγόμενους 2 αλλά και υπήρχε η δυνατότητα σε εκείνο το στάδιο να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα προσθήκης αυτού. Οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να είχαν και ακόμα μια ευκαιρία να διαπιστώσουν τις ισχυριζόμενες ελλείψεις στην Υπεράσπιση τους κατά την καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης τους λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής. Αντί αυτού οι Εναγόμενοι 2 επέδειξαν παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος και αδιαφορία για την Αγωγή, ενώ γνώριζαν ότι αυτή εκκρεμεί, ότι το γραφείο Κ. Μελά αποσύρθηκε, και μάλιστα από τις 26.11.18, και ότι επρόκειτο για παλαιά Αγωγή και εξακολουθούσαν να αρνούνται να αναγνωρίζουν τον διορισμό του Παραλήπτη και κυρίως να ενδιαφερθούν να ασχοληθούν για την τύχη της Αγωγής μέχρι και τον Μάρτιο του 2020, ήτοι ενάμιση έτος αργότερα, χωρίς και πάλι οποιαδήποτε εξήγηση. Τα πιο πάνω δεδομένα, σε συνδυασμό αφενός με την πολυετή καθυστέρηση στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος για τροποποίηση για ζητήματα τα οποία ήταν εξαρχής γνωστά στους Εναγόμενους 2, και αφετέρου με την υποβολή αυτού αφότου ξεκίνησε η ακρόαση, έστω και εάν αυτή βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο, καταδεικνύουν πως υπάρχει αφενός τέτοια αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση και αφετέρου παντελής και συνειδητή έλλειψη ενδιαφέροντος και συνακόλουθα περιφρονητική στάση έναντι των δικαστικών διαδικασιών, παράγοντες οι οποίοι αποτελούν το καθοριστικό κριτήριο ως προς την έκβαση της Αίτησης. Η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Θεωρώ όμως ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται καθότι σε αυτή όχι μόνο δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε βάσιμη και επαρκής δικαιολογία για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση αλλά και γιατί οι Εναγόμενοι 2 επέδειξαν τέτοια αδιαφορία για την Αγωγή, σε βαθμό που τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά των Εναγόντων. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν αναπόφευκτα στη διαπίστωση πως τυχόν έγκριση της Αίτησης οδηγεί σε εκτροχιασμό από τα θέσμια της δίκης, την ανάγκη διεξαγωγής αυτής σε εύλογο χρόνο και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Οι δικηγόροι των Εναγομένων 2 παρέπεμψαν στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 προς υποστήριξη της έγκρισης της Αίτησης. Θεωρώ και πάλι πως εκείνη διαφέρει από την παρούσα καθότι εκεί οι εφεσείοντες απλώς δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν πλήρως την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης και δεν προβλήθηκε ισχυρισμός για βλάβη των συμφερόντων της εφεσίβλητης, ενώ εδώ πρώτον, υπάρχει η διαπίστωση περί της παράλειψης υποβολής τέτοιου αιτήματος στα πλαίσια της προγενέστερης αίτησης τροποποίησης ημ. 3.9.18, δεύτερον γενικά οι Εναγόμενοι 2 επέδειξαν αδιαφορία για την έκβαση της Αγωγής και προώθηση της Υπεράσπισης τους, και κατά τρίτον οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα τους, στοιχεία τα οποία ελλείπουν από την προαναφερόμενη υπόθεση. Το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο αντικατοπτρίζει το σκεπτικό της απόφασης είναι διαφωτιστικό: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ' ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Το Δικαστήριο συνεκτιμά επί τούτου το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2012 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης και γενικά η όλη στάση των Εναγομένων 2 αναπόφευκτα πλήττουν τα δικαιώματα των Εναγόντων σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσαν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 2 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.