Evison Ηoldings Ltd ν. Finvision Holdings Ltd (επίσης γνωστής στη Ρωσική Ομοσπονδία και ως "International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company)") κ.α., Πρωτογενής Αίτηση αρ.: 80/19, 15/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Πρωτογενής Αίτηση αρ.: 80/19 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87 και Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1215/12 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και Αναφορικά με τη Διαιτησία που πρόκειται να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) από την Evison Holdings Ltd, εκ Λεμεσού, εναντίον των 1. Finvision Holdings Ltd (επίσης γνωστής στη Ρωσική Ομοσπονδία και ως "International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company)"), 2. . Sherzod και 3. . Yuri και Αναφορικά με την Aίτηση μεταξύ των: Evison Ηoldings Ltd, εκ Λεμεσού Αιτήτριας και 1. Finvision Holdings Ltd (επίσης γνωστής στη Ρωσική Ομοσπονδία και ως "International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company)") 2. . Sherzod 3. . Yuri Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 12.11.19 απο τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 για Παραμερισμό και ή Ακύρωση της Υποκατάστατης Επίδοσης Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 - Αιτητές: κα Α. Λάμπρου για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Για την Αιτήτρια - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης με κα Α. Κεφαλονίτη για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 - Αιτητές (εφεξής «οι Αιτητές») ζητούν τον παραμερισμό και ή την ακύρωση της υποκατάστατης επίδοσης και ή του διατάγματος ημ. 12.4.19 με το οποίο διατάχθηκε και ή επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση στους Αιτητές είτε δια προσωπικής επίδοσης σε έκαστο εξ αυτών του διατάγματος και ενιαίου σειριακού διαύλου (USB) με τα δικαστικά έγγραφα είτε δια αποστολής στην ηλεκτρονική διεύθυνση εκάστου εξ αυτών της Γενικής Αίτησης, της μονομερούς αίτησης ημ. 10.4.19 για έκδοση ενδιαμέσων απαγορευτικών διαταγμάτων, της μονομερούς αίτησης ημ. 11.4.19 για παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, του διατάγματος ημ. 12.4.19 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση, μεταφράσεων των εγγράφων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου κρίνεται σκόπιμο να επιδοθεί, στη βάση του ότι το διάταγμα ημ. 12.4.19 και ή η επίδοση είναι άκυρα και ή παράνομα και ή αντικανονικά και ή παράτυπα. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται περιέχονται στην ένορκη δήλωση ημ. 24.4.19 της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ») δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Αιτητές καθώς επίσης και στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Η ΜΠ ισχυρίζεται ότι το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση αντίκειται στην υποχρεωτική μέθοδο επίδοσης δια του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στη Ρωσία μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται στη Σύμβαση της Χάγης ή τη Διακρατική Συνθήκη μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας. Η ΜΠ ισχυρίζεται επίσης ότι η Καθ΄ ης (εφεξής «η Evison») απέτυχε να εξαντλήσει τις υποχρεωτικές διαδικασίες προσωπικής επίδοσης στους Αιτητές πριν αιτηθεί υποκατάστατη επίδοση. Σύμφωνα πάντα με τη ΜΠ, δεν συνέτρεχε λόγος για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση από τη στιγμή που η συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου (η οποία ήταν και το αντικείμενο του ενδιάμεσου διατάγματος) ήταν προγραμματισμένη για τις 10.4.19 ενώ η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση καταχωρίστηκε στις 11.4.19, δηλαδή μετά την εν λόγω συνεδρία. Η ΜΠ θεωρεί ότι η Evison δεν προέβαλε οποιαδήποτε εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογούσε την έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και ότι υπάρχει μεν μαρτυρία περί της αποστολής αλλά όχι περί της λήψης από τους Αιτητές των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή των εγγράφων. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 (εφεξής «η Finvision») η οποία είναι η μοναδική ημεδαπή Καθ΄ ης, δεν είναι πλέον εγγεγραμμένη μέτοχος στην Τράπεζα Orient Express Bank (εφεξής «η OEB») την οποία αφορούν τα ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα, αλλά η Ρωσική εταιρεία International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company) (εφεξής «η Finvision International») και επομένως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση και ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1. Οι Αιτητές κωλύονται δια συμπεριφοράς να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση και ή έχουν συμμετάσχει στη διαδικασία και ή έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι · καταχώρησαν ένσταση ημ. 24.4.19 και συμμετείχαν πλήρως στη διαδικασία που ακολούθησε · παρέλειψαν να καταχωρίσουν την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού σε ενωρίτερο στάδιο και ή την καταχώρισαν με υπέρμετρη και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 2. Οι Αιτητές δεν δύνανται να προωθούν την Αίτηση καθότι βρίσκονται σε παρακοή δικαστικού διατάγματος. 3. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και ή παράτυπη και ή αντικανονική και ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. 4. Το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση εκδόθηκε νομότυπα αφού τέθηκε επαρκής μαρτυρία η οποία ικανοποιούσε πλήρως όλες τις προϋποθέσεις. 5. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να διατάξει υποκατάστατη επίδοση στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των Ν.172/86και Ν.40/82, καθότι δεν αναιρείται η εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις περιπτώσεις όπου συντρέχει εξαιρετικός λόγος που επιβάλλει την επίδοση με εναλλακτική μέθοδο. 6. Στα πλαίσια της αίτησης ημ. 11.4.19 οι Αιτητές κατέδειξαν καλό λόγο και ή εξαιρετική περίσταση που δικαιολογούσε την άσκηση των εξουσιών που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ή τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου για εναλλακτική μορφή επίδοσης. 7. Η επίδοση αλλοδαπών δικαστικών εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, της υπηρεσίας ταχυμεταφορών και προσωπικής επίδοσης, επιτρέπεται δυνάμει του Ρωσικού δικαίου. 8. Η επίδοση έγινε νομότυπα και ή στη βάση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 9. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν βάσιμους και ή επαρκείς λόγους και ή αποδεκτή και ή ικανοποιητική μαρτυρία η οποία να αναιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. 10. Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και ή καταχρηστικά και ή για σκοπούς καθυστέρησης σχετικών διαδικασιών και ή προωθείται για αλλότριους και αθέμιτους σκοπούς. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, αυτή στηρίζεται στη δικογραφία, στις ένορκες δηλώσεις της κας ΕΓ (εφεξής «η ΕΓ») ημ. 10.4.19 και 29.5.19 και στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση του κ. ΧΑ (εφεξής «ο ΧΑ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Evison. Ο ΧΑ προβαίνει σε μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αίτησης και ακολούθως σε περίληψη των βασικών γεγονότων που αφορούν αυτή. Επισημαίνει πως ακυρώθηκε η επικείμενη συνέλευση της ΟΕΒ η οποία ήταν προγραμματισμένη για τις 10.4.19 και πως τελικώς αυτή έλαβε χώρα στις 4.7.19, ενόσω τα προσωρινά διατάγματα βρίσκονταν σε ισχύ και κατά την οποία λήφθηκε απόφαση για την απομάκρυνση του κ. N ως ενδιάμεσου προέδρου, κατά παράβαση του εν λόγω διατάγματος, εξ ου και η Evison καταχώρισε αίτηση παρακοής ημ. 15.10.19. Ο ΧΑ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, επισημαίνοντας πως ο ισχυρισμός ότι η Finvision δεν είναι πλέον εγγεγραμμένη μέτοχος της Τράπεζας είναι ψευδής και παραπλανητικός, καθότι εκείνο το οποίο ισχυρίζεται η Finvision είναι ότι έγινε αλλαγή (χωρίς ειδοποίηση) της έδρας της εταιρείας από την Κύπρο στη Ρωσία, κάτι το οποίο σύμφωνα και με το Ρωσικό δίκαιο και γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου, δεν διαφοροποιεί τη νομική οντότητα της εταιρείας η οποία εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως Κυπριακή εταιρεία. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Ι. Νομική Βάση της Αίτησης Ο λόγος ένστασης ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση δεν αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης ούτε στην ένορκη δήλωση του ΧΑ που συνοδεύει την ένσταση ούτε και στην αγόρευση της Evison. Επομένως θεωρώ ότι αυτός έχει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται. ΙΙ. Μη εξέταση της Αίτησης Λόγω Ισχυριζόμενης Παρακοής Παρόλο που τόσο στην ένορκη δήλωση του ΧΑ όσο και στην αγόρευση του δικηγόρου της Evison γίνεται αναφορά στο ότι οι Αιτητές βρίσκονται σε παρακοή του προσωρινού διατάγματος, ο λόγος ένστασης πως οι Αιτητές δεν δύνανται να προωθούν την Αίτηση καθότι βρίσκονται σε παρακοή, εξ ου και εκκρεμεί αίτηση παρακοής εναντίον τους, και πάλι δεν προωθήθηκε από πλευράς της Evison. Eπομένως και αυτός έχει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, αποτελεί ισχυρισμό του ΧΑ και όπως επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, πως το προσωρινό διάταγμα ημ. 10.4.19 απαγόρευε στη Finvision και στους Αιτητές και ή στον καθένα εξ αυτών ξεχωριστά να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την εξέταση και ή υιοθέτηση ψηφίσματος αναφορικά (
- i)με την απομάκρυνση, παύση ή αντικατάσταση του κ. N από τη θέση του προσωρινού προέδρου της ΟΕΒ ή (
- ii)τον διορισμό οποιουδήποτε νέου προσωρινού προέδρου ή προσώπου σε ισοδύναμη θέση χωρίς την έγκριση τουλάχιστον ενός μέλους του διοικητικού συμβουλίου το οποίο έχει υποδειχθεί από την Evison. Σύμφωνα με τον ΧΑ, καθ΄ ον χρόνο το εν λόγω προσωρινό διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ και ειδικότερα στις 4.7.19, η Finvision και οι Αιτητές συγκάλεσαν συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ κατά την οποία ο κ. N απομακρύνθηκε από τη θέση του προσωρινού προέδρου και αντικαταστάθηκε από τον κ. A κατά παράφορη παραβίαση του εν λόγω διατάγματος. Ο ισχυρισμός του ΧΑ πως στις 15.10.19 η Evison καταχώρισε αίτηση παρακοής εναντίον της Finvision και των Αιτητών δεν επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον φάκελο, είναι ορθή η θέση της δικηγόρου των Αιτητών ότι οι δικηγόροι της Evison δήλωσαν για πρώτη φορά στις 12.11.19 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την πρόθεση τους να καταχωρίσουν αίτηση παρακοής και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώριση αυτής η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στις 15.11.19 και ορίστηκε στις 9.12.19. Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 15.11.19, στις 25.11.19 εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής στους Αιτητές και δεν υπάρχει οτιδήποτε στον φάκελο που να καταδεικνύει την επίδοση αυτής της αίτησης σε αυτούς. Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα κατά πόσο ένας διάδικος δύναται να ακουστεί αν δεν έχει συμμορφωθεί με διάταγμα συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση Νέου v. Παναγιώτου
(2008)2 Α.Α.Δ. 675: «Στην Κύπρο έχουν υιοθετηθεί οι αγγλικές αρχές του κοινοδικαίου, ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να ακουστεί εφόσον δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες ενός διατάγματος που έχει εκδοθεί μέσα στα πλαίσια μιας εκκρεμούσας διαδικασίας στην οποία είναι διάδικος. (Βλ. Mavrommatis α.ο. v. Cyprus Hotels Co. Ltd.
(1967)1 CLR 266, Θρασυβούλου v. Λοίζου Λουκά και Υιοί Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 687). Η προσέγγιση του κοινοδικαίου ότι ο κανόνας δεν είναι απόλυτος και ότι η εφαρμογή του επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. (Βλ. Mouzouris α.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CRL 287).» Η αρχή που ξεπροβάλλει μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού διαδίκου που βρίσκεται σε παρακοή δικαστικού διατάγματος να ακουστεί από το Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να τον ακούσει αν η παρακοή του παρακωλύει το έργο του Δικαστηρίου για την απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παρακοή διατάγματος δικαστηρίου δε συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να μη επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του δικαστηρίου ν' ακουστεί σ' άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσο κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η αρχή η οποία προκύπτει για τις διαδικαστικές συνέπειες παρακοής από την απόφαση του Εφετείου στην Antonis Mouzouris & Another ν. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287 και η οποία θεμελιώνεται στην απόφαση του Δικαστή Denning στη Hadkinson ν. Hadkinson
(1952)Ρ. 285. Στη Mouzouris (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η απόφαση στη Theofylactos Mavrommatis & 2 Others v. Cyprus Hotels Co Ltd.
(1967)1 C.L.R. 266 δε θεμελιώνει κανόνα απόλυτου αποκλεισμού του εν παρακοή διαδίκου από τη διαδικασία. Τις συνέπειες της παρακοής διατάγματος είχα την ευκαιρία να διερευνήσω σε δυο αποφάσεις του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα στη Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. and Others
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 499 και στη Μαυρομμάτη και Άλλοι ν. Δημοκρατίας [Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις 228/88 και 284/88 (αναθεωρητική δικαιοδοσία), αποφασίστηκαν στις 6/12/90 και θα δημοσιευθούν στους τόμους
(1990)3 Α.Α.Δ.]. Επεσήμανα ότι στη Hadkinson (ανωτέρω), οι απόψεις που εκφράστηκαν από τα τρία μέλη του Δικαστηρίου δεν ήταν ταυτόσημες ως προς τις συνέπειες της παρακοής. τα άλλα δυο μέλη του Δικαστηρίου (Romer, L.J., Somervell, L. J.), υιοθέτησαν αυστηρότερη προσέγγιση από το Denning, L.J., ως προς τις συνέπειες της ανυπακοής στο δικαίωμα ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε μεταγενέστερη διαδικασία. Σύμφωνα με την απόφαση των άλλων δυο Δικαστών, η ανυπακοή συνεπάγεται κατά κανόνα στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, υποκειμένου όμως σε τέσσερις εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση όπου ο διάδικος αμφισβητεί την εγκυρότητα του διατάγματος που κατά τεκμήριο ή ισχυρισμό παρήκουσε. Η μεταγενέστερη αγγλική νομολογία παρουσιάζει διακυμάνσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί διάδικος εν παρακοή να αποκλειστεί, [βλ. Midland Bank Trust Co. Ltd. v. Green [1979] 2 All E.R. 193; Isaacs v. Robertson [1984] 3 All E.R. 140 και J (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156 (Sheldon J.)]. Ανεξάρτητα από τον κανόνα ο οποίος υιοθετείται για τις συνέπειες της παρακοής, κοινή είναι η θέση ότι μπορεί να επιτραπεί σε διάδικο εν παρακοή να ακουστεί σε διαδικασία που αποβλέπει στην ακύρωση του διατάγματος για παρακοή για το οποίο βαρύνεται ή κατηγορείται. Αυτό βεβαιώνει και η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Γρηγορίου και Άλλοι ν. Σταύρου και Άλλων
(1992)1 Α. Α..Δ. 237, 249.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..οι αρχές και η σχετική νομολογία ως προς την απεμπόληση του δικαιώματος διαδίκου να τύχει ακρόασης από το Δικαστήριο λόγω παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου, εξετάστηκαν στην πρόσφατη υπόθεση, Αίτηση Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. & Others
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 499. Επεξηγείται ότι διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. (Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd.
(1977)1 A.A.Δ. 287, Hadkinson v. Hadkinson [1952] P. 285 και J. (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τον φάκελο, η αίτηση παρακοής έχει τεθεί και εκκρεμεί ενώπιον άλλου Δικαστή ο οποίος είχε επιληφθεί και της μονομερούς αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εξέδωσε αυτό και τελικώς εκδίκασε την εν λόγω αίτηση με την έκδοση απόφασης ημ. 9.7.19 με την οποία η αίτηση ημ. 10.4.19 απορρίφθηκε και τα ενδιάμεσα διατάγματα ημ. 10.4.19 ακυρώθηκαν. Στις 12.11.19 οι Αιτητές έχουν καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση ως επίσης η Finvision έχει καταχωρίσει αίτηση για απόρριψη και ή διαγραφή της κυρίως Αίτησης λόγω του ότι αυτή είναι άνευ αντικειμένου και ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν αυτή. Ακολούθησε η καταχώριση της αίτησης παρακοής στις 15.11.
- Οι δύο αυτές αιτήσεις ημ. 12.11.19 τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και μάλιστα όρισε τις δύο αιτήσεις για ακρόαση για πρώτη φορά στις 25.5.20 και ακολούθως στις 15.6.
- Εκείνη τη μέρα η δικηγόρος της Evision έθεσε θέμα ως προς την σειρά εκδίκασης των αιτήσεων, εκφράζοντας την άποψη ότι θα έπρεπε πρώτα να ακουστεί η αίτηση παρακοής και αφού το Δικαστήριο άκουσε και τις δύο πλευρές, αποφάσισε όπως εκδικαστούν πρώτα οι δύο αιτήσεις ημ. 12.11.
- Έτσι οι δύο αυτές αιτήσεις ορίστηκαν την ίδια ημερομηνία για ακρόαση, όταν και κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις και από τις δύο πλευρές εξ ου και το Δικαστήριο προχωρεί σήμερα στην έκδοση δύο ξεχωριστών αποφάσεων επί αυτών. Από τη στιγμή που το παρόν Δικαστήριο έχει αποφασίσει την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης και της αίτησης για απόρριψη και ή διαγραφή της κυρίως Αίτησης, ενώ εκκρεμεί και η αίτηση παρακοής εναντίον των Αιτητών, η οποία δεν έχει ακόμα επιδοθεί στους Αιτητές, θεωρώ μη ορθό να υπεισέλθω στα πλαίσια της παρούσας στην ουσία της αίτησης παρακοής. Άλλωστε, το γεγονός και μόνο πως κλήθηκε συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ και απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε ο κ. N, δεν είναι ικανό από μόνο του να καταδείξει ότι οι Αιτητές βρίσκονται σε ηθελημένη παρακοή του προσωρινού διατάγματος, με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα (βλ. Ι.Μ. v. Π.Μ., Έφ. αρ. 19.16, ημ. 12.11.18) . Ως εκ τούτου και με βάση τις πιο πάνω περιστάσεις, θεωρώ πως οι Αιτητές δεν έχουν επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που να τους στερεί το δικαίωμα να ακουστούν στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. ΙΙΙ. Κώλυμα δια Συμπεριφοράς και ή Λόγω Δικονομικών Ενεργειών των Αιτητών να προωθούν την Αίτηση Αποτελεί λόγο ένστασης πως οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την Αίτηση και ή έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθότι αφενός καταχώρισαν ένσταση ημ. 24.4.19 και συμμετείχαν πλήρως στη διαδικασία που ακολούθησε και αφετέρου καταχώρισαν την Αίτηση με υπέρμετρη καθυστέρηση. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, η ένσταση ημ. 24.4.19 καταχωρίστηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 10.4.19 για προσωρινό διάταγμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την πρώτη κιόλας εμφάνιση τους, οι δικηγόροι της Finvision και των Αιτητών (στους οποίους δεν είχε ακόμα επιδοθεί το διάταγμα) εμφανίζονταν για τον περιορισμένο σκοπό αμφισβήτησης του προσωρινού διατάγματος και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και ακολούθως (αφότου έγινε η επίδοση στους Αιτητές) την επίδοση. Αυτές οι επιφυλάξεις εκφράζονταν σε κάθε δικάσιμο κατά την οποία οι δικηγόροι εμφανίζονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, η εμφάνιση για σκοπούς αμφισβήτησης του προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, η καταχώριση ένστασης και η ακρόαση της μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα, υπό τη ρητή επιφύλαξη εκ μέρους των Αιτητών να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και μεταγενέστερα την επίδοση, όταν αυτή πλέον είχε γίνει, ουδόλως αποτελεί τέτοιο διάβημα το οποίο να απολήγει στη λήψη τέτοιων μέτρων προς υπαγωγή και αποδοχή της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως το επόμενο διάβημα των Αιτητών μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 9.7.19 ήταν η καταχώριση της παρούσας και της αίτησης για διαγραφή και ή παραμερισμό της κυρίως Αίτησης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην Αγγλική υπόθεση Esal (Commodities) Ltd v. Mahendra Pujara
(1989)2 Lloyd's Rep. 479, η οποία υιοθέτησε την παλαιότερη υπόθεση Obikoya and others v. Silvernorth Ltd and others, QBD, The Times 6 July 1983. Παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση: «Ι can see no reason why a defendant whose assets in this country are frozen or about to be frozen - which would be the case where the ex parte injunction was refused but leave to serve short notice of a summons was given - should be regarded as having submitted to the jurisdiction merely because on being notified, probably by telex, of the injunction he takes immediate steps to protect himself . . He could of course expressly or by necessary implication submit to the jurisdiction but Mr. Mawrey's submission that mere application or resistance without more is sufficient is not justified by any authority or by the wording of the rules and it would be a denial of justice to put a defendant in the position that he cannot safely resist a summons for a Mareva injunction or apply for the discharge or variation of such an injunction granted ex parte unless he has first given notice of intention to defend and issued an application to set aside. Every ex parte injunction includes liberty to the defendant to apply on notice to vary or set aside. If Mr. Mawrey is right such liberty would be a trap unless it included a warning that any such application would preclude the defendant from subsequently challenging the jurisdiction unless he had first taken the steps mentioned. I reject the submission.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης και η μεταγενέστερη υπόθεση Smay Investments Limited and other v. Sachdev and others
(2003)EWCH 474, στην οποία γίνεται παραπομπή στις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις ως εξής: «I do not accept that a party who attends before a Judge to challenge a freezing order obtained without notice ipso facto waives his right to contest jurisdiction, unless as part of those proceedings he agrees to an order which in terms regulates his position until, and therefore contemplates, the trial of the action. This was made clear by the decision of the Court of Appeal in Esal (Commodities) v Pujara [1989] 2 Lloyd's Rep 479, where the Defendant acknowledged service, gave notice of his intention to defend the action and then, on the return date of an application to continue an injunction until trial, consented to an order in those terms without at the same time reserving his position on jurisdiction. The Court of Appeal held that, on those facts, he had submitted, Reliance was placed by the Defendant in that case on an earlier decision of Parker J in Obikoya v Silvernorth Ltd (29 June 1993, unreported), where he held that a challenge to a Mareva injunction did not, without more, amount to a submission to the jurisdiction.» Έχει ήδη λεχθεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση για το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στις 9.7.
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, την ίδια ημερομηνία ο φάκελος τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο όρισε την κυρίως Αίτηση για οδηγίες στις 12.9.19, ούτως ώστε να καθοριστεί η περαιτέρω πορεία της κυρίως Αίτησης ενόψει του περιεχομένου της απόφασης ημ. 9.7.
- Κατ΄ εκείνη τη δικάσιμο οι δικηγόροι των Αιτητών δήλωσαν την πρόθεση τους να καταχωρίσουν την παρούσα Αίτηση και την αίτηση για διαγραφή και ή παραμερισμό λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, και το Δικαστήριο όρισε την κυρίως Αίτηση για οδηγίες στις 12.11.19 με οδηγίες για την καταχώριση και τον ορισμό των αιτήσεων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, όπως και έγινε. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν θεωρώ ότι υπήρξε αφενός καθυστέρηση στη διαπίστωση και έκφραση της πρόθεσης για την καταχώριση της παρούσας (η οποία έγινε την αμέσως επόμενη δικάσιμο από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 9.7.19) και αφετέρου στην υποβολή αυτής (η οποία έλαβε χώρα την αμέσως επόμενη δικάσιμο ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου). Το γεγονός ότι μεσολάβησαν τέσσερις μήνες από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 9.7.19 μέχρι και την υποβολή της παρούσας Αίτησης δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά και απομονωμένα από το σύνολο των περιστάσεων της διαδικασίας οι οποίες καταδεικνύουν πως οι Αιτητές εξέφρασαν και υλοποίησαν την πρόθεση τους να καταχωρίσουν την Αίτηση αμφισβητώντας την επίδοση και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η παραπομπή από τον δικηγόρο της Evison στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 δεν υποστηρίζει τη θέση του. Στην εν λόγω υπόθεση η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και έξι μήνες αργότερα καταχώρισε αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίστηκε πως λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για ακύρωση η εναγομένη είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση της εναγομένης πως εδικαιούτο να καταχωρίσει την αίτηση επειδή δεν είχε προβεί σε άλλο διάβημα στα πλαίσια της αγωγής πριν την καταχώριση της (αίτησης), τονίζοντας πως τέτοια εισήγηση θα απέληγε σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του η καταχωρισθείσα αγωγή. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, το ιστορικό της διαδικασίας καταδεικνύει την έκφραση πρόθεσης καταχώρισης της Αίτησης και την υλοποίηση αυτής χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, ούτως ώστε να μην δύναται να λεχθεί πως ο χρόνος καταχώρισης της παρούσας Αίτησης οδηγεί σε τέτοια καθυστέρηση που ισοδυναμεί με υπαγωγή στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Από το σύνολο των πιο πάνω γεγονότων, προκύπτει ότι οι Αιτητές ενήργησαν εξαρχής χωρίς καθυστέρηση στην έκφραση πρόθεσης και στη λήψη μέτρων και μάλιστα προς πλήρη συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Αιτητές ουδόλως κωλύονται από του να καταχωρίσουν και προωθούν την υπό κρίση Αίτηση και ότι αυτή δεν έχει υποβληθεί καθυστερημένα. Ως εκ τούτου, ο συναφής λόγος ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται. IV. Εξέταση ορθότητας τρόπου επίδοσης Όπως αναφέρεται ανωτέρω, στις 12.4.19 το Δικαστήριο το οποίο είχε επιληφθεί της αίτησης για προσωρινό διάταγμα εξέδωσε διάταγμα για επίδοση στους Αιτητές εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση με ένα εκ των εκεί καταγραφέντων τρόπων. Στον φάκελο υπάρχει κατατεθειμένη ένορκη δήλωση ημ. 9.7.19 της κας ΟΠ (εφεξής «η ΟΠ») στην οποία δηλώνει ότι η επίδοση στους Αιτητές έγινε μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στις 28.6.19, με μεταφράσεις στα Αγγλικά και στα Ρωσικά, όπως προβλεπόταν και προς συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το ζήτημα της επίδοσης στο εξωτερικό και δη στη Ρωσική Ομοσπονδία απασχόλησε σχετικά πρόσφατα το παρόν Δικαστήριο στην Αγωγή 909/19 το οποίο και εξέδωσε απόφαση στις 11.11.19. Θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το σχετικό απόσπασμα το οποίο και υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσας με τις ανάλογες διαφοροποιήσεις ως προς τα γεγονότα της υπό κρίση διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, το ζήτημα της επίδοσης στο εξωτερικό διέπεται από τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη Δ.6 θ.4, κάθε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθώς επίσης και ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά. Το θέμα του τρόπου επίδοσης ρυθμίζεται από τη Δ.5 θ.1
(1)και
(2)και τη Δ.51 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η Δ.5 θ.9 και η Δ.5Α ρυθμίζουν το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης. Ειδικότερα, η Δ.5 θ.9 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις στις οποίες θεωρεί πως δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στη Δ.5 θ.2. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765: «Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω). . Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). Όπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.» Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, δεν χωρεί αμφιβολία πως επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση δύναται να διαταχθεί από το Δικαστήριο σε εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται είτε εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. επίσης Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης ημ. 11.4.19, το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών και ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου βασίστηκε στις Δ.5 και 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες περιλαμβάνονταν στη νομική βάση της αίτησης. Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι η διενεργηθείσα επίδοση σε αυτούς είναι άκυρη καθότι αυτή μπορούσε να γίνει μόνο με βάση τη Σύμβαση της Χάγης και ή τη διμερή Σύμβαση και επομένως η επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν είναι επιτρεπτή και έγκυρη. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου κυρώθηκε με τον Κυρωτικό Ν.172/
- Η ισχύς του εν λόγω Νόμου συνεχίζεται και μετά τη δημιουργία της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως διάδοχου κράτους της ΕΣΣΔ, όπως προνοείται στον περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών που υπογράφηκε στη Μόσχα στις 11.10.00 Ν.34(ΙΙΙ)/
- Το άρθρο 7 προνοεί για την επίδοση εγγράφων όπου αναφέρονται τα εξής: «
- Η παραγγελλόµενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων σύµφωνα µε τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής, εφόσο τα προς επίδοση έγγραφα είναι συντεταγµένα στη δική της γλώσσα ή συνοδεύονται από πιστοποιηµένη µετάφραση στη γλώσσα αυτή. Σε περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι συντεταγµένα στη γλώσσα του παραγγελλόµενου Μέρους και δε συνοδεύονται από µετάφραση, αυτά θα επιδίδονται στον παραλήπτη µόνο αν αυτός προθυµοποιείται να τα αποδεχθεί.
- Η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει την ακριβή διεύθυνση του παραλήπτη και τον τίτλο του προς επίδοση εγγράφου. Αν η διεύθυνση που δίδεται στην παραγγελία δεν είναι πλήρης ή ακριβής, η παραγγελλόµενη αρχή οφείλει, σύµφωνα µε το δίκαιό της, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξακρίβωση της ορθής διεύθυνσης.» Σύμφωνα με το άρθρο 9 το οποίο αφορά στην επίδοση εγγράφων σε ημεδαπούς πολίτες: «
- Τα Συµβαλλόµενα Μέρη δικαιούνται να ενεργούν επίδοση εγγράφων στους ηµεδαπούς τους πολίτες µέσω των διπλωµατικών τους αποστολών ή των προξενικών τους γραφείων.
- Κανένας εξαναγκασµός δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί αναφορικά µε την επίδοση αυτή.» Το λεκτικό των προαναφερόμενων άρθρων είναι σαφές ως προς ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν και ως προς τη δυνατότητα του προσώπου προς το οποίο επιδιώκεται η επίδοση στη Ρωσική Ομοσπονδία να αρνηθεί να τα παραλάβει. Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός πως η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι μέρη της Σύμβασης της Χάγης του 1965 περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις η οποία κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Κυρωτικό Ν.40/
- Είναι επίσης αδιαμφισβήτητος ο ισχυρισμός των Αιτητών πως η Ρωσική Ομοσπονδία ενίσταται στη χρήση των μεθόδων διαβίβασης δικαστικών εγγράφων κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 10 της Σύμβασης. Στην υπόθεση Kean Soft Drinks Ltd v. Safmarine Container Lines N.V. κ.ά.
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1784, λέχθηκε πως το άρθρο 10
(2)της Σύμβασης επιτρέπει μόνο την αποστολή δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς, μέσω κρατικής και όχι ιδιωτικής υπηρεσίας και πως το άρθρο 10(α) της Σύμβασης δεν περιορίζει την αποστολή δικαστικών εγγράφων μέσω κρατικής ταχυδρομικής υπηρεσίας αλλά συμπεριλαμβάνει και ιδιωτική ταχυδρομική υπηρεσία, ήτοι υπηρεσία ταχυμεταφορών. Στο Practical Handbook on the Operation of the Hague Service Convention, 3η έκδοση, 2006, σελ. 74, παρ. 44, τονίζεται ο αποκλειστικός χαρακτήρας της Σύμβασης. Στην υπόθεση Heeren v. UWE Scaper κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1069 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης ανέφερε πως ενόψει της ένστασης της Γερμανίας σε σχέση με το άρθρο 10 της Σύμβασης η επίδοση που έγινε με διπλοσυστημένη επιστολή απ΄ ευθείας στον εναγόμενο 3 έπρεπε να παραμεριστεί και πως δεν υπήρχε περιθώριο διάσωσης της. Το παρόν Δικαστήριο επισημαίνει πως αυτή είναι πρωτόδικη απόφαση Ναυτοδικείου στην οποία η ουσία (ratio) της απόφασης ήταν πως η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος έπρεπε να παραμεριστεί καθότι ο ενάγων δεν είχε καταφέρει να καταδείξει πως ήταν συμβαλλόμενος στη σύμβαση εργοδότησης που περιείχε όρο για αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ακολούθως ο κ. Κωνσταντινίδης επισημαίνει τη μη ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου που να συσχετίζει την αγωγή με την Κύπρο, πλην όμως δηλώνει πως δεν θα επεκταθεί επί τούτου ενόψει της ως άνω απόφασης του και συνεχίζει πως «είναι ορθό όμως να καταγράψω την αντίληψη μου πως ο ενάγων δεν αρνήθηκε τελικά ότι ενόψει της ένστασης της Γερμανίας .. η επίδοση θα έπρεπε να παραμεριστεί.» Τούτου λεχθέντος, δεν τίθεται αμφιβολία πως ως θέμα αρχής λόγω ακριβώς της ένστασης κάποιας χώρας, στην προαναφερόμενη υπόθεση της Γερμανίας και στην παρούσα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η επίδοση με οποιονδήποτε τρόπο εκτός της κρατικής οδού δεν είναι επιτρεπτή. Το καίριο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει επίδοση με εναλλακτικό τρόπο και δη μέσω ιδιωτικής υπηρεσίας ταχυμεταφορών και ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Είναι γεγονός πως υπάρχουν κάποιες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων, στις οποίες παρέπεμψαν και οι δύο πλευρές. Σε αυτές εκφράζονται αντίθετες απόψεις επί αυτού του θέματος και βεβαίως δεν είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο. Το θέμα απασχόλησε τα Αγγλικά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Knauf UK GmbH v. British Gypsum Ltd
(2002)2 All ER 525 εξετάστηκε το κατά πόσο η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε εναγόμενο στη Γερμανία μέσω των Άγγλων δικηγόρων του ήταν καλή. Σημειώνεται πως στην Αγγλία, η Δ.6.8
(1)των Θεσμών προνοεί για επίδοση με εναλλακτικές μεθόδους για καλό λόγο («good reason»). Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό: «Where it appears to the court that there is a good reason to authorise service by a method not permitted by these Rules, the court may make an order permitting service by an alternative method.» Αφού το Δικαστήριο επεσήμανε πως επίδοση μέσω ταχυδρομείου στη Γερμανία δεν είναι επιτρεπτή δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης ή της Διμερούς Συνθήκης εκτός αν υπήρχε διαταγή για επίδοση με εναλλακτική μέθοδο, το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο υπήρχε καλός λόγος για να εκδοθεί τέτοια διαταγή. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν η εξής: «It was argued by Peters before the judge that the Hague Convention and the Bilateral Convention were a 'mandatory and exhaustive code of the proper means of service on German domiciled defendants', which therefore excluded alternative service in England. The judge did not accept that submission, pointing out that those conventions were simply not concerned with service within the English jurisdiction. Peters did not repeat that submission on its appeal. Nevertheless, it follows in our judgment that to use CPR 6.8 as a means for turning the flank of those conventions, when it is common ground that they do not permit service by a direct and speedy method such as post, is to subvert the conventions which govern the service rule as between claimants in England and defendants in Germany. It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is 'good reason': but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση την πιο πάνω απόφαση, αρχικώς επισημαίνεται πως αφορούσε την επίδοση μόνο του κλητηρίου και πως αναγνωρίστηκε η δυνατότητα έκδοσης κατ΄ εξαίρεση διαταγμάτων επίδοσης με εναλλακτικές μεθόδους όταν υπάρχει καλός λόγος. Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι η απλή ανάγκη γρηγορότερης επίδοσης της αγωγής δεν αποτελούσε καλό λόγο. Υπάρχει όμως πιο πρόσφατη Αγγλική νομολογία η οποία ασχολείται με το τεθέν στην υπό κρίση περίπτωση ζήτημα, ήτοι την επίδοση αίτησης για απαγορευτικό διάταγμα και ή, όπου έχει εκδοθεί, την επίδοση αυτού. Το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Εφετείου (Court of Appeal) Cecil and others v. Bayat and others
(2011)EWCA Civ 135, όπου έγινε παραπομπή στην υπόθεση Knauf. Το σχετικό απόσπασμα, το οποίο και πάλι δεν αφορούσε την ουσία (ratio) της απόφασης, είναι διαφωτιστικό: «65 In modern times, outside the context of the European Union, the most important source of the consent of states to service of foreign process within their territory is to be found in the Hague Convention (in relation to the state parties to it) and in bilateral conventions on this matter. Because service out of the jurisdiction without the consent of the state in which service is to be effected is an interference with the sovereignty of that state, service on a party to the Hague Convention by an alternative method under CPR r 6.15 should be regarded as exceptional, to be permitted in special circumstances only. 66 It follows, in my judgment, that while the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration when deciding whether to make an order under CPR r 6.15, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method. 67 Quite apart from authority, I would consider that in general the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service by the methods permitted by CPR r 6.40, or that delay, cannot of itself justify an order for service by alternative means. Nor can reliance on the overriding objective. If they could, particularly in commercial cases, service in accordance with CPR r 6.40 would be optional; indeed, service by alternative means would become normal. In fact this view is supported by authority: see the judgment of the court in Knauf UK GmbH v British Gypsum Ltd [2002] 1 WLR 907, para 47: "It was argued by [the second defendant] before the judge that the Hague Convention and the Bilateral Convention were a 'mandatory and exhaustive code of the proper means of service on German domiciled defendants', which therefore excluded alternative service in England. The judge did not accept that submission, pointing out that those Conventions were simply not concerned with service within the English jurisdiction. [The second defendant] did not repeat that submission on its appeal. Nevertheless, it follows in our judgment that to use CPR r 6.8 as a means for turning the flank of those Conventions, when it is common ground that they do not permit service by a direct and speedy method such as post, is to subvert the Conventions which govern the service rule as between claimants in England and defendants in Germany. It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is 'good reason': but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way." 68 Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law, or by facts relating to the proceedings, as where an injunction has been obtained without notice, or where an urgent application on notice for injunctive relief is required to be made after the issue of proceedings. In the present case, the only reason for urgency in serving the defendants arose from the claimants' delay in seeking and in seeking and obtaining their permission to serve out of the jurisdiction: a delay resulting in part from their decision not to proceed with their claim until they had obtained funding for the entire proceedings. Furthermore, their application for permission to serve out was not particularly complicated. 69 This does not mean that a claimant cannot bring proceedings to the attention of a defendant by e-mail, fax or other more speedy means than service pursuant to CPR r 6.40. The claimants could have done so in the present case. But, as I have indicated, service is more than this. In my view, the judge confused this possibility with service itself. 70 It follows that in my judgment there was no good reason for an order granting permission to serve the defendants by alternative methods.» ( Η έμφαση και υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές ακολουθήθηκαν και εφαρμόστηκαν και στις ακόλουθες πρωτόδικες υποθέσεις του High Court. Η πρώτη είναι η BNP Paribas SA v. Joint Stock Company Russian Machines and another
(2011)EWHC 308 (Comm). Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε σε αίτηση παραμερισμού διατάγματος και επίδοσης αντιαγωγικού διατάγματος μεταξύ άλλων στον εναγόμενο 2 στη Ρωσία. Το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Validity of Service in Russia on the second defendant 123. Since I have held that the court has, and should exercise jurisdiction over the second defendant, the next question is as to the validity of service of these proceedings on the second defendant in Russia which pursuant to the order of 8 June 2011 happened, or purportedly happened, on 20 and/or 28 June 2011 by delivery (i) by hand and/or (ii) registered post at its and/or its lawyers' offices in Moscow. This raises a question as to permitted service under CPR r. 6.40
(3)(c)), namely whether such service is (
- i)permitted or (
- ii)required to take place exclusively through the official channels prescribed in Article 5 of the Hague Convention. If the latter, the question is whether the court was justified in ordering service by alternative methods on the second defendant in Russia (paragraph 1(
- b)& (
- c)of the 8 June 2011 Order). In so far as relevant to (i), there is a further question as to whether service of foreign process in the Russian Federation by hand and/or by registered post is illegal as a matter of Russian law. 124. It may be noted that the order of 8 June 2011 gave permission to serve the proceedings on the second defendant pursuant to the Hague Convention as well as by alternative methods (namely by hand or post at the second defendant's offices in Moscow, or those of its lawyers). Ms Selvaratnam QC accepted in oral submissions that if it is decided that there is jurisdiction as regards the second defendant (and I have decided that there
- is)then the order of 8 June 2011 would stand to that extent, subject to an extension of the validity of the claim form. The claimant's evidence on the application for permission to serve out was that service in Russia through the Ministry of Justice under the Hague Convention can take between three to six months, and I do not understand that to be in dispute. Since the Hague Convention procedure was incepted by the claimant on 14/15 July 2011, it appears that service through that channel will in fact take place soon. . 127. There was evidence of Russian law before the court as regards service. The following is common ground. Service of domestic process in Russia by registered post is permitted, and in fact is the "usual" way of effecting service domestically. Both the United Kingdom and Russia are parties to the Convention on the Service Abroad of Judicial and Extrajudicial Documents in Civil or Commercial Matters (Hague, November 15, 1965) (the Hague Convention), but in 2004 Russia made a reservation with respect to the application of Article 10 (service directly by post). Process originating in another Hague Convention signatory country (like the United Kingdom) is only permitted through so-called Article 5 "official channels" (in other words through the Ministry of Justice and the Arbitrazh Court). Service of other foreign process in Russia, in other words process which originates in a non-Hague Convention signatory country, by registered post is permissible under Russian law. . . The court can properly order service by alternative means provided such an order is justified under the guidance laid down in Cecil v Bayat, ibid, which I have explained above. 136. It is said by the second defendant that there was no special circumstance justifying an order for alternative service in the present case. One of the factors identified as such in Cecil v Bayat is the case of urgency. The second defendant points out that in making its application to the court, the claimant relied upon s.44
(4)Arbitration Act 1996. That provides that if the case is not one of urgency, the court can only act with the permission of the arbitral tribunal. That is to be distinguished from the power in s.44
(3)which gives the court a general power to make orders for the purpose of preserving evidence or assets if the case is one of urgency.
- My conclusion in this respect is as follows. The claimant's evidence in support of its application made it clear that although, at that time, the claimant did not envisage an urgent application for interlocutory relief, there was nevertheless "some element of urgency" in the matter. In particular, it was stated that "the relief sought is sufficiently urgent that to wait for service to be effected under the Hague Convention on the second defendant (which could take between 3 to 6 months) would likely defeat the purpose of this application, which in order to be effective, must be heard before the Russian proceedings are concluded. I understand [said the deponent] that there is English authority that allows for service of foreign process by an alternative method, and I believe that service on the second defendant's lawyers would not prejudice the second defendant as its lawyers already represent it in the Russian proceedings".
- At the time of the application to the court, the arbitration was underway. Two procedural orders had already been made before the application to the arbitrator which resulted in the order giving permission to bring the anti-suit proceedings. I do not consider that it is surprising that the claimant thought it right in those circumstances to seek permission from the arbitrator. Nor do I consider that the fact that his permission was sought requires a conclusion that the matter was not sufficiently "urgent" to fall within the kind of special circumstance envisaged by the court in Cecil v Bayat. Hamblen J was the judge at first instance in that case, and was well acquainted with the issues. I consider that he was right to make the order he did, and reject the defendants' contentions to the contrary.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η δεύτερη υπόθεση είναι η JSC BTA Bank v. Abyazov and others
(2011)EWHC 2988 (Comm), στην οποία υιοθετήθηκε η Cecil v. Bayat (ανωτέρω), εφόσον θεωρήθηκε ως πολύ πειστική αυθεντία, και λέχθηκαν τα εξής: «
- It is common ground that the court's jurisdiction to permit alternative service out of the jurisdiction stems from CPR r.6.
- This was assumed by Stantey Burnton LJ and Rix LJ in Cecil v Bayat whose view has been followed by Tugenhadt J. in Bacon v Automatic Inc. & Others [2011] EWHC 1072 (QB). Thus the court may order alternative service where there is "good reason" to do so.
- Although the observations of both Stanley Burnton LJ and Rix LJ in Cecil v Bayat as to how this jurisdiction should be exercised are strictly obiter dicta they were made after hearing full argument and therefore are of very persuasive authority. It is necessary to note the following observations in particular. Stanley Burnton LJ said, at paragraph 66, that whilst the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method. He further said, at paragraph 67, that in general the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service under the Hague Convention cannot of itself justify an order for service by alternative means. Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, "as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law" or by facts relating to the proceedings, "as where an injunction has been obtained without notice"; see paragraph
- Rix LJ agreed that the mere desire for speed was unlikely to amount to good reason. However, he left out of account those cases where service can take very long periods and observed that "it may be that some flexibility should be shown in dealing with such cases, especially where litigation could be prejudiced by such lengthy periods"; see paragraph 113.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως το δεύτερο ζήτημα που απασχόλησε στην πιο πάνω υπόθεση, ήτοι κατά πόσο η επίδοση στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω συστημένου ταχυδρομείου είναι παράνομη με βάση το Ρωσικό δίκαιο, απασχόλησε και το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) στην υπόθεση Abela and others v. Baadarani
(2013)4 All ER 119, όπου αποφασίστηκε πως η δοθείσα ερμηνεία της σχετικής Αγγλικής δικονομικής πρόνοιας δεν είναι ορθή. Στην ίδια ακριβώς την προσέγγιση γίνεται αναφορά στο The White Book 2013, στη σελ. 3, κάτω από τον τίτλο «6.40.5 Service on a defendant out of the United Kingdom». Ανεξαρτήτως όμως αυτής της προσέγγισης, στο ίδιο το σύγγραμμα επαναλαμβάνονται οι αρχές της Cecil v. Bayat (ανωτέρω) ως εξής: «There is no express provision in Section IV of Pt 6 permitting service of a claim form out of the jurisdiction by an alternative method, but it now seems settled that the court has such jurisdiction and that it is derived from the court's power to give directions as to service under r.6.37
(5)(b)(i) (Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ 135; [2011] 1 W.L.R. 3086, CA ). This authorizes the court to make an order for alternative service pursuant to r.6.15
(1), and also to make such an order with retrospective effect pursuant to r.6.15
(2). The Court of Appeal has stressed that these powers should be regarded as exceptional and must be exercised cautiously; usually it would be inappropriate for the court to validate retrospectively a form of service which was not authorized by an order of an English judge when it was effected and was not good service by local law (Abela v. Baadarani [2011] EWCA Civ 1571, December 21, 2011, CA, unrep.). Speed is a relevant consideration but, in general, the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service by the methods permitted by r.6.40 cannot of itself justify an order for service by an alternative method (Cecil v. Bayat op cit). .» Θεωρώ ότι οι αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν στη Cecil v. Bayat (ανωτέρω) και ακολουθήθηκαν στις προαναφερόμενες υποθέσεις τυγχάνουν εφαρμογής κατ΄ ανάλογο τρόπο και στην υπό κρίση περίπτωση με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Και τούτο, καθότι αφενός αναγνωρίζεται η εφαρμογή της Σύμβασης της Χάγης χωρίς όμως ταυτόχρονα να εξουδετερώνεται και αναιρείται η εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποιος εξαιρετικός λόγος που επιβάλλει την επίδοση με εναλλακτική μέθοδο. Στην υπό κρίση περίπτωση, στη μονομερή αίτηση ημ.11.4.19 ο ισχυρισμός της ΕΓ πως η επίδοση μέσω της μεθόδου που καθορίζεται στον Ν.40/82 είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά των Αιτητών. Υπενθυμίζεται πως η ΕΓ επικαλέστηκε την επείγουσα φύση της διαδικασίας και το γεγονός ότι δεν παρέχεται χρόνος επίδοσης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πλην της προσωπικής παράδοσης ή της αποστολής με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Η ύπαρξη μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος αποτελεί ρητώς ένα εκ των λόγων που δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος για εναλλακτική επίδοση, σύμφωνα με την υπόθεση Cecil (ανωτέρω). Επί τούτου συμφωνώ με την πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή 3463/13 ΕΔ Λεμεσού, ημ. 29.4.14 στην οποία η έντιμη Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπως ήταν τότε, κα Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, ανέφερε τα εξής: «Είναι χρήσιμη η αναφορά εν προκειμένω στην υπόθεση Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 όπου τέθηκε ότι "το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει, κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (βλ. The Annual Practice, 1960, Vol. 1, παραγ. 133-134)". Στη κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα, που αφορούσαν την ισχυριζόμενη εμπλοκή των Εναγομένων 9 αλλά και το θέμα της καταλληλότερης επίδοσης προς αυτούς στη Ρωσία, αποφάσισε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν ο πλέον κατάλληλος. Η επείγουσα υφή της διαδικασίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη από το στάδιο εκείνο απλώς επειδή η αίτηση και το συντηρητικό διάταγμα δεν αφορούσε τους Εναγόμενους 9. Η ύπαρξη διατάγματος, κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή στις 20.08.2013, κατά τη κρίση μου, έθετε το όλο θέμα της αγωγής ως επείγουσας, αφού η όλη στάση του Ενάγοντα στη προώθηση της αγωγής είναι ένα απόλυτα σχετικό θέμα σε συνάρτηση με το διάταγμα. Ακριβώς, ακολουθώντας την αιτιολογική βάση της υπόθεσης Φραγκέσκου (ανωτέρω) αλλά και των συναφών αναφορών στο Annual Practice, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο διαταχθείς τρόπος επίδοσης να θέσει, κατά λογική προοπτική, τη διαδικασία υπόψη του Εναγομένου. Πράγμα, που εδώ, έχει συντελεστεί αφού η διαδικασία έχει γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους 9 αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα, την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, μαζί με το σχετικό διάταγμα και τη μονομερή αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε το διάταγμα που αφορούσε την επίδοση. Επίσης, περιλαμβανόταν στα δοθέντα έγγραφα, τόσο η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση όπως επίσης και τα σχετικά τεκμήρια. Σημειώνεται ακόμη - και είναι πολύ σημαντικό - ότι όλα τα έγγραφα ήταν μεταφρασμένα στη Ρωσική γλώσσα. Στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, γίνεται ρητή παραδοχή ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν όλα τα έγγραφα στις 26.08.2013, με αποτέλεσμα ο σκοπός της επίδοσης να επιτευχθεί, σύμφωνα με τη πιο πάνω νομολογία. Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω. Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής. Ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα θέματα αυτά, κρίνω, προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau (Π.Ε. 23/13, ημερομηνίας 13.9.2013, η οποία, αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα της απόφασης αυτής: «. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού 1393/2007/ΕΚ, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48. Θ. 13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού. Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχ. Dasaki Entertainment Co. Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Limited v. Unique UK Inc.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Για αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσιβλήτους.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Κατά την κρίση μας τα μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση. Επομένως, δεν θα ακυρώναμε την επίδοση εκτός αν κριθεί από το ΔΕΕ ότι η επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.» Στη βάση λοιπόν αυτής της αποκρυσταλλωμένης και καθαρής αρχής που εξηγείται στη υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), δεν έχω αμφιβολία ότι και αυτή η πτυχή της αίτησης ως εντελώς τυπολατρική πρέπει να αποτύχει. Η ίδια αντίληψη φανερώνεται και στην υπόθεση V.K.C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Deen Alabi, Sitta Bey Πολ. Έφ. 113/2012, ημερομηνίας 4.3.2013.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στη μεταγενέστερη πρωτόδικη απόφαση από την ίδια Δικαστή στην Αγωγή 3574/12 ΕΔ Λεμεσού, ημ. 18.9.14, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ουδόλως αναιρούν την εξουσία του Δικαστηρίου - αν κρίνει τούτο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάζει τέτοιο τρόπο επίδοσης που να είναι εντός των πλαισίων των θεσμών. Οι διατυπωθείσες τυχόν ενστάσεις της Ρωσίας για συγκεκριμένες μορφές επίδοσης, με όλο το σεβασμό για τις θέσεις που εκφράσθηκαν, κρίνω ότι καλύπτουν άμεση εφαρμογή της σύμβασης και όχι όπου υπάρχει σχετικό Δικαστικό Διάταγμα που επιτρέπει ad hoc (και όχι βέβαια γενικά) συγκεκριμένη μορφή επίδοσης.» Εδώ θεωρώ επίσης χρήσιμη την παραπομπή στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2308, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στη βάση του ΕΚ 1393/07: «Με την πιο πάνω ανάλυση του Κανονισμού, διαφαίνεται ότι τίποτε δεν αναιρεί την δυνατότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου, αντί του ιδίου του κλητηρίου. Τίποτε δεν απαγορεύει τη μεθοδολογία που προνοείται από τη Δ.6 θ.6 και όλα όσα αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξισούνται με οποιαδήποτε απαγόρευση της επίδοσης ειδοποίησης αντί του κλητηρίου, ούτε και ισοδυναμούν με κατάργηση της εσωτερικής ή εθνικής νομοθεσίας ή πολιτικής δικονομίας κάθε κράτους μέλους. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με την εθνική κυριαρχία από την άποψη ότι ο Κανονισμός, όπως και όλες οι προηγούμενες προσπάθειες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, είχαν και έχουν σκοπό να συγκλίνουν όσο το δυνατό τις διαδικασίες επίδοσης εγγράφων μεταξύ των μελών της Ένωσης και όχι να υποκαταστήσουν όλες τις πολιτικές δικονομίες των κρατών της. .» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα επίδοσης στους Αιτητές στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθότι στη μονομερή της αίτηση ημ. 11.4.19 η Evison είχε καταδείξει πως συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι η εκκρεμότητα για επίδοση μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, που να δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο λόγω του ότι η επίδοση μέσω της μεθόδου της Σύμβασης της Χάγης θα ήταν χρονοβόρα και θα προκαλούσε καθυστέρηση. Οι μέθοδοι επίδοσης οι οποίες περιέχονται στο διάταγμα ημ. 11.4.19 είναι αναγνωρισμένες και αποδεκτές στη Ρωσική Ομοσπονδία, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της Evison. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως δεν τίθεται θέμα μη αποκάλυψης από πλευράς της Evison στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 11.4.19 σε σχέση με την ύπαρξη ένστασης από τη Ρωσική Ομοσπονδία στη χρήση των μεθόδων διαβίβασης δικαστικών εγγράφων κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 10 της Σύμβασης. Στην ένορκη δήλωση της ΕΓ που συνοδεύει την αίτηση γίνεται ρητή αναφορά στη Σύμβαση και στους λόγους για τους οποίους ζητείται επίδοση με πιο σύντομο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι τυχόν αποκάλυψη αυτού του στοιχείου θα διαφοροποιούσε την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση της αίτησης. Δεν έχει αμφισβητηθεί πως τα έγγραφα έχουν περιέλθει σε γνώση των Αιτητών και επομένως όχι μόνο ο σκοπός του διατάγματος έχει επιτευχθεί αλλά και οι Αιτητές δεν έχουν επηρεαστεί δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο εφόσον τα έγγραφα έχουν τεθεί υπόψιν τους με τον ταχύτερο δυνατόν τρόπο και έτσι πληροφορήθηκαν για τις διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον τους και μπόρεσαν να ενεργήσουν αναλόγως (με την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Abela and others v. Baadani (ανωτέρω): «37 Service has a number of purposes but the most important is to my mind to ensure that the contents of the document served, here the claim form, is communicated to the defendant. In Olafsson v Gissurarson (No 2) [2008] 1 WLR 2016, para 55 I said, in a not dissimilar context, that "the whole purpose of service is to inform the defendant of the contents of the claim form and the nature of the claimant's case: see eg Barclays Bank of Swaziland Ltd v Hahn [1989] 1 WLR 506, 509, per Lord Brightman, and the definition of 'service' in the glossary to the CPR, which describes it as 'steps required to bring documents used in court proceedings to a person's attention' ."» Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ΕΓ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 11.4.19 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, η επικείμενη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ ήταν προγραμματισμένη για τις 10.4.19, ήτοι την προηγούμενη της αίτησης. Αυτό από μόνο του δεν συνεπάγεται ότι η αίτηση ήταν δίχως άλλο άνευ αντικειμένου λόγω ακριβώς του ότι η συνεδρία θα λάμβανε χώρα στις 10.4.
- Αντιθέτως, από τη στιγμή που είχε εκδοθεί μονομερώς προσωρινό διάταγμα αυτό σαφώς και έπρεπε να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Άλλωστε το ίδιο το διάταγμα δεν περιοριζόταν σε συνεδρία της 10ης Απριλίου 2019 αλλά γενικά σε ενέργειες οποτεδήποτε και αυτές λάμβαναν χώρα και αφορούσαν στην παύση του κ. N. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι παρέμεινε αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΧΑ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πως μετά την εξασφάλιση του διατάγματος ημ. 10.4.19, απεσύρθη η ειδοποίηση της 8ης Απριλίου 2019 και η συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΕΒ για τις 10.4.19 ακυρώθηκε. Επομένως, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ΧΑ πως αυτό το γεγονός δεν εξουδετέρωσε τον κίνδυνο σύγκλησης άλλης συνέλευσης του διοικητικού συμβουλίου, όπως και ισχυρίζεται ότι έγινε στις 4.7.19 ενόσω τα διατάγματα ήταν σε ισχύ και τελικώς απομακρύνθηκε ο κ. N. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι και αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε αναντίλεκτος, εντούτοις ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η επίδοση είχε καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω του ότι η συνεδρία ήταν προγραμματισμένη για τις 10.4.19 δεν κρίνεται βάσιμος. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν επιτρεπτή η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η υποκατάστατη επίδοση στους Αιτητές με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, η Evison κατάφερε να καταδείξει ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν τέτοια επίδοση και ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα και προς πλήρη συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το διάταγμα προνοούσε την αποστολή στις εκεί αναφερόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και δεν προβλήθηκε ισχυρισμός πως αυτές δεν ήταν οι δικές τους διευθύνσεις ή πως αυτοί για οποιονδήποτε λόγο δεν έλαβαν το μήνυμα. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδοση έγινε καθόλα νόμιμα σύμφωνα με το διάταγμα και μέσω αυτής οι Αιτητές έλαβαν γνώση για την όλη διαδικασία στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης και καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση. V. Δικαιοδοσία Έχει ήδη λεχθεί πως στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της υποκατάστατης επίδοσης, ο αιτών την επίδοση θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά. Στην ένορκη δήλωση της ΕΓ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 11.4.19, αναφέρεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό κρίση κυρίως Αίτηση καθότι η Finvision έχει συσταθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας με το εγγεγραμμένο γραφείο και την έδρα της στη Λεμεσό. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Finvision η οποία ήταν η μοναδική ημεδαπή Καθ΄ ης δεν είναι πλέον εγγεγραμμένη μέτοχος στην ΟΕΒ και ότι από τις 12.9.18 η νόμιμη και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της ΟΕΒ είναι η Ρωσική εταιρεία Finvision International η οποία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα βάσει του Ρωσικού δικαίου. Και οι δύο πλευρές δέχονται ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής ο Ν.101/87και ο ΕΚ 1215/12, καθότι η παρούσα διαδικασία αφορά την έκδοση διαταγμάτων και είναι βοηθητική της διαδικασίας Διαιτησίας η οποία προτίθετο να καταχωριστεί στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στο Λονδίνο μεταξύ των ίδιων μερών και η οποία όντως καταχωρίστηκε στις 3.5.
- Η Evison ισχυρίζεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια αποκτούν δικαιοδοσία λόγω της Finvision η οποία είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο και οι Αιτητές προστέθηκαν ως αναγκαίοι διάδικοι (βλ. Δ.6 θ.1(h) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Η Evison, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΧΑ, αναφέρει ότι το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η κατάσταση της Finvision κατά τον χρόνο καταχώρισης της κυρίως Αίτησης και ότι αυτή (η Evison) δεν μπορούσε να γνωρίζει και ή να προβλέψει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο η Finvision είχε μεταφέρει χωρίς ειδοποίηση την έδρα της στη Ρωσία. Εν πάση περιπτώσει ο ΧΑ αναφέρει ότι με βάση το Ρωσικό δίκαιο η αλλαγή έδρας δεν αλλάζει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας παρά μόνο την έδρα της, στην προκειμένη περίπτωση η αλλαγή της έδρας δεν έγινε έγκυρα και επομένως σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο η Finvision εξακολουθεί να παραμένει μια υπάρχουσα εταιρεία στην Κύπρο. Ο ΧΑ υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Finvision απλώς άλλαξε το δίκαιο της χώρας όπου συστάθηκε και το όνομα της όμως παραμένει η ίδια νομική οντότητα και ενώ με βάση το Ρωσικό δίκαιο θα έπρεπε να είχε διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στην Κύπρο, κατά παράβαση της εν λόγω νομοθεσίας δεν το έχει πράξει μέχρι σήμερα και επιπλέον δεν έχει λάβει μέτρα για αλλαγή της έδρας της παρά μόνο ετοιμάζει τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της. Τέλος, ο ΧΑ επικαλείται γνωματεύσεις των Κύπριων και των Ιταλών δικηγόρων της Finvision ότι οι Ρωσικές αρχές επιθυμούν τη διαγραφή της Finvision από την Κύπρο το συντομότερο ενώ βάσει του Ρωσικού δικαίου αυτή παραμένει η ίδια νομική οντότητα, Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Οι ισχυρισμοί του ΧΑ και πάλι δεν αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την Evison, παρόλο που θα πρέπει να λεχθεί πως στο Τεκμήριο 5, στις παρ. 38 και 43, επιβεβαιώνεται μεν η θέση πως οι δύο εταιρείες αποτελούν την ίδια νομική οντότητα, ενώ ταυτόχρονα τονίζεται πως η ύπαρξη της Κυπριακής εταιρείας δεν συνεπάγεται και την κατοχή των μετοχών και ως εκ τούτου η Evison κινήθηκε εναντίον λανθασμένης εταιρείας. Από τη στιγμή που υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με το αλλοδαπό δίκαιο σύμφωνα με το οποίο η Finvision εξακολουθεί να είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο και συνακόλουθα μέτοχος της ΟΕΒ, ότι η διαδικασία αλλαγής έδρας δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί καθώς επίσης και ότι οι δύο εταιρείες Finvision και Finvision International αποτελούν την ίδια νομική οντότητα, τότε τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την κυρίως Αίτηση. Σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 9 του Ν.101/87, τα Κυπριακά Δικαστήρια αντλούν δικαιοδοσία λόγω του ότι η έδρα των δύο εμπλεκόμενων στη διαιτητική συμφωνία μερών βρίσκεται σε διαφορετικά κράτη, της Evison στη Ρωσία και της Finvision στην Κύπρο και η κυρίως Αίτηση αφορά διαδικασία έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων πριν από την έναρξη διαιτητικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την υπόθεση Van Uden Maritime B.V. v. Kommanditgesellschaft, C-391/95, ημ. 17.11.98, (η οποία αφορούσε τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 και τυγχάνει αντίστοιχης εφαρμογής αναφορικά με τον ΕΚ 1215/12) παρόλο που ο ΕΚ 1215/12, άρθρο 1
(2)(δ), εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τη διαιτησία, εντούτοις το άρθρο 35 του ΕΚ 1215/12 δίδει εξουσία για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων στις περιπτώσεις όπου η διαδικασία της διαιτησίας εκκρεμεί ή δεν έχει ακόμα αρχίσει. Στην εν λόγω υπόθεση καθιερώθηκε ότι για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 35, απαιτείται αφενός πραγματικό συνδετικό στοιχείο μεταξύ του αντικειμένου των επιδιωκόμενων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου και αφετέρου το μέτρο να είναι προσωρινό-προστατευτικό (μέτρο). Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «It follows that the granting of provisional or protective measures on the basis of Article [31] is conditional on, inter alia, the existence of a real connecting link between the subject-matter of the measures sought and the territorial jurisdiction of the Contracting State of the court before which those measures are sought.» Από τη στιγμή που η Finvision είχε κατά τον χρόνο καταχώρισης της κυρίως Αίτησης και εξακολουθεί να έχει την έδρα της στην Κύπρο και δη στη Λεμεσό, τότε σαφώς αυτό αποτελεί πραγματικό συνδετικό στοιχείο μεταξύ του αντικειμένου των μέτρων και της κατά τόπο δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη του ΕΔ Λεμεσού. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 63
(1)του ΕΚ 1215/12, το οποίο προνοεί πως για την εφαρμογή του Κανονισμού, η κατοικία εταιρείας ή νομικού προσώπου θεωρείται η καταστατική της έδρα, η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάσταση της. Με βάση το άρθρο 63
(2)του Καν. για τους σκοπούς της Κύπρου, ο όρος «καταστατική έδρα» σημαίνει τον τόπο του εγγεγραμμένου γραφείου, ελλείψει αυτού τον τόπο ίδρυσης και ελλείψει αυτού τον τόπο δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου συστάθηκε το νομικό πρόσωπο. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Young v. Anglo American South Africa Ltd & Ors
(2014)EWCA Civ. 1130 και Ministry of Defence and Support of the Armed Forces for Iran v. Faz Aviation Ltd and Al-Ζayat
(2007)EWHC 1042 (Comm.), λέχθηκε ότι μια εταιρεία δύναται να έχει τρεις ταυτόχρονες κατοικίες, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 63 πλην όμως οποιαδήποτε από τις τρεις είναι ικανή να προσδώσει δικαιοδοσία δυνάμει του Κανονισμού. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι διαφωτιστικό: «I would add that anyone brought up on the common law principles of domicile of an individual would immediately recognise that the 'domicile' of a company provided for by the Jurisdiction Regulation is a different and autonomous concept. Not only does it offer three alternative 'domiciles', one of which (the statutory seat) is almost always going to exist and be relatively easy to identify, but all three may exist at the same time. I mention this only because it was one of Mr Quest's submissions that if he could show a case that the central management or principal place of business of Faz had once been in England it could not cease to be so without some manifest abandonment or move to another location. Such concepts of the common law of individual domicile in my judgment have no place in the provisions under consideration. The Jurisdiction Regulation is concerned to provide for jurisdiction in a location with which the potential defendant has a real connection at the relevant time.» Ως εκ τούτου, η καταστατική έδρα της Finvision στην Κύπρο είναι ικανή να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 21(β) του Ν.14/60, ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος καταχώρισης, παρόλο που εξακολουθεί να διατηρεί την ίδια έδρα μέχρι σήμερα, ενώ με βάση το άρθρο 354ΙΕ του Κεφ. 113 η δικαιοδοσία δεν επηρεάζεται σε διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον εταιρείας η οποία ήταν εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι στην ενδιάμεση απόφαση του ημ. 9.7.19 το Δικαστήριο δεν αποφάσισε πως δεν είχε δικαιοδοσία. Άλλωστε στα πλαίσια ενδιάμεσης φύσης διαδικασίας το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα. Το Δικαστήριο σημειώνει πως είναι καλά καθιερωμένη η αρχή πως σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Ως εκ τούτου δεν ήταν εύλογο ούτε και αναμενόμενο πως με την όποια απόφαση του επί της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο θα αποφάσιζε τελικώς και οριστικά το θέμα της δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο ουδόλως αποφάσισε επί της ουσίας του ζητήματος της δικαιοδοσίας αλλά η κρίση του επί αυτού περιορίστηκε στα πλαίσια και για τους σκοπούς της ενώπιον του διαδικασίας. Το Δικαστήριο αρκέστηκε να διαπιστώσει ότι στην απουσία καλού λόγου δεν θεώρησε πρέπον και αρμόζον να ασκηθεί η εξουσία Κυπριακού Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων στα πλαίσια της Διεθνούς Διαιτησίας, περιοριζόμενο βασικά στην ενδιάμεση διαδικασία που εκκρεμούσε ενώπιον του. Τα ακόλουθα αποσπάσματα είναι διαφωτιστικά: «Τα πιο πάνω βέβαια δεν σημαίνουν πως η Αιτήτρια δέχεται ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές οντότητες αλλά σαφέστατα παρουσιάζεται να δέχεται ότι η πραγματική της έδρα είναι πλέον στη Ρωσία, έστω και αν ακόμα παραμένει εγγεγγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών της Κύπρου, στοιχείο το οποίο είναι ικανοποιητικό για σκοπούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Όμως συνολικά εξετάζοντας τα γεγονότα στα πλαίσια του ισοζυγίου της ευχέρειας και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι διάδικοι συνάπτοντας τη Συμφωνία Μετόχων καθόρισαν ως έδρα της διαιτησίας το Λονδίνο, ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό, καθώς και το ότι υπήρξε μετεγκατάσταση της κυπριακής εταιρείας στη Ρωσία θεωρώ πως δεν θα ήταν αρμόζον για Κυπριακό Δικαστήριο να ασκήσει τις κατά τα άλλα υπαρκτές δικές του εξουσίες βάσει του άρθρου 9 του Ν.101/
- . Στη βάση όλων των ανωτέρω και ιδιαίτερα στην απουσία καλού λόγου ή λόγου πρακτικότητας δεν θεωρώ αρμόζον και πρέπον να ασκηθεί η εξουσία Κυπριακού Δικαστηρίου εν σχέσει με την επίμαχη διεθνή διαιτησία.» VΙ. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης - Evison και εναντίον των Αιτητών - Καθ΄ ων 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο