Evison Ηoldings Ltd ν. Finvision Holdings Ltd (επίσης γνωστής στη Ρωσική Ομοσπονδία και ως "International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company)") κ.α., Πρωτογενής Αίτηση αρ.: 80/19, 15/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Πρωτογενής Αίτηση αρ.: 80/19 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87 και Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1215/12 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και Αναφορικά με τη Διαιτησία που πρόκειται να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) από την Evison Holdings Ltd, εκ Λεμεσού, εναντίον των 1. Finvision Holdings Ltd (επίσης γνωστής στη Ρωσική Ομοσπονδία και ως "International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company)"), 2. . Sherzod και 3. . Yuri και Αναφορικά με την Aίτηση μεταξύ των: Evison Ηoldings Ltd, εκ Λεμεσού Αιτήτριας και 1. Finvision Holdings Ltd (επίσης γνωστής στη Ρωσική Ομοσπονδία και ως "International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company)") 2. . Sherzod 3. . Yuri Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 12.11.19 από την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 για Απόρριψη και ή Διαγραφή και ή Παραμερισμό της Αίτησης ως άνευ αντικειμένου και ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 - Αιτήτρια: κα Α. Λάμπρου για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Για την Αιτήτρια - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης με κα Α. Κεφαλονίτη για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 - Αιτήτρια (εφεξής «η Finvision») ζητά απόρριψη και ή διαγραφή και ή παραμερισμό της ως άνω κυρίως Αίτησης για τον λόγο ότι αυτή είναι άνευ αντικειμένου και ή τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν αυτή και ή εκδώσουν τις αιτούμενες θεραπείες. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται περιέχονται στον φάκελο, στην ένορκη δήλωση ημ. 24.4.19 της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ») δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τη Finvision καθώς επίσης και στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Η ΜΠ ισχυρίζεται ότι με την κυρίως Αίτηση ως επίσης και με τη μονομερή αίτηση ημ. 10.4.19 η Καθ΄ ης (εφεξής «η Evison») ζητά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στη Finvision (Κυπριακή εταιρεία που εδρεύει στην Κύπρο) και στους Καθ΄ ων 2 και 3 να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και ή απόφαση στο διοικητικό συμβούλιο της Ρωσικής Τράπεζας Orient Express Bank (εφεξής «η OEB») για να παύσουν και ή αντικαταστήσουν τον κ. N από τη θέση του στην ΟΕΒ. Σύμφωνα με τη ΜΠ, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την κυρίως Αίτηση καθότι αντικείμενο των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η παύση και ή αντικατάσταση του κ. N από την ΟΕΒ, το διοικητικό συμβούλιο το οποίο έχει εξουσία να προβεί σε αυτές τις ενέργειες είναι το διοικητικό συμβούλιο της ΟΕΒ το οποίο αποτελείται από Ρώσους και ο κ. N έχει ήδη παυθεί, γεγονός το οποίο επίσης καθιστά την Αίτηση άνευ αντικειμένου. Η ΜΠ ισχυρίζεται περαιτέρω πως τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύνδεση αυτής με τα Κυπριακά Δικαστήρια, επισημαίνοντας επίσης ότι η Finvision δεν είναι πλέον εγγεγραμμένη μέτοχος της ΟΕΒ και επομένως δεν καλύπτεται από τα αιτητικά της Αίτησης. Ειδικότερα, αποτελεί ισχυρισμό της ΜΠ ότι από τις 12.9.18 εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των μετοχών της ΟΕΒ είναι η Ρωσική εταιρεία Finvision Holdings LLC (εφεξής «η Finvision LLC») και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πραγματική σύνδεση μεταξύ του αντικειμένου των αιτούμενων διαταγμάτων και της τοπικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων δυνάμει του άρθρου 35 του ΕΚ1215/12. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1. Η Finvision κωλύεται δια συμπεριφοράς να προωθεί την υπό κρίση Αίτηση και ή έχει αποδεχθεί και ή υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι · αμφισβήτησε ανεπιτυχώς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ένστασης ημ. 24.4.19 · παρέλειψε να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση σε προγενέστερο στάδιο και ή την καταχώρισε με υπέρμετρη και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 2. Το Δικαστήριο αποφάσισε με την ενδιάμεση του απόφαση ημ. 9.7.19 ότι διατηρεί δικαιοδοσία και επομένως η Αίτηση προσκρούει σε δεδικασμένο και ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. 3. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και ή παράτυπη και ή αντικανονική και ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5. Η Finvision δεν δύναται να προωθεί την Αίτηση διότι βρίσκεται σε παρακοή διατάγματος. 6. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος της Evison σε δίκαιη δίκη και ή στην πρόσβαση στο Δικαστήριο. 7. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την κυρίως Αίτηση και υποχρέωση να την αναλάβουν με βάση τον ΕΚ1215/12 και τον Ν.101/87. 8. Οι ισχυρισμοί της Finvision είναι κακόπιστοι και καταχρηστικοί καθότι η Finvision αποτελεί την ίδια νομική οντότητα με την International Company Finvision Holdings (Limited Liability Company) (εφεξής «η Finvision International»), και μάλιστα με παραδοχή της ίδιας της Finvision αυτή εξακολουθεί να είναι μέτοχος της ΟΕΒ. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, αυτή στηρίζεται στη δικογραφία, στις ένορκες δηλώσεις της κας ΕΓ (εφεξής «η ΕΓ») ημ. 10.4.19 και 29.5.19 και στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση του κ. ΧΑ (εφεξής «ο ΧΑ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Evison. Ο ΧΑ προβαίνει σε μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αίτησης και ακολούθως σε περίληψη των βασικών γεγονότων που αφορούν αυτή. Επισημαίνει πως ακυρώθηκε η επικείμενη συνέλευση της ΟΕΒ η οποία ήταν προγραμματισμένη για τις 10.4.19 και πως τελικώς αυτή έλαβε χώρα στις 4.7.19, ενόσω τα προσωρινά διατάγματα βρίσκονταν σε ισχύ και κατά την οποία λήφθηκε απόφαση για την απομάκρυνση του κ. N ως ενδιάμεσου προέδρου, κατά παράβαση του εν λόγω διατάγματος, εξ ου και η Evison καταχώρισε αίτηση παρακοής ημ. 15.10.19. Ο ΧΑ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, επισημαίνοντας πως ο ισχυρισμός ότι η Finvision δεν είναι πλέον εγγεγραμμένη μέτοχος της Τράπεζας είναι ψευδής και παραπλανητικός, καθότι επεξηγεί ότι η διαδικασία μετεγκατάστασης της Finvision, την οποία βασικά επικαλείται η τελευταία, εκτυλίσσεται παράνομα, η Finvision δεν έχει διαγραφεί από το μητρώο της Κύπρου ούτε και έχει λάβει μέτρα για τη διαδικασία αλλαγής έδρας και αυτή η παρανομία γίνεται σκόπιμα για αποφυγή των διαδικασιών παρακοής και γενικά της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ο ΧΑ επισημαίνει ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο η αλλαγή έδρας δεν ισοδυναμεί με αλλαγή στη νομική προσωπικότητα της εταιρείας και παραπέμπει σε δηλώσεις των δικηγόρων της Finvision ότι η Κυπριακή εταιρεία και η Ρωσική εταιρεία αποτελούν την ίδια νομική οντότητα. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν έγινε αλλαγή του μετόχου αλλά απλώς αλλαγή στοιχείων του μετόχου, όπου εξακολουθεί να φαίνεται ως εγγεγραμμένο πρόσωπο το όνομα και ο αριθμός εγγραφής της Κυπριακής εταιρείας. Τέλος, ισχυρίζεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν κατά πρώτο και κύριο λόγο δικαιοδοσία λόγω της ύπαρξης και έδρας εργασιών της εταιρείας στην Κύπρο και πως η Αίτηση δεν είναι άνευ αντικειμένου για τον λόγο ότι ο κ. N παύθηκε παράνομα κατά παράβαση των προσωρινών διαταγμάτων ενόσω αυτά βρίσκονταν σε ισχύ. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Ι. Νομική Βάση της Αίτησης Ο λόγος ένστασης ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση αναφέρθηκε με πλήρη γενικότητα στην ένορκη δήλωση του ΧΑ που συνοδεύει την ένσταση ενώ δεν αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης στην αγόρευση της Evison. Επομένως θεωρώ ότι αυτός παρέμεινε γενικός και αόριστος και εν πάση περιπτώσει έχει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται. ΙΙ. Μη εξέταση της Αίτησης Λόγω Ισχυριζόμενης Παρακοής Αποτελεί λόγο ένστασης πως η Finvision δεν δύναται να προωθεί την Αίτηση καθότι βρίσκεται σε παρακοή, εξ ου και εκκρεμεί αίτηση παρακοής εναντίον της. Είναι ισχυρισμός του ΧΑ και όπως επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, πως το προσωρινό διάταγμα ημ. 10.4.19 απαγόρευε στη Finvision και στους Καθ΄ ων 2 και 3 και ή στον καθένα εξ αυτών ξεχωριστά να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την εξέταση και ή υιοθέτηση ψηφίσματος αναφορικά (
- i)με την απομάκρυνση, παύση ή αντικατάσταση του κ. N από τη θέση του προσωρινού προέδρου της ΟΕΒ ή (
- ii)τον διορισμό οποιουδήποτε νέου προσωρινού προέδρου ή προσώπου σε ισοδύναμη θέση χωρίς την έγκριση τουλάχιστον ενός μέλους του διοικητικού συμβουλίου το οποίο έχει υποδειχθεί από την Evison. Σύμφωνα με τον ΧΑ, καθ΄ ον χρόνο το εν λόγω προσωρινό διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ και ειδικότερα στις 4.7.19, η Finvision και οι Καθ΄ ων 2 και 3 συγκάλεσαν συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ κατά την οποία ο κ. N απομακρύνθηκε από τη θέση του προσωρινού προέδρου και αντικαταστάθηκε από τον κ. A κατά παράφορη παραβίαση του εν λόγω διατάγματος. Ο ισχυρισμός του ΧΑ πως στις 15.10.19 η Evison καταχώρισε αίτηση παρακοής εναντίον της Finvision και των Καθ΄ ων 2 και 3 δεν επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον φάκελο, είναι ορθή η θέση της δικηγόρου της Finvision ότι οι δικηγόροι της Evison δήλωσαν για πρώτη φορά στις 12.11.19 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την πρόθεση τους να καταχωρίσουν αίτηση παρακοής και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώριση αυτής η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στις 15.11.19 και ορίστηκε στις 9.12.19. Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 15.11.19, στις 25.11.19 εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής στους Καθ΄ ων 2 και 3 και δεν υπάρχει οτιδήποτε στον φάκελο που να καταδεικνύει την επίδοση αυτής της αίτησης στη Finvision και στους Καθ΄ ων 2 και 3. Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα κατά πόσο ένας διάδικος δύναται να ακουστεί αν δεν έχει συμμορφωθεί με διάταγμα συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση Νέου v. Παναγιώτου
(2008)2 Α.Α.Δ. 675: «Στην Κύπρο έχουν υιοθετηθεί οι αγγλικές αρχές του κοινοδικαίου, ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να ακουστεί εφόσον δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες ενός διατάγματος που έχει εκδοθεί μέσα στα πλαίσια μιας εκκρεμούσας διαδικασίας στην οποία είναι διάδικος. (Βλ. Mavrommatis α.ο. v. Cyprus Hotels Co. Ltd.
(1967)1 CLR 266, Θρασυβούλου v. Λοίζου Λουκά και Υιοί Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 687). Η προσέγγιση του κοινοδικαίου ότι ο κανόνας δεν είναι απόλυτος και ότι η εφαρμογή του επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. (Βλ. Mouzouris α.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CRL 287).» Η αρχή που ξεπροβάλλει μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού διαδίκου που βρίσκεται σε παρακοή δικαστικού διατάγματος να ακουστεί από το Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να τον ακούσει αν η παρακοή του παρακωλύει το έργο του Δικαστηρίου για την απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παρακοή διατάγματος δικαστηρίου δε συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να μη επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του δικαστηρίου ν' ακουστεί σ' άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσο κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η αρχή η οποία προκύπτει για τις διαδικαστικές συνέπειες παρακοής από την απόφαση του Εφετείου στην Antonis Mouzouris & Another ν. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287 και η οποία θεμελιώνεται στην απόφαση του Δικαστή Denning στη Hadkinson ν. Hadkinson
(1952)Ρ. 285. Στη Mouzouris (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η απόφαση στη Theofylactos Mavrommatis & 2 Others v. Cyprus Hotels Co Ltd.
(1967)1 C.L.R. 266 δε θεμελιώνει κανόνα απόλυτου αποκλεισμού του εν παρακοή διαδίκου από τη διαδικασία. Τις συνέπειες της παρακοής διατάγματος είχα την ευκαιρία να διερευνήσω σε δυο αποφάσεις του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα στη Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. and Others
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 499 και στη Μαυρομμάτη και Άλλοι ν. Δημοκρατίας [Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις 228/88 και 284/88 (αναθεωρητική δικαιοδοσία), αποφασίστηκαν στις 6/12/90 και θα δημοσιευθούν στους τόμους
(1990)3 Α.Α.Δ.]. Επεσήμανα ότι στη Hadkinson (ανωτέρω), οι απόψεις που εκφράστηκαν από τα τρία μέλη του Δικαστηρίου δεν ήταν ταυτόσημες ως προς τις συνέπειες της παρακοής. τα άλλα δυο μέλη του Δικαστηρίου (Romer, L.J., Somervell, L. J.), υιοθέτησαν αυστηρότερη προσέγγιση από το Denning, L.J., ως προς τις συνέπειες της ανυπακοής στο δικαίωμα ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε μεταγενέστερη διαδικασία. Σύμφωνα με την απόφαση των άλλων δυο Δικαστών, η ανυπακοή συνεπάγεται κατά κανόνα στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, υποκειμένου όμως σε τέσσερις εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση όπου ο διάδικος αμφισβητεί την εγκυρότητα του διατάγματος που κατά τεκμήριο ή ισχυρισμό παρήκουσε. Η μεταγενέστερη αγγλική νομολογία παρουσιάζει διακυμάνσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί διάδικος εν παρακοή να αποκλειστεί, [βλ. Midland Bank Trust Co. Ltd. v. Green [1979] 2 All E.R. 193; Isaacs v. Robertson [1984] 3 All E.R. 140 και J (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156 (Sheldon J.)]. Ανεξάρτητα από τον κανόνα ο οποίος υιοθετείται για τις συνέπειες της παρακοής, κοινή είναι η θέση ότι μπορεί να επιτραπεί σε διάδικο εν παρακοή να ακουστεί σε διαδικασία που αποβλέπει στην ακύρωση του διατάγματος για παρακοή για το οποίο βαρύνεται ή κατηγορείται. Αυτό βεβαιώνει και η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Γρηγορίου και Άλλοι ν. Σταύρου και Άλλων
(1992)1 Α. Α..Δ. 237, 249.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..οι αρχές και η σχετική νομολογία ως προς την απεμπόληση του δικαιώματος διαδίκου να τύχει ακρόασης από το Δικαστήριο λόγω παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου, εξετάστηκαν στην πρόσφατη υπόθεση, Αίτηση Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. & Others
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 499. Επεξηγείται ότι διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. (Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd.
(1977)1 A.A.Δ. 287, Hadkinson v. Hadkinson [1952] P. 285 και J. (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τον φάκελο, η αίτηση παρακοής έχει τεθεί και εκκρεμεί ενώπιον άλλου Δικαστή ο οποίος είχε επιληφθεί και της μονομερούς αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εξέδωσε αυτά και τελικώς εκδίκασε την εν λόγω αίτηση με την έκδοση απόφασης ημ. 9.7.19 με την οποία η αίτηση ημ. 10.4.19 απορρίφθηκε και τα ενδιάμεσα διατάγματα ημ. 10.4.19 ακυρώθηκαν. Στις 12.11.19 η Finvision έχει καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση ως επίσης και αίτηση εναντίον των Καθ΄ ων 2 και 3 για τον παραμερισμό και ή την ακύρωση της υποκατάστατης επίδοσης, μεταξύ άλλων, της κυρίως Αίτησης, της μονομερούς αίτησης ημ. 10.4.19 και των προσωρινών διαταγμάτων ημ. 10.4.
- Ακολούθησε η καταχώριση της αίτησης παρακοής στις 15.11.
- Οι δύο αυτές αιτήσεις ημ. 12.11.19 τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και μάλιστα όρισε τις δύο αιτήσεις για ακρόαση για πρώτη φορά στις 25.5.20 και ακολούθως στις 15.6.
- Εκείνη τη μέρα η δικηγόρος της Evision έθεσε θέμα ως προς την σειρά εκδίκασης των αιτήσεων, εκφράζοντας την άποψη ότι θα έπρεπε πρώτα να ακουστεί η αίτηση παρακοής και αφού το Δικαστήριο άκουσε και τις δύο πλευρές, αποφάσισε όπως εκδικαστούν πρώτα οι δύο αιτήσεις ημ. 12.11.
- Έτσι οι δύο αυτές αιτήσεις ορίστηκαν την ίδια ημερομηνία για ακρόαση, όταν και κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις και από τις δύο πλευρές εξ ου και το Δικαστήριο προχωρεί σήμερα στην έκδοση δύο ξεχωριστών αποφάσεων επί αυτών. Από τη στιγμή που το παρόν Δικαστήριο έχει αποφασίσει την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης και της αίτησης για παραμερισμό και ή ακύρωση της υποκατάστατης επίδοσης, ενώ εκκρεμεί και η αίτηση παρακοής εναντίον της Finvision και των Καθ΄ ων 2 και 3, η οποία δεν έχει ακόμα επιδοθεί σε αυτούς, θεωρώ μη ορθό να υπεισέλθω στα πλαίσια της παρούσας στην ουσία της αίτησης παρακοής. Άλλωστε, το γεγονός και μόνο πως κλήθηκε συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ και απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε ο κ. N, δεν είναι ικανό από μόνο του να καταδείξει ότι η Finvision βρίσκεται σε ηθελημένη παρακοή του προσωρινού διατάγματος, με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα (βλ. Ι.Μ. v. Π.Μ., Έφ. αρ. 19.16, ημ. 12.11.18) . Ως εκ τούτου και με βάση τις πιο πάνω περιστάσεις, θεωρώ πως η Finvision δεν έχει επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που να της στερεί το δικαίωμα να ακουστεί στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. ΙΙΙ. Κώλυμα δια Συμπεριφοράς και ή Λόγω Δικονομικών Ενεργειών της Αιτήτριας να προωθεί την Αίτηση - Δεδικασμένο Αποτελεί λόγο ένστασης πως η Finvision κωλύεται να προωθεί την Αίτηση και ή έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθότι αφενός αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ένστασης της ημ. 24.4.19 και συμμετείχε πλήρως στη διαδικασία που ακολούθησε και αφετέρου καταχώρισε την Αίτηση με υπέρμετρη καθυστέρηση. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, η ένσταση ημ. 24.4.19 καταχωρίστηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 10.4.19 για προσωρινό διάταγμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την πρώτη κιόλας εμφάνιση τους, οι δικηγόροι της Finvision και των Αιτητών (στους οποίους δεν είχε ακόμα επιδοθεί το διάταγμα) εμφανίζονταν για τον περιορισμένο σκοπό αμφισβήτησης του προσωρινού διατάγματος και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και ακολούθως (αφότου έγινε η επίδοση στους Αιτητές) την επίδοση. Αυτές οι επιφυλάξεις εκφράζονταν σε κάθε δικάσιμο κατά την οποία οι δικηγόροι εμφανίζονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, η εμφάνιση για σκοπούς αμφισβήτησης του προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, η καταχώριση ένστασης και η ακρόαση της μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα, υπό τη ρητή επιφύλαξη εκ μέρους της Finvision να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ουδόλως αποτελεί τέτοιο διάβημα το οποίο να απολήγει στη λήψη τέτοιων μέτρων προς υπαγωγή και αποδοχή της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως το επόμενο διάβημα της Finvision μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 9.7.19 ήταν η καταχώριση της παρούσας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην Αγγλική υπόθεση Esal (Commodities) Ltd v. Mahendra Pujara
(1989)2 Lloyd's Rep. 479, η οποία υιοθέτησε την παλαιότερη υπόθεση Obikoya and others v. Silvernorth Ltd and others, QBD, The Times 6 July 1983. Παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση: «Ι can see no reason why a defendant whose assets in this country are frozen or about to be frozen - which would be the case where the ex parte injunction was refused but leave to serve short notice of a summons was given - should be regarded as having submitted to the jurisdiction merely because on being notified, probably by telex, of the injunction he takes immediate steps to protect himself . . He could of course expressly or by necessary implication submit to the jurisdiction but Mr. Mawrey's submission that mere application or resistance without more is sufficient is not justified by any authority or by the wording of the rules and it would be a denial of justice to put a defendant in the position that he cannot safely resist a summons for a Mareva injunction or apply for the discharge or variation of such an injunction granted ex parte unless he has first given notice of intention to defend and issued an application to set aside. Every ex parte injunction includes liberty to the defendant to apply on notice to vary or set aside. If Mr. Mawrey is right such liberty would be a trap unless it included a warning that any such application would preclude the defendant from subsequently challenging the jurisdiction unless he had first taken the steps mentioned. I reject the submission.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης και η μεταγενέστερη υπόθεση Smay Investments Limited and other v. Sachdev and others
(2003)EWCH 474, στην οποία γίνεται παραπομπή στις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις ως εξής: «I do not accept that a party who attends before a Judge to challenge a freezing order obtained without notice ipso facto waives his right to contest jurisdiction, unless as part of those proceedings he agrees to an order which in terms regulates his position until, and therefore contemplates, the trial of the action. This was made clear by the decision of the Court of Appeal in Esal (Commodities) v Pujara [1989] 2 Lloyd's Rep 479, where the Defendant acknowledged service, gave notice of his intention to defend the action and then, on the return date of an application to continue an injunction until trial, consented to an order in those terms without at the same time reserving his position on jurisdiction. The Court of Appeal held that, on those facts, he had submitted, Reliance was placed by the Defendant in that case on an earlier decision of Parker J in Obikoya v Silvernorth Ltd (29 June 1993, unreported), where he held that a challenge to a Mareva injunction did not, without more, amount to a submission to the jurisdiction.» Έχει ήδη λεχθεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση για το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στις 9.7.
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, την ίδια ημερομηνία ο φάκελος τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο όρισε την κυρίως Αίτηση για οδηγίες στις 12.9.19, ούτως ώστε να καθοριστεί η περαιτέρω πορεία αυτής ενόψει του περιεχομένου της απόφασης ημ. 9.7.
- Κατ΄ εκείνη τη δικάσιμο οι δικηγόροι της Finvision δήλωσαν την πρόθεση τους να καταχωρίσουν την παρούσα Αίτηση και την αίτηση για παραμερισμό και ή ακύρωση, και το Δικαστήριο όρισε την κυρίως Αίτηση για οδηγίες στις 12.11.19 με οδηγίες για την καταχώριση και τον ορισμό των αιτήσεων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, όπως και έγινε. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν θεωρώ ότι υπήρξε αφενός καθυστέρηση στη διαπίστωση και έκφραση της πρόθεσης για την καταχώριση της παρούσας (η οποία έγινε την αμέσως επόμενη δικάσιμο από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 9.7.19) και αφετέρου στην υποβολή αυτής (η οποία έλαβε χώρα την αμέσως επόμενη δικάσιμο ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου). Το γεγονός ότι μεσολάβησαν τέσσερις μήνες από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 9.7.19 μέχρι και την υποβολή της παρούσας Αίτησης δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά και απομονωμένα από το σύνολο των περιστάσεων της διαδικασίας οι οποίες καταδεικνύουν πως η Finvision εξέφρασε και υλοποίησε την πρόθεση της να καταχωρίσει την Αίτηση αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η παραπομπή από τον δικηγόρο της Evison στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 δεν υποστηρίζει τη θέση του. Στην εν λόγω υπόθεση η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και έξι μήνες αργότερα καταχώρισε αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίστηκε πως λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για ακύρωση η εναγομένη είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση της εναγομένης πως εδικαιούτο να καταχωρίσει την αίτηση επειδή δεν είχε προβεί σε άλλο διάβημα στα πλαίσια της αγωγής πριν την καταχώριση της (αίτησης), τονίζοντας πως τέτοια εισήγηση θα απέληγε σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του η καταχωρισθείσα αγωγή. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, το ιστορικό της διαδικασίας καταδεικνύει την έκφραση πρόθεσης καταχώρισης της Αίτησης και την υλοποίηση αυτής χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, ούτως ώστε να μην δύναται να λεχθεί πως ο χρόνος καταχώρισης της παρούσας Αίτησης οδηγεί σε τέτοια καθυστέρηση που ισοδυναμεί με υπαγωγή στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Από το σύνολο των πιο πάνω γεγονότων, προκύπτει ότι η Finvision ενήργησε εξαρχής χωρίς καθυστέρηση στην έκφραση πρόθεσης και στη λήψη μέτρων και μάλιστα προς πλήρη συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Αναφορικά με το κατά πόσο τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2) (ανωτέρω). Σε αυτή αναφέρθηκε ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Διαφωτιστική ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239 και Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897. Στην ενδιάμεση απόφαση του ημ. 9.7.19 το Δικαστήριο δεν αποφάσισε τελεσίδικα ότι είχε δικαιοδοσία. Άλλωστε στα πλαίσια ενδιάμεσης φύσης διαδικασίας το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα. Το Δικαστήριο σημειώνει πως είναι καλά καθιερωμένη η αρχή πως σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Ως εκ τούτου δεν ήταν εύλογο ούτε και αναμενόμενο πως με την όποια απόφαση του επί της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο θα αποφάσιζε τελικώς και οριστικά το θέμα της δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο ουδόλως αποφάσισε επί της ουσίας του ζητήματος της δικαιοδοσίας αλλά η κρίση του επί αυτού περιορίστηκε στα πλαίσια και για τους σκοπούς της ενώπιον του διαδικασίας. Το Δικαστήριο αρκέστηκε να διαπιστώσει ότι στην απουσία καλού λόγου δεν θεώρησε πρέπον και αρμόζον να ασκηθεί η εξουσία Κυπριακού Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων στα πλαίσια της Διεθνούς Διαιτησίας, περιοριζόμενο βασικά στην ενδιάμεση διαδικασία που εκκρεμούσε ενώπιον του. Τα ακόλουθα αποσπάσματα είναι διαφωτιστικά: «Τα πιο πάνω βέβαια δεν σημαίνουν πως η Αιτήτρια δέχεται ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές οντότητες αλλά σαφέστατα παρουσιάζεται να δέχεται ότι η πραγματική της έδρα είναι πλέον στη Ρωσία, έστω και αν ακόμα παραμένει εγγεγγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών της Κύπρου, στοιχείο το οποίο είναι ικανοποιητικό για σκοπούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Όμως συνολικά εξετάζοντας τα γεγονότα στα πλαίσια του ισοζυγίου της ευχέρειας και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι διάδικοι συνάπτοντας τη Συμφωνία Μετόχων καθόρισαν ως έδρα της διαιτησίας το Λονδίνο, ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό, καθώς και το ότι υπήρξε μετεγκατάσταση της κυπριακής εταιρείας στη Ρωσία θεωρώ πως δεν θα ήταν αρμόζον για Κυπριακό Δικαστήριο να ασκήσει τις κατά τα άλλα υπαρκτές δικές του εξουσίες βάσει του άρθρου 9 του Ν.101/87. . Στη βάση όλων των ανωτέρω και ιδιαίτερα στην απουσία καλού λόγου ή λόγου πρακτικότητας δεν θεωρώ αρμόζον και πρέπον να ασκηθεί η εξουσία Κυπριακού Δικαστηρίου εν σχέσει με την επίμαχη διεθνή διαιτησία.» Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ότι η Finvision ουδόλως κωλύεται από του να καταχωρίσει και προωθεί την υπό κρίση Αίτηση και ότι αυτή δεν έχει υποβληθεί καθυστερημένα. Ως εκ τούτου, ο συναφής λόγος ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται. IV. Δικαιοδοσία Οι ισχυρισμοί της κάθε πλευράς ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας περιέχονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Και οι δύο πλευρές δέχονται ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής ο Ν.101/87και ο ΕΚ1215/12, καθότι η παρούσα διαδικασία αφορά την έκδοση διαταγμάτων και είναι βοηθητική της διαδικασίας Διαιτησίας η οποία προτίθετο να καταχωριστεί στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στο Λονδίνο μεταξύ των ίδιων μερών και η οποία όντως καταχωρίστηκε στις 3.5.19. Η Evison ισχυρίζεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια αποκτούν δικαιοδοσία λόγω της Finvision η οποία είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο και οι Καθ΄ ων 2 και 3 προστέθηκαν ως αναγκαίοι διάδικοι (βλ. Δ.6 θ.1(
- h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Η Evison, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΧΑ, απαντά στους ισχυρισμούς της ΜΠ ως εξής: (
- i)Σύμφωνα με τη Finvision, αυτή βρίσκεται σε διαδικασία μετεγκατάστασης και προς τούτο έχει συσταθεί η εταιρεία Finvision International. H Evison ισχυρίζεται ότι η όλη διαδικασία μετεγκατάστασης εκτυλίσσεται παράνομα καθότι · Στις 12.9.18 η Finvision, χωρίς ειδοποίηση προς την Evison ή το Δικαστήριο ή το Διαιτητικό Δικαστήριο, αποφάσισε να αλλάξει έδρα στη Ρωσία · Σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο η αλλοδαπή εταιρεία (δηλ. η Finvision) θα πρέπει να διαγραφεί από το μητρώο του κράτους της αρχικής έδρας (της Κύπρου) εντός έξι μηνών από την εγγραφή της εταιρείας στο Ρωσικό μητρώο · Η Finvision όχι μόνο δεν έχει διαγραφεί αλλά δεν έχει ακόμα λάβει μέτρα για την έναρξη της διαδικασίας αλλαγής έδρας. (
- ii)Η Finvision ισχυρίζεται ότι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετεγκατάστασης οι δύο εταιρείες είναι ξεχωριστές νομικές οντότητες. Σύμφωνα με την Evison, τόσο το Κυπριακό όσο και το Ρωσικό δίκαιο επιτρέπουν τη μετεγκατάσταση έδρας εταιρείας. Όμως, με βάση το Ρωσικό δίκαιο και σχετική νομική γνωμάτευση (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΧΑ) η αλλαγή έδρας δεν αλλάζει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας παρά μόνο την έδρα της και υπό ορισμένες περιστάσεις το όνομα της. Επικαλείται επίσης τη θέση της νομικής αντιπροσώπου της Evison ότι στο Ρωσικό μητρώο η εταιρεία εμφανίζεται με την ίδια ημερομηνία εγγραφής, τη χώρα προέλευσης και τον αρχικό αριθμό εγγραφής της στην Κύπρο. Παραπέμπει ακόμα σε δηλώσεις των Κύπριων και Ρώσων δικηγόρων της Evison, βάσει των οποίων διαφαίνεται ότι η διαδικασία μετεγγραφής δεν έχει ολοκληρωθεί, εξ ου και ο κ. Πίττας στη γνωμάτευση του, Τεκμήριο 6, κάνει λόγο για την επιθυμία των Ρωσικών Αρχών για διαγραφή της Κυπριακής εταιρείας. Στη γνωμάτευση των Ιταλών δικηγόρων, Τεκμήριο 7, στις παρ. 38 και 43, επιβεβαιώνεται μεν η θέση πως οι δύο εταιρείες αποτελούν την ίδια νομική οντότητα, ενώ ταυτόχρονα τονίζεται πως η ύπαρξη της Κυπριακής εταιρείας δεν συνεπάγεται και την κατοχή των μετοχών και ως εκ τούτου η Evison κινήθηκε εναντίον λανθασμένης εταιρείας. Τέλος, ο ΧΑ παραπέμπει στη διαδικασία Διαιτησίας η οποία ξεκίνησε εναντίον της Κυπριακής εταιρείας και συνεχίζει εναντίον της Ρωσικής, υποδεικνύοντας πως αυτή βασίζεται σε συμφωνία διαιτησίας μεταξύ της Evison και της Κυπριακής εταιρείας, χωρίς να έχει τεθεί το ζήτημα ότι πρόκειται για ξεχωριστές οντότητες. (iii) Η Finvision ισχυρίζεται ότι από τις 12.9.18 εγγεγραμμένος μέτοχος της ΟΕΒ είναι η Finvision International, αυτόνομη οντότητα. Ο ΧΑ αναφέρει ότι στο Ρωσικό Μητρώο έγινε μόνο αλλαγή στοιχείων, ενώ το όνομα και ο αριθμός της Κυπριακής εταιρείας παραμένουν τα ίδια. Επίσης, δεν έχει παρουσιαστεί κανένα στοιχείο ως προς τη μεταβίβαση των μετοχών και αν γινόταν κάτι τέτοιο, η εταιρεία θα έπρεπε να είχε συμμορφωθεί και τηρήσει τις προϋποθέσεις της Συμφωνίας Μετόχων. (
- iv)H Finvision ισχυρίζεται ότι δεν έχει εξουσία να επέμβει στις εξουσίες των διευθυντών στο διοικητικό συμβούλιο της ΟΕΒ. Ο ΧΑ παραπέμπει στη Συμφωνία Μετόχων, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας Διαιτησίας, δυνάμει της οποίας οι Ρώσοι διευθυντές διορίζονται από την Evison και τη Finvision, υπάρχουν εννέα διοικητικοί σύμβουλοι και για τον διορισμό ή την απομάκρυνση του προέδρου του συμβουλίου απαιτείται η θετική ψήφος τουλάχιστον ενός Ρώσου διευθυντή διορισμένου για τη Finvision. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Evison αναφέρεται στη νέα μέτοχο της ΟΕΒ ως τη Finvision LLC, ακολούθως την αποκαλεί επίσης ως Finvision International ενώ και η Finvision αναφέρεται σε αυτή ως τη Finvision International. Η Evison με τη σειρά της δεν προβαίνει σε οποιονδήποτε περαιτέρω σχολιασμό επί του ζητήματος, είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος. Ως εκ τούτου, οι ως άνω ισχυρισμοί του ΧΑ δεν αντικρούστηκαν από την πλευρά της Evison και το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή αναφέρεται στην εταιρεία Finvision International ως τη νέα μέτοχο. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι και η πλευρά της Finvision αναγνωρίζει πως η διαδικασία αλλαγής έδρας δεν έχει ολοκληρωθεί και πως αυτή βρίσκεται στο αρχικό ακόμα στάδιο ετοιμασίας οικονομικών καταστάσεων. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι ακόμα και αν η θέση της Finvision γινόταν δεκτή, ήτοι πως η παραπομπή στο Ρωσικό δίκαιο δεν έχει σχέση με τα υπό εξέταση ζητήματα παρά μόνο το Κυπριακό δίκαιο και δη το Κεφ. 113, άρθρα 354Ι-354ΙΗ, τότε και πάλι σαφώς η διαδικασία συνέχισης της εταιρείας σε άλλη χώρα δεν έχει ολοκληρωθεί εξ ου και είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Κυπριακή εταιρεία Finvsion δεν έχει διαγραφεί και εξακολουθεί να υφίσταται. Η παραπομπή στο Ρωσικό δίκαιο γίνεται προς υποστήριξη της θέσης της Finvision ότι οι δύο οντότητες εξακολουθούν να θεωρούνται μία και ότι η αλλαγή της έδρας δεν συνεπάγεται και αλλαγή της νομικής οντότητας της Κυπριακής εταιρείας, ζητήματα τα οποία κρίνονται σχετικά με το θέμα της ύπαρξης της Καθ΄ ης 1 και συνακόλουθα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στα πλαίσια της υπό κρίση κυρίως Αίτησης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που υπάρχει μαρτυρία περί μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας μετεγκατάστασης, της μη μεταβίβασης των μετοχών από τη Finvision, το γεγονός ότι αυτή δεν έχει διαγραφεί και εξακολουθεί να είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο και συνακόλουθα μέτοχος της ΟΕΒ, καθώς επίσης και ότι οι δύο εταιρείες Finvision και Finvision International αποτελούν την ίδια νομική οντότητα, τότε τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την κυρίως Αίτηση. Το καθοριστικό κριτήριο είναι το γεγονός ότι η Finvision είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα των εργασιών της στη Λεμεσό και ότι οι διευθυντές της ΟΕΒ οι οποίοι διορίστηκαν από αυτή ελέγχονται από αυτή. Σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 9 του Ν.101/87, τα Κυπριακά Δικαστήρια αντλούν δικαιοδοσία λόγω του ότι η έδρα των δύο εμπλεκόμενων στη διαιτητική συμφωνία μερών βρίσκεται σε διαφορετικά κράτη, της Evison στη Ρωσία και της Finvision στην Κύπρο και η κυρίως Αίτηση αφορά διαδικασία έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων πριν από την έναρξη διαιτητικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την υπόθεση Van Uden Maritime B.V. v. Kommanditgesellschaft, C-391/95, ημ. 17.11.98, (η οποία αφορούσε τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 και τυγχάνει αντίστοιχης εφαρμογής αναφορικά με τον ΕΚ1215/12) παρόλο που ο ΕΚ1215/12, άρθρο 1
(2)(δ), εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τη διαιτησία, εντούτοις το άρθρο 35 του ΕΚ1215/12 δίδει εξουσία για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων στις περιπτώσεις όπου η διαδικασία της διαιτησίας εκκρεμεί ή δεν έχει ακόμα αρχίσει. Στην εν λόγω υπόθεση καθιερώθηκε ότι για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 35, απαιτείται αφενός πραγματικό συνδετικό στοιχείο μεταξύ του αντικειμένου των επιδιωκόμενων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου και αφετέρου το μέτρο να είναι προσωρινό-προστατευτικό (μέτρο). Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «It follows that the granting of provisional or protective measures on the basis of Article [31] is conditional on, inter alia, the existence of a real connecting link between the subject-matter of the measures sought and the territorial jurisdiction of the Contracting State of the court before which those measures are sought.» Από τη στιγμή που η Finvision είχε κατά τον χρόνο καταχώρισης της κυρίως Αίτησης και εξακολουθεί να έχει την έδρα της στην Κύπρο και δη στη Λεμεσό, τότε σαφώς αυτό αποτελεί πραγματικό συνδετικό στοιχείο μεταξύ του αντικειμένου των μέτρων και της κατά τόπο δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη του ΕΔ Λεμεσού. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 63
(1)του ΕΚ1215/12, το οποίο προνοεί πως για την εφαρμογή του Κανονισμού, η κατοικία εταιρείας ή νομικού προσώπου θεωρείται η καταστατική της έδρα, η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάσταση της. Με βάση το άρθρο 63
(2)του Καν. για τους σκοπούς της Κύπρου, ο όρος «καταστατική έδρα» σημαίνει τον τόπο του εγγεγραμμένου γραφείου, ελλείψει αυτού τον τόπο ίδρυσης και ελλείψει αυτού τον τόπο δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου συστάθηκε το νομικό πρόσωπο. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Young v. Anglo American South Africa Ltd & Ors
(2014)EWCA Civ. 1130 και Ministry of Defence and Support of the Armed Forces for Iran v. Faz Aviation Ltd and Al-Ζayat
(2007)EWHC 1042 (Comm.), λέχθηκε ότι μια εταιρεία δύναται να έχει τρεις ταυτόχρονες κατοικίες, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 63 πλην όμως οποιαδήποτε από τις τρεις είναι ικανή να προσδώσει δικαιοδοσία δυνάμει του Κανονισμού. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι διαφωτιστικό: «I would add that anyone brought up on the common law principles of domicile of an individual would immediately recognise that the 'domicile' of a company provided for by the Jurisdiction Regulation is a different and autonomous concept. Not only does it offer three alternative 'domiciles', one of which (the statutory seat) is almost always going to exist and be relatively easy to identify, but all three may exist at the same time. I mention this only because it was one of Mr Quest's submissions that if he could show a case that the central management or principal place of business of Faz had once been in England it could not cease to be so without some manifest abandonment or move to another location. Such concepts of the common law of individual domicile in my judgment have no place in the provisions under consideration. The Jurisdiction Regulation is concerned to provide for jurisdiction in a location with which the potential defendant has a real connection at the relevant time. » Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι το άρθρο 24 του ΕΚ1215/12, στο οποίο παρέπεμψε η δικηγόρος της Finvision, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον πρόκειται για διαδικασία Διαιτησίας και τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 35 ως προς τη λήψη ενδιάμεσων ασφαλιστικών μέτρων. Ως εκ τούτου, η καταστατική έδρα της Finvision στην Κύπρο είναι ικανή να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 21(β) του Ν.14/60, ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος καταχώρισης, παρόλο που εξακολουθεί να διατηρεί την ίδια έδρα μέχρι σήμερα, ενώ με βάση το άρθρο 354ΙΕ του Κεφ. 113 η δικαιοδοσία δεν επηρεάζεται σε διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον εταιρείας η οποία ήταν εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Οι υπόλοιποι παράγοντες τους οποίους επικαλείται η ΜΠ, ήτοι πως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ είναι κάτοικοι Ρωσίας, η ΟΕΒ είναι Ρωσική Τράπεζα και οι Καθ΄ ων 2 και 3 είναι εγγεγραμμένοι μέτοχοι και κάτοικοι Ρωσίας δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Ο παράγοντας πως από τις 12.9.18 η Finvision δεν είναι εγγεγραμμένη μέτοχος της ΟΕΒ αντικρούεται από την Evison ενώ ο παράγοντας περί παύσης του κ. N δεν καθιστά δίχως άλλο την Αίτηση άνευ αντικειμένου, ειδικότερα εφόσον εκκρεμεί και αίτηση παρακοής. Με άλλα λόγια, ενδεχόμενη έγκριση της Αίτησης και διαγραφή της κυρίως Αίτησης αυτομάτως συμπαρασύρει και οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκκρεμεί στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης, και ειδικότερα την αίτηση παρακοής. Επομένως, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό ικανοποιείται ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την κυρίως Αίτηση η οποία και δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση οποιουδήποτε των αιτητικών της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης - Evison και εναντίον της Αιτήτριας - Finvision, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο