Ashri κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1353/2019, 2/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1353/2019 Μεταξύ: 1. . Ashri 2. . Ashri 3. . Ashri Εναγόντων v. 1. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ 2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 12.7.19 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 2 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ν. Αβραάμ για Φιόνα Νικολάου & Ζέτα Νικολάου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Α. Τσιπής για Χ. Αυγουστή & Συνεταίροι ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία: (
- i)να απαγορεύεται και ή αναστέλλεται η εγγραφή και ή εκτέλεση οποιασδήποτε Διαιτητικής Απόφασης έχει και ή ήθελε εκδοθεί εναντίον των Εναγόντων αναφορικά με τις υποθήκες Υ..8/08 και Υ.9/09, τα επίδικα δάνεια και την οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία τους (
- ii)να απαγορεύεται και ή εμποδίζεται η διαδικασία πώλησης και ή εκποίησης της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγόντων η οποία καλύπτεται από τις ως άνω αναφερόμενες υποθήκες (iii) να απαγορεύει και ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 (εφεξής «οι Εναγόμενοι») να αξιώνουν πληρωμή οποιουδήποτε ποσού εμφανίζεται ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει των ως άνω αναφερόμενων υποθηκών και ή επίδικων δανείων. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 στην οποία βασικά προβάλλει ισχυρισμούς περί σύναψης των επίδικων δανείων και υποθηκών δυνάμει ανύπαρκτων και τερματισθέντων πληρεξουσίων και κατόπιν παραπλάνησης και έλλειψης διαπραγμάτευσης από πλευράς των Εναγομένων, περί μη νόμιμου τερματισμού των συμφωνιών, περί παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών καθώς επίσης και περί παράλειψης αποστολής καταστάσεων λογαριασμού. Η Ενάγουσα 1 ισχυρίζεται επίσης πως οι Εναγόμενοι προχώρησαν παντελώς παράνομα και αυθαίρετα στην έκδοση δύο Διαιτητικών Αποφάσεων αναφορικά με δύο από τα επίδικα δάνεια, στη βάση ψευδών και πλαστών πρακτικών τα οποία τη φέρουν παρούσα στις διαδικασίες και αποδεχόμενη τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα. Σύμφωνα με την Ενάγουσα 1, ενώ αυτή, υπό καθεστώς εκβιασμού και απειλών για εκποίηση περιουσίας, προέβη σε πληρωμές μεγάλων ποσών και δέχθηκε την παραχώρηση ακίνητης περιουσίας της, εξακολουθούν να παραμένουν παράνομα και υπερβολικά ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα και μάλιστα οι Εναγόμενοι έχουν επιβαρύνει ολόκληρη την περιουσία της. Εξ ου και θεωρεί ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία για τη διατήρηση του status quo μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται κυρίως στα εξής: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει ανακρίβειες και μη επαρκή γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Οι Εναγόμενοι παραχώρησαν στους Ενάγοντες τα επίδικα δάνεια και ή πιστωτικές διευκολύνσεις καλόπιστα, καθόλα νόμιμα και στη βάση νόμιμων πληρεξουσίων. 4. Οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου και ή συμπεριφοράς να εγείρουν και προωθούν την Αίτηση. 5. Η Αγωγή έχει καταχωριστεί καταχρηστικά και ή με αλλότρια κίνητρα και ή ουδεμία παρανομία υπήρξε κατά τις διαδικασίες Διαιτησίας. 6. Η Ενάγουσα 1 είχε παρουσιαστεί προσωπικά στις διαδικασίες Διαιτησίας και αναγνώρισε και παραδέχθηκε το χρέος της προς τους Εναγόμενους. 7. Η Ενάγουσα 1 δεν έχει εφεσιβάλει τις Διαιτητικές Αποφάσεις. 8. Οι υπολογισμοί των εμπειρογνωμόνων αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού είναι λανθασμένοι και ή δεν στηρίζονται στις επίδικες συμφωνίες και ή στις Διαιτητικές Αποφάσεις. 9. Κάποιοι εκ των επίδικων λογαριασμών έχουν εξοφληθεί και ή έτυχαν αναδιάρθρωσης και επομένως αυτοί δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της Αγωγής. 10. Οι Ενάγοντες δεν ήρθαν με καθαρά χέρια αποκρύβοντας και ή παραποιώντας τα πραγματικά γεγονότα με σκοπό την εξασφάλιση των διαταγμάτων. 11. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι Εναγόμενοι θα καταστούν μη εξασφαλισμένοι πιστωτές και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. 12. Το ισοζύγιο της ευχέρειες κλίνει υπέρ των Εναγομένων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΑ (εφεξής «η ΧΑ») υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, ενεργεί για λογαριασμό των Εναγομένων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων. Σε αυτή η ΧΑ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, αναφέρεται στο όλο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και στις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και παραχώρησης υποθηκών, ισχυριζόμενη ότι οι συμφωνίες έγιναν καθόλα νόμιμα, κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών και στη βάση έγκυρων και εν ισχύι πληρεξουσίων. Ισχυρίζεται πως κάποιες υποθήκες έχουν ακυρωθεί και επομένως ούτε και αυτές δύνανται να αποτελούν αντικείμενο της Αγωγής. Αναφέρεται περαιτέρω στις διαδικασίες Διαιτησίας και ειδικότερα στην παρουσία της Ενάγουσας 1 και στην παραδοχή από μέρους της των οφειλόμενων ποσών καθώς επίσης και στη μη καταχώριση έφεσης εναντίον των Διαιτητικών Αποφάσεων. Η ΧΑ ισχυρίζεται ότι ακόμα και στη βάση των οικονομικών αναλύσεων τις οποίες παρουσίασαν οι Ενάγοντες, αυτοί αναγνωρίζουν την οφειλή πέραν του 70% του ισχυριζόμενου από τους Ενάγοντες οφειλόμενου ποσού και επομένως παραδέχονται από μόνοι τους την ύπαρξη οφειλής δυνάμει των επίδικων δανείων. Ακόμα η ΧΑ αναφέρει ότι ουδόλως έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των Εναγομένων να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής και καταλήγει ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, οι Ενάγοντες ουσιαστικά αξιώνουν: · Δήλωση και ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα δάνεια είναι άκυρα και ή ακυρώσιμα, καθότι έχουν συναφθεί παράνομα και ή δόλια και ή στη βάση ανύπαρκτων πληρεξουσίων και ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων · Απόφαση με τις οποίες να ακυρώνονται και ή παραμερίζονται οι Διαιτητικές Αποφάσεις · Απόφαση ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες ως συσταθείσες κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας · Απόφαση ότι οι όποιες διαδικασίες πώλησης και ή εκποίησης αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες προωθούνται παράνομα και ή αυθαίρετα · Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να παραδώσουν πλήρεις λογαριασμούς αναφορικά με τη διαχείριση των επίδικων λογαριασμών · Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές λόγω της μείωσης της αξίας της περιουσίας η οποία αποτελεί αντικείμενο των επίδικων υποθηκών και ή συνεπεία δόλου και ή παράνομης πρόκλησης ζημιάς και ή κακοδιαχείρισης των επίδικων λογαριασμών · Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε παράνομο και ή άκυρο τερματισμό των επίδικων δανειακών συμβάσεων · Διάταγμα διαγραφής όλων των παράνομων τόκων, επιβαρύνσεων και εξόδων αναφορικά με τα επίδικα δάνεια και τις επίδικες υποθήκες · Διάταγμα για άμεση διαγραφή της γενικής επιβάρυνσης επί όλης της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων. Στην έκθεση απαίτησης βασικά περιέχονται οι ίδιοι ισχυρισμοί ως στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 καθώς επίσης και λεπτομέρειες αφενός δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή ψυχικής πίεσης και αφετέρου αμέλειας και ή παράβασης νομίμων και ή συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς των Εναγομένων. Σε αυτή επίσης παρατίθενται λεπτομέρειες ειδικών ζημιών. Με βάση το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αποκαλύπτεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, υπό την έννοια αναγνωρισμένων στον Νόμο αιτιών αγωγής, εφόσον περιέχουν αξιώσεις για την ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείου και συνακόλουθα όλων των εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των υποθηκών, λόγω ισχυριζόμενου δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράβασης νομίμου καθήκοντος καθώς επίσης και λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών όρων και αυθαίρετων και παράνομων χρεώσεων τόκου και άλλων ποσών, ενώ επίσης περιέχουν και αξιώσεις για αποζημιώσεις. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, επισημαίνω αρχικά πως η ένορκη δήλωση της ΧΑ είναι καθόλα νομότυπη εφόσον εκεί όπου αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της γνώσης της, προς συμμόρφωση με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως η σχετική εισήγηση της δικηγόρου των Εναγόντων πως η ένορκη δήλωση της ΧΑ δεν αποτελεί επαρκή μαρτυρία των όσων αναφέρει για τον λόγο του ότι αυτή δεν έχει προσωπική γνώση και ανάμειξη με τα γεγονότα, κρίνεται παντελώς αβάσιμη και ανεδαφική. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, είναι κοινώς αποδεκτή η σύναψη συμφωνιών δανείου και η παραχώρηση υποθηκών ως εξασφάλιση αυτών. Ειδικότερα, είναι κοινώς αποδεκτή η σύναψη των ακόλουθων συμφωνιών δανείου οι οποίες και είναι επίδικες στην υπό κρίση Αγωγή:
(1)Συμφωνία Δανείου ημ. 22.1.08 με αρ. λογαριασμού -685, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ.
(2)Συμφωνία Δανείου ημ. 11.6.09 με αρ. λογαριασμού -845, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. Και οι δύο συμφωνίες φέρουν ως χρεώστες και τους τρεις Ενάγοντες. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτή η παραχώρηση των ακόλουθων υποθηκών οι οποίες και είναι επίδικες: (α) Υποθήκη Υ..8/08 ημ. 22.1.08, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ και η οποία δόθηκε ως εξασφάλιση για το δάνειο με αρ. λογαριασμού -685. (β) Υποθήκη Υ.9/09 ημ.11.6.09, Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ και η οποία δόθηκε ως εξασφάλιση για το δάνειο με αρ. λογαριασμού -845. Και οι δύο υποθήκες αφορούν ακίνητη περιουσία των Εναγόντων 1 και 3. Αναφορικά με τις υπόλοιπες επίδικες συμφωνίες δανείου, παρέμειναν αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί της ΧΑ ως προς το ότι: (
- i)Το δάνειο με αρ. λογαριασμού -235 έχει τύχει αναδιάρθρωσης και έχει εξοφληθεί. Σχετική κατάσταση λογαριασμού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. (
- ii)Τα δάνεια με αρ. λογαριασμού -065 και -066 έχουν εξοφληθεί. (iii) Τα δάνεια με αρ. λογαριασμού -224 και -010 έχουν τύχει αναδιάρθρωσης και έχουν εξοφληθεί. Σχετικές καταστάσεις λογαριασμού επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτος ο ισχυρισμός της ΧΑ πως οι υπόλοιπες επίδικες υποθήκες, ήτοι οι Υ.0/02, Υ.1/02, Υ.8/03, Υ.9/06 και Υ.7/07, έχουν ακυρωθεί. Σχετικό είναι το πιστοποιητικό έρευνας ημ. 28.8.19, Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των Εναγομένων πως από τη στιγμή που οι ως άνω αναφερόμενοι λογαριασμοί έχουν εξοφληθεί και οι ως άνω υποθήκες ακυρωθεί, τότε δεν φαίνεται να αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας του σκέλους των αξιώσεων των Εναγόντων αναφορικά με την ακυρότητα αυτών των συμφωνιών δανείου και υποθηκών. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως οι Ενάγοντες εγείρουν αξίωση και για αποζημιώσεις αναφορικά με τις εν λόγω υποθήκες, θέμα το οποίο θα απασχολήσει κατωτέρω. Όσον αφορά τις εναπομείνασες συμφωνίες δανείου με αρ. λογαριασμού -685 και -845, είναι κοινώς αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο Διαιτητικής διαδικασίας με αποτέλεσμα την έκδοση Διαιτητικών Αποφάσεων. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 1 περί μη ειδοποίησης της αναφορικά με τις διαδικασίες Διαιτησίας και περί πλαστών πρακτικών παρέμειναν παντελώς γενικοί και αόριστοι και εν πάση περιπτώσει αντικρούονται από τους Εναγόμενους οι οποίοι παρουσιάζουν τις ένορκες δηλώσεις του επιδότη για την επίδοση επιστολών ειδοποίησης του Διαιτητή, Τεκμήρια 15 και 19, και αντίγραφα των Διαιτητικών Αποφάσεων υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας 1, Τεκμήρια 16 και 20. Σύμφωνα με τα εν λόγω Τεκμήρια, οι επιστολές ειδοποίησης επιδόθηκαν στις 20.9.14 στην ίδια την Ενάγουσα 1 έναντι της υπογραφής της και η ίδια παρουσιάστηκε στις διαδικασίες στις 21.10.14 και παραδέχθηκε το χρέος της, όταν και εκδόθηκαν οι Διαιτητικές Αποφάσεις. Και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως πληροφορήθηκε για τις Αποφάσεις με την αποστολή τους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημ. 19.11.18 στον δικηγόρο της, μέρος του Τεκμηρίου 1 στην ένορκη της δήλωση, αντικρούεται από τις ένορκες δηλώσεις του επιδότη για τη γνωστοποίηση των Αποφάσεων προς την Ενάγουσα 1, Τεκμήρια 17 και 21, σύμφωνα με τις οποίες οι Αποφάσεις επιδόθηκαν στις 10.6.15 στον ΑA, σύζυγο και συγκάτοικο της Ενάγουσας 1. Αυτός ο ισχυρισμός της ΧΑ και πάλι δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά των Εναγόντων, όσον αφορά είτε το γεγονός της επίδοσης είτε το νομότυπο αυτής. Είναι επίσης αναντίλεκτη η θέση της ΧΑ πως η Ενάγουσα 1 δεν εφεσίβαλε τις Αποφάσεις, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και τους κανονισμούς, και έτσι αυτές έχουν καταστεί τελεσίδικες. Η ύπαρξη τελεσίδικων Διαιτητικών Αποφάσεων εναντίον της Ενάγουσας 1 φαίνεται να δημιουργεί εμπόδιο στην όποια αμφισβήτηση των συνθηκών σύναψης των επίδικων συμφωνιών δανείου, της εγκυρότητας αυτών και του ύψους του οφειλόμενου ποσού, καθιστώντας τις αξιώσεις αναφορικά με την εγκυρότητα των συμφωνιών, τη νομιμότητα των χρεώσεων και τόκου και το ύψος του οφειλόμενου ποσού χωρίς ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα 1 αποδίδει την έκδοση των Διαιτητικών Αποφάσεων σε δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις και ή κατάχρηση εξουσίας. Ο μοναδικός ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε προς υποστήριξη αυτής της θέσης προϋποθέτει ψευδή και πλαστά πρακτικά των διαδικασιών, ισχυρισμός ο οποίος και πάλι παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος, χωρίς να έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τείνει να υποστηρίξει αυτή τη θέση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός της ΧΑ πως η Ενάγουσα προβάλλει θέσεις αναφορικά με τις Διαιτητικές Αποφάσεις με υπέρμετρη καθυστέρηση παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτος. Ουδεμία εξήγηση έχει δοθεί για τη μη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων από τη γνωστοποίηση των Αποφάσεων η οποία έγινε περί τα μέσα του 2015, μέχρι και την καταχώριση της Αγωγής, είτε σχετικά με την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των Αποφάσεων (η οποία είναι δυνατή σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη βάση κακής συμπεριφοράς, κακού χειρισμού, παράτυπης διεξαγωγής της διαιτησίας και ή παράτυπης έκδοσης της απόφασης), είτε σχετικά με καταγγελία για κατάρτιση πλαστών εγγράφων. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι ακόμα και σε περίπτωση που η Ενάγουσα 1 θα μπορούσε να επιδιώξει την ακύρωση των Διαιτητικών Αποφάσεων μέσω της καταχώρισης Αγωγής στη βάση δόλου, αυτή δεν έχει θέσει οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να καταδεικνύεται η όποια πιθανότητα επιτυχίας αυτού του σκέλους της αξίωσης της. Είναι κοινώς αποδεκτό, όπως καταγράφεται και στις Διαιτητικές Αποφάσεις, πως οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν ειδοποιήθηκαν για τις διαδικασίες Διαιτησίας εξ ου και οι Αποφάσεις εκδόθηκαν μόνο εναντίον της Ενάγουσας 1 ενώ οι Εναγόμενοι επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους εναντίον των δύο αυτών πρωτοφειλετών. Από τη στιγμή που για τους Ενάγοντες 2 και 3 δεν εκδόθηκαν Διαιτητικές Αποφάσεις, τότε το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών και το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Παρόλο που αυτή η εξέταση θα αφορά μόνο τους Ενάγοντες 2 και 3, λόγω ακριβώς του ότι η δική τους θέση διαφοροποιείται από αυτή της Ενάγουσας 1 εναντίον της οποίας εκδόθηκαν οι Αποφάσεις, εντούτοις οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την Ενάγουσα 1, η οποία προώθησε παρόμοιες θέσεις. Κατ΄ αρχάς όλοι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 1 ως προς τη σύναψη των συμφωνιών δανείου (των δύο επίδικων μόνο) αντικρούονται από τη ΧΑ η οποία ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες συνήφθησαν κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων και της ατομικής διαπραγμάτευσης με τους Εναγόμενους, και με την ελεύθερη βούληση και συναίνεση των Εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα 1 δεν παραθέτει τέτοια στοιχεία προς υποστήριξη της αποδιδόμενης στους Εναγόμενους συμπεριφοράς, ήτοι πίεση, παραπλάνηση, απειλές και παρότρυνση υπογραφής χωρίς η ίδια να αναγνώσει και κατανοήσει τα έγγραφα. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 1 παρέμειναν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ειδικότερα, πέραν μιας γενικής αναφοράς, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία ως προς το πότε έγιναν αυτές οι παραστάσεις από πλευράς Εναγομένων, τι και ποιοι της έλεγαν, ποια ήταν ακριβώς η κατάσταση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και γιατί η ίδια συνέχισε την ίδια τακτική να ακολουθεί πιστά όλες τις οδηγίες των Εναγομένων για μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο. Χωρίς να μου διαφεύγει πως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς εξαγωγής τελικών συμπερασμάτων, θεωρώ πως απαιτείται η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας η οποία να τείνει να καταδείξει αυτούς τους ισχυρισμούς. Επιπλέον, η ΧΑ παραπέμπει στον όρο 16 των συμφωνιών δανείου, ο οποίος προνοεί πως οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο της επιλογής τους, προσεκτικά ανέγνωσαν και κατανόησαν πλήρως το περιεχόμενο τους και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλονται και υπογράφουν τις συμφωνίες. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Πέραν του ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως δεν μπορεί να είναι σίγουρη κατά πόσο έθεσε τις υπογραφές της επί των συμφωνιών και ή υποθηκών παρέμεινε και πάλι γενικός και αόριστος εφόσον εκφράστηκε με αβεβαιότητα, η θέση της πως αυτές έγιναν χωρίς εν ισχύι πληρεξούσια αντικρούεται και πάλι από τη ΧΑ. Ειδικότερα, η ΧΑ παρουσιάζει τα σχετικά πληρεξούσια, υπ΄ αρ. ..3/95 από τον Ενάγοντα 2 ημ. 26.5.94 και ..4/95 από τον Ενάγοντα 3 ημ. 29.5.95, Τεκμήρια 12 και 13, τα οποία φαίνεται να είναι γενικά πληρεξούσια που της δίδουν το δικαίωμα να προβαίνει σε όλες τις ενέργειες εκ μέρους των Εναγόντων 2 και 3, συμπεριλαμβανομένων του δανεισμού, της έγερσης Αγωγής και της παρουσίασης σε Τράπεζα και υπογραφής οποιουδήποτε εγγράφου, και τα οποία καταχωρίστηκαν στο Κτηματολόγιο στις 11.6.09 και 22.1.08 αντίστοιχα και δεν έχουν ανακληθεί. Ως εκ τούτου και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως οι συμφωνίες δεν φέρουν την υπογραφή των Εναγόντων 2 και 3 και πως αυτή χρησιμοποίησε τα πληρεξούσια μόνο μια φορά για εξασφάλιση φοιτητικών δανείων δεν φαίνεται να επηρεάζουν το γεγονός πως οι συμφωνίες δανείου τους φέρουν ως πρωτοφειλέτες και υπεγράφησαν από την Ενάγουσα 1 για λογαριασμό και εκ μέρους τους βάσει των πληρεξουσίων. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τις συμβάσεις υποθήκης της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων 1 και 3, οι οποίες φέρουν την υπογραφή της Ενάγουσας 1 και εκ μέρους του Ενάγοντος 3 ως επίσης και τον αριθμό του πληρεξουσίου. Αναφορικά με τη θέση της Ενάγουσας 1 πως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να την εφοδιάζουν με καταστάσεις λογαριασμού, πλην σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, η ΧΑ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι απέστελλαν καταστάσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς ποτέ η Ενάγουσα 1 να αμφισβητήσει τα παρουσιαζόμενα σε αυτές υπόλοιπα. Η Ενάγουσα 1 προβάλλει ισχυρισμό και για αυθαίρετες χρεώσεις τόκων και η ΧΑ αντικρούει αυτόν λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι ενημέρωναν δεόντως μέσω Ανακοίνωσης για τη διαφοροποίηση των επιτοκίων, επισυνάπτοντας τέτοια Ανακοίνωση ως Τεκμήριο
- Και πάλι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 1 για μη αποστολή προειδοποιητικών επιστολών και για μη νόμιμο τερματισμό των εν λόγω συμφωνιών αντικρούονται από τη ΧΑ η οποία επισυνάπτει προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού, Τεκμήρια 4 και 9 στην ένορκη της δήλωση. Και ο ισχυρισμός της πως δεν μπορούσε να πει κατά πόσο υπέγραψε τις υποθήκες έρχεται σε αντίκρουση με την αρχική παραδοχή της για σύναψη των συμβάσεων υποθήκης, και εν πάση περιπτώσει αντικρούεται καθότι οι συμβάσεις επισυνάπτονται και πάλι ως Τεκμήρια 6 και 11 στην ένορκη δήλωση της ΧΑ, και φέρονται να φέρουν την υπογραφή της. Σύμφωνα με τη ΧΑ, από τη στιγμή που υπάρχουν τελεσίδικες Διαιτητικές Αποφάσεις, το ύψος των οφειλόμενων ποσών θα πρέπει να υπολογίζεται στη βάση αυτών. Ο δε ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως τα ποσά των Αποφάσεων δεν συνάδουν με τις καταστάσεις λογαριασμού αντικρούεται και πάλι από τη ΧΑ η οποία εξηγεί ότι η διαφορά μεταξύ των δύο έγκειται στο ότι οι καταστάσεις, τις οποίες και επισυνάπτει ως Τεκμήρια 18 και 22 αντίστοιχα, παρουσιάζουν το υπόλοιπο χωρίς τον τόκο μέχρι και τις 21.10.14 ενώ αυτός συμπεριλήφθηκε στις Διαιτητικές Αποφάσεις. Η αναφορά της Ενάγουσας 1 στην ένορκη της δήλωση ότι πληρώνει δόσεις ύψους μέχρι και €10.000 μηνιαίως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού και συγκεκριμένα η πληρωμή ποσού εκ €5.000 για κάθε λογαριασμό μόνο για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο του 2016 και Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Απρίλιο του
- Η δε αναφορά της ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται να την εφοδιάσουν με έγγραφα δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην αλληλογραφία, Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας
- Σημειώνεται ότι η αλληλογραφία περιλαμβάνει επιστολή ημ. 14.1.16 του τότε δικηγόρου της Ενάγουσας 1 με την οποία προτείνει πρόταση για την αποπληρωμή της οφειλής της, επιστολή ημ. 22.4.16 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού προς κάποιον κ. Π πως δεν είναι δυνατό να του παραδοθούν τα έγγραφα παραχώρησης δανείων λόγω καταστροφής των αρχείων τους ως η πολιτική τους, επιστολή ημ. 24.2.17 του δικηγόρου της Ενάγουσας 1 για διευθέτηση προς αποπληρωμή των δύο επίδικων δανείων της, επιστολή ημ. 28.6.18 με την οποία ζητείται η αποστολή των εγγράφων συμφωνιών, νέα επιστολή ημ. 16.11.18 με την οποία επαναλαμβάνεται το αίτημα ως επίσης και για αποστολή των Διαιτητικών και Δικαστικών Αποφάσεων οι οποίες φαίνεται να στάληκαν με ηλεκτρονικό μήνυμα των Εναγομένων ημ. 19.11.18 και τέλος ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των μερών για διευθέτηση συνάντησης μεταξύ τους με σκοπό την αναδιάρθρωση των λογαριασμών. Όπως διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία, αυτή καταδεικνύει όντως πως οι συμφωνίες (τις οποίες σημειώνεται ότι φέρεται να υπέγραψε η Ενάγουσα 1) παραδόθηκαν στον δικηγόρο της στις 19.11.18 και πως υπήρχε διάθεση και από τις δύο πλευρές να συζητήσουν με σκοπό την εξεύρεση τρόπου αποπληρωμής της οφειλής αναφορικά και με τους δύο λογαριασμούς. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως η ως άνω αλληλογραφία και η ταυτόχρονη ενημέρωση των Εναγόντων για την εξαγορά των δανείων δείχνει τις παραπλανητικές και καταπιεστικές μεθοδεύσεις των Εναγομένων και πάλι δεν φαίνεται να προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων λόγω του ότι είναι η ίδια η Altamira η οποία αγόρασε τα δάνεια και αυτή η οποία διευθετούσε τα περί της συνάντησης. Οι δε ισχυρισμοί της Ενάγουσας 1 περί της συνεχούς απόρριψης των προτάσεων των Εναγόντων και της προβολής παράλογων αξιώσεων εντάσσονται στα πλαίσια των διαβουλεύσεων οι οποίες γίνονταν άνευ βλάβης και εν πάση περιπτώσει πάλι παρέμειναν γενικοί και αόριστοι χωρίς να παρουσιαστούν οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τούτο. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως οι Ενάγοντες κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας των ως άνω αξιώσεων τους. Και τούτο καθότι κάποιοι ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί και αόριστοι ενώ όλοι οι ισχυρισμοί της αντικρούονται από τους Εναγόμενους. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω ισχυρισμών, προς υποστήριξη της θέσης της περί παράνομων χρεώσεων και τόκων υπερημερίας η Ενάγουσα 1 παρουσιάζει Αναλύσεις των επίδικων δανείων στις οποίες προέβησαν οι Οικονομικοί Σύμβουλοι Κ&Π, Τεκμήριο 9 στην ένορκη της δήλωση. Η ΧΑ αμφισβητεί την ορθότητα αυτών των Αναλύσεων λόγω του ότι σε αυτές δεν υπολογίζεται ο τόκος ως αυτός καθορίστηκε στις Διαιτητικές Αποφάσεις. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως αυτές είναι ορθές, τότε οι ίδιοι οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν οφειλή στις 14.3.18 ύψους €343.564,29 αντί του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου των €546.156,23 αναφορικά με το δάνειο -685 και οφειλή στις 31.12.17 ύψους €459.011,30 αντί του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου των €659.216,93 αναφορικά με το δάνειο -
- Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι στη βάση αυτών των Αναλύσεων και οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν την οφειλή τους προς τους Εναγόμενους, έστω για χαμηλότερο ποσό χωρίς βεβαίως να επηρεάζεται η εγκυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο ενδεχομένως κάποιων όρων αυτών. Η διαφορά μεταξύ των εκτιμήσεων των ενυπόθηκων ακινήτων ..2 και ..3 της Υποθήκης Υ.9/09, οι οποίες έγιναν εκ μέρους και των δύο πλευρών, Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 αντίστοιχα, δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου όσον αφορά τη μη ύπαρξη ορατής επιτυχίας της απαίτησης των Εναγόντων. Και τούτο, καθότι ο Ν.9/65ρυθμίζει τη διαδικασία πώλησης συμπεριλαμβανομένης της τιμής πώλησης σε σχέση με τις εκτιμήσεις της ενυπόθηκης περιουσίας παρέχοντας μάλιστα και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη, ήτοι εδώ τους Ενάγοντες 1 και 3, σε διάφορα στάδια της όλης διαδικασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης με πλειστηριασμό, οι Ενάγοντες 1 και 3 έχουν δικαίωμα να παρουσιάσουν τη δική τους εκτίμηση για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως η αξία της ενυπόθηκης περιουσίας υπερκαλύπτει το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο δεν φαίνεται να διαφοροποιεί τα όσα αναφέρονται ανωτέρω καθότι σε περίπτωση εκποίησης αυτής, οι Εναγόμενοι θα εισπράξουν την οφειλή τους ενώ το περίσσευμα ανήκει και θα πρέπει να πληρωθεί στους Ενάγοντες 1 και
- Αναφορικά με τη θέση της Ενάγουσας 1 ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε γενική επιβάρυνση επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας της και ότι συμφώνησαν να άρουν την επιβάρυνση αφού η ίδια πλήρωσε το ποσό των €60.000, αλλά δεν τήρησαν τη συμφωνία τους, η ΧΑ δηλώνει ότι έχουν ήδη αρχίσει οι δέουσες διαδικασίες με σκοπό την ακύρωση αυτής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Σημειώνεται απλώς εδώ η δήλωση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι η ακύρωση της γενικής επιβάρυνσης έγινε στις 23.9.
- Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν έχω ικανοποιηθεί πως οι Ενάγοντες παρουσίασαν τέτοια μαρτυρία η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, τείνει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των εν λόγω ισχυρισμών τους. Εκτός του ότι το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, ούτε και η τρίτη προϋπόθεση πληρούται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα οι Εναγόμενοι θα πρέπει να καταβάλουν το υπόλοιπο στους Ενάγοντες 1 και 3, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως η Ενάγουσα 1 και ή οι Ενάγοντες 2 και 3 θα έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε οι Εναγόμενοι δύνανται να τους αποζημιώσουν. Δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από τους Ενάγοντες πως οι Εναγόμενοι είναι αφερέγγυα τράπεζα αλλά αντιθέτως οι τελευταίοι πρόβαλαν ισχυρισμό πως έχουν κάθε δυνατότητα πλήρους κάλυψης, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Εναγόντων 1 και 3 στην περιουσία τους, αυτή ταυτόχρονα αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος των Εναγομένων δυνάμει των σχετικών συμφωνιών. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο