ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ ν. KARIMINEGAD κ.α., Αρ. Αγωγής: 420/2017, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 420/2017 Μεταξύ: χχχχχχχχχχ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ Ενάγοντας και χχχχχ KARIMINEGAD, ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ χχχχχχχχ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ., ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ χχχχχχχχχ ΚΑΡΚΑΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ Εναγομένου --------------------------- Ημερομηνία: 30/09/2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Στέφανη Νικολάου για Michael Chambers & Co LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 25/06/2020 ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου επί των αξιώσεων της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 06/07/2018 εναντίον του Εναγομένου Νο.1 που καταχωρήθηκε σε συνέχεια του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο την 03/03/
- Ένορκη Δήλωση επίδοσης βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Προς απόδειξη της υπόθεσης καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, παρατίθεται αυτούσια και αναφέρει τα εξής: '' Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος χχχχχχχχχχ Παναγιωτίδης, από τη Λεμεσό, κάτοχος ΑΔΤ χχ8975, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο Ενάγοντας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ο Αιτητής στην υπό εκδίκαση Αίτηση και τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην παρούσα Ένορκη Δήλωση, εκτός από εκείνα για τα οποία ορίζεται ρητώς άλλη πηγή γνώσης, εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση. Για όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση, κατονομάζω την πηγή της πληροφόρησης μου και είναι αληθή εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι. Όσον αφορά τη νομική πτυχή της Αίτησης λαμβάνω πληροφόρηση από τους Δικηγόρους μου, Michael Chambers & Co. LLC. Έχω διαβάσει τον φάκελο της δικογραφίας και προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών μου, ως αυτοί περιγράφονται στο γενικό κλητήριο της αγωγής και στην Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα αναφέρω τα ακόλουθα: i. Το γενικό κλητήριο της αγωγής (Ο2R1) καταχωρήθηκε στις 17/2/2017, επιδόθηκε στον Εναγομένο 1 στις 03/3/2017 και μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Τροποποιημένο Κλητήριο (Ο2R1) σύμφωνα με την Δ.25 Θ1
(2)- Χωρίς άδεια Δικαστηρίου καταχωρήθηκε στις 6/7/
- ii. Λόγω του ότι μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος 1 δεν έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης στις 25/6/2020 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης. iii. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο του γενικού κλητήριου εντάλματος της αγωγής του τροποποιημένου γενικού κλητηρίου και της Έκθεση Απαίτησης, τα οποία υιοθετώ πλήρως δια της παρούσης. Προς απόδειξη των ισχυρισμών μου αναφέρω τα ακόλουθα και επισυνάπτονται προς τούτο σχετικά έγγραφα: Μέχρι και περί τον Δεκέμβριο του 2016 ήμουν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής xxx x14, κατασκευής MERCEDES Ε250, Τύπου Coupe, χρώματος άσπρου, με ημερομηνία κατασκευής στις 25/1/2010 και με ημερομηνία πρώτης εγγραφής στην Κύπρο στις 7/7/2010, εν τοις εφεξής «το όχημα». Αντίγραφο του πιστοποιητικού Εγγραφής Μηχανοκινήτου Οχήματος επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Περί τον Δεκέμβριο του 2016 γνώρισα τον Εναγόμενο 1, ο οποίος ψευδώς και αναληθώς μου παρουσιάστηκε και μου συστήθηκε με το όνομα «Νικόλας» και μου ανέφερε ότι είχε δική του μάντρα πώλησης αυτοκινήτων, στην οδό Πάφου στη Λεμεσό, την οποία με πήγε επί τόπου και μου την έδειξε.
- Επειδή περί τον Δεκέμβριο του 2016 επιθυμούσα να πωλήσω το όχημα μου και να αγοράσω νέο όχημα, συμφωνήσαμε προφορικά με τον Εναγόμενο 1, να αναλάβει αυτός να πωλήσει το όχημα μου, μέσω της μάντρας του, για το ποσό των €22.000 και ακολούθως να φροντίσει να μου φέρει από την Αγγλία και να αγοράσω ένα νέο όχημα τύπου MERCEDES ML για το οποίο θα κατέβαλλα επιπρόσθετα το ποσό των €15.
- Δηλαδή συνολικά ο Εναγόμενος 1 με την υλοποίηση της Συμφωνίας θα εισέπραττε από εμένα για την αγορά του νέου οχήματος MERCEDES ML το συνολικό ποσό των €37.000 (εν τοις εφεξής καλούμενη για σκοπούς συντομίας «η Συμφωνία»). Για την κράτηση του νέου οχήματος έδωσα στον Εναγόμενο 1 μετρητά το ποσό των €5.500 ως προκαταβολή.
- Το κινητό του τηλέφωνο είναι xxxxxx17 και το κινητό τηλέφωνο του Εναγομένου 1 είναι xxxxxx30 και οι δυο μας έχουμε εγκαταστήσει την εφαρμογή (application) Viber. Με την χρήση της εφαρμογής Viber ο Εναγόμενος 1 περί τις 16/12/2016, μου έστειλε φωτογραφίες το νέο αυτοκίνητο που θα αγόραζα από την Αγγλία, τύπου MERCEDES ML, χρώματος άσπρου, με κωδικό xxxWC, για το οποίο έδωσα προκαταβολή €5.
- Δέσμη φωτογραφιών, που μου απέστειλε μέσω Viber στο κινητό μου τηλέφωνο ο Εναγόμενος 1 επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2 .
- Αμέσως μετά την κατάρτιση της Συμφωνίας μας, συναντηθήκαμε με τον Εναγόμενο 1 και φωτογράφισε το όχημα μου με σκοπό την επόμενη ημέρα να το έπαιρνε στην μάντρα για προώθηση της πώλησης του. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος 1 μου είχε είπε ότι είχε ήδη εξεύρει αγοραστή που ήταν έτοιμος να αγοράσει το όχημα μου.
- Αφότου ενημερώθηκα από τον Εναγόμενο 1 ότι είχε εξευρεθεί αγοραστής για να αγοράσει το όχημα μου, ζήτησα από τον Εναγόμενο 1 να μου φέρει την επιταγή με το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης, ήτοι το ποσό των €22.000 και να του υπογράψω τη τυποποιημένη δήλωση μεταβίβασης του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του οχήματος στο νέο αγοραστή. Ο Εναγόμενος 1 επειδή ήταν βιαστικός όπως μου ανέφερε, μου ζήτησε για να κερδίζουμε χρόνο, να υπογράψω πρώτα τη δήλωση μεταβίβασης του οχήματος και με διαβεβαίωσε ότι θα ερχόταν την επόμενη ημέρα για να μου φέρει το τίμημα που θα εισέπραττε από την πώληση του οχήματος μου, ήτοι το ποσό των €22.
- Έτσι δείχνοντας καλή πίστη και εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 1 υπέγραψα τη δήλωση μεταβίβασης και ανέμενα την επόμενη ημέρα να μου φέρει το συμφωνηθέν ποσό.
- Την επόμενη ημέρα ο Εναγόμενος 1 δεν ήρθε να μου φέρει την επιταγή και τα χρήματα μου σχετικά με την πώληση του οχήματος μου, όπως είχε συμφωνηθεί και όπως μου είχε υποσχεθεί και προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες μεταξύ των οποίων ότι ήταν δήθεν άρρωστος ή ότι ήταν δήθεν άρρωστος κάποιος συγγενής του και απέφευγε να με συναντήσει με αποτέλεσμα να αρχίσω να υποψιάζομαι πλέον ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 ήταν ύποπτη.
- Συνεπεία των αλλεπάλληλων αρνήσεων του Εναγόμενου 1 να με συναντήσει και να μου δώσει τα χρήματα που είχε εισπράξει για λογαριασμό μου από την πώληση του οχήματος μου είχα αρχίσει να γίνομαι έντονος και επίμονος προς τον Εναγόμενο 1 και του έδωσα κάποια πίστωση χρόνου για να μου φέρει τα χρήματα μου, αλλά και το νέο όχημα που παράγγειλα από την Αγγλία και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου αυτός συνέχισε να μου λέει ψευδείς δικαιολογίες. Έτσι ήμουν πλέον πεπεισμένος ότι ο Εναγόμενος 1 με την χρήση απατηλών μέσων και με ψευδείς παραστάσεις, και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, κατάφερε να πωλήσει το όχημα μου και να εισπράξει αυτός τα χρήματα από την πώληση και να τα οικειοποιηθεί παραβιάζοντας την μεταξύ μας συμφωνία. Ο Εναγόμενος 1 με την χρήση ψευδών παραστάσεων και απατηλών ενεργειών πώλησε και μεταβίβασε το όχημα μου και οικειοποιήθηκε παράνομα το αντίτιμο που έλαβε από την πώληση. Η τελευταία επικοινωνία που είχα με τον Εναγόμενο 1 ήταν περί τα τέλη Ιανουαρίου του
- Μετά από αυτά τα γεγονότα προέβηκα σε καταγγελία στην Αστυνομία σχετικά με το επίδικο περιστατικό εναντίων διάφορων προσώπων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος 1 με σκοπό να γίνει σχετική διερεύνηση για συλλογή των απαραίτητων πληροφοριών.
- Περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2017, έδωσα κατάθεση στην Αστυνομία και στα πλαίσια της διερεύνησης που έκανε τόσο η αστυνομία όσο και εγώ, ανακάλυψα με έκπληξη μου τα ακόλουθα, σχετικά με τις λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων και των απατηλών ενεργειών του Εναγομένου 1: (α) Το πρόσωπο με το οποίο κατάρτισα τη Συμφωνία, δεν ονομάζετο «Νικόλας», όπως μου συστήθηκε ψευδώς και αναληθώς, αλλά το πραγματικό του όνομα είναι S.K. και κατάγεται από το Ιράν, ήτοι ο Εναγόμενος
- (β) Ο Εναγόμενος 1 δεν είναι ιδιοκτήτης της μάντρας στην οδό Πάφου, στη Λεμεσό, την οποία μου έδειξε ψευδώς και αναληθώς, αλλά ο πραγματικός ιδιοκτήτης είναι ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι κουμπάρος του Εναγόμενου 1 και διατηρούν στενές φιλικές σχέσεις. (γ) Ο Εναγόμενος 1, πώλησε το όχημα μου και το μεταβίβασε στον Εναγόμενο 3 για χαμηλότερο ποσό από πού συμφωνήσαμε, ήτοι €16.250, το οποίο παρανόμως οικειοποιήθηκε.
- Οι δικηγόροι μου στις 9/2/2017 απέστειλαν στην αστυνομία σχετική επιστολή ζητώντας σχετικές πληροφορίες για τη διερεύνηση που έκαναν, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως πληροφορούμαι από την Αστυνομία, ο Εναγόμενος 1 παραδέχτηκε όλα όσα αναφέρω στην παράγραφο 11 ανωτέρω σχετικά με τις ψευδείς και απατηλές ενέργειες του έναντι μου.
- Συνέπεια των ανωτέρω ενεργειών του Εναγόμενου 1, εγώ υπέστηκα εκτεταμένες ζημιές, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη και αναστάτωση. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 παραβιάζοντας την μεταξύ μας Συμφωνία όχι μόνο δεν πώλησε το όχημα μου στη τιμή των €22.000 που είχε συμφωνηθεί, αλλά το πώλησε €16.250, με αποτέλεσμα να υφίσταμαι επιπλέον ζημιά ύψους €5.750 και να στερούμαι το όφελος που είχε συμφωνηθεί. Περαιτέρω τα χρήματα που εισέπραξε ο Εναγόμενος 1 από την πώληση του οχήματος ουδέποτε τα κατέβαλε σε εμένα με αποτέλεσμα να τα οικειοποιηθεί παρανόμως καθιστώντας τον αδικαιολόγητα πλουτίσα. Περαιτέρω μέσω ψευδών παραστάσεων και υποσχέσεων ο Εναγόμενος 1 μου ανέφερε ότι εξήυρε το νέο όχημα (Τεκμήριο 2) και μου ζήτησε προκαταβολικά €5.500 για να μου κρατήσει το όχημα. Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε μου έφερε το όχημα που συμφωνήσαμε, παρακράτησε και οικειοποιήθηκε επιπλέον και αυτά τα χρήματα που έλαβε προκαταβολικά από εμένα με για την αγορά του νέου οχήματος. Εγώ ουδεμία χαριστική πρόθεση είχα έναντι του Εναγόμενου
- Πέραν της οικονομικής απώλειας και της συνολικής ζημιάς ύψους €27.500 που έχω υποστεί, εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του Εναγόμενου ταλαιπωρήθηκα, αναστατώθηκα ψυχικά και διακατεχόμουν από άγχος, εξαιτίας του γεγονότος ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν κατείχα αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να στερούμαι του δικαιώματος να απολαμβάνω τις ανέσεις και αλλάζοντας την καθημερινότητα μου και το πρόγραμμα μου σε μεγάλο βαθμό αφού δυσκολευόμουν τόσο στο να μεταβώ στην εργασία μου όσο και στις μετακινήσεις μου γενικότερα.
- Νυν δια ταύτα εξαιτούμαι απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 ως ακολούθως: (Α) Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για αθέτηση και/ή παράβαση Συμφωνίας, αφού ο Εναγόμενος 1 με τη χρήση ψευδών παραστάσεων και/ή απατηλών ενεργειών εισέπραξαν αχρεωστήσως κα/ή άνευ νόμιμου λόγου και/ή άνευ αντιπαροχής το ποσό των €16,250, από την πώληση του οχήματος του στον Εναγόμενο
- (Β) Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 1 για επιστροφή του ποσού των €16.250, το οποίο ο Εναγόμενος 1 οικειοποιήθηκε αχρεωστήτως και παράνομα και αφού πλούτισε αδικαιολόγητα από την πώληση του οχήματος μου. (Γ) Αποζημιώσεις ύψους €5.750 για παράβαση Συμφωνίας ως ανωτέρω περιγράφεται και/ή ως αποζημιώσεις για αποκατάσταση μου στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόμουν αν η Συμφωνία είχε εκτελεστεί ως είχε συμφωνηθεί. (Δ) Διάταγμα που να διατάττει την επιστροφή του ποσού των €5.500, το οποίο ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε αχρεωστήτως και/ή παράνομα και/ή αφού πλούτισε αδικαιολόγητα και/ή άλλως πως, το οποίο δόθηκε ως προκαταβολή για την αγορά του νέου οχήματος τύπου MERCEDES ML χρώματος άσπρου, με κωδικό xxxWC, από την Αγγλία. (Ε) €6.000 ως τιμωρητικές αποζημιώσεις για ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη, αναστάτωση και αγχός που υπέστηκα συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1, ως ανωτέρω περιγράφεται. (Ζ) Οιανδήποτε άλλην ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει εύλογη και/ή δίκαια υπό τις περιστάσεις. (Η) Νόμιμους Τόκους (Θ) Δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης της Αγωγής, Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα - Αιτητή προσκόμισε προς το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις μέσω των οποίων υποστηρίζει τις θέσεις του Ενάγοντα και μεταξύ άλλων και το αίτημα του Ενάγοντα για απόδοση σε αυτόν παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων ένεκα των ζημιών που έχει υποστεί, της ταλαιπωρίας, της ψυχικής αναστάτωσης και του άγχους. Η νομική πτυχή Παράβαση σύμβασης Η παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά, ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις (βλ. Νορη ν Τσαγγαρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 209, Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746) και καταδεικνύει (και κατοχυρώνει, βλ. Δρυάδης κ. α. ν Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881 και Τουμάζος ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 700), συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους, να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827, Μουρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80). Παράνομος τερματισμός της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο, δίδει επίσης το δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων αν το αναίτιο μέρος έχει υποστεί ζημιά και οι προαναφερόμενες αρχές έχουν ανάλογη εφαρμογή (βλ. Manda Navigation Co Ltd v Του Πλοίου «Veerhaven»
(1999)1 Α.Α.Δ. 1246). Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της ή επιβεβαίωσης της και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης, είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη σε κάθε σύμβαση να καθορίσουν ρητά (βλ. Κυριακου ν Φιλή
(2004)1 Α.Α.Δ. 1811). Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της, από το Δικαστήριο -ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της- (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της). Παράβαση σύμβασης και θεραπεία: Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του Κεφ. 149, που επιγράφεται «Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης»: «
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.». Αποζημίωση, συνεπώς, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 73 του Κεφ. 149, για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης σύμβασης, αποσκοπεί στο να αποδώσει στον ενάγοντα, όσο το δυνατόν περισσότερο (και στο βαθμό που τούτο μπορεί να εκφραστεί σε χρήμα), αυτό που θα ελάμβανε εάν ο αντισυμβαλλόμενος του εκτελούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με άλλα λόγια, ο σκοπός της αποζημίωσης, είναι να αποδώσει στον ενάγοντα την αξία της προσδοκίας που είχε από την σύμβαση που ματαιώνεται, και έτσι, να τον αποζημιώσει, όχι μόνο για την απώλεια που υπέστη λόγω της παράβασης των συμφωνηθέντων, αλλά και για τα κέρδη που η συγκεκριμένη παράβασης αποτρέπει. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, από την στιγμή που η επιδίκαση αποζημίωσης βάσει παράβασης σύμβασης αφορά ζημιά ή απώλεια του ενάγοντα, εάν ο ενάγοντας δεν υπέστη τέτοια ζημιά ή απώλεια, σε αγωγή του για παράβαση σύμβασης, δεν δικαιούται να του επιδικαστεί οτιδήποτε περισσότερο από ονομαστική αποζημίωση, ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος κερδίζει από την παράβαση του των συμφωνηθέντων. Σύμφωνα τόσο με την Έκθεση Απαίτησης, την μαρτυρία και τις αγορεύσεις της δικηγόρου του Ενάγοντα - Αιτητή, η απαίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, προκύπτει από παράβαση σύμβασης. Εφόσον ο σκοπός της θεραπείας των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση της οικονομικής ζημιάς και απώλειας που υπέστη το αθώο μέρος, και εφόσον στο χώρο των συμβάσεων η απώλεια (loss) του αθώου μέρους είναι το τι στερήθηκε ή έχασε με τη μη εκπλήρωση της επίδικης συμφωνίας σύμβασης, οι αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν υπέρ του αθώου μέρους θα αποτελούνται στη συνήθη περίπτωση από τη διαφορά στην οικονομική κατάσταση του, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί τώρα (μετά την παράβαση της σύμβασης) και της οικονομικής του κατάστασης όπως θα ήταν εάν είχαν εξελιχθεί ομαλά (εάν δηλαδή και οι δύο συμβαλλόμενοι είχαν εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις τους). Η πιο πάνω παραδοσιακή διατύπωση δεν καλύπτει τιμωρητικές αποζημιώσεις ούτε και αποζημιώσεις για ψυχική ταλαιπωρία, αναστάτωση ή ηθική βλάβη. Στο σημείο αυτό γίνεται μια διάκριση μεταξύ του δικαίου των αστικών αδικημάτων, όπου είναι δυνατόν να επιδικαστούν τόσο τιμωρητικές αποζημιώσεις (σε εξαιρετικές περιπτώσεις) όσο και αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη , ταλαιπωρία και αναστάτωση, αφενός , και του δικαίου των συμβάσεων, όπου οι αποζημιώσεις περιορίζονται σε αποκατάσταση οικονομικής ζημιάς και απώλειας και όπου δεν αποδίδονται αποζημιώσεις για οτιδήποτε άλλο, αφετέρου. Σε σχέση με το θέμα των τιμωρητικών αποζημιώσεων, η κατάσταση στη Κύπρο παραμένει ως το παραδοσιακό μοντέλο του Αγγλικού Δικαίου, ότι δηλαδή δεν υπάρχει στο Δίκαιο των συμβάσεων η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων. Στην κυπριακή υπόθεση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου v. Ειρήναρχος Θεοδώρου
(1997)1 ΑΑΔ 1800 , 31 Δεκεμβρίου, 1997 αναφέρονται τα εξής: Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (exemplary damages), αποσαφηνίστηκαν στην Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R.
- Όπως εξηγείται στην απόφαση του Λόρδου Devlin στη Rookes (ανωτέρω), οι αποζημιώσεις σε αστικά αδικήματα δεν ήταν αυστηρά προκαθορισμένες. Τις διέκρινε πάντοτε στοιχείο ρευστότητας (at large). Εφόσον η αδικοπραγία ήταν ειδεχθής, στο βαθμό που να δικαιολογεί την τιμωρία του αδικοπραγούντος, μπορούσε να καταδικασθεί σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δεν θα διαπραγματευθούμε τις προϋποθέσεις για την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Σημειώνουμε μόνο ότι εξαρχής η εξουσία για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων είχε ταυτιστεί με τη διάπραξη αστικών αδικημάτων. (Βλ. Wilkes v. Wood [1763] Lofft.
- Huckle v. Moncy [1763] 2 Wils.
- Tullidge v. Wade [1769] 3 Wils.
- Leith v. Pope [1779] 2 Wm. Bl.
- Merest v. Harvey
(1814)5 Taunt.
- Sears v. Lyons [1818] 2 Stark.
- Williams v. Currie [1845] 1 C.B.
- Emblen v. Myers [1860] 6 H. & N. 54.) Δεν είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε ότι στα πρώτα χρόνια της εξέλιξης του κοινού δικαίου δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων. Η αυστηρή διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων που αναγνωρίστηκε συν τω χρόνω δεν εξάλειψε ολοσχερώς τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής τιμωρίας στον κατά το αστικό δίκαιο αδικοπραγούντα· περιορίστηκε όμως στις τρεις κατηγορίες που αναγνωρίστηκαν στη Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome και σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Βlackshaw v. Lord [1983] 2 All E. R.
- AB v. South West Water Services Ltd [1993] 1 All E.R.
- John v. MGN Ltd [1996] 2 All E.R. 35.) Όσον αφορά τώρα σε αποζημιώσεις για ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη και αναστάτωση, η παραδοσιακή αντιμετώπιση του κοινοδικαίου δεν επέτρεπε την επιδίκαση αποζημιώσεων για ψυχική ταλαιπωρία, άγχος και αναστάτωση (mental distress). Σύμφωνα με την παραδοσιακή θεωρία, τέτοιες ζημιές έπρεπε να αποτελούν το αντικείμενο αγωγής για αστικό αδίκημα, και όχι δικαστικής διαδικασίας για παράβαση σύμβασης όπου το αποκλειστικό κριτήριο αποκατάστασης ήταν η επιδίκαση αποζημιώσεων για οικονομική ζημιά. Στην Αγγλική υπόθεση Watts v. Morrow
(1991)4 All E R 937 στην οποία έγινε αναδρομή στην Αγγλική Νομολογία λέχθηκε ότι σε παράβαση σύμβασης, αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη (mental distress) είναι ανακτήσιμες μόνο στην περίπτωση που το αντικείμενο της σύμβασης είναι η παροχή ηρεμίας του μυαλού (peace of mind) ή απαλλαγή από το άγχος (freedom from distress). Τέτοιες είναι οι συμβάσεις για διακοπές (contract for a holiday) ή οι συμβάσεις για παροχή ψυχαγωγίας και αναψυχής (Βλ. Jarvis v. Swans Tours Ltd
(1973)1 All E R 71 και Jackson v. Horizon Holidays Ltd
(1975)3 All E R 92). Η υπό εξέταση περίπτωση απέχει και, μάλιστα, κατά πολύ από την περίπτωση που οι πιο πάνω αποφάσεις πραγματεύονται. Επομένως, οι πιο πάνω αποφάσεις, τις οποίες και η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα επικαλέσθηκε στις τελικές της αγορεύσεις, δεν είναι βοηθητικές για τον Ενάγοντα. Με βάση την αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η παράβαση της σύμβασης που είχε καταρτιστεί προφορικά μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου με υπαιτιότητα του Εναγόμενου Νο.
- Ως εκ τούτο, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως ακολούθως: Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το συνολικό ποσό των €27.500= πλέον νόμιμο τόκο από 17/02/
- Στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνονται οι €22.000= , συμφωνημένο τίμημα πώλησης του οχήματος, πλέον €5.500= το οποίο πληρώθηκε ως προκαταβολή για την αγορά νέου οχήματος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και Εναντίον του Εναγομένου 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 17 (Ε) της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα για τιμωρητικές αποζημιώσεις για ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη, αναστάτωση και άγχος απορρίπτεται. (Υπ.)............... Χρ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο