← Κύπρος

Αναφορικά με την MASS PACK TRADING LTD, Αίτηση Εταιρειών: 419/2019, 30/9/2020

Αναφορικά με την MASS PACK TRADING LTD, Αίτηση Εταιρειών: 419/2019, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αίτηση Εταιρειών: 419/2019 Αναφορικά με την MASS PACK TRADING LTD - και - Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 19/12/2019 από MASS PACK TRADING LTD Ημερομηνία: 30/09/2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Χάρης Δημητρίου για Χάρης Δημητρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Παρασκευή Κτίστη για Αντρέας Γιωρκάτζιης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση (κύρια αίτηση) ο κος χχχχχχχ Ιωάννου. ( «ο Α.Ι») εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκκαθάριση της MASS PACK TRADING LTD (« η Εταιρεία»). Η αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στα άρθρα 209, 211 (ε), 212(α), 212 (β), 212(γ) , 213 και 214, των κανονισμών 3 και 4, του περί εταιρειών Διαδικαστικού Κανονισμού (Companies Rules), στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς του 1933, καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η κύρια αίτηση καταχωρίστηκε την 11.09.2019 και επιδόθηκε στην Εταιρεία, η οποία καταχώρησε ένσταση την 11.03.

  1. Μετά την σχετική δημοσίευση της κυρίως αίτησης, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, η Τράπεζα xxxxxx xxxxxxx xxxxxxxx xxx («η Τράπεζα») η οποία είναι η κύρια Τράπεζα με την οποία συνεργάζεται η Εταιρεία, ενημέρωσε την τελευταία, ότι ενόψει της Αίτησης Εκκαθάρισης έχουν παγοποιηθεί οι λογαριασμοί της Εταιρείας και ότι οι λογαριασμοί θα παραμείνουν δεσμευμένοι, μέχρις ότου απορριφθεί η Αίτηση Εκκαθάρισης. Λόγω τούτου, η Εταιρεία καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Β. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση η Εταιρεία εξαιτείται: A) Διάταγμα του Δικαστηρίου (Anticipatory Validation Order), με το οποίο να δηλώνεται ότι, σε περίπτωση που διαταχθεί η διάλυση της Εταιρείας, στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εκκαθάριση, οποιεσδήποτε πληρωμές θα γίνουν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας και οποιεσδήποτε καταθέσεις θα γίνουν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας σε οποιαδήποτε τράπεζα, συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών που διατηρεί η Αιτήτρια με την Τράπεζα, για τους σκοπούς της συνήθους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων της Αιτήτριας, και οι οποίες θα γίνουν από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μέχρι την έκδοση απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης, δεν θα είναι άκυρες δυνάμει του Άρθρου 216 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. B) Διάταγμα του Δικαστηρίου (Anticipatory Validation Order), με το οποίο να δηλώνεται ότι, σε περίπτωση που διαταχθεί η Εκκαθάριση της Εταιρείας, στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Διάλυσης, οποιεσδήποτε πληρωμές θα γίνουν από την Αιτήτρια σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και οι οποίες θα γίνουν για τους σκοπούς της συνήθους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων της Αιτήτριας, και οι οποίες θα γίνουν από την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος μέχρι την έκδοση απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης, δεν θα είναι άκυρες δυνάμει του Άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  3. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου (Anticipatory Validation Order), με το οποίο να δηλώνεται ότι, σε περίπτωση που διαταχθεί η Εκκαθάριση της Εταιρείας, στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εκκαθάρισης, οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας , η οποία γίνεται για καλή και νόμιμη αντιπαροχή και η οποία γίνεται για τους σκοπούς της συνήθους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων της Αιτήτριας και η οποία θα γίνει από την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος μέχρι την έκδοση απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης, δεν θα είναι άκυρη δυνάμει του Άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  4. Η Αίτηση αυτή βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 216, 218

(2), στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς, Καν.92, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς , Δ.48, θθ1, 2, 3, στη σχετική νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στη διακριτική ευχέρεια και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κου χχχχχχ Χριστοδουλίδη. («ο Μ.Χ»), μετόχου και διευθυντή της Εταιρείας, ημερομηνίας 19.12.2019. Στην Ένορκη Δήλωση («Ε/Δ») συνοπτικά αναφέρεται πως, η οποιαδήποτε απαίτηση του Αιτητή στη Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης που υποβάλλεται από τον Α.Ι, έχει πλήρως διευθετηθεί από την χχχχχχχχ χχχχχχχχχ χχ. χχχχχχ χχχ («η Ασφαλιστική»), η οποία ανέλαβε να καλύψει την όποια οφειλή προέκυπτε από την απαίτηση του κου Α.Ι προς την Εταιρεία και η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Χ, έχει ήδη πλήρως διευθετηθεί και αποπληρωθεί από την Ασφαλιστική. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι οποιαδήποτε οφειλή, εάν υπάρχει, δεν θα διευθετηθεί από την Εταιρεία αλλά από την Ασφαλιστική. Ο ίδιος αναφέρει, επίσης, στην Ε/Δ του, πως η Τράπεζα είναι η κύρια τράπεζα με την οποία συνεργάζεται η Εταιρεία και πως αποτέλεσμα της παγοποίησης των λογαριασμών της Εταιρείας, ενόψει της αίτησης διάλυσης, είναι να μην μπορεί η Εταιρεία να διενεργήσει οποιεσδήποτε πληρωμές και πως αυτό θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στη λειτουργία και τις εμπορικές της δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον Μ.Χ, η Εταιρεία ασχολείται με την διαχείριση και εμπορική εκμετάλλευση βιομηχανικών μονάδων και ο κύκλος εργασιών της κατά τα τελευταία έτη είναι €48.000= και το υπόλοιπο του λογαριασμού, ο οποίος παγοποιήθηκε, ανέρχεται στις €133.312,48=. Η Εταιρεία οφείλει να καταβάλει, πάντα σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο κ. Μ.Χ στην Ε/Δ του, πληρωμή κρατικών και δημοτικών φόρων, την πληρωμή Φ.Π.Α, την πληρωμή λογαριασμών ηλεκτρισμού, τηλεφώνου και νερού, την πληρωμή ενοικίου και κοινοχρήστων, αποχετευτικών τελών, λογιστικών και δικηγορικών εξόδων, εξόδων διαχείρισης γραφείου , κλπ. Υποστηρίζεται επίσης, με την Ε/Δ του κ. Μ.Χ, ότι δεν υφίσταται αδυναμία της Εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, ούτε άρνηση της να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό οφείλει προς τρίτο καθώς επίσης ότι, η Εταιρεία είναι φερέγγυα και σε καλή οικονομική κατάσταση και σε κάθε περίπτωση, η Ασφαλιστική αποδέχεται την υποχρέωση να ικανοποιήσει το όποιο ποσό κριθεί ότι οφείλεται από την Εταιρεία προς τον Α.Ι, καθώς επίσης και ότι ο Α.Ι γνωρίζει την υποχρέωση αυτή της Ασφαλιστικής. Περαιτέρω, ο ομνύοντας υποστηρίζει πως ακόμα και αν το Δικαστήριο αποφασίσει την εκκαθάριση της Εταιρείας, οι πληρωμές για τις οποίες ζητείται η έγκριση, δεν αποτελούν προνομιακή μεταχείριση οποιωνδήποτε πιστωτών, ούτε επηρεάζουν δυσμενώς τα συμφέροντα οποιωνδήποτε πιστωτών. Αντιθέτως, εισηγείται ότι, είναι προς το συμφέρον όλων, να συνεχίσει απρόσκοπτα η Εταιρεία τις δραστηριότητες της μέχρι την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση Διάλυσης. Τέλος, ισχυρίζεται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Εταιρεία να παραλύσει και να υποστεί σοβαρές ζημιές, και οι ασκούντες την διοίκηση της να έρθουν αντιμέτωποι με αστικές και ποινικές κυρώσεις, χωρίς να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για αυτό. Γ. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Ο Καθ' ου η Αίτηση κος Α.Ι (Αιτητής στην Κυρίως Αίτηση) καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης όπου εξειδικεύονται δεκατρείς
(13)λόγοι ένστασης και που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου χχχχχχχχχχ Κτίστη («η Π.Κ») η οποία ορκίζεται προς υποστήριξη της ένστασης καθότι, ως αναφέρει η ομνύουσα, η υπό εξέταση Αίτηση αφορά αμιγώς νομικά σημεία. Ως λόγους ένστασης, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, προβάλλει τα εξής:
  1. Η Αιτήτρια δεν επικαλείται «καλό λόγο» ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  2. Το πραγματικό υπόβαθρο ως αυτό εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπές κατά τέτοιο τρόπο που δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει συγκεκριμένη οφειλή και/ή υποχρέωση της και/ή οφειλή και/ή υποχρέωση που σε περίπτωση που ικανοποιηθεί θα είναι προς όφελος των πιστωτών της Αιτήτριας ως σύνολο (to the benefit of the Company's creditors as a whole) ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Τα Αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και/ή αόριστα και/ή τυχόν έκδοση τους θα δημιουργήσει το υπόβαθρο για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας και/ή τη διενέργεια προτιμησιακών πληρωμών και/ή για τη διενέργεια ανεξέλεγκτων πράξεων και/ή για πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας στον Αιτητή στην Αίτηση Εκκαθάρισης και/ή στους πιστωτές της Αιτήτριας ως σύνολο και/ή την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και/ή αλλοίωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας ως ήταν την ημέρα της υποβολής της Αίτησης για Εκκαθάριση.
  5. Πλείστοι από τους ισχυρισμούς και την μαρτυρία που θέτει η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι άσχετοι με την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
  6. Δεν τίθεται κανένας ισχυρισμός και/ή μαρτυρία ως προς την αναγκαιότητα και/ή την αναμενόμενη ωφέλεια της Εταιρείας από την πραγματοποίηση των πληρωμών που η Αιτήτρια αιτείται να επικυρωθούν με τα αιτούμενα διατάγματα και/ή αντίθετα τη ζημιά που θα υποστούν οι πιστωτές της Αιτήτριας εκ της μη πραγματοποίησης των πληρωμών.
  7. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους της και/ή απέτυχε να αποδείξει ότι οι όποιες διευθετήσεις και/ή πληρωμές επιζητεί να επικυρώσει με την Αίτηση της έγιναν και/ή θα γίνουν καλή τη πίστη και/ή με έντιμη πρόθεση και/ή στη συνήθη πορεία της επιχείρησης της Αιτήτριας και/ή είναι προς τον συμφέρον του Αιτητή στην Αίτηση Εκκαθάρισης και/ή του συνόλου των πιστωτών της Αιτήτριας και/ή ότι η συνέχιση εμπορίας και/ή δραστηριότητας της Αιτήτριας είναι επικερδής και/ή θα καταστεί επικερδής, από την πραγματοποίηση των πληρωμών.
  8. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης, η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους της και/ή απέτυχε να αποδείξει ειδικές περιστάσεις (special circumstances) που αποδεικνύουν ότι οι διαθέσεις και/ή πληρωμές που επιζητεί να επικυρώσει (validate) με την Αίτηση της η Αιτήτρια θα είναι προς το συμφέρον του συνόλου των πιστωτών και/ή άλλες περιστάσεις που κρίνονται ειδικές.
  9. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης η Αιτήτρια δεν επικαλείται καλό λόγο περιλαμβανομένης της αιτιολόγησης ότι οι πληρωμές και/ή οι διαθέσεις των οποίων η Αιτήτρια αιτείται στην επικύρωση με τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαίες και/ή χρήσιμες για τα συμφέροντα των πιστωτών της Αιτήτριας και/ή εν παρατίθενται λόγοι για την κρίση του διευθυντή της Αιτήτριας που ένας ειλικρινής και/ή λογικός διευθυντής θα μπορούσε να πάρει.
  10. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης οι διαθέσεις και/ή πληρωμές των οποίων η Αιτήτρια αιτείται την επικύρωση με τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικές και/ή δεν προσδιορίζονται και/ή συγκεκριμενοποιούνται κατά παράβαση του άρθρου 216 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  11. Η κατ' ισχυρισμόν μη ύπαρξη υποχρέωσης της Αιτήτριας προς τον Αιτητή στην Αίτηση Εκκαθάρισης είναι άσχετη με τα όσα θα αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να αποφασιστούν και ως εκ τούτου η επί τούτου επιχειρηματολογία είναι περιττή και/ή διαζευκτικά η Αιτήτρια επιδιώκει ανεπίτρεπτα την εκδίκαση της ουσίας της Αίτησης Εκκαθάρισης με την ενδιάμεση Αίτηση της.
  12. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή αστήριχτη και/ή αχρείαστη και/ή εμφορείται από λανθασμένη αντίληψη ως προς την φύση της αίτησης που σαφώς δεν πρόκειται για αίτηση για διάταγμα επικύρωσης πληρωμών (anticipatory validation order) στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης προερχόμενης από μειοψηφούντα μέτοχο και/ή μέτοχο.
  13. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασία καθότι είναι παράτυπη και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας. Η Ένσταση στηρίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, Άρθρα 216, 218, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς Καν. 92, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, Θ.4, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις Αρχές της επιείκειας που εφαρμόζονται στη βάση του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στην πρακτική και τις σύμφυες εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της Π.Κ συνοπτικά αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Υποστηρίζεται πως δεν γίνεται καμιά αναφορά και δεν παρατίθεται οποιοδήποτε στοιχείο ως προς την τυχόν κερδοφορία της Εταιρείας, στο κατά πόσον οι διαθέσεις που προτίθεται να προβεί η Εταιρεία θα έχουν θετικό αντίκτυπο στους πιστωτές της, δεν γίνεται αναφορά στα στοιχεία του ενεργητικού της Εταιρείας πέραν της παράθεσης χωρίς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι η Εταιρεία διατηρεί λογαριασμό με συγκεκριμένο υπόλοιπο ενώ παραλείπει να αναφερθεί στις βέβαιες ή πιθανές συνέπειες που θα έχει οποιαδήποτε τυχόν διάθεση στους πιστωτές της Εταιρείας. Περαιτέρω, υποστηρίζεται από την κ. Π.Κ πως η αναφορά στις συνήθεις δραστηριότητες της Εταιρείας είναι γενική καθότι δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για τις προτιθέμενες διαθέσεις, πληρωμές και δοσοληψίες της Εταιρείας και χωρίς να γίνεται αναφορά στον αντίκτυπο της όποιας διάθεσης στους πιστωτές της Εταιρείας ως σύνολό. Η αναφορά στα εξ αιτούμενα διατάγματα που αφορούν σε διάθεση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας φαίνεται να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στον κο Α.Ι αφού αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Π.Κ, η οποία συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα σημαίνει πρακτικά πως τα ποσά και γενικά τα στοιχεία ενεργητικού και η περιουσία της Εταιρείας που θα διατεθεί θα αφαιρεθούν από τα προς διάθεση στους πιστωτές περιουσιακά στοιχεία στην περίπτωση εκκαθάρισης της Εταιρείας. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με αγορεύσεις και ουδείς έχει αντεξεταστεί. Οι αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί επισταμένα, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο, όμως δεν κρίνω σκόπιμη την επανάληψή του περιεχομένου τους στην παρούσα. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου επί του οποίου εδράζεται κυρίως η παρούσα αίτηση προνοεί τα εξής: «Κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το δικαστήριο οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγωγίμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Σύμφωνα με το άρθρο 218
(2)του περί Εταιρειών Νόμου: «Η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση». Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 216 στον Αγγλικό περί Εταιρειών Νόμο είναι το άρθρο 227 και μετέπειτα το άρθρο 127 του Αγγλικού περί Εκκαθάρισης Νόμου του 1986. Στο σύγγραμμα του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή «Η εκκαθάριση εταιρειών» 2η έκδοση στη σελ. 207 αναφέρει τα εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ: ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Ι. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της εταιρείας ξεκαθαρίζουν όπως αυτά ήταν κατά την καταχώρηση της αίτησης. Από τη στιγμή που καταχωρείται η αίτηση για εκκαθάριση δημιουργείται στα μάτια του Δικαστηρίου μια ύποπτη περίοδος. Κατ' αυτή την ύποπτη περίοδο δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν έγκυρες οποιεσδήποτε πράξεις αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, διότι αυτές είναι δυνατό να προκαλούν ζημιά σε άτομα που έχουν σχέση με αυτές. i. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας του, μπορεί να ισχυροποιήσει μόνο συναλλαγές που καταρτίσθηκαν bona fide, κατά την τρέχουσα πορεία της επιχείρησης και συνεπληρώθησαν πριν από την ημέρα της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης. Κάθε περίπτωση βασίζεται στα δικά της γεγονότα και περιστάσεις, αλλά εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο είναι η καλή πίστη και η έντιμη πρόθεση των ενδιαφερομένων μερών. Στην άσκηση αυτής της ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει το τι είναι ορθό και δίκαιο επί τη βάσει των περιστάσεων εκάστης υπόθεσης ξεχωριστά, έχοντας πάντα κατά νου την καλή πίστη και την έντιμη πρόθεση των συναλλαττομένων προσώπων. Πράγματι, το άρθρο 216 του Κεφ.113 αναφέρει ότι, κατά την εκκαθάριση υπό του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε διάθεση της περιουσίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και των αγώγιμων δικαιωμάτων, καθώς και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της κατάστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης, είναι άκυρη, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι η διάταξη του νόμου δε θέτει η ίδια οποιαδήποτε καθοδηγητική αρχή για το πώς θα ασκείται η ευχέρεια του Δικαστηρίου, την οποία του παρέχει με τη φράση «εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Αν υπάρχει καλή πίστη και έντιμη πρόθεση, οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, γενομένη στη συνήθη πορεία της επιχείρησης της εταιρείας, κατά την περίοδο μεταξύ της καταχώρησης της αίτησης και της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης, θεωρείται ως καλώς γενομένη. (βλ. Wiltshire Iron Co., Ex p. Pearson
(1868)3 Ch. App. 443, English and Empire Digest, Green Band ed., vol. 10, p.979, par.5899). ii. Για να τύχει εφαρμογής η διάταξη αυτή, θα πρέπει η αμφισβητούμενη διάθεση να έχει γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξης της εκκαθάρισης, δηλαδή της καταχώρησης της αίτησης, και της έκδοσης διατάγματος για την εκκαθάρισή της. Στην Αγγλία η σχετική πρόνοια είναι το άρθρο 127 του Insolvency Act 1986. Είναι καθιερωμένο μετά την απόφαση στην Re A.I. Levy (Holdings) Ltd
(1964)Ch. 19, πως μετά την καταχώριση αίτησης για διάλυση και πριν αυτή ακουστεί, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα (anticipatory validation order), δηλαδή διαταγή ότι η διάθεση δεν θα είναι άκυρη εφόσον εκδοθεί διάταγμα διάλυσης. Οι πληρωμές ποσών από τον τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας είναι διάθεση περιουσίας της εταιρείας. (βλ. Hollicourt (Contracts) Ltd v. Bank of Ireland
(2001)Ch. 555). Το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να παρουσιάσει λόγους και να πείσει το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει το σχετικό διάταγμα (βλ. Re Atlas Truck Service Pty Ltd
(1974)4 ΑCTR 19). Πρέπει ο αιτητής να πείσει ότι η έκδοση του διατάγματος θα είναι προς όφελος όχι μόνο αυτού που κατεχώρησε την αίτηση διάλυσης και του ιδίου αλλά και των μη εξασφαλισμένων πιστωτών της εταιρείας. Αναφέρεται στην Re Steane's (Bournemouth) Ltd
(1950)1 All E.R. 21, 25 ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της γεγονότα και περιστάσεις με ιδιαίτερη αναφορά στην καλή πίστη και ειλικρινή πρόθεση των ενδιαφερομένων και το δικαστήριο είναι ελεύθερο να κρίνει τι θα ήταν ορθό και δίκαιο στην κάθε περίπτωση. Η νομοθεσία παραλείποντας να καθορίσει ειδικές περιστάσεις που θα καθόριζαν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου θεωρείται ότι άφησε το ζήτημα στον έλεγχο των γενικών αρχών που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση άσκησης δικαστικής διακριτικής εξουσίας. Αυτή πρέπει να ασκείται στα πλαίσια της νομοθεσίας που αφορά στην εκκαθάριση εταιρειών. Το δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει συγκεκριμένες συναλλαγές ή γενικά τη συνέχιση του εμπορίου από την εταιρεία και να εγκρίνει επικείμενες συναλλαγές (βλ. Boyle & Birds', Company Law, 7η έκδ., 2009, σελ.870). Το άρθρο δεν αφορά μόνο στην έγκριση συναλλαγών για το σκοπό υποβοήθησης της εταιρείας να συνεχίσει τις δραστηριότητες της. Μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για την έγκριση πώλησης συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Θα αναμένετο, όπως προειπώθηκε, πως εάν η MASS PACK TRADING LTD είχε υπόψη την πώληση τέτοιας περιουσίας θα γινόταν σαφής αναφορά στην αίτηση και θα παρέχονταν οι επί μέρους λεπτομέρειες. Όπως ανέφερα η αίτηση δεν παρουσιάζεται να έχει αυτή την εμβέλεια. Στην υπόθεση Re Wiltshire Iron Co, ex parte Pearson
(1868)L.R.3 Ch.App.443, αναφέρθηκε πως οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι αναγκαίες ώστε να παρεμποδίζεται, κατά την περίοδο από της καταχώρισης της αίτησης διάλυσης και μέχρι να ακουστεί, η αθέμιτη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Όταν πρόκειται για εταιρεία η οποία πράγματι εμπορεύεται, εάν με την καταχώριση της αίτησης δεν ασκείτο η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να την διατηρήσει, τότε η εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας θα παρέλυε, και θα προκαλούνταν μεγάλες ζημιές, χωρίς όφελος, σε όσους ενδιαφέρονται στα περιουσιακά της στοιχεία. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εγκρίνει συγκεκριμένες συναλλαγές αλλά και γενικά να επιτρέψει την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας από μέρους της εταιρείας καθώς και να εγκρίνει επικείμενες συναλλαγές. (βλ. Re Operator Control Cabs Ltd
(1970)3 ALL E.R 657. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Morse Company Law 14η έκδοση στη σελίδα 759 αναφέρεται ότι όταν η εταιρεία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα επικύρωσης συνηθισμένων εμπορικών συναλλαγών της εταιρείας διαφορετικά η αίτηση εκκαθάρισης, είτε καλώς είτε κακώς, θα παρέλυε την εμπορική της δραστηριότητα. Επομένως το Δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει τη συνέχιση της κίνησης των Τραπεζικών Λογαριασμών της Εταιρείας κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της για όσο χρόνο δεν δημιουργείται σοβαρή αμφιβολία ως προς τη φερεγγυότητα της εταιρείας. Γενικά, από την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει ότι το Δικαστήριο προτού εκδώσει διάταγμα προκαταβολικής επικύρωσης εμπορικών δραστηριοτήτων της εταιρείας θα πρέπει να πειστεί ότι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές δεν επηρεάζονται δυσμενώς. Στην Πολιτική Αίτηση αρ. 153/2013 Αναφορικά με την αίτηση του Νίκου Χριστοφή, ημερομηνίας 09/08/2013 που αφορούσε σε θέματα παρόμοια με τα εγειρόμενα στην παρούσα αίτηση, τονίστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ όπως ήταν τότε, ότι εκείνο που απαγορεύεται δυνάμει του άρθρου 216 είναι η διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών αυτής και η μεταβίβαση μετοχών ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Δεν απαγορεύεται η λειτουργία της εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης για διάλυση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι αρκούντως αποκαλυπτικό: Στην απόφαση είναι σαφές, με βάση και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Αγγλίας, (s. 227 του Companies Law 1948) και τα συναφή συγγράμματα, ότι το Άρθρο 216 στοχεύει στην προστασία και την «.. παρεμπόδιση των αξιωματούχων της εταιρείας από του να αποξενώσουν περιουσιακά της στοιχεία μετά την υποβολή αίτησης για διάλυση της». Δεν στοχεύει στον παρεμποδισμό της ζώσας λειτουργίας της εταιρείας στο μεταξύ και ούτε υπάρχει είτε στα Companies Winding Up Rules 1933-1938, είτε στα Companies Rules, Subsidiary Legislation of Cyprus, Τόμος ΙΙ, σελ. 279, οποιαδήποτε αναγκαιότητα για επίδοση ή ειδοποίηση των πιστωτών σε περίπτωση αίτησης για διάλυση με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας ή της καταπίεσης της μειοψηφίας. Υπάρχει στο θέμα παρερμηνεία από τον αιτητή της έννοιας του Άρθρου 216 και της νομολογίας. Σχετική παραπομπή για την εμβέλεια και έννοια του Άρθρου 216, γίνεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στον Pennington: Company Law 3η έκδ. σελ. 701 και 704-707, όπου και μνημονεύεται η υπόθεση Re Wiltshire Iron Co [1868] 3 Ch. App. 443, απ' όπου και το εξής σχετικό απόσπασμα: «This is a wholesome and necessary provision, to prevent, during the period which must elapse before a petition can be heard, the improper alienation and dissipation of the property of a company in extremis. But where a company actually trading, which it is in the interests of everyone to preserve, and ultimately to sell, as a going concern, is made the object of a winding up petition which may fail or may succeed, if it were to be supposed that transactions in the ordinary course of its current trade, bona fide entered into and completed, would be avoided, and would not in the discretion given to the court, be maintained, the result would be that the presentation of a petition, groundless or well-founded, would, ipso facto, paralyze the trade of the company, and great injury, without any counter-balance of advantage, would be done to those interested in the assets of the company.» Στην πιο πάνω απόφαση τέθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν γενικά για την εφαρμογή του άρθρου 216 του Περί Εταιρειών Νόμου που αναφέρεται σε διάθεση περιουσίας μετά την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης. Το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, αποφασίζει στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης αφού σταθμίσει όλους τους παράγοντες και κυρίως την φερεγγυότητα της εταιρείας. Περαιτέρω και όπως προκύπτει από το ίδιο άρθρο και επόμενα, η υποχρέωση της εταιρείας και των αξιωματούχων της να εξηγήσουν τις όποιες συναλλαγές, είναι δεδομένη, ώστε να αρθεί το πρόβλημα πιθανής ακυρότητας τους. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όσο και των γραπτών αγορεύσεων, δίχως παράλληλα να παραγνωρίζεται και το περιεχόμενο του φακέλου της Κύριας Αίτησης. Η δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο το περιεχόμενο του φακέλου έχει κατ΄ επανάληψη επισημανθεί στη νομολογία μας (βλ., παραδείγματος χάριν, τη σελίδα 729 της Astor Manufacturing & Exporting Co κ. ά. v. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd. κ. ά.
(1993)1 Α. Α. Δ. 726 ή τη σελίδα 836 της Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. ν. Χαρίδη
(2011)1Β Α. Α. Δ. 825). Με βάση το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Μ.Χ αλλά και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του εν λόγω προσώπου, οι οποίες καταχωρήθηκαν και προς υποστήριξη μονομερών αιτήσεων για έκδοση παρόμοιων διαταγμάτων, οι οποίες βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, δεικνύεται ότι ο λόγος για τον οποίον επιζητούνται τα επίδικα διατάγματα αφορά την ανάγκη της Εταιρείας να καταβάλει συγκεκριμένες οφειλές προς το Κράτος, τις δημοτικές Αρχές και σε τρίτα πρόσωπα με τα οποία βρίσκονται σε ισχύ συμφωνίες, άμεσα συνδεδεμένες με την εμπορική της δραστηριότητα, όπως ενοίκια, λογιστικές υπηρεσίες, διατήρηση και συντήρηση γραφειακών χώρων. Είναι θέση του Δικαστηρίου ότι οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στην πληρωμή των υποχρεώσεων που επιδιώκεται μέσω των αιτούμενων διαταγμάτων να διευθετηθούν από την Εταιρεία, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί αφού ως φαίνεται από την Ένορκη Δήλωση του Μ.Χ, η οποία έμεινε αναντίλεκτη, επιδιώκεται η διευθέτηση υποχρεώσεων που απορρέουν από τον νόμο, και δραστηριοτήτων που είναι συνυφασμένες με την εύρυθμη λειτουργία της Εταιρείας ως νομική οντότητα και οι οποίες αποτελούν μέρος της συνηθισμένης πορείας των εργασιών της και όχι για επενδυτική ή άλλη δραστηριότητα. Κρίνω, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι είναι προς το συμφέρον όλων αλλά και του ίδιου του Καθ' ου η Αίτηση να εξακολουθήσει η εταιρεία να παραμένει ως μια δραστήρια επιχείρηση και να προβαίνει σε συναλλαγές με την Τράπεζα της στα πλαίσια της συνήθους πορείας των εργασιών της που γίνονται καλή τη πίστη και στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της ή σε διάθεση περιουσίας της που γίνεται καλή τη πίστη και στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της. Περαιτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η έκδοση διαταγμάτων όπως αυτά τα οποία επιζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση, αποσκοπούν στην προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, αφού η μη καταβολή των υποχρεώσεων της για φορολογικούς ή παρόμοιας φύσης σκοπούς και η διευθέτηση κρατικών και δημοτικών τελών, πιθανώς να επιβάρυνε επιπλέον την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας με επιβαρύνσεις και πρόστιμα που ενδεχομένως να επιβληθούν επί των εν λόγω οφειλόμενων ποσών, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία της. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι το να μην δύναται η εταιρεία να καταβάλει ενοίκια για τους χώρους τους οποίους μισθώνει για διατήρηση των εργασιακών χώρων που χρησιμοποιεί, θα οδηγούσε ενδεχομένως σε καταχώρηση αίτησης έξωσης με συνεπακόλουθο της αναστολή των εργασιών της και την επιδίκαση αποζημιώσεων προς τους ιδιοκτήτες των ενοικιαζόμενων χώρων. Ομοίως, η Εταιρεία, ως νομική οντότητα η οποία διατηρεί μια δρώσα οικονομική επιχείρηση, οφείλει να λαμβάνει λογιστικές και νομικές υπηρεσίες μεταξύ άλλων, τόσο για σκοπούς απόδοσης των φορολογικών της υποχρεώσεων αλλά και για σκοπούς προστασίας των συμφερόντων της και κατ' επέκταση των πιστωτών της, πράγμα που κρίνω ότι εμπίπτει κάτω από την γενική έννοια της συνήθους εμπορικής δραστηριότητας της Εταιρείας. Για τα πιο πάνω δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση. Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η παροχή τέτοιων υπηρεσιών είναι μέρος της συνήθους εμπορικής δραστηριότητας της Εταιρείας και η μη παροχής τους προς αυτή, πιθανότατα να δημιουργήσει κίνδυνο προς την ίδια και την οικονομική της κατάσταση και κατά συνέπεια στους όποιους ενδεχόμενους πιστωτές της. Συνεκτιμώ επίσης, τον ισχυρισμό ότι η Εταιρεία ήταν ασφαλισμένη δυνάμει σχετικής σύμβασης με ασφαλιστική εταιρεία η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει την όποια οφειλή προέκυπτε από την απαίτηση του κου Α.Ι προς την Εταιρεία , πράγμα το οποίο ήταν ήδη γνωστό στον Καθ' ου η Αίτηση. Περαιτέρω, με την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών δεν θα μπορεί να διενεργήσει οποιεσδήποτε πληρωμές και αυτό θα δημιουργήσει ενδεχομένως τεράστια προβλήματα στη λειτουργία και τις εμπορικές δραστηριότητες της Εταιρείας. Η Εταιρεία ασχολείται με την διαχείριση και εμπορική εκμετάλλευση βιομηχανικών μονάδων. Ο κύκλος εργασιών της κατά τα τελευταία έτη είναι €48.000= και το υπόλοιπο του λογαριασμού ο οποίος παγοποιήθηκε ανέρχεται στις €133,312.48=. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρεμπόδιση της Εταιρεία να διεξάγει τις συνήθεις εργασίες της ενέχει τον κίνδυνο να την οδηγήσει σε οικονομική εξόντωση και παράλυση. Ως εκ των ανωτέρω, κατέληξα πως είναι ορθό και δίκαιο η αίτηση να επιτραπεί ώστε να δυνηθεί η Εταιρεία να συνεχίσει τις δραστηριότητες της και να παραμείνει μια δρώσα επιχείρηση προς το συμφέρον όλων, όποιο και αν θα είναι το αποτέλεσμα της κύριας αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι (Α), (Β) και (Γ) αυτής. Στο εκδοθέν δυνάμει της παραγράφου (Γ) διάταγμα προστίθεται μετά τη φράση «περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας» η φράση «πλην ακίνητης περιουσίας ή άλλων περιουσιακών στοιχείων όπως οχημάτων, μηχανημάτων και εξοπλισμού». Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης κρίνω δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Κυρίως Αίτησης. (Υπ.) .................... Πιστό Αντίγραφο Χ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.