← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία GRAND FUTUR VII HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 92/19, 14/9/2020

Αναφορικά με την Εταιρεία GRAND FUTUR VII HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 92/19, 14/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 92/19 Αναφορικά με την Εταιρεία GRAND FUTUR VII HOLDINGS LIMITED, οδός Παρνασσού 1, Ποταμός Γερμασόγειας, 4043 Λεμεσός και Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, αρ. 209 22(ε), 212(α), 212(γ), 212(δ), 213, 214, 333 Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις Για τους Αιτητές: κ. Κουάλης για A. G. Erotocritou LLC. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Σπανός για Μ. Π. Σπανός & Σια. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 26/9/2019 για διαγραφή) Με την κυρίως αίτηση εκκαθάρισης οι αιτητές αιτούνται όπως η Εταιρεία Grand Futur VII Holdings Ltd εκκαθαριστεί και/ή διαλυθεί υπό του Δικαστηρίου στη βάση του ότι η εν λόγω εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και/ή είναι αναξιόχρεη και/ή αφερέγγυα δυνάμει των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, άρθρα 209, 211(ε), 212(α), 212(γ), 212(δ) 213, 214 και 333. Με την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση οι αιτητές (καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση) αιτούνται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (Strike Out) και/ή παραμερίζει (Set Aside) και/ή απορρίπτει και/ή ακυρώνει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση εκκαθάρισης της CHEESELINE LTD, από τη Λεμεσό (στο εξής οι «Καθ' ων η Αίτηση») ημερομηνίας 25/02/2019 (στο εξής η «Αίτηση Εκκαθάρισης») για το λόγο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν δικαίωμα να εγείρουν και/ή να προωθούν την Αίτηση Εκκαθάρισης (lack of locus standi). B. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (Strike Out) και/ή παραμερίζει (Set Aside) και/ή απορρίπτει και/ή ακυρώνει την απαίτηση πληρωμής των Καθ'ων η Αίτηση ημερομηνίας 19/12/2018 που επιδόθηκε στους Αιτητές στις 08/01/2019 σύμφωνα με τα άρθρα 211(
  2. e)και 212(
  3. a)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της Αίτησης Εκκαθάρισης. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ» Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 1- 10, 202, 203, 205, 209, 211, 212(α),(β),(γ), 213

(1), 214
(1), 215, 216 - 243, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.33 θ.6, Δ.48, θθ.1- 3, 7, Δ.57 και Δ.64, θθ.1 και 2, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς Κανονισμούς. 1,2,3,4,5 και 8, στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς καν. 3, 4, 8 και 92, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960)άρθρο 29, στη Νομολογία και το Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Αιμιλιανού ο οποίος ως αναφέρει είναι Διευθυντής της εταιρείας GRAND FUTUR VII HOLDINGS LIMITED (στο εξής οι «αιτητές») και ως αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής που έχει λάβει, οι καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν δικαίωμα (Locus Standi) να προωθούν την Αίτηση Εκκαθάρισης εναντίον των αιτητών καθότι αυτοί δεν είναι πιστωτές των αιτητών. Όπως εξηγεί, οι καθ' ων η αίτηση προωθούν την αίτηση εκκαθάρισης στη βάση πεποίθησης ότι αυτοί κατέστησαν πιστωτές των Αιτητών δυνάμει διατάγματος μεσεγγύησης (garnishee order) που εκδόθηκε εναντίον των αιτητών στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό XXXXX/2012 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εντούτοις, με βάση τη συμβουλή που έχει λάβει οι καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές των αιτητών και ως εκ τούτου δεν δύνανται να προωθούν την υπό κρίση διαδικασία. Όπως δε περαιτέρω υποστηρίζει στη βάση πάντα νομικής συμβουλής που έχει λάβει η σωστή οδός αμφισβήτησης της αίτησης εκκαθάρισης από τους αιτητές είναι με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός της όλης διαδικασίας. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή προωθηθεί η αίτηση εκκαθάρισης και οι αιτητές αναγκαστούν να την αμφισβητήσουν μέσω της καταχώρησης ειδοποίησης ένστασης, αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στις εργασίες των αιτητών αφού εάν ειδοποιηθεί το κοινό ως προς την ύπαρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης, οι αιτητές δεν θα μπορούν να συνεχίσουν κανονικά τις εργασίες τους ή να εξασφαλίζουν πιστώσεις από τραπεζικά ιδρύματα. Στη βάση των πιο πάνω αιτείται διαταγμάτων ως η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση με την οποία προβάλλουν τους κάτωθι λόγους ένστασης: «(α) Η Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη. (β) Η Αίτηση στερείται νομικής βάσης. (γ) Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή περιέχει ψευδή γεγονότα και γεγονότα που σκοπόν έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. (δ) Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή στόχον έχει να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. (ε) Τα θέματα που εγείρουν οι Αιτητές δια της Αίτησης αφορούν την ουσία της υπόθεσης και είναι θέματα που θα πρέπει να αποφασισθούν στα πλαίσια της εκδίκασης της κυρίως Αίτησης ημερ. 25.2.
  1. (στ) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται δια του Νόμου, της νομολογίας και των Θεσμών για απόρριψη της κυρίως Αίτησης ημερ. 25.2.
  2. (ζ) Η Αίτηση είναι εκδικητική και κακόπιστη και σκοπό έχει την πρόκληση καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Φώτη Κοτοπούλη ο οποίος αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση και υιοθετεί την ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών στην υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι την 30.11.16 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου οι Αιτητές διατάσσοντο να καταβάλουν στους Καθ' ων η Αίτηση το ποσό των €119.534,62 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 27.7.12 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον €1.570 δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ με τόκο 4% ετησίως από 2.6.16 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €35,50 πραγματικά έξοδα, πλέον €59 έξοδα της απόφασης του Δικαστηρίου προς ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/
  3. Το πιο πάνω διάταγμα μεσεγγύησης θα ενεργοποιείτο κατά την 30η Απριλίου εκάστου επόμενου έτους όταν καθίσταντο πληρωτέες οι δόσεις εκ €200.000 εκάστη που όφειλαν να κατέβαλλαν οι αιτητές στους εναγόμενους 1 στην αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/12 αναφορικά με την αγορά ενός ακινήτου που είχαν αγοράσει οι αιτητές από τους εναγόμενους 1 δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερ. 27.4.12 ως αυτή τροποποιήθηκε διά ετέρας συμφωνίας ημερ. 29.3.
  4. Η επόμενη δόση μετά την έκδοση του διατάγματος μεσεγγύησης κατέστη πληρωτέα την 30.4.17 και εκάστη δόση θα ήταν πληρωτέα την 30η Απριλίου εκάστου επόμενου έτους μέχρι την πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Το διάταγμα μεσεγγύησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, ενώ οι συμφωνίες αγοράς του ακινήτου που καθορίζουν τις ημερομηνίες πληρωμής των δόσεων του τιμήματος αγοράς του ακινήτου είναι τεκμήρια επι της αίτησης παρακοής Τεκμήριο 3 επι της κυρίως αίτησης. Ως δε έχει πληροφορηθεί από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση, εφόσον οι αιτητές παρέλειψαν να καταβάλουν στους καθ' ων η αίτηση κατά την 30.4.17 ή την 30.4.18 ή την 30.4.19 το ως άνω αναφερόμενο ποσό, που είχαν διαταχθεί να τους καταβάλουν δια του διατάγματος μεσεγγύησης, Τεκμήριο 1 και το οποίο οι Αιτητές εξακολουθούν να οφείλουν στους καθ' ων η αίτηση μέχρι και σήμερα, οι καθ' ων η αίτηση κατέστησαν και εξακολουθούν να είναι εξ αποφάσεως πιστωτές των αιτητών. Τούτου δεδομένου η υπό κρίση αίτηση δεν είναι η ορθή οδός αμφισβήτησης της κυρίως αίτησης, αλλά αντίθετα η υπο κρίση αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση είναι ή δεν είναι πιστωτές των αιτητών, είναι θέμα το οποίο το Δικαστήριο θα πραγματευθεί κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και δεν ενδείκνυται να αποφασισθεί και/ή εγερθεί σ' αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, υποστηρίζει πως μόνο αν από το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης φαίνεται ξεκάθαρα και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν αποκαλύπτεται λογική αιτία αξίωσης (reasonable cause of action) και ότι η κυρίως Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το Δικαστήριο θα παραμερίσει την κυρίως αίτηση σ' αυτό το στάδιο, κάτι το οποίο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα προκειμένη περίπτωση, αφού η κυρίως αίτηση παρουσιάζει σοβαρή υπόθεση με σοβαρές και πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Επίσης υποστηρίζει ότι οι αιτητές δεν επεξηγούν με ποιο τρόπο και σε ποιες εργασίες θα προκαλέσει ζημιά η εκδίκαση της κυρίως αίτησης και εν πάση, περιπτώσει, η πρόκληση ζημιάς στις εργασίες των αιτητών δεν αποτελεί λόγο παραμερισμού της κυρίως αίτησης. Είναι περαιτέρω η θέση του πως η υπό κρίση αίτηση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού δια της εν λόγω αίτησης απλώς προκαλείται καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης πράγμα που είναι εμφανές, αφού η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε 7 μήνες μετά την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης και αφού προηγουμένως ζητούσαν συνεχώς παρατάσεις για καταχώρηση ένστασης στην κυρίως αίτηση ή, διαζευκτικά, αίτησης παραμερισμού. Επίσης, για σκοπούς πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης, μετά την καταχώρηση της Αίτησης Παραμερισμού, οι Αιτητές εισηγήθηκαν όπως παραδώσουν στους Καθ' ων η Αίτηση τραπεζική εγγύηση ώστε η Αίτηση εκκαθάρισης να αποσυρθεί, πράγμα που απεδέχθησαν οι Καθ' ων η Αίτηση και, ως εκ τούτου, ζητήθηκαν 2 φορές αναβολές στην καταχώρηση της ένστασης στην παρούσα, ώστε να ετοιμαστεί και παραδοθεί η τραπεζική εγγύηση και να αποσυρθεί η κυρίως αίτηση. Μετά από την πάροδο 4 μηνών περίπου, οι Αιτητές δεν έχουν παραδώσει την τραπεζική εγγύηση ακόμα. Αυτή είναι η δεύτερη φορά που, ως υποστηρίζουν, οι αιτητές εμπαίζουν τους καθ' ων η αίτηση, αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο, αφού οι αιτητές, και στις 10.2.17, στα πλαίσια Αίτησης Αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος μεσεγγύησης ημερ. 30.11.16, Τεκμήριο 1 που είχαν καταχωρήσει, είχαν προσφερθεί να παραδώσουν τραπεζική εγγύηση για το οφειλόμενο ποσό αλλά και πάλι, μετά από καθυστερήσεις 8 μηνών, με τη δικαιολογία αλλαγής της οικονομικής τους κατάστασης, αρνήθηκαν να την παραδώσουν. Είναι επομένως ξεκάθαρο, όπως υποστηρίζει, ότι η υπο κρίση Αίτηση και η εν γένει συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η Διαδικασία Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέφεραν στις προφορικές και γραπτές τους αγορεύσεις είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη. Αναφορά δε σε αυτά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο προς αποφυγή επαναλήψεων. Η Νομική Πτυχή Όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.27
(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα εξής: «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered according as may be just». Όπως εξηγείται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852, η πιο πάνω διάταξη διαφέρει από την Η Δ.19 Θ.26[1] στην οποία επίσης στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση. Η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.
  1. θ.
  2. Με βάση τα πιο πάνω και δεδομένου του ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου (αίτησης εκκαθάρισης) επί το ότι ο καθ' ου η αίτηση (αιτητής στην κυρίως) δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της, ζήτημα το οποίο άπτεται της εγκυρότητας της αίτησης, θεωρώ ότι η σχετική διάταξη για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης είναι η Δ.
  3. Θ.
  4. Βέβαια όπως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση (Cyber Group ανωτέρω) η διαγραφή δικογράφου είτε με βάση τη Δ.19 Θ.26 είτε με βάση τη Δ.27 Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Η δε εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. Είναι δε σημαντικό να τονισθεί ότι η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο και το περιεχόμενο του και δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας, ούτε αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. (Βλ. In Re Pelmako (ανωτέρω) και Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ σελ. 1316). Η Δ.27 Θ. 3 τυγχάνει εφαρμογής κατ' αναλογία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δυνάμει του Κανονισμού 3 των περί Εταιρειών Δικαστικών Κανονισμών και συνεπώς η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση στερείται νομικού υποβάθρου κρίνω ότι είναι ανεδαφική και απορρίπτεται. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την ουσία της υπό εξέταση αίτησης υπό το φως των πιο πάνω αρχών, σημειώνω ότι κύρια θέση των αιτητών είναι ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να διαγραφεί ή παραμεριστεί, αφού οι καθ' ων η αίτηση (αιτητές στην κυρίως αίτηση) δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης, ενόψει του ότι δεν εμπίπτει στα πρόσωπα τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113, νομιμοποιούνται στην καταχώρηση τέτοιας αίτησης. Το άρθρο 213
(1)προβλέπει τα εξής: «
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, είτε από την εταιρεία είτε από οποιοδήποτε πιστωτή ή πιστωτές (περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτή ή πιστωτών), συνεισφορέα ή συνεισφορέων ή από όλους ή οποιουσδήποτε από τα μέρη εκείνα, μαζί ή ξεχωριστά». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές στην κυρίως αίτηση εγείρουν την αίτηση εκκαθάρισης στηριζόμενοι στο ότι είναι πιστωτές, αφού έχουν εξασφαλίσει εναντίον των καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση, διάταγμα μεσεγγύησης με το οποίο οι καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση διατάχθηκαν να καταβάλουν στους αιτητές της κυρίως αίτησης συγκεκριμένο ποσό το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση όφειλαν να καταβάλουν σε τρίτο πρόσωπο εναντίον του οποίου οι αιτητές στην κυρίως αίτηση είχαν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση, την οποία το τρίτο αυτό πρόσωπο δεν ικανοποίησε. Το ερώτημα επομένως που καλείται ν' απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον πράγματι, υπό αυτές τις περιστάσεις, οι καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση αποτελούν πιστωτή και συνακόλουθα πρόσωπο που νομιμοποιείται να εγείρει αίτηση εκκαθάρισης, με δεδομένο το ότι, ως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές, εναντίον των αιτητών στην παρούσα, είχε εκδοθεί διάταγμα μεσεγγύησης το οποίο κατέστη απόλυτο και το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει ικανοποιηθεί. Με βάση τα ανωτέρω είναι σαφές πως το ζήτημα που εδώ απασχολεί είναι συνυφασμένο αφενός με την έννοια του όρου «πιστωτής» στα πλαίσια μιας αίτησης εκκαθάρισης, και αφετέρου με τη φύση του δικαιώματος που αποκτά εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής που έχει εξασφαλίσει προς όφελος του διάταγμα μεσεγγύησης, όπως οι αιτητές στην κυρίως αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η κατάσχεση εις χείρας τρίτου είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Πιο συγκεκριμένα ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει στο Μέρος VII, την εκτέλεση αποφάσεων δια της κατάσχεσης ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου, άρθρα 73, 74 και
  1. "
  2. Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω." "
  3. Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή." Σύμφωνα δε με το ΄Αρθρο 78 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλα τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα, να διατάξει όπως οποιαδήποτε περιουσία που κατασχέθηκε πληρωθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απαίτησης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο. Πιο διαφωτιστικό είναι το άρθρο 79 το οποίο προνοεί για την περίπτωση που πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου δεν συμμορφώνεται με το εν λόγω διάταγμα. Συγκεκριμένα προβλέπει τα εξής: «
  4. Αν πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε ένταλµα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου παραλείψει να συµµορφωθεί µε διάταγµα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε δυνάµει του εντάλµατος, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει εκτέλεση κατά αυτού για το ποσό της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια του, ή για τέτοιο µέρος αυτού όσο θα ήταν επαρκές για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης µε όλα τα έξοδα της διαδικασίας, και η εκτέλεση διενεργείται ανάλογα.» Στην αγγλική υπόθεση In Re Combined Weighing and Advertising Machine Company
(1889)43 Ch. D. 99 (CA), εξετάστηκε ακριβώς η φύση του δικαιώματος που αποκτά ο δικαιούχος του διατάγματος μεσεγγύησης. Σύμφωνα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης τα οποία θα πρέπει να λεχθεί πως προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας, δικαιούχος του διατάγματος μεσεγγύησης, το οποίο είχε καταστεί απόλυτο, καταχώρησε διαδικασίες εκκαθάρισης του μεσεγγυούχου. Το Αγγλικό Εφετείο απέρριψε τη διαδικασία εκκαθάρισης, σημειώνοντας τα εξής: «The Petitioner contends that he is entitled to present such a petition, not as a contributory, but as a creditor. Well, is he a creditor? He is no creditor of the company unless and except so far as the garnishee order which he obtained made him a creditor. Mr. Wright owed him money, he got a judgment against Wright, and, having done so he attached a debt due from the company to Wright, and that is made absolute. Now, what does the garnishee order do? It is no assignment to any extent of the debt due by the garnishee to the debtor of the garnishor; it merely gives the garnishor a lien upon that debt f...j I consider that Mr. J. B. Ball is not in any way a creditor of the company, and not in any way entitled to present a winding-up petition. Από τα πιο πάνω νομολογηθέντα προκύπτει ότι ο δικαιούχος του διατάγματος μεσεγγύησης δεν καθίσταται πιστωτής του μεσεγγυούχου, αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα από τη Βουλή των Λόρδων, στην υπόθεση Societe Eram Shipping Co Ltd v Cie Internationale de Navigation and Others [2003] 3 W.L.R. 21, όπου λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «The effect of the [garnishee] order absolute has been similarly explored in the authorities. It was pointed out in In re Combined Weighing and Advertising Machine Co
(1889)43 Ch D 99 that the [garnishee] order does not operate as a transfer of the garnishee's debt but attaches the debt and confers a right of execution only.» To Ο45 r. 2 των Supreme Court Rules το οποίο έτυχε ερμηνείας στην πιο πάνω απόφαση έχει ως εξής "2. Service of an order that debts, due or accruing to a debtor liable under a judgement or order, shall be attached, or notice thereof to the garnishee, in such manner as the Court or Judge shall direct, shall bind the debts in his hands" Ως προς την ερμηνεία της φράσης «Shall bind the debts in his hands» αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 1102 του Annual Practice 1958: "Service of a garnishee order nisi does not operate as a transfer of the property in debt but it is an equitable charge on it, and the garnishee cannot pay the debt to anybody but the garnishor without incurring the risk of having to pay it over again" . When the order is made absolute, the garnishor is entitled to give a valid receipt and discharge for the money and to obtain execution if the money Is not paid but the is not created creditor ( Re Combined Weighing Co (189048 Ch. D. 99 C.A.) Thus a garnishee order against a mortgagor of land obtained .» Ακολούθως στη σελίδα 1103 αναλύεται η φύση του δικαιώματος του δικαιούχου διατάγματος μεσεγγύησης ως ακολούθως: "Position of the Garnishor Order Absolute not basis for a Bankruptcy Notice - an order absolute is not a "Final Judgement withing section 1of the Bankruptcy Act 1914 (Ex p. Chinery 1884 12 Q.B.D. 342, C. A. Action upon Garnishee Order - An action for debt can be based upon an order absolute, but will be an abuse of the process of the Court if the amount payable can be obtained by execution ( Princhett v. English & Colonial Syndicate(1899 2 Q.B. 428, C.A.) Right to Winding Up Petition - Where the garnishee is a company a winding up petition against it can be presented by a garnishor after getting a judgement upon an order absolute (Pritchett v. Engilish, etc Syndicate supra), but not after a mere order absolute, as the garnishor does not thereby become a creditor (Re Combined Weighing etc Co
(1890)43 Ch. D. 99 C.A.)" Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η φύση του δικαιώματος που αποκτά ο δικαιούχος διατάγματος μεσεγγύησης δεν τον καθιστά πιστωτή και δεν του δίδει δικαίωμα καταχώρησης αίτησης εκκαθάρισης. Όμως του δίδει δικαίωμα να κινήσει αγωγή εναντίον του μεσεγγυούχου στη βάση του διατάγματος μεσεγγύησης και ακολούθως και αφού εξασφαλίσει τέτοια απόφαση να προχωρήσει με αίτηση εκκαθάρισης, εάν και εφόσον δεν μπορεί να επιτύχει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης που θα εξασφαλίσει. Ήταν βέβαια η θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση, ότι η φύση του δικαιώματος που αποκτά ο δικαιούχος του διατάγματος μεσεγγύησης ως αναγνωρίστηκε στην αγγλική νομολογία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην Κύπρο δεδομένου του ότι στηρίζεται στην ερμηνεία διαφορετικών κανονισμών. Όμως η εισήγηση αυτή του κ. Σπανού ότι η αγγλική νομολογία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην Κύπρο λόγω του άρθρου 79 του Κεφ. 6 το οποίο παρατίθεται πιο πάνω δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και τούτο διότι θεωρώ πως η ερμηνεία που δίδεται από την αγγλική νομολογία συνάδει κατά την κρίση μου και με το λεκτικό του άρθρου 79 το οποίο έχω παραθέσει ανωτέρω και το οποίο αναφέρει ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διάταγμα μεσεγγύησης ο δικαιούχος του διατάγματος μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να εξασφαλίσει διάταγμα εκτέλεσης εναντίον του μεσεγγυούχου, ενώ και το ίδιο το άρθρο 73 περιέχει φρασεολογία αντίστοιχη με αυτή του Ο.45 r.2 αφού προβλέπει μεταξύ άλλων πως «Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω." (Θυμίζω ότι το Ο.45. r.2 προβλέπει: «Service of an order that debts, due or accruing to a debtor liable under a judgement or order, shall be attached, or notice thereof to the garnishee, in such manner as the Court or Judge shall direct, shall bind the debts in his hands»). (η υπογράμμιση δική μου) Πέραν όμως αυτού η αγγλική νομολογία επί του θέματος έχει ήδη υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με τη διαδικασία πτώχευσης. Συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια γραμμή με την αγγλική νομολογία, έχει αποφασίσει ότι δεν είναι δυνατόν δικαιούχος διατάγματος μεσεγγύησης να προωθεί διαδικασίες πτώχευσης εναντίον του μεσεγγυούχου, αφού το διάταγμα μεσεγγύησης δεν αποτελεί τελική απόφαση. Παραπέμπω στην Οικονομίδης Τάκης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255 όπου υιοθετήθηκε η απόφαση, Exρ. Chinery [1884] 12 Q.B.D. 342, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Α garnishee order absolute is not a "final judgment" against the garnishee [...] and the judgment-creditor who has obtained the order cannot issue a bankruptcy notice against the garnishee in respect of it.» Επομένως και κατ' αναλογία των ανωτέρω θεωρώ πως ούτε διαδικασία εκκαθάρισης μπορεί να προωθείται απο τον δικαιούχο του διατάγματος μεσεγγύησης. Δεδομένου λοιπόν του ότι με βάση το άρθρο 213
(1)[2] του Κεφ. 113, κανένα πρόσωπο εκτός από τα πρόσωπα που σημειώνονται εξαντλητικά στο εν λόγω άρθρο δεν έχει δικαίωμα να προωθεί αίτηση εκκαθάρισης, και υπό το φως της κατάληξης μου ότι το διάταγμα μεσεγγύησης δεν μπορεί να καταστήσει τον δικαιούχο αυτού πιστωτή, έπεται πως οι αιτητές στην κυρίως αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές στη βάση του διατάγματος μεσεγγύησης για το ποσό των €119.534,
  1. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση θα έπρεπε να κριθεί βάσιμη και να επιτύχει, όμως ήταν η θέση του κ. Σπανού πως εάν το Δικαστήριο κρίνει αντίθετα με τη θέση του ότι οι αιτητές στην κυρίως δεν μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές στη βάση του ποσού των €119.534,62, σε κάθε περίπτωση η αίτηση δεν θα πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι ως η θέση του στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος μεσεγγύησης, το Δικαστήριο επεδίκασε υπέρ των καθ' ων η αίτηση και αιτητών στην κυρίως αίτηση και ένα ποσό που αφορά έξοδα, το οποίο είναι ανεξάρτητο, και το οποίο αποτελεί τα έξοδα της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος μεσεγγύησης, και τα οποία δεν πληρώθηκαν και στη βάση του οποίου ήταν η θέση του κ. Σπανού ότι μπορεί να προωθείται η αίτηση εκκαθάρισης, αφού αυτό είναι ξεχωριστό ποσό που επιδικάστηκε μεταξύ αιτητών και καθ' ων η αίτηση. Παρόλο δε που το ποσό αυτό είναι κάτω των €5000, εισηγήθηκε ότι η κυρίως αίτηση με βάση τη νομική της βάση, στηρίζεται γενικά στην ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και περαιτέρω επεσήμανε πως στη νομική βάση της αίτησης δεν γίνεται επίκληση μόνο του άρθρου 212(α), αλλά και του άρθρου 212 (γ) και (δ), τα οποία συνιστούν ξεχωριστό λόγο στη βάση του οποίου μια εταιρεία μπορεί να λογισθεί ως ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Παραθέτω πιο κάτω τα εν λόγω άρθρα για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας απόφασης:
  2. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της — (α) αν πιστωτής, µε εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραµµένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται µε τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόµενες τρεις εβδοµάδες αµέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) . (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του ∆ικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το ∆ικαστήριο λαµβάνει υπόψη τις ενδεχόµενες και µελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας· (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του ∆ικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι µικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαµβάνοντας υπόψη τις ενδεχόµενες και µελλοντικές υποχρεώσεις Περαιτέρω ήταν η θέση του κ. Σπανού ότι ο ισχυρισμός στη βάση των άρθρων 212 (β) και (γ) υποστηρίζεται και από μαρτυρία η οποία επισυνάπτεται στην κυρίως αίτηση. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι παρουσιάζει πρακτικά από άλλη διαδικασία όπου ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση αναφέρει ότι η εταιρεία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, ενώ επίσης επισυνάπτει και καταστάσεις της εταιρείας που καταδεικνύουν τις οφειλές της αλλά και ότι το παθητικό της υπερβαίνει κατά πολύ το ενεργητικό της. Η πλευρά των αιτητών στην παρούσα αντέτεινε πως τα όποια στοιχεία επισυνάπτονται στην κυρίως αίτηση δεν είναι πρόσφατα, ούτε επίκαιρα και υποστήριξε πως δεν θα μπορούσε η μαρτυρία αυτή να οδηγήσει την κυρίως αίτηση σε επιτυχή κατάληξη. Από πλευράς του ο κ. Σπανός υποστήριξε πως δεν μπορεί το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και πως θα πρέπει να εγκρίνει την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση και να διαγράψει την κυρίως αίτηση, μόνο εάν είναι πασιφανές ότι η κυρίως αίτηση θα αποτύχει. Έχει βέβαια λεχθεί και πιο πάνω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της παρούσας αίτησης, πως το Δικαστήριο στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ικανοποιείται ως προς το εάν υπάρχει ζήτημα που μπορεί να προχωρήσει για να εκδικαστεί. Έτσι και χωρίς να αποφασίζω ο,τιδήποτε τελεσίδικο σε σχέση με τον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση καθ' όσον αφορά τα έξοδα, καταλήγω ότι σε σχέση με αυτά προκύπτει εκ πρώτης όψεως κάποιο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εκδικαστεί. Τούτου δεδομένου η παρούσα η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών στην παρούσα αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. ........................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». [2] «213.-
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Την εταιρεία- (β) πιστωτή ή πιστωτές, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτών- (γ) συνεισφορέα ή συνεισφορείς » cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.