← Κύπρος

ZAKO COURT ADMINISTRATIVE COMMITTEE ν. MAVROUDIS GLOBAL TRANSPORTATION & LOGISTICS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2154/2018, 21/9/2020

ZAKO COURT ADMINISTRATIVE COMMITTEE ν. MAVROUDIS GLOBAL TRANSPORTATION & LOGISTICS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2154/2018, 21/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2154/2018 Μεταξύ: ZAKO COURT ADMINISTRATIVE COMMITTEE Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση και MAVROUDIS GLOBAL TRANSPORTATION & LOGISTICS LIMITED (HE 22881) Εναγόμενη/Αιτήτρια Αίτηση ημερομηνίας 10.10.2019 Ημερομηνία: 21.09.2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Καμία εμφάνιση (ηλεκτρονικά: κος Μ. Χρίστου για Χαραλάμπους & Χρίστου ΔΕΠΕ) Για την Καθ' ης η αίτηση: Καμία εμφάνιση (ηλεκτρονικά: κα Δ. Βασιλείου Κουτσαβάκη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (η απόφαση ανακοινώνεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων λόγω των υγειονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση του Covid-19 και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά) Η Καθ' ης η αίτηση, την 09.10.2018, καταχώρισε αγωγή εναντίον της Αιτήτριας, με την οποία αξίωνε το ποσό των €1.386,90, ως αναλογούντα κοινόχρηστα τέλη για την περίοδο από την 01.01.2013 μέχρι την 30.09.2018, οφειλόμενα από την Αιτήτρια η οποία, ενώ είναι η ιδιοκτήτρια του καταστήματος XXXX, μέρους της κοινόκτητης οικοδομής "XXXX", στην οδό XXXX, στη Λεμεσό («η πολυκατοικία»), παρέλειψε να τα πληρώσει. Η Αιτήτρια δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και την 01.11.2018 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της για το ποσό των €1.386,90, πλέον τόκο προς 3,5% ετησίως επ' αυτού από 09.10.2018 μέχρι εξόφλησης, πλέον το ποσό των €486,00 έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης, πλέον τόκο προς 3,5% ετησίως από 09.10.2018 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €16,00 έξοδα επίδοσης. Η Αιτήτρια, με την αίτησή της ημερομηνίας 10.10.2019, ζητά διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού (set aside) της απόφασης αυτής (παράγραφος Α). Περαιτέρω, ζητά διατάγματα δια των οποίων να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης «μέχρι την εκδίκαση της αγωγής» (παράγραφος Β) και για να της επιτραπεί η καταχώριση εμφάνισης και υπεράσπισης (παράγραφος Γ), οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και πρέπουσα (παράγραφος Δ), και τα έξοδα της αίτησης (παράγραφος Ε). Την 27.01.2020, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης και η υπόθεση τελικά οδηγήθηκε σε ακρόαση. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση έχουν η κάθε μία την πραγματική της βάση που διαφαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κάθε μία. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Συνοπτικά, η Αιτήτρια, δια της ένορκης μαρτυρίας του κύριου XXX, διευθυντή της Αιτήτριας, ισχυρίζεται πως, με βάση συμφωνία που είχε συνάψει το 1996 (τότε υπό την επωνυμία G.M. Pioneer Maritime Co Ltd) με την εταιρεία Zako Ltd, ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας από την οποία αγόρασε το κατάστημα, δεν θα υποβάλλονταν σε συγκεκριμένες δαπάνες, θέση που είχε διαχρονικά εκφράσει όταν, από το 2015 και μετέπειτα, εκπρόσωποι της Καθ' ης η αίτηση άρχισαν να απαιτούν οφειλές για κοινόχρηστα. Προσκομίζει το πωλητήριο έγγραφο και επικαλείται την παράγραφο 15 αυτού, της οποίας ένα μέρος που προβλέπει για συνεισφορά σε κάλυψη συγκεκριμένων δαπανών είναι διαγραμμένο, αν και δεν είναι διαγραμμένη η γενική πρόνοια ότι: O αγοραστής δια του παρόντος συμφωνεί μετά του πωλητού ότι καθ' όλους τους χρόνους μετά ταύτα θα συνεισφέρει και θα πληρώνει κατ' αναλογίαν μετά των λοιπών ιδιοκτητών ή κατόχων κατοικιών ή καταστημάτων ή γραφείων επί του αυτού κτιριακού συγκροτήματος δια. . όλους τους φόρους, τέλη και δικαιώματα τα αναφερόμενα εις τα μέρη του κτιριακού τούτου συγκροτήματος άτινα χρησιμοποιούνται ή απολαμβάνονται υπό του αγοραστού ομού μετά των λοιπών ιδιοκτητών ή κατόχων κατοικιών ή καταστημάτων ή γραφείων επί του αυτού κτιριακού συγκροτήματος. Τα επιμέρους επιχειρήματα της Αιτήτριας, ενώ δεν αμφισβητεί ότι είναι η ιδιοκτήτρια του καταστήματος και στον τίτλο ιδιοκτησίας της υπάρχει μερίδιο στην κοινόκτητη ιδιοκτησία 2,01%, είναι πως για τη λειτουργία του καταστήματος δεν γίνεται πραγματική χρήση των κοινόχρηστων χώρων, εφόσον το κατάστημα λειτουργεί ανεξάρτητα (με ξεχωριστή θύρα, κ.λπ.)· θεωρώντας πως, όταν υπάρχει ξεχωριστό πιστοποιητικό εγγραφής για μια μονάδα κοινόκτητης οικοδομής, επέρχεται και αποσύνδεση από την κοινόκτητη οικοδομή[1]. Έπειτα, επικαλείται, προς ενίσχυση της θέσης της, το γεγονός πως δεν είχε οποτεδήποτε πριν το 2015 ειδοποιηθεί για συγκεκριμένου είδους οφειλές. Για την έκδοση της εναντίον της δικαστικής απόφασης, αναφέρει ότι έλαβε γνώση της περί την 13.05.2019[2], μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, πλην όμως, δεν ήταν παρά τον Σεπτέμβριο του 2019[3] που επικοινώνησε με δικηγόρους της, για να εξετάσουν το όλο ζήτημα. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής δια της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, επειδή η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτρια, όπου όμως βρίσκεται το γραφείο των ελεγκτών της, οι οποίοι, ενώ έλαβαν την επίδοση που προορίζονταν για την Αιτήτρια, δεν την ενημέρωσαν. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρει, δεν είχε την πρόθεση να περιφρονήσει το Δικαστήριο, ούτε αδιαφόρησε. Η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει έξι λόγους, για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, η αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει. Οι λόγοι ένστασης εστιάζουν στο ότι η επίδοση ήταν νομότυπη και καλή επίδοση, ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και δεν δικαιολογεί την παράλειψη εμφάνισής της, ενώ η από μέρους της προσπάθεια παραμερισμού της δικαστικής απόφασης είναι καταχρηστική. Με τη μαρτυρία που προσκομίζει η Καθ' ης η αίτηση, δια της ένορκης δήλωσης της κυρίας XXXX, μέλους της Καθ' ης η αίτηση, επιχειρεί να αντικρούσει τις θέσεις της Αιτήτριας, προβάλλοντας ότι η Καθ' ης η αίτηση, ως εταιρεία που ασχολείται παγκοσμίως με τις μεταφορές και τον εφοδιασμό, οφείλει να έχει και λογικά έχει διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου την οποία ελέγχει, ενώ δεν διαφαίνεται ότι η τυχόν εκεί λειτουργία των ελεγκτών της αποτρέπει τη λήψη γνώσης των εγγράφων που παραλαμβάνονται στο εγγεγραμμένο γραφείο, ειδικά των αγωγών. Εκεί εξάλλου εξακολουθεί να βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της και μετά την αγωγή και την εξέλιξη που είχε. Η Καθ' ης η αίτηση εστιάζει στο ότι η Αιτήτρια είχε γνώση της απαίτησης και πριν από την αγωγή, καθώς και των προειδοποιήσεων για λήψη δικαστικών μέτρων, χωρίς να έχει ενδιαφερθεί για την επίλυση της διαφοράς. Όσον αφορά την προβαλλόμενη υπεράσπιση, η θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι πως δεν συνιστά εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, εφόσον στον τίτλο ιδιοκτησίας που προσκομίζει και η ίδια η Αιτήτρια αναφέρεται ρητά το μερίδιο της μονάδας της στην κοινόκτητη οικοδομή, ενώ το περιεχόμενο οποιασδήποτε συμφωνίας δεν μπορεί να αντιστρατεύεται τις ίδιες τις πρόνοιες της νομοθεσίας που διέπει τις κοινόκτητες οικοδομές. Την έλλειψη υπεράσπισης καταδεικνύει, κατά τις θέσεις της, και το γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε δεχθεί στο παρελθόν ότι θα ήταν δίκαιο να συνεισφέρει σε κάποιο μικρότερο ποσοστό στις δαπάνες της κοινόκτητης οικοδομής. Η Καθ' ης η αίτηση προσκομίζει επίσης έγγραφη μαρτυρία. Προέχει, σαφώς, η εξέταση του νομότυπου της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα, που κατοχυρώνει το άρθρο 30 §§ 1, 3 του Συντάγματος, να πληροφορηθεί το γεγονός και τους λόγους για τους οποίους τον καλούν στο Δικαστήριο και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του ενώπιον αυτού. Σε περίπτωση που η επίδοση δεν είναι νομότυπη, το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο Δικαίου, έχει χρέος να παραμερίσει την απόφαση που εκδόθηκε βάσει αυτής (ex debito justitiae), χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθει στην ουσία. Είναι κοινά αποδεκτό γεγονός, που βεβαιώνεται και από την ένορκη δήλωση επίδοσης που υπέγραψε την 11.10.2018 ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης κύριος XXXX, ότι το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας, στην οδό XXXXX, την 10.10.2018, «στην παρουσία της κας XXXX, στην υποδοχή της εταιρείας». Η Αιτήτρια ισχυρίζεται[4], και ο ισχυρισμός της αυτός δεν αντικρούεται από την Καθ' ης η αίτηση, ότι στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Αιτήτριας βρίσκεται το γραφείο των ελεγκτών της, οι οποίοι είχαν εγγράψει την εταιρεία και χρησιμοποίησαν τη δική τους διεύθυνση ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της, για σκοπούς επικοινωνίας με τον Έφορο Εταιρειών. Είναι και θέση της Αιτήτριας ότι το κλητήριο ένταλμα παραλήφθηκε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της από συγκεκριμένο πρόσωπο που ανήκε στο γραφείο των ελεγκτών της Αιτήτριας. Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το οποίο δεν υπέστη οποιαδήποτε τροποποίηση από τη θέσπισή του, ρυθμίζει το θέμα επίδοσης εγγράφων σε εταιρείες, και ορίζει πως: 372. A document may be served on a company by leaving it at or sending it by post to the registered office of the company σε μετάφραση 372. Έγγραφο μπορεί να επιδοθεί στην εταιρεία δια άφεσής του ή δια αποστολής του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του ιδίου νόμου: "document" includes summons, notice, order, and other legal process, and registers. σε μετάφραση «έγγραφο» περιλαμβάνει κλήσεις, ειδοποιήσεις, διατάγματα και άλλα έγγραφα νομικών διαδικασιών, και μητρώα. Η Δ.5,κ.7 συνιστά διαδικαστικό κανονισμό που επιφυλάσσεται υπέρ του νόμου και προβλέπει πως: 7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; σε μετάφραση: 7. Ελλείψει οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας που να ρυθμίζει το θέμα της επίδοσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής ή άλλης διαδικασίας στον πρόεδρο ή υπεύθυνο λειτουργό ή στον ταμεία ή τον γραμματέα του οργανισμού, ή η παράδοση τέτοιου αντιγράφου στο γραφείου του οργανισμού, θα θεωρείται καλή επίδοση· Είναι υπό το φως του άρθρου 30 §§ 1, 2 του Συντάγματος που διαβάζονται τόσο το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 όσο και η Δ.5,κ.7, όπου εφαρμόζεται, εξ ου και, εκτός από άφεση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, ως αρκείται το άρθρο 372 Κεφ. 113, χρειάζεται κάτι παραπάνω, όπως παράδοση σε κάποιο φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται σε εκείνο τον χώρο· όχι κατ' ανάγκη τοποθέτηση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στα χέρια του φυσικού προσώπου που βρίσκεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας· αρκεί και άφεση στην παρουσία του. Η δε παρουσία κάποιου φυσικού προσώπου στον χώρο του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, όχι απλά ως επισκέπτη, συνιστά κατά τεκμήριο επαρκή διασύνδεσή του με την εταιρεία, ώστε να δημιουργεί δυνατότητα ή οδό ενημέρωσης της εταιρείας. Συναφώς, και από το άρθρο 102 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, όπως και από όλο τον εταιρικό νόμο, αναδύονται καλά ο λόγος ύπαρξης και η σημαντικότητα του εγγεγραμμένου γραφείου μιας εταιρείας. Δεν είναι βέβαια άγνωστο εταιρείες να διατηρούν εγγεγραμμένα γραφεία σε μία διεύθυνση και να διεξάγουν εργασίες σε άλλη, χωρίς αυτό να αναιρεί τη σημασία και τη χρήση του εγγεγραμμένου γραφείου ή τη διασύνδεση της εταιρείας με αυτό. Στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ. 43, είχε μεν επικυρωθεί η πρωτόδικη προσέγγιση ότι, προκειμένου για επίδοση κλητηρίου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει να εγχειρίζεται το κλητήριο στον κατά τις διατάξεις της Δ.5,κ.7 εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, όμως εκεί δεν ήταν καν γνωστό εάν υπήρχε καθόλου παραλήπτης του κλητηρίου που αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας, οπότε αρκούσε αυτή η έλλειψη για τη δημιουργία παρατυπίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας όπου παραλήφθηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο. Το ζήτημα είναι εάν η παραλαβή του από πρόσωπο που δεν είναι αξιωματούχος ή ακόμα και υπάλληλος της εναγόμενης εταιρείας αρκεί για να θεμελιώσει το νομότυπο της επίδοσης. Αυτό το ζήτημα έχει ήδη απαντηθεί από τη J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί, παρόμοια, η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας όπου όμως λειτουργούσε το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της και παραλήφθηκε από πρόσωπο που δεν ήταν εκπρόσωπος της εναγόμενης με την έννοια του «αξιωματούχου», ούτε υπάλληλος, ωστόσο έγινε δεκτή ως νομότυπη. Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 155 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ο ελεγκτής είναι πρόσωπο πιο διορίζεται από την εταιρεία και τις εργασίες του διέπει ο περί Ελεγκτών Νόμος 53(Ι)/2017, ο οποίος προνοεί τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των ελεγκτών έναντι στις ελεγχόμενες οντότητες. Η σχέση του με την εταιρεία δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη σχέση ενός δικηγόρου με μια εταιρεία που εγγράφει ο ίδιος και ως διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου της ορίζει τη διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου, για σκοπούς παραλαβής της αλληλογραφίας της με τον Έφορο και διαχείριση των συναφών ζητημάτων. Δεν διαφοροποιείται σε βαθμό που να δικαιολογεί και διαφοροποίηση από τον χειρισμό της επίδοσης στη J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd (ανωτέρω). Κρίνω ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος που έγινε στην Αιτήτρια ήταν νομότυπη. Το τεκμήριο που συνοδεύει το νομότυπό της είναι πως επέφερε και πραγματική γνώση της αγωγής. Αυτό συνιστά απλά ένα τεκμήριο, η ανατροπή του οποίου βρίσκεται πλέον στους ώμους της Αιτήτριας. Η κατάφαση του νομότυπου της επίδοσης δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης της Αιτήτριας. Για να μπορέσει όμως να το πράξει, θα πρέπει να του δίδεται τέτοια εξουσία δια της ίδιας της ενώπιον του αίτησης. Η νομική βάση της αίτησης έχει ως εξής: Η αίτηση βασίζεται στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο (Διακατοχή εγγραφή και εκτίμηση νόμο) ΚΕΦ 224 με τις σχετικές αυτού τροποποιήσεις από καιρό εις καιρού ιδιαίτερα στα άρθρα 38 Α επόμενα, στο άρθρο 6 του Νόμου αρ. 23/1983 περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.5 Θ. 1,2,9,10, Δ.5α, Δ.6θ.θ. 1 έως 9, Δ.15 ΘΘ.3 και 4, Δ.16, Θ.Θ.9 και 10, Δ.26,Θ14, Δ.27 Θ3, Δ.33, Θ.5, Δ.40 Θ.7 και 11,Δ.48 θ 1 έως και 3, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 γενικά και στο άρθρο 32 ειδικά, στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Δεν περιέχεται σε αυτήν η Δ.17,κ.10[5]. Η Δ.17,κ.10 είναι η διαταγή που δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παραμερίζει αποφάσεις που εκδίδονται μονομερώς λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Στη νομική βάση της αίτησης υπάρχει η Δ.27,κ.3[6] και η Δ.33,κ.5[7], οι οποίες, αν και κινούνται σε παρόμοιες κατευθύνσεις, δεν υποκαθιστούν την Δ.17,κ.10 και δεν εφαρμόζονται για τον παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται ερήμην λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, θεραπεία που προβλέπει ειδικά και αποκλειστικά η Δ.17,κ.
  2. Χωρίς την αναγραφή της Δ.17,κ.10 στη νομική βάση της αίτησης, το Δικαστήριο κατά κανόνα εμποδίζεται ως προς το να εξετάσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων ή αρχών που σχετίζονται με την εφαρμογή της, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που εισφέρουν τα μέρη, εκτός εάν η παράλειψη αυτή θεωρηθεί απλή θεραπεύσιμη παρατυπία και θεραπευτεί. Όπως υπέδειξε η νομολογία, η νομική βάση μιας αίτησης έχει μεγάλη σημασία, αφού προσδίδει στην αίτηση νομικό υπόβαθρο, κατ' επέκταση το κύρος της ως δικονομικό μέτρο[8]. Ειδικότερα σε ενδιάμεση αίτηση, ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν είναι αυτός που παρέχει την απαραίτητη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο ώστε, σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιείται η ορθή νομική βάση, να γίνεται λόγος για δικονομικά άκυρο μέτρο που επιδρά δικαιοδοτικά. Από την άλλη, δεν μπορεί να τύχει παραγνώρισης ότι, γι' αυτή τη δικονομική έλλειψη, δεν υφίσταται λόγος ένστασης, αλλά και η πλευρά της Αιτήτριας, στη γραπτή αγόρευσή της, θεωρεί δεδομένο ότι υπάρχει, ενώ αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν στη βάση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της Δ.17,κ.
  3. Η Δ.64, μετά την τροποποίησή της και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ πραγματικά άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, θα μπορούσε να παρέχει θεραπεία. Δεν υποβλήθηκε μεν αίτηση ή αίτημα για τέτοια θεραπεία, με αποτέλεσμα η αίτηση να παραμείνει χωρίς το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο[9], υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί ή να προβεί σε τέτοια θεραπεία. Στη Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση 63/10, ημερομηνίας 17.12.2013, λέχθηκε, ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία, ότι: δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 81, 84[10]: Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Στην προκειμένη περίπτωση, εγγύτερα στα δεδομένα της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, που ασφαλώς δεν αναιρούν τις πιο πάνω αρχές, η μη συμπερίληψη θεσμού ή διάταξης νόμου στη νομική βάση, συνιστά μη συμμόρφωση με τη δικονομική επιταγή της Δ.48,κ.1 όπως οι ενδιάμεσες αιτήσεις περιέχουν στη νομική τους βάση τους θεσμούς ή τους νόμους επί των οποίων, πραγματικά ή δικονομικά, βασίζονται. Δεν συνιστά, όμως, ουσιώδη ή θεμελιώδη παρατυπία, και μπορεί να θεραπευτεί[11]. Όπως προκύπτει και από τη Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521, 522, στον λόγο της οποίας βασίστηκε η Wunderlich (ανωτέρω)[12], το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της Δ.64,κ.
  1. Τέτοια εξέταση κάποτε επιβάλλεται, έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους. Η παραίτηση, ρητά ή εξυπακουόμενα, από το δικαίωμα που προκύπτει από την παρατυπία, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί έναν καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία και να προχωρήσουν τα πράγματα παρακάτω. Λαμβάνεται, βέβαια, υπόψη από το Δικαστήριο, κυρίως, ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) που πιθανόν να έχει η άλλη πλευρά λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας, αλλά και η Δ.64,κ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Έτσι μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή διαζευκτικά «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Εφόσον η Καθ' ης η αίτηση δεν ήγειρε οποιοδήποτε θέμα παρατυπίας και ακούστηκε κανονικά και πλήρως επί της ουσίας της αίτησης, στη βάση των προϋποθέσεων της Δ.17,κ.10, θεωρώ ότι δεν θα βλαφθεί οποιοσδήποτε από την άρση αυτής της παρατυπίας. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αίρεται η παρατυπία της μη αναγραφής στη νομική βάση της αίτησης της Δ.17,κ.10, και η αίτηση προσεγγίζεται ως η Δ.17,κ.10 να υπήρχε εξ αρχής στη νομική βάση. Σύμφωνα με τη Δ.17,κ.10:
  2. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. σε μετάφραση:
  3. Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με οποιουδήποτε από τους προηγούμενους Κανόνες αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο, σε μια κατάλληλη περίπτωση, να την παραμερίσει ή να την τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους όπως ήθελε φανεί δίκαιο. Η νομολογία[13] είναι καλά θεμελιωμένη σε σχέση με το ζήτημα του παραμερισμού μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε νομότυπα αλλά ερήμην. Συνοψίζεται και σε αρκετές πιο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων η Wakeham v. Bhatti, ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση 49/2011, ημερομηνίας 25.05.2016, η Χρυσόδοντας ν. Ακουολογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε10/2013, ημερομηνίας 06.06.2018, και η Jurgen κ.α. ν. Σταυρινού, Πολιτική Έφεση 80/2014, ημερομηνίας 01.06.
  4. Το Δικαστήριο ελέγχει εάν συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις, σωρευτικά: (α) Εάν έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, με τη ουσιαστική μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό, χωρίς να απαιτείται υπάρχει εκτεταμένη αναφορά· αυτή είναι και η ουσιωδέστερη προϋπόθεση[14]. (β) Εάν έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση τόσο στην καταχώριση εμφάνισης όσο και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό[15]· Για την παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης, θα πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση του αιτητή, δίδοντας γι' αυτό συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις[16]. Η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό, εάν προκύπτει από αυτήν αδιαφορία και περιφρόνηση, σε τέτοιο βαθμό που να επισκιάζει ξεκάθαρα τη σημαντικότητα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ώστε εάν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης, παρά τη διαγωγή, να πλήττεται σοβαρότερα το θεμέλιο της δικαιοσύνης, απ' ότι εάν δεν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης[17]. Προφανώς, η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων ελέγχεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο ζυγίζει, από τη μια, την αρχή ότι είναι προς το συμφέρον του συνόλου της κοινωνίας να τερματίζονται οι αντιδικίες το συντομότερο δυνατόν (interest repuplicae ut sit finis litium), από την άλλη, την αρχή ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να ακούγεται, το οποίο δεν θα πρέπει να του αφαιρείται με μεγάλη ευκολία ή με ζήλο[18]. Όπως επισημαίνεται και στη Jurgen (ανωτέρω), δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας τέτοιας αίτησης, αλλά κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της τυχόν διαφορετικών γεγονότων. Στη Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, ο αιτητής ήταν πρόσωπο που γνώριζε τι έπρεπε να πράξει και δεν είχε άγνοια των ορθών διαδικαστικών διαδικασιών, όπως και των συνεπειών μη καταχώρισης εμφάνισης σε μία αγωγή, ωστόσο επικαλέστηκε το γεγονός ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις και ότι είχε την εντύπωση πως δεν θα προωθείτο η αγωγή, «Δεν ενέχει σημασία η "εντύπωση" με την οποία αφέθηκαν οι εφεσείοντες, κατά το δικό τους ισχυρισμό, ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν ή ότι δεν θα λαμβάνονταν περαιτέρω μέτρα», λέχθηκε. Από την άλλη, στην Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολιτική Έφεση 168/2013, ημερομηνίας 25.2.2020, λέχθηκε ότι: ...τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής. Στην Κοστανιάν (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι θα έπρεπε να παραμεριστεί η ερήμην απόφαση, η εφεσείουσα, όταν παρέλαβε κλητήριο που αφορούσε διαφορά επί διαμερισμάτων σε πολυκατοικία και χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, παρέδωσε το κλητήριο στο συνεναγόμενο της, ο οποίος την προέτρεψε να του το δώσει για να ενεργήσει όπως και ο ίδιος, παραδίδοντας το στο δικηγόρο του για διευθέτηση. Όμως ο συνεναγόμενος δεν ενήργησε όπως αντιλήφθηκε η εφεσείουσα και εκδόθηκε απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Από την συγγνωστή επιπολαιότητα έως την ασύγγνωστη αδιαφορία υπάρχει μια απόσταση, πραγματική. Η Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, διαφοροποιήθηκε από την Κοστανιάν (ανωτέρω) στη βάση του ότι οι εφεσείοντες ήταν οργανισμός με εμπειρία σε δικαστικές διαδικασίες που γνώριζε περί των διαδικασιών και η ιδιότητα τους ενείχε τη δική της σημασία. Με διαφορετικό τρόπο εμπλοκή της ιδιότητας των αιτητών και της πρακτικής δυνατότητας να καταχωρίσουν εμφάνιση υπήρχε στη Sokollow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, στην οποία δεν κρίθηκε ως δικαιολογημένη η παράλειψη των εφεσειόντων, δια των αλλοδαπών δικηγόρων στους οποίους είχαν αποταθεί, να ακολουθήσουν τη δέουσα διαδικασία εμφάνισης, ενδεχομένως κατόπιν συμβουλής από Κύπριους δικηγόρους, αλλά να πράξουν κατά το δοκούν, αποστέλλοντας έγγραφα υπεράσπισης στο Πρωτοκολλητείο. Οι υποθέσεις, οι εντυπώσεις και άλλες υποκειμενικές καταστάσεις δεν προσδίδουν βαρύτητα στους λόγους μη εμφάνισης. Σημασία έχουν τα αντικειμενικά δεδομένα. Στην Wakeham (ανωτέρω) δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ενώ ο εφεσείων παρείχε αρκούντως καλό λόγο μη εμφάνισης και καθυστέρησης υποβολής της αίτησης (περίπου τρείς μήνες), που δεν αμφισβητήθηκε: εξέτιε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, από όπου δύσκολα μπορούσε να επικοινωνεί, ενώ αντιμετώπισε και προβλήματα υγείας. Ως σύνολο οι περιστάσεις του, σε συνάρτηση με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό. Εξ ου και λέχθηκε πως: Όπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεράσπιση που θα ήθελε να προβάλει η Αιτήτρια, εάν της δινόταν η ευκαιρία να ανοίξει ξανά την υπόθεση, θα ήταν πως δεν οφείλει καθόλου κοινόχρηστα τέλη, παρά το γεγονός είναι ιδιοκτήτρια μονάδας (καταστήματος) σε κοινόκτητη οικοδομή, με αναγραφόμενο στον τίτλο της μερίδιο στην κοινόκτητη ιδιοκτησία (πράξη που δεν φαίνεται να προσβλήθηκε), με την επίκληση μίας συμφωνίας που δεν αναιρεί καθολικά την υποχρέωση συνεισφοράς της στις δαπάνες της κοινοκτησίας, και ανεξαρτήτως της ύπαρξης του άρθρου 381Α
(1)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, που ορίζει πως: Οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Μέρος αυτό ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας. Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν εξετάζει τη μαρτυρία για να την αξιολογήσει όπως σε κανονική δίκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την κοιτάζει ώστε να διακριβώσει κατά πόσο παρατίθεται με έναν τρόπο συνεκτικό και κυρίως πειστικό· ότι δεν είναι «απογυμνωμένη νομιμοποιητικού ερείσματος», όπως ήταν η έκφραση στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Η υπεράσπιση πρέπει να είναι «συζητήσιμη», άρα «λογικοφανής», όπως αναφέρθηκε στη NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
  2. Στην προκειμένη περίπτωση, η απλά διαφορετική θεώρηση και εκδοχή της Αιτήτριας σε σχέση με τα αντικειμενικά δεδομένα δεν της επιτρέπουν να αποσείσει το βάρος που έχει σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Εξ όψεως, λοιπόν, και μόνον, κρίνω ότι δεν είναι συζητήσιμη η υπεράσπισή της και ότι η αίτησή της υπόκειται σε απόρριψη γι' αυτό τον λόγο. Παρά το ότι δεν είναι ανάγκη να προχωρήσω στην εξέταση οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης, με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη, αν ήθελε θεωρηθεί πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, και πάλι, το αποτέλεσμα στο οποίο θα κατέληγα θα ήταν απορριπτικό. Αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με την Wakeham (ανωτέρω), η Αιτήτρια δεν αποδεικνύει επαρκώς ότι δεν λαμβάνει γνώση των εγγράφων που εισέρχονται στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της και παραλαμβάνονται από τον διορισμένο από αυτήν ελεγκτή, όπως και του ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής της Καθ' ης η αίτηση, για την οποία είχε προειδοποιηθεί, και αφορά σε διαφορά που χρονίζει και η ίδια απλά αντέκρουε, αποφεύγοντας την ουσιαστική επίλυση. Σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι η Αιτήτρια είναι μια εταιρεία με εμπορική ή συναλλακτική πείρα ετών, με αντικείμενο εργασιών τις διεθνείς μεταφορές. Παράλληλα, κανέναν απολύτως λόγο δεν πρόβαλε στη μαρτυρία της σε σχέση με τη μη καταχώριση της αίτησής της αμέσως μόλις έλαβε γνώση της απόφασης, δηλαδή τον Μάιο του 2019, και την αναμονή και ενημέρωση του δικηγόρου της τον Σεπτέμβριο του 2019· εν τέλει, μέχρι την καταχώριση της αίτησής της, τον Οκτώβριο του
  3. Έχοντας κατά νου όλη τη στάση της Αιτήτριας έναντι στο συγκεκριμένο θέμα, σε συνάρτηση με το είδος και το ύψος της απαίτησης, προκύπτει βαθμός αδιαφορίας και περιφρόνησης των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση, ώστε η άρση της τελεσιδικίας να καθίσταται εδώ πιο επιβλαβής για τη δικαιοσύνη απ' ότι η μη ακρόαση των συγκεκριμένων ισχυρισμών της Αιτήτριας σε δίκη. Θα απέρριπτα την αίτησή της και γι' αυτό τον λόγο. Σημειώνεται ότι τα αιτήματα που περιέχονται στις παραγράφους Β και Γ της αίτησης της Αιτήτριας δεν υποστηρίχθηκαν. Δεν προβλήθηκαν λόγοι συναφείς με τη θεραπεία της αναστολής εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης. Όπως φαίνεται, δεν προστέθηκαν στην αίτηση ανεξάρτητα από το αίτημα της παραγράφου Α. Ακόμα κι αν δεν υπόκειτο σε παραμερισμό η απόφαση, τα ίδια, ειδικότερα το αίτημα της παραγράφου Β της αίτησης, θα ήταν άνευ αντικειμένου. Για όσα προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παράγραφοι 21 και 25.1 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXX. [2] Παράγραφος 14 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXX και τεκμήριο
  4. [3] Παράγραφος 18 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXX. [4] Παράγραφος 16 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXX. [5] Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. [6] Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit. [7] Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. [8] Evand Promotions Ltd
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 736, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 743, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1965, Ματθαίου κ.α. ν. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [9] Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd, Πολιτική Έφεση 283/2010, ημερομηνίας 03.07.
  2. [10] Βλ. και Αρέστη ν. Ερμογένου, Πολιτική Έφεση 41/2008, ημερομηνίας 25.10.
  3. [11] Βλ. Και Μιχαήλ ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 291/10, ημερομηνίας 08.07.
  4. [12] Βλ. και Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)1 Α.Α.Δ. 2534. [13] Δέστε και Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, Τρύφωνος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080. [14] Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774. [15] Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86. [16] Iason Travel & Tours Ltd ν. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. [17] NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
  2. [18] Δέστε και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.