Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Χριστοδουλίδη κ.α., Συνενωμένες Αγωγές 5345/11 και 4897/11, 29/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές 5345/11 και 4897/11 Αρ. Αγωγής: 5345/11 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσας v. 1. . Χριστοδουλίδη 2. . Χριστοδουλίδου 3. E. Volou Estates Ltd Εναγομένων και βάσει ειδοποιήσεως εξαγοράς (άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15) Αρ. Αγωγής: 5345/11 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας v.
- . Χριστοδουλίδη
- . Χριστοδουλίδου
- E. Volou Estates Ltd Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 4897/11 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσας v.
- . Χριστοδουλίδη
- . Χριστοδουλίδου
- E. Volou Estates Ltd Εναγομένων και βάσει ειδοποιήσεως εξαγοράς (άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15) Αρ. Αγωγής: 4897/11 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας v.
- . Χριστοδουλίδη
- . Χριστοδουλίδου
- E. Volou Estates Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Α. Χατζηχαραλάμπους με κα Μ. Δαμιανού για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2 και 3 στην Αγωγή 5345/11 και για τους Εναγόμενους 1-3 στην Αγωγή 4897/11: κ. Α. Χαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα ζητά ποσά ως οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει λογαριασμών δανείων καθώς επίσης και εκποίηση υποθηκών οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό είχαν δοθεί ως εξασφάλιση των επίδικων δανείων. Σημειώνεται ότι η Αγωγή 5345/11 προωθείται μόνο εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 καθότι το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε για τον Εναγόμενο 1 στις 4.12.
- Στην έκθεση απαίτησης της κάθε Αγωγής γίνεται αναφορά στην παραχώρηση δανείων και την παροχή εξασφαλίσεων, στην καθυστέρηση στην αποπληρωμή των καθορισμένων στις συμφωνίες δόσεων και στον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών δανείων. Στην υπεράσπιση και των δύο Αγωγών γίνεται παραδεκτή μόνο η σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείων και εγείρονται ισχυρισμοί ότι αυτές περιέχουν άκυρους και ή παράνομους και ή καταχρηστικούς όρους καθότι είναι τυποποιημένοι, μονομερώς επιβληθέντες και ή έχουν τεθεί κατόπιν εκμετάλλευσης εκ μέρους της Ενάγουσας. Περαιτέρω, προβάλλονται ισχυρισμοί ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες λόγω παράβασης του καθήκοντος της Ενάγουσας να προβεί σε επαρκή έρευνα αναφορικά με την πιστοληπτική ικανότητα των πρωτοφειλετών και της παράλειψης εκ μέρους της να τους ενημερώσει για τον κίνδυνο μη ικανοποιητικής εξασφάλισης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί πως οι ισχυριζόμενες υποθήκες είναι άκυρες και ή αντικανονικά εκτελεσθείσες και ή καταχρηστικές και ή υπέρμετρα επαχθείς εις βάρος των πρωτοφειλετών και των ενυπόθηκων εγγυητών. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ακόμα ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός και ότι τα κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά είναι παρανόμως αυξημένα και ή κεφαλαιοποιημένα και ή ανατοκισμένα και ή προϊόν παρανόμων χρεώσεων. Ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της κάθε Αγωγής. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες, δύο για κάθε πλευρά. Για την πλευρά της Ενάγουσας πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. ΔΤ, ΜΕ1, πρώην υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και νυν υπάλληλος της Gordian Holdings Ltd, o οποίος κατέθεσε όλα τα έγγραφα των επίδικων δανείων, εγγυήσεων και υποθηκών, τις προειδοποιητικές επιστολές και τις επιστολές τερματισμού. Κατέθεσε επίσης και επεξήγησε τις καταστάσεις λογαριασμού καθώς επίσης αναφέρθηκε και στο θέμα του τόκου. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. ΓΑ, ΜΕ2, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ΜΕ2 κατέθεσε για τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών και παροχής των εγγυήσεων. Για τους Εναγόμενους κατέθεσε ο κ. ΣΣ, ΜΥ1, ο οποίος διετέλεσε στέλεχος τράπεζας και τώρα είναι σύμβουλος επιχειρήσεων. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείων χαρακτηρίζοντας αυτούς ως προς τον τόκο ασαφείς και καταχρηστικούς και κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 51-54, οι οποίες κατά την άποψη του περιλαμβάνουν τον νόμιμο τόκο ο οποίος είναι βασικά το Euribor. Στην μια υπολογίζει σταθερό το Euribor όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού ενώ στην άλλη υπολογίζει το Euribor όπως μεταβαλλόταν ακόμα και μετά την ημερομηνία τερματισμού. Κατέθεσε επίσης και πίνακα με το εξαμηνιαίο Euribor για τα έτη 2008-2020, Τεκμήριο
- Η Εναγομένη 2, ΜΥ2, ήταν η τελευταία μάρτυρας των Εναγομένων. Αυτή βασικά αναφέρθηκε στις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών και στην οικονομική κατάσταση των πρωτοφειλετών κατά τον χρόνο σύναψης αυτών. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών οι οποίοι προβάλλονται στην υπεράσπιση, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας και ειδικότερα τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ2, προκύπτει πως είναι παραδεκτή και από τις δύο πλευρές η σύναψη και υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών, η παροχή όλων των επίδικων εγγυήσεων και η παραχώρηση όλων των επίδικων υποθηκών. Επιπλέον, κάποια γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες της Ενάγουσας παρέμειναν αναντίλεκτα, ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο της μαρτυρίας των Εναγομένων και επομένως και αυτά γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου τα ακόλουθα αποτελούν κοινώς αποδεκτά ή αναντίλεκτα γεγονότα και ως τέτοια αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
- Στις 22.4.08 υπεγράφη από τον ΚΧ, πρώην Εναγόμενο 1, (εφεξής «ο ΚΧ») και την Εναγομένη 2 από τη μια και την Τράπεζα Κύπρου από την άλλη, Συμφωνία Δανείου με την οποία η Τράπεζα συμφώνησε την παροχή δανείου ύψους €1εκ. με αρ. λογ. ...981-00, Τεκμήριο
- Ως εξασφάλιση της πιο πάνω Συμφωνίας, στις 22.4.08 η Εναγομένη 3 υπέγραψε Εγγυητήριο για Περιορισμένο Ποσό, ήτοι €1.200.000 πλέον τόκο και έξοδα. Το Εγγυητήριο με τα πρακτικά συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας για τη λήψη απόφασης περί υπογραφής αυτού και εξουσιοδότησης της Εναγομένης 2 να το υπογράψει εκ μέρους της εταιρείας, αποτελεί το Τεκμήριο
- Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι ως περαιτέρω εξασφάλιση της πιο πάνω Συμφωνίας, στις 22.4.08 ο ΚΧ και η Εναγομένη 2 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους δυνάμει ασφαλιστηρίων ζωής, πλην όμως οι εν λόγω ασφάλειες έχουν ήδη ακυρωθεί.
- Ως εξασφάλιση της πιο πάνω Συμφωνίας, στις 24.4.08 η Εναγομένη 3 υπέγραψε Σύμβαση Υποθήκης Υ..05/08 για το ποσό των €330.000 πλέον τόκο και έξοδα καθώς επίσης και στις 11.6.08 Σύμβαση Υποθήκης Υ..55/08 για το ποσό των €193.000 πλέον τόκο και έξοδα, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα.
- Στις 22.9.08 υπεγράφη Συμφωνία για την τροποποίηση των εξασφαλίσεων του ως άνω δανείου. Η Συμφωνία φέρει την υπογραφή της Εναγομένης 2 και της Τράπεζας, Τεκμήριο
- Ως περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων, στις 6.3.09 ο ΚΧ υπέγραψε Σύμβαση Υποθήκης Υ..54/09 για το ποσό των €234.078 πλέον τόκο και έξοδα και Σύμβαση Β Υποθήκης Υ..55/09 για το ποσό των €660.000 πλέον τόκο και έξοδα, καθώς επίσης και η Εναγομένη 3 υπέγραψε Σύμβαση Β Υποθήκης Υ..49/09 για το ποσό των €126.000 πλέον τόκο και έξοδα και Σύμβαση Β Υποθήκης Υ..50/09 για το ποσό των €100.000 πλέον τόκο και έξοδα, Τεκμήρια 6-9 αντίστοιχα.
- Στις 4.6.08 υπεγράφη από τον ΚΧ και την Εναγομένη 2 από τη μια και την Τράπεζα Κύπρου από την άλλη, Συμφωνία Δανείου με την οποία η Τράπεζα συμφώνησε την παροχή δανείου ύψους €250.000 με αρ. λογ. ...384-00, Τεκμήριο
- Ως εξασφάλιση της πιο πάνω Συμφωνίας, στις 4.6.08 η Εναγομένη 3 υπέγραψε Εγγυητήριο για Περιορισμένο Ποσό, ήτοι €300.000 πλέον τόκο και έξοδα, Τεκμήριο
- Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι ως περαιτέρω εξασφάλιση και της πιο πάνω Συμφωνίας, στις 22.4.08 ο ΚΧ και Εναγομένη 2 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους δυνάμει των προαναφερομένων ασφαλιστηρίων ζωής, πλην όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί, οι εν λόγω ασφάλειες έχουν ήδη ακυρωθεί.
- Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι Υποθήκες Υ..05/08, Υ..55/08, Υ..54/09, Υ..55/09, Υ..49/09 και Υ..50/09 αποτελούσαν εξασφάλιση και της πιο πάνω Συμφωνίας. Σημειώνεται ότι οι δύο προαναφερόμενες συμφωνίες δανείου αποτελούν το αντικείμενο της Αγωγής 5345/
- Στις 14.2.06 υπεγράφη από τον ΚΧ από τη μια και την Τράπεζα Κύπρου από την άλλη, Συμφωνία Δανείου με την οποία η Τράπεζα συμφώνησε την παροχή δανείου ύψους ΛΚ16.000 (€27.337,62) με αρ. λογ. ...392-00, Τεκμήριο
- Ως εξασφάλιση της πιο πάνω Συμφωνίας, στις 22.9.08 η Εναγομένη 2 υπέγραψε Εγγυητήριο για Περιορισμένο Ποσό, ήτοι €32.805 πλέον τόκο και έξοδα, Τεκμήριο
- Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι Υποθήκες Υ..05/08, Υ..55/08, Υ..54/09, Υ..55/09, Υ..49/09 και Υ..50/09 αποτελούσαν εξασφάλιση και της πιο πάνω Συμφωνίας. Σημειώνεται ότι η προαναφερόμενη συμφωνία δανείου αποτελεί το αντικείμενο της Αγωγής 4897/
- Παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο Ανακοινώσεων της Τράπεζας αναφορικά με την αλλαγή του βασικού της επιτοκίου κατά τα έτη 2006-2009, Τεκμήρια 24 και
- Αποτέλεσε κοινό έδαφος πως υπήρξε καθυστέρηση και τελικώς αδυναμία στην αποπληρωμή των δόσεων όπως καθοριζόταν στην κάθε συμφωνία.
- Αποτελεί επίσης κοινώς αποδεκτό γεγονός η αποστολή από την Τράπεζα προς τον ΚΧ και τις Εναγόμενες 2 και 3 επιστολής ημ. 30.10.18 με την οποία τους ενημέρωνε για την πρόθεση πώλησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρίτο πρόσωπο και τους καλούσε να υποβάλουν προσφορά εντός 45 ημερών από τη λήψη αυτής, Τεκμήρια 30-
- Για σκοπούς εξαγωγής και άλλων ευρημάτων, καθίσταται αναγκαία η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων. Σε γενικό πλαίσιο, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι ο ΜΕ1 προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας κατέθεσε με βάση την ιδιότητα του στους Ενάγοντες και κυρίως τα έγγραφα, πλείστα εκ των οποίων ήταν κοινώς αποδεκτά. Επιπλέον, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, συνοχή και συνέπεια. Η ειλικρίνεια του διεφάνη από την προθυμία του να δεχθεί ευθαρσώς ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη και επομένως προσωπική γνώση για τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και από τις ευθείς απαντήσεις του δίδοντας λογικές και επαρκείς επεξηγήσεις. Ενδεικτικά αναφέρω την απάντηση του στην υποβολή για προσφορά εκ μέρους των Εναγομένων για την απόκτηση ή εξόφληση των υπό κρίση πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι πως δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε στον φάκελο οποιαδήποτε τέτοια προσφορά όμως σίγουρα δεν υπήρχε οποιαδήποτε απάντηση ή τελική κατάληξη επί τούτου, θέση η οποία κρίνεται λογική και εν πάση περιτπώσει δεν αντικρούστηκε καθότι δεν του υποδείχθηκε ούτε και προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία από τους Εναγόμενους για τέτοια προσφορά. Ο ΜΕ1 ήταν σε θέση ακόμα να δώσει πλήρεις και κατατοπιστικές εξηγήσεις αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού και τον τόκο. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Αξιόπιστη επίσης κρίνεται και η μαρτυρία του ΜΕ
- Και αυτός κατέθεσε με βάση τα όσα ο ίδιος γνώριζε λόγω της προσωπικής του εμπλοκής κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, δίνοντας άμεσες και σταθερές απαντήσεις. Επέμενε και δικαιολογούσε επαρκώς την κάθε του τοποθέτηση και δεν δίστασε να δηλώσει άγνοια για κάποια ζητήματα, όπως π.χ. το θέμα του τόκου. Γενικά ο μάρτυρας αυτός έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο δίδοντας αυθόρμητα τις απαντήσεις του. Είναι σημαντικό να λεχθεί επίσης ότι ενώ κατά την αντεξέταση του δέχθηκε υποβολές περί πίεσης των Εναγομένων στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, τις οποίες βεβαίως ο ίδιος αρνείτο κατηγορηματικά, τελικώς η δική του εκδοχή επιβεβαιώθηκε και από την ίδια τη ΜΥ2, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Θεωρώ ότι ο ΜΥ1 δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι κατείχε τα ακαδημαϊκά προσόντα ούτε και την απαραίτητη εμπειρία, στα οποία μάλιστα αναφέρθηκε με πλήρη γενικότητα, για να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας όσον αφορά την ερμηνεία όρων συμβάσεων. Η πολυετής εργασία του σε τράπεζα δεν τον καθιστά δίχως άλλο ειδικό για θέματα καταχρηστικών όρων σε τέτοιες συμβάσεις. Άλλωστε, αυτό είναι θέμα για το οποίο το Δικαστήριο καλείται και έχει εξουσία να αποφασίσει. Παρά ταύτα, ο ΜΥ1 άφησε την εντύπωση ενός μάρτυρος ο οποίος ήρθε να καταθέσει για όσα ο ίδιος θεωρούσε ορθά επισημαίνοντας ότι εξέφραζε τη θέση του και αναγνωρίζοντας ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο ως ο τελικός κριτής. Επομένως, θεωρώ ότι ο ΜΥ1, όχι ως εμπειρογνώμονας, εξέφρασε με πλήρη σεβασμό και ειλικρίνεια στο Δικαστήριο τις δικές του θέσεις οι οποίες βασικά απολήγουν στον υπολογισμό των όποιων ισχυριζόμενων οφειλόμενων ποσών με χαμηλότερο τόκο, και δη το Euribor. Τέλος, η ΜΥ2 δεν άφησε θετική εικόνα. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφειες και αντιφάσεις, μεταξύ της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης της και περαιτέρω δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Ήταν εμφανές ότι κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας δεν απαντούσε αυθόρμητα αλλά οι απαντήσεις της ήταν αποτέλεσμα κάποιας σκέψης και προβληματισμού και έδινε αυτές με διστακτικότητα και χωρίς να είναι βέβαιη για όσα έλεγε. Ήταν δε χαρακτηριστική η τοποθέτηση της, χωρίς δισταγμό αυτή τη φορά, ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες είχαν υπογραφεί αφού τους είχαν επεξηγηθεί οι όροι και οι ίδιοι επέλεξαν να τις υπογράψουν. Ιδιαίτερη αντίφαση παρατηρείται αναφορικά με την εισοδηματική της ικανότητα από τη λήψη ενοικίων, καθότι έδιδε συνεχείς αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές μέχρι την αδυναμία της να δώσει οποιαδήποτε απάντηση όταν της υπεδείχθησαν έγγραφα τα οποία αναιρούσαν τις θέσεις της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε αρχικά στην υπογραφή συμφωνίας παροχής υπηρεσιών ημ. 28.8.18 με την οποία η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Gordian, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων. Η υπογραφή και το περιεχόμενο τέτοιας συμφωνίας ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο ενασχόλησης και ή αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγομένων και ως εκ τούτου υιοθετούνται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΕ1 ακολούθως αναφέρθηκε στη μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Gordian δυνάμει του Ν.169(Ι)/15 και στην έκδοση δικαστικού διατάγματος ημ. 23.5.19 με την οποία επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού σχετικά με τη μεταβίβαση, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι επίδικες συμφωνίες δανείων, οι εγγυήσεις και οι υποθήκες. Κατέθεσε αντίγραφο του διατάγματος στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 ΕΔ Λευκωσίας ως Τεκμήριο
- Πράγματι στο διάταγμα αναφέρεται ότι με αυτό επικυρώνεται το Σχέδιο Διακανονισμού και μεταβίβασης. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΕ1 και ενώ η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε τη συμπερίληψη των επίδικων δανείων και εξασφαλίσεων στο Σχέδιο και συνακόλουθα στο διάταγμα, ο ΜΕ1 κατέθεσε εκ νέου αντίγραφο του διατάγματος, αυτή τη φορά με τα συνημμένα παραρτήματα, Τεκμήριο 29, υποδεικνύοντας και τους τρεις επίδικους λογαριασμούς δανείου και τις υποθήκες. Η προσπάθεια του δικηγόρου Υπεράσπισης να κλονίσει τον μάρτυρα παρέμεινε στο κενό. Κατ΄ αρχάς στις υποβολές ότι το Σχέδιο δεν αναφέρει και επομένως δεν περιλαμβάνει τις επίδικες συμφωνίες δανείου, ο ΜΕ1 έδωσε τις καθόλα βάσιμες εξηγήσεις ότι στο Σχέδιο αναγράφεται ο αριθμός της διευκόλυνσης, ήτοι των τριών επίδικων λογαριασμών δανείων, η οποία παραχωρήθηκε δυνάμει της αντίστοιχης συμφωνίας και περιλαμβάνει και κάθε εξασφάλιση, ήτοι εγγύηση και υποθήκη. Ο ΜΕ1 επίσης βάσιμα ανέφερε, όπως άλλωστε φαίνεται στο Τεκμήριο 29, πως εκτός από τον αριθμό του δανείου, καταγράφεται ο τύπος αυτού, η ημερομηνία χορήγησης του και ο αριθμός του κάθε πελάτη, το λεγόμενο customer identification number. Μάλιστα, ο ΜΕ1 έδωσε την εύλογη και αναντίλεκτη απάντηση ότι η ημερομηνία της κάθε συμφωνίας φαίνεται στη σελίδα των υπογραφών και είναι η ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού, ενώ η προγενέστερη καταγεγραμμένη ημερομηνία στην πρώτη σελίδα αυτής είναι απλώς η ημερομηνία εκτύπωσης του εγγράφου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΜΕ1 υπέδειξε και τους αριθμούς των υποθηκών, αντικρούοντας πειστικά την υποβολή πως αυτοί είναι τόσο μικροσκοπικά καταγεγραμμένοι που είναι αδύνατο να τους διαβάσει κανείς. Πέραν του ότι το Δικαστήριο είναι σε θέση έστω και με κάποια δυσκολία να τους διακρίνει και αναγνώσει, ο ΜΕ1 επέμενε επανειλημμένα ότι έλεγξε τους αριθμούς των υποθηκών και στην ηλεκτρονική μορφή του Σχεδίου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται πλήρως αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 και προβαίνει σε ανάλογο εύρημα ότι η μεταβίβαση των τριών επίδικων συμφωνιών δανείου, συμπεριλαμβανομένων των εξασφαλίσεων, εγγυήσεων και υποθηκών, αποτελεί μέρος του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με το διάταγμα ημ. 23.5.19 και με ισχύ από τις 31.5.
- Αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου η αποστολή και παραλαβή των επιστολών, Τεκμήρια 30-36, ως κοινώς αποδεκτό γεγονός, με βάση σχετική δήλωση του δικηγόρου των Εναγομένων κατά την αντεξέταση του ΜΕ
- Στο σημείο αυτό σημειώνεται πως προκάλεσε έκπληξη η άμεση άρνηση της ΜΥ2 κατά την αντεξέταση της ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές, Τεκμήρια 30 και 31, για να αναφέρει στη συνέχεια και αφού της υπεβλήθη η δήλωση του δικηγόρου της, ότι απλώς παραλάμβανε τις επιστολές και τις έδινε στον δικηγόρο της χωρίς η ίδια να τις διαβάσει, προφανώς για να καλύψει αυτή την αντίφαση και δικαιολογήσει τη δική της απάντηση. Ο ΜΕ1 αντέκρουσε με επάρκεια και πειστικότητα τις υποβολές περί προσφοράς εκ μέρους των Εναγομένων για την εξαγορά των δανείων τους, αφενός αποκαλύπτοντας ότι είχαν γίνει διάφορες συζητήσεις μεταξύ των μερών χωρίς οποιαδήποτε κατάληξη ή προσφορά και αφετέρου εμμένοντας ότι παρόλο που δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο υπήρξε γραπτή προσφορά, στον φάκελο δεν υπήρχε τέτοια πρόταση και εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν όντως υπήρχε, σίγουρα δεν τελεσφόρησε εξ ου και οι υποθέσεις εκδικάζονται ενώπιον Δικαστηρίου. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι απαντήσεις του μάρτυρος παρουσιάζουν λογική και εν πάση περιπτώσει η Υπεράσπιση ουδέποτε επιχείρησε ή παρουσίασε την ισχυριζόμενη προσφορά των Εναγομένων, ούτως ώστε το Δικαστήριο να δέχεται την εκδοχή του ΜΕ1 πως μετά την παραλαβή των επιστολών, Τεκμήρια 30-36, έγιναν διάφορες συζητήσεις μεταξύ των μερών χωρίς όμως επιτυχή κατάληξη. Ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα περί αποστολής γραπτής πρότασης εκ μέρους των Εναγομένων για εξαγορά των επίδικων δανείων τους. Σε συνεχείς υποβολές πως η Gordian ουδέποτε απέστειλε τις επιστολές ημ. 31.5.19 στους Εναγόμενους, Τεκμήρια 37-44, με τις οποίες τους ενημέρωνε για τη μεταβίβαση των υποχρεώσεων τους προς τη Gordian,ο ΜΕ1 επέμενε σταθερά και επίμονα πως αυτές είχαν ταχυδρομηθεί στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση των Εναγομένων με απλό ταχυδρομείο, ο φάκελος της Τράπεζας και της Gordian, στο πίσω μέρος, αναγράφει όπως σε περίπτωση μη παραλαβής να επιστραφεί στον αποστολέα και ουδεμία των επιστολών έχει επιστραφεί. Μάλιστα πρόσθεσε ότι η αποστολή τους φαίνεται και από σχετικό σημείωμα το οποίο βρίσκεται καταχωρημένο στο ηλεκτρονικό σύστημα και των δύο Οργανισμών πως όλες οι επιστολές έχουν σταλεί στους πελάτες. Αυτή η θέση του μάρτυρος αποτελεί ακόμα μια ένδειξη της ειλικρίνειας του και της επιθυμίας του να καταθέσει μόνο για όσα γνώριζε καθότι αυτός σαφώς αναφέρθηκε στη γενική πρακτική χωρίς οποιαδήποτε ειδική αναφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η θέση του πως οι επιστολές, Τεκμήρια 37-44, αποστάληκαν από τη Gordian προς τους Εναγόμενους με απλό ταχυδρομείο και ουδέποτε επιστράφηκαν πίσω. Περαιτέρω, με βάση την παραδοχή της ΜΥ2, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η διεύθυνση στην οποία είχαν σταλεί οι επιστολές, όπως ήταν καταγεγραμμένη στις συμφωνίες, εξακολουθούσε να ήταν η διεύθυνση των Εναγομένων. Οι ίδιες θέσεις του ΜΕ1 σαφώς αφορούν και την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών ημ. 17.6.10 για τους πρώτους δύο επίδικους λογαριασμούς Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα, επιστολών τερματισμού ημ. 12.7.10 για όλους τους επίδικους λογαριασμούς, Τεκμήρια 14, 15 και 18 αντίστοιχα καθώς επίσης και ενημερωτικής επιστολής ημ. 6.7.11 προς την Εναγομένη 3 για τον τερματισμό του τελευταίου λογαριασμού, Τεκμήριο
- Η ΜΥ2 περιορίστηκε σε μια απλή άρνηση παραλαβής αυτών στην κυρίως εξέταση της ενώ κατά την αντεξέταση της απάντησε με υπεκφυγές, δηλώνοντας αδυναμία να θυμηθεί και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λάμβανε κατά καιρούς επιστολές από την Τράπεζα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κυρίως εξέταση της, μετά την άρνηση της, προβαίνει σε διάφορους ισχυρισμούς για το ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία περί ταχυδρόμησης τους και επομένως δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός εξ ου και στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 20-22 συνεχίζεται η χρέωση του ίδιου ύψους του τόκου και των εξόδων καθυστερήσεων. Η πιο πάνω στάση της μάρτυρος προδίδει την προσπάθεια της να καλύψει τη θέση της περί μη παραλαβής των επιστολών με επιχειρήματα και ισχυρισμούς οι οποίοι όμως δεν αποτελούν γεγονότα ούτε τείνουν να ενισχύσουν τη θέση της, από τη στιγμή μάλιστα που η ίδια αναγνώρισε ότι οι επιστολές φέρουν την ορθή διεύθυνση των Εναγομένων και ταυτόχρονα ότι επήλθε ο τερματισμός των συμφωνιών, όπως δήλωσε ευθαρσώς κατά την αντεξέταση της. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι οι προειδοποιητικές επιστολές, οι επιστολές τερματισμού και η ενημερωτική επιστολή στάληκαν με απλό ταχυδρομείο στην τότε διεύθυνση των Εναγομένων και ότι αυτές ουδέποτε επιστράφηκαν πίσω. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να παρεμβληθεί ότι η ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του ΜΕ1 διεφάνη και από τις αναφορές του πως τυχόν εκποίηση ακινήτου το οποίο ανήκει ανά μερίδιο και εξ αδιαιρέτου στον ενυπόθηκο δανειστή σαφώς επηρεάζει και τα δικαιώματα συνιδιοκτήτη. Βεβαίως ο ΜΕ1 φάνηκε γνώστης του όλου ζητήματος καθότι εξέφρασε τη θέση πως ο συνιδιοκτήτης δεν πληροφορείται για την υποθήκευση μεριδίου άλλου συνιδιοκτήτη εφόσον δεν πρόκειται για το δικό του μερίδιο και ενημερώνεται μόνο στο στάδιο της εκτέλεσης τυχόν διατάγματος εκποίησης και όχι κατά το στάδιο έκδοσης αυτού. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως τα μερίδια ιδιοκτησίας επί του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο της Υ..05/08 ανήκουν ανά ½ στους ΚΧ και Εναγομένη 2 εξ αδιαιρέτου, όπως φαίνεται και στο Πιστοποιητικό Εγγραφής, Τεκμήριο
- Αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών, γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη θέση του ΜΕ2 πως κατά το 2008 ήταν Λειτουργός Χορηγήσεων στην Τράπεζα Κύπρου και αυτός που υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες δανείου από πλευράς της Τράπεζας. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του, η οποία και πάλι δεν αμφισβητήθηκε, ότι η ανάμειξη του στις επίδικες συμφωνίες ήταν η συλλογή πληροφοριών για την αξιολόγηση των πελατών, η ετοιμασία της αίτησης και η αποστολή της στην ανώτερη αρχή για έγκριση και, κατόπιν της έγκριση της, η ετοιμασία των συμβολαίων και η υπογραφή αυτών για σκοπούς χορήγησης των δανείων. Η υπογραφή του μάρτυρος επί των Τεκμηρίων 1-4, 6-9, 12 και 13 άλλωστε αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές. Είναι κοινώς αποδεκτή η θέση του ΜΕ2 πως μέρος του ποσού του δανείου που αφορά στον λογαριασμό .981-00, αφορούσε την αγορά ακινήτου στο Τραχώνι. Ο ΜΕ2 ανέφερε ακόμα ότι μέρος του δανείου αφορούσε εξόφληση υφιστάμενου δανείου, όπως άλλωστε αναφέρεται και ρητώς στη σελ. 3 του Τεκμηρίου 1, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται επίσης δεκτή από το Δικαστήριο. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του πως μέρος του δανείου προοριζόταν για επένδυση στη Βουλγαρία. Επισημαίνεται ότι και η ΜΥ2 στην κυρίως εξέταση της δέχθηκε πως τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο δάνειο αφορούσαν επενδυτικούς σκοπούς και την αποκόμιση κέρδους. Τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η τιμή καταναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ανερχόταν στις €1.640.000, ποσό που υπερκάλυπτε το ποσό του δανείου. Αναφορικά με την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας του ΚΧ και της Εναγομένης 2, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η Εναγομένη 2 είχε εισοδήματα από ενοίκια και ο ΚΧ ήταν ιδιωτικός υπάλληλος και γενικά ήταν καλοί πελάτες της Τράπεζας και τα εισοδήματα τους σε συνδυασμό με την αξία των ενυπόθηκων, υπολογιζόμενη κατά τον χρόνο πριν τη σύναψη των δανείων, υπερκάλυπταν το ποσό του δανείου. Παρόλο που κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια ποια έγγραφα είχαν λάβει για σκοπούς εξέτασης της πιστοληπτικής τους ικανότητας, κάτι το οποίο κρίνεται δικαιολογημένο λόγω της παρόδου του χρόνου, εντούτοις τελικώς αυτή η θέση του τεκμηριώθηκε πλήρως με παράθεση περαιτέρω στοιχείων και με παραπομπή σε έγγραφα. Ειδικότερα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι δεν χρωστούσαν οποιαδήποτε χρήματα παρά μόνο είχαν ένα δάνειο το οποίο και ξοφλήθηκε με τη χορήγηση του επίδικου δανείου, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται δεκτή. Επιπλέον, ο ΜΕ2 παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού .728-0, Τεκμήριο 47, στον οποίο κατατέθηκε το ποσό του δανείου, στην οποία φαίνονται καταθέσεις διαφόρων ποσών (ενοικίων), €4.790, €4.000, €2.648, €2.661 και €5.296, μεταξύ Φεβρουαρίου 2007 μέχρι και τον Απρίλιο 2008 που χορηγήθηκε το δάνειο. Μάλιστα, ο ΜΕ2 εξέφρασε την καθόλα λογική θέση ότι τον τελικό λόγο για την έγκριση του δανείου είχε η επιτροπή της Τράπεζας η οποία και το ενέκρινε. Επί του θέματος ήταν χαρακτηριστική η επιμονή του μάρτυρος πως ακολουθήθηκε η ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία της Τράπεζας αναφορικά με τη χορήγηση του επίδικου δανείου και πως γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο ικανοποιήθηκε και η επιτροπή ως προς την έγκριση του. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή πως κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε κανονισμός δυνάμει του οποίου η Τράπεζα μπορούσε να χορηγεί δάνεια νοουμένου ότι τα εισοδήματα του δανειολήπτη ήταν κατά 75% περισσότερα από το ποσό του δανείου. Πέραν του ότι οι πιο πάνω θέσεις κρίνονται εμπεριστατωμένες και καθόλα βάσιμες, η προσπάθεια της ΜΥ2 να τις αντικρούσει απέβη άκαρπη και μάταια. Και τούτο καθότι αρχικώς η ΜΥ2 κατέθεσε τις φορολογικές δηλώσεις της για τα έτη 2008 και 2009, Τεκμήρια 56 και 57 αντίστοιχα, για να καταδείξει τα εισοδήματα της, τα οποία κατ΄ ισχυρισμό της είχε αναφέρει στον ΜΕ2, πλην όμως κατά την αντεξέταση της τελικώς δέχθηκε ότι αυτές ετοιμάστηκαν μεταγενέστερα της υποβολής της αίτησης και έγκρισης για χορήγηση του δανείου και επομένως αυτές δεν είχαν παραδοθεί στην Τράπεζα για σκοπούς εξέτασης της αίτησης. Πρόσθεσε δε ότι στη δήλωση του 2009 είχαν δηλωθεί και χρήματα τα οποία δεν της ανήκαν, δίδοντας την εξής απάντηση η οποία καταγράφεται αυτολεξί για να καταδειχθεί ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συνοχή και λογική σε αυτή «πούλησε το σπίτι της η αδελφή μου, η κόρη μου και επειδή ήταν εγκυμονούσα, δηλαδή στα . εγέννησε, κατά τη διάρκεια της και πρέπει τα λεφτά, 100 και χιλιάδες, να τα έβαλα στον λογαριασμό μου και μετά της τα έδωσα». Επιπλέον, αναφορικά με την είσπραξη των ενοικίων, αυτή προέβαλε συνεχείς αντιφατικούς ισχυρισμούς, καθότι αρχικώς δέχθηκε ότι το 2008 ενοικίαζε τέσσερα καταστήματα όμως μετά άρχισε η οικονομική κρίση και οι ενοικιαστές σταμάτησαν να πληρώνουν ενοίκια. Σε υποβολή ότι η κρίση ξεκίνησε το 2013, αυτή επέμενε πως είχε ξεκινήσει το 2008 και πως εν πάση περιπτώσει αυτή έλαβε μέτρα έξωσης των ενοικιαστών οι οποίοι παρέδωσαν τα καταστήματα το
- Η ίδια εξέφρασε αδυναμία να θυμηθεί τα ποσά των ενοικίων κατά το 2007 και όταν της υπεβλήθη ότι με βάση το Τεκμήριο 47 είχε καταθέσεις στον λογαριασμό της ύψους περίπου €254.700, εξέφρασε έκπληξη και απορία πώς ήταν τόσο μεγάλο το ποσό. Αφού συνέχισε να διερωτάται, κατέληξε ότι παρόλο που το ποσό είναι πολύ μεγάλο, εντούτοις δέχθηκε ότι αυτό αποτελούσε το εισόδημα της. Ακολούθως όταν της υπεβλήθη πως και το 2008 φαίνονταν εισοδήματα ύψους €160.000, το 2009 ύψους €104.000 και το 2010 ύψους €86.000, έδωσε την πλέον αφελή και αβάσιμη απάντηση ότι αυτό σημαίνει πως η κρίση άρχισε το 2010 και τότε σταμάτησαν να πληρώνουν. Όλα τα πιο πάνω δημιούργησαν στο Δικαστήριο την εντύπωση πως η ΜΥ2 έδιδε αντιφατικές και ασυνάρτητες εκδοχές με μοναδικό σκοπό την προσπάθεια παρουσίασης της οικονομικής κατάστασης κατά τον ουσιώδη χρόνο τέτοιας που να μην δικαιολογούσε την έγκριση και χορήγηση του επίδικου δανείου, σε βαθμό που κρίνεται αναξιόπιστη και δεν γίνεται δεκτή. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι και η ΜΥ2 δέχθηκε τον ισχυρισμό του ΜΕ2 πως λόγω του ότι πρόθεση των πελατών ήταν η εξόφληση του δανείου με την πώληση της ακίνητης περιουσίας που θα αγόραζαν, το δάνειο δόθηκε με περίοδο χάριτος για αποπληρωμή των δόσεων, με την πληρωμή μιας χαμηλότερης δόσης για τα πρώτα τρία έτη. Μάλιστα, όπως διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία της ΜΥ2, αυτή τελικώς βασικά αποδίδει την αδυναμία αποπληρωμής στην οικονομική κρίση που επήλθε και όχι στη λανθασμένη αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους. Ο δικηγόρος των Εναγομένων παρουσίασε στον ΜΕ2 Κατάσταση των ασφαλιστικών αποδοχών του ΚΧ, Τεκμήριο 48, στο οποίο φαίνονται τα εισοδήματα του και κατά τα έτη 2007 και
- Ο ΜΕ2 έδωσε τη βάσιμη και λογική εξήγηση ότι αφενός κατά την αξιολόγηση λήφθηκε υπόψιν η εισοδηματική κατάσταση το πρώτο τρίμηνο του 2008 και τόνισε επανειλημμένα και βάσιμα ότι αυτό ήταν ένα από τα στοιχεία τα οποία συνεκτιμηθήκαν για σκοπούς χορήγησης του δανείου. Ο ΜΕ2 έδωσε λογική απάντηση και στο ότι η συμφωνία διαχωρισμού δεν ήταν προϋπόθεση για τη χορήγηση του δανείου. Παρέπεμψε σχετικά στο λεκτικό της σχετικής αναγραφής στο Τεκμήριο 1, καθότι εκεί αναφέρεται η πρόταση ότι «Παρακαλούμε όπως ετοιμαστεί συμφωνία διαχωρισμού συνόρων μεταξύ ..», κάτι το οποίο, όπως εξήγησε, αποτελεί μια ένδειξη και προτροπή για να γίνει ενώ αν ήταν όρος στη συμφωνία τότε θα αναγραφόταν ότι πριν τη χορήγηση του δανείου θα έπρεπε να προσκομιστεί τέτοια συμφωνία. Άλλωστε, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας και των εγγράφων που κατατέθηκαν, προκύπτει ότι αυτή η πρόταση αναγράφεται στο τέλος και με κενό μετά από τους όρους και προϋποθέσεις, δηλαδή ανεξάρτητα από αυτούς, και επιπλέον δεν διεφάνη ότι τέθηκε ποτέ οποιοδήποτε θέμα και ή απαίτηση από την Τράπεζα αναφορικά με την υπογραφή τέτοιας συμφωνίας. Είναι δε κοινώς αποδεκτό ότι αναφορικά με το ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της Υ..55/09, το οποίο είναι μια ισόγεια κατοικία, υπάρχει καταχωρημένο στο Πιστοποιητικό Εγγραφής, Τεκμήριο 50, δικαίωμα οίκησης και επικαρπίας της Εναγομένης 2 εφ΄ όρου ζωής. Τέλος, και οι θέσεις του ΜΕ2 πως οι πελάτες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τους όρους της συμφωνίας δανείου, υπέγραψαν αυτή χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και λάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού χωρίς και πάλι να θέσουν οποιοδήποτε ζήτημα τελικώς είτε έγιναν δεκτές από τη ΜΥ2 είτε παρέμειναν αναντίλεκτες. Ειδικότερα, ενώ στην κυρίως εξέταση της η ΜΥ2 δήλωσε ότι ο ΜΕ2 τους είπε πως δεν είχαν άλλη επιλογή και πως οι όροι ήταν προδιατυπωμένοι, στην αντεξέταση της δέχθηκε πως η σύναψη του δανείου έγινε για καθαρά εμπορικούς σκοπούς για την αποκόμιση κέρδους, πως ο ΜΕ2 τους επεξήγησε τους όρους της συμφωνίας και πως αυτοί αφενός γνώριζαν για το ύψος του τόκου και αφετέρου είχαν την επιλογή να αρνηθούν να τη δεχθούν και υπογράψουν, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει κρίνεται λογική ειδικότερα εφόσον τα δύο δάνεια δεν ήταν αναγκαία και αφορούσαν βασικά εμπορικούς και κερδοσκοπικούς σκοπούς. Σημειώνεται επίσης η θέση της ΜΥ2 από την κυρίως εξέταση της κιόλας ότι τον Μάιο του 2008 η ίδια εντόπισε και δεύτερο ακίνητο στον Ύψωνα στη Λεμεσό το οποίο είχε επίσης προοπτικές ανάπτυξης και αποκόμισης κέρδους και η ίδια επικοινώνησε με τον ΜΕ2 με σκοπό τη νέα δανειοδότηση, δεικνύοντας έτσι πως η ίδια ήταν καλή γνώστης της κατάστασης, επιδίωκε τη χρηματοδότηση για επενδυτικούς σκοπούς και μάλιστα ζήτησε και νέα δανειοδότηση ως προς τούτο. Με άλλα λόγια, η ίδια παρουσίασε εαυτόν ως άτομο που γνώριζε τι έκανε και με επαγγελματικές φιλοδοξίες και όχι ως άτομο το οποίο δεν είχε ιδέα και απλώς παρασυρόταν από τις όποιες υποδείξεις του ΜΕ
- Τέλος, η ΜΥ2 δέχθηκε και τη θέση του ΜΕ2 πως η τροποποίηση της συμφωνίας έγινε κατόπιν δικού τους αιτήματος. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι και ο ΜΕ1 εξέφρασε τη θέση ότι για να επέλθει τροποποίηση προφανώς αυτή επήλθε κατόπιν επιθυμίας των πελατών, και ότι δεν χρειαζόταν και η υπογραφή της εγγυήτριας εταιρείας από τη στιγμή που οι διευθυντές αυτής εν πάση περιπτώσει γνώριζαν γι΄ αυτή. Παρόλο που αυτό το ζήτημα θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο εντούτοις οι αναφορές του ΜΕ1 διακρίνονται από λογική και αντικειμενικότητα με αποτέλεσμα να διαφαίνεται η διάθεση του μάρτυρος να καταθέσει με ειλικρίνεια. Τελικώς βεβαίως το όλο ζήτημα επιλύθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 όταν διεφάνη πως μετά την τροποποιητική συμφωνία η Εναγομένη 3 προέβη σε εγγραφή δεύτερων υποθηκών επί των ακινήτων της, καταρρίπτοντας πλέον έτσι οποιαδήποτε αμφιβολία περί γνώσης της για την τροποποίηση της συμφωνίας. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο ΜΕ2 κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών δανείων, ούτως ώστε η μαρτυρία επί τούτων να γίνεται πλήρως δεκτή και να αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, γίνεται δεκτός ο σκοπός σύναψης των δανείων, η επεξήγηση των όρων της κάθε συμφωνίας από τον ΜΕ2, η οικειοθελής αποδοχή αυτών από τους δανειολήπτες, η υπογραφή αυτής χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και κυρίως ότι η έγκριση της συμφωνίας έγινε αφού εξετάστηκε μια σειρά παραγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών η οποία αντικατοπτρίζεται και στο Τεκμήριο 47 αναφορικά με τα εισοδήματα της ΜΥ2 και η αξία της καταναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Αναφορικά με το θέμα του τόκου, ο ΜΕ1 έδωσε πλήρεις και σαφείς απαντήσεις αναφορικά με τους όρους της κάθε συμφωνίας, τις δημοσιεύσεις στον τύπο για τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου, Τεκμήρια 24 και 27, και την αναφορά σε αυτές ως προς το ότι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας καθορίζεται με βάση τους παράγοντες οι οποίοι καταγράφονται και στην ανακοίνωση, ήτοι τις οικονομικές συνθήκες της Κυπριακής και Διεθνούς αγοράς, τα επίσημα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής τράπεζας, το κόστος των καταθέσεων, τα επιτόκια στις διεθνείς αγορές ομολόγων και τα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς (Euribor), επισημαίνοντας ότι το Euribor είναι ένα από τα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψιν. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη μαρτυρία του για τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου αναφορικά και με τους τρεις επίδικους λογαριασμούς, από τη λειτουργία τους μέχρι και σήμερα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε καταστάσεις όλων των επίδικων λογαριασμών, Τεκμήρια 20-22 καθώς επίσης και αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 23, 25 και
- Αναφορικά με τις καταστάσεις, Τεκμήρια 20-22, ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης σχετικό Πιστοποιητικό, υπογεγραμμένο από τον ίδιο, δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.
- Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο ικανοποιείται πως το Πιστοποιητικό προέρχεται από πρόσωπο που κατείχε υπεύθυνη θέση στην Τράπεζα Κύπρου (και τώρα στη Gordian) λόγω των καθηκόντων που ασκεί, όπως άλλωστε δηλώνει και αναγνωρίζει ο ίδιος ο ΜΕ1 και ουδόλως αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Το Δικαστήριο δέχεται και τη θέση του ΜΕ1, η οποία και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτη, πως οι καταστάσεις αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας, ήτοι του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών. Τέλος, παρέμεινε αναντίλεκτη και η θέση του μάρτυρος πως η Τράπεζα Κύπρου αποτελεί επιχείρηση η οποία δυνάμει σχετικής άδειας ασκεί τραπεζικές εργασίες με σκοπό το κέρδος και διατηρεί αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή από το οποίο παρήχθησαν οι καταστάσεις λογαριασμού. Όπως καταγράφεται στο Πιστοποιητικό, οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αφού ελέγχθηκαν από τον ίδιο και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Ο ΜΕ1 βεβαιώνει για το αληθές και ορθό του περιεχομένου του Πιστοποιητικού. Πέραν της θετικής εντύπωσης που το Δικαστήριο αποκόμισε για τον μάρτυρα, θεωρώ ότι και αυτή η θέση του παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι παρόλο που στο Πιστοποιητικό αναφέρεται γενικά στους Ενάγοντες ως επιχειρήσεις που ασκούν τραπεζικές εργασίες, εντούτοις κατά την αντεξέταση του δήλωσε ευθαρσώς ότι η Gordian δεν ασκεί τραπεζικές εργασίες αλλά αποτελεί εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων. Σαφώς η αναφορά στο Πιστοποιητικό περιορίζεται στην Τράπεζα Κύπρου, εφόσον αφορά στις αρχικές καταστάσεις από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και τις 30.6.19, που έγινε η τελευταία κεφαλαιοποίηση του τόκου και υπενθυμίζεται ότι από τις 31.5.19 οι λογαριασμοί μεταφέρθηκαν πλέον στη Gordian. Όμως ο ΜΕ1 πρόσθεσε πως το αρχείο μεταφέρθηκε αυτούσιο στη Gordian, κάτι το οποίο διαπίστωσε και ο ίδιος κατόπιν ελέγχου και στο οποίο η Gordian έχει πρόσβαση από τις 31.5.19 στα πλαίσια του δικαστικού διατάγματος. Η πιο πάνω μαρτυρία η οποία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και βασικά δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά, πληροί τα όσα περιέχονται στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 20-22, ως αποδεκτή μαρτυρία. Από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 23, 25 και 26, ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό της βιβλίο και μάλιστα αφορούν χαμηλότερο ποσό, και αυτές γίνονται αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.
- Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.
- Γίνεται επίσης δεκτή ως εύρημα του Δικαστηρίου και η επεξήγηση του ΜΕ1 αναφορικά με το περιεχόμενο των αναδομημένων λογαριασμών, και συγκεκριμένα ότι σε αυτές δεν περιέχεται οποιαδήποτε χρέωση άλλων εξόδων και υπολογίζεται τόκος προς 7 ή 7,5% με βάση τις 365 μέρες από την 1.4.15 (και όχι από την 1.5.15 ως προέβλεπε η νομοθεσία), εξηγώντας ότι αυτό έγινε βάσει του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 2016, ο οποίος ίσχυε για τη Gordian. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας, μέρος του Τεκμηρίου 27, τύγχανε εφαρμογής μόνο αναφορικά με το τρίτο προαναφερόμενο δάνειο και έτσι στις αναδομημένες καταστάσεις αυτού του λογαριασμού από την 1.1.08 χρεώνει το επιτόκιο της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του ΜΕ1 πως στις αναδομημένες καταστάσεις γίνεται κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο ΜΥ1 δεν θεωρείται εμπειρογνώμονας πλην όμως οι καταστάσεις που ετοίμασε γίνονται δεκτές όσον αφορά τον υπολογισμό του εκάστοτε οφειλόμενου υπολοίπου με τη χρέωση του εκάστοτε εν ισχύι Euribor το οποίο, κατά την άποψη του, αποτελεί το νομίμως χρεωθέν επιτόκιο. Σημειώνεται ότι ο ΜΥ1 κατέθεσε καταστάσεις αναφορικά με τους δύο πρώτους αναφερόμενους λογαριασμούς καθότι είπε πως δεν βρήκε οποιαδήποτε διαφορά στην κατάσταση του τρίτου λογαριασμού. Ο ΜΥ1 δήλωσε πως διετέλεσε στέλεχος τράπεζας, υπηρέτησε από διάφορες βαθμίδες και έγινε και διευθυντής Recoveries. Αυτή η ιδιότητα του από μόνη της δεν τον καθιστά ειδικό ως προς τις συνθήκες σύναψης δανείων και ειδικότερα για καταχρηστικούς όρους στις συμφωνίες. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να λεχθεί ότι ο ΜΥ1 στηρίχθηκε στο ιστορικό της όλης κατάστασης για να πει πως τέτοιου είδους κυμαινόμενα και μεταβαλλόμενα επιτόκια είναι ασαφή και αναφέρθηκε με πλήρη γενικότητα σε αποφάσεις Δικαστηρίων και του Υπουργείου ως προς τον ορθό διαιρέτη των 365 ημερών. Διαφώνησε και με το σταθερό επιτόκιο κατά τον τερματισμό δηλώνοντας παράλληλα ότι δεν είναι ο ειδικός για να αποφασίσει επί τούτου. Ανέφερε ότι η απλή δημοσίευση στον τύπο δεν αποτελεί επαρκή πληροφόρηση, δεν συνεπάγεται τη λήψη γνώσης από τους δανειολήπτες και δεν περιλαμβάνει διαφανή κριτήρια. Τέλος, αναφέρθηκε γενικώς στο ότι δανειολήπτες βάζουν την υπογραφή τους σε έγγραφα χωρίς να γνωρίζουν επακριβώς τους όρους, κατά παράβαση του καθήκοντος πίστης της τράπεζας προς αυτούς, για να καταλήξει ότι στην περίπτωση που ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία και λήφθηκε νομική συμβουλή τότε δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα. Αυτές οι θέσεις του μάρτυρος είναι απλές δικές του τοποθετήσεις οι οποίες εκφράστηκαν με πλήρη γενικότητα χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς να στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία και ειδικά στα υπό κρίση δεδομένα. Αυτή η στάση του μάρτυρος δείχνει μια επιφανειακή και όχι επαγγελματική και εξειδικευμένη έρευνα και τεκμηρίωση των θέσεων του. Επιπρόσθετα, η θέση του για τη χρέωση του Euribor βασίστηκε επίσης στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας ημ. 21.12.07 (μέρος του Τεκμηρίου 27 και Τεκμήριο 45) η οποία, όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, αφορούσε δάνεια σε ΛΚ τα οποία κατά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε να μετατραπούν σε ευρώ. Σε υποβολή πως η Οδηγία δεν ίσχυε για τα επίδικα δάνεια τα οποία δόθηκαν μεταγενέστερα, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε σε μια μεταβατική περίοδο έξι μηνών κατά την οποία όλες οι Τράπεζες έπρεπε να εναρμονιστούν με αυτή, αναγνώρισε πως αυτή αποτελούσε μια Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας την οποία οι τράπεζες επέλεγαν κατά πόσο θα ακολουθήσουν ή όχι και τελικώς δήλωσε αδυναμία να τοποθετηθεί στην υποβολή ότι η Οδηγία δεν αφορούσε τα επίδικα δάνεια. Αυτές οι θέσεις του τείνουν να καταδείξουν ότι ο μάρτυρας βασίστηκε σε ένα στοιχείο για το οποίο δεν ήταν ολοκληρωμένα πληροφορημένος και δεν ήξερε ακριβώς ούτε την ισχύ του αλλά ούτε και το πλαίσιο εφαρμογής του, δίδοντας έτσι την εντύπωση πως η βασική του θέση περί χρέωσης του Euribor ήταν απλά μια εκτίμηση του η οποία δεν στηριζόταν σε ορθό και βάσιμο υπόβαθρο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχεται μόνο ότι οι καταστάσεις τις οποίες ετοίμασε ο ΜΥ1 έγιναν με τον υπολογισμό του τόκου του Euribor. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής των δύο Αγωγών, το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο η Gordian έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων και δικαιούται να προωθεί αυτές. Υπάρχει εν ισχύι δικαστικό διάταγμα με το οποίο επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian και ρητώς περιλαμβάνει τα τρία επίδικα δάνεια με τις εξασφαλίσεις τους, τις υποθήκες. Σύμφωνα με το άρθρο 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15, η μεταφορά των διευκολύνσεων περιλαμβάνει και οποιεσδήποτε εγγυήσεις δόθηκαν γι΄ αυτές και η Gordian έχει πλέον υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των συμφωνιών δανείων και εξασφαλίσεων αυτών, ήτοι εγγυήσεων και υποθηκών. Περαιτέρω, το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15 προβλέπει πως οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία, όπως η παρούσα, εκκρεμούσε κατά τον χρόνο μεταβίβασης συνεχίζεται κανονικά με την αυτόματη αντικατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή των διευκολύνσεων και η εν λόγω αντικατάσταση πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης στο Πρωτοκολλητείο, η οποία τέτοια ειδοποίηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στις δύο Αγωγές με ημ. 20.6.19. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι με βάση δικαστικό διάταγμα και με την συμμόρφωση με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, η Gordian έχει αντικαταστήσει πλήρως την Τράπεζα Κύπρου και στις δύο Αγωγές και αποκτήσει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες δανείων, εγγυήσεων και υποθηκών, και επομένως δύναται να προωθεί τις υπό κρίση Αγωγές. Το γεγονός της μη προώθησης της Αγωγής 5345/11 εναντίον του Εναγομένου 1 στο παρόν στάδιο, ο οποίος δεν είναι πλέον διάδικος στα πλαίσια αυτής, και της επιφύλαξης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας έναντι αυτού δεν δημιουργεί οποιοδήποτε εμπόδιο στην προώθηση της Αγωγής εναντίον του άλλου πρωτοφειλέτη και ή των εγγυητών. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά.
(2011)1(Α) Α.Α.Δ.
- Είναι γεγονός ότι η Ενάγουσα μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1, περιόρισε την απαίτηση της όσον αφορά το ύψος των οφειλόμενων ποσών σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 23, 25 και
- Επίσης ενώ στα παρακλητικά της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με τα δάνεια υπ΄ αρ. .981- 00 και .392-00 ζητείται το ποσό πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο, η απαίτηση περιορίστηκε σε σταθερό επιτόκιο μετά τον τερματισμό. Θεωρώ ότι ο περιορισμός της απαίτησης αναφορικά με το ύψος των ποσών και τον υπολογισμό του τόκου είναι καθόλα επιτρεπτός χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε τροποποίησης εφόσον ακριβώς πρόκειται απλώς για μείωση της απαίτησης. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα δικαιούται να προβάλλει τη μειωμένη απαίτηση της. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου και περιοριζόμενη στους Εναγόμενους 2 και 3 στην Αγωγή 5345/11, προκύπτει σαφώς πως και οι τρεις επίδικες συμφωνίες συνήφθησαν κατόπιν επιθυμίας και αιτημάτων των εκεί πρωτοφειλετών. Οι δύο πρώτες αποσκοπούσαν στην επένδυση με την αγορά ακινήτων και αποκόμιση κέρδους, η μεν πρώτη και για εξόφληση κάποιου υφιστάμενου δανείου η δε τρίτη αφορούσε προσωπικό δάνειο, όπως άλλωστε αναγράφεται στα σχετικά έγγραφα. Και οι τρεις συμφωνίες ήταν αποτέλεσμα συζητήσεων μεταξύ των δύο πλευρών καθώς επίσης και της υποβολής και έγκρισης του αιτήματος από την αρμόδια επιτροπή της Τράπεζας. Ακολούθησε η ετοιμασία των συμφωνιών για τις οποίες οι εκεί πρωτοφειλέτες πληροφορήθηκαν και ενημερώθηκαν πλήρως για τους όρους αυτών και οικειοθελώς προέβησαν στην υπογραφή τους. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι για σκοπούς χορήγησης αυτών των δανείων, η Τράπεζα Κύπρου ακολούθησε την ορθή διαδικασία αναφορικά με την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών, η οποία μεταξύ άλλων αφορούσε τα εισοδήματα της ΜΥ2 και την αξία της καταναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία υπερκάλυπταν το ποσό των δανείων. Λόγω του ότι η αποπληρωμή θα προερχόταν από την πώληση των ακινήτων, η Τράπεζα παραχώρησε μια τριετή περίοδο χάριτος με καταβολή χαμηλότερης δόσης. Τα ποσά και των τριών συμφωνιών παραχωρήθηκαν στους πρωτοφειλέτες. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι ως εξασφάλιση για τα εν λόγω δάνεια υπεγράφησαν προσωπικές εγγυήσεις και παραχωρήθηκαν υποθήκες. Αναφορικά με το δάνειο υπ΄ αρ. .981-00, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η σχετική συμφωνία τροποποιήθηκε κατόπιν αιτήματος των δανειοληπτών, με την ακύρωση της εκχώρησης ασφαλιστηρίων συμβολαίων, προσωπικών εγγυήσεων και κάποιων υποθηκών και με την εγγραφή δεύτερης υποθήκης από την Εναγομένη
- Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα νομιμότητας της συμφωνίας τροποποίησης λόγω της μη κοινοποίησης αυτής στην Εναγομένη 3, από τη στιγμή που η Εναγομένη 3 προχώρησε σε ενέργειες με βάση αυτή τη συμφωνία με την εγγραφή δεύτερων υποθηκών, καταδεικνύοντας έτσι με την στάση της τη γνώση και την αποδοχή της εν λόγω συμφωνίας τροποποίησης. Είναι δε σαφές ότι οι συμφωνίες διέπονται από τους όρους τους οι οποίοι μεταξύ άλλων καθορίζουν τον τρόπο αποπληρωμής, τον τόκο, το δικαίωμα τερματισμού και τον τρόπο κοινοποίησης οποιασδήποτε ειδοποίησης σε αυτούς. Αυτοί οι όροι είναι πανομοιότυποι και στις τρεις συμφωνίες δανείου και περιλαμβάνονται στις συνημμένες στις συμφωνίες σελίδες υπό τον τίτλο «Γενικοί Όροι». Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι πρωτοφειλέτες δεν κατάφεραν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα όσον αφορά τον καθορισμένο στις συμφωνίες χρόνο αποπληρωμής των δόσεων τους, με αποτέλεσμα την υπερημερία και τελικώς παράλειψη αποπληρωμής. Εξ ου και η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές και ακολούθως επιστολές τερματισμού καθώς επίσης και ενημερωτική του τερματισμού της τρίτης προαναφερόμενης συμφωνίας δανείου. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έχει δεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 περί αποστολής των επιστολών στις τότε ορθές δηλωθείσες διευθύνσεις των πρωτοφειλετών και εγγυητών με συνηθισμένο ταχυδρομείο, και οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω στον αποστολέα, τότε η Ενάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως με τον όρο 17 των συμφωνιών (ο οποίος προνοούσε ακριβώς αυτό) και τεκμαίρεται και η παραλαβή αυτών. Σημειώνεται ότι και οι συμφωνίες εγγύησης περιέχουν αντίστοιχο όρο (όρος 10) για την αποστολή ειδοποίησης με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του εγγυητή. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της σύμβασης συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Επιπλέον, στις υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί (
- i)η σύναψη των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, (
- ii)η παράβαση των όρων αυτών και (iii) ο νόμιμος τερματισμός τους, στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδειχθούν για απόδειξη αξίωσης τραπεζικού χρέους, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829. Το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου και παραμένει προς εξέταση το ύψος αυτού. Και οι τρεις επίδικες συμφωνίες δανείου προνοούσαν για χρέωση κυμαινόμενου τόκου προς 7% ετησίως. Στις δύο πρώτες προαναφερόμενες συμφωνίες αναφερόταν ότι το κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας που κατά την υπογραφή τους ήταν 4,5% προσαυξημένο κατά 2,5% και με κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Στην τρίτη συμφωνία αναφερόταν ότι το κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελείται από το εκάστοτε καθοριζόμενο βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά την υπογραφή ανερχόταν στις 4.250% ετησίως με προσαύξηση κατά 3.650% και την ίδια κεφαλαιοποίηση. Προνοούσαν επίσης για συγκεκριμένα ποσά ως έξοδα διευθέτησης και έξοδα ετοιμασίας συμβολαίων. Και οι τρεις συμφωνίες περιλαμβάνουν τον ακόλουθο όρο: «Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστά προμήθειας και/ή Τραπεζικά (ledger) και/ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Είναι κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι η Τράπεζα προέβη σε δημοσιεύσεις αναφορικά με τη μεταβολή του βασικού της επιτοκίου, Τεκμήρια 24 και 27, στις οποίες μάλιστα ανέφερε και τους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονταν υπόψιν ως προς τη μεταβολή και το ύψος αυτού. Κατ΄ αρχάς είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η ίδια η ΜΥ2 δέχθηκε ότι της είχαν επεξηγηθεί οι όροι των συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τον τόκο. Ο δικηγόρος των Εναγομένων παρέπεμψε στην Υπόθεση C125-18, Marc Gomez del Moral Guash v. Bankia SA, ημ. 3.3.20, στην οποία τέθηκε προδικαστικό ερώτημα κατά πόσο ρήτρα σε σύμβαση για κυμαινόμενο επιτόκιο με μονομερές δικαίωμα αλλαγής μέσω δημοσίευσης στον τύπο είναι καταχρηστική και επομένως άκυρη. Το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «43 Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το σύστημα προστασίας που θέτει σε εφαρμογή η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, αδυνατώντας να επηρεάσει το περιεχόμενό τους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, C-484/08, EU:C:2010:309, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 26ης Μαρτίου 2019, Abanca Corporación Bancaria και Bankia, C-70/17 και C-179/17, EU:C:2019:250, σκέψη 49). 44 Λαμβάνοντας υπόψη την ασθενέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζουν το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13, εάν, με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και της διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb, C-92/11, EU:C:2013:180, σκέψεις 42 έως 48, της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 40, και της 26ης Μαρτίου 2019, Abanca Corporación Bancaria και Bankia, C-70/17 και C-179/17, EU:C:2019:250, σκέψη 50). 45 Εντούτοις, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 8 αυτής, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν στη νομοθεσία που μεταφέρει την εν λόγω οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη ότι η «εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα» δεν αφορά τις ρήτρες στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή, υπό τον όρο ότι είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, C-484/08, EU:C:2010:309, σκέψη 32, και της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 41). . 50 Επομένως, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, η απαίτηση διαφάνειας των συμβατικών ρητρών, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13, δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στον κατανοητό χαρακτήρα τους από τυπικής και γραμματικής απόψεως. Δεδομένου ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το επίπεδο πληροφορήσεως, η απαίτηση αυτή περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των συμβατικών ρητρών και, ως εκ τούτου, περί διαφάνειας, την οποία επιβάλλει η ίδια οδηγία, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 71 και 72, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 44). 51 Δεδομένου ότι πρόκειται για ρήτρα προβλέπουσα, στο πλαίσιο συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, αμοιβή για τον δανεισμό αυτόν μέσω τόκων υπολογιζομένων με κυμαινόμενο επιτόκιο, η απαίτηση αυτή πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι επιβάλλει όχι μόνον να είναι η οικεία ρήτρα κατανοητή για τον καταναλωτή από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά και να δύναται ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός, να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου και, συνεπώς, να αξιολογήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας για τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις (πρβλ., κατ' αναλογίαν, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 75, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 51). 52 . Ειδικότερα, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται, κατά την εξέταση του συνόλου των περιστάσεων σχετικά με τη σύναψη της συμβάσεως, να ελέγξει αν στην υπό κρίση υπόθεση ο καταναλωτής πληροφορήθηκε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε, ώστε να μπορεί να υπολογίσει, μεταξύ άλλων, το συνολικό κόστος του δανείου του. Στην εκτίμηση αυτή κρίσιμα είναι, αφενός, το ζήτημα αν οι ρήτρες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό ώστε ο μέσος καταναλωτής, όπως αυτός περιγράφεται στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, να είναι σε θέση να υπολογίσει το κόστος αυτό και, αφετέρου, η έλλειψη αναφοράς, στη σύμβαση πιστώσεως, των πληροφοριών που θεωρούνται ουσιώδεις βάσει της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciu κ.λπ., C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 53 Όσον αφορά ρήτρα όπως η διαλαμβανόμενη στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, η οποία περιέχει αναφορά σε κυμαινόμενο επιτόκιο του οποίου η ακριβής τιμή δεν μπορεί να καθοριστεί σε σύμβαση πιστώσεως για όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως αυτής, διαπιστώνεται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 122 και 123 των προτάσεών του, ότι για την εξέταση αυτή έχει σημασία το γεγονός ότι τα κύρια στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του IRPH των ισπανικών ταμιευτηρίων ήταν ευχερώς προσβάσιμα για όποιον σκόπευε να συνάψει ενυπόθηκο δάνειο, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά περιέχονταν στην εγκύκλιο 8/1990 που δημοσιεύτηκε στην Boletín Oficial del Estado. Συγκεκριμένα, το γεγονός αυτό μπορούσε να παράσχει στον ευλόγως επιμελή και συνετό καταναλωτή τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι ο δείκτης αυτός υπολογιζόταν βάσει του μέσου όρου των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων διάρκειας άνω των τριών ετών για την αγορά κατοικίας, περιλαμβάνοντας, συνακόλουθα, τον μέσο όρο των περιθωρίων και των εξόδων που εφάρμοζαν τα ιδρύματα αυτά, και ότι η επίμαχη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου προέβλεπε στρογγυλοποίηση του εν λόγω δείκτη στο επόμενο τέταρτο εκατοστιαίας μονάδας με επιπλέον προσθήκη περιθωρίου 0,25 %. 54 Κρίσιμο για την εκτίμηση της διαφάνειας της επίμαχης ρήτρας είναι επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που ίσχυε κατά τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως, τα πιστωτικά ιδρύματα όφειλαν να ενημερώνουν τους καταναλωτές για την εξέλιξη του IRPH των ισπανικών ταμιευτηρίων κατά τη διάρκεια των δύο ημερολογιακών ετών που προηγούνταν της συνάψεως των δανειακών συμβάσεων, καθώς και για την τελευταία διαθέσιμη τιμή του. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να παράσχουν στον καταναλωτή αντικειμενική ένδειξη ως προς τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από την εφαρμογή ενός τέτοιου δείκτη και συνιστούν χρήσιμο στοιχείο για τη σύγκριση μεταξύ του υπολογισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου που βασίζεται στον IRPH των ισπανικών ταμιευτηρίων και άλλων μεθόδων υπολογισμού του επιτοκίου. . 56 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, στοιχεία βʹ και γʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 93/13, και ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 5 αυτής, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να τηρείται η απαίτηση διαφάνειας συμβατικής ρήτρας η οποία καθορίζει κυμαινόμενο επιτόκιο στο πλαίσιο συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, η ρήτρα αυτή πρέπει όχι μόνο να είναι κατανοητή από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά και να παρέχει στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός, τη δυνατότητα να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου και, συνακόλουθα, να αξιολογήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας για τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις. Αποτελούν στοιχεία ιδιαιτέρως κρίσιμα για την εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβεί συναφώς το εθνικό δικαστήριο, αφενός, το γεγονός ότι τα κύρια στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού είναι ευχερώς προσβάσιμα για όποιον σκοπεύει να συνάψει ενυπόθηκο δάνειο, μέσω της δημοσιεύσεως του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου, καθώς και, αφετέρου, η παροχή πληροφοριών σχετικά με την παρελθούσα εξέλιξη του δείκτη βάσει του οποίου υπολογίζεται το εν λόγω επιτόκιο.» Σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει πως η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας δεν θεωρείται αυτομάτως και δίχως άλλο καταχρηστική (όπως κατέθεσε ο ΜΥ1) αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αυτή είναι αφενός κατανοητή στον δανειολήπτη και αφετέρου παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν τη μεταβολή και το ύψος του επιτοκίου. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε εύρημα με βάση και την παραδοχή της ίδιας της ΜΥ2 πως οι όροι της συμφωνίας επεξηγήθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του τόκου, χωρίς ποτέ η ίδια να θέσει ζήτημα μη κατανόησης των όρων ή τυχόν αδυναμίας ανάγνωσης και ή αντίληψης των δημοσιεύσεων της Τράπεζας για τη μεταβολή του βασικού της επιτοκίου. Άλλωστε, στις Ανακοινώσεις της η Τράπεζα ανέφερε και αποκάλυπτε τους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου, πλείστοι εκ των οποίων ήταν μάλιστα προσβάσιμοι και διαθέσιμοι σε όποιον επιθυμούσε να τους πληροφορηθεί, όπως π.χ. το Euribor, τα επίσημα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ακόμα οι συνθήκες της οικονομίας τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, πέραν του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε οποιαδήποτε αδυναμία αντίληψης, κατανόησης ή επαρκούς ενημέρωσης αναφορικά με το θέμα του τόκου από πλευράς Εναγομένων, επιπλέον θεωρώ ότι αφενός σε αυτούς είχε επεξηγηθεί ο σχετικός όρος και αφετέρου οι σχετικές δημοσιεύσεις παρείχαν επαρκή πληροφόρηση στον συνετό δανειολήπτη για να αντιληφθεί τις παραμέτρους που οδηγήσαν την Τράπεζα στη μεταβολή του βασικού επιτοκίου από καιρού εις καιρό. Συνεπώς το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο όρος για τη χρέωση του τόκου και για τη μεταβολή αυτού δεν αποτελεί καταχρηστική ρήτρα και ως τέτοια δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η μεταγενέστερη θέσπιση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96, παρ. 2(β) του Παραρτήματος στην οποία αναγνωριζόταν το δικαίωμα τροποποίησης του επιτοκίου σε περίπτωση βάσιμου λόγου και νοουμένου ότι ο καταναλωτής πληροφορούσε τα συμβαλλόμενα μέρη. Τέτοια πρόνοια καταργήθηκε με τον τροποποιητικό του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99, Ν.141(Ι)/14 ο οποίος και καθόρισε το συνολικό επιτόκιο και απαγόρευσε τη μονομερή αύξηση του περιθωρίου. Πέραν του ότι οι υπό κρίση συμφωνίες δεν αποτελούν καταναλωτικές συμβάσεις, θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα. Αντιθέτως επιβεβαιώνουν ότι από τη στιγμή που πριν τον Ν.141(Ι)/14, δεν υπήρχε οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να διέπει το ζήτημα, ίσχυε η βασική αρχή περί σαφήνειας και πληροφόρησης η οποία, όπως επεξηγείται ανωτέρω, ικανοποιείται στην υπό κρίση περίπτωση. Σημειώνεται ακόμα ότι η απαίτηση της Ενάγουσας περιορίστηκε στη μη αξίωση οποιωνδήποτε άλλων εξόδων και χρεώσεων, ούτως ώστε να μην καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους συναφείς όρους στις συμφωνίες δανείων. Παρόλο που στις συμφωνίες προνοείτο χρέωση κυμαινόμενου επιτοκίου και μετά τον τερματισμό, και πάλι η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της σε σταθερό επιτόκιο και επομένως και πάλι δεν τίθεται οποιοδήποτε περαιτέρω ζήτημα προς εξέταση, ειδικότερα εφόσον αυτό είναι προς όφελος του δανειολήπτη. Και στις τρεις συμφωνίες δανείου περιλαμβάνεται όρος πως το εμπορικό έτος αποτελείται από 360 μέρες. Η παραπομπή του δικηγόρου των Εναγομένων σε Ευρωπαϊκές Οδηγίες δεν υποστηρίζει την ακυρότητα αυτού του όρου, από τη στιγμή που αυτές οι Οδηγίες δεν βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι όποιοι ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας αυτού επίσης παραμένουν αστήρικτοι, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προς την επεξήγηση και αποδοχή των όρων των συμφωνιών. Μάλιστα, από τη στιγμή που το ζήτημα ρυθμίστηκε με νομοθεσία και δη τον Ν.93(Ι)/96, η Gordian υπολόγισε το έτος σε 365 μέρες ένα μήνα πριν την καθορισμένη στον Νόμο ημερομηνία. Εδώ σημειώνεται ότι στην υπόθεση Βογαζιανός κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 253, το Εφετείο έκρινε ότι ο όρος για τον υπολογισμό του έτους στις 360 μέρες ήταν άκυρος λόγω του ότι απέληγε στον υπολογισμό του τόκου πέραν του επιτρεπόμενου ορίου βάσει της νομοθεσίας, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο όρος αυτός δεν είναι καταχρηστικός ούτε αντιβαίνει σε οποιαδήποτε νομοθεσία και ότι η Ενάγουσα προέβη σε πλήρη συμμόρφωση με τη μεταγενέστερη νομοθεσία μέχρι και σήμερα. Τέλος, γίνεται δεκτό ότι στις αναδομημένες καταστάσεις γίνεται κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, με ορθό τον τρόπο υπολογισμού αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν τον ορθό και νόμιμο υπολογισμό των οφειλόμενων ποσών. Οι εγγυήσεις έχουν δοθεί για περιορισμένα ποσά και ως εκ τούτου οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι μόνο για τα εν λόγω ποσά, ανεξαρτήτως του ότι η οφειλή ξεπερνά αυτά. Τέλος, αναφορικά με τις υποθήκες οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο αδυνατεί να εκδώσει διατάγματα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τη στιγμή που υπάρχουν συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου σε αυτά και δεν έχουν προστεθεί ως διάδικοι στις Αγωγές. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε τέτοιο κώλυμα όσον αφορά στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πώλησης για τον λόγο της συνιδιοκτησίας των ακινήτων. Και τούτο καθότι το διάταγμα απολήγει στην απλή αλλαγή του ιδιοκτήτη και όχι σε οποιονδήποτε επαναπροσδιορισμό του μεριδίου ιδιοκτησίας του καθενός. Η υπόθεση Γεωργιάδου v. Γεωργιάδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1210, διαχωρίζεται από τα γεγονότα της παρούσας. Εκείνη η υπόθεση αφορούσε παραχώρηση δικαιώματος διαβάσεως σε ακίνητο εξ ου και αποφασίστηκε πως αυτό το ζήτημα δεν θα μπορούσε να αποφασιστεί χωρίς τη συνένωση όλων των συνιδιοκτητών, οι οποίοι ήταν ενδιαφερόμενα μέρη και επιπλέον υπήρχε επιτακτική νομοθετική πρόνοια για τη συνένωση τους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση της και στις δύο Αγωγές εναντίον των Εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου οι Αγωγές 5345/11 και 4897/11 αποσυνενώνονται. Αναφορικά με την Αγωγή 5345/11 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των €2.119.925,30 πλέον τόκο προς 7,75% ετησίως επί ποσού €2.069.529,98 από τις 24.10.19, κεφαλαιοποιούμενου στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με την Εναγομένη 2 για το ποσό των €1.200.000 πλέον τόκο όπως αυτός καταγράφεται στην αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 23, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των €542.403,22 πλέον τόκο προς 7,75% ετησίως επί ποσού €511.936,99 από τις 24.10.19, κεφαλαιοποιούμενου στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με την Εναγομένη 2 για το ποσό των €300.000 πλέον τόκο όπως αυτός καταγράφεται στην αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 25, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 3 για την εκποίηση και πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής . που βρίσκεται στο χωριό . της επαρχίας Λεμεσού, σύμφωνα με την Α υποθήκη Υ..05/08 για το ποσό των €330.000 και τη Β υποθήκη Υ..49/09 για το ποσό των €126.000 και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση και ή έναντι της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε δε πλεόνασμα να δοθεί στην Εναγομένη
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 3 για την εκποίηση και πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής . που βρίσκεται στο χωριό . της επαρχίας Λεμεσού, σύμφωνα με την Α υποθήκη Υ..55/08 για το ποσό των €193.000 και τη Β υποθήκη Υ..50/09 για το ποσό των €100.000 και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση και ή έναντι της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε δε πλεόνασμα να δοθεί στην Εναγομένη
- Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Αναφορικά με την Αγωγή 4897/11 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €20.972,77 πλέον τόκο προς 3,25% ετησίως επί ποσού €20.760,19 από τις 24.10.19, κεφαλαιοποιούμενου στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τον Εναγομένο 1 για το ποσό των €32.805 πλέον τόκο όπως αυτός καταγράφεται στην αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 26, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 3 για την εκποίηση και πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής . που βρίσκεται στο χωριό . της επαρχίας Λεμεσού, σύμφωνα με την Α υποθήκη Υ..05/08 για το ποσό των €330.000 και τη Β υποθήκη Υ..49/09 για το ποσό των €126.000 και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση και ή έναντι της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε δε πλεόνασμα να δοθεί στην Εναγομένη
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 3 για την εκποίηση και πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής . που βρίσκεται στο χωριό . της επαρχίας Λεμεσού, σύμφωνα με την Α υποθήκη Υ..55/08 για το ποσό των €193.000 και τη Β υποθήκη Υ..50/09 για το ποσό των €100.000 και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση και ή έναντι της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε δε πλεόνασμα να δοθεί στην Εναγομένη
- Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Νοείται ότι από τη στιγμή συνένωσης των Αγωγών θα εγκριθεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο