← Κύπρος

Αντωνιάδη ν. Simona Sound & Vision Ltd, Αρ. Αγωγής: 228/20, 26/10/2020

Αντωνιάδη ν. Simona Sound & Vision Ltd, Αρ. Αγωγής: 228/20, 26/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A155 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 228/20 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧΧ Αντωνιάδη, από την Λεμεσό Ενάγοντα και Simona Sound & Vision Ltd Εναγόμενου Ημερομηνία: 26.10.20 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Α. Κυπρίζογλου για κκ Α. Κυπρίζογλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση: κκ. Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε μονομερώς εκ μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή στις 2.6.20 με την οποία ζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ 1-3, 8 και 9, στα άρθρα 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε μονομερώς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και διέταξε την επίδοση της υπό κρίση αίτησης. Η Καθ' ης η αίτηση ενέστη στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος καταχωρώντας προς τούτο Ειδοποίηση Ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧΧΧΧ Παντελίδη, ενός εκ των δύο Διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο Παντελίδης». Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η όλη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Επιχειρηματολογία στην βάση των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, δεν ανέπτυξε ο εν λόγω συνήγορος με την γραπτή του αγόρευση. Υπό το φως τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τα άρθρα αυτά. Όπως, όμως, και να' χει το άρθρο 5 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, ξεκάθαρα δεν έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Το εν λόγω άρθρο δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να απαγορεύσει σε εναγόμενο να απαλλοτριώσει ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομά του, τόση όση είναι επαρκής για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Στην υπό εξέταση περίπτωση ζητείται η απαγόρευση αποξένωσης κινητής περιουσίας και όπως στην παράγραφο Α της υπό κρίση αίτησης υποδεικνύεται «οποιασδήποτε κινητής περιουσίας και εξοπλισμού οποιασδήποτε φύσεως». Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που το προσωρινό διάταγμα δεσμεύει περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Ο εξοπλισμός φαίνεται να είναι το αντικείμενο της αγωγής αφού με την παράγραφο Β του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ο Αιτητής αξιώνει την παράδοσή του στον ίδιο. Οι προϋποθέσεις, όμως, που πρέπει να συντρέχουν για την δέσμευση περιουσίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής είναι αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Σχετική είναι η υπόθεση Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Θεόδωρου Φιλίππου κ.α.

(1999)1 ΑΑΔ 1217. Ακολουθεί ότι ό,τι έχρηζε να εξετασθεί αν ο συνήγορος του Αιτητή επικαλούνταν και το άρθρο 4 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στην αγόρευσή του θα εξετασθεί στα πλαίσια της εξέτασης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, επίκληση του οποίου έγινε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, στην αγόρευση του εν λόγω συνηγόρου. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 1222-1223 της υπόθεσης Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Θεόδωρου Φιλίππου κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1217 που ενδιαφέρει: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, ενδιέτριψε με επιμέλεια στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 γιατί αυτή την διάταξη επικαλούνται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση οι δικηγόροι των διαδίκων και αυτήν ανέπτυξαν κατά τις αγορεύσεις τους. Αναφέρει στην απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο:- "Η αίτηση στην οποία εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 και είναι βασισμένη, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Είναι η μοναδική διάταξη στην οποία έγινε αναφορά από τους συνηγόρους των μερών κατά τις αγορεύσεις.". ..................................... Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το άρθρο 4 του Κεφ. 6 γιατί, όπως το ίδιο αναφέρει δεν ανεπτύχθη ενώπιον του οποιαδήποτε επιχειρηματολογία κατά την ακρόαση της αίτησης από τους δικηγόρους των διαδίκων. Δεν απεφάνθη το Δικαστήριο ότι το διάταγμα αναφέρεται σε ακίνητο που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής. Το Δικαστήριο, φαίνεται από το σκεπτικό της όλης υπόθεσης, ότι έκρινε την αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 για την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, όπως ήταν και το αιτούμενο στην αίτηση. Η, κατ' ισχυρισμό, παράλειψη του Δικαστηρίου να ασχοληθεί με το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6 δεν επηρέασε καθόλου την κρίση του και την τελική κατάληξη του». Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
(2)Οιονδήποτε παρεπίμπτον διάταγμα εκδοθέν σύμφωνα με το εδάφιο
(1)δύναται να εκδοθεί υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο και το Δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει εύλογου αιτίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει οιονδήποτε τέτοιο διάταγμα». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρείς βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην ίδια υπόθεση και αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει μεν σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»), όχι, όμως, σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στα πλαίσια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων είχε μετοχές στην επιχείρηση ραδιοφώνου της Καθ' ης η αίτηση τις οποίες και πώλησε δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Πώλησε, επίσης, και τον εξοπλισμό εκπομπής ραδιοφωνικών σημάτων ο οποίος «. λειτουργούσε προς το σκοπό εκπομπής της ραδιοφωνικής συχνότητας του ραδιοφωνικού οργανισμού παγκύπριας κάλυψης στην οποία εκπέμπει το ραδιόφωνο .» της Καθ' ης η αίτηση. Στην εν λόγω συμφωνία δεν συμπεριλαμβάνονταν η παραχώρηση του κρατικού τεμαχίου γης στο οποίο εδράζεται ο προαναφερόμενος εξοπλισμός και η μονάδα εκπομπής του πιο πάνω ραδιοφωνικού οργανισμού που εδράζεται στην ΧΧΧΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού. Ο Αιτητής προσπάθησε πολλές φορές από τις 18.1.19 και μετέπειτα να επικοινωνήσει με τους νόμιμους εκπροσώπους της Καθ' ης η αίτηση στην Κύπρο και να τους διαμηνύσει ότι θα πρέπει να εγκαταστήσουν αλλού τον ραδιοφωνικό εξοπλισμό της Καθ' ης η αίτηση ώστε να μπορέσει ο ίδιος να εγκαταστήσει τον δικό του εξοπλισμό για να εκπέμπει ο νέος δικός του ραδιοφωνικός ραδιοσταθμός. Η προσπάθειά του αυτή ουδέποτε καρποφόρησε. Για τον λόγο αυτό στις αρχές του 2020 προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Μετά την καταχώρηση της αγωγής και τέσσερεις μέρες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ο Αιτητής μετά από μετάβαση του στον χώρο που είναι εγκατεστημένος ο εν λόγω εξοπλισμός διαπίστωσε ότι εκπρόσωποι της Καθ' ης η αίτηση χωρίς την προηγούμενη του εξουσιοδότηση και γνώση επενέβησαν παράνομα στο εν λόγω τεμάχιο γης προκειμένου να προβούν σε ενέργειες που σχετίζονται με την «αποδόμηση» και τροποποίηση του εξοπλισμού της μονάδας. Ο Αιτητής με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει δύο τελικά διατάγματα καθώς και «Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις». Συγκεκριμένα αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως η Καθ' ης η αίτηση παρεμποδίζεται να χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό και/ή τα μηχανήματα και/ή την κεραία εκπομπής και/ή αναμετάδοσης σήματος που εδράζονται στην ΧΧΧΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού στο τεμάχιο γης που καλύπτεται από την συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 18.1.19 η οποία συνάφθηκε μεταξύ του Αιτητή και της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών. Αξιώνει, επίσης, διάταγμα με το οποίο η Καθ' ης η αίτηση να διατάσσεται να παραδώσει στον ίδιο όλο τον εξοπλισμό και/ή τα μηχανήματα και/ή την κεραία εκπομπής και/ή αναμετάδοσης σήματος που εδράζονται στο ίδιο τεμάχιο στην ίδια περιοχή. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή όπως αυτοί εκτίθενται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν παρέχουν έρεισμα για τα πιο πάνω διατάγματα. Ο Αιτητής σε κανένα σημείο της ένορκής του δήλωσης δεν υποστηρίζει ότι ο εξοπλισμός ή τα μηχανήματα ή η κεραία εκπομπής ή αναμετάδοσης σήματος που εδράζονται στο προαναφερόμενο τεμάχιο γης που βρίσκεται στην ΧΧΧΧΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού αποτελούν ιδιοκτησία του. Τουναντίον, αναφέρει ότι πούλησε τον «εξοπλισμό εκπομπής ραδιοφωνικών σημάτων ο οποίος λειτουργούσε προς το σκοπό εκπομπής της ραδιοφωνικής συχνότητας του ραδιοφωνικού οργανισμού παγκύπριας κάλυψης στην οποία εκπέμπει το ραδιόφωνο» της Καθ' ης η αίτηση. Αποκαλεί, επίσης, τον εν λόγω ραδιοφωνικό εξοπλισμό ραδιοφωνικό εξοπλισμό της Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω διερωτάται κανείς από πού αντλεί το δικαίωμα να αξιώνει όπως η Καθ' ης η αίτηση παρεμποδίζεται να χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό ή τα μηχανήματα στα οποία κάνει αναφορά στις αιτούμενες με το γενικά οπισθογραφημένο του κλητήριο θεραπείες. Διερωτάται, επίσης, κανείς από πού αντλεί το δικαίωμα να αξιώνει όπως η Καθ' ης η αίτηση παραδώσει σε αυτόν τον εν λόγω εξοπλισμό και μηχανήματα. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι ο μισθωτής της γης στην οποία εδράζεται ο εξοπλισμός. Αυτό, όμως, δεν του δίδει οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα στον προειρημένο εξοπλισμό και μηχανήματα τα οποία ως ο ίδιος ισχυρίζεται και ως ανωτέρω αναφέρθηκε πούλησε. Επίσης στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν συγκεκριμενοποιεί από πού πηγάζει το δικαίωμα του για αποζημιώσεις τις οποίες αξιώνει με το γενικά οπισθογραφημένο του κλητήριο ένταλμα ώστε να γίνεται αντιληπτό ποια είναι η βάση της αγωγής του. Επίσης, ούτε καν υποστηρίζει ότι έχει υποστεί ή ότι θα υποστεί ζημία στο μέλλον και από τι. Τέλος, ούτε και στο κλητήριό του συγκεκριμενοποιεί πού εδράζει το δικαίωμά του για αποζημιώσεις. Το μόνο που αξιώνει είναι ως ανωτέρω αναφέρθηκε «Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις». Ποια είναι, όμως, η βάση της αγωγής επί της οποίας εδράζει το δικαίωμα για αποζημιώσεις δεν αναφέρει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει τόσο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσο και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 3, 4 και 5, επομένως, ευσταθούν. Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τους ενάγοντες να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ τους. Στην δεύτερη περίπτωση συγκαταλέγει ο Αιτητής την προϋπόθεση αυτή αφού στην παράγραφο 8 της ένορκής του δήλωσης διατυπώνει την θέση ότι: «. μετά από σχετική έρευνα, εξήγαγα το συμπέρασμα πως η εν λόγω εταιρεία δεν είναι σε θέση ή και αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία να με αποζημιώσει οικονομικά σε περίπτωση που πετύχει η παρούσα αγωγή την οποία έχω καταχωρήσει σε βάρος της Εναγομένης». Και στην παράγραφο 9 την θέση ότι: «Στη βάση των πιο πάνω, ευσεβάστως εισηγούμαι πως, έχω καλή βάση αγωγής, δικαιούμαι εις θεραπεία και θα είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατον να αποζημιωθώ σε περίπτωση που πετύχει η παρούσα αγωγή». Στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED ν. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ "ΛΕΩΝΙΚ" ΛΙΜΙΤΕΔ
(2001)1 ΑΑΔ 785 οι ενάγοντες/εφεσείοντες με αίτησή τους η οποία βασιζόταν στα άρθρα 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, ζήτησαν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, απαγορευτικού της αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακινήτου που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα των εναγόμενων/εφεσίβλητων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κρίνοντας ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, ήτοι η δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο με την αιτιολογία ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να αποξενώσουν ή να επιβαρύνουν το ακίνητο. Κατ' έφεση αποφασίσθηκε ότι δεν ήταν αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση, που ενδεχομένως θα εκδοθεί, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Το Εφετείο επικρότησε, όμως, το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί διασύνδεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Επί τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέσθηκε και Νομολογία, όπως την Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782 και Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54. Παρεμπιπτόντως για να διαταχθεί προσωρινό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαφανεί στο Δικαστήριο ότι µε την πώληση ή την µεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εµποδισθεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από την σελίδα 789 της απόφασης του Εφετείου στην πιο πάνω υπόθεση: «Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.». Και αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 789-790: «Ακούσαμε τις δυο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος".». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η οικονομική αδυναμία εναγόμενου να ικανοποιήσει την δικαστική απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Είναι, επομένως, σημαντικό να αποφασισθεί αν ο Αιτητής κατέδειξε οικονομική αδυναμία της Καθ' ης η αίτηση. Σημειώνεται ότι θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι αυτή είναι οικονομικά φερέγγυα και ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει αδυναμία από μέρους της να ανταποκριθεί σε απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Σχετικοί είναι οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 6, 11, 13, 14, 16, 17 και
  2. Ο Αιτητής αρκέστηκε σε γενικόλογους ισχυρισμούς αναφορικά με την έρευνα που ως ισχυρίζεται διεξήγαγε. Παρέλειψε δε να εξηγήσει σε τι συνίστατο η έρευνα και πώς κατέληξε στο επίμαχό του συμπέρασμα. Το οποίο ως εκ τούτου και δη στην απουσία απτών στοιχείων το Δικαστήριο αδυνατεί να αξιολογήσει. Υπό το φως των πιο πάνω οι ισχυρισμοί του ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι σε θέση να τον αποζημιώσει οικονομικά σε περίπτωση που πετύχει η παρούσα αγωγή ή ότι αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία προς τούτο και, κατ' επέκταση, η καταληκτική του θέση ότι θα είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να αποζημιωθεί σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή κρίνονται εντελώς ανίσχυροι. Υπό το φως των πιο πάνω καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτούς. Από την άλλη ο Θεοφανίδης διαλαλεί με θετικότητα την οικονομική ευρωστία της Καθ' ης η αίτηση. Στην παράγραφο 3(ζ) της ένορκής του δήλωσης υποστηρίζει ότι ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Αιτητή είναι ανυπόστατος και τον απορρίπτει. Βεβαιώνει ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία αξιόπιστη και οικονομικά φερέγγυα και δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα. Ασκεί δραστηριότητες στον τομέα του ραδιοφώνου και εργοδοτεί υπαλληλικό προσωπικό. Ο ραδιοφωνικός της σταθμός εκπέμπει καθημερινώς σε όλες τις ελεύθερες πόλεις της Κύπρου. Για σκοπούς δε ενίσχυσης, σύμφωνα με τον ίδιο, των ισχυρισμών του αναφορικά με την φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση επισυνάπτει και τα Τεκμήρια 2-
  3. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 6, 11, 13, 14, 15, 16, 17 και 21, επομένως, ευσταθούν. Μοιραία η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σημειώνεται, επίσης, ότι στην βάση όλων όσων λέχθηκαν πιο πάνω ακολουθεί ότι ευσταθούν, επίσης, οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 2, 7, 8, 12, 19,
  4. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης εταιρείας/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Interim Order Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.