N & M MEDIAMORFOSIS LIMITED ν. AH PHARMACCINO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 534/18, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 534/18 Μεταξύ: N & M MEDIAMORFOSIS LIMITED Ενάγουσας και AH PHARMACCINO LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία: 30.10.20 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία/Αιτήτρια: κα Α. Χαραλάμπους για κκ Χρίστης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση: κ. Ν. Καλλής -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 4.12.19 η Ενάγουσα εταιρεία/Αιτήτρια εξαιτείται εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας/Καθ' ης η αίτηση συνοπτική απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.18, θθ.1(α), (β), 2, 4 και 9(α), Δ.48, θθ.1-4, Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδου, υπεύθυνης του Τμήματος Χρεωστών στο Τμήμα Λογιστηρίου του Δημοσιογραφικού Οργανισμού «Ο Φ...... Λτδ» στον οποίο εμπίπτει και η Αιτήτρια, από τώρα και στο εξής «η Μιχαηλίδου». Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 17 λόγοι ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧΧΧΧ Ηροδότου, Διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο Ηροδότου». Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Με την ένορκό της δήλωση η Αιτήτρια υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι εργασίες της Αιτήτριας αφορούν, μεταξύ άλλων, στην έκδοση περιοδικών, την δημοσίευση διαφημίσεων και άλλες συναφείς εργασίες. Από την άλλη, η Καθ' ης η αίτηση ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή και πώληση προϊόντων υγείας και ομορφιάς. Άρχισε να συνεργάζεται με την Αιτήτρια από το έτος
- Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα ζητούσε από την Αιτήτρια να προβαίνει σε διαφημίσεις σε περιοδικά που εξέδιδε η Αιτήτρια έναντι συμφωνημένης τιμής. Για κάθε διαφήμιση στην οποία προέβαινε η Αιτήτρια κατόπιν οδηγιών της Καθ' ης η αίτηση η Αιτήτρια εξέδιδε τιμολόγιο επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση και καταχωρείτο αυτόματα χρέωση στην κατάσταση λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση η οποία διατηρείτο στο ηλεκτρονικό αρχείο της Αιτήτριας. Για κάθε πληρωμή που έκανε η Καθ' ης η αίτηση καταχωρείτο πίστωση στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού. Όταν καταχωρείται μια πίστωση ή χρέωση το υπόλοιπο αναπροσαρμόζεται αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα της Αιτήτριας. Η συνεργασία μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση διήρκησε από τις 30.3.12 μέχρι τις 31.7.
- Η Μιχαηλίδου επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση αντίγραφα 14 τιμολογίων που η Αιτήτρια εξέδωσε επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση - Τεκμήρια 3-16 - για το συνολικό ποσό των Ευρώ 15.736,50 σεντ. Έναντι των εν λόγω τιμολογίων η Καθ' ης η αίτηση προέβη σε διάφορες πληρωμές. Τα ποσά των πληρωμών πιστώνονταν έναντι του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου. Οι πληρωμές φαίνονται σε κατάσταση λογαριασμού την οποία η Μιχαηλίδου επισυνάπτει και σημειώνει ως Τεκμήριο
- Η Αιτήτρια παρέδιδε επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού στην Καθ' ης η αίτηση. Βάση των πληρωμών η Καθ' ης η αίτηση εξέδωσε επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση 23 αποδείξεις πληρωμής για το συνολικό ποσό των Ευρώ 14.364,00 σεντ. Το Τεκμήριο 17 περιέχει αναλυτικά τις χρεώσεις, πιστώσεις και το εκάστοτε υπόλοιπο της Καθ' ης η αίτηση. Η Μιχαηλίδου έλεγξε προσωπικά το Τεκμήριο 17 και είναι σε θέση να βεβαιώσει ότι αυτό είναι ορθό, ήτοι ανταποκρίνεται στις διάφορες χρεώσεις και πληρωμές. Η Αιτήτρια όχλησε συστηματικά την Καθ' ης η αίτηση για την εξόφληση του υπολοίπου και η Καθ' ης η αίτηση ανταποκρινόταν πάντοτε θετικά, ήτοι διαβεβαίωνε ότι θα προχωρούσε σε πληρωμές που θα ξοφλούσαν το υπόλοιπο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ουδέποτε αρνήθηκε ότι οφείλει το υπόλοιπο του λογαριασμού της. Πάντα, όμως, προσπαθούσε να εξασφαλίζει πίστωση χρόνου ισχυριζόμενη ότι παρουσίαζε προβλήματα ρευστότητας (cash flow). Πέραν των προσωπικών οχλήσεων της Αιτήτριας προς την Καθ' ης η αίτηση η τελευταία οχλήθηκε και από τον δικηγόρο της Αιτήτριας ο οποίος την κάλεσε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό με επιστολή ημερομηνίας 2.5.17 η οποία στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η Καθ' ης η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω επιστολή. Το υπόλοιπο των Ευρώ 1.372,50 σεντ εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Η αξίωση της Αιτήτριας είναι για εκκαθαρισμένη οφειλή. Η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αξίωση της Αιτήτριας. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση δεν αποτελούν επαρκή υπεράσπιση. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε Υπεράσπιση μόνο και μόνο για να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης εναντίον της. Η Μιχαηλίδου εξαιτείται την έκδοση απόφασης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση ως οι παράγραφοι Α-Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Στην δική του ένορκο δήλωση ο Ηροδότου δηλώνει ότι απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Μιχαηλίδου και προβάλλει, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς και θέσεις: δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης η αξίωση της Αιτήτριας δεν είναι «καθαρή και/ή αδιαμφισβήτητη» η Μιχαηλίδου δεν παραθέτει με την ένορκό της δήλωση μαρτυρία και/ή γεγονότα που να αποδεικνύουν και/ή να πείθουν ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει καλή και/ή την οποιαδήποτε και/ή καλόπιστη υπεράσπιση. Δεν είναι αδιαμφισβήτητο από τα στοιχεία που παρουσίασε η Μιχαηλίδου ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση δύναται να εκδοθεί μόνο σε «καθαρές και ξεκαθαρισμένες περιπτώσεις» όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει ίχνος υπεράσπισης το αξιώμενο ποσό δεν επιβεβαιώνεται από την Μιχαηλίδου και/ή είναι υπερβολικό και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ο Ηροδότου αμφισβητεί το αξιώμενο ποσό και η θέση του είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση ουδέν ποσό οφείλει στην Αιτήτρια ο Ηροδότου αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Μιχαηλίδου περί οφειλών του προς την Αιτήτρια και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος προσωπικά δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε αυτήν. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Αιτήτρια δεν είναι αυτό που η Αιτήτρια αξιώνει με την αγωγή της το επηρεαζόμενο μέρος, ήτοι ο Ηρόδοτου, Διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση, έχει καλόπιστη και/ή καλή και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Περαιτέρω έχει καλόπιστη και βάσιμη «με βάση τα γεγονότα» υπεράσπιση την οποία δικαιούται να προβάλει κατά την ακρόαση της αγωγής. Συντρέχουν, επομένως, οι προϋποθέσεις για παραχώρηση άδειας για υπεράσπιση χωρίς όρους. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν έχουν τεθεί όλα τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και/ή το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι πλήρες. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι ελαττωματική και/ή δεν είναι πλήρης η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι ελαττωματική. Τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά δεν στηρίζουν την πηγή των αξιώσεων της Αιτήτριας και/ή δεν τεκμηριώνουν τις αξιώσεις της. Οι αναφορές είναι γενικές και αόριστες, ήτοι προς την κατεύθυνση ότι η Αιτήτρια έχει αξιώσεις, και δεν τεκμηριώνουν τις αξιώσεις αυτές η υπό κρίση αίτηση και η αγωγή καταχωρήθηκαν κακόπιστα με μοναδικό σκοπό το προσωπικό όφελος της Αιτήτριας η Αιτήτρια καταχώρησε την αγωγή και την υπό κρίση αίτηση για να βλάψει το όνομα του Ηροδότου και/ή την φήμη του και/ή το όνομα και/ή την φήμη της Καθ' ης η αίτηση και να επωφεληθεί με χρήματα τα οποία δεν δικαιούται σε περίπτωση έκδοσης συνοπτικής απόφασης θα παραβιασθούν «τα Συνταγματικά και Ατομικά Ανθρώπινα Δικαιώματα μου», ήτοι του Ηροδότου η Αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν έχει προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων της υπόθεσης η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις που είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύει το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Αν και με την ένσταση δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα το ζήτημα τούτο θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο εν' όψει της σημασίας του ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας σύμφωνα με τον σχετικό θεσμό και την Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. . . . . . . . . . .................. . . . An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και ποτέ δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. . .................... . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ. 1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1113 το Εφετείο συμφώνησε με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Στην απόφαση του Εφετείου προσμέτρησαν ότι ο ενόρκως δηλών (α) ήταν γνώστης της επίδικης συμφωνίας αφού ήταν παρών κατά την υπογραφή της, (β) είχε επισυνάψει την πιο πάνω συμφωνία στην ένορκό του δήλωση, (γ) γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης/ ενάγουσας τις κινήσεις του λογαριασμού και (δ) είχε τερματίσει ο ίδιος την επίδικη συμφωνία. Κρίθηκε ότι όλα τα πιο πάνω τον καθιστούσαν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης. Στην υπόθεση Ευάγγελος Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 το πρόσωπο που υπέγραψε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν υπάλληλος των εναγόντων / αιτητών, είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούσαν στην αγωγή και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση. Κατείχε, επίσης και φύλαττε όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθούσε την κίνηση του λογαριασμού και είχε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης του λογαριασμού την οποία και είχε προσυπογράψει. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στην σελίδα 1055: «Ο ομνύοντας διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων διά της παρακολουθήσεως της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του εις την ετοιμασία σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει από τα λεχθέντα του, που κατ' αντιπαράθεση με τα γεγονότα στην Δημητρίου (πιο πάνω) δεν αμφισβητήθησαν, πως ήταν πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής όπως και έπραξε παραθέτοντας, εκ του περισσού ίσως, και τα σχετικά έγγραφα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, που μνημονεύεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική». Τέλος, στην υπόθεση Γεώργιος Αγαθαγγέλου Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 274 το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 279-280: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εμπεριστατωμένη απόφαση του αναφέρει τα εξής:- "Από νωρίς η νομολογία του Κυπριακού Εφετείου, εφαρμόζοντας αντίστοιχη αγγλική νομολογία, αναγνώρισε και προσδιόρισε την παράμετρο επάρκειας της ένορκης δήλωσης, με σαφή παροχή δυνατότητας προσφοράς ένορκης δήλωσης και από άλλο πρόσωπο παρά τον ίδιο τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Stavrinides v. Cheskoslovenska
(1972)1 C.L.R. 130 στη σελίδα 136-137 αναφέρεται:- "There is no doubt that, as our relevant rule stands, an affidavit may be made by another person, apart from the plaintiff, but the rule does not stop there; it must be a person that 'can swear positively to the facts, verifying the cause of action and the amount claimed'. The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief." H σημερινή πολυπλοκότητα των συναλλαγών σε συνδυασμό με την πολυάριθμη εκπροσώπιση εμπορικών οργανισμών, όπως τραπεζών, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη προσδιορισμού της έκτασης γνώσης και του πεδίου εκδήλωσης των αναγκαίων γεγονότων που στοιχειοθετούν τη βάση έγερσης του αγωγίμου δικαιώματος των εναγόντων, όπως και του εκάστοτε πλαισίου απαίτησης. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 την οποία επικαλέστηκαν αμφότεροι οι συνήγοροι, ο καθένας δίδοντας τη δική του ερμηνεία. .......................................................................................................................... Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο ικανό εντός της εννοίας της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Προσθέτουμε ακόμα ότι δεν έχει αντεξετασθεί ο ομνύων από τον δικηγόρο του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051)». Από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση εστιάζω στα ακόλουθα σημεία: η Μιχαηλίδου δεν εργάζεται στην Αιτήτρια, αλλά στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό «Ο Φ.......... Λτδ» τα τιμολόγια για τα οποία η Μιχαηλίδου κάνει αναφορά στην παράγραφο 6 της ένορκής της δήλωσης δεν εκδίδονταν από τον προαναφερόμενο οργανισμό, αλλά από την Αιτήτρια, όπως η ίδια ρητά αναφέρει. Σύμφωνα με την Μιχαηλίδου για κάθε διαφήμιση στην οποία προέβαινε η Αιτήτρια κατόπιν οδηγιών της Καθ' ης η αίτηση η Αιτήτρια εξέδιδε τιμολόγιο επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση. Ο ισχυρισμός της Μιχαηλίδου ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν από την Αιτήτρια επιβεβαιώνεται και από τα ίδια τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3-16 στην ίδια παράγραφο η Μιχαηλίδου αναφέρει, επίσης, ρητά ότι η Αιτήτρια διατηρεί κατάσταση λογαριασμού και ότι στην εν λόγω κατάσταση καταχωρείτο ηλεκτρονικά η κάθε χρέωση αυτόματα με την έκδοση κάθε τιμολογίου. Στην κατάσταση λογαριασμού φαίνονται αναλυτικά οι χρεώσεις, πιστώσεις και το εκάστοτε υπόλοιπο το οφειλόμενο από την Καθ' ης η αίτηση. Ο ισχυρισμός της Μιχαηλίδου ότι η Αιτήτρια τηρεί κατάσταση λογαριασμού επιβεβαιώνεται και από την ίδια την κατάσταση η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 17. Επίσης στο εν λόγω τεκμήριο πράγματι φαίνονται αναλυτικά οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο κάθε μήνα η Αιτήτρια παρέδιδε επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού στην Καθ' ης η αίτηση για τις πληρωμές που πραγματοποιούσε η Καθ' ης η αίτηση η Αιτήτρια εξέδιδε αποδείξεις επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση η Αιτήτρια εξέδωσε 23 συνολικά αποδείξεις πληρωμής για τις οποίες η Μιχαηλίδου δίνει λεπτομέρειες στην ένορκό της δήλωση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η Μιχαηλίδου δεν ενεπλάκη στα γεγονότα της υπόθεσης οπότε και δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά γι' αυτά. Η Μιχαηλίδου εργάζεται σε ένα οργανισμό άλλο από την Αιτήτρια και ως εκ τούτου δεν είχε την παραμικρή, όπως φαίνεται από την ένορκό της δήλωση, εμπλοκή ή ανάμειξη στα γεγονότα της υπόθεσης. Στερείται θετικής γνώσης αναφορικά με τις παραγγελίες, τις χρεώσεις που κάθε φορά γίνονταν από την Αιτήτρια και τις πληρωμές που κάθε φορά παραλαμβάνονταν, επίσης, από την Αιτήτρια, ως από την ένορκό της δήλωση με ενάργεια συνάγεται. Δεν είχε εμπλοκή ή ανάμειξη στην τήρηση της κατάστασης λογαριασμού, την παρακολούθησή της, και την ενημέρωση της με την καταχώρηση κάθε φορά των χρεώσεων και των πιστώσεων, την έκδοση των τιμολογίων, την παράδοση επικαιροποιημένων καταστάσεων λογαριασμών στην Καθ' ης η αίτηση και την έκδοση των αποδείξεων πληρωμής. Όλα τα πιο πάνω γίνονταν σύμφωνα με την ίδια από την Αιτήτρια και κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται από αυτήν προς την κατεύθυνση ότι στα πιο πάνω είχε συμμετοχή και η ίδια. Το γεγονός και μόνο ότι έχει στην κατοχή της τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση δεν σημαίνει ότι έχει και προσωπική γνώση για ό,τι σε αυτά αναφέρεται. Χώρια που δεν αναφέρει πότε απέκτησε κατοχή των εν λόγω εγγράφων ή πώς τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της. Ούτε καν υποστηρίζει ότι τα έχει υπό την φύλαξή της. Ο ισχυρισμός της δε που προβάλλεται στην παράγραφο 10 της ένορκής της δήλωσης ότι αντιπαρέβαλε την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 17 - από την μια, με τα εκδοθέντα τιμολόγια και τις γενόμενες πληρωμές, από την άλλη, και ότι από τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι το Τεκμήριο 17 παρουσιάζει την ορθή εικόνα της κίνησης του λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση δεν προσθέτει οτιδήποτε. Αυτό θα μπορούσε να το διαπιστώσει και ο οποιοσδήποτε διενεργούσε τον ίδιο έλεγχο. Υπό το φως των πιο πάνω ο ισχυρισμός της Μιχαηλίδου ότι έχει «προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης» είναι δίχως αντίκρισμα. Ακολουθεί ότι η Μιχαηλίδου δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό. Τούτου δοθέντος το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Είναι δε υποχρεωμένο να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης εταιρείας/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας εταιρείας/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο