← Κύπρος

Πολυκάρπου κ.α. ν. Coral Energy Products Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2872/19, 13/10/2020

Πολυκάρπου κ.α. ν. Coral Energy Products Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2872/19, 13/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2872/19 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧ Πολυκάρπου
  2. ΧΧΧ Μιλτιάδους Εναγόντων - Αιτητών και
  3. Coral Energy Products Cyprus Ltd
  4. ΧΧΧ Κόμπου
  5. Κυριάκος Κόμπος & Υιοί Λτδ Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 12.3.2020 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου, 2020 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Δ. Αραούζος Για τους Εναγόμενους αρ. 1 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Λ. Κούσιος Για τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Σ. Ιγνατίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν τα πιο κάτω:
  6. «Συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 ως τα αιτητικά Α - Στ του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή A. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 11/12/2002 μεταξύ των μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 τερματίστηκε την 30/9/2018 χωρίς οι Εναγόμενοι 1 να διατηρούν έκτοτε οποιοδήποτε δικαίωμα χρήσης, κάρπωσης ή άλλως πως εκμετάλλευσης των Ακινήτων με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην οδό ΧΧΧ στη Λεμεσό, στη λεωφόρο ΧΧΧ, φύλλο/ Σχέδιο ΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧ, Τεμάχια ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ αντίστοιχα. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 25/4/2019 μεταξύ των Εναγομένων 1 και 3 είναι ανίσχυρη έναντι των Εναγόντων και δεν δημιουργεί προς όφελος των Εναγομένων 3 οποιαδήποτε δικαιώματα έναντι των Εναγόντων. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι κανείς από τους Εναγόμενους 1 -3 νομιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο στη χρήση, κάρπωση και εκμετάλλευση των Ακινήτων με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην οδό ΧΧΧ στη Λεμεσό, στη λεωφόρο ΧΧΧ, φύλλο/ Σχέδιο ΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧ, Τεμάχια ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ αντίστοιχα και του Πρατηρίου που βρίσκεται σ' αυτά. Δ. Διάταγμα ανάκτησης κατοχής των Ακινήτων με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην οδό ΧΧΧ στη Λεμεσό, στη λεωφόρο ΧΧΧ, φύλλο/ Σχέδιο ΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧ, Τεμάχια ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ αντίστοιχα. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 -3 και/ή οι υπηρέτες και/ή οι αντιπρόσωποί της να εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των Ακινήτων με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην οδό ΧΧΧ στη Λεμεσό, στη λεωφόρο ΧΧΧ, φύλλο/ Σχέδιο ΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧ, Τεμάχια ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ αντίστοιχα και του Πρατηρίου που βρίσκεται σ' αυτά. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1-3 και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους από του να επεμβαίνουν και/ή να εισέρχονται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο κατέχουν τα Ακίνητα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην οδό ΧΧΧ στη Λεμεσό, στη λεωφόρο ΧΧΧ, φύλλο/ Σχέδιο ΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧ, Τεμάχια ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ αντίστοιχα και το Πρατήριο που βρίσκεται σ' αυτά. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ.1 - 9 και Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. ΧΧΧ Μιλτιάδους πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Ενάγουσας αρ. 1 και πατέρα του Ενάγοντα αρ.
  7. Όπως αναφέρει ο κ. Μιλτιάδους οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 είναι εξ αδιαιρέτου εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ακινήτων με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην ενορία ΧΧΧ στην Λεμεσό (πιο κάτω αναφερόμενων ως «τα Ακίνητα»). Εντός των Ακινήτων υπάρχει πρατήριο πετρελαιοειδών. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Την 26.10.1993 είχε υπογραφτεί γραπτή συμφωνία μεταξύ της εταιρείας Mobil Oil Cyprus Limited και του Εναγομένου αρ. 2 με βάση την οποία η εν λόγω εταιρεία παραχώρησε στον Εναγόμενο αρ. 2 άδεια χρήσης λειτουργίας και εκμετάλλευσης του Πρατηρίου. Η Mobil στη συνέχεια υποκαταστάθηκε από την εταιρεία BP Cyprus Ltd και ακολούθως την 27.6.2002 από τους Εναγόμενους αρ. 1 (οι οποίοι τότε έφεραν την ονομασία «Lukoil Cyprus Ltd»). Με επιστολές που επισυνάπτονται ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε ενημερωθεί για τις αναλήψεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Άδειας Χρήσης που αναφέρονται πιο πάνω. Οι μετοχές στην Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία αγοράστηκαν από Ελληνική εταιρεία η οποία και προέβη στην μετονομασία της εταιρείας. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 11.12.2002 οι Ενάγοντες ενοικίασαν στους Εναγόμενους αρ. 1 τα Ακίνητα για περίοδο 16 ετών μέχρι την 30.9.
  8. Η ενοικίαση έληξε την προαναφερόμενη ημερομηνία και έκτοτε δεν ανανεώθηκε. Δυνάμει της Συμφωνίας Ενοικίασης το δικαίωμα κατοχής του Πρατηρίου θα τερματιζόταν την 30.9.2018, ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 1 όφειλαν να παραδώσουν τα Ακίνητα στους Ενάγοντες πράγμα για το οποίο οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ενημέρωσαν τους Εναγομένους αρ.
  9. Την 19.4.2018 έγινε συνάντηση μεταξύ του Ομνύοντα και του Ενάγοντα αρ. 2 με τους Διευθυντές των Εναγομένων αρ. 1 όπου επεξηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν επιθυμούσαν την ανανέωση της Συμφωνίας Ενοικίασης, έγινε όμως πρόταση για συνεργασία με τους Ενάγοντες να αναλαμβάνουν την διαχείριση του Πρατηρίου. Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις αλλά τα μέρη δεν κατέληξαν με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 17.7.2018 να ενημερώσουν τους Εναγόμενους αρ. 1 ότι η Συμφωνία Ενοικίασης θα τερματιζόταν κατά την 30.9.2018 και ότι κατά την ημερομηνία αυτή θα έπρεπε να απομακρύνουν τον Εναγόμενο αρ. 2 από τα Ακίνητα, να μετακινήσουν τις εγκαταστάσεις πρατηρίου και να μεταβιβάσουν όλες τις ενεργείς άδειες του Πρατηρίου στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 21.9.2018 ότι θα προέβαιναν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους περιλαμβανομένης και της κατεδάφισης του Πρατηρίου και επαναφοράς των Ακινήτων στην προγενέστερη τους κατάσταση εφόσον θα λάμβαναν κατοχή από τον Εναγόμενο αρ.
  10. Αφού παρήλθε η 30.9.2018 και δεν παραδόθηκε ελεύθερη κατοχή των Ακινήτων οι Ενάγοντες απέστειλαν στους Εναγόμενους αρ. 1 επιστολή στην οποία αυτοί απάντησαν ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 αρνείτο να παραδώσει ελεύθερη κατοχή των Ακινήτων επικαλούμενος την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή. Οι Ενάγοντες υπέγραψαν την 21.12.2018 Συμφωνία Δικαιώματος Προμήθειας Πετρελαιοειδών με την εταιρεία Exxon Mobil Cyprus Ltd η οποία και θα τους απέφερε σημαντικά κέρδη και οφέλη, πράγμα για το οποίο ενημέρωσαν τους Εναγόμενους αρ. 1 προειδοποιώντας τους ότι σε περίπτωση που η Exxon Mobil υπαναχωρήσει λόγω της μη παράδοσης ελεύθερης κατοχής των Ακινήτων θα ήταν υπόχρεοι να καταβάλουν αποζημιώσεις. Με την ίδια επιστολή οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγόμενους αρ.1 να παραδώσουν τα Ακίνητα κατά την 30.5.
  11. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 με επιστολή τους ημερ. 29.5.2019 απάντησαν και πάλι ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 επικαλείτο την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή. Πουθενά στην προαναφερόμενη επιστολή, ισχυρίζεται ο κ. Μιλτιάδους, οι Εναγόμενοι αρ. 1 έκαναν αναφορά σε Νέα Άδεια Χρήσης που δήθεν υπέγραψαν με τους Εναγόμενους αρ. 3, ούτε και στο ότι οι Εναγόμενοι αρ. 3 δήθεν τον Ιούνιο 2017 είχαν αντικαταστήσει και υποκαταστήσει τον Εναγόμενο αρ.
  12. Θέση του κ. Μιλτιάδους είναι ότι ο λόγος για αυτό είναι το ότι η Νέα Άδεια Χρήσης δεν είχε στην πραγματικότητα υπογραφτεί την 25.4.2019 αλλά σε κάποια άλλη άγνωστη μεταγενέστερη ημερομηνία. Ο κ. Μιλτιάδους ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν την Άδεια Χρήσης και λόγω του ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε περάσει την ηλικία των 65 ετών αλλά συνειδητά και σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο αρ. 2 επέλεξαν να μην το πράξουν επειδή δεν επιθυμούσαν οι ίδιοι να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των Ακινήτων στους Ενάγοντες την 30.9.
  13. Ούτε και γίνεται αναφορά σε Νέα Άδεια Χρήσης στην αλληλογραφία που ακολούθησε. Οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση της Νέας Άδειας Χρήσης μόνο στις 17.10.2019 από ενημέρωση των δικηγόρων του Εναγομένου αρ. 2 και μετά την καταχώριση της αγωγής με αρ. 1706/19 όπου οι Ενάγοντες αξίωναν ταυτόσημες θεραπείες μόνο εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και
  14. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι, με την παρέλευση της 30.9.2018, οι Εναγόμενοι αρ. 1 απώλεσαν κάθε νομιμοποίηση ή δικαίωμα χρήσης, κάρπωσης και εκμετάλλευσης των Ακινήτων με βάση την Συμφωνία Ενοικίασης, με αποτέλεσμα η Νέα Άδεια Χρήσης μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και 3 να μολύνεται από παρανομία και να είναι άκυρη και άνευ οποιουδήποτε αποτελέσματος. Εισηγείται ότι είτε οι Εναγόμενοι αρ. 3 έλαβαν κατοχή τον Ιούνιο 2017 ως αναφέρει η Νέα Άδεια Χρήσης είτε σε άλλη ημερομηνία καμία υπεράσπιση μπορούν να έχουν αφού η νόμιμη κατοχή των Ακινήτων από τους Εναγόμενους αρ. 1 έληξε την 30.9.2018 και μαζί της έληξε και το όποιο δικαίωμα των Εναγομένων αρ. 2 και
  15. Οι Εναγόμενοι παραλείπουν μέχρι και σήμερα να επιφέρουν την παράδοση και ελεύθερη κατοχή των Ακινήτων στους Ενάγοντες παρά το ότι ο Εναγόμενος αρ.2 παρέδωσε κατοχή τους στους Εναγόμενους αρ. 3 από τον Ιούνιο
  16. Ισχυρίζεται ότι, ανεξάρτητα από το πότε ο Εναγόμενος αρ. 2 παρέδωσε κατοχή στους Εναγόμενους αρ. 3, ο Εναγόμενος αρ. 2 ουδέποτε νομιμοποιείτο στη προώθηση του ισχυρισμού ότι ήταν θέσμιος ενοικιαστής. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο κ. Μιλτιάδους οι Εναγόμενοι με την συμπεριφορά τους αποστερούν παράνομα την κατοχή και εκμετάλλευση των Ακινήτων από τους Ενάγοντες προκαλώντας τους ανεπανόρθωτη ζημιά αφού αδυνατούν να ασκήσουν το δικαίωμα που έχουν με βάση την Συμφωνία Δικαιώματος Προμήθειας Πετρελαιοειδών με την Exxon Mobil. Σε σχέση με το ύψος της ζημιάς αυτής επικαλείται Επιχειρηματική Μελέτη που ετοίμασε ο ίδιος και ο κ. Νίκος Αχιλλίδης βασισμένη στην Συμφωνία Εφοδιασμού Πρατηριούχου που οι Ενάγοντες έχουν συμφωνήσει να υπογράψουν με την Exxon Mobil, δυνάμει της οποίας προκύπτει ότι οι Ενάγοντες θα κέρδιζαν σε περίοδο 15 χρόνων €8.038.000 κατά τρόπο εξασφαλισμένο, η δε ζημιά που θα προκύψει στους Ενάγοντες στα επόμενα 4 έτη θα είναι €1.394.
  17. Εισήγηση των Εναγόντων αποτελεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης εφόσον το ζήτημα είναι αμιγώς νομικό και δεν απαιτείται εύρημα επί γεγονότων. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στην Δ.18, Δ.27 Θ.Θ.1 και 2, Δ.39 Θ.1, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 89, 300 και 340 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113), στο Αρ. 30 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα αρ. 21, 29, 31, 32 και 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ. 4, 5, 7, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.6), στη νομολογία και στην διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν εκτίθενται 13 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  18. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και /ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την αίτηση και/ή την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή γενικότερα.
  19. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία και προνοούνται από την Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  20. Η αίτηση είναι ουσία και Νόμω αβάσιμη και/ή αντικανονική και/ή παραβιάζει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  21. Η Εναγόμενη 1 έχει καλή και/ή εύλογη και/ή βάσιμη υπεράσπιση την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  22. Η ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Μιλτιάδους που συνοδεύει την αίτηση χαρακτηρίζεται από ψεύδη και/ή ανακρίβειες και/ή αστήρικτους και/ή αυθαίρετους και/ή γενικούς και/ή αόριστους ισχυρισμούς και/ή ο κ. ΧΧΧ Μιλτιάδους δεν αναφέρει επαρκώς τα γεγονότα που αφορούν την αίτηση και/ή την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν αποκαλύπτει το σύνολο των γεγονότων.
  23. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων / Αιτητών για συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1 ήτοι ο κ. ΧΧΧ Μιλτιάδους δεν έχει προσωπική και/ή θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και/ή δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ισχυριζόμενη απαίτηση των Εναγόντων / Αιτητών.
  24. Οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και/ή εκ της σχετικής νομοθεσίας να επικαλούνται και/ή να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή απόφασης.
  25. Οι Ενάγοντες/ Αιτητές ασκούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να αποστερήσουν από την Εναγόμενη 1 το δικαίωμα της να υπερασπίσει τον εαυτό της σε κανονική δίκη και να ακουστεί από το Δικαστήριο ώστε το τελευταίο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση.
  26. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχουν ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και στην αίτηση.
  27. Οι Ενάγοντες/ Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχουν ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και στην αίτηση εφόσον η Εναγόμενη 1 δεν έχει κατοχή του επίδικου πρατηρίου διάθεσης/πώλησης πετρελαιοειδών και/ή των επίδικων Ακινήτων, ως οι ισχυρισμοί των Εναγόντων, ώστε να δύνανται να εκδοθούν τα διατάγματα που αιτούνται οι Αιτητές και/ή η Εναγόμενη 1 να μπορεί να συμμορφωθεί με τα αιτούμενα διατάγματα αν αυτά εκδοθούν.
  28. Δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση δεν έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αλλά το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως.
  29. Η Εναγόμενη 1 έχει καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί και/ή να μην στερηθεί του δικαιώματος υπεράσπισης.
  30. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στην Εναγόμενη 1 να καταχωρήσει υπεράσπιση, δεν θα διασφαλιστεί το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Ευάγγελου Γρηγορίου Εμπορικού Διευθυντή και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων αρ. 1, ο οποίος αναφέρει ότι την 30.1.2017 η εταιρεία μετονομάστηκε από Lukoil Cyprus Ltd σε Coral Energy Products Cyprus Ltd ενώ κατά την περίοδο από 2001 - 2003 είχε αποκτήσει αριθμό πρατηρίων πώλησης και διάθεσης πετρελαιοειδών ανά το Παγκύπριο και της εκχωρήθηκαν δικαιώματα που σχετίζονταν με τέτοια πρατήρια. Μεταξύ των πρατηρίων αυτών ήταν και το επίδικο που είχε ανεγερθεί στα Ακίνητα των Εναγόντων. Από το 2002 οι Ενάγοντες ενέταξαν το Πρατήριο στο δίκτυο τους με πρατηριούχο μέχρι τον Ιούνιο 2007 δυνάμει συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης τον Εναγόμενο αρ.
  31. Οι Ενάγοντες κατόπιν συμφωνίας με Ελβετική εταιρεία έχουν καταστεί αδειούχοι χρήσης του εμπορικού σήματος «Shell». Επεξηγώντας τον τρόπο λειτουργίας πρατηρίου όπου παραχωρείται άδεια χρήσης, ο κ. Γρηγορίου εξηγεί ότι η εταιρεία πετρελαιοειδών ενοικιάζει ακίνητη περιουσία σε περιοχή όπου δύναται να αδειοδοτηθεί η ανέγερση και λειτουργία πρατηρίου και εκδίδει τις απαραίτητες άδειες. Με την ολοκλήρωση της ανέγερσης του πρατηρίου και την έκδοση άδειας λειτουργίας του, η εταιρεία παραχωρεί σε τρίτο πρόσωπο άδεια χρήσης και ο εκάστοτε πρατηριούχος αγοράζει από την εταιρεία προϊόντα πετρελαιοειδών. Είναι η θέση του ότι η παραχώρηση άδειας χρήσης του Πρατηρίου στον Εναγόμενο αρ. 2 δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε έγκριση ή συγκατάθεση από μέρους των Εναγόντων, ενώ αποτελεί μονομερές και αποκλειστικό δικαίωμα ή επιλογή των Εναγομένων αρ. 1 να παραχωρήσουν άδεια χρήσης στους Εναγόμενους αρ.
  32. Τον Ιούνιο 2017 οι Εναγόμενοι αρ. 3 υποκατέστησαν τον Εναγόμενο αρ. 2 χωρίς να επηρεάζεται η Συμφωνία Άδειας Χρήσης, και έκτοτε πρατηριούχοι του Πρατηρίου είναι οι Εναγόμενοι αρ.
  33. Δέχεται ότι πριν από την 30.9.2018 οι δικηγόροι των Εναγόντων είχαν αποστείλει στους Εναγόμενους αρ. 1 την επιστολή ημερ. 6.3.2018 καθώς και ότι αυτήν ακολούθησαν 3 συναντήσεις μεταξύ αντιπροσώπων των Εναγόντων και των Εναγομένων αρ. 1 οι οποίες δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Μετά που οι Ενάγοντες απαίτησαν από τους Εναγόμενους αρ. 1 να τους παραδώσουν την κατοχή των Ακινήτων, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 υπέγραψαν την 25.4.2019 Συμπληρωματική Συμφωνία. Όπως ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν για δεκαετίες ο πρατηριούχος του Πρατηρίου και συνεργάτης των Εναγομένων αρ. 1 και συνεχίζει να είναι εργοδοτούμενος στο Πρατήριο, είναι δε διευθυντής της Εναγομένης αρ. 3 εταιρείας. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι η Συμπληρωματική Συμφωνία είναι προϊόν δόλου αλλά λέει ότι αυτή υπογράφτηκε ώστε να συμμορφωθούν οι Εναγομένοι αρ. 1 με τις υποχρεώσεις τους έναντι της Shell Brands AG. Επισημαίνει ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων αναγνώριζαν με τρόπο σαφή στην επιστολή τους ημερ. 16.4.2019 την παρουσία των Εναγομένων αρ. 3 στο Πρατήριο. Ο κ. Γρηγορίου προβάλλει την εισήγηση ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2 ως πρατηριούχοι τυγχάνουν προστασίας από την Νομοθεσία. Η κατοχή του Πρατηρίου και των Ακινήτων από τους Εναγόμενους αρ. 3 είναι δικαίωμα που αυτοί έλκουν από τον Νόμο και τυγχάνουν ανάλογης προστασίας ως θέσμιοι ενοικιαστές, πράγμα που οδηγεί στο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας να εκδικάσει την αγωγή. Ακόμη, όμως, και αν έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο κανένα εκ των αιτούμενων διαταγμάτων μπορεί να εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, αφού οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν έχουν στην κατοχή τους το Ακίνητο. Ούτε νομιμοποιείται να εξαναγκαστούν οι Εναγομένοι αρ. 1 να τερματίσουν την Συμφωνία Άδειας Χρήσης εξαιτίας της λήξης της Συμφωνίας Ενοικίασης αφού ο λόγος τερματισμού της Συμφωνίας Άδειας Χρήσης δεν τυγχάνει εφαρμογής δεδομένου ότι πρατηριούχοι είναι οι Εναγόμενοι αρ. 3 και όχι ο Εναγόμενος αρ.
  34. Οι λόγοι έξωσης που θα μπορούσαν να επικαλεστούν οι Εναγόμενοι αρ. 2 είναι μόνο αυτοί που αναφέρονται εξαντλητικά στον Νόμο ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 3 δεν παραβιάζουν τους όρους της Συμφωνίας Άδειας Χρήσης ώστε οι Εναγόμενοι αρ. 1 να δικαιούνται να τερματίσουν την Συμφωνία Άδειας Χρήσης και να αξιώσουν ανάκτηση κατοχής των Ακινήτων. Όσον αφορά στο αίτημα για αποζημιώσεις που περιέχεται στην αγωγή ο κ. Γρηγορίου εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καμία πιθανότητα να πετύχουν σε αυτό, τα δε ποσά που αναφέρονται στην Αίτηση είναι μόνο θεωρητικά. Θέση του είναι ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 ενώ καμία από τις άλλες προϋποθέσεις για να πετύχει η Αίτηση συντρέχει. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, λέει, έχουν καλή υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλουν και τα θέματα να εξεταστούν στο πλαίσιο της μαρτυρίας που θα ακουστεί στην ακροαματική διαδικασία. Ένσταση καταχώρισαν και οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 η οποία στηρίζεται στα αρ. 21, 29, 31, 32 και 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ. 4, 5, 7, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.6), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.39 Θ.Θ.1 και 2, Δ.48 Θ.Θ.1-9, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση αυτή οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 προβάλλουν 13 λόγους ένστασης τους οποίους επίσης παραθέτω: «
  35. Με βάση τα όσα προνοεί η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ξεκάθαρο ότι δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις στην υπό εκδίκαση αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε οι Αιτητές να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και
  36. Η αίτηση είναι ουσία και Νόμω αβάσιμη και/ή αντικανονική και/ή παραβιάζει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  37. ΟΙ Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 έχουν καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του ΧΧΧ Κόμπου και σε καμία περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ενεργούν για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης.
  38. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  39. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα των Αιτητών σε απόφαση στην αγωγή.
  40. Το ουσιαστικό επίδικο θέμα αφορά το δικαίωμα κατοχής του σταθμού το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων καθώς και οι κατ' ισχυρισμό παρεμβάσεις καθότι είναι θέματα παρεμπίπτοντα και/ή συμπληρωματικά τα οποία μόνο σε περίπτωση που αποδειχθούν μπορεί να θεμελιωθεί το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας άδειας χρήσεως.
  41. Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η επίδικη διαφορά σύμφωνα με τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές και/ή με βάση τις θεραπείες που αξιώνουν διέπονται και ρυθμίζονται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο Ν.23/83και συνεπώς αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.
  42. Καμία πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης για έκδοση των διαταγμάτων υπάρχει και ούτε τέτοια πιθανότητα δικαιολογείται καθότι οι Αιτητές δεν αποτελούν αντισυμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία άδειας χρήσης και/ή οι Αιτητές και οι Καθ' ων οι Αίτηση 2 και 3 δεν έχουν καμία απολύτως συμβατική σχέση μεταξύ τους.
  43. Οι Αιτητές λανθασμένα προχώρησαν με την καταχώρηση αγωγής και συνεπώς της παρούσας αίτησης εναντίων των Καθ' ων οι Αίτηση 2 και 3 και/ή είναι πρόωρη καθότι δεν προηγήθηκε ανάκληση και/ή τερματισμός της άδειας χρήσης συνεπώς η κατοχή του επίδικου ακίνητου είναι καθόλα νόμιμη.
  44. Δεν υπάρχει και/ή δεν εγείρεται νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί και/ή να δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα επιζητούμενα Διατάγματα. Οι δια της αιτήσεως επικαλούμενοι Νόμοι και/ή κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και/ή δεν στοιχειοθετούν αναγκαίο και/ή ικανό νομικό πλαίσιο για την εξέταση και/ή την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
  45. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά, με μοναδικό σκοπό να στερήσει τους Καθ' ων η αίτηση να υπερασπιστούν την θέση τους.
  46. Οι Αιτητές αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα και/ή παρουσιάζουν τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
  47. Υπό τις περιστάσεις δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι δε θα εξυπηρετήσουν κανένα σκοπό αλλά αντιθέτως πιθανόν να προκαλέσουν μεγάλη και ανεπανόρθωτη βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3». Η Ένσταση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. ΧΧΧ Κόμπου, εκ των διευθυντών της Εναγόμενης αρ. 3 εταιρείας ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Μιλτιάδους προβάλλοντας την θέση ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο είτε από τον Νόμο είτε από το δίκαιο της επιείκειας. Τονίζει ότι ο κ. Μιλτιάδους δεν είναι διάδικο μέρος στην αγωγή αλλά ούτε παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο ως προς την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ή της επαγγελματικής του κατάρτισης. Εισηγείται ότι το κύριο επίδικο θέμα της αγωγής είναι αυτό τους δικαιώματος κατοχής του Πρατηρίου και η ισχύς της Άδειας Χρήσης. Το κατά όσο νομιμοποιείται ο ιδιοκτήτης των Ακινήτων να ανακτήσει κατοχή γνωρίζοντας ότι το Ακίνητο κατέχεται από τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 από το 1993 (και οι οποίοι Εναγόμενοι αρ. 3 έχουν καταστεί πλέον θέσμιοι ενοικιαστές) είναι ζήτημα που θα εξετάσει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως. Σε σχέση με το ιστορικό συμφωνιών ο κ. Κόμπος τονίζει ότι μετά τη λήξη της Συμφωνίας Ενοικίασης οι Εναγόμενοι αρ. 3 συνέχισαν να κατέχουν το Ακίνητο ως θέσμιοι ενοικιαστές και να καταβάλλουν κανονικά το ενοίκιο. Θέση του είναι ότι οι Ενάγοντες παραβλέποντας τα δικαιώματα των Εναγομένων αρ. 3 ως κατόχους Άδειας Χρήσης προχώρησαν σε υπογραφή συμφωνίας με την Exxon Mobil. Η προώθηση της παρούσας διαδικασίας ενώ εκκρεμεί και αίτηση για προσωρινά διατάγματα φανερώνει την κακόβουλη προσπάθεια των Εναγόντων να εξασφαλίσουν κατοχή αλλά αποτελεί και κατάχρηση διαδικασιών. Το γεγονός ότι ο κ. Μιλτιάδους αναφέρει ότι οι Ενάγοντες αμφισβητούν την συμφωνία ημερ. 25.4.2019 αποδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς αμφισβήτηση επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει και την πλευρά των Εναγομένων. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν το καθεστώς με το οποίο οι Εναγόμενοι αρ. 3 βρίσκονταν, ενώ χωρίς την γνώση των Εναγομένων αρ. 1 και παρακάμπτοντας τους, προσπάθησαν να καταλήξουν σε μία νέα συμφωνία με τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 για διαχείριση του Πρατηρίου. Όπως λέει, γίνεται προσπάθεια από τους Ενάγοντες να διαφανεί μία συμπαιγνία μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και των Εναγομένων αρ. 2 και 3 η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα, αφού ο κ. Μιλτιάδους γνώριζε για την υποκατάσταση του Εναγομένου αρ. 2 από τους Εναγόμενους αρ.
  48. Αποτελεί θέση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 ότι οι Ενάγοντες λανθασμένα παρουσιάζουν την εικόνα ότι δεν έχουν Υπεράσπιση, ενώ οι Ενάγοντες καταπατούν τα δικαιώματα των Εναγομένων. Ο Νόμος προστατεύει τα δικαιώματα που προκύπτουν από μία θέσμια ενοικίαση και οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι η ενοικίαση του Πρατηρίου από τους Εναγόμενους αρ. 1 αποτελεί συμβατική υποχρέωση είναι ανεδαφικοί, αφού σε θέματα κατοχής σταθμών πετρελαιοειδών αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προβάλλονται στην Αίτηση και τις Ενστάσεις αντίστοιχα, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μελετώντας τις ενώπιον μου αγορεύσεις διαφαίνεται ότι προέχει κατάληξη του Δικαστηρίου επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους αρ. 1 εισηγήθηκε ότι είναι σημαντικό να αποφασιστεί ποιος είναι ο κάτοχος του Πρατηρίου και υπό ποίους όρους και προϋποθέσεις επειδή μόνο εναντίον του κατόχου μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Το δικαίωμα της κατοχής, όμως, εισηγείται, ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίων Νόμων του 1983 (Ν23/1983) εφόσον αφορά σε σχέση «πρατηριούχου με εταιρεία πετρελαιοειδών». Θέση του ευπαιδεύτου συνήγορου για τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 ήταν ότι, εφόσον οι Ενάγοντες στηρίζονται στον τερματισμό της συμφωνίας και αιτούνται ανάκτηση κατοχής, η υπό εξέταση διαφορά αφορά διαφορά σε σχέση με την κατοχή ακινήτου η οποία διέπεται από τις διατάξεις του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/
  49. Συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής: «Το κύριο επίδικο θέμα στην παρούσα υπό εκδίκαση υπόθεση είναι αυτό του δικαιώματος κατοχής του σταθμού πετρελαιοειδών και η ισχύς της άδειας χρήσης. Το κατά πόσο νομιμοποιείται ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου να ανακτήσει την κατοχή του ακινήτου γνωρίζοντας ότι το εν λόγω ακίνητο κατέχεται από τους Καθ'ων η Αίτηση 2 και 3 από το 1993 (αρχικά από τον Καθ'ου η Αίτηση αρ. 2 και ακολούθως από τους Καθ'ων η Αίτηση αρ. 3) και οι οποίοι Καθ'ων η Αίτηση αρ. 3 να σημειωθεί ότι έχουν καταστεί πλέον θέσμιοι ενοικιαστές, ζήτημα το οποίο θα εξετάσει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως. Οι Καθ'ων η Αίτηση 2 και 3 δεν παρέβηκαν οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας που είχαν με τους Καθ'ων η Αίτηση 1 και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται οι Καθ'ων η Αίτηση 1 να αξιώνουν την ανάκτηση του επίδικου ακινήτου. Αυτά είναι θέματα τα οποία ξεκάθαρα εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων για να τα εξετάσει.». Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ο οποίος επισήμανε ότι η σχέση μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων αρ. 1 ήταν πάντα συμβατική, η δε αγωγή εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Εισηγήθηκε ότι: «Με την λήξη της Συμφωνίας Ενοικίασης στις 30/09/2018, οι Εναγόμενοι 1 που συνέχισαν να τροφοδοτούν το πρατήριο με καύσιμα διαιωνίζοντας έτσι την παράνομη κατοχή του από τους Εναγόμενους 2 και 3, κατέστησαν μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3 παράνομοι επεμβασίες». Ήταν επιπλέον θέση του ότι ουδείς από τους Εναγόμενους μπορούσε να θεωρηθεί έναντι των πελατών τους ως θέσμιος ενοικιαστής. Το αρ. 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/83 ορίζει την ενοικίαση ως ακολούθως: «"ενοικίασις" σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων Νοείται ότι το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών διέπονται από και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και, σε περίπτωση μετακίνησης του σταθμού σε άλλο ακίνητο, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα αυτά του πρατηριούχου, εφαρμοζομένων, σε τέτοια περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 14

(1)(β) του παρόντος Νόμου, τηρουμένων των αναλογιών». Χρήσιμη επίσης είναι η παράθεση του λεκτικού του αρ. 4
(1)του ιδίου Νόμου: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος». Μελέτη των προνοιών αυτών καταδεικνύει την ύπαρξη δύο διακριτών νομικών σχέσεων, αυτής του ιδιοκτήτη του ακινήτου και του αρχικού ενοικιαστή, και αυτής της εταιρείας πετρελαιοειδών με τον πρατηριούχο όπου ο τελευταίος αποκτά δικαίωμα κατοχής μέσω είτε υπενοικίασης είτε άδειας χρήσης. Όπως λέχθηκε και στην Αίτηση του Χαράλαμπου Φελλά
(2007)1 Α.Α.Δ.537: «Είναι προφανές από τον προαναφερόμενο ορισμό της ενοικιάσεως, στο άρθρο 2 του Ν. 23/83, ότι η ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών, μεταξύ δηλαδή του ιδιοκτήτη της γης και της εταιρείας πετρελαιοειδών δεν διέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο ενώ το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή του ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ της εταιρείας πετρελαιοειδών και του πρατηριούχου διέπεται και ρυθμίζεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο». Κατ' επέκταση, σε σχέση με την αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης της. Σημαντικά, όμως, είναι και τα όσα αναφέρονται στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας C & C Papacostas Ltd για παραχώρηση άδειας για αίτηση Certiorari, Πολ. Αιτ. 14/17 ημερ. 2.2.2017, η οποία αφορούσε ισχυρισμό της αδειούχου εταιρείας ότι είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματα της ένεκα του ότι δεν τους είχε δοθεί δικαίωμα να ακουστούν στην αγωγή μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ακινήτου. Αφού σημειώθηκε ότι η περίοδος ενοικίασης του ακινήτου είχε λήξει και οι ενοικιαστές είχαν καταστεί επεμβασίες, το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε σχέση με τους πρατηριούχους: «.Είναι όμως σαφές ότι δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια διότι οι αιτητές ως κατ' ισχυρισμό αδειούχοι χρήστες των υποστατικών, δεν αντλούν περισσότερα δικαιώματα από ό,τι έχουν οι ίδιοι οι ενοικιαστές των υποστατικών από τους οποίους και έλαβαν την όποια άδεια χρήσης και σίγουρα δεν έχουν δικαιώματα έναντι των ιδιοκτητών με τους οποίους δεν έχουν καμία απολύτως συμβατική σχέση». Είναι γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 δεν έχουν συμβατική σχέση με τους Ενάγοντες. Οποιοδήποτε δικαίωμα για κατοχή του Πρατηρίου απέκτησαν, το απέκτησαν μετά από παραχώρηση άδειας από τους Εναγόμενους αρ.
  1. Έπεται πως η αγωγή από μέρους των Εναγόντων εναντίον τους εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, δικαιοδοσία για την εκδίκαση του οποίου έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/83 εκείνο το οποίο εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι η σχέση μεταξύ Εναγομένων αρ. 1 και Εναγομένων αρ. 2 και
  2. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος παρέχεται από την Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Σημειώνω επίσης ότι το δικαίωμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης για μέρος της αξίωσης προβλέπεται από την Δ.18 Θ.4[1]. (βλ. επίσης Αγάπιος Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A554, Πολ. Εφ. 102/11, ημερ. 22.7.2014). Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής, και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης: (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί Εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 818 Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 896). Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 339). Η δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που παρατίθενται πιο πάνω. Η αγωγή όντως καταχωρίστηκε σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο στις 6.12.
  1. Εμφάνιση καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους αρ. 1 την 8.1.2020 και από τους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 την 6.3.
  2. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Αυτό που προβληματίζει είναι το κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση υπάρχουν αόριστες αναφορές ως προς την γνώση του Ομνύοντα. Συγκεκριμένα, ο κ. ΧΧΧ Μιλτιάδους αναφέρει ότι είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας αρ. 1 και εξουσιοδοτημένος από αμφότερους τους Ενάγοντες. Προβάλλεται από πλευράς Εναγομένων αρ. 2 και 3 ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δεν έχει επισυναφθεί. Όντως το πληρεξούσιο έγγραφο δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό όμως από μόνο του δεν θα ήταν καταληκτικό αφού εκείνο που απαιτείται είναι ο ομνύοντας να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Εάν κάτι τέτοιο προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιλτιάδους η προσκόμιση του πληρεξουσίου δεν είναι απαραίτητη. Πέραν της πιο πάνω αναφοράς ως προς την εξουσιοδότηση του, στην παρ. 4 της Ένορκης του Δήλωσης ο κ. Μιλτιάδους αναφέρει τα εξής: «Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ετοιμάστηκε με τη δική μου συνδρομή και είμαι σε θέση να βεβαιώσω θετικά ότι τα γεγονότα και θέματα που περιέχονται στην παρούσα είναι αληθή και ορθά. Όπου αναφέρομαι σε θέματα και γεγονότα εκτός της γνώσης μου, αναφέρω την πηγή των πληροφοριών, των γνώσεων ή των πεποιθήσεων μου και πιστεύω ότι οι πληροφορίες είναι αληθείς και η πεποίθηση μου βάσιμη». Όπως επιπλέον αναφέρει, μετά την αποστολή της επιστολής ημερ. 6.3.2018 με την οποία οι Ενάγοντες πληροφόρησαν τους Εναγόμενους αρ. 1 ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίζετο την 30.9.2018 και ζητούσαν παράδοση των Ακινήτων, έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του Ομνύοντα, του Ενάγοντα αρ. 2 και του δικηγόρου των Εναγόντων με τους εκπροσώπους των Εναγομένων αρ. 1, την οποία και ακολούθησαν άλλες 3 συναντήσεις, χωρίς, όμως να διευκρινίζεται αν ο κ. Μιλτιάδους ήταν παρών σε αυτές. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακή Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.1168: «Το πρώτο θέμα θα κριθεί πάνω στη βάση της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Υπεγράφη από υπάλληλο των εφεσιβλήτων η οποία καθορίζει ως αποκλειστική πηγή της γνώσης της ως προς τα γεγονότα, "έγγραφα που κατέχω λόγω της θέσης μου". Ποιά είναι αυτά τα έγγραφα δεν εξειδικεύεται ούτε και επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση οποιαδήποτε έγγραφα. Ενώ, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται και από τα τεκμήρια στα οποία αναφέρεται η ένορκη δήλωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα εκλαμβάνοντας πως η υπάλληλος "ισχυρίζεται συγχρόνως ότι είναι γνώστης των γεγονότων που προβάλλονται". Και αφού αναφέρθηκε στη νομολογία ως προς την "επαλήθευση", θεώρησε πως η αναφορά της υπαλλήλου σε δίκαιη απαίτηση που βασίζεται σε μή εξοφληθέντα υπόλοιπα από προεξόφληση συναλλαγματικών, πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια, ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Δεν υπάρχει όμως ισχυρισμός της υπαλλήλου πως είχε προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφερόταν ούτε προκύπτει τέτοια γνώση. Πολύ λιγότερο αφού ως πηγή της αναφέρονταν έγγραφα που δεν προσκομίστηκαν και τα οποία απλώς φέρονταν να βρίσκονται στην κατοχή της. Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  1. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Ο αντίστοιχος λόγος έφεσης ευσταθεί και η έφεση πρέπει να επιτύχει». Ούτε και στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αυτή η συγκεκριμενοποίηση ως προς την θετική γνώση του Ενόρκως Δηλούντα για τα γεγονότα η οποία να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια στο ότι η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Επισημαίνω στο σημείο αυτό την ανάγκη για αυστηρή τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεδομένου και του δραστικού αποτελέσματος που έχει η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έπεται πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρίσουν Υπεράσπιση εντός 45 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται ακολούθως υπέρ των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
  2. If it appears that the defence set up by the defendant applies only to a part of the plaintiff's claim, or that any part of his claim is admitted, the plaintiff shall have judgment forthwith for such part of his claim as the defence does not apply to or as is admitted, subject to such terms (if any) as to suspending execution, or the payment of the amount levied or any part thereof, into Court by the sheriff, the taxation of costs, or otherwise, as the Court may think fit. And the defendant may be allowed to defend as to the residue of the plaintiff's claim». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.