← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3495/2017, 30/10/2020

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3495/2017, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3495/2017 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσα και Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 30.10.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Χ.Α. Μεττή, για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: κα Β. Ιωαννίδου, για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα είναι ανεξάρτητη αρχή ιδρυθείσα δια του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου 7(Ι)/1998 («ο Νόμος») και έχει την εξουσία επιβολής διοικητικών κυρώσεων και προστίμων σε πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, για παραβάσεις του Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του Νόμου. Η Εναγόμενη είναι πρόσωπο που παρέχει τέτοιες υπηρεσίες με βάση άδεια που της χορηγήθηκε από την Ενάγουσα και εμπορεύεται ως "ALLSTAR CHANNEL" ή "EXTRA TV". Με την αγωγή της, η Ενάγουσα επιδιώκει να ανακτήσει ποσό 1.500,00 Ευρώ που συνιστά διοικητικό πρόστιμο που ισχυρίζεται ότι επέβαλε στην Εναγόμενη την 21.06.2017, στην υπόθεση 120/2016

(6). Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι κοινοποίησε την απόφασή της στην Εναγόμενη δια επιστολής της ημερομηνίας 04.09.2017, καλώντας την να καταβάλει το ποσό του προστίμου, πλην όμως η Εναγόμενη παραλείπει ή αμελεί να ανταποκριθεί. Στην Έκθεση Υπεράσπισής της, η Εναγόμενη παραδέχεται την ιδιότητα και την εξουσία της Ενάγουσας να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και πρόστιμα, καθώς και ότι η ίδια παρέχει υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων σύμφωνα με άδεια που της χορήγησε η Ενάγουσα, αλλά και ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χρησιμοποιούσε τις εμπορικές επωνυμίες "ALLSTAR CHANNEL" και/ή "EXTRA TV"[1]. Ισχυρίζεται όμως ότι οι περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμοί που περιέχονται στην Κ.Δ.Π. 10/2000 («οι Κανονισμοί»), στους οποίους η Ενάγουσα βασίζει την απαίτησή της για είσπραξη του προστίμου ως αστικό χρέος, έχουν θεσπιστεί καθ' υπέρβαση της εξουσιοδότησης του Νόμου. Ειδικότερα, λέει ότι ο Κανονισμός 48(Ι) που προβλέπει τη δυνατότητα λήψης δικαστικών μέτρων για την ανάκτηση των διοικητικών προστίμων αντίκειται ή υπερβαίνει την εξουσιοδοτική νομική διάταξη του άρθρου 41Β
(3)του Νόμου. Ως απόρροια της θέσης της αυτής είναι και η θέση της πως δεν είναι η Ενάγουσα που νομιμοποιείται να ενάγει σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά ο Γενικός Εισαγγελέας, εξ ονόματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Κανονισμός 48(Ι) αντίκειται και στα άρθρα 113 και 165 του Συντάγματος, όπως και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), γιατί η Ενάγουσα ενεργεί σε τέτοιες περιπτώσεις υπό πολλαπλή ιδιότητα, ως εξεταστής της υπόθεσης, κατήγορος, δικαστής, και εισπράκτορας. Τέλος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν καταχωρίστηκε στον ενδεδειγμένο χρόνο, αλλά πρόωρα, γιατί η Εναγόμενη ουδέποτε έλαβε κάποια επιστολή ημερομηνίας 04.08.2016 (προφανώς εννοεί την επιστολή ημερομηνίας 04.09.2017 που δικογραφεί η Ενάγουσα). Η μη κοινοποίηση της επιστολής είχε ως αποτέλεσμα, κατά τη θέση της, αφενός να μην θεωρείται τελειωμένη η διοικητική πράξη επιβολής προστίμου, αφετέρου να μην έχει αρχίσει η προθεσμία των 75 ημερών για να ασκήσει διοικητική προσφυγή. Η Εναγόμενη αρνείται ότι παραλείπει ή αμελεί να πληρώσει κάποιο πρόστιμο, το οποίο αμφισβητεί, πέραν του ότι δεν έχει κληθεί οποτεδήποτε να πληρώσει κάποιο πρόστιμο. Στο απαντητικό της δικόγραφο η Ενάγουσα απαντά ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα της επιβολής του διοικητικού προστίμου, εφόσον αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο αυτό έχει το Διοικητικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 146 § 1 του Συντάγματος. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και επαναλαμβάνει όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησής της. Επίδικα γεγονότα, που προκύπτουν από τη δικογραφία, είναι εάν επιβλήθηκε ή όχι κάποιο πρόστιμο ύψους 1.500,00 Ευρώ από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, εάν εστάλη στην Εναγόμενη ή όχι κάποια επιστολή ημερομηνίας 04.09.2017 δια της οποίας κοινοποιήθηκε κάποια απόφαση επιβολής προστίμου ημερομηνίας 21.06.2017, και αν η Εναγόμενη οφείλει το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα. Τα υπόλοιπα θέματα είναι νομικά. Η υπόθεση εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση όσα διαλαμβάνει η Δ.30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων τους και έγγραφη μαρτυρία. Αυτή συνιστά και το σύνολο της μαρτυρίας που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Ο κύριος ΧΧΧΧ, μάρτυρας της Ενάγουσας (Μ.Ε.1), είναι λειτουργός λογιστής στις υπηρεσίες της Ενάγουσας. Εξηγεί ότι η Ενάγουσα, μετά από αυτεπάγγελτη εξέταση, στο πλαίσιο της υπόθεσης 120/2016
(6), διερεύνησε κατά πόσον η Εναγόμενη παραβίασε τον Νόμο και τους Κανονισμούς. Αφού την άκουσε, την 21.06.2017 αποφάσισε να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους 1.500,00 Ευρώ. Προσκομίζει αντίγραφο της απόφασής της (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η Ενάγουσα έκρινε ότι την 14.10.2016 και την 15.10.2016 υπήρξαν από μέρους του τηλεοπτικού σταθμού "ALL STAR CHANNEL" πρώην "EXTRA TV" παραβάσεις του άρθρου 29
(3)του Νόμου και των Κανονισμών 24
(2)(δ)(ε) και 32
(3)(α), για παράλειψη προειδοποίησης / σήμανσης και για τον τρόπο προβολής είδησης στην οποία εμπλέκονταν ανήλικες μαθήτριες και περιείχε σκηνές βίας. Δεν είχε προηγηθεί ξεκάθαρη και σαφής προειδοποίηση ότι οι εικόνες που θα ακολουθούσαν ήταν ακατάλληλες για ανηλίκους ή σκληρές, ώστε να δίδονταν η ευκαιρία στους ανήλικους να απομακρυνθούν από τους δέκτες τους και η είδηση προβλήθηκε κατά τρόπο (με επαναλαμβανόμενες ή αχρείαστες λεπτομέρειες) ικανό να δελεάσει τους ανήλικους να την παρακολουθήσουν. Η Ενάγουσα είχε καλέσει τον τηλεοπτικό σταθμό να υποβάλει τις θέσεις του, όπως αυτός έπραξε, με επιστολή που φέρεται να εστάλη από τον "EXTRA TV" δια του Γενικού Διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού, ημερομηνίας 24.05.2017, που συνιστά παράρτημα του Τεκμηρίου
  1. Δια της επιστολής αυτής, ο τηλεοπτικός σταθμός δεν αμφισβητεί τα γεγονότα, αλλά εισάγει κυρίως μετριαστικούς παράγοντες, ότι δεν επρόκειτο για εσκεμμένη παράλειψη, ενώ ο παρουσιαστής ειδήσεων θεώρησε ότι η αναφορά του ήταν επαρκής και μέσα στο πνεύμα των Κανονισμών, χωρίς πρόθεση απόκρυψης σκηνών βίας· έπειτα παραδέχθηκε τη λάθος εκτίμησή του, έγιναν παρατηρήσεις και εκδόθηκε σχετική ανακοίνωση προς τα μέλη του δημοσιογραφικού τμήματος για συμμόρφωση με τους Κανονισμούς. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 04.09.2017, που εστάλη τόσο ταχυδρομικώς όσο και μέσω τηλεομοιότυπου, κοινοποίησε στην Εναγόμενη την απόφασή της ημερομηνίας 21.06.
  2. Προσκομίζει αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης ημερομηνίας 04.09.2017 (Τεκμήριο 2) καθώς και αντίγραφο απόδειξης αποστολής της δια τηλεομοιότυπου (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, την 04.09.2017 στάλθηκε επιτυχώς, στην τηλεομοιοτυπική διεύθυνση με αριθμό XXXXX3333, δέσμη 9 σελίδων (που προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ήταν 8 σελίδες η απόφαση και το παράρτημά της και 1 σελίδα η επιστολή ημερομηνίας 04.09.2017). Ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι αυτή είναι η τηλεομοιοτυπική διεύθυνση που αναφέρεται στην επιστολή του τηλεοπτικού σταθμού και η κοινοποίηση αυτή συνιστά κοινοποίηση προς την Εναγόμενη. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, ενώ η Εναγόμενη έλαβε γνώση της απόφασης, παραλείπει να πληρώσει το διοικητικό πρόστιμο, που εξακολουθεί να ανέρχεται στο ποσό των 1.500,00 Ευρώ. Προσκομίζει έγγραφο που φέρεται ως κατάσταση υπολοίπου (Τεκμήριο 4). Η Εναγόμενη παρουσίασε μαρτυρία από τον κύριο ΧΧΧΧ (Μ.Υ.1), εκ των διευθυντών της Εναγόμενης. Ο Μ.Υ.1 αρνείται και θέτει υπό αμφισβήτηση το σύνολο της απαίτησης της Ενάγουσας και προβάλλει ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα προβαίνει σε αυθαίρετη κρίση ότι η Εναγόμενη οφείλει το ποσό των 1.500,00 Ευρώ. Κατά τη θέση του, ουδέποτε η Εναγόμενη παραβίασε τις διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών και ουδέποτε οχλήθηκε από την Ενάγουσα, πριν από την αγωγή, για κάποιο διοικητικό πρόστιμο. Δεν έλαβε ούτε την επιστολή ημερομηνίας 04.09.2017 ούτε την απόφαση ημερομηνίας 21.06.
  3. Ισχυρίζεται ότι η ταχυδρομική διεύθυνση όπου η Ενάγουσα λέει ότι απέστειλε την επιστολή της μαζί με την απόφαση διαφέρει από τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης. Προσκομίζει σελίδα εξαχθείσα από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών που δείχνει τη διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης (Τεκμήριο 1 στη δική του ένορκη δήλωση). Ειδικότερα, ενώ στην επιστολογραφία μεταξύ Ενάγουσας και τηλεοπτικού σταθμού αναγράφεται η ταχυδρομική διεύθυνση «ΧΧΧΧ», όπου και κοινοποιήθηκε η απόφαση, η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης είναι η «ΧΧΧΧ». Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1 επικαλείται σύγχυση γιατί στην επιστολή που διατείνεται ότι έστειλε η Ενάγουσα αναφέρεται η εμπορική επωνυμία "ALLSTART CHANNEL" και στην κατάσταση οφειλής αναφέρεται η εμπορική επωνυμία "NEW EXTRA TV", της οποίας ιδιοκτήτρια δεν είναι η Εναγόμενη, όπως η ίδια λέει. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω υπόψη μου ό,τι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δια της μαρτυρίας και των αγορεύσεων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που δημιουργεί η δικογραφία· δεν βαίνει εκτός αυτής[2]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[3], από το οποίο προκύπτουν αναγκαστικά και κρίσεις αναφορικά και με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προσαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο. Πρόκειται για κρίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[4] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[5], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία ζωντανής ατμόσφαιρας και την αναγκαστική απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε, η απόφαση επιβολής προστίμου ημερομηνίας 21.06.2017 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Μ.Ε.1) («η απόφαση επιβολής προστίμου») εκδόθηκε αναφορικά με τον τηλεοπτικό οργανισμό «ALLSTART CHANNEL» πρώην «EXTRA TV», λαμβανομένων υπόψη των παραστάσεων που δόθηκαν από τον «EXTRA TV» (παράρτημα στην απόφαση επιβολής προστίμου). Με το δικόγραφό της, η Εναγόμενη παραδέχεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χρησιμοποιούσε τις επωνυμίες «ALLSTART CHANNEL» και «EXTRA TV». Το Τεκμήριο 4 που προσκομίζει η Ενάγουσα δια του Μ.Ε.1, ως κατάσταση υπολοίπου, όπως φαίνεται από το περιεχόμενό του, παράχθηκε την 03.05.2019 για τους σκοπούς της αγωγής, τον αριθμό της οποίας αναφέρει. Ασχέτως του ότι η Ενάγουσα δεν αξιώνει στη βάση κατάστασης λογαριασμού, η κατάσταση αυτή εκδόθηκε αναφορικά με την οφειλή της Εναγόμενης, όπως αναφέρεται στον τίτλο της, στον οποίον περιλαμβάνεται η εταιρική επωνυμία της Εναγόμενης. Η αναφορά, στις λεπτομέρειες, της επωνυμίας «NEW EXTRA TV» ούτε σύγχυση προκαλεί, όπως είναι οι αιτιάσεις της Εναγόμενης, μα ούτε και αποσυνδέει την επιβολή προστίμου προς τον τηλεοπτικό σταθμό που χρησιμοποιεί τις επωνυμίες «ALLSTART CHANNEL» και «EXTRA TV». Αυτές οι επωνυμίες αναφέρονται στην απόφαση επιβολής προστίμου και αυτές χρησιμοποιούνταν από την Εναγόμενη, όπως η ίδια παραδέχεται στο δικόγραφό της. Το Δικαστήριο δεν θα μπει στη διαδικασία να εξετάσει εάν και η επωνυμία «NEW EXTRA TV» ανήκει ή δεν ανήκει στην Εναγόμενη, επειδή αναφέρεται στις λεπτομέρειες του Τεκμηρίου 4, ενώ από την όλη μαρτυρία είναι προφανές ότι το διοικητικό πρόστιμο επιβλήθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό που χρησιμοποιεί τις επωνυμίες «ALLSTART CHANNEL» και «EXTRA TV» που η Εναγόμενη παραδέχεται ότι της ανήκουν. Η εκδοχή της Εναγόμενης, κατ' επέκταση η μαρτυρία του Μ.Υ.1, ότι ουδέποτε επιβλήθηκε πρόστιμο στην Εναγόμενη δεν είναι καθόλου πειστική. Πέραν του ότι εκτίθεται με γενικότητα ώστε να φέρεται περισσότερο ως υπεκφυγή, ο μάρτυρας αυτός δεν εξηγεί με κανέναν λογικό τρόπο την ύπαρξη της απόφασης επιβολής προστίμου που αναφέρεται στον τηλεοπτικό οργανισμό «ALLSTAR CHANNEL (πρώην EXTRA TV)» σε συνάρτηση με τη δικογραφημένη παραδοχή της Εναγόμενης ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χρησιμοποιούσε αυτές τις δύο επωνυμίες. Μαρτυρία και παραδοχή, αντίστοιχα, που ενισχύουν την εκδοχή της Ενάγουσας ότι η απόφαση επιβολής προστίμου εκδόθηκε εναντίον του τηλεοπτικού σταθμού της Εναγόμενης, κατ' επέκταση εναντίον της Εναγόμενης· πάντως όχι εναντίον κάποιου άλλου προσώπου που απλά συγχέεται με το πρόσωπο της Εναγόμενης γιατί φέρει παρεμφερή επωνυμία. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν είναι αποδεκτή ως προς το μέρος της αυτό που αμφισβητεί την επιβολή προστίμου προς την Εναγόμενη. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα είναι επαρκής, για να καταλήξει το Δικαστήριο στα εξής ευρήματα ότι:
  4. Την 21.06.2017, η Ενάγουσα αποφάσισε να επιβάλει πρόστιμο ύψους 1.500,00 Ευρώ, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή την απόφασή της (Τεκμήριο 1), που εξέδωσε στο πλαίσιο της υπόθεσης 120/2006
(6), στον τηλεοπτικό σταθμό που κατά τον ουσιώδη χρόνο χρησιμοποιούσε τις εμπορικές επωνυμίες "ALLSTART CHANNEL" και "EXTRA TV",
  1. οι εν λόγω επωνυμίες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανήκαν και χρησιμοποιούνταν από την Εναγόμενη, και
  2. ο τηλεοπτικός σταθμός με τις επωνυμίες "ALLSTAR CHANNEL" ή "EXTRA TV", κατά λογική ακολουθία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανήκε στην Εναγόμενη,
  3. η Ενάγουσα με την απόφασή της (Τεκμήριο 1), που εξέδωσε στο πλαίσιο της υπόθεσης 120/2016
(6), επέβαλε πρόστιμο ύψους 1.500,00 Ευρώ στην Εναγόμενη, ως ιδιοκτήτρια του παραβάτη τηλεοπτικού σταθμού. Συνιστά επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός, που προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και από το παράρτημα της απόφασης επιβολής προστίμου, ότι ο τηλεοπτικός σταθμός με την επωνυμία "EXTRA TV", με επιστολή ημερομηνίας 24.05.2017 που έστειλε στην Ενάγουσα στο πλαίσιο της διερευνώμενης υπόθεσης 120/2016
(6)για σκοπούς παραστάσεων, αφενός ανέγραφε επί αυτής ως στοιχεία επικοινωνίας του την ταχυδρομική διεύθυνση «XXXX» και την τηλεομοιοτυπική διεύθυνση «Fax: +357257XXXX», αφετέρου δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε η Ενάγουσα για να επιβάλει το πρόστιμο. Με βάση τα Τεκμήρια 2 και 3 που προσκομίζει ο Μ.Ε.1, και δεν αμφισβητούνται από την Εναγόμενη ως έγγραφη μαρτυρία που υφίσταται με αυτό το περιεχόμενο, η απόφαση επιβολής προστίμου κοινοποιήθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό «ALLSTART CHANNEL» δια επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 04.09.2017 στην ταχυδρομική διεύθυνση «XXXX» και στην τηλεομοιοτυπική διεύθυνση «25XXXX». Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 που προσκομίζει η Ενάγουσα, ήταν επιτυχής η αποστολή στην τηλεομοιοτυπική διεύθυνση. Δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε περαιτέρω στοιχείο, πλην της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, σε σχέση και με την ταχυδρομική αποστολή. Ο Μ.Υ.
  1. αναφέρει πως ουδεμία κοινοποίηση έγινε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης, που είναι μία διαφορετική διεύθυνση. Η μαρτυρία του αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Ενάγουσας, που είναι ότι η κοινοποίηση έγινε στα στοιχεία επικοινωνίας του τηλεοπτικού σταθμού που ο ίδιος παρείχε. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι η διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης είναι η «XXXX». Ο Μ.Υ.1 δεν λέει, όμως, και ότι τα στοιχεία επικοινωνίας του τηλεοπτικού σταθμού δεν είναι αυτά που κατείχε η Ενάγουσα ή ότι αυτά ανήκουν σε άλλο πρόσωπο, και ότι, παρόλο που ανήκει στην Εναγόμενη ο τηλεοπτικός σταθμός "ALLSTAR CHANNEL" ή "EXTRA TV", η Εναγόμενη δεν λαμβάνει γνώση της αλληλογραφίας που εισέρχεται στον τηλεοπτικό σταθμό. Προκύπτουν λογικά και συνεπώς συνιστούν ευρήματα ότι:
  2. Τα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφονται στην επιστολή του τηλεοπτικού σταθμού "EXTRA TV" ημερομηνίας 24.05.2017 που είναι παράρτημα στην απόφαση επιβολής προστίμου είναι τα ίδια με τα στοιχεία επικοινωνίας που χρησιμοποιήθηκαν στην επιστολή κοινοποίησης της απόφασης επιβολής προστίμου.
  3. Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα ευρήματα, ότι ο τηλεοπτικός σταθμός "EXTRA TV" είναι ο ίδιος τηλεοπτικός σταθμός με τον "ALLSTAR CHANNEL» και ανήκει στην Εναγόμενη, η Ενάγουσα κοινοποίησε στην Εναγόμενη την απόφαση επιβολής προστίμου δια της επιστολής της ημερομηνίας 04.09.2017, στα στοιχεία επικοινωνίας του τηλεοπτικού σταθμού της Εναγόμενης, και
  4. Ο τρόπος με τον οποίον έγινε η κοινοποίηση της απόφασης επιβολής προστίμου στην Εναγόμενη δεν είναι δια αποστολής στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης ή με χρήση της εταιρικής επωνυμίας της Εναγόμενης. Εάν έπρεπε στην απόφαση επιβολής προστίμου να αναφέρεται η εταιρική επωνυμία της ιδιοκτήτριας εταιρείας του σταθμού αντί η εμπορική επωνυμία του τηλεοπτικού σταθμού, ή εάν έπρεπε, προκειμένου να λογίζεται η κοινοποίηση που ως γεγονός έγινε και «κοινοποίηση» για σκοπούς διοικητικής προσφυγής, να γίνει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο για να αρχίσει να μετρά η προθεσμία άσκησης προσφυγής, είναι ζητήματα που εμπίπτουν στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής δράσης, ειδικότερα της απόφασης επιβολής του προστίμου[6]. Συνιστά κοινή πραγματική βάση ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε διοικητική προσφυγή για ακυρωτικό έλεγχο της απόφασης επιβολής προστίμου. Η οφειλή, ως πραγματικό γεγονός με αστικό ενδιαφέρον, προκύπτει ήδη από τα πιο πάνω ευρήματα. Ότι δηλαδή το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την απόφαση επιβολής προστίμου, ύψους 1.500,00 Ευρώ, είναι στην Εναγόμενη που επιβλήθηκε, και όχι σε άλλο πρόσωπο, και ότι η απόφαση επιβολής προστίμου που δεν ακυρώθηκε τεκμαίρεται νόμιμη. Συμμερίζομαι την άποψη της Ενάγουσας ότι το Δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να ασκήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας της απόφασης επιβολής προστίμου και να ελέγξει εάν το όργανο που την εξέδωσε, η Ενάγουσα, είχε την εξουσία να το πράξει ή εάν την υπερέβη ή εάν έπραξε γενικά νόμιμα. Η υπέρβαση εξουσίας συνιστά λόγο προσφυγής με βάση το άρθρο 146 § 1 του Συντάγματος όπως και η παράβαση νόμου ή διάταξης του Συντάγματος. Ούτε εάν η πράξη της Ενάγουσας, ως πράξη διοικητικού οργάνου κατά την άσκηση νόμιμης εξουσίας του, βασίστηκε σε νομιμοποιητική βάση που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα μπορεί να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο. Οι νομικές υπερασπίσεις της Εναγόμενης, όμως, δεν σχετίζονται ακριβώς με τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής προστίμου, αλλά με τη νομιμότητα και συνταγματικότητα του Κανονισμού 48
(1), βάσει του οποίου, κατά την αντίληψη της Εναγόμενης, η Ενάγουσα κινεί την αγωγή της. Αυτές τις υπερασπίσεις, όπως και τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να ενάγει για την είσπραξη του προστίμου ως αστικό χρέος, αλλά ότι αυτός που νομιμοποιείται είναι ο Γενικός Εισαγγελέας εξ ονόματος της Δημοκρατίας, έχει τη δικαιοδοσία να εξετάσει το Δικαστήριο αυτό· στον βαθμό βεβαίως που τα σχετικά ζητήματα εγείρονται και στον αντίστοιχο που χρειάζεται για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 41Β
(3)του Νόμου: Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από την Αρχή διοικητικών προστίμων, η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 48
(1)των Κανονισμών: Η Αρχή δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα για την πληρωμή οποιωνδήποτε τελών, διοικητικών προστίμων ή οποιωνδήποτε άλλων οφειλών εναντίον οποιουδήποτε προσώπου και δύναται να εισπράξει αυτά με όλα τα δικαστικά έξοδα ως χρέος που οφείλεται στην Αρχή. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια από τα κείμενα είτε του Νόμου είτε του Κανονισμού ότι αυτή που λαμβάνει τα δικαστικά μέτρα για είσπραξη του διοικητικού προστίμου είναι η Αρχή, δηλαδή η Ενάγουσα[7]. Εάν η Ενάγουσα, αφού εισπράξει το χρέος, θα πρέπει να το καταθέσει στο δικό της ξεχωριστό ταμείο και για τους ειδικούς σκοπούς της, κατά τα άρθρα 3 § 3 και 38
(1)(δ) του Νόμου, ή αλλού και για άλλον σκοπό, θεωρώ ότι δεν είναι κάτι που θα πρέπει να αφορά καθόλου αυτόν που οφείλει να το καταβάλει, σε αυτή την περίπτωση την Εναγόμενη. Είναι ζήτημα ευρύτερου δημοσιονομικού ελέγχου το πώς η Αρχή διαχειρίζεται τις εισπράξεις της, εάν το πράττει σύμφωνα με τον Νόμο ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα νομιμοποιείται, με βάση το άρθρο 41Β
(3)του Νόμου, απευθείας, να εγείρει αγωγή για την είσπραξη του χρέους που προκύπτει από το διοικητικό πρόστιμο. Το άρθρο 41Β
(3)δεν είναι «εξουσιοδοτικό» του Κανονισμού 48(Ι), για να τίθεται θέμα ως αυτό που εγείρει η Εναγόμενη. Κατ' ακρίβεια, η Ενάγουσα δεν χρειάζεται επίκληση του Κανονισμού 48(Ι) για να κινήσει αγωγή και να αξιώσει τα οφειλόμενα διοικητικά πρόστιμα. Το πράττει απευθείας εκ του Νόμου. Οι νομικές υπερασπίσεις της Εναγόμενης εστιάζουν στη νομιμότητα του Κανονισμού και γι' αυτό δεν είναι και σχετικές με ό,τι έχει καταστήσει επίδικο η Ενάγουσα ή γι' αυτό δημιουργούν και την εντύπωση στην Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη εγείρει ζητήματα διοικητικού δικαίου. Πέραν των ανωτέρω, το χρέος έναντι στην Ενάγουσα μπορεί κάλλιστα να θεωρείται ταυτόχρονα χρέος έναντι στη Δημοκρατία (ή δημόσιο χρέος, και πάντως όχι ιδιωτικό), ασχέτως του ότι η Ενάγουσα συνιστά «ανεξάρτητη αρχή» ή πρόσωπο με δυνατότητα να ενάγει και να ενάγεται. Δηλαδή, δεν είναι αντιληπτή η επίμονη εστίαση της Εναγόμενης στη διαφορά που υφίσταται σε κάποιο σημείο της διατύπωσης των δύο κειμένων, του Νόμου και του Κανονισμού, ως προς το ποιος επωφελείται τελικά της είσπραξης, για να αντλήσει από εκείνη τη διαφορά υπεράσπιση. Αν και όπως λέχθηκε δεν προκύπτει ζήτημα που εμποδίζει την Ενάγουσα να εισπράξει τα οφειλόμενα διοικητικά πρόστιμα δια της δικαστικής οδού ή που επηρεάζει καθόλου την αντίστοιχη υποχρέωση των διοικούμενων, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης, να τα καταβάλουν, ας τύχει και υπόμνησης ότι η Ενάγουσα είναι το γενικό συμφέρον της Δημοκρατίας που εξυπηρετεί, όπως συνάγεται από το όλο του Νόμου. Το πότε η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγει ή ενάγεται ονόματι του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν είναι θέμα Συντάγματος, αλλά θέμα νόμου, του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, που επιφυλάσσεται υπέρ της ύπαρξης οποιουδήποτε άλλου νόμου τυχόν ορίζει διαφορετικά, όπως πάντως διαφορετικά ορίζει και ο υπό αναφορά Νόμος. Δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης ότι η αναφορά του Νόμου σε «ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία» και η αναφορά του Κανονισμού σε «χρέος που οφείλεται στην Αρχή» δημιουργούν αντίθεση ή ότι αυτός που έπρεπε να ενάγει είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, και δεν χρήζει και περαιτέρω ανάλυσης το θέμα. Οι θέσεις της Εναγόμενης περί αντισυνταγματικότητας ούτε δικογραφήθηκαν με τη δέουσα λεπτομέρεια, μα ούτε και προωθήθηκαν καθόλου με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της. Εάν αυτές ήθελε θεωρηθεί ότι αναφέρονται στη νόμιμη εξουσία της Ενάγουσας να εισπράττει τα διοικητικά πρόστιμα που η ίδια επιβάλλει, τότε και πάλι η θεματική υπεισέρχεται σε ό,τι ανήκει καθ' ύλην στο Διοικητικό Δικαστήριο και στον έλεγχο της νομιμότητας της δράσης της δημόσιας διοίκησης, που κατά τεκμήριο δρα στη βάση συνταγματικού νόμου. Έπειτα, δεν χρειάζεται να εξεταστούν οποιαδήποτε ζητήματα συνταγματικότητας για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε συγκεκριμένα ευρήματα, τα οποία απλά αναγόμενα στο άρθρο 41Β
(3)του Νόμου, χωρίς οτιδήποτε που να καταδεικνύει γιατί δεν πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 41Β
(3)του Νόμου, αναπόδραστα απολήγουν στο ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει την απαίτησή της. Γι' αυτό εκδίδεται απόφαση: Η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό των 1.500,00 Ευρώ πλέον νόμιμο τόκο προς 2% ετησίως από την 12.12.2017 μέχρι εξόφλησης. Η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παράγραφοι 1, 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας και παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης. [2] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530. [3] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [4] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [5] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [6] Βλέπετε και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 572 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 909 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1601 και Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079. [7] βλ. και «αρχή» το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.