← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 2128/2005, 26/10/2020

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 2128/2005, 26/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2128/2005 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ Ενάγοντος και

  1. XXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. XXXXΚΥΡΙΑΚΟΥ
  3. XXXX ΚΛΕΟΠΑ
  4. XXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 02.07.2020 Ημερομηνία: 26.10.2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Καμία εμφάνιση (εξ αποστάσεως: ΣΚΟΡΔΗΣ, ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ & ΣΙΑ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, η διαδικασία διεξάγεται χωρίς τη φυσική παρουσία των διαδίκων/συνηγόρων των διαδίκων και η απόφαση διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] Την 22.06.2006, ο Αιτητής είχε εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή («Καθ' ων η αίτηση»), λόγω παράλειψής τους να εμφανιστούν στη διαδικασία, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των 10.188,09 Λιρών Κύπρου πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του των 10.144,13 Λιρών Κύπρου από 22.02.2005 μέχρι εξόφλησης, πλέον για το ποσό των 383,50 ΛιρώνΚύπρου έξοδα πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 22.04.2005 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. πλέον 12,00 Λίρες Κύπρου έξοδα επίδοσης («η απόφαση» ή «η δικαστική απόφαση»). Η απαίτηση συνιστούσε χρέος που προέκυψε λόγω παράβασης συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 2 ήταν μία εκ των πρωτοφειλετών και η Εναγόμενη 3 ήταν εγγυήτρια. Η απόφαση συντάχθηκε την 06.06.
  5. Με την αίτησή του, ημερομηνίας 02.07.2020, ο Αιτητής ζητά άδεια εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, λόγω της παρόδου 12 ετών από την έκδοσή της, σύμφωνα με τη Δ.40,κ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας XXXX, λειτουργού της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών στις υπηρεσίες του Αιτητή. Σε σχέση με τις ενέργειες που έλαβαν χώρα μετά από την 06.06.2006 που συντάχθηκε η δικαστική απόφαση, η μόνη αναφορά που γίνεται είναι στην παράγραφο 9 της ένορκης της δήλωσης, ότι στάλθηκαν επιστολές ημερομηνίας 25.06.2018 στους πρωτοφειλέτες μόνον (Εναγόμενους 1 και 2), για διευθέτηση του οφειλόμενου ποσού ή τρόπους αποπληρωμής του, αντίγραφα των οποίων προσκομίζει. Στην παράγραφο 8 της ένορκης της δήλωσης, όπως και στις προηγούμενες παραγράφους, αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Γίνεται εκτατεμένη αναφορά, στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης, σε προσωπικές περιστάσεις του Εναγόμενου 1 (π.χ. XXXXX), που όμως δεν είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης. Την 01.11.2018 και την 14.11.2018 ο Αιτητής απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα στον Κεντρικό Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών («ο Φορέας»), όπου την 30.11.2018 έλαβε την απάντησή του, με κοινοποίηση προς τους Καθ' ων η αίτηση, ότι θα πρέπει να ληφθούν νομικά μέτρα. Γίνεται περαιτέρω αναφορά σε σχέδιο διαχείρισης τερματισμένων/ληγμένων/μη εξυπηρετούμενων δανείων που παραχωρήθηκαν μετά από έγκριση του Φορέα («το σχέδιο»), στο πλαίσιο του οποίου στάλθηκαν επιστολές μαζικά στους πρωτοφειλέτες δανείων για εξόφληση (προσκομίζουν δείγμα), με αναφορά ότι γνώση για το σχέδιο έλαβαν και οι εγγυητές. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση, οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν ανταποκριθεί στο χρέος, ενώ ο Αιτητής προέβη σε ενέργειες προς είσπραξη. Ωστόσο, όπως είναι η αναφορά στις παραγράφους 15 και 16 της ένορκης δήλωσης της κυρίας ΧΧΧΧ (και είναι σκόπιμη η αυτούσια παράθεση): «.οι Ενάγοντες απέφυγαν και/ή δίστασαν να προχωρήσουν σε περαιτέρω ενέργειες εξόφλησης του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού, καθώς οι Ενάγοντες είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου ο οποίος απευθύνεται σε άτομα μέτριου ως χαμηλού εισοδήματος με κύριο σκοπό την ανέγερση πρώτης κατοικίας. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την τότε οικονομική κατάσταση των Εναγόμενων, οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μην λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης για ένα χρονικό διάστημα έτσι ώστε να δινόταν χρόνος στους Εναγόμενους να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. Κάτι το οποίο αποδεικνύει την κοινωνική ευαισθησία των Εναγόντων . . Ενόψει των ως άνω, οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην προβούν σε ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 22.05.2006 από την ημερομηνία έκδοσής της» Το εξ αποφάσεως χρέος σήμερα, σύμφωνα με τη θέση της μάρτυρος, ανέρχεται σε 29.325,93 Ευρώ πλέον τόκους από 01.01.2020 μέχρι εξόφλησης. Ισχυρίζεται, η μάρτυρας, ότι τα δικαιώματα του Αιτητή θίγονται και/ή παραμένει ανεξασφάλιστος σχετικά με το εκκρεμές χρέος. Επιθυμεί, ο Αιτητής, να λάβει μέτρα εκτέλεσης σήμερα, όπως να προβεί σε αιτήσεις μηνιαίων δόσεων, σε έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο με σκοπό την κατάθεση ΜΕΜΟ ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο καταστεί αναγκαίο. Λέγει ότι τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση δεν θίγονται, αλλά θίγονται κατάφορα τα δικαιώματα του Αιτητή καθώς με την πολυετή στάση των Καθ' ων η αίτηση δεν έχει εισπράξει το χρέος και αυξάνεται η ζημιά του. Θωρεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η άδεια για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Την 15.09.2020, που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση, το Δικαστήριο δεν πείστηκε από τα ενώπιον του δεδομένα γιατί θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της άδειας εκτέλεσης, εφόσον δεν αναφέρονται καθόλου ενέργειες για εκτέλεση της απόφασης από την έκδοσή της και μετέπειτα και δεν δικαιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση. Όρισε την αίτηση για Ακρόαση την 20.10.2020, δίδοντας το δικαίωμα στον Αιτητή να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως τότε, για να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, ως προς τα γεγονότα, καθώς και να αγορεύσει δια του συνηγόρου του, εάν επιθυμεί, για την περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης. Την 07.10.2020, ο Αιτητής καταχώρισε συμπηρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία επαλαμβάνει τα περί σχεδίου και αναφέρει ότι η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η αίτηση στο μεταξύ ενδιαφέρθηκε για το σχέδιο και υπέγραψε και δήλωση εκδήλωσης ενδιαφέροντος την 01.07.2020, που προσκομίζει ως τεκμήριο, οπότε την ενημέρωσαν ότι θα μειώνονταν το χρέος της εάν το εξοφλούσε ως την 31.12.
  6. Μέχρι στιγμής, δεν έχει ανταποκριθεί και δεν γνωρίζουν εάν θα ανταποκριθεί. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η άδεια εκτέλεσης είναι αναγκαία, ούτως ώστε εάν δεν ανταποκριθεί η εγγυήτρια στο σχέδιο, να λάβουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον της για το εξ αποφάσεως χρέος. Από τη δήλωση ενδιαφέροντός της, εκλαμβάνουν ότι έχει και οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στο χρέος. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε μέτρα εκτέλεσης που να έχουν ληφθεί ενόσω υπήρχε η δυνατότητα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, όπως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση ή και σε οτιδήποτε άλλο που βασικά να δικαιολογεί την καθυστέρηση στις προσπάθειες του Αιτητή να χρησιμοποιήσει την προς όφελός του δικαστική απόφαση. Την 20.10.2020 ουδείς αγόρευσε και δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία με το Δικαστήριο, το οποίο προχώρησε και επιφύλαξε την απόφασή του επί της αίτησης. Η Δ.40,κ.8, ως τροποποιήθηκε και από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, προνοεί ότι:
  7. Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι. Πριν από τη θέση σε ισχύ του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2020, την 09.09.2011 είχε τεθεί σε ισχύ ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2011, που είχε μετατρέψει το χρονικό διάστημα εκτελεστότητας μιας δικαστικής απόφασης από τα 6 χρόνια που ήταν ως τότε στα 10 χρόνια. Η δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί την 22.05.2006 ήταν εκτελεστή αρχικά μέχρι την 22.05.2012 και έπειτα μέχρι την 22.05.
  8. Στην προγενέστερη αγγλική διατύπωσή της η Δ.40,κ.8 αναφέρονταν σε "leave to issue execution". Η έκφραση "leave to issue execution" είναι σχετική και με τις ιστορικές καταβολές της διαδικασίας εξασφάλισης άδειας για λήψη μέτρων εκτέλεσης (to issue writs or warrants for execution to enforce), μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της δικαστικής απόφασης· περιγράφεται λεπτομερώς στη Duer v. Frazer [2001] 1 All ER
  9. Στην ίδια απόφαση εξηγείται η πρακτική της αντίστοιχης αγγλικής O. 46, r 2, ως περαιτέρω επεξηγείται στην Civil Procedure (White Book)[1], ότι η μαρτυρία που προσκομίζεται για την υποστήριξη τέτοιας αίτησης, θα πρέπει να αναφέρει: (α) την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, (β) το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους, (γ) το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, (δ) τις αιτίες της καθυστέρησης, (ε) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση (π.χ. δεν μεσολάβησαν αλλαγές συμφέροντος ή άλλες)[2]. Αν και το δικαίωμα εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης δεν παραγράφεται και διακρίνεται από το δικαίωμα έγερσης αγωγής επί της απόφασης (bringing action on a judgment), όπως εξηγήθηκε και στην αγγλική νομολογία, η λογική του να υπάρχει πάντως ένα χρονικό όριο στη δυνατότητα εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης δεν απέχει από τη λογική του να υπάρχει ένα χρονικό όριο στη δυνατότητα να οδηγηθεί μια υπόθεση στο δικαστήριο. Και στις δύο περιπτώσεις ο λόγος είναι για χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Θεμιτά υπάρχουν είτε στον νόμο είτε στους διαδικαστικούς κανονισμούς, μάλιστα με τις απαραίτητες δικλείδες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο η εφαρμογή τους στην πράξη να μένει σε ένα πλαίσιο αναλογικότητας. Οι χρονικοί περιορισμοί δεν εξαλείφουν το ίδιο το δικαίωμα, αλλά τον αγώγιμο, στη μία περίπτωση, και τον καταναγκαστικό, στην άλλη περίπτωση, χαρακτήρα της αξίωσης. Η χορήγηση από το Δικαστήριο άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο των 12 ετών από την έκδοσή της συνιστά εξαίρεση στον θεσμικό χρονικό περιορισμό, και άρα επιστροφή στον κανόνα ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα που διασφαλίζει το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εν προκειμένω με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η εξήγηση που χρειάζεται για τους λόγους καθυστέρησης είναι ακριβώς εκείνος ο μηχανισμός που βοηθά το Δικαστήριο να δρασκελίσει τον χρονικό περιορισμό (12 χρόνια εν προκειμένω) και τους λόγους ύπαρξής του και να μεταβεί πίσω στον κανόνα του δικαιώματος εκτέλεσης. Η εξήγηση που θα πρέπει να δίδεται πρέπει και να καταδεικνύει ότι είναι αποδεδειγμένα δίκαιο (demonstrably just) να δοθεί άδεια εκτέλεσης. Δεν χρειάζεται να συντρέχουν εξαιρετικές ή ειδικές περιστάσεις, όπως υποδείχθηκε και στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά., Πολική Έφεση 122/2009, ημερομηνίας 07.06.2012 και στην Κτωρίδη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 290/2010, ημερομηνίας 19.06.2014, αλλά και η πάροδος του χρόνου δεν συνιστά από μόνη της τέτοια εξήγηση. Όπως ευθέως τέθηκε στην πιο πρόσφατη Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ κ.α. ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A492, Πολιτική Έφεση 179/2013, ημερομηνίας 27.11.2019, δεν συνιστά δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή να εκτελέσει την απόφασή του μετά την έλευση της χρονικής περιόδου των 10 τότε και 12 σήμερα ετών. Θα πρέπει να δικαιολογείται λογικά η πάροδος του χρόνου σε συνάρτηση πάντα με τις δυνατότητες εκτέλεσης. Θα πρέπει να προκύπτει βασικά ότι δεν μπορούσε να ασκηθεί το δικαίωμα εκτέλεσης, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με ηθελημένη αδράνεια ή αμέλεια του εξ αποφάσεως πιστωτή. Είναι αυτή που πρέπει να αποκλείεται στη βάση της δικονομικής αρχής ότι ουδείς θα πρέπει να υποφέρει από την καθυστέρηση του άλλου. Επομένως, μέσα στο ίδιο πλαίσιο, λαμβάνεται υπόψη και το πώς η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης έχει ήδη επηρεάσει ή ενδέχεται να επηρεάσει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Η Κτωρίδη (ανωτέρω) χαρακτήρισε αυτή την αναγκαιότητα, να μην επηρεάζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, ως τη «λύδια λίθο». Είναι βασικά ο λόγος για τον οποίο υφίσταται θεσμοθετημένος ο χρονικός περιορισμός, η ουσία του. Αυτή που, όπως κατέδειξε με τον δικό της τρόπο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση 47/13, ημερομηνίας 10.06.2019, θα πρέπει να αναζητείται, γιατί ο χρονικός περιορισμός δεν πρέπει να εφαρμόζεται μηχανιστικά ή τυπολατρικά· ως ο κανόνας αντί ο περιορισμός. Όσο μεγαλύτερη ή και αδικαιολόγητη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο πιθανόν είναι να υπάρχει επηρεασμός του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι πρέπει να επιτραπεί η λήψη μέτρου εκτέλεσης της απόφασης μετά την πάροδο των πλέον 12 ετών από την έκδοσή της (χρονικό διάστημα που καθορίστηκε λαμβάνοντας ούτως ή άλλως υπόψη την Κυπριακή πραγματικότητα σε σχέση με τις δυνατότητες εκτέλεσης) το έχει ο αιτητής, ενώ κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων. H Duer (ανωτέρω) εφαρμόστηκε και στην Patel v. Singh [2002] EWCA Civ
  10. Στην Patel (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι το "demonstrably just" απαιτεί κάτι παραπάνω από το απλά δίκαιο· μια προσέγγιση που έχει περισσότερο την έννοια ότι για να αρθεί ο κανονισμός χρονικός περιορισμός (που πάντως υπάρχει και εφαρμόζεται) και να επιστρέψουμε στον κανόνα του δικαιώματος εκτέλεσης, χωρίς να καταργούμε και την ανάγκη ύπαρξης του χρονικού περιορισμού, χρειάζεται μια αποδεικτική προσπάθεια που να επιτρέπει να ζυγιστούν τα πιο πάνω αναφερόμενα δεδομένα: από τη μια, οι συνθήκες που εμπόδισαν τον πιστωτή να εκτελέσει την απόφασή του σε ένα δεδομένο χρονικό πλαίσιο, και από την άλλη, η κατάσταση του εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την καθυστέρηση. Και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Μιχαήλ κ.ά, Πολ. Εφ. 459/2011, ημερομηνίας 17.07.2012, ερμηνεύοντας την ίδια Αγγλική νομολογία, δεν λέει κάτι διαφορετικό. Σε αυτή την άσκηση ισορροπίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται και η παράμετρος ότι συνιστά πρώτιστα υποχρέωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη να ανταποκριθεί στο εξ αποφάσεως χρέος του και το δικαίωμα σε εκτέλεση ασκείται λόγω τέτοιας μη οικειοθελούς συμμόρφωσής του με τη δικαστική απόφαση. Όπως ούτε και η ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι εξ αποφάσεως οφειλέτες θα πρέπει να συμμορφώνονται οικειοθελώς με τις δικαστικές αποφάσεις και να μην αντλούν αδικαιολόγητο πλεονέκτημα εξαιτίας της τυχαίας έλευσης του χρόνου ή της αδυναμίας του πιστωτή να τους εντοπίσει ή να τους εξαναγκάσει σε συμμόρφωση με τα διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης. Εάν δεν είναι εύκολο να θεωρηθούν όλα τα δεδομένα, παρά το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρίζεται μονομερώς, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα να διαταχθεί η επίδοση είτε της αίτησης είτε του διατάγματος δια του οποίου ήδη επιτρέπεται η εκτέλεση, ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον καθ' ου η αίτηση να ακουστεί. Στην Patel (ανωτέρω) το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να εντοπιστεί και αναμφισβήτητα απουσίαζε στο εξωτερικό θεωρήθηκε αρκετό για να επιτραπεί κατ' έφεση η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Η οικονομική αδυναμία του εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι επίσης σχετική, σε συνάρτηση με τη θεμελίωση της δυνατότητας εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης σήμερα (λόγου χάριν γιατί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκτησε περιουσία). Όπως προκύπτει και από την Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε107/2013, ημερομηνίας 21.02.2019 και οι προσπάθειες των εξ αποφάσεως οφειλετών να διευθετήσουν το χρέος τους. Το συνολικά δίκαιο της υπόθεσης είναι τελικά αυτό που προσεγγίζεται. Στη Lowsley v Forbes (t/a LE Design Services) [1998] 3 All ER 897, HL, είχε προστεθεί ένα άλλο δεδομένο, ότι όταν επιτρέπεται η εκτέλεση της απόφασης μετά τη χρονική περίοδο ισχύος της, δεν επιτρέπεται και η ανάκτηση τόκου εκ της απόφασης πέραν της αρχικής χρονικής περιόδου ισχύος της. Η υπόδειξη αυτή δεν είναι όμως άσχετη με την προσπάθεια της διάκρισης των "writs and warrants for execution" από τα νέα δικαστικά διαβήματα (fresh actions) που υπόκεινται σε παραγραφή, σε συνάρτηση με τη φύση του επιδικαζόμενου τόκου και τους σκοπούς που εξυπηρετεί η επιδίκασή του, που είναι η αποζημίωση από την καθυστέρηση στη συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση. Συνιστά δυνατότητα του δικαστηρίου που επιτρέπει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης μετά τη χρονική περίοδο των 12 ετών να περιορίζει τον τόκο, εάν αυτό δικαιολογούν οι υπό κρίση περιστάσεις. Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει η δικαστική απόφαση, για το εξ αποφάσεως χρέος που αναφέρεται σε αυτήν και στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, όπως και το ότι υφίσταται ακόμα εξ αποφάσεως χρέος γιατί δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι αυτού. Δεν υπάρχει, επίσης, αμφιβολία ότι ο Αιτητής είναι το πρόσωπο προς όφελος του οποίου είχε εκδοθεί η δικαστική απόφαση. Ωστόσο, κρίνω ότι, με βάση τα δεδομένα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής, δεν εξηγείται επαρκώς και πειστικά η καθυστέρηση είτε στη λήψη μέτρων εκτέλεσης είτε στο να επιδιωχθεί άδεια για εκτέλεση μετά την πάροδο της χρονικής περιόδου εντός της οποίας ο Αιτητής μπορούσε να εκτελέσει την προς όφελός του απόφαση. Παρήλθαν 14 χρόνια από την έκδοση της απόφασης και 4 χρόνια από τότε που αυτή απώλεσε την εκτελεστότητά της. Η επίκληση, από μέρους του Αιτητή, κοινωνικής ευαισθησίας για τη μη λήψη μέτρων εκτέλεσης απόφασης που ο ίδιος επιδίωξε, δεν συνιστά ένα πολύ καλό, ούτε καν στέρεο μέσα στη μαρτυρία του, επιχείρημα. Το γεγονός ότι ο Αιτητής συνιστά έναν δημόσιο οργανισμό δεν διαφοροποιεί τον άξονα των αρχών πάνω στις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής φαίνεται να έστελνε κατ' επανάληψη επιστολές καθυστερήσεων, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 11 στην αρχική ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, και με χρέωση των Καθ' ων η αίτηση. Δεν προσκομίζονται βεβαίως αντίγραφα των επιστολών αυτών, για να διαπιστωθεί κατά πόσον αναφέρονται καθόλου και στην ύπαρξη της δικαστικής απόφασης ή εάν επρόκειτο για επιστολές στο πλαίσιο μιας συμβατικής σχέσης που κατά τα λοιπά τερματίστηκε, ενδεχομένως δημιουργώντας και την εντύπωση στους παραλήπτες ότι δεν υφίσταται δικαστική απόφαση, αλλά τρέχουσα συμβατική σχέση. Σε κάθε περίπτωση, οι επιστολές δεν συνιστούν μέτρο εκτέλεσης, και εάν όντως αποστέλλονταν και δεν υπήρχε ανταπόκριση, τότε ακόμα περισσότερο δεν δικαιολογούνταν η μη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Από τα λεγόμενα της κυρίας ΧΧΧΧ (π.χ. προσωπικές περιστάσεις του Εναγόμενου 1, πρωτοφειλέτη), φαίνεται ότι δεν υπήρχε και επαρκής επαφή με τους οφειλέτες, για να γνωρίζει ο Αιτητής τις όποιες μεταβολές των προσωπικών κατ' επέκταση και οικονομικών συνθηκών τους. Η εντύπωση που αποκομίζει το Δικαστήριο είναι πως ο Αιτητής δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσει την προς όφελός του απόφαση, για να εξαναγκάσει τους Καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν με αυτήν, ενώ είναι αμφίβολο εάν οι Καθ' ων η αίτηση γνωρίζουν καθόλου την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης και ότι το χρέος τους είναι εκ δικαστικής απόφασης χρέος. Η σκέψη είναι πως, εάν η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η αίτηση ανταποκρίθηκε με δήλωση ενδιαφέροντος σήμερα, πιθανόν να ενδιαφέρονταν και εάν γνώριζε ότι υπήρχε εναντίον της δικαστική απόφαση. Ο Αιτητής παρά ταύτα επικαλείται συνεχή αδράνεια και παράλειψη συμμόρφωσης των Καθ' ων η αίτηση με το εξ αποφάσεως χρέος, την ίδια στιγμή που επικαλείται και μία δική του συνειδητή επιλογή μη λήψης μέτρων εκτέλεσης, που προσπαθεί να δικαιολογήσει με τη φύση του ως δημόσιος οργανισμός με πολιτική ανοχής ή «κοινωνικής ευαισθησίας» ή την κοινωνική τάξη των πελατών του. Όταν δόθηκαν οδηγίες από τον Φορέα για λήψη νομικών μέτρων και διαπιστώθηκε η ύπαρξη της δικαστικής απόφασης για τους Καθ' ων η αίτηση, τότε ήταν που άρχισε η κινητοποίηση του Αιτητή να εισπράξει, κατ' επέκταση και για τη λήψη άδειας εκτέλεσης, για να επιδιωχθούν σήμερα, για πρώτη φορά, μέτρα εκτέλεσης. Ακόμα και εάν έχουν ή δεν έχουν ακίνητη περιουσία οι Καθ' ων η αίτηση, δεν αναφέρεται με σαφήνεια, παρά μόνον ότι θα γίνει έρευνα στο Κτηματολόγιο. Δεν αναφέρονται ακριβώς ούτε τα μέτρα εκτέλεσης που ο Αιτητής θεωρεί ότι μπορούν να ληφθούν, και γιατί αναμένει ότι θα επιτύχουν σήμερα, ενώ δεν θα επιτύγχαναν πριν 10 ή πριν 5 χρόνια. Η διαφοροποίηση, λόγου χάριν, στην ηλικία της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση, που όπως προκύπτει και από τον αριθμό ταυτότητάς της πιθανότατα να είναι ηλικιωμένη, πώς δικαιολογεί την ενεργοποίηση αυτή σήμερα. Ο Αιτητής, αυτό που ουσιαστικά λέει, είναι πως θέλει να διαγράψει τα 14 χρόνια που παρήλθαν άπρακτα, λόγω της δικής του ηθελημένης αδράνειας ή «πολιτικής», και να δοκιμάσει διάφορα μέτρα εκτέλεσης. Την ίδια στιγμή, από την ίδια μαρτυρία, προκύπτει ότι η ανάγκη για «ανανέωση» της δικαστικής απόφασης είναι απλά η δημιουργία δυνατότητας χρήσης της σε περίπτωση που δεν συμβούν όλα τα άλλα τινά, όπως η ανταπόκριση της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η αίτηση στο σχέδιο. Η παρούσα συνιστά μία από τις λίγες περιπτώσεις που το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της μη χορήγησης άδειας εκτέλεσης. Η απόρριψη της αίτησης του Αιτητή ασφαλώς δεν του στερεί τη δυνατότητα να προσπαθήσει με μέτρα που δεν συνιστούν μέτρα εκτέλεσης να εισπράξει το χρέος του· κάτι που, κατά τους ισχυρισμούς του, προσπαθούσε μέχρι σήμερα, ως θέμα πολιτικής. Δεν εμποδίζει επίσης τους Καθ' ων η αίτηση να ανταποκριθούν οικειοθελώς στο χρέος, χωρίς δυνατότητα καταναγκασμού τους με την παρέμβαση της Πολιτείας δια των θεσμοθετημένων μέτρων εκτέλεσης. Εάν εγκρίνονταν η αίτηση αυτή του Αιτητή, θα σήμαινε πως προκρίνεται και η δημιουργία ενός νομολογιακού κανόνα ότι, σε περιπτώσεις όπου ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν λαμβάνει καθόλου μέτρα εκτέλεσης, είτε επειδή λέει πως προσπαθεί να εισπράξει το χρέος του με επαναλαμβανόμενες επιστολές καθυστερήσεων, ανεπιτυχώς για όλα τα χρόνια ισχύος μιας δικαστικής απόφασης γιατί δεν υπάρχουν και οποιεσδήποτε πληρωμές έναντι, είτε επειδή ηθελημένα απέχει λόγω «κοινωνικής ευαισθησίας» γενικευμένης στη βάση του ότι όλοι οι πελάτες του είναι συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, οποτεδήποτε αποφασίσει στο μέλλον, μπορεί να «ανανεώνει» τη δικαστική απόφαση. Έπειτα, ότι μια δικαστική απόφαση μπορεί να «ανανεώνεται» απλά για να υπάρχει, σε περίπτωση που χρειαστεί. Τέτοια προσέγγιση, δυστυχώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως προσέγγιση που να αρμόζει στη χρήση της δικαστικής διαδικασίας και των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Μια τέτοια προσέγγιση θα αναιρούσε εν τέλει την ίδια την ουσία του λόγου για τον οποίον υπάρχει στο δίκαιο ο χρονικός περιορισμός στην εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης. Για όσα προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Έκδοση Οκτωβρίου 1999, σημ. 46.2.
  11. [2] Βλ. και Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου, ECLI:CY:AD:2018:A264, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 01.06.2018 και Σταυρινίδη ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A11, Πολιτική Έφεση 367/2012, ημερομηνίας 17.01.
  12. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.